Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ Επιλογές αποφθεγμάτων του Αγίου από το Βιβλίο "Η ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ"

 


με τη χάρη και τη δύναμη του Χριστού, μπορούμε να τον καταργήσομε.

145. Όταν ο άνθρωπος καταπάτησε την εντολή του Θεού και ξέπεσε από τη ζωή του Παραδείσου, επακολούθησε το δέσιμό του με δύο αλυσίδες. Η μία είναι ο δεσμός των βιοτικών πραγμάτων και των σαρκικών ηδονών, όπως είναι ο πλούτος, η δόξα, η φιλία, η γυναίκα, τα παιδιά, οι συγγενείς, η πατρίδα, τα κτήματα και γενικά όλα τα ορατά, από τα οποία ο λόγος του Θεού μας διατάζει να λυνόμαστε με τη θέλησή μας.

Η άλλη αλυσίδα είναι αόρατη και εσωτερική. Είναι δηλαδή δεμένη η ψυχή με σκοτεινά δεσμά από τα πονηρά πνεύματα, εξαιτίας των οποίων ούτε το Θεό να αγαπήσει μπορεί, ούτε να πιστέψει, ούτε να προσευχηθεί όπως θέλει. Γιατί από την παράβαση του πρώτου ανθρώπου, όλοι συναντούμε μέσα μας αντίσταση σε όλα, και στα φανερά και στα αφανή.

Όταν κανείς υπακούσει στο λόγο του Θεού και απομακρυνθεί από όλα τα βιοτικά πράγματα και απαρνηθεί όλες τις σαρκικές ηδονές, τότε αφού παραμείνει κοντά στο Θεό και αφοσιωθεί σ' Αυτόν, παίρνει θεία δύναμη και μαθαίνει ότι μέσα στα άδυτα της καρδιάς κρύβεται κάποια άλλη πάλη και κάποιος άλλος πόλεμος λογισμών.

Και αν παραμείνει έτσι κοντά στο Θεό και επικαλείται την ευσπλαχνία του Χριστού, με μεγάλη πίστη και υπομονή, αλλά και με τη βοήθεια του Θεού, μπορεί να ελευθερωθεί από τα δεσμά και τους φραγμούς εκείνους και το σκοτάδι των πονηρών πνευμάτων, δηλαδή από τις ενέργειες των κρυμμένων παθών.

Αυτόν τον πόλεμο, με τη χάρη και τη δύναμη του Χριστού, μπορούμε να τον καταργήσομε. Χωρίς όμως τη βοήθεια του Θεού, είναι εντελώς αδύνατο να λυτρώσει κανείς τον εαυτό του ώστε να ελευθερωθεί από την πάλη των λογισμών. Το μόνο που μπορεί κανείς, είναι να αντιλέγει στους λογισμούς και να μην ευχαριστείται μ' αυτούς.

όπως και ο καρπός που είναι μέσα στα δένδρα το χειμώνα, παρουσιάζεται έξω την άνοιξη

141. Όσο κανείς με την δική του επιμέλεια και πίστη έγινε κοινωνός της ουράνιας δόξας του Αγίου Πνεύματος και στόλισε την ψυχή του με αγαθά έργα, τόσο και το σώμα του εκείνη την ημέρα θα γίνει άξιο να συνδοξαστεί.

Ό,τι δηλαδή αποθησαύρισε κανείς τώρα μέσα του, αυτό τότε παρουσιάζεται έξω, όπως και ο καρπός που είναι μέσα στα δένδρα το χειμώνα, παρουσιάζεται έξω την άνοιξη, όπως είπαμε και άλλοτε. Η θεόμορφη λοιπόν εικόνα του Πνεύματος που οι Άγιοι έχουν κατά κάποιο τρόπο σαν τυπωμένη από τώρα μέσα τους, θα κάνει τότε και το σώμα εξωτερικά θεόμορφο και ουράνιο.

Στους βέβηλους όμως και αμαρτωλούς, αλοίμονο, το σκοτεινό κάλυμμα του κοσμικού πνεύματος που τύλιξε την ψυχή και με την ασχήμια των παθών έκανε το νου τους σκοτεινό και άσχημο, θα παρουσιάσει τότε εξωτερικά και το σώμα σκοτεινό και γεμάτο από κάθε ντροπή.

... αυτά συνεργούν μάλλον στην απόκτηση της βασιλείας του Θεού

136. Εκείνοι που αγάπησαν αληθινά το Θεό, ούτε για την ουράνια βασιλεία θέλησαν να τον υπηρετούν, σαν να επιζητούν εμπορικό κέρδος, ούτε πάλι για την κόλαση που περιμένει τους αμαρτωλούς, αλλά γιατί τον αγάπησαν ως μόνο Θεό και Δημιουργό τους και κατανόησαν ότι οι δούλοι οφείλουν να ευαρεστούν τον Κύριο και Δημιουργό.

Αυτοί και με μεγάλη σύνεση αντιμετωπίζουν ό,τι τους συμβαίνει· γιατί είναι πολλά τα εμπόδια για την ευαρέστηση του Θεού. Επειδή δεν είναι μόνον η φτώχεια και η αφάνεια, αλλά παρόμοια και ο πλούτος και η τιμή γίνονται πειρασμοί για την ψυχή. Κατά ένα μέρος, και αυτή η παρηγοριά και η ανάπαυση, με την οποία γεμίζει την ψυχή η χάρη· αν δεν την αντιληφθεί η ψυχή που καταξιώθηκε να την λάβει και δεν τη χρησιμοποιήσει με μεγάλη μετριοφροσύνη και σύνεση, είναι πολύ εύκολο να της γίνει πειρασμός μάλλον και εμπόδιο.

Γιατί η κακία με πρόφαση αυτή τη χάρη χαλαρώνει τον τόνο της ψυχής και προξενεί με πανουργία τη χαύνωση και την αδιαφορία. Γι' αυτό η χάρη χρειάζεται για να τη δεχθεί ευλαβή και συνετή ψυχή, ώστε να την τιμήσει και να παρουσιάσει άξιους καρπούς. Υπάρχει λοιπόν κίνδυνος, όχι μόνον οι θλίψεις, αλλά και οι ανέσεις να γίνουν πειρασμός της ψυχής, γιατί και με τα δύο αυτά δοκιμάζονται από τον Δημιουργό οι ψυχές, για να φανερωθούν καθαρά ποιες δε θεωρούν αίτια κέρδους την αγάπη τους προς Εκείνον, αλλά θεωρούν μοναδικό κέρδος τους Αυτόν που πράγματι είναι άξιος πολλής αγάπης και τιμής.

Στον αμελή και φτωχό στην πίστη και νήπιο στο φρόνημα, αυτά γίνονται εμπόδιο για την αιώνια ζωή, δηλαδή τα λυπηρά και επίπονα, ασθένειες, φτώχεια και ασημότητα, ή και τα αντίθετα, πλούτος, δόξα και έπαινοι από τους ανθρώπους· επιπλέον και ο πόλεμος του πονηρού που προσβάλλει χωρίς να φαίνεται. Αντιστρέφοντας τώρα τα παραπάνω, θα βρεις ότι στον πιστό και συνετό και γενναίο, αυτά συνεργούν μάλλον στην απόκτηση της βασιλείας του Θεού.

Γιατί ο ταπεινός δεν πέφτει ποτέ

Γιατί ο ταπεινός δεν πέφτει ποτέ. Πού δηλαδή να πέσει εκείνος που έχει τον εαυτό του κάτω απ' όλους;

θα του δώσει οπωσδήποτε τη χάρη να πράττει χωρίς κόπο

Επίσης στο να μην κατηγορεί κανένα, να μην κατακρίνει, να μην υπερηφανεύεται. Έτσι βλέποντάς τον ο Κύριος ότι πιέζει τον εαυτό του, (προς το καλό) όπως είπαμε, και ότι τον ωθεί με τη βία, θα του δώσει οπωσδήποτε τη χάρη να πράττει χωρίς κόπο και με ευκολία εκείνα που πρωτύτερα ούτε με τη βία δεν μπορούσε να κάνει, εξαιτίας της πονηρίας που είχε συγκάτοικό του. Και τότε γίνονται όλα αυτά τα έργα της αρετής κατά κάποιο τρόπο φύση, επειδή πιά ο Κύριος ήρθε, σύμφωνα με την υπόσχεσή Του, και ενώθηκε μαζί του(Ιω. 15, 5), και αυτός επίσης ενώθηκε με τον Κύριο, οπότε με τη χάρη Του εκπληρώνει με μεγάλη ευκολία τις αρετές.

... με τη βία να ωθεί τον εαυτό του προς το καλό

134. Εκείνος που προσήλθε στο Χριστό, πρέπει ακόμη και με τη βία να ωθεί τον εαυτό του προς το καλό, και ας μη θέλει η καρδιά. Γιατί λέει ο αψευδής Κύριος: «Η βασιλεία των ουρανών κερδίζεται με την βία και την ιδιοποιούνται όσοι βιάζουν τον εαυτό τους» (Ματθ. 11, 12), και πάλι: «Αγωνίζεστε να μπείτε από τη στενή πύλη» (Λουκ. 13, 24).

Πρέπει λοιπόν, όπως είπαμε, και χωρίς να θέλομε, να ωθούμε τον εαυτό μας στην αρετή: δηλαδή στην αγάπη, ενώ δεν έχομε αγάπη· στην πραότητα, ενώ αυτή μας λείπει· στο να έχομε συμπαθή και φιλάνθρωπη καρδιά, να ανεχόμαστε τις προβολές και τον παραμερισμό και να εγκαρτερούμε με τους καταφρονεμένους, ενώ ακόμη δεν έχομε αυτή τη συνήθεια· στην προσευχή, αν και δεν έχομε ακόμη πνευματική προσευχή.

Αν ο Θεός δει ότι αγωνιζόμαστε έτσι και ωθούμε με τη βία τον εαυτό μας προς το καλό, έστω κι αν η καρδιά μας αντιστέκεται, τότε μας δίνει προσευχή αληθινή, μας δίνει σπλαχνική καρδιά, υπομονή, μακροθυμία, και γενικά, μας γεμίζει με όλους τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22).

... να σηκώνομε το σταυρό και να τον ακολουθούμε

133. Αν θέλομε να υποφέρομε με ευκολία την κάθε θλίψη και τους πειρασμούς, ας επιθυμούμε και ας έχομε εμπρός στα μάτια μας πάντοτε το θάνατο για χάρη του Χριστού. Τέτοια μάλιστα εντολή έχομε, να σηκώνομε το σταυρό και να τον ακολουθούμε (Ματθ. 16, 24), που σημαίνει να είμαστε πρόθυμοι και έτοιμοι για το θάνατο.

Αν έχομε τέτοια διάθεση, θα υπομείνομε, όπως είπαμε, πολύ ευκολότερα κάθε θλίψη, φανερή ή αφανή. Γιατί εκείνος που επιθυμεί να πεθάνει για το Χριστό, καθόλου δε θα δυσκολευτεί στα επίπονα και λυπηρά.

Τα παθήματα του καιρού τούτου δεν ισοσταθμίζουν τη δόξα που μέλλει να μας δοθεί

132. Επειδή ο δρόμος που οδηγεί στην ουράνια ζωή είναι ομολογουμένως στενός και γεμάτος θλίψεις(Ματθ. 7, 14), και είναι λίγοι εκείνοι που τον βαδίζουν, γι' αυτό πρέπει για χάρη της ελπίδας του ουρανού να υπομένομε σταθερά κάθε δοκιμασία του πονηρού.

Γιατί όσες θλίψεις και αν υποφέρομε, τι μπορούμε να προσφέρομε αντάξιο του μέλλοντος που μας υποσχέθηκε ο Θεός, ή της παρηγορίας που δίνει από εδώ στις ψυχές μας το αγαθό πνεύμα, ή της λυτρώσεώς μας από το σκοτάδι των παθών της κακίας, ή για το χρέος του πλήθους των αμαρτιών μας; Τα παθήματα του καιρού τούτου δεν ισοσταθμίζουν τη δόξα που μέλλει να μας δοθεί (Ρωμ. 8, 18).

Όπως λοιπόν είπαμε, όλα πρέπει να τα υπομείνομε για τον Κύριο, σαν γενναίοι στρατιώτες που πεθαίνομε για τον βασιλιά μας. Γιατί άραγε, όταν βρισκόμασταν στον κόσμο και στα βιοτικά πράγματα, δε μας έβρισκαν τέτοια λυπηρά, αλλά τώρα που ήρθαμε να υπηρετήσομε το Θεό, υποφέρομε τους πολύτροπους αυτούς πειρασμούς; Βλέπεις λοιπόν ότι οι θλίψεις είναι για το Χριστό, επειδή φθονεί ο εχθρός την ανταπόδοση που ελπίζομε και θέλει να βάλει μέσα στις ψυχές μας τη χαύνωση και τη ραθυμία, για να μη ζήσομε ευάρεστα στο Θεό και αξιωθούμε τη βασιλεία Του;

Όσο λοιπόν ο πονηρός κι αν οπλίζεται εναντίον μας, αν εμείς υποφέρομε τις επιθέσεις του με γενναιοψυχία, όλες οι μηχανές του εναντίον μας διαλύονται με τη συμμαχία του Χριστού. Γιατί έχομε τον Ιησού υπερασπιστή και προστάτη μας. Ας θυμηθούμε ότι και Εκείνος έτσι πέρασε σ' αυτόν τον κόσμο, υβριζόμενος, διωκόμενος, εμπαιζόμενος, και τέλος θανατώθηκε με ατιμωτικό τρόπο επάνω στο Σταυρό.

και το νήπιο είναι άπειρο ακόμη για τις δουλειές του κόσμου

130. Αν το κανάβι δεν χτυπηθεί πολύ, δεν μπορεί να γίνει κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί για λεπτότατα νήματα, αλλά όσο χτυπιέται και ξαίνεται, τόσο πιό καθαρό και εύχρηστο γίνεται· και αν το νεόπλαστο πήλινο σκεύος δεν μπει στη φωτιά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ανθρώπους· και το νήπιο είναι άπειρο ακόμη για τις δουλειές του κόσμου, γιατί ούτε να χτίζει, ούτε να φυτεύει, ούτε να σπέρνει, ούτε άλλη δουλειά μπορεί να κάνει.

Έτσι συχνά και κάποιες ψυχές, αν και έλαβαν τη θεία χάρη και έχουν εσωτερική βεβαιότητα από τη γλυκύτητα και την ανάπαυση του Πνεύματος εξαιτίας της νηπιότητάς τους, από αγαθότητα του Κυρίου, επειδή όμως ακόμη δε δοκιμάστηκαν, ούτε ελέγχθηκαν από τα πονηρά πνεύματα με διάφορες θλίψεις, εξακολουθούν να είναι νήπιες, και για να πω έτσι, δεν είναι ακόμη κατάλληλες για τη βασιλεία των ουρανών. «Αν δεν έχετε τη διαπαιδαγώγηση —λέει ο Απόστολος— που έχουν πάρει όλοι, τότε είστε νόθα παιδιά και όχι γνήσια» (Εβρ. 12, 8).

Ώστε και οι πειρασμοί και οι θλίψεις για το συμφέρον στέλνονται στους ανθρώπους, και κάνουν την ψυχή πιο γνήσια και πιο στερεή. Και αν αυτή υπομείνει μέχρι τέλους με την ελπίδα της στον Κύριο, είναι αδύνατο να μην επιτύχει την υπόσχεση του Πνεύματος και την απολύτρωση από τα πάθη της κακίας.

Ο Θεός κρατά τις υποσχέσεις Του

Ουδέποτε όμως ο Θεός άφησε την ψυχή που ελπίζει σ' Αυτόν να καταβληθεί από τους πειρασμούς ώστε να φτάσει σε αδιέξοδο. Όπως λέει ο Απόστολος: «Ο Θεός κρατά τις υποσχέσεις Του και δε θα αφήσει να δοκιμάσετε πειρασμό πάνω από τη δύναμή σας, αλλά όταν έρθει ο πειρασμός, θα δώσει μαζί και τον τρόπο εξόδου από αυτόν, ώστε να μπορέσετε να τον αντέξετε»(Α΄ Κορ. 10, 13).

Αλλά και ο πονηρός, δεν στενοχωρεί την ψυχή όσο θέλει αυτός, αλλά όσο του επιτρέπει ο Θεός. Οι άνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεί να σηκώσει ο ημίονος, πόσο ο όνος, πόσο η καμήλα, και τόσο τα φορτώνουν· και ο κεραμοποιός γνωρίζει πόση ώρα να βάλει τα κεραμικά σκεύη στη φωτιά, για να μη σπάσουν αν μείνουν περισσότερο, μήτε πάλι να γίνουν άχρηστα βγαίνοντας πριν από το κανονικό ψήσιμο.

Αν λοιπόν ο άνθρωπος έχει τόση σύνεση, πολύ περισσότερο, απείρως περισσότερο η σύνεση του Θεού γνωρίζει πόσον πειρασμό πρέπει να επιτρέψει να έρθει σε κάθε ψυχή, για να γίνει δόκιμη και κατάλληλη για τη βασιλεία των ουρανών.

Όλα όσα σου έρχονται, δέξου τα σαν καλά, γνωρίζοντας ότι χωρίς να θέλει ο Θεός τίποτε δεν γίνεται

129. Εκείνος λοιπόν που θέλει να γίνει μιμητής του Χριστού, για να ονομαστεί και αυτός υιός Θεού, γεννημένος από το πνεύμα, οφείλει πριν απ' όλα να υπομένει τις θλίψεις που έρχονται, δηλαδή τις σωματικές ασθένειες ή τις ύβρεις και τους ονειδισμούς από τους ανθρώπους, ακόμη και τις επιθέσεις των αοράτων εχθρών, με γενναιοψυχία και καρτερία.

Γιατί κατ' οικονομίαν Θεού παραχωρείται στις ψυχές η δοκιμασία των διαφόρων θλίψεων, για να φανερωθούν οι ψυχές που τον αγαπούν ειλικρινά. Αυτό είναι το σημάδι των Αγίων όλων των αιώνων, Πατριαρχών, Προφητών, Αποστόλων και Μαρτύρων, ότι πέρασαν όχι από αλλού, αλλά από το στενό δρόμο των πειρασμών και των θλίψεων και έτσι ευαρέστησαν το Θεό. «Παιδί μου, λέει η Γραφή, αν έρχεσαι για να υπηρετήσεις τον Κύριο, ετοίμασε την ψυχή σου για πειρασμούς. Έχε ευθύτητα στην καρδιά και καρτερία»(Σ. Σειράχ 2, 1-2). Και αλλού λέει: «Όλα όσα σου έρχονται, δέξου τα σαν καλά, γνωρίζοντας ότι χωρίς να θέλει ο Θεός τίποτε δεν γίνεται

... η καρδιά είναι τάφος ....

Όταν ακούσεις ότι ο Χριστός κατέβηκε στον άδη και ελευθέρωσε όλες τις ψυχές που ήταν εκεί, μη νομίζεις ότι αυτό είναι μακριά και από όσα γίνονται σήμερα. Να θεωρείς δηλαδή ότι η καρδιά είναι τάφος και εκεί είναι θαμμένοι οι λογισμοί και ο νους, μέσα σε βαθύ σκοτάδι.

Έρχεται λοιπόν ο Κύριος στις ψυχές που τον επικαλούνται από τον άδη, δηλαδή στο βάθος της καρδιάς, και εκεί διατάζει το θάνατο· «άφησε, του λέει, ελεύθερες τις φυλακισμένες ψυχές, οι οποίες ζητούν Εμένα που μπορώ να τις σώσω».

Κατόπιν, αφού σηκώσει τη βαριά πέτρα που σκεπάζει την ψυχή, ανοίγει τον τάφο και ανασταίνει τον πράγματι νεκρό και ελευθερώνει τη φυλακισμένη ψυχή από τη σκοτεινή φυλακή.

