Η αγάπη του Παπα-Φιλάρετου, του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου στο Άγιον Όρος δεν περιοριζόταν μόνο στους ανθρώπους. Απλωνόταν πιο πέρα, στα άψυχα στα ζώα, στην φύση.

Μία ήμέρα, έξω από το κελί του Γέροντα γινόταν μεγάλος θόρυβος. Δύο χελιδόνια είχαν αρχίσει μεταξύ τους σφοδρή μονομαχία!

Ο Γέροντας ανησύχησε. Βγήκε έξω καί αντίκρισε με λύπη το πιο μεγαλόσωμο χελιδόνι να χτυπά με το ράμφος του το άλλο και να το έχει μαδήσει στην κυριολεξία.

Χωρίς να χάσει καιρό, το έδιωξε και πήρε στοργικά το πληγωμένο χελιδόνι στα χέρια του. Το περιποιήθηκε και τελικά το χελιδόνι έζησε.

Από τότε αυτό ακολουθούσε παντού τον Παπα-Φιλάρετο, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη του και την αφοσίωσή του. Πετούσε μπροστά του, έκανε τα φτερουγίσματά του, τα παιχνίδια του, τιτίβιζε.

Λίγες ημέρες αργότερα ο Γέροντας βγήκε από το Μοναστήρι και περπατούσε προσευχόμενος. Το χελιδόνι, ως πιστός φίλος και σύντροφός του, πετούσε χαρούμενα κοντά του.

Κάποια στιγμή ο Παπα-Φιλάρετος κάθισε λίγο να ξεκουραστεί και, χωρίς να το καταλάβει, αποκοιμήθηκε.

Ξαφνικά το χελιδόνι άρχισε να πετάει ανήσυχο επάνω από το κεφάλι του τιτιβίζοντας δυνατά, σαν να ήθελε να τον ξυπνήσει και να τον προειδοποιήσει για κάποιο κίνδυνο.

Ο Γέροντας πράγματι ξύπνησε και, τι να δει; Λίγο πιο πέρα ένα μεγάλο φίδι ετοιμαζόταν να του επιτεθεί. Το χελιδόνι είχε κάνει κι αυτό με την σειρά του το δικό του έλεος στον ελεήμονα.

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης αναφέρει περί του Παπα-Φιλάρετου ότι με την καθαρότητά του έβλεπε το παρελθόν και το μέλλον, τις σκέψεις, τα διανοήματα και τους διαλογισμούς των ανθρώπων, ακόμη και τι είχαν στην τσέπη τους …

Τις νοσοκόμες στο νοσοκομείο που νοσηλεύθηκε, νόμιζε για αγγέλους…

Τον παπα Φιλάρετο τον ηγούμενο της μονής Κωνσταμονίτου γνώρισε και ο γέροντας Ακάκιος, τότε διάκο Αγαθόνικος μεγαλοσπηλεώτης, όταν το 1962 είχε πάρει άδεια από τον μητροπολίτη που ανήκε, για να πάει να ησυχάσει στο Άγιον Όρος.

Καθώς διερχόταν τις μονές και τις σκήτες ψάχνοντας καλύβι για να αγοράσει, πέρασε κι από την μονή Κωνσταμονήτου , όπως μπήκε από την πύλη της μονής ήταν στην αυλή ο γέροντας Φιλάρετος, κι ενώ συναντιόντουσαν για πρώτη φορά, του λέει ο παπα Φιλάρετος: «Καλώς τον διάκο Αγαθόνικο», τα ‘χασα λέει ο διάκος ούτε είχα ξανα περάσει από εκεί ούτε είχαμε συναντηθεί κάπου αλλού. Και συνεχίζει ο παπα Φιλάρετος : «άκου παιδί μου τις δέκα χιλιάδες δραχμές που έχεις στην τσέπη σου για να αγοράσεις κελλί -ακριβώς το ποσό που είχε στην τσέπη του ο διάκος- δώστες ευλογία σε φτωχούς ασκητές να προσευχηθούν για σένα, εσύ παιδί μου σε πέντε χρόνια θα έρθεις να ησυχάσεις».

Πράγματι οι λόγοι του γέροντος βγήκαν επ’ ακριβώς. Ο διακο Αγαθόνικος τελικός μπήκε στο Άγιον Όρος στις  21 Απριλίου του 1967. Και όπως μας λέγει ο γέροντας Ακάκιος, όταν έβγαιναν τα Τανκς έμπαινα εγώ στο Άγιον Όρος.

Ο παπα Φιλάρετος ήδη είχε κοιμηθεί. Ο γέροντας Ακάκιος είχε ζήτηση από το μοναστήρι της Κωνσταμονίτου και έλαβε ένα οστό από την σπονδυλική στήλη, ένα δόντι και την καλογερική ζώνη του κατά τον γέροντα Ακάκιο Αγίου παπα Φιλάρετου. Τα οποία φυλάσσουμε στο ησυχαστήριο μας.

Την διήγηση του Γέροντα Ακάκιου διασώζει ο Γέροντας Παΐσιος[1] στο βιβλίο του «Αγιορείτες Πατέρες και Αγιορείτικα» χωρίς να ονοματίζει τον τότε διάκο.

 



[1] Εδώ να αναφέρω ότι και τον πρώτο υποτακτικό του γέροντα Ακάκιου του τον έστειλε ο γέροντας Παΐσιος, τον τότε δόκιμο Αλέξανδρο ο οποίος ήταν στην μονή Διονυσίου και δεν αναπαυότανε, πήγε στον γέροντα Παΐσιο και του είπε το πρόβλημά του και του είπε ο γέροντας: «πήγαινε στον διάκο που έχει έρθει στα καυσοκαλύβια, αυτός θα σε κρατήσει». Μετά δύο αρνήσεων ο γέροντας Ακάκιος κράτησε τελικά για υποτακτικό του τον δόκιμο Αλέξανδρο, κατόπιν π. Αρτέμιο. Ο γέροντας Ακάκιος ΄ήταν ήδη με τους ζηλωτάς και το γνώριζε αυτό ο γέροντας Παΐσιος.