Μήπως όμως εκείνος που φυτεύει αμπέλι, παίρνει αμέσως και τον καρπό;

 Όπως το είπαμε και προηγουμένως, τέχνη του σατανά είναι και αυτή, να υποχωρεί θεληματικά αρκετά χρόνια και να μην ενεργεί όσα συνηθίζει, οπωσδήποτε με το σκοπό να βάλει στο νου όσων ασκούνται την ψεύτικη ιδέα ότι έφτασαν στην τελειότητα. Μήπως όμως εκείνος που φυτεύει αμπέλι, παίρνει αμέσως και τον καρπό; Ή εκείνος που σπέρνει, θερίζει αμέσως; Ή μήπως το νεογέννητο βρέφος γίνεται αμέσως τέλειος άνδρας;

Κοίταξε τον Ιησού· από ποιά δόξα, Υιός του Θεού και Θεός ο Χριστός, σε ποιά πάθη και ατιμία και σταυρό και θάνατο κατέβηκε. Και πάλι, πώς για την ταπείνωσή Του αυτή υπερυψώθηκε και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα(Εφ. 1, 20). Ο πονηρός όμως όφις, με το να σπείρει εξαρχής μέσα στον Αδάμ την επιθυμία να γίνει θεός(Γεν. 3, 5), σε ποιά ατιμία τον κατέβασε, με αυτή ακριβώς την υπερήφανη ιδέα. Αυτά λοιπόν και συ έχοντας στο νου σου, φύλαγε τον εαυτό σου όσο μπορείς, και φρόντιζε με μεγάλη επιμέλεια να έχεις πάντοτε την καρδιά σου ταπεινή και συντετριμμένη.

Πόσο λοιπόν περισσότερο η κακία

114. Καλή είναι η νηστεία και η αγρυπνία, καλή είναι επίσης και η άσκηση και η ξενιτεία. Αλλά αυτά οπωσδήποτε είναι κάποια αρχή και τα πρόθυρα της θεάρεστης ζωής, ώστε είναι παράλογο να θαρρεύεται κανείς ολωσδιόλου σ' αυτά. Γιατί καμιά φορά, όπως προηγουμένως είπαμε, και τη χάρη έχομε σε κάποιο βαθμό, μα και η κακία παραφυλάει μέσα μας και πονηρεύεται και υποχωρεί θεληματικά και δεν ενεργεί τα δικά της, αλλά κάνει τον άνθρωπο να νομίσει ότι έχει καθαρθεί ο νους του, και τον οδηγεί σε έπαρση για την τελειότητά του.

Κατόπιν επιτίθεται σαν ληστής και τον ρίχνει σε βαθύτατα βάραθρα. Γιατί συχνά άνθρωποι, είκοσι χρόνια ληστές ή επαγγελματίες στρατιώτες, γνωρίζουν άριστα να βάζουν παγίδες στους αντιπάλους και παραφυλάγουν και επινοούν ενέδρες και προσβάλλουν τα νώτα των εχθρών και τους εξοντώνουν με αιφνιδιαστική επίθεση.

Πόσο λοιπόν περισσότερο η κακία, που έχει ηλικία τόσων χιλιάδων ετών και αυτό είναι το προθυμότατο έργο της, να οδηγεί τις ψυχές στην απώλεια, δε γνωρίζει να επινοεί τέτοιες ενέδρες στα απόκρυφα της καρδιάς και, όταν θέλει, να μένει ακίνητη επίτηδες και να μην ενεργεί, ώστε να παρασύρει την ψυχή στην έπαρση ότι έχει φτάσει στην τελειότητα;

Το θεμέλιο λοιπόν του Χριστιανισμού είναι, και αν έχει κανείς όλες τις αρετές, να μην εφησυχάζει, ούτε να παίρνει θάρρος, ούτε να νομίζει ότι κατόρθωσε κάτι σπουδαίο. Και αν ακόμη γίνει μέτοχος της χάρης, να μη νομίσει ότι πέτυχε κάτι, ούτε να αισθάνεται κορεσμό, αλλά μάλλον τότε να πεινά και να διψά περισσότερο, να πενθεί και να κλαίει και να έχει την καρδιά του ολότελα συντετριμμένη.

... και προχωρεί από δόξα σε δόξα

Η Αγία Τριάδα κατοικεί μέσα στην καθαρή ψυχή με συνεργεία και της θείας αγαθότητας. Κατοικεί βέβαια όχι όπως υπάρχει, γιατί είναι αχώρητη και σε όλη την κτίση ακόμη, αλλά όσο είναι κατάλληλος και δεκτικός ο άνθρωπος.

Όταν όμως αλλάξει κάπως πορεία ο άνθρωπος από την αυτοπροαίρετη κατά Θεόν διαγωγή και λυπήσει το θείο πνεύμα, απομακρύνεται ο νους και στερείται την πνευματική ευφροσύνη, καθώς συστέλλονται η θεία χάρη και η αγάπη και κάθε αγαθή ενέργεια του Πνεύματος και ο νους παραδίνεται σε θλίψεις και πειρασμούς και σε πονηρά πνεύματα, μέχρις ότου ορθοποδίσει και πάλι η ψυχή για την ευαρέστηση του Πνεύματος.

Κατόπιν, αφού δείξει τη μετάνοιά της με κάθε εξομολόγηση και ταπείνωση, πάλι αξιώνεται να την επισκεφθεί η χάρη και απολαμβάνει την ουράνια ευφροσύνη περισσότερο από πρώτα. Αν αντίθετα δεν λυπήσει διόλου το πνεύμα, αλλά συνεχίσει να ζει θεάρεστα και να αντιτάσσεται σε όλους τους πονηρούς λογισμούς και να μένει διαρκώς προσκολλημένη στον Κύριο, τότε δικαίως και με συνέπεια, σύμφωνα με τη στάση της, προκόβει αυτή η ψυχή και αξιώνεται να λάβει ανέκφραστες δωρεές, και προχωρεί από δόξα σε δόξα (Β΄ Κορ. 3, 18) και από ανάπαυση σε τελειότερη ανάπαυση.

Η ψυχή τώρα που είναι δεμένη έστω και με κάτι του κόσμου τούτου ...

108. Είναι αδύνατο να λάβει κανείς το Πανάγιο πνεύμα με άλλο τρόπο, αν δεν αποξενωθεί ολότελα από τα πράγματα του κόσμου τούτου και δεν αφιερωθεί στην επιδίωξη της αγάπης του Χριστού, για να ελευθερωθεί ο νους από όλες τις μέριμνες της ύλης και έτσι να αξιωθεί να γίνει ένα πνεύμα με τον Κύριο, όπως λέει ο Απόστολος: «Όποιος ενώνεται με τον Κύριο, θα γίνει ένα πνεύμα μαζί Του»(Α΄ Κορ. 6, 17). Η ψυχή τώρα που είναι δεμένη έστω και με κάτι του κόσμου τούτου και κλίνει προς αυτό, είτε πρόκειται για πλούτο, είτε για δόξα, είτε κοσμική φιλία, δεν είναι δυνατό να διαφύγει και να περάσει από το σκότος των πονηρών δυνάμεων.

συχνά έχουν εξωτερική όψη όπως όλοι οι άλλοι

89. Εκείνοι που αξιώθηκαν να γίνουν τέκνα Θεού και έχουν το Χριστό να ακτινοβολεί μέσα τους, διευθύνονται από ποικίλους και διαφόρους τρόπους του Πνεύματος και περιθάλπονται στα βάθη της καρδιάς τους από τη χάρη. Δεν είναι ανάρμοστο να φέρομε παραδείγματα από τις κοσμικές απολαύσεις, για να πάρομε κάποια ιδέα των θείων ενεργημάτων της χάρης μέσα στην ψυχή.

Συμβαίνει δηλαδή καμιά φορά οι άνθρωποι αυτοί σαν να βρίσκονται σε βασιλικό δείπνο να ευφραίνονται και να χαίρονται με κάποια ανέκφραστη και ανείπωτη αγαλλίαση. Και άλλοτε, σαν νεόνυμφοι να νιώθουν πνευματική ηδονή, ενώ άλλοτε σαν ασώματοι άγγελοι να αισθάνονται τόση ελαφρότητα στο σώμα τους, ώστε να νομίζουν ότι δεν έχουν σώμα. Και άλλοτε σαν να ευφραίνονται και να μεθούν με την ανέκφραστη μέθη των μυστηρίων του Πνεύματος, ενώ άλλοτε κλαίνε και οδύρονται προσευχόμενοι για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Γιατί πυρπολούνται από τη θεία αγάπη του Πνεύματος προς όλους τους ανθρώπους και παίρνουν επάνω τους το πένθος όλων των απογόνων του Αδάμ. Άλλοτε πάλι, το πνεύμα άναψε μέσα τους τόση αγάπη, ενωμένη με ανείπωτη ηδονή, ώστε αν ήταν δυνατόν κάθε άνθρωπο να τον αγκαλιάσουν, χωρίς να ξεχωρίζουν καλό ή κακό.

Άλλοτε, τόσο πολύ εξουδένωσαν τον εαυτό τους, ώστε να νομίζουν ότι κανένας δεν είναι παρακάτω απ' αυτούς, αλλά ότι είναι τελευταίοι απ' όλους. Κάποτε τους πλημμυρίζει κάποια ανέκφραστη πνευματική χαρά, ενώ κάποτε, παρόμοια με ένα χειροδύναμο που φόρεσε βασιλική πανοπλία και αφού κατέβηκε στον πόλεμο, κατατρόπωσε τους εχθρούς, και αυτοί οπλίσθηκαν με τα όπλα του Πνεύματος και συγκρούσθηκαν με τους αόρατους εχθρούς και τους έριξαν κάτω από τα πόδια τους.

Πότε τους κυκλώνει μεγάλη γαλήνη και ησυχία και τους αγκαλιάζει η ειρήνη και τους κυριεύει μιά θαυμαστή πνευματική ηδονή, και πότε γεμίζουν σύνεση και θεία σοφία και ανεξιχνίαστη πνευματική γνώση. Και γενικά, δέχονται τόση σοφία από τη χάρη του Χριστού, όση δεν μπορεί καμιά γλώσσα να διηγηθεί. Ωστόσο συχνά έχουν εξωτερική όψη όπως όλοι οι άλλοι.

Έτσι η θεία χάρη με πολλούς τρόπους αλλάζει και διαφοροποιείται μέσα σ' αυτούς, σαν να θέλει να παιδαγωγεί και να γυμνάζει την ψυχή, για να την παρουσιάσει τέλεια και άμεμπτη και καθαρότατη στον επουράνιο Πατέρα.

90. Τα παραπάνω ενεργήματα του Πνεύματος ανήκουν στα υψηλά πνευματικά μέτρα που είναι πολύ κοντά στην τελειότητα.

Αυτό δεν είναι δικό μου, από Άλλον το πήρα

Σκέψου ότι ο Θεός σου και Βασιλιάς, αλλά και Υιός του Θεού, κένωσε τον εαυτό Του παίρνοντας μορφή δούλου(Φιλιπ. 2, 7), ότι έγινε φτωχός(Β΄ Κορ. 8, 9) και συγκαταριθμήθηκε μεταξύ των ατίμων(Μαρκ. 15, 28) και σταυρώθηκε. Αν έτσι έγινε με το Θεό, εσύ ο άνθρωπος που αποτελείσαι από σάρκα και αίμα, που είσαι χώμα και στάχτη(Γεν. 18, 27) και που —αλοίμονο— δεν έχεις τιποτε το αγαθό, αλλά είσαι τελείως ακάθαρτος, πώς έχεις μεγάλη ιδέα και αλαζονεύεσαι; Εσύ λοιπόν, αν βέβαια είσαι συνετός, ακόμη και για κάτι καλό που έλαβες από το Θεό, να λές: «Αυτό δεν είναι δικό μου, από Άλλον το πήρα· και αν Αυτός το κρίνει σκόπιμο, θα μου το πάρει πίσω». Έτσι κάθε καλό να το αποδίδεις στον Κύριο, κάθε κακό στον εαυτό σου.

και δες το φίδι που φωλιάζει πιο κάτω

Εσύ που τα υποστηρίζεις αυτά, πέρασε μέσα σου με την επιστασία στους λογισμούς σου, και σκύψε πάνω στο νου σου, τον αιχμάλωτο και δούλο της αμαρτίας, και δες το φίδι που φωλιάζει πιο κάτω κι από το νου και πιο βαθιά από τους λογισμούς, στα λεγόμενα άδυτα της ψυχής σου, και επιδιώκει να σε σκοτώνει πλήττοντας τα πιο ουσιώδη μέρη της ψυχής σου. Γιατί αληθινά είναι άβυσσος ακατανόητη η καρδιά.

... τρέχει πίσω από τις ηδονές του

64. Εκείνοι που φροντίζουν να κατορθώνουν όσο είναι δυνατόν καλύτερα το βίο του Χριστιανού, πρέπει πρώτα-πρώτα να φροντίζουν με μεγάλη επιμέλεια για το διανοητικό και διακριτικό και ηγεμονικό μέρος της ψυχής, ώστε να διακρίνουν ακριβώς το καλό από το κακό και να βγάλουν έξω από την καθαρή φύση όσα πάθη εισήλθαν έπειτα παρά φύση, και έτσι να μπορούν να ζουν χωρίς προσκόμματα, χρησιμοποιώντας ως μάτι το όργανο της διακρίσεως, και να μένουν ανεπηρέαστοι από τις αφορμές της κακίας.

Γιατί θέλημα της ψυχής είναι, να διατηρεί τα μέλη του σώματος αμόλυντα από τη βλάβη των αισθήσεων, να αποκλείσει τον εαυτό της από τους περισπασμούς του κόσμου και να φυλάξει την καρδιά να μην απλώνει στον κόσμο τα ενεργήματα των λογισμών της, αλλά να τα περιορίζει από παντού και να τα συγκρατεί από κάθε χαμαίζηλη φροντίδα και ηδονή.

Κι όταν δει ο Κύριος κάποιον να ζει με αυτόν τον τρόπο και να φροντίζει να διατηρεί τέτοια ακρίβεια και προσοχή και να έχει την πρόθεση να τον υπηρετεί με φόβο και τρόμο(Ψαλμ. 2, 11), τότε του προσφέρει και τη βοήθεια της χάρης Του. Τι όμως να κάνει ο Θεός σ' εκείνον που προσφέρει τον εαυτό του στον κόσμο και τρέχει πίσω από τις ηδονές του;

Τη βασιλεία την επιθυμούν και πόρνες και τελώνες

Τη βασιλεία την επιθυμούν και πόρνες και τελώνες και κάθε άνθρωπος, αλλά γι' αυτό είναι οι πειρασμοί και οι δοκιμασίες, για να φανερωθεί ποιοι αγάπησαν αληθινά τον Κύριό τους, ώστε δίκαια να κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών.

Να μιλήσω ή να μη μιλήσω;

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι τόσο ανόητοι, ώστε θέλουν να αποκτήσουν την ουράνια βασιλεία και να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή και να βασιλέψουν χωρίς τέλος μαζί με το Χριστό —πράγμα μέγα και πάνω από κάθε έννοια—, χωρίς να πάψουν να ζούνε με τα δικά τους θελήματα και να ακολουθούν αυτά, ή μάλλον εκείνον που σπέρνει αυτά που είναι μάταια και ολοφάνερα βλαβερά.

55. Αυτοί είναι που παραμένουν μέχρι το τέλος άπτωτοι, όποιοι δηλαδή μίσησαν ολότελα όλες τις επιθυμίες του κόσμου και τους εαυτούς των, τις φαντασιώσεις του κόσμου και τις ηδονές και τις κοσμικές ασχολίες. Γιατί αυτό θα πει να απαρνηθείς τον εαυτό σου (Ματθ. 16, 24). Ώστε με τη δική του θέληση ο καθένας διώχνεται από τη βασιλεία, επειδή δηλαδή δεν προτίμησε αληθινά τους κόπους και δεν απαρνήθηκε τον εαυτό του, αλλά θέλει μαζί με το θεϊκό πόθο να δοκιμάζει και μερικές ευχαριστήσεις αυτού του κόσμου και να μην αφήνει το θέλημά του να κλίνει ακέραιο στο Θεό.

Τούτο θα γίνει σαφές μ' ένα παράδειγμα: Εξετάζοντας τα πράγματα καθένας διακρίνει και δεν του διαφεύγει ότι είναι άτοπο αυτό που πάει να κάνει. Πρώτα δηλαδή νιώθει στην καρδιά του την αμφιβολία, και η ζυγαριά της συνειδήσεως κλίνει φανερά προς το μέρος είτε της αγάπης του Θεού είτε της αγάπης του κόσμου, και τότε εκδηλώνεται εξωτερικά.

Φιλονεικεί, ας πούμε, κάποιος με έναν αδελφό και εξετάζοντας διακρίνει, όπως ειπώθηκε, ότι πρώτα συγκρούεται με τον εαυτό του και αντιλέγει: «Να μιλήσω ή να μη μιλήσω; Να απαντήσω σ' αυτές τις βρισιές που μου είπε; Ή καλύτερα να σωπάσω;». Έτσι δηλαδή και τις εντολές του Θεού ακολουθεί, αλλά και δεν εγκαταλείπει τη δική του γνώμη, ούτε προτιμά να απαρνηθεί εντελώς τον εαυτό του.

Αν λοιπόν η ζυγαριά της καρδιάς γείρει έστω και λίγο προς το μέρος της αγάπης του κόσμου, αμέσως ο κακός λόγος φτάνει μέχρι τα χείλη. Κατόπιν ο νους τεντώνεται σαν τόξο από μέσα και χτυπά τον πλησίον με τα λόγια, και το κακό φτάνει στα χέρια, καμιά φορά και σε τραύματα, αλλά και μέχρι το φόνο.

Βλέπομε λοιπόν από που άρχισε και που έφτασε μια μικρή κίνηση της ψυχής. Έτσι συμβαίνει σε κάθε αμάρτημα και πράξη, όπου η κακία κολακεύει και χαϊδεύει το θέλημα της ψυχής με κοσμικές επιθυμίες και σαρκικές ηδονές. Έτσι γίνεται και η μοιχεία, έτσι και η κλοπή, έτσι και η πλεονεξία, έτσι και η κενοδοξία, έτσι το οποιοδήποτε κακό.

Και είναι πολύ λίγοι εκείνοι που στην καλή αρχή βάζουν και καλό τέλος

Και είναι πολύ λίγοι εκείνοι που στην καλή αρχή βάζουν και καλό τέλος και μένουν ως το τέλος χωρίς να σκοντάψουν. Γιατί πολλοί έρχονται σε κατάνυξη και πολλοί γίνονται μέτοχοι της ουράνιας χάρης και πληγώνονται με θείο έρωτα.

Αλλά επειδή δεν υπέφεραν τους ακόλουθους κόπους και τους πειρασμούς του πονηρού, ο οποίος επιτίθεται με πολλά και ποικίλα τεχνάσματα, έμειναν στον κόσμο και βούλιαξαν στο βυθό του, από χαυνότητα και αδυναμία της γνώμης τους, ή και γιατί αιχμαλωτίσθηκαν από κάποια εμπαθή κλίση σε κάτι γήινο. Γιατί όσοι θέλουν να τρέξουν με ασφάλεια μέχρι τέλους το δρόμο, δεν ανέχονται να αναμείξουν άλλον έρωτα και άλλη αγάπη με εκείνη την επουράνια.

Ας εννοήσομε λοιπόν ο καθένας τι χάσαμε

Αν θέλεις να επιστρέψεις στον εαυτό σου, άνθρωπε, και να αποκτήσεις τη δόξα που είχες στην αρχή και που χάθηκε λόγω της παρακοής, κάνε το εξής: Όπως παραμέλησες τις εντολές του Θεού και έδωσες προσοχή στις διαταγές και τη συμβουλή του εχθρού, έτσι τώρα αφού απομακρυνθείς από εκείνον στον οποίο υπάκουσες, επίστρεψε στον Κύριο.

Αλλά, γνώριζε ότι με πολύ κόπο και ιδρώτα του προσώπου σου(Γεν. 3, 19) θα πάρεις πίσω τον πλούτο σου. Δεν είναι ωφέλιμη για σένα η χωρίς κόπο απόκτηση του αγαθού, γιατί παίρνοντας στην αρχή χωρίς κόπους και ιδρώτα, έχασες ό,τι πήρες και παρέδωσες στον εχθρό την κληρονομιά σου.

Ας εννοήσομε λοιπόν ο καθένας τι χάσαμε και ας θρηνήσομε σαν τον Προφήτη, γιατί πραγματικά η κληρονομιά μας δόθηκε σε εχθρούς και τα σπίτια μας σε ξένους(Θρ. Ιερ. 5, 2). Και αυτό επειδή παρακούμε την εντολή και υποχωρούμε στα θελήματά μας και ευχαριστιόμαστε με τους ακάθαρτους και γήινους λογισμούς, οπότε και η ψυχή μας βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το Θεό και μοιάζομε με ορφανούς που δεν έχουν πατέρα.

Όποιος λοιπόν νοιάζεται για την ψυχή του, πρέπει να αγωνιστεί με όλη του τη δύναμη να ανατρέπει λογισμούς πονηρούς και κάθε τι που ορθώνεται με αλαζονεία κατά της γνώσεως του Θεού(Β΄ Κορ. 10, 5), και να βιάζει τον εαυτό του να διατηρεί το ναό του Θεού άσπιλο. Τότε έρχεται Εκείνος που υποσχέθηκε ότι θα κατοικήσει μέσα μας και θα περπατήσει μαζί μας(Λευϊτ. 26, 12). Και τότε παίρνει στα χέρια της την κληρονομιά η ψυχή και καταξιώνεται να γίνει ναός Θεού. Γιατί ο ίδιος ο Θεός, αφού με το στράτευμά Του διώξει τον πονηρό, θα βασιλέψει στο εξής μέσα μας.

Όπως το ξύδι και το κρασί στην όραση είναι τα ίδια

Ο φίλος της αρετής πρέπει να έχει πολλή διάκριση, ώστε να γνωρίζει καλά τη διαφορά του καλού και του κακού και να ελέγχει και να κατανοεί τα ποικίλα τεχνάσματα του πονηρού, ο οποίος συνηθίζει να εξαπατά τους περισσότερους με αληθοφανείς φαντασίες. Πλην όμως η επιφύλαξη είναι πάντοτε ωφέλιμη.

Όπως δηλαδή κανείς που θέλει να βεβαιωθεί για τη σωφροσύνη της γυναίκας του, πηγαίνει σ' αυτήν νύχτα σαν ξένος, και αν δει ότι τον διώχνει, χαίρεται που είναι απλησίαστη και επιδοκιμάζει την επιφυλακτικότητά της, έτσι πρέπει κι εμείς να είμαστε επιφυλακτικοί κατά τις επισκέψεις των νοερών δυνάμεων.

Γιατί αν απωθήσεις τους ουρανίους, περισσότερο θα ευχαριστηθούν και θα σε ετοιμάσουν να μετάσχεις σε περισσότερη χάρη και θα σε γεμίσουν πνευματική απόλαυση, με το να πάρουν απόδειξη από τη στάση σου για την προς τον Κύριο αγάπη σου. Μη λοιπόν από διανοητική ελαφρότητα ανοίγεσαι αμέσως σε νοερές επισκέψεις, ακόμη και αν είναι οι ουράνιοι Άγγελοι, αλλά μένε σταθερός και υπόβαλέ τα όλα αυτά σε αυστηρό έλεγχο.

Και έτσι, δεχόμενος το καλό και απωθώντας το κακό, θα κάνεις να αυξηθούν μέσα σου οι εκδηλώσεις της χάρης, τις οποίες η αμαρτία, όσο και αν υποκρίνεται το πρόσωπο του αγαθού, δεν μπορεί διόλου να δώσει. Γιατί, όπως λέει ο Απόστολος, γνωρίζει ο σατανάς να μετασχηματίζεται σε φωτεινό άγγελο(Β΄ Κορ. 11, 14), για να εξαπατήσει· αλλά και αν παρουσιαστεί με λαμπρή εμφάνιση, δεν μπορεί, όπως είπαμε, να δώσει αγαθή ενέργεια, και από αυτό φανερώνεται το ψεύτικο προσωπείο του.

Ούτε δηλαδή αγάπη στο Θεό ή στον πλησίον, ούτε πραότητα, ούτε ταπείνωση, ούτε χαρά, ούτε ειρήνη, ούτε καθαρότητα λογισμών, ούτε μίσος του κόσμου, ούτε ανάπαυση πνευματική, ούτε επιθυμία των ουρανίων μπορεί να προξενήσει, ούτε να καταστείλει τις ηδονές και τα πάθη. Όλα αυτά είναι ολοφάνερα ενεργήματα της χάρης· όπως λέει και ο Απόστολος, οι καρποί του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη κλπ.(Γαλ. 5, 22).

Αντίθετα, ίσως και έπαρση και υψηλοφροσύνη είναι πολύ επιτήδειος και ικανός να προκαλέσει. Από την ενέργεια λοιπόν θα καταλάβεις αν το φως που έλαμψε στην ψυχή σου είναι από το Θεό ή από το σατανά. Αλλά και αυτή η ίδια η ψυχή, αν έχει δυνατή διάκριση, ευθύς από τη νοερή αίσθηση αναγνωρίζει τη διαφορά. Όπως το ξύδι και το κρασί στην όραση είναι τα ίδια, μετά τη γεύση όμως τα διακρίνει ο λάρυγγας, έτσι και η ψυχή από αυτή τη νοερή αίσθηση και ενέργεια μπορεί να διακρίνει τα χαρίσματα του Πνεύματος και τα φαντάσματα του σατανά.

αν δε δώσει ο άνθρωπος αφορμή στο σατανά

... Εξάλλου, αν δε δώσει ο άνθρωπος αφορμή στο σατανά, δεν μπορεί αυτός να κυριαρχήσει πάνω του με τη βία. Γι' αυτό το λόγο κανείς δεν είναι με βεβαιότητα του Χριστού ή του σατανά· αλλά αν παραμείνει με τη χάρη ως το τέλος, πηγαίνει με το μέρος του Χριστού, ενώ αν δεν κάνει έτσι, τότε ακόμη και αν γεννήθηκε από το πνεύμα κι αν έγινε μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, θα ακολουθήσει το θέλημα του σατανά με δική του ευθύνη. Γιατί αν είτε ο Κύριος, είτε ο σατανάς έπαιρναν μαζί τους τον άνθρωπο με τη βία, αυτός δε θα ήταν αίτιος ούτε στην κόλαση να ριχτεί, ούτε τη βασιλεία να κερδίσει.

και μίσος έχω κατά του αδελφού

41. Σ' εκείνους που απορούν λέγοντας ότι «έρχεται μέρα που και μίσος έχω κατά του αδελφού, ή και άλλα κακά μού έρχονται στο νου, τα οποία μου συμβαίνουν και χωρίς να θέλω», πρέπει να ειπωθούν τα εξής: Όλος ο αγώνας και η επιμέλεια του ανθρώπου ας είναι να αντιστέκεται στον πονηρό και στους πονηρούς λογισμούς.

Είναι όμως αδύνατον, όπου είναι το σκοτάδι των παθών και ο θάνατος, δηλαδή το σαρκικό φρόνημα, να μην παρουσιάζεται και κάποιος ιδιαίτερος καρπός της κακίας, κρυφά ή φανερά. Ένα τραύμα που υπάρχει στο σώμα, μέχρις ότου γιατρευθεί τελείως, είναι αδύνατο να μη βγάζει έστω και λίγο πύον, ή να μην είναι υγρό και να σαπίζει, ή να μη φουσκώνει και να πρήζεται, παρ' όλο που του γίνεται θεραπεία και δεν παραλείπεται τίποτε απ' όσα συντελούν στην περιποίησή του· αν μάλιστα παραμεληθεί, φέρνει σήψη και καμιά φορά τέλεια καταστροφή σε όλο το σώμα.

Κατά τον ίδιο τρόπο εννόησε ότι και τα πάθη της ψυχής, αν και απορροφούν πολλή φροντίδα μας, εντούτοις επιμένουν να σιγοκαίνε εσωτερικά. Αλλά με την επίμονη επιμέλεια, με τη χάρη και τη βοήθεια του Χριστού, θεραπεύονται εντελώς. Γιατί υπάρχει ένας κρυφός ρύπος και ένα πυκνό σκοτάδι των παθών, το οποίο παρά την καθαρή φύση του ανθρώπου διείσδυσε κρυφά με την παράβαση του Αδάμ σ' όλη την ανθρωπότητα, και αυτό θολώνει και καταμολύνει και το σώμα και την ψυχή.

Αλλά καθώς το σίδερο καθαρίζεται όταν πυρώνεται και σφυροκοπιέται, ή όταν ο χρυσός ανακατωθεί με χαλκό ή σίδερο, μόνο με τη φωτιά ξεχωρίζεται, έτσι και η ψυχή καθαρίζεται από κάθε πάθος και κάθε αμαρτία όταν πυρώνεται και χτυπιέται από το αγαθό πνεύμα με τα άχραντα πάθη του Σωτήρα.

... οι αρετές είναι δεμένες μεταξύ τους

... πρέπει να γνωρίζετε τούτο, αγαπητοί· ότι οι αρετές είναι δεμένες μεταξύ τους και ακολουθούν η μία την άλλη, σαν κάποια ιερή αλυσίδα, πιασμένες η μία από την άλλη.

Η προσευχή, για παράδειγμα, από την αγάπη, η αγάπη από τη χαρά, η χαρά από την πραότητα, η πραότητα από την ταπεινοφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη από την διακονία, η διακονία από την ελπίδα, η ελπίδα από την πίστη, η πίστη από την υπακοή, η υπακοή από την απλότητα.

Επίσης και τα αντίθετα είναι δεμένα το ένα με το άλλο. Το μίσος με το θυμό, ο θυμός με την υπερηφάνεια, αυτή με την κενοδοξία· τούτη με την απιστία, η απιστία με τη σκληροκαρδία, αυτή με την αμέλεια, η αμέλεια με την χαύνωση, με την ολιγωρία τούτη, αυτή πάλι με την ακηδία, όπως επίσης κι αυτή με την ανυπομονησία, ενώ τούτη με τη φιληδονία. Έτσι και οι υπόλοιπες κακίες, η μία ακολουθεί την άλλη.

... και όχι για δική σας δόξα

«Να επιδιώκετε να πράττετε το αγαθό για τη δόξα του Θεού και όχι για δική σας δόξα, ούτε να σας κινεί έρωτας για ανθρώπινους επαίνους». Γιατί ο Κύριος φανέρωσε ότι οι τέτοιοι άνθρωποι είναι άπιστοι, λέγοντας: «Πώς μπορείτε να έχετε πίστη, αφού αποζητάτε τον έπαινο ο ένας του άλλου και δε ζητάτε τη δόξα από τον μόνο Θεό;»(Ιω. 5, 44).

Πρόσεξε και τον Απόστολο, πώς απαιτεί ακρίβεια ακόμη και μέχρι το φαγητό και το ποτό. Δίνει εντολή, όλες οι πράξεις μας να αποβλέπουν στη δόξα του Θεού, λέγοντας: «Είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε κάνετε ο,τιδήποτε, όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού»(Α΄ Κορ. 10, 31).

... τα εσωτερικά αυτά αμαρτήματα είναι ίσα με τα εξωτερικά

5. Η ψυχή που επιθυμεί να διατηρήσει την παρθενικότητά της και να ενωθεί με το Θεό, δεν πρέπει να μένει αγνή μόνο από τα φανερά αμαρτήματα, όπως είναι η πορνεία, ο φόνος, η κλοπή, η γαστριμαργία, η κατάκριση, το ψεύδος, η φιλαργυρία, η πλεονεξία και τα όμοια, αλλά πολύ περισσότερο από τα αφανή, όπως προείπαμε. Δηλαδή από επιθυμία, κενοδοξία, ανθρωπαρέσκεια, υποκρισία, φιλαρχία, δολιότητα, κακοήθεια, μίσος, απιστία, φθόνο, φιλαυτία, υπερηφάνεια και τα όμοια. Κατά την Γραφή, τα εσωτερικά αυτά αμαρτήματα είναι ίσα με τα εξωτερικά.

 

ΠΗΓΗ: https://religious.gr/




Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2021

Μέγας Αντώνιος: Ο καθηγητής της ερήμου


Agios Antonios

Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου - Καθηγητού | ROMFEA.GR


Στην κορυφή των μεγάλων ασκητών της Εκκλησίας μας βρίσκεται ο Μέγας Αντώνιος και γι’ αυτό δικαίως η Εκκλησία μας του προσέδωσε τον τίτλο του Μεγάλου, διότι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αποτέλεσε το πρότυπο του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους.

Άλλωστε αποκαλείται και ως ο «καθηγητής της ερήμου», διότι θεμελίωσε τον υγιή χριστιανικό μοναχισμό και παραμένει ο δάσκαλος των κατοπινών μοναχών ως τα σήμερα.

Την βιογραφία του έγραψε ο Μ. Αθανάσιος, ο οποίος υπήρξε μαθητής και πνευματικό του παιδί.

Γεννήθηκε στην πόλη Κομά της Κάτω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, περί το 251 στα χρόνια του παρανοϊκού και θρησκομανή ρωμαίου αυτοκράτορα Δεκίου (349-251), ο οποίος είχε εγείρει τον σκληρότερο, ως τότε, διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι πιστοί Χριστιανοί, στους οποίους χρωστούσε την ευσέβεια.

Γράμματα έμαθε λίγα και ίσως να ήταν εντελώς αγράμματος, όμως είχε αποκτήσει πάμπολλες αρετές, οι οποίες απέρρεαν από την βαθιά χριστιανική του πίστη.

Από μικρός είχε δείξει δείγματα αυτάρκειας, ασκητικότητας και εσωστρέφειας, ώστε διέφερε από τα άλλα παιδιά της πόλεως.

Αγαπημένη του συνήθεια ήταν ακολουθεί τους γονείς του στην Εκκλησία και να παραμένει στο ναό συμμετέχοντας στις ιερές ακολουθίες και ακούγοντας τα ιερά αναγνώσματα με προσοχή.

Στην εφηβική του ηλικία έχασε τους γονείς του και απόμειναν μόνοι με την μικρή αδελφή του, την οποία ανάλαβε την φροντίδα της.

Όμως έξι μήνες μετά άκουσε στην Εκκλησία την ευαγγελική περικοπή την προτροπή του Χριστού προς τον πλούσιο νέο: «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Ματθ.19,21).

Αισθάνθηκε ότι αυτός ο λόγος απευθύνονταν και στον ίδιο. Έτσι, συγκινημένος, πήρε τη μεγάλη απόφαση να ακολουθήσει το Χριστό.

Δώρισε την περιουσία του, η οποία αποτελούνταν από 300 εύφορα κτήματα στους φτωχούς, εμπιστεύτηκε την αδελφή του σε ένα παρθεναγωγείο και ο ίδιος αποσύρθηκε έξω από το χωριό του, σε απομονωμένο κελί, μιμούμενος κάποιον σεβάσμιο ασκητή, τον οποίο θαύμαζε και ήθελε να μιμηθεί.

Ύστερα από καιρό αποφάσισε να αποσυρθεί στην έρημο για μεγαλύτερη άσκηση και ησυχία, μακριά από κοσμικές φροντίδες και τους πειρασμούς του κόσμου.

Κατά καιρούς επισκέπτονταν άλλους ερημίτες, για να αποκομίζει πλούσια πνευματική εμπειρία και να διδάσκεται την αληθινή εν Χριστώ ζωή. Ζούσε με αδιάλειπτη προσευχή και αγρυπνία.

Έκανε σκληρή νηστεία, τρώγοντας μια φορά την ημέρα μετά τη δύση του ηλίου. Αργότερα έτρωγε κάθε δύο ή και τέσσερις μέρες μόνο άρτο, αλάτι και νερό.

Δεν έμεινε ποτέ άεργος, εργαζόταν ανελλιπώς το εργόχειρό του, χάρις στο οποίο εξοικονομούσε τη λιγοστή τροφή του και τα μέσα να ελεεί τους φτωχούς.

Ταυτόχρονα με το εργόχειρό του προσεύχονταν και στοχάζονταν τις θείες δωρεές για τον ίδιο και τον κόσμο. Στα διαλείμματα διάβαζε την Αγία Γραφή και άλλα ψυχωφελή αναγνώσματα. Δεν άργησε να διαφαίνεται σ’ αυτόν η αγιότητα.

Οι πλησίον συνασκητές του τον αγαπούσαν και τον σέβονταν για την πίστη, την πραότητά του και την ταπείνωσή του και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν.

Αλλά ο πονηρός διάβολος δε μπορούσε να βλέπει μια τέτοια πνευματική προκοπή στον Αντώνιο και γι’ αυτό άρχισε τις λυσσαλέες επιθέσεις του κατ’ αυτού.

Του ενέβαλε δόλιους λογισμούς να εγκαταλείψει την έρημο και να γυρίσει στον κόσμο. Του έβαζε στο νου πονηρούς λογισμούς για σαρκικές απολαύσεις και ηδονές.

Κάποτε έπαιρνε τη μορφή προκλητικής γυναίκας για να τον παρασύρει στην αμαρτία.

Κάποιες φορές του διαμήνυε ψευδώς ότι η αδελφή του είχε πάρει τον κακό δρόμο, ότι δήθεν είχε γίνει πόρνη και έπρεπε να κατέβει στον κόσμο να τη σώσει. Συχνά του έβαζε σκέψεις υπερηφάνειας και φιλαργυρίας.

Όμως ο Αντώνιος αντιπαρέρχονταν με ηρωισμό όλες τις σατανικές προσβολές. Αφού είδε ο διάβολος ότι ήταν αδύνατον να τον αποσπάσει από την άσκηση και να τον παρασύρει στην αμαρτία, άρχισε να του προξενεί σωματικά άλγη και αρρώστιες, στόχο να βαρυγκωμήσει κατά του Θεού.

Τις αντιμετώπισε και αυτές με καρτερία και ηρωισμό, χωρίς να βγάλει ποτέ κακό λόγο από τα χείλη του για τις δοκιμασίες του. Στο τέλος του παρουσιάστηκε ως μελαψό παιδί και του ομολόγησε την ήττα του. Κατόπιν έφυγε και δεν πείραξε ξανά τον άγιο.

Σύχναζε σε κάποιο νεκροταφείο, όπου κοιμόταν σε κάποιον τάφο. Εκεί φιλοσοφούσε το μάταιο της εγκόσμιας ζωής και την αξία της αιώνιας ζωής.

Κάποια νύχτα δέχτηκε επίθεση από πλήθος δαιμόνων, οι οποίοι τον κτύπησαν και τον άφησαν ημιθανή. Μετά ερχόταν με τη μορφή αγρίων θηρίων και θανατηφόρων ερπετών, τον οποίο απειλούσαν.

Εκείνος γνωρίζοντας ότι ήταν δαίμονες, τους λοιδορούσε, με αποτέλεσμα να γίνουν άφαντοι, εκφράζοντας το θυμό τους με θορύβους, γρυλλίσματα και τρίξιμο των δοντιών τους.

Εκείνος συνέχιζε ακάθεκτος τον ασκητικό του αγώνα και την κάθαρση από τα πάθη του. Όμως, ο Αντώνιος έζησε στην εποχή των σκληρότερων διωγμών κατά των Χριστιανών.

Επί αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285-311) κατέβηκε στον κόσμο να στηρίξει τους αγρίως διωκόμενους Χριστιανούς. Το ίδιο έκαμε και όταν κινδύνευε η Εκκλησία από την φοβερή αίρεση του Αρείου.

Κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια να στηρίξει τους Ορθοδόξους και να καταπολεμήσει την αίρεση, αν και ήταν εκατό χρονών. Η φήμη του έφτασε ως τη Βασιλεύουσα. Ο Μ. Κωνσταντίνος αλληλογραφούσε μαζί του και τον συμβουλεύονταν.

Κοιμήθηκε ειρηνικά το 356 σε ηλικία 105 ετών. Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου.

Μας διασώθηκαν μια σειρά διδαχών του, οι οποίες εκφράζουν την γνήσια χριστιανική πνευματικότητα.

Ο Μ. Αντώνιος υπήρξε ο πνευματικός καθοδηγητής του Μεγάλου Αθανασίου, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «Στύλος της Ορθοδοξίας».

Κάθε φορά που αντιμετώπιζε δυσκολίες ή διωγμούς κατέφευγε στο ερημητήριο του Μ. Αντωνίου να πάρει δύναμη από αυτόν και συμβουλές για τον αγώνα του υπέρ της σώζουσα αλήθειας της Εκκλησίας.

Ο Μ. Αντώνιος ενσαρκώνει την γνήσια χριστιανική μοναχική και ασκητική ζωή.


ΠΗΓΗ:https://www.romfea.gr/


Διάλογοι του Αββά Αντωνίου


α) Όταν η θεία χάρη επισκεφθεί τους χριστιανούς, τους «καθαίρει, τους λαμπρύνει και φωτός ποιεί μετόχους».


Το ιλαρό φως του Χριστού φωτίζει τον νου, ώστε να βλέπουν καθαρά και να διακρίνουν με διαύγεια τα πράγματα. Ο Αββάς Αντώνιος και θεοδίδακτος ασκητής φωτίστηκε από το θείο φως, προικίστηκε με διάκριση, και παρά το ότι ήταν κατά κόσμον αγράμματος, διαλεγόταν επιτυχώς με όσους τον επισκέπτονταν.

β) Διασώζονται εξαιρετικοί διάλογοι του Αγίου Αντωνίου με μοναχούς, αιρετικούς, φιλοσόφους, έλληνες σοφούς, κυνηγούς, αλλά και απλούς ανθρώπους. Τον αναγνώστη εντυπωσιάζει η απλότητα, οξυδέρκεια και ευστοχία των διαλόγων αυτών. Σκοπός του Αγίου δεν ήταν να εξουθενώσει τους συνομιλητές του, αλλά να τους οδηγήσει, ώστε να ανακαλύψουν οι ίδιοι την αλήθεια. Στους διαλόγους που ακολουθούν, φανερώνεται η λαγαρή του σκέψη, απόρροια της ενδιάθετης πίστης.
γ) Όπως αναφέρει ο Άγιος Αθανάσιος, κάποιοι φιλόσοφοι νόμισαν ότι θα μπορούσαν να ειρωνευτούν τον Άγιο επειδή δεν γνώριζε γράμματα. Ο Αντώνιος τους ερωτά μέσω διερμηνέα, αφού δεν γνώριζε ελληνικά αλλά κοπτικά: -Τι προηγείται, ο νους ή τα γράμματα; Ποιο είναι το αίτιο, ο νους των γραμμάτων ή τα γράμματα του νου; Όταν εκείνοι απάντησαν ότι ο νους είναι πρώτος αλλά και εφευρέτης των γραμμάτων, εκείνος τους είπε. -Σε εκείνον που ο νους υγιαίνει, «τούτω ουκ αναγκαία τα γράμματα». Η απάντηση εξέπληξε τους φιλοσόφους, που έφυγαν θαυμάζοντας τη σύνεση ενός απλού ανθρώπου.
δ) Αργότερα, επισκέφθηκαν τον Αββά Αντώνιο κάποιοι που θεωρούνταν από τους Έλληνες σοφοί. Αυτοί απαιτούσαν να συζητήσουν για τη χριστιανική πίστη. Επιχειρούσαν να διατυπώσουν ειρωνικούς συλλογισμούς για τον Σταυρό του Χριστού. Αφού σιώπησε για λίγο ο Άγιος και «οικτήρας την άγνοιά των», είπε: -Τι είναι καλύτερο, να ομολογεί κάποιος τον σταυρό, ή να αποδίδει μοιχείες και διαφθορές παιδιών στους λεγόμενους θεούς σας; Ο Σταυρός που πιστεύουμε εμείς είναι τεκμήριο ανδρείας και γνώρισμα καταφρόνησης του θανάτου, ενώ τα δικά σας είναι πάθη αισχρότητας.
ε) Και συνέχισε: -Τι είναι καλύτερο, να υπομένει κάποιος εκούσια σταυρό και να μη φοβάται τον επερχόμενο θάνατο, ή να διηγείται μύθους περί πλανών του Όσιρη και της Ίσιδας, των μηχανορραφιών του Τυφώνος, της φυγής του Κρόνου, της βρώσεως τέκνων και πατροκτονιών; Και κατέληξε: -Πώς όμως, ενώ χλευάζετε το σταυρό, δεν θαυμάζετε και την ανάσταση; Διότι αυτοί που μίλησαν για το σταυρό, έγραψαν και για την ανάσταση!
στ) Στη συνέχεια, εξαίροντας την ανωτερότητα της χριστιανικής πίστεως και την απήχησή της στο λαό, παρά τους διωγμούς, ο Μέγας Αντώνιος ανάγκασε τους συνομιλητές του να παραδεχθούν την αδυναμία των σοφιστειών τους. Δίδαξε και άλλα, ώστε θαύμαζαν οι φιλόσοφοι και άρχισαν να αναχωρούν «κατασπαζόμενοι αυτόν», ομολογώντας ότι ωφελήθηκαν από αυτόν! Εξάλλου, ήταν πάντοτε «χαρίεις και πολιτικός» (κοινωνικός), κανείς δεν τον φθονούσε και όλοι χαίρονταν την παρουσία του.
ζ) Αξιομνημόνευτος και ο διάλογος που διασώζεται στο «Γεροντικόν»: Κάποιος κυνηγός, όταν είδε τον Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς, σκανδαλίστηκε. Θέλοντας εκείνος να τον διδάξει, λέγει: -«Βάλε μια σαΐτα στο τόξο σου και τέντωσέ το». Εκείνος το έκαμε. Του λέγει: -«Τέντωσέ το πιο πολύ». Το τέντωσε. Και πάλι του λέγει: -«Ακόμη πιο πολύ». Τότε, του απαντά ο κυνηγός: -«Αν το τεντώσω υπερβολικά, θα σπάσει το τόξο». Και ο γέροντας τον διδάσκει νηφάλια: -«Έτσι και στο έργο του Θεού. Αν τεντώσουμε υπερβολικά τη συμπεριφορά μας απέναντι στους αδελφούς, θα σπάσουν και αυτοί. Πρέπει λοιπόν κάποιες φορές να συγκαταβαίνουμε στους αδελφούς!». Ο κυνηγός ωφελήθηκε πολύ. Όμως, για να διαλέγεται κάποιος όπως ο Όσιος Αντώνιος, χρειάζεται σταθερή πίστη, πνευματικό βάθος, διάκριση και θείος φωτισμός.

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2021

Ο οικονόμος, ο οποίος έγινε βουρδουνάρης.

 



Με ερωτάτε, τι είναι η ταπεινοφροσύνη;

Ακούστε πως την επαρέλαβον εγώ εις το Κοινόβιον, όπου ήμουν μικρό παιδί.

Έβλεπα τον Ηγούμενον, να έχη έναν αδελφόν προϊστάμενον εις την υπηρεσίαν του οικονόμου. Αυτή η υπηρεσία είναι το στόμα εκάστης Μονής. Και εκεί όπου ήτο οικονόμος, τον έβλεπα να είναι βουρδουνάρης, δηλαδή να μεταφέρη φορτία διά των ημιόνων. Και από εκεί όπου εφόραγε καλά ρούχα, τον έβλεπον να είναι χωρίς κάλτσες, τα ρούχα κουρέλια, και πολλές φορές να μη έχη ούτε κομμάτι ψωμί εις τα χέρια του.

Εγώ ως παιδί εστεναχωρούμην, γιατί εγνώριζα από την εργασίαν όπου ηργαζόμην, να μη μεταφέρωμαι εις άλλην, αλλά να εμμένω εις αυτήν διά να γίνω άριστος τεχνίτης. Ήμουν εις την υπηρεσίαν του μαγειρείου παραμάγειρος, και εις την υπηρεσίαν του αρχοντάρη παρααρχοντάρης. Ηρώτησα τον αρχοντάρην. Πως γίνονται τοιαύτα πράγματα εις το Μοναστήριον; Και αυτός μειδιών μου είπε: Ερώτησον τον πρώην οικονόμον και μετά ταύτα μουλαράν, και αυτός θα σου απαντήση.

Μου είπε αυτό, διότι ήθελεν να μου παραδώση την πράξιν και την θεωρίαν.

Επλησίασα τον μουλαράν (βουρδουνάρην), συμπονών αυτόν διά την καταφρόνησιν που του έγινε, από προϊστάμενος να γίνη μουλαράς, και ηρώτησα την αιτίαν.

Και αυτός μειδιών μοί απήντησεν:

«Ο Γέροντας γνωρίζει ότι είμαι υπερήφανος και θέλει να με καθαρίση από το πάθος αυτό της κατηραμένης υπερηφανείας, διά πρεσβειών του οσίου Σίμωνος του κτίτορος της Μονής ταύτης, διά να φύγω ελεύθερος από αυτόν τον κόσμον και να πετάξω από τα πρόσκαιρα στα αιώνια.

Επειδή σε βλέπω ότι θέλεις να σωθής, όταν σε υβρίζουν ή σε εμπαίζουν, μη νομίζης ότι σου τα κάμνουν αυτά από άλλην αιτίαν, παρά διά να σε διδάξουν το βάθος και ύψος της ταπεινοφροσύνης. Βάθος μεν, ότι δεν είσαι τίποτα, και ύψος, ότι εσύ διά της κλίμακος της ταπεινοφροσύνης, θα ανέβης εύκολα εις τους ουρανούς.

Και τώρα, Γέρο Χρήστο μου, πρέπει να σου φέρω μερικά παραδείγματα διά να το καταλάβης καλλίτερα.

Τα χελιδόνια πότε έρχονται από τα θερμά μέρη εδώ, και πότε επιστρέφουν πάλιν εις τα θερμά; Έρχονται εις την μνήμην των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και αναχωρούν εις την μνήμην της φρικτής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Έρχονται δε επί τη μνήμη των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, διά να μας διδάξουν ότι αυτοί υπάρχοντες αξιωματικοί και στρατιώται, άρχοντες της πόλεως Σεβαστείας, εταπείνωσαν τον εαυτόν τους, μη λυπούμενοι τας σάρκας των. Αλλά ο τότε τύραννος, κατ’ οικονομίαν Θεού, παρέδωσεν τα σώματα αυτών τω πυρί.

Και εις την μάνα του μειρακίου, που έβλεπε ότι ο υιός της επέρναγε από τον δρόμον της ταπεινφροσύνης, ο διάβολος ενέσπειρε λύπην διά το μικρόν της ηλικίας του μειρακίου, και ηθέλησε να υστερήση τον στέφανον της ταπεινοφροσύνης, όπου είναι το Μαρτύριον.

Τα πουλιά, που μεταφέρουν επάνω τους τα χελιδόνια, λέγονται γερανοί. Από αυτά, Χρήστο μου, διδασκόμεθα την ταπεινοφροσύνην με πράξιν και θεωρίαν. Φέρνουν τα χελιδόνια, και όταν πειράζονται από μικράν ιδέαν υψηλοφροσύνης ότι οδηγούν καλώς, τότε αυτά αναχωρούνσιν τάχιστα και πηγαίνουν ακολουθούντα τους τελευταίους γερανούς. Οι γερανοί εις το ύψος έρχονται δεύτεροι μετά τους αετούς. Η ταπεινοφροσύνη των όμως τους υπερυψοί και πέτανται υπεράνω των αετών. Αετοί εν τω κόσμω είναι οι Βασιλείς και γερανοί είναι το τάγμα των Μοναχών.

Βλέποντάς με ο Γέροντας να έχω μέσα εις την καρδίαν μου το παρείσακτον πάθος της υπερηφανείας ως ίδιον, διά την σωτηρίαν μου με έστειλεν από οικονόμον μουλαράν, διά να βλέπω αυτό το άλογον ζώον, και διά να διδαχθώ από αυτό την ταπεινοφροσύνην. Όταν διψήση, δεν πίνει περισσότερον, όταν υπνώττη και το καλέση ο κύριός του, ευθύς δεν αντιστέκεται, αλλά ταπεινούμενον ακολουθεί. Κουρασμένον είναι, ιδρωμένον είναι, ουδέποτε αγανακτεί, αλλά υπομένει μέχρι αυτής της πτώσεως του ουδέν αντιλέγον.

Διά την ταπεινοφροσύνην λέγει ο Δαυΐδ:

«Ανθρώπους και κτήνη σώσεις Κύριε»[1], διά την ταπεινοφροσύνην των. Και άνθρωποι είναι οι εν τω κόσμω, τα δε κτήνη είναι οι Μοναχοί, οι οποίοι έγιναν κτήνη και εφαρμόζουν διά τον εαυτόν τους εκείνο όπου λέγει ο Δαυΐδ: «Κτηνώδης εγενόμην παρά σοί, καγώ διά παντός μετά σού».[2]

Η ταπεινοφροσύνη είναι έρωτας υπερουράνιος. Έχων αυτόν τον έρωτα ο Μοναχός, πρέπει να καθίση εις το κελλίον του και να σκεφθή τους αγίους Μάρτυρας. Να σκεφθή τους γερανούς, και πρό πάντων τα χελιδόνια. Αυτά αναχωρούν εκ της πατρίδος των, και τα νεογέννητα ενώ δεν γνωρίζουν τάς φωλεάς της νέας πατρίδος των, ταπεινούμενα ενώπιον των γονέων των, εισέρχονται εις τας φωλέας, τας οποίας τους δεικνύουν οι γονείς των.

Και ο Μοναχός τη υποδείξει του Γέροντός του εισέρχεται εις το κελλίον, διδασκόμενος, τι εστί κελλίον και πως αυτό το κελλίον εν τη τελευταία στιγμή του βίου του θα τον αναβιβάση από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, όταν πρωτίστως έχη τον θείον έρωτα, ο οποίος γεννάται από την ταπεινοφροσύνην.

Και τι θέλει να ειπή, τίμιε Πάτερ, το∙: «Κτηνώδης εγενόμην παρά σοί, καγώ διά παντός μετά σού»;

Η ταπεινοφροσύνη διδάσκει τον Μοναχόν να μη έχη ούτε ίδιον φρόνημα, ούτε ίδιον θέλημα, αλλά να είναι πάντοτε έτοιμος εις τας διαταγάς του Ηγουμένου.

Βλέπεις τον Γέρο Ανανία; Τελειώνει η Αγρυπνία του αγίου Δημητρίου και του δίδει ο Γέροντας ψωμί και ξύδι και μ’ αυτό περνά μέχρι του αγίου Γεωργίου. Έχει ζωήν κτήνους, μη έχων δηλαδή θέλημα και φρόνημα. Εν τη ταπεινώσει όπου απέκτησεν διά της υπακοής, τα πάντα αστοχεί, εις έν μόνον αποβλέπων, να είναι πάντοτε διά του καρδιακού έρωτος ενωμένος μετά του Τρισυποστάτου Θεού.

Βλέπεις τους ταπεινόφρονας, τι αξιούνται; Βλέπεις τον πατέρα Ιερώνυμον, όπου τονείχες από τον κόσμον Γέροντα; Την μίαν ημέραν γραμματικόν, και την άλλην στιγμήν να φωνάζη όλη η αδελφότης του Μοναστηριού∙ Έξω, να φύγη αυτός ο κακότροπος; Και αυτός τα υπομένει όλα.

Και τι λέγουν οι Πατέρες; Το Κοινόβιον είναι χαλκείον. Και όπως πηγαίνεις σίδερα στραβά, σίδερα σκουριασμένα και διά του πυρός καθαρίζονται και διά της σφύρας γίνονται ευθέα, ούτω πως και εις το Κοινόβιον. Εκείνος όπου θέλει να φθάση εις τα μέτρα της απαθείας, θα ταπεινωθή και θα σκεφθή ότι είναι χειρότερος και από μίαν κλωστήν. Διότι η κλωστή χρειάζεται διά το ράψιμον των ενδυμάτων, ενώ ο ταπεινόφρων πιστεύει ολοψύχως, ότι δεν είναι τίποτε.

Είδες τον πατέρα Ιερώνυμον καμμίαν φοράν να κοιμηθή ξαπλωμένος; Αλλά μόνον καθήμενος και σκεπασμένος με μίαν τσέργαν[3] κοιμάται∙ και μόλις κτυπήση το πρώτον ξύλον τρέχει εις την εκκλησίαν. Και εάν ο εκκλησιαστικός τον υβρίση ή τον διώξη, αυτός βάζει αταράχως μετάνοιαν ζητών συνάμα και συγχώρησιν.

Ο Ηγούμενος υβρίζεται, εμπαίζεται. Ερωτώμενος απαντά. Ω, μακαρία ταπεινοφροσύνη, την οποίαν εδιδάχθην από τον Θεάνθρωπον και Σωτήρα ημών Κύριον Ιησούν Χριστόν.

Αυτά έχων πρό οφθαλμών του ο Γέροντας, ως άριστος ιατρός, ουχί καταβιβάζει αλλά αναβιβάζει εμέ τον οικονόμον εις τα ύψη του Ακτίστου Τρισυποστάτου Θεού».

Εγώ ακούων αυτά εκ του στόματος του πρώην οικονόμου, ωφελήθην μεγάλως, αλλά μετά ταύτα απατηθείς αφήκα την ζωήν του Κοινοβίου. Επήγα εις την ησυχίαν και μικρόν τη ηλικία με έκαμαν Γέροντα και δια της βίας μου έδωσαν υποτακτικούς, οι οποίοι έγιναν φυματικοί. Και τώρα τριάντα πέντε έτη περιφέρομαι εις τον κόσμον, και δεν γνωρίζω αν θα σωθώ.

Διό προσέξατε, όσοι θέλετε να ακολουθήσετε τον μοναχικόν βίον, να ταπεινωθήτε έως το μηδέν.

 

† Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιαννανίτου «Γεροντικαί ενθυμήσεις και διηγήσεις» Εκδόσις Ιεράς Μονής Παναγίας Οδηγητρίας Μώλου.



[1] Ψαλμ. Λε, 7.

[2] Ψαλμ. Οβ, 22-23.

[3] Τρίχινη-μάλλινη κουβέρτα.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

Ο Ντοστογιέφσκυ και η πανδημία*

 


…Ο Ρασκόλνικοφ έμεινε στο νοσοκομείο όλη τη Σαρακοστή και τη βδομάδα του Πάσχα. Στην ανάρρωση, θυμήθηκε τα όνειρα που έβλεπε όταν ήταν στο κρεβάτι με πυρετό και παραλήρημα. ‘Εβλεπε στο άρρωστο ύπνο του πως τάχα όλος ο κόσμος είχε καταδικαστεί να πεθάνει εξαιτίας μιας τρομερής και ανήκουστης αρρώστιας που ερχόταν απ’ τα βάθη της Ασίας και κατέκλυζε την Ευρώπη. Ολοι έπρεπε να χαθούν εχτός από μερικούς, πολύ λίγους, εκλεχτούς. Κάποιοι καινούργιοι μικροσκοπικοί βάκιλοι προσβάλλανε το σώμα του ανθρώπου. Οι βάκιλοι όμως αυτοί ήταν πνεύματα και είχαν λογικό και θέληση. Οι άνθρωποι που προσβάλλονταν απ’ αυτά τα μικρόβια, γίνονταν αμέσως δαιμονισμένοι και τρελοί. Ποτέ όμως ποτέ, οι άνθρωποι δεν πίστευαν τόσο μυαλωμένο τον εαυτό τους, ποτέ δεν είχαν πιστέψει τόσο σταθερά ότι είχαν βρει την αλήθεια, όσο αυτοί οι προσβλημένοι απ’ την αρρώστια. Ποτέ δεν είχαν νομίσει πιο ατράνταχτα τα συμπεράσματά τους, τις επιστημονικές τους θεωρίες, τις ηθικές τους θεωρίες. Ολόκληροι συνοικισμοί, ολόκληρες πολιτείες και λαοί μολύνονταν και τρελαίνονταν. ‘Ολοι βρίσκονταν σε ταραχή και δεν καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο, ο καθένας τους νόμιζε ότι μονάχα αυτός κατέχει την αλήθεια και υπόφερε κοιτάζοντας τους άλλους, χτυπούσε το στήθος του, έκλαιγε και σύστρεφε τα χέρια του. Δεν ξέρανε πώς και ποιον έπρεπε να κρίνουν, δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν τι έπρεπε να θεωρούν καλό και τι κακό. Δεν ξέρανε ποιον να κατηγορήσουν και ποιον να αθωώσουν. Οι άνθρωποι σκοτώνονταν μεταξύ τους με κάποιο άσκοπο μίσος. Μαζεύονταν ολόκληρα στρατεύματα και ρίχνονταν στους άλλους, μα και οι φαντάροι, στην πορεία τους ακόμα, άρχιζαν ξαφνικά να χτυπιούνται και να πετσοκόβονται μεταξύ τους· η παράταξη χαλούσε, λογχίζανε και σφάζανε, δαγκώνανε και τρώγανε ο ένας τον άλλον. Στις πολιτείες χτύπαγαν όλη μέρα οι καμπάνες· τους καλούσαν όλους, μα ποιος του καλούσε και γιατί τους καλούσε, κανείς δεν το’ ξερε κι ήταν όλοι τους ανήσυχοι. Είχαν παρατήσει τα κοινά επαγγέλματα, γιατί ο καθένας πρότεινε μετατροπές και βελτιώσεις και δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν· είχε παραμεληθεί και η γεωργία. Εδώ και κει οι άνθρωποι μαζεύονταν μπουλούκια-μπουλούκια, συμφωνούσαν να κάνουν κάτι, ορκίζονταν να μη χωρίσουν ποτέ, αμέσως όμως άρχιζαν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που μόλις τώρα είχαν οι ίδιοι υπολογίσει, άρχιζαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλο, έρχονταν στα χέρια και σφάζονταν. Αρχισαν οι πυρκαγιές, άρχισε η πείνα. Όλα χάθηκαν, το παν καταστράφηκε. Η αρρώστια όλο και προχωρούσε. Σ’ όλο τον κόσμο λίγοι μονάχα μπορούσαν να σωθούν· ήταν οι αγνοί κι οι εκλεκτοί, προορισμένοι να θεμελιώσουν ένα νέο ανθρώπινο γένος και μια καινούργια ζωή, ν’ ανανεώσουν και να καθαρίσουν τη γη, όμως κανείς και πουθενά δεν έβλεπε αυτούς τους ανθρώπους, κανείς δεν είχε ακούσει τα λόγια τους και τη φωνή τους…

*Ντοστογιέφσκυ, Έγκλημα και Τιμωρία, Τόμος 2, Επίλογος, σελ. 698-700, μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη.

ΠΗΓΗ:https://antifono.gr/

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

Και ξαφνικά, η κοινωνία πέφτει απ’ τα σύννεφα!



Με αφορμή όσα καταγγέλλει η ολυμπιονίκης Σοφία Μπεκατόρου περί βιασμού, σεξουαλικής παρενόχλησης κλπ. Μία κοινωνία πέφτει απ’ τα σύννεφα.

Υποκρίνετε την ανίδεη, αυτή που στο μεγαλύτερο ποσοστό της, επικροτεί και προκρίνει και κατασκευάζει ανθρώπους με τους χαρακτήρες του «Ακάλυπτου» και του «Τίγρη». Αυτή που ρωτάει μικρά παιδιά από τα 6-7 χρόνια τους «έχεις καμιά γκομενίτσα, γκόμενο, βρε»; Ωθώντας μικρά παιδιά να χάσουν νωρίς την αθωότητά τους και να μάθουν να σκέφτονται πονηρά, φιλήδονα, φιλάργυρα και φιλόδοξα.

Τα αγόρια και οι άντρες είναι μάγκες και καταφερτζήδες εξαρτάται με πόσες γυναίκες ή κοριτσάκια πήγαν ή πάνε και συνευρίσκονται και διηγούνται τα κατορθώματά τους στους φίλους τους για να ανεβαίνει η αυτοπεποίθησή τους.

Τα κορίτσια και οι γυναίκες πλέον το ίδιο με τους άντρες, απλά στην γκάμα τους μπαίνει και το πορτοφόλι του λεγάμενου ή μια καλύτερη θέση εργασίας!

Μία κοινωνία «φγωμεν κα πωμεν, αριον γρ ποθνσκομεν»(Κορ. Α΄32).

Μία ανήθικη κοινωνία σε παγκόσμιο επίπεδο, διότι τα πάθη δεν έχουν σύνορα, μά ούτε περιορίζονται σε τομείς όπως ο αθλητισμός, η πολιτική, η εργασία ακόμα- ακόμα και σε αυτήν την εκκλησία.

Και ενοχλούνται όλοι που ο χριστιανός αυτοκράτορας Μέγας Θεοδόσιος κατήργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 392 μ.χ, διότι έβλεπε όλη αυτήν τι σήψη από τότε.

Απλά όποτε βγαίνουν αυτές οι ιστορίες στην δημοσιότητα, η κοινωνία υποκρίνετε την σεμνότυφη και ότι δεν ήξερε, μα όποιος τολμήσει να μιλήσει για ηθική, για τον Χριστό, για μετάνοια, τον εμπαίζει και του λέει: «έλα καημένε, που ζεις, έτσι θα πας μπροστά με αυτά τα παραμύθια…».

Και η ζωή συνεχίζεται καθώς και η κατρακύλα της κοινωνίας και τελειωμό δεν έχει...


Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2021

Από τι ζουν οι άνθρωποι– Λέων Τολστόι

 

μια ιστορία σαν ξυπνητήρι της αθωότητάς μας……

 

Με τι τρόπο να μιλήσει κανείς και να επικοινωνήσει με τους άλλους σε τέτοιους καιρούς σκοτεινιάς; Σε καιρούς που κανείς δεν μπορεί ούτε θέλει ν’ ακούσει κανέναν. Ίσως μια παραβολή, ένα παραμύθι που ξαναθυμίζει τα αυτονόητα να είναι ο τρόπος.

Το διήγημα του Λ. Τολστόι «Από τι ζουν οι άνθρωποι» είναι ένα παραμύθι για μεγάλους που μιλάει ακριβώς γι’ αυτό το αυτονόητο που όμως όλοι γύρω μοιάζει να έχουν ξεχάσει.. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ζουν επειδή φροντίζουν τους εαυτούς τους, στην πραγματικότητα όμως η αγάπη είναι εκείνη που τους κάνει να ζουν.

Nikolai GE. “Forgive me, my hosts…”. 1886


ΉΤΑΝΕ μια φορά ένας τσαγκάρης που τον έλεγαν Σίμωνα. Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε σπίτι δικό του μήτε χωράφι δικό του, ζούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σ’ ένα χωριάτικο καλύβι και κέρδιζε το ψωμί του με τη δουλειά του. Η δουλειά του ήταν φτηνή μα το ψωμί ακριβό κι όσα κι αν κέρδιζε, τα ξόδευε για την τροφή τους. Μαζί με τη γυναίκα του μοιραζότανε μόνο μια προβιά για χειμωνιάτικο πανωφόρι αλλ’ ακόμα κι αυτή ήτανε τόσο πολυκαιρισμένη, που ‘χε καταντήσει ξεφτίδια και τούτη δεν ήταν η δεύτερη χρονιά που τον έβρισκε με τη λαχτάρα ν’ αγοράσει μερικές προβιές για καινούριο πανωφόρι. Μέχρι να ‘ρθει ο χειμώνας, ο Σίμωνας είχε εξοικονομήσει λίγα λεφτά: ένα χαρτονόμισμα των τριών ρουβλιών που το ‘χε κρύψει στο κουτί της γυναίκας του κι άλλα πέντε ρούβλια και είκοσι κα-πίκια που του χρώσταγαν πελάτες στο χωριό.

Έτσι, ένα πρωί ετοιμάστηκε να πάει στο χωριό για ν’ αγοράσει τις προβιές. Φόρεσε το πουκάμισό του, την αλατζαδένια καζάκα της γυναίκας του για φόδρα κι από πάνω το δικό του σακάκι. Έβαλε στην τσέπη του τα τρία ρούβλια, έκοψε ένα κλωνάρι για να το χρησιμοποιήσει σαν ραβδί και ξεκίνησε, αφού έφαγε το πρωινό του.

«Θα μαζέψω τα πέντε ρούβλια που μου χρωστάνε», σκεφτόταν, «θα προσθέσω και τα τρία που ‘χω μαζί μου και θα ‘χω όσα μου χρειάζονται ν’ αγοράσω προβιές για το χειμωνιάτικο πανωφόρι».

Σαν έφτασε στο χωριό, πέρασε απ’ το σπιτοκάλυβο κάποιου χωριάτη αλλά εκείνος έλειπε. Η γυναίκα του χωριάτη έδωσε την υπόσχεση πως τα λεφτά θα του τα πλήρωναν την άλλη βδομάδα αλλ’ αυτή δεν μπορούσε να τα πληρώσει μοναχή της. Μετά ο Σίμωνας πέρασε από κάποιον άλλο χωριάτη, μα τούτος δω ορκίστηκε πως δεν είχε λεφτά και θα του πλήρωνε μονάχα είκοσι καπίκια που χρώσταγε για ένα ζευγάρι μπότες που είχε επισκευάσει ο Σίμωνας. Ο Σίμωνας τότε δοκίμασε ν’ αγοράσει βερεσέ τις προβιές αλλά ο έμπορος δεν του ‘χε εμπιστοσύνη.

 

«Φέρε τα λεφτά σου», είπε, «και μετά μπορείς να πάρεις τις προβιές. Ξέρω τι σημαίνει να μαζεύεις λεφτά που σου χρωστάνε».

Έτσι, το μόνο που κατάφερε ο τσαγκάρης ήταν να πάρει τα είκοσι καπίκια για τις μπότες που είχε επισκευάσει και δυο τσόχινα παπούτσια που του ‘δωσε ένας χωριάτης για να τα σολιάσει.

Ο Σίμωνας ένιωθε αποκαρδιωμένος. Ξόδεψε τα είκοσι καπίκια πίνοντας βότκα και κίνησε για το σπίτι του, δίχως να ‘ χει αγοράσει καμιά προβιά. Το πρωί τον είχε περονιάσει παγωνιά. Τώρα, όμως, αφού ήπιε τη βότκα, ένιωθε ζεστός, ακόμα και χωρίς πανωφόρι από προβιά. Έσερνε τα βήματα του χτυπώντας το μπαστούνι του πάνω στην παγωμένη γη με το ‘να χέρι, κουνώντας με τ’ άλλο τα τσόχινα παπούτσια και μονολογώντας:

«Νιώθω ζεστός, μόλο που δε φοράω προβιά. Ήπια μια γουλιά και ζεστοκοπήθηκα, αυτό είν’ όλο. Δε χρειάζομαι προβιές. Προχωράω το δρόμο μου και δε δίνω δεκάρα για τίποτα. Έτσι είναι εμένα η φτιαξιά μου! Τι με νοιάζει εμένα! Εγώ μπορώ να ζήσω και χωρίς προβιές. Δε μου χρειάζονται. Η γυναίκα μου θα στεναχωρεθεί, βέβαια. Και, για να λέμε την αλήθεια, είναι ντροπή! Να δουλεύεις ολημερίς και στα ύστερα να μην πληρώνεσαι. Για στάσου! Αν δε μου φέρεις πίσω εκείνα τα λεφτά, θα σε γδάρω, έχεις το λόγο μου. Τ’ είναι πάλι αυτό; Να πληρώνει είκοσι καπίκια τη φορά! Τι μπορώ να κάνω με είκοσι καπίκια, μου λες; Να τα πιω! Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω! Πανί με πανί είναι, λέει! Μπορεί — αλλά με μένα τι γίνεται! Εσύ έχεις σπίτι και πρόβατα κι απ’ όλα. Εγώ τι έχω; Εσύ φυτεύεις δικό σου καλαμπόκι, εγώ αναγκάζομαι ν’ αγοράσω και τον παραμικρότερο σπόρο. Πρέπει να ξοδεύω τρία ρούβλια τη βδομάδα μονάχα για ψωμί. Έρχομαι σπίτι μου και δε βρίσκω μήτε ψίχουλο και αναγκάζομαι να πληρώσω άλλο ενάμισι ρούβλι. Γι’ αυτό πλήρωσε ό,τι χρωστάς κι άσε τα πολλά λόγια!»

Εκείνη τη στιγμή κοντοζύγωνε στο αλτάρι, εκεί που έστριβε ο δρόμος. Σηκώνοντας τα μάτια του, είδε κάτι ν’ ασπρίζει πίσω από το αλτάρι. Το φως της μέρας χαμήλωνε κι ο τσαγκάρης κοίταζε το άσπρο εκείνο πράγμα, χωρίς να μπορεί να ξεδιακρίνει τι ακριβώς ήταν.

«Δεν υπήρχε μέχρι τώρα άσπρη πέτρα εδώ. Να είναι, τάχα, κάνα βόδι; Δε φαίνεται, πάντως,για βόδι. Έχει κεφάλι σαν άνθρωπος, μόνο που ναι πολύ άσπρο. Και τι μπορεί, τάχα, να κάνει ένας άνθρωπος εδώ πέρα;»

Πλησίασε πιο κοντά, έτσι που μπόρεσε και το ‘δε καθαρά. Κατάπληκτος, αντίκρισε πραγματικά έναν άνθρωπο (ζωντανός; πεθαμένος;) που καθόταν ολόγυμνος, ν’ ακουμπάει ασάλευτος πάνω στο αλτάρι. Τρόμος τόνε κυρίεψε τον τσαγκάρη.

«Κάποιος φαίνεται τόνε σκότωσε», σκέφτηκε, «τον έγδυσε τσιτσίδι και τον παράτησε δω πέρα. Αν ανακατευτώ, είναι σίγουρο πως θα βρω κάνα μπελά».

Έτσι, λοιπόν, ο τσαγκάρης συνέχισε το δρόμο του. Πέρασε μπροστά από το αλτάρι για να μη δει τον άνθρωπο. Είχε προχωρήσει κάμποσο όταν γύρισε να κοιτάξει. Είδε τότε πως ο άντρας αυτός δεν ακούμπαγε πια πάνω στο αλτάρι, μα αργοσάλευε, σάμπως και κοίταζε κατά τη μεριά του. Ο τσαγκάρης ένιωσε να τρομάζει ακόμα πιο πολύ από πριν και σκέφτηκε:

«Να ξαναγυρίσω κοντά του ή να συνεχίσω το δρόμο μου; Αν τόνε πλησιάσω, μπορεί κάτι τρομερό να συμβεί. Ποιος ξέρει τι λογής άνθρωπος είναι! Δεν έχει έρθει εδώ πέρα για καλό. Αν πάω κοντά του, μπορεί να τιναχτεί απάνω και να μ’ αρπάξει απ’ το λαιμό και τότε δε θα μπορώ να του ξεφύγω. Αν όχι, θα μου γίνει βάρος. Τι μπορώ, τάχα, να κάνω μ’ έναν άνθρωπο όπως τον γέννησε η μάνα του; Θα μπορούσα να του δώσω τα τελευταία μου ρούχα. Μακάρι να δώσει ο Θεός να ξεφύγω!»

Έτσι, ο τσαγκάρης συνέχισε βιαστικός το δρόμο του, αφήνοντας πίσω του το αλτάρι, όταν άξαφνα η συνείδηση του άρχισε να τον βασανίζει και τον έκανε να σταματήσει καταμεσής στο δρόμο.

«Τι πας να κάνεις, Σίμωνα;» έκανε μέσα του. «Ο άνθρωπος μπορεί και να πεθάνει από ανάγκη κι εσύ γλιστράς μακριά του φοβισμένος. Γίνηκες, τάχα, τόσο πλούσιος που να φοβάσαι τους κλέφτες; Α, Σίμωνα, ντροπή σου!»

Έτσι, λοιπόν, γύρισε πίσω μπρος και κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο.

Ο Σίμωνας πλησίασε τον ξένο, τόνε κοίταξε και είδε πως ήταν ένας νέος άντρας, χωρίς μώλωπες στο κορμί του, μα έτρεμε απ’ το κρύο κι ήτανε φοβισμένος. Καθόταν εκεί πέρα ακουμπώντας πίσω, χωρίς να κοιτάξει τον Σίμωνα, ανήμπορος, θαρρείς, να σηκώσει τα μάτια του. Ο Σίμωνας πήγε κοντά του και τότε ο νέος φάνηκε να ξυπνά. Στρέφοντας το κεφάλι του, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε κατάματα τον Σίμωνα. Εκείνο το μοναδικό βλέμμα ήταν αρκετό για να κάνει τον Σίμωνα να τον συμπαθήσει. Πέταξε καταγής τα τσόχινα παπούτσια, έλυσε τη ζώνη του, την έριξε πάνω στα παπούτσια κι έβγαλε το πανωφόρι του.

«Δεν είν’ ώρα για κουβέντες», είπε. «Έλα, φόρεσε αμέσως αυτό το πανωφόρι!»

Κι ο Σίμωνας έπιασε το νέο απ’ τους αγκώνες και τον βοήθησε να σηκωθεί. Καθώς στεκόταν όρθιος εκεί πέρα, ο Σίμωνας είδε πως το κορμί του ήταν καθαρό και άσπιλο, τα χέρια του και τα πόδια του ομορφοκαμωμένα και το πρόσωπό του καλοκάγαθο κι ευγενικό. Έριξε το πανωφόρι του πάνω απ’ τους ώμους του νέου αλλ’ αυτός δεν μπορούσε να βρει τα μανίκια. Ο Σίμωνας πήρε τα χέρια του και τα οδήγησε κι αφού του φόρεσε καλά το πανωφόρι, το τύλιξε γύρω του σφιχτά δένοντας τη ζώνη γύρω απ’ τη μέση του.

Ο Σίμωνας έβγαλε ακόμα και το σκισμένο σκούφο του για να τόνε φορέσει στο κεφάλι του νέου, μα τότε ένιωσε το δικό του κεφάλι να κρυώνει και συλλογίστηκε: «Εγώ ‘μαι τελείως φαλακρός, ενώ αυτός έχει μακριά σγουρά μαλλιά». Έτσι, ξαναφόρεσε το σκούφο στο κεφάλι του. «Καλύτερα να του δώσω κάτι να φορέσει στα πόδια», σκέφτηκε. Κι αφού έβαλε το νέο να καθίσει, τον βοήθησε να φορέσει τα τσόχινα παπούτσια λέγοντας:

«Εντάξει, φίλε, τώρα κουνήσου να ζεσταθείς. Τα υπόλοιπα θα ταχτοποιηθούν αργότερα. Μπορείς να περπατήσεις;»

Ο νέος σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε ευγενικά τον Σίμωνα, μα δεν μπορούσε να πει ούτε μια λέξη.

«Γιατί δε μιλάς;» ρώτησε ο Σίμωνας. «Κάνει πολύ κρύο για να μείνουμε κι άλλο εδώ πέρα. Πρέπει να πάμε σπίτι. Έλα τώρα, πάρε το μπαστούνι μου κι αν νιώσεις αδυναμία, στηρίξου πάνω του. Περπάτα!»

Ο νέος άρχισε να βαδίζει και κινιόταν εύκολα, δίχως να μένει πίσω. Καθώς πήγαιναν, ο Σίμωνας τον ρώτησε:

«Κι από πούθε είσαι;»

«Δεν είμαι απ’ αυτά τα μέρη».


«Έτσι είπα κι εγώ. Τους ξέρω όλους εδώ τριγύρω. Πώς έγινε, όμως, και βρέθηκες εκεί πλάι στο αλτάρι;»


«Δεν μπορώ να σου πω».


«Μην και σε λήστεψε κανένας;»


«Κανένας δε με λήστεψε. Με τιμώρησε ο Θεός».


«Ο Θεός, βέβαια, όλα τα κανοναρχά. Πρέπει, πάντως, να βρεις κάπου στέγη και τροφή. Πού θα ‘θελες να πας;»


«Όπου και να πάω, το ίδιο θα ‘ναι για μένα».

Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Ο νέος δεν έδειχνε γι’ αλήτης. Μιλούσε ευγενικά αλλά δεν έκανε καμιά νύξη για τον εαυτό του. Ο Σίμωνας σκεφτόταν διαρκώς: «Ποιος ξέρει τι μπορεί να ‘χει συμβεί;» Και είπε στον ξένο:

«Τότε, λοιπόν, έλα σπίτι μαζί μου, τουλάχιστον να ζεσταθείς λιγάκι».

Έτσι ο Σίμωνας κίνησε για το σπίτι κι ο ξένος τον ακολούθησε βαδίζοντας πλάι του. Είχε σηκωθεί αέρας κι ο Σίμωνας τον ένιωθε κρύο κάτω απ’ το πουκάμισο του. Το μεθύσι τώρα του περνούσε κι άρχισε να νιώθει την παγωνιά. Περπατούσε βαριανασαίνοντας και τυλίγοντας γύρω στο κορμί του το πανωφόρι της γυναίκας του, ενώ συλλογιζόταν:

«Ωραία τα κατάφερα! Βγήκα για ν’ αγοράσω προβιές και γυρίζω στο σπίτι μου δίχως πανωφόρι στη ράχη μου και, το χειρότερο, κουβαλάω μαζί μου κι έναν άνθρωπο γυμνό! Η Ματριόνα θα πετάξει απ’ τη χαρά της». 

Και καθώς σκέφτηκε τη γυναίκα του, τον έπιασε θλίψη. Μα σαν είδε τον ξένο και θυμήθηκε με ποιο τρόπο τον είχε κοιτάξει στο αλτάρι, η καρδιά του γέμισε με μια γλυκιά χαρά.

Η γυναίκα του Σίμωνα τα είχε ετοιμάσει όλα εκείνη την ημέρα. Είχε κόψει ξύλα, είχε φέρει νερό, είχε ταΐσει τα παιδιά, είχε φάει κι αυτή το μερτικό της και τώρα καθόταν συλλογισμένη. Αναρωτιόταν πότε έπρεπε να φτιάξει ψωμί: τώρα ή αύριο; Απέμενε ακόμα ένα μεγάλο κομμάτι.

«Αν έχει τσιμπήσει κάτι ο Σίμωνας στην πόλη», σκεφτόταν, «και δε φάει πολύ για δείπνο, το ψωμί θα μας φτάσει γι’ άλλη μια μέρα».

Ζύγιζε το κομμάτι το ψωμί στα χέρια της, πάλι και πάλι, και σκεφτόταν.• «Δε θα φτιάξω άλλο για σήμερα. Έχουμε αλεύρι ίσα ίσα για ένα καρβέλι ακόμα. Μπορούμε, με κάποια οικονομία, να μας φτάσει ως την Παρασκευή».

Έτσι, η Ματριόνα έβαλε κατά μέρος το ψωμί και κάθισε στο τραπέζι για να μπαλώσει το πουκάμισο του άντρα της. Κι ενώ καταγινότανε μ’ αυτή τη δουλειά, σκεφτόταν πώς, τάχα, ο άντρας της ν’ αγόρασε προβιές για χειμωνιάτικο πανωφόρι.

«Φτάνει μονάχα να μην τόνε ξεγέλασε ο έμπορος. Είναι τόσο αγαθός ο αντρούλης μου! Κανένα δεν μπορεί να ξεγελάσει αλλά μπορεί να τον τουμπάρει κι ένα μικρό παιδί. Οχτώ ρούβλια είναι πολλά λεφτά. Πρέπει ν’ αγοράσει καλό πανωφόρι μ’ αυτή την τιμή. Όχι τίποτα παλιοδέρματα, μα ένα πανωφόρι με τα όλα του. Τι τράβηξα τον περασμένο χειμώνα δίχως πανωφόρι ζεστό! Δεν μπορούσα μήτε στο ποτάμι να κατέβω μήτε και να βγω έξω να πάω πουθενά. Κι εκείνος, σαν έβγαινε έξω, φόραγε πάνω του ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και δεν έμενε τίποτα για μένα. Σήμερα δεν έφυγε πολύ νωρίς, μα έπρεπε να ‘χει γυρίσει εδώ και ώρα. Μακάρι να μην το ‘χει ρίξει στο γλεντοκόπι!»

Δεν πρόκαμε η Ματριόνα να τελειώσει την σκέψη της όταν άκουσε βήματα στο κατώφλι και κάποιον να μπαίνει. Κάρφωσε τη βελόνα της στο ρούχο που μπάλωνε και βγήκε στο διάδρομο. Αντίκρισε δυο άντρες: τον Σίμωνα και, μαζί του, έναν άντρα ξεσκούφωτο που φόραγε τσόχινα παπούτσια.

Η Ματριόνα πρόσεξε αμέσως πως ο άντρας της μύριζε αλκοόλ. «Δεν είμαστε καλά! Τα ‘χει πιει!» συλλογίστηκε.

Κι όταν είδε πως δε φόραγε πανωφόρι, παρά μονάχα την καζάκα της πάνω από τους ώμους, και πως δεν κράταγε κανένα δέμα, στάθηκε εκεί βουβή και κατάπληκτη, με την καρδιά της έτοιμη να σπάσει απ’ την απογοήτευση. «Πήρε τα λεφτά και τα ‘πιε», σκέφτηκε. «Θα το ‘ριξε στο μεθύσι με κάναν ανεπρόκοπο που τον κουβάλησε και στο σπίτι».

Η Ματριόνα τους έκανε τόπο να περάσουν μες στην καλύβα, μπήκε πίσω τους κι αυτή και είδε πως ο ξένος ήταν ένας νέος λεπτός άντρας που φόραγε το πανωφόρι του άντρα της. Δεν είδε να φοράει πουκάμισο κάτω απ’ το πανωφόρι κι ούτε καπέλο στο κεφάλι του. Σαν μπήκε μέσα, στάθηκε ασάλευτος με τα μάτια του χαμηλωμένα: «Πρέπει να ‘ναι κακός άνθρωπος», σκέφτηκε η Ματριόνα. «Φοβάται!»

Η Ματριόνα κατσούφιασε και στάθηκε πλάι στο τζάκι κοιτάζοντας να δει τι θα έκαναν.
Ο Σίμωνας έβγαλε το σκούφο του και κάθισε στον πάγκο, σαν να μην έτρεχε τίποτα.

«Έλα, Ματριόνα. Αν είν’ έτοιμο το φαΐ, φέρε μας να φάμε».

Η Ματριόνα μουρμούρισε κάτι ανάμεσα στο δόντια της και δε σάλεψε, παρά έμεινε εκεί που ήταν, πλάι στο τζάκι.Κοίταξε πρώτα τον ένα κι έπειτα τον άλλο και κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Ο Σίμωνας κατάλαβε πως η γυναίκα του είχε ενοχληθεί αλλά προσπάθησε να κάνει τον ανήξερο. Καμώθηκε πως δεν πρόσεξε τίποτα κι έπιασε τον ξένο απ’ το χέρι.

«Κάτσε, φίλε», είπε, «να φάμε κατιτίς». Ο ξένος κάθισε στον πάγκο.

«Δε μας έχεις μαγειρέψει τίποτα;» ρώτησε ο Σίμωνας. Η Ματριόνα έβραζε από θυμό.

«Μαγείρεψα, μα όχι για σας. Μου φαίνεται πως έχεις χάσει το μυαλό σου απ’ το πιοτό. Πήγες ν’ αγοράσεις μια προβιά αλλά γυρίζεις σπίτι χωρίς να φοράς μήτε το πανωφόρι που φόραγες σαν έφυγες και κουβαλάς μαζί σου κι ένα γυμνό θεομπαίχτη κι από πάνω. Δεν έχω φαΐ για μεθύστακες, σαν του λόγου σας».

«Φτάνει, Ματριόνα. Μη βρίζεις χωρίς λόγο! Καλύτερα να ρωτήσεις τι λογής άνθρωπο —» 


«Κι εσύ να μου πεις τι τα ‘κανες τα λεφτά».
 Ο Σίμωνας έψαξε την τσέπη της καζάκας, έβγαλε το χαρτονόμισμα των τριών ρουβλιών και το ξεδίπλωσε.

«Να τα τα λεφτά. Ο Τρίφονοφ δεν πλήρωσε, μα υποσχέθηκε να πληρώσει σύντομα».

Η Ματριόνα θύμωσε ακόμα πιο πολύ. Δε φτάνει που δεν είχε αγοράσει τις προβιές, μα είχε δώσει και το μοναδικό του πανωφόρι να το φορέσει ένας γδυμνός που τον κουβάλησε, μάλιστα, και στο σπίτι τους.
Άρπαξε το χαρτονόμισμα απ’ το τραπέζι, το πήρε για να το σιγουρέψει κάπου και είπε:

«Δεν έχω φαΐ για σας. Θαρρείς ότι μπορώ να ταΐζω όλους τους ξεγυμνωμένους μεθύστακες του κόσμου;»

«Έλα τώρα, Ματριόνα, κράτα κομμάτι τη γλώσσα σου. ‘Ακου πρώτα τι έχει να σου πει ένας άνθρωπος!»


«Ποιος ξέρει τι σοφίες θ’ ακούσω από έναν τρελομεθύστακα! Είχα δίκιο που δεν ήθελα να σε παντρευτώ — ένα μεθύστακα! Τα λινά που μου ‘δωκε η μάνα μου τα ήπιες. Και τώρα βγήκες ν’ αγοράσεις πανωφόρι και το ‘πιες κι αυτό!»

Ο Σίμωνας πάσχιζε να εξηγήσει στη γυναίκα του πως είχε ξοδέψει είκοσι καπίκια μοναχά, πάσχιζε να της πει πως είχε βρει το νέο αυτόν — μα η Ματριόνα δεν τον άφησε να σταυρώσει ούτε λέξη. Μια κουβέντα έλεγε ο άντρας της, πενήντα εκείνη και θυμήθηκε πράγματα που ‘χανε γίνει πριν από δέκα χρόνια.
Η Ματριόνα δεν έλεγε να βάλει γλώσσα μέσα της και στο τέλος όρμησε πάνω στον Σίμωνα και τον άρπαξε από το μανίκι.

«Δώσε μου την καζάκα μου. Είναι το μόνο ρούχο που έχω κι είσ’ εσύ που έρχεσαι και τήνε παίρνεις από μένα για να τη φοράς. Δώσε μού τη, κοπρόσκυλο, που να σε πάρει ο διάολος!»

Ο Σίμωνας άρχισε να βγάζει την καζάκα και γύρισε ένα μανίκι το μέσα έξω. Η Ματριόνα άρπαξε την καζάκα τόσο απότομα, που σκίστηκαν οι ραφές της. Την τράβηξε, την έριξε πάνω απ’ το κεφάλι της και πήγε προς την πόρτα. Είχε σκοπό να βγει έξω, μα στάθηκε αναποφάσιστη — ήθελε να ξεσπάσει την οργή της, μα ήθελε και να μάθει τι σόι άνθρωπος ήταν ο ξένος.

Η Ματριόνα σταμάτησε και είπε:

«Αν ήταν καλός άνθρωπος, δε θα ‘τανε γδυμνός. Κοίτα χάλια! Μήτε πουκάμισο δε φοράει. Αν ήταν εντάξει, θα ‘λεγες πού τον συνάντησες».

«Αυτό ακριβώς πασχίζω κι εγώ να σου πω», είπε ο Σίμωνας. «Έτσι όπως ζύγωνα στο αλτάρι, τον είδα να κάθεται ολοτσίτσιδος και παγωμένος. Κι ο καιρός δε σηκώνει αστεία να κάθεσαι ετσιδά ολοτσίτσιδος! Ευτυχώς που μ’ έστειλε ο Θεός, διαφορετικά θα ‘χε πεθάνει. Τι να ‘κανα; Πώς ξέρουμε τι μπορεί να του ‘χει συμβεί; Τον πήρα, λοιπόν, τον έντυσα και τον κουβάλησα μαζί μου. Μη θυμώνεις τόσο πολύ, Ματριόνα. Είναι αμαρτία. Μην ξεχνάς, θα πεθάνουμε όλοι κάποια μέρα».

Οργισμένες κουβέντες ανέβηκαν ως τα χείλη της Ματριόνας, μα κοίταξε τον ξένο και σώπασε. Ο νέος καθόταν άκρη άκρη στον πάγκο, ασάλευτος, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατά του, με το κεφάλι του ριγμένο στο στήθος του, με τα μάτια του κλειστά και με σμιχτά τα φρύδια, σαν να πόναγε πολύ. Η Ματριόνα απόμενε βουβή κι ο Σίμωνας είπε:

«Ματριόνα, δεν έχεις στάλα αγάπη του Θεού;»

Άκουσε τούτα τα λόγια η Ματριόνα και καθώς κοίταζε τον ξένο, η καρδιά της άξαφνα μαλάκωσε. Ξαναγύρισε απ’ την πόρτα και, πηγαίνοντας στο τζάκι, έβγαλε το βραδινό φαγητό. Απίθωσε μια κούπα στο τραπέζι κι έριξε μέσα λίγο κβας . Έφερε μετά το τελευταίο κομμάτι ψωμί κι έβγαλ’ ένα μαχαίρι και κουτάλια.

«Φάε, αν θες», είπε.

Ο Σίμωνας τράβηξε τον ξένο στο τραπέζι. «Πάρε τη θέση σου, νεαρέ», είπε.

Ο Σίμωνας έκοψε το ψωμί, το έτριψε μέσα στον κρεατοζωμό και άρχισαν να τρώνε. Η Ματριόνα κάθισε στη γωνιά του τραπεζιού στηρίζοντας το κεφάλι της πάνω στο χέρι της και κοιτάζοντας τον ξένο.
Και η Ματριόνα λυπήθηκε τον ξένο κι άρχισε να τον συμπαθεί. Κι αμέσως το πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε. Τα φρύδια του δεν ήταν πια σμιχτά. Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε στη Ματριόνα.

Όταν απόφαγαν, η γυναίκα σήκωσε τα πράγματα απ’ το τραπέζι κι άρχισε να κάνει στον ξένο ερωτήσεις.

«Από πού είσαι;» του είπε.

«Δεν είμαι απ’ αυτά τα μέρη».

«Πώς έγινε, όμως, και βρέθηκες στο δρόμο;»


«Δεν μπορώ να σας πω».


«Μήπως σε λήστεψε κανείς;»


«Ο Θεός με τιμώρησε».


«Και καθόσουν εκεί πέρα ολοτσίτσιδος;»


«Ναι, γδυμνός και παγωμένος. Ο Σίμων με είδε και με λυπήθηκε. Έβγαλε το πανωφόρι του, μου το φόρεσε και μ’ έφερε εδώ πέρα. Κι εσείς μου δώσατε να φάω, μου δώσατε να πιω και μου δείξατε συμπόνια. Ο Θεός θα σας ανταμείψει!»

Η Ματριόνα σηκώθηκε, πήρε απ’ το παράθυρο το παλιοπουκάμισο του Σίμωνα που μπάλωνε και το έδωσε στον ξένο. Του έφερε κι ένα παντελόνι.

«Πάρ’ το», είπε, «βλέπω πως δε φοράς πουκάμισο. Φόρεσε το και ξάπλωσε όπου σ’ αρέσει, στο παραγώνι ή στο τζάκι» .

Ο ξένος έβγαλε το πανωφόρι, φόρεσε το πουκάμισο και ξάπλωσε στο παραγώνι. Η Ματριόνα έσβησε το κερί, πήρε το πανωφόρι και ανέβηκε στο τζάκι, εκεί που ‘χε πλαγιάσει ο άντρας της.

Η Ματριόνα τράβηξε πάνω της το πανωφόρι και πλάγιασε κι αυτή, μα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να βγάλει τον ξένο από το νου της.

Σαν θυμήθηκε πως ο ξένος είχε φάει το τελευταίο κομμάτι ψωμί που τους είχε απομείνει και πως δεν υπήρχε μήτε ψίχουλο για αύριο, σαν συλλογίστηκε το πουκάμισο και το παντελόνι που ‘χε χαρίσει, ένιωσε να την κυριεύει η λύπη. Μα σαν έφερε στο νου της τον τρόπο που της χαμογέλασε, η καρδιά της γέμισε χαρά.

Κάμποσο έμεινε ξυπνητή η Ματριόνα και πρόσεξε ότι κι ο Σίμωνας δεν κοιμόταν — τράβαγε το πανωφόρι προς αυτόν.

«Σίμωνα!» 

«Τ’ είναι;»


«Φάγατε το τελευταίο κομμάτι ψωμί και δεν ξέρω τι θα κάνουμε αύριο. Μπορεί να δανειστώ λίγο απ’ τη γειτόνισσα, τη Μάρθα».


«Αν ζούμε ως αύριο, κάτι θα βρούμε να φάμε».
 Η γυναίκα έμεινε έτσι για λίγο και έπειτα είπε: «Φαίνεται καλός άνθρωπος αλλά γιατί δε μας λέει ποιος είναι;»

«Έχει τους λόγους του, φαντάζομαι».


«Σίμων!»


«Έλα».


«Εμείς δίνουμε. Ωραία! Γιατί, όμως, κανένας δε μας δίνει τίποτα εμάς;»

Ο Σίμωνας δεν ήξερε τι ν’ αποκριθεί. Έτσι, το μόνο που είπε ήταν:

«Ας μη μιλάμε άλλο» και γύρισε απ’ τ’ άλλο πλευρό. Σε λίγο είχε αποκοιμηθεί.

Το πρωί ο Σίμωνας ξύπνησε. Τα παιδιά κοιμόντουσαν ακόμα. Η γυναίκα του είχε πάει στη γειτόνισσα για να δανειστεί λίγο ψωμί. Μονάχα ο ξένος καθότανε στον πάγκο, φορώντας το παλιοπουκάμισο και το παντελόνι και κοιτάζοντας ψηλά. Το πρόσωπο του ήταν ακόμα φωτεινότερο απ’ όσο ήταν την προηγούμενη μέρα. Ο Σίμωνας του είπε:

«Φίλε, η κοιλιά ζητά ψωμί και το γυμνό σώμα ρούχο. Πρέπει να δουλεύει κανείς για να ζει. Εσύ τι δουλειά ξέρεις να κάνεις;»

«Δεν ξέρω καμιά»

Αυτό τον παραξένεψε τον Σίμωνα, μα είπε: «Οι άνθρωποι που θέλουνε να μάθουν μπορούν να μάθουν οτιδήποτε».

«Οι άνθρωποι εργάζονται και θα εργαστώ κι εγώ».


«Πώς σε λένε;»


«Μιχάλη».


«Λοιπόν, Μιχάλη. Αν δε θες να μιλήσεις για την αφεντιά σου, δικιά σου υπόθεση. Μα πρέπει να κάνεις κάτι για να ζήσεις. Αν δουλέψεις όπως σου πω εγώ, θα σου εξασφαλίσω στέγη και τροφή».


«Ο Θεός να σε ανταμείψει! Θα μάθω. Δείξε μου τι να κάνω».

Ο Σίμωνας πήρε λίγο νήμα, το τύλιξε στο δάχτυλο του και άρχισε να το στρίβει. «Είναι πολύ εύκολο. Κοίτα!»

Ο Μιχάλης τον κοίταξε. Τύλιξε κι αυτός λίγο νήμα γύρω από το δάχτυλο του, έπιασε το κόλπο κι έστριψε κι αυτός το νήμα.

Μετά ο Σίμωνας του έδειξε πώς να κερώνει το νήμα. Ο Μιχάλης το έμαθε κι αυτό στο άψε σβήσε. Ύστερα ο Σίμωνας του έδειξε πώς να στρίβει και να περνά τη γουρουνότριχα και πώς να ράβει. Ο Μιχάλης το ‘μαθε κι αυτό στη στιγμή.

Ό,τι κι αν του ‘δειχνε ο Σίμωνας, αυτός το καταλάβαινε αμέσως κι ύστερα από τρεις μέρες δούλευε σάμπως να έραβε μπότες σ’ όλη του τη ζωή. Δούλευε χωρίς σταμάτημα και έτρωγε ελάχιστα. Σαν τέλειωνε η δουλειά, καθόταν σιωπηλός με τα μάτια στραμμένα προς τα πάνω. Σπάνια έβγαινε στο δρόμο, μιλούσε μόνο όταν ήταν ανάγκη και δεν αστειευότανε ποτέ ούτε γελούσε. Ποτέ δεν τον είδαν να γελάει, εκτός από το πρώτο εκείνο βράδυ, τότε που η Ματριόνα του έδωσε να φάει.

Μέρα τη μέρα, βδομάδα τη βδομάδα, κυλούσε ο χρόνος. Ο Μιχάλης ζούσε στο σπίτι του Σίμωνα και δούλευε μαζί του. Η φήμη του απλώθηκε τόσο πολύ, που ο κόσμος έλεγε πως κανείς άλλος δεν έραβε τόσο στέρεα τις μπότες, όσο ο δουλευτής του Σίμωνα, ο Μιχάλης. Απ’ όλη την περιοχή ολόγυρα έρχονταν άνθρωποι στον Σίμωνα φέρνοντας τις μπότες τους κι ο Σίμωνας άρχισε να ζει καλά.

Μια χειμωνιάτικη μέρα, καθώς κάθονταν και δουλεύανε ο Σίμωνας κι ο Μιχάλης, ήρθε και σταμάτησε στο καλύβι τους μια άμαξα-έλκηθρο που την έσερναν τρία άλογα με κουδουνάκια. Αυτοί κοίταξαν έξω απ’ το παράθυρο. Η άμαξα είχε σταματήσει στην πόρτα τους. Απ’ το κουβούκλιο κατέβηκε ένας κομψοντυμένος υπηρέτης και άνοιξε την πόρτα. Πρόβαλε ένας κύριος με γούνινο πανωφόρι και προχώρησε προς το καλύβι του Σίμωνα. Η Ματριόνα τινάχτηκε ορθή κι άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ο κύριος έσκυψε για να μπει στο καλύβι κι όταν σήκωσε πάλι το κορμί του, το κεφάλι του άγγιξε σχεδόν το ταβάνι κι έμοιαζε να γεμίζει ολότελα με τον όγκο του το χώρο.

Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε και κοίταξε με έκπληξη τον κύριο. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί άλλον σαν αυτόν. Ο ίδιος ο Σίμωνας ήταν ισχνός, λεπτός ο Μιχάλης κι η Ματριόνα στεγνή σαν κόκαλο — αλλά ο άνθρωπος αυτός έμοιαζε φερμένος από άλλο κόσμο: κοκκινομούρης, θεόρατος, μ’ ένα σβέρκο σαν του ταύρου, και φαινόταν χυμένος σε σίδερο, θαρρείς, απ’ την κορφή ως τα νύχια.

Ο κύριος ξεφύσηξε, έβγαλε το γούνινο πανωφόρι του, κάθισε στον πάγκο και είπε:

«Ποιος από σας είναι ο αρχιμάστορας εδώ;»

«Εγώ, εξοχότατε»,
 είπε ο Σίμωνας πλησιάζοντας.

Τότε ο κύριος φώναξε στο βαστάζο του:

«’Ει, Φέντκα, φέρε το πετσί!»

Ο υπηρέτης μπήκε τρέχοντας κουβαλώντας ένα δέμα. Ο κύριος πήρε το δέμα και το απίθωσε πάνω στο τραπέζι. «Λύσε το», είπε. Το παλικάρι το έλυσε.

Ο κύριος έδειξε με το δάχτυλο του το δέρμα.

«Κοίτα εδώ, τσαγκάρη», είπε, «βλέπεις ετούτο το πετσί;»

«Το βλέπω, εντιμότατε».

«Ξέρεις, όμως, τι λογής είναι;»

Ο Σίμωνας άγγιξε το πετσί και είπε:

«Είναι καλό δέρμα».

«Καλό, βέβαια! Αυτό σου ‘λειπε! Να πεις πως δεν είναι καλό. Τέτοιο πετσί, ηλίθιε, δεν ξανάδες στη ζωή σου. Είναι γερμανικό και κοστίζει είκοσι ρούβλια». 

Ο Σίμωνας τρομοκρατήθηκε και είπε:

«Πού θα ‘βλεπα ποτέ μου δέρμα σαν αυτό;» 

«Έτσι μπράβο! Και τώρα, μπορείς να μου κάνεις μπότες;» 

«Μάλιστα, εξοχότατε, μπορώ». 

Τότε ο κύριος του φώναξε με δυνατή φωνή:

«Μπορείς! Μπορείς; Πρόσεξε! Μην ξεχνάς για ποιόνε θα φτιάξεις τις μπότες και τι λογής είναι το πετσί. Πρέπει να μου φτιάξεις μπότες που θα τις φορώ για ένα χρόνο, δίχως να ξεχειλώσουνε κι ούτε να ξηλωθούνε. Αν μπορείς να το κάνεις, πάρε το πετσί και κόφ’ το. Αν όμως δεν μπορείς, πες το. Σε προειδοποιώ: αν οι μπότες που θα φτιάξεις ξηλωθούν ή ξεχειλώσουνε μέσα σ’ ένα χρόνο, θα σε κλείσω στη φυλακή. Αν δεν ανοίξουν ούτε ξεχειλώσουν για ένα χρόνο, θα σε πληρώσω δέκα ρούβλια για τον κόπο σου».

Ο Σίμωνας είχε τρομάξει πολύ και δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε τον Μιχάλη και σκουντώντας τον με τον αγκώνα, του ψιθύρισε:

«Να τήνε πάρω τη δουλειά;» Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του, σαν να ‘λεγε:

«Ναι, πάρ’ τη».

Ο Σίμωνας έκανε ό,τι τόνε συμβούλεψε ο Μιχάλης κι ανέλαβε να φτιάξει μπότες που δε θα ξεχείλωναν ούτε και θ’ άνοιγαν για έναν ολάκερο χρόνο.

Φωνάζοντας τον υπηρέτη του, ο κύριος του είπε να τραβήξει την μπότα απ’ το αριστερό του πόδι που το τέντωσε.

«Πάρε τα μέτρα μου!» είπε.

Ο Σίμωνας πήρε ένα χαρτί μετρήματος σαράντα πέντε πόντους μάκρος, το ίσιωσε, γονάτισε, σκούπισε καλά τα χέρια του πάνω στην ποδιά του, για να μη λερώσει τις κάλτσες του κυρίου, και άρχισε να μετρά. Μέτρησε τη σόλα, την πατούσα γύρω γύρω κι άρχισε να μετρά τη γάμπα του ποδιού, μα το χαρτί ήταν πολύ κοντό. Η γάμπα του ποδιού ήταν χοντρή, σαν δοκάρι.

«Πρόσεξε μην τυχόν και με σφίγγει πολύ στο πόδι».

Ο Σίμωνας πήρε άλλη μια λουρίδα χαρτί. Ο κύριος στριφογύριζε τα δάχτυλα του μες στην κάλτσα του κοιτάζοντας ολόγυρα όσους ήταν στο καλύβι όταν πήρε το μάτι του τον Μιχάλη.

«Ποιον έχεις εκεί πέρα;» ρώτησε.

«Είναι ο τεχνίτης μου. Αυτός θα ράψει τις μπότες». 

«Πρόσεξε καλά», είπε ο κύριος στον Μιχάλη, «μην ξεχάσεις πως πρέπει να τις φτιάξεις έτσι που να μου κρατήσουν ένα χρόνο».

Ο Σίμωνας κοίταξε κι αυτός τον Μιχάλη και είδε πως ο Μιχάλης δεν κοίταζε τον κύριο, μα τη γωνία πίσω απ’ τον κύριο, σάμπως να έβλεπε κάποιον εκεί πέρα. Ο Μιχάλης κοίταζε κι όλο κοίταζε, ώσπου άξαφνα χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπο του.

«Τι χασκογελάς εσύ κει πέρα, ηλίθιε;» άστραψε και βρόντηξε ο κύριος. «Θα ‘κανες καλύτερα να φροντίσεις να ‘ναι έτοιμες στην ώρα τους οι μπότες».

«Θα ετοιμαστούν στην ώρα τους», είπε ο Μιχάλης.

«Πρόσεξε καλά!» είπε ο κύριος και φόρεσε τις μπότες και το γούνινο πανωφόρι του που το τύλιξε γύρω του και τράβηξε κατά την πόρτα. Μα ξέχασε να σκύψει και κουτούλησε την κεφάλα του πάνω στην κάσα της πόρτας. Βλαστήμησε κι έτριψε την κεφάλα του. Μετά πήρε τη θέση του μέσα στην άμαξα και ξεκίνησε.

Αφού πια έφυγε, ο Σίμωνας είπε:

«Φάτσα να σου πετύχει! Ούτε με βαριά δε θα μπορούσες να τον σκοτώσεις. Σχεδόν την ξεμασκάλισε την κάσα, μα δεν έπαθε ούτε γρατσουνιά!»

Κι η Ματριόνα πρόσθεσε:

«Ζώντας όπως ζει, πώς να μη γίνει σαν μουλάρι; Ούτε ο θάνατος ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει τίποτα σε τέτοιο αγκωνάρι!»

Τότε ο Σίμωνας είπε στον Μιχάλη:

«Εντάξει, τήνε πήραμε τη δουλειά, μα πρέπει να κοιτάξουμε μη βρούμε κάνα μπελά. Το δέρμα είν’ ακριβό κι ο κύριος αράθυμος. Πρέπει να μην κάνουμε λάθη. Έλα, εσύ βλέπεις καλύτερα και τα χέρια σου πιάνουν πιο καλά από τα δικά μου. Πάρε, λοιπόν, αυτά τα μέτρα και άρχισε το κόψιμο. Εγώ θα αποτελειώσω το ράψιμο στα ψίδια».

Ο Μιχάλης έκανε ό,τι του ‘πε. Πήρε το δέρμα, το άπλωσε πάνω στο τραπέζι, το δίπλωσε στα δυο, πήρε μια φαλτσέτα κι άρχισε να κόβει.

Η Ματριόνα κοντοζύγωσε και τον παρατηρούσε που έκοβε. Της έκανε μεγάλη εντύπωση ο τρόπος που το ‘κανε. Η Ματριόνα είχε συνηθίσει να βλέπει να φτιάχνουν μπότες και τώρα κοίταζε κι έβλεπε πως ο Μιχάλης δεν έκοβε το δέρμα όπως συνήθως για μπότες αλλά το ‘κοβε στρογγυλά.

Της ήρθε να πει κάτι, μα έκανε μέσα της: «Ίσως να μην καταλαβαίνω πώς πρέπει να φτιάχνονται οι μπότες για κυρίους. Φαντάζομαι πως ο Μιχάλης ξέρει πιο πολλά πάνω σ’ αυτό. Καλύτερα να μην ανακατευτώ».

Ο Μιχάλης, αφού έκοψε το δέρμα, πήρε μια κλωστή και άρχισε να ράβει όχι με δυο άκρες, όπως ράβονται οι μπότες, αλλά με μια μόνο άκρη, όπως ράβονται οι μαλακές παντόφλες.

Και πάλι αναρωτήθηκε η Ματριόνα αλλά και πάλι δεν ανακατεύτηκε. Ο Μιχάλης έραβε σταθερά μέχρι το μεσημέρι. Τότε ο Σίμωνας σηκώθηκε για φαγητό, κοίταξε γύρω του και είδε πως ο Μιχάλης είχε φτιάξει παντόφλες από το δέρμα του κυρίου.

«Ιιιι!» μούγκρισε ο Σίμωνας και σκέφτηκε: «Πώς είναι δυνατόν ο Μιχάλης, που ‘ναι μαζί μου έναν ολάκερο χρόνο και δε λάθεψε ποτέ του ως τα τώρα, να κάνει κάτι τόσο τρομερό; Ο κύριος παράγγειλε μπότες ψηλές, με βάρδουλα, κι ο Μιχάλης έφτιαξε μαλακές παντόφλες μονόσολες και χαράμισε το δέρμα. Τι θα πω τώρα στον κύριο; Δεν μπορώ να βρω πουθενά δέρμα σαν αυτό». Και, γυρίζοντας στον Μιχάλη, είπε:

«Τι κάνεις, φίλε; Με κατέστρεψες! Ξέρεις καλά ότι ο κύριος παράγγειλε μπότες ψηλές και κοίτα εσύ τι έκανες!»

Δεν πρόλαβε ν’ αρχίσει το κατσάδιασμα στον Μιχάλη και «ρατ-τατ» ακούστηκε να χτυπάει το σιδερένιο γλωσσίδι που κρεμότανε στην πόρτα. Κάποιος χτυπούσε. Κοίταξαν έξω απ’ το παράθυρο. Ένας άντρας είχε έρθει καβάλα στ’ άλογο του που τώρα το ‘δενε στον πάσσαλο. Άνοιξαν την πόρτα και μπήκε ο υπηρέτης που ήτανε με τον κύριο.

«Καλημέρα», είπε.

«Καλημέρα», αποκρίθηκε ο Σίμωνας. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» 

«Μ’ έστειλε η κυρά μου για τις μπότες». 

«Για τις μπότες;»

«Ναι, ο κύριος μου δεν τις χρειάζεται. Πέθανε».

«Είναι δυνατό;»

«Δεν πρόκαμε να φτάσει μέχρι το σπίτι, μετά που έφυγε από σας. Πέθανε στην άμαξα. Σαν φτάσαμε στο σπίτι και τρέξανε οι υπηρέτες να τόνε βοηθήσουν να κατέβει, κύλησε κάτω σαν σακί. Ήταν κιόλας πεθαμένος και τόσο ξυλιασμένος, που δεν μπορούσαν να τόνε βγάλουν απ’ την άμαξα. Η κυρά μου μ’ έστειλε εδώ να σας πω ότι ο κύριος που παράγγειλε μπότες για την αφεντιά του κι άφησε ένα κομμάτι δέρμα για να φτιαχτούν, δε χρειάζεται πια τις μπότες κι ότι πρέπει γρήγορα να φτιάξετε μαλακές παντόφλες για το πτώμα. “Περίμενε”, μου είπε, “μέχρι να ετοιμαστούν και φέρτες πίσω μαζί σου”. Να γιατί ήρθα».

Ο Μιχάλης μάζεψε τα υπολείμματα απ’ το δέρμα, τα τύλιξε, πήρε τις μαλακές παντόφλες που ‘χε φτιάξει, τις χτύπησε τη μια με την άλλη, τις σκούπισε με την ποδιά του και τις έδωσε μαζί με το ρολό το δέρμα στον υπηρέτη που τις πήρε και είπε:

«Αντίο, μαστόροι, και καλή σας μέρα».

Πέρασε άλλος ένας χρόνος, κι ακόμα ένας, κι ο Μιχάλης περνούσε τώρα τον έκτο χρόνο του μαζί με τον Σίμωνα. Ζούσε όπως πριν. Δεν πήγαινε πουθενά, μιλούσε μόνο σαν ήταν ανάγκη κι είχε χαμογελάσει μονάχα δυο φορές όλ’ αυτά τα χρόνια — τη μια φορά όταν η Ματριόνα του έδωσε να φάει και μια δεύτερη φορά όταν ήρθε στο καλύβι τους ο κύριος. Ο Σίμωνας ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιημένος με τον παραγιό του. Ποτέ δεν τον ρωτούσε τώρα από πού ήταν και το μόνο που φοβόταν ήταν μήπως φύγει ο Μιχάλης.

Μια μέρα ήταν όλοι στο σπίτι. Η Ματριόνα μαγείρευε στο φούρνο. Τα παιδιά τρέχανε πέρα δώθε πάνω στους πάγκους, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Ο Σίμωνας έραβε στο ένα παράθυρο και ο Μιχάλης στερέωνε ένα τακούνι στο άλλο.Το ένα απ’ τα παιδιά πλησίασε τρέχοντας πάνω στον πάγκο τον Μιχάλη, έσκυψε πάνω στον ώμο του και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο.

«Κοίτα, θείε Μιχάλη! Μια κυρία με τα κοριτσάκια της! Φαίνεται πως έρχεται καταδώ. Και το ένα κορίτσι είναι κουτσό».

Μόλις το παιδί το είπε αυτό, ο Μιχάλης παράτησε τη δουλειά του, γύρισε προς το παράθυρο και κοίταξε έξω στο δρόμο.

Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Ποτέ δε συνήθιζε ο Μιχάλης να κοιτάζει στο δρόμο, μα τώρα είχε κολλήσει στο τζάμι κοιτάζοντας κάτι. Ο Σίμωνας κοίταξε κι αυτός και είδε να ‘ρχεται πραγματικά προς το καλύβι μια καλοντυμένη γυναίκα κρατώντας από το χέρι δυο κοριτσάκια με γούνινα πανωφόρια και μάλλινα κασκόλ. Τα κοριτσάκια μοιάζανε με δυο σταγόνες νερό, εκτός μονάχα ότι το ένα κούτσαινε στο αριστερό του πόδι και περπατούσε με δυσκολία.

Η γυναίκα ανέβηκε στο πρόστεγο και μπήκε στο διάδρομο. Ψαχουλεύοντας στην είσοδο, βρήκε το μάνταλο, το σήκωσε και άνοιξε την πόρτα. Άφησε πρώτα να περάσουν τα δυο κορίτσια και τ’ ακολούθησε μες στο καλύβι.

«Καλημέρα, καλοί μου άνθρωποι!»

«Παρακαλώ, περάστε», είπε ο Σίμωνας. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;»

Η γυναίκα κάθισε στο τραπέζι. Τα δυο κοριτσάκια στριμώχνονταν κοντά στα γόνατα της, γιατί φοβόντουσαν αυτούς που ήταν στο καλύβι.

«Θέλω να μου φτιάξετε δερμάτινα παπούτσια γι’ αυτά τα κοριτσάκια, για την άνοιξη».

«Να σας φτιάξουμε, μόλο που δεν έχουμε ξαναφτιάξει τέτοια παπούτσια. Ο παραγιός μου, ο Μιχάλης, είναι μάστορας σ’ αυτό».


Ο Σίμωνας έριξε στον Μιχάλη μια ματιά και είδε πως είχε παρατήσει τη δουλειά του και καθόταν με τα μάτια του καρφωμένα πάνω στα κοριτσάκια. Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Είναι αλήθεια πως τα κορίτσια ήταν πολύ όμορφα, με μαύρα μάτια, παχουλά, ροδομάγουλα• φορούσαν όμορφα τσεμπέρια και γούνινα πανωφόρια αλλά ο Σίμωνας εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί ο Μιχάλης τα κοίταζε με τον τρόπο αυτό — σάμπως να τα γνώριζε από πριν. Ένιωθε αμήχανος αλλά συνέχισε να κουβεντιάζει με τη γυναίκα κανονίζοντας την τιμή. Αφού κανόνισε την τιμή, ετοιμάστηκε να πάρει τα μέτρα. Η γυναίκα σήκωσε το ανάπηρο κορίτσι στα γόνατα της και είπε:

«Πάρε δυο φορές μέτρα απ’ αυτό το κοριτσάκι. Φτιάξε ένα παπούτσι για το κουτσό ποδάρι και τρία για το γερό. Έχουνε και τα δυο το ίδιο νούμερο. Είναι δίδυμα».

Ο Σίμωνας πήρε τα μέτρα και, μιλώντας για το κουτσό κορίτσι, είπε:

«Πώς του συνέβη; Είναι τόσο όμορφο κορίτσι! Έτσι γεννήθηκε;»

«Όχι, η μητέρα του καταπλάκωσε το πόδι του».

Τότε μπήκε στη συζήτηση κι η Ματριόνα. Ποια ήταν, άραγε, αυτή η γυναίκα και τίνος ήταν τα παιδιά; Ρώτησε, λοιπόν:

«Δεν είσαι του λόγου σου, λοιπόν, η μητέρα τους;»

«Όχι, καλή μου γυναίκα. Δεν είμαι ούτε μητέρα τους ούτε καν συγγένισσά τους. Μου ήταν ολότελα ξένα αλλά τα υιοθέτησα».

«Δεν είναι παιδιά σας κι ωστόσο τ’ αγαπάτε τόσο πολύ;»

«Πώς είναι δυνατό να μην τ’ αγαπώ; Τα έθρεψα με το δικό μου γάλα. Είχα κι εγώ ένα παιδί αλλά το πήρε ο Κύριος. Το αγαπούσα τόσο, όσο αγαπώ τώρα αυτά».

«Τότε, ποιανού παιδιά είναι;»

Η γυναίκα, έχοντας αρχίσει να μιλάει, της είπε ολόκληρη την ιστορία.

«Πάνε κάπου έξι χρόνια από τότε που πέθαναν οι γονείς τους, κι οι δυο μέσα σε μια βδομάδα: ο πατέρας τους θάφτηκε την Τρίτη και η μητέρα τους πέθανε την Παρασκευή. Τα ορφανά τούτα γεννήθηκαν τρεις μέρες έπειτα απ’ το θάνατο του πατέρα τους και η μητέρα τους δεν έζησε ούτε μια μέρα παραπάνω. Ο άντρας μου κι εγώ ζούσαμε τότε σαν χωρικοί στο χωριό. Ήμασταν γείτονες τους και ο αυλόγυρός μας ήτανε πλάι στο δικό τους.Ο πατέρας τους ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός, ξυλοκόπος στο δάσος. Μια μέρα που κόβανε δέντρα, έπεσε πάνω του ένα απ’ αυτά και τον έκανε λιώμα. Δεν πρόκαμαν να τόνε πάνε σπίτι κι ο δύστυχος παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Την ίδια βδομάδα η γυναίκα του γέννησε δίδυμα — τούτα εδώ τα κοριτσάκια. Ήταν φτωχιά και μόνη. Δεν είχε κανένα κοντά της, ούτε νέο ούτε γέρο. Μονάχη της γέννησε και μονάχη της βρήκε το θάνατο.

»Την άλλη μέρα το πρωί πήγα να την ιδώ, μα σαν μπήκα στο καλύβι, η δύστυχη κειτόταν κιόλας ξυλιασμένη. Πεθαίνοντας, γύρισε και καταπλάκωσε με το σώμα της το ποδαράκι του παιδιού. Ήρθανε τότε στο καλύβι οι χωριανοί, πλύνανε το σώμα της, την ετοιμάσανε, φτιάξανε κι ένα φέρετρο και τήνε θάψανε. Ήταν άνθρωποι καλοί. Τα μωρά είχαν απομείνει μοναχά τους. Τι θα γινότανε με τα μωρά; Εγώ ήμουνα η μόνη γυναίκα εκεί πέρα που ‘χε μωρό στην αγκαλιά εκείνο τον καιρό. Φρόντιζα το δικό μου νιογέννητο, ηλικίας οχτώ βδομάδων. Έτσι, τα πήρα κοντά μου για λίγο καιρό. Οι χωρικοί μαζεύονταν κάθε τόσο κι όλο συλλογιζόντουσαν τι θ’ απογίνουν τα παιδιά. Στο τέλος μου είπανε:

“Για την ώρα, Μαρία, καλύτερα να τα κρατήσεις εσύ τα κορίτσια κι αργότερα θα δούμε τι θα τα κάνουμε”.

Έτσι, άρχισα να θηλάζω το γερό, παραμελώντας στην αρχή το σακάτικο. Φανταζόμουνα πως δε θα ζούσε. Μα ύστερα αναλογίστηκα: γιατί, τάχα, να υποφέρει το αθώο πλασματάκι; Το λυπήθηκα κι άρχισα κι αυτό να το ταΐζω. Έτσι, λοιπόν, θήλαζα το δικό μου το αγοράκι κι αυτά τα δυο —και τα τρία τους— από το στήθος μου. Ήμουνα νέα και γερή κι ο Θεός το ‘δωσε να έχω τόσο πολύ γάλα, που καμιά φορά ξεχυνόταν μοναχό του. Τάιζα συνήθως δυο κάθε φορά, ενώ το τρίτο περίμενε. Όποτε χόρταινε καλά το ένα, θήλαζα το τρίτο. Κι ο Θεός το ‘θελε αυτά τα δυο να μεγαλώσουν και το δικό μου να πεθάνει, προτού γίνει δυο χρονών. Και δεν είχα άλλα παιδιά, μόλο που δε μας λείπουν τα λεφτά. Ο άντρας μου δουλεύει αυτή τη στιγμή στο μύλο για τον έμπορο του καλαμποκιού. Πληρώνεται καλά και καλοζούμε. Αλλά δεν έχω δικά μου παιδιά και σκέφτομαι πόσο μόνη θα ‘μουνα, δίχως αυτά τα κοριτσάκια! Πώς μπορώ να μην τ’ αγαπώ! Αυτά είν’ η χαρά της ζωής μου!»

Κι έσφιξε πάνω της το κουτσό κοριτσάκι με το ‘να χέρι της, ενώ με τ’ άλλο σκούπιζε τα δάκρυα απ’ τα μάγουλα της.

Η Ματριόνα αναστέναξε και είπε:

«Σωστά το λέει η παροιμία, “μπορεί κανείς να ζήσει δίχως μάνα ή πατέρα, μα δεν μπορεί να ζήσει δίχως το Θεό”».

Με τέτοια λόγια κουβεντιάζανε όταν, άξαφνα, ολάκερο το καλύβι φωτίστηκε, σάμπως να το πλημμύριζε καλοκαιρινό φως απ’ τη γωνιά όπου καθόταν ο Μιχάλης. Όλοι κοιτάζανε προς αυτόν και τον είδανε καθισμένο εκεί πέρα, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατα του, να κοιτάζει ψηλά και να χαμογελά.

Κάποια στιγμή έφυγε η γυναίκα μαζί με τα κορίτσια. Ο Μιχάλης σηκώθηκε απ’ τον πάγκο, άφησε κάτω τη δουλειά του και έβγαλε την ποδιά του. Μετά, κάνοντας υπόκλιση στον Σίμωνα και στη γυναίκα του, είπε:

«Σας αποχαιρετώ, αφέντες μου. Ο Θεός με συγχώρεσε. Ζητώ κι από σας να με συγχωρέσετε, αν κάπου έσφαλα».

Κι εκείνοι είδαν πως ο Μιχάλης αχτιδοβόλαγε φως. Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε μπροστά στον Μιχάλη και είπε:

«Βλέπω, Μιχαήλ, ότι δεν είσαι ένας άνθρωπος κοινός κι εγώ δεν μπορώ μήτε να σε κρατήσω μήτε να σε ρωτήσω το παραμικρό. Πες μου μονάχα αυτό: πώς γίνεται κι όταν σε βρήκα και σ’ έφερα στο σπίτι ήσουνα μελαγχολικός κι όταν σου ‘δωσε η γυναίκα μου να φας, της χαμογέλασες και φωτίστηκες ολάκερος; Μετά, τότε που ‘ρθε ο κύριος να παραγγείλει τις μπότες κι εσύ χαμογέλασες πάλι κι έγινες ακόμα πιο φωτεινός; Και τώρα, όταν ετούτη η γυναίκα έφερε τα κοριτσάκια, εσύ χαμογέλασες για τρίτη φορά και φωτίστηκες σαν ήλιος; Πες μου, Μιχαήλ, γιατί λάμπει τόσο πολύ το πρόσωπο σου και γιατί χαμογέλασες τις τρεις εκείνες φορές;» 

Κι ο Μιχαήλ αποκρίθηκε:

«Εκπέμπω φως επειδή τιμωρήθηκα κι επειδή τώρα ο Θεός με συγχώρεσε. Και χαμογέλασα τρεις φορές επειδή ο Θεός με έστειλε να μάθω τρεις αλήθειες κι εγώ τις έμαθα. Τη μια την έμαθα τότε που με λυπήθηκε η γυναίκα σου κι αυτός είν’ ο λόγος που μ’ έκανε να χαμογελάσω την πρώτη φορά. Τη δεύτερη την έμαθα τότε που ο πλούσιος παράγγειλε τις μπότες κι εγώ ξαναχαμογέλασα. Και τώρα, όταν αντίκρισα κείνα τα κοριτσάκια, έμαθα την τρίτη και τελευταία αλήθεια και χαμογέλασα για τρίτη φορά».

Και είπε ο Σίμωνας:

«Πες μου, Μιχαήλ, για ποιο λόγο σε τιμώρησε ο Θεός και ποιες ήταν οι τρεις αλήθειες που μπορώ να τις μάθω κι εγώ;» 

Και αποκρίθηκε ο Μιχαήλ:

«Ο Θεός με τιμώρησε, επειδή δεν τον υπάκουσα. Ήμουνα άγγελος στον ουρανό και παράκουσα το Θεό. Μ’ είχε στείλει ο Θεός να πάρω κάποιας γυναίκας την ψυχή. Κι ήρθα πετώντας κάτω στη γη κι αντίκρισα μια άρρωστη γυναίκα να κείτεται μονάχη της, μια γυναίκα που ‘χε μόλις γεννήσει δυο δίδυμα κορίτσια. Σάλευαν ανήμπορα εκείνα στο πλευρό της μητέρας αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τα σηκώσει και να τα φέρει ως το στήθος της. Όταν με είδε, κατάλαβε πως ο Θεός με είχε στείλει για να της πάρω την ψυχή και τότε έκλαψε και είπε:

“Άγγελε Κυρίου! Πριν από λίγο θάφτηκε ο άντρας μου που τόνε τσάκισε ένα δέντρο. Δεν έχω ούτε αδελφή ούτε θεία ούτε μητέρα: κανένα να φροντίσει για τα ορφανά μου. Μην πάρεις την ψυχή μου! Άφησε με να θηλάσω τα μωρά μου, να τα θρέψω και να τα στηρίξω στα πόδια τους, προτού πεθάνω. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα ή πατέρα”. 

Κι εγώ την άκουσα. Έβαλα το ‘να παιδί στο στήθος της, τ’ άλλο στην αγκαλιά της και ξαναγύρισα στον Κύριο στον ουρανό. Πέταξα ως Αυτόν και είπα:

“Δεν μπόρεσα να πάρω την ψυχή της μητέρας. Ο άντρας της σκοτώθηκε από ένα δέντρο. Η γυναίκα έχει δυο δίδυμα παιδιά και παρακαλεί να μην της πάρουμε την ψυχή. Λέει η μητέρα: αφήστε με να θηλάσω και να θρέψω τα παιδιά μου, ώσπου να σταθούνε στα πόδια τους. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα και πατέρα. Δεν της πήρα την ψυχή”. 

Και λέει τότε ο Κύριος:

“Ύπαγε — πάρε της μητέρας την ψυχή και μάθε τρεις αλήθειες: μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, θα επιστρέψεις στον ουρανό”.

Έτσι, ξαναπέταξα στη γη και πήρα την ψυχή της μητέρας. Τα βρέφη πέσαν απ’ τα στήθη της. Το σώμα της γύρισε πάνω στην κλίνη και καταπλάκωσε το ένα βρέφος στραγγουλίζοντας το πόδι του. Εγώ ανυψώθηκα πάνω απ’ το χωριό θέλοντας να μεταφέρω την ψυχή της στο Θεό, μα ένας άνεμος άρπαξε, ξερίζωσε τα φτερά μου κι με γκρέμισε κάτω. Η ψυχή της πέταξε μόνη της στο Θεό, ενώ εγώ έπεσα καταγής στην άκρια του δρόμου».

Ο Σίμωνας κι η Ματριόνα κατάλαβαν ποιος ήταν αυτός που ‘χε ζήσει μαζί τους, κατάλαβαν ποιον είχαν ντύσει και ταΐσει. Κι έκλαψαν από δέος και χαρά. Κι ο άγγελος τους είπε:

«Ήμουν μονάχος στα χωράφια, γδυμνός. Δε γνώρισα ποτέ ανθρώπινη ανάγκη τι θα πει, κρύο και πείνα, ωσότου έγινα άνθρωπος. Πεινούσα, κρύωνα και δεν ήξερα τι να κάνω. Σιμά στο χωράφι όπου ‘χα πέσει είδα ένα αλτάρι χτισμένο για τον Κύριο και πήγα προς τα κει με την ελπίδα να βρω καταφύγιο. Μα το αλτάρι ήτανε κλειδωμένο και δεν μπορούσα να μπω. Έτσι, κάθισα καταγής πίσω από το αλτάρι για να προφυλαχτώ, τουλάχιστον, απ’ τον άνεμο. Σουρούπωνε κι εγώ ήμουν πεινασμένος, παγωμένος και πονούσα. Άξαφνα άκουσα κάποιον να περνάει από το δρόμο. Κρατούσε ένα ζευγάρι παλιοπάπουτσα και μιλούσε μοναχός του. Για πρώτη φορά, αφότου γίνηκα άνθρωπος, αντίκριζα το θνητό πρόσωπο ενός ανθρώπου και το πρόσωπο του μου φάνηκε τρομερό και μ’ έκανε ν’ αποστρέψω το δικό μου. Κι άκουσα τον άνθρωπο να παραμιλά και να λέει πώς θα ‘ βρίσκε τρόπο να προφυλάξει το κορμί του από το κρύο το χειμώνα και να θρέψει γυναίκα και παιδιά. Κι εγώ συλλογίστηκα: 

“Πεθαίνω απ’ το κρύο και την πείνα και να ένας άνθρωπος που άλλο δε σκέφτεται, παρά μονάχα πώς να ντύσει τον εαυτό του και τη γυναίκα του και πώς να βρει ψωμί για να φάνε. Δεν μπορεί να με βοηθήσει”.


Όταν με αντίκρισε ο άνθρωπος, σκυθρώπιασε και γίνηκε ακόμα τρομερότερος και με προσπέρασε. Απελπίστηκα τότε. Μα ξαφνικά τον άκουσα που ξαναγύριζε. Σήκωσα τα μάτια μου, τον είδα και δεν αναγνώρισα τον ίδιο άνθρωπο: λίγο πριν είχα δει το θάνατο στο πρόσωπο του, μα τώρα είχε ζωντανέψει και αναγνώρισα σ’ αυτόν την παρουσία του Θεού. Ήρθε κοντά μου, μ’ έντυσε, με πήρε μαζί του και μ’ έφερε στο σπίτι του. Εγώ μπήκα στο σπίτι. Μια γυναίκα ήρθε να μας προϋπαντήσει και άρχισε να μιλά. Η γυναίκα ήταν ακόμα πιο τρομερή απ’ όσο υπήρξε ο άντρας. Από το στόμα της έβγαινε το πνεύμα του θανάτου. Δεν μπορούσα ν’ ανασάνω από την μπόχα του θανάτου που σκόρπιζε ολόγυρα της. Ήθελε να με διώξει, να με πετάξει έξω μες στην παγωνιά κι εγώ ήξερα πως αν το έκανε, θα πέθαινα. Άξαφνα ο άντρας της της μίλησε για το Θεό και η γυναίκα άλλαξε μονομιάς. Κι όταν μου έφερε να φάω και με κοίταξε, την κοίταξα κι εγώ και είδα πως ο θάνατος δεν κατοικούσε πια μέσα της. Είχε ζωντανέψει και αναγνώρισα και σ’ αυτή την παρουσία του Θεού.


»Τότε θυμήθηκα το πρώτο μάθημα που μου ‘χε αναθέσει ο Κύριος: “μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο”. Και κατάλαβα πως μέσα στον άνθρωπο κατοικεί η αγάπη! 


Χαιρόμουνα που ο Θεός είχε κιόλας αρχίσει να μου φανερώνει ό,τι είχε υποσχεθεί και τότε χαμογέλασα για πρώτη φορά. Αλλά δεν τα ‘χα ακόμα μάθει όλα. Δεν ήξερα ακόμα Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς.


»Έμεινα μαζί σας και πέρασε ένας χρόνος. Κι ήρθε τότε ένας άνθρωπος που παράγγειλε μπότες που θα τις φορούσε για ένα χρόνο δίχως να ξεχειλώσουν ή να ξηλωθούν. Εγώ τον κοίταξα και, ξαφνικά, πίσω απ’ τον ώμο του, αντίκρισα το σύντροφο μου — τον άγγελο του θανάτου. Κανείς εκτός από μένα δεν έβλεπε κείνο τον άγγελο. Εγώ, όμως, τον ήξερα και ήξερα πως πριν ο ήλιος βασιλέψει, θα έπαιρνε του πλούσιου την ψυχή. Και είπα μέσα μου: “Ο άνθρωπος αυτός κάνει ετοιμασίες για ένα χρόνο μετά και δεν ξέρει πως θα πεθάνει πριν νυχτώσει”. Και θυμήθηκα τη δεύτερη φράση του Κυρίου, “μάθε Τι δε δίνεται στον άνθρωπο”.

» Ο,τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο το ήξερα κιόλας. Τώρα μάθαινα τι δεν του δίνεται. Δε δίνεται στον άνθρωπο το να ξέρει τις ανάγκες του. Και χαμογέλασα για δεύτερη φορά. Χαιρόμουν που είχα αντικρίσει το σύντροφό μου άγγελο, που χαιρόταν κι αυτός για το ότι  ο θεός μού είχε αποκαλύψει τη δεύτερη αλήθεια.

«Ωστόσο, δεν τα γνώριζα ακόμα όλα. Δεν ήξερα Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Κι εξακολούθησα να ζω περιμένοντας πότε ο Κύριος θα μου αποκαλύψει το τελευταίο τούτο μάθημα. Τον έκτο χρόνο ήρθαν εδώ τα δίδυμα κορίτσια με τη γυναίκα. Κι εγώ αναγνώρισα τα κορίτσια και άκουσα με ποιο τρόπο είχαν κρατηθεί στη ζωή. Ακούγοντας την ιστορία, αναλογίστηκα: 


“Η μητέρα τους με ικέτεψε για χάρη των παιδιών κι εγώ την πίστεψα όταν έλεγε πως τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουν δίχως μάνα ή πατέρα. Όμως, ήρθε μια ξένη και τα θήλασε και τ’ ανάθρεψε”. Κι όταν η γυναίκα έδειξε την αγάπη της για τα παιδιά που δεν ήταν δικά της κι έκλαψε πάνω από το προσκεφάλι τους, είδα σ’ αυτή το ζωντανό Θεό και κατάλαβα Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Και ήξερα πως ο Θεός μού είχε αποκαλύψει την τελευταία αλήθεια και είχε συγχωρέσει το αμάρτημα μου. Και τότε χαμογέλασα για τρίτη φορά».

Και το κορμί του αγγέλου γυμνώθηκε και ντύθηκε με φως, έτσι που να μην μπορεί να τον κοιτάξει ανθρώπου μάτι. Και η φωνή του γίνηκε πιο δυνατή, σάμπως να έβγαινε όχι απ’ αυτόν αλλά ψηλά απ’ τον ουρανό. Κι ο άγγελος είπε:

«Έμαθα πως όλοι οι άνθρωποι ζουν όχι από έγνοια για τον εαυτό τους αλλ’ από αγάπη.

»Δεν ήτανε δοσμένο στη μητέρα να ξέρει τι χρειάζονταν τα παιδιά της για να ζήσουν. Ούτε και στον πλούσιο ήταν δοσμένο να ξέρει τι χρειαζόταν για τον εαυτό του. Ούτε κι είναι δοσμένο σ’ οποιοδήποτε άνθρωπο να ξέρει αν, μόλις πέσει το βράδυ, θα χρειαστεί μπότες για το σώμα του ή μαλακές παντόφλες για το πτώμα του.

»Έμεινα στη ζωή, σαν ήμουν άνθρωπος, όχι από έγνοια για τον εαυτό μου, μα επειδή ήταν παρούσα η αγάπη σ’ έναν περαστικό κι επειδή αυτός και η γυναίκα του με συμπόνεσαν και μ’ αγάπησαν. 


Έμειναν στη ζωή τα ορφανά όχι απ’ την έγνοια της μητέρας τους, μα επειδή υπήρχε αγάπη μες στην καρδιά κάποιας γυναίκας, μιας ξένης γι’ αυτά, που τα συμπόνεσε και τ’ αγάπησε. Κι όλοι οι άνθρωποι μένουν στη ζωή όχι με τη σκέψη ότι ξοδιάζουν για την ευτυχία τους, μα επειδή μέσα στον άνθρωπο υπάρχει αγάπη.


»’Ηξερα ως τώρα πως ο Θεός έδωσε ζωή στους ανθρώπους και τη λαχτάρα να ζήσουν. Τώρα κατάλαβα περισσότερα απ’ αυτό.


»Κατάλαβα πως ο Θεός δεν επιθυμεί να ζούνε ξέχωρα οι άνθρωποι και, λοιπόν, δεν τους αποκαλύπτει τι χρειάζεται ο καθένας για τον εαυτό του. Τους θέλει, όμως, να ζούνε ενωμένοι και, λοιπόν, αποκαλύπτει στον καθένα απ’ αυτούς τι είναι αναγκαίο για όλους.


«Κατάλαβα τώρα πως οι άνθρωποι, μόλο που δείχνουν ότι ζουν από έγνοια για τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα ζούνε μονάχα με την αγάπη. Όποιος έχει εντός του την αγάπη, έχει εντός του το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη».

Κι ο άγγελος ανέπεμψε ύμνο στο Θεό και το καλύβι άρχισε να τρέμει απ’ τη δύναμη της φωνής του. Η οροφή άνοιξε και μια κολόνα φωτιάς υψώθηκε από τη γη στα ουράνια. Ο Σίμωνας, η γυναίκα του και τα παιδιά του έπεσαν κάτω. Φτερά παρουσιάστηκαν πάνω στους ώμους του αγγέλου που ανυψώθηκε τώρα στους ουρανούς.

Κι όταν ο Σίμωνας συνήλθε, το καλύβι ήταν όπως πριν και δεν υπήρχε κανείς μέσα σ’ αυτό, εκτός απ’ τη φαμίλια του.

************

Λέων Τολστόι, Ιστορίες .  Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης – Ανδρέας Αγγελάκης Εικονογράφηση: Στάθης Σταυρόπουλος  Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1988

Πηγή https://antikleidi.com