Ένας αδελφός που είχε αδικηθεί από άλλον αδελφό πήγε στον
αββά Σισώη και του είπε: «Κάποιος αδελφός με αδίκησε και θέλω να βρω το δίκιο
μου». Ο γέροντας τον παρακαλούσε: «Μη, παιδί μου· καλύτερα άφησε την υπεράσπισή
σου στον Θεό». Εκείνος επέμενε: «Δεν θα σταματήσω μέχρι να βρω το δίκιο μου».
Είπε τότε ο γέροντας: «Ας προσευχηθούμε, αδελφέ», και αφού σηκώθηκε είπε: «Θεέ,
δεν έχουμε πια την ανάγκη της φροντίδας σου, γιατί εμείς μόνοι μας βρίσκουμε το
δίκιο μας». Όταν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντα και
είπε: «Δεν αντιδικώ άλλο με τον αδελφό· συγχώρησέ με, αββά».
Πολλές φορές έλεγε στον αββά Σισώη ο μαθητής του: «Αββά,
σήκω να φάμε», και εκείνος τον ρωτούσε: «Δεν φάγαμε, παιδί μου;» «Όχι, πάτερ»,
αποκρινόταν ο μαθητής, και έλεγε ο γέροντας: «Αν δεν φάγαμε, φέρε να φάμε».
Γεννήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνος. Έλαβε μεγάλη μόρφωση και γι’ αυτό του δόθηκε η επωνυμία του Ρήτορος. Μοναχός έγινε στην περίφημη μονή του Στουδίου. «Τελειοτέρας γλιχόμενος εν ησυχία ζωής, ανεχώρησεν εις το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».
Στην αρχή κατοίκησε στην σκήτη των Καρυών, έπειτα στη σκήτη της Αγίας Άννης και τέλος στην ερημική περιοχή, όπου σήμερα η σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης. Εκεί, μαζί με τον μαθητή του όσιο Μητροφάνη, ασκήθηκαν μέσα σε σπήλαιο, που σήμερα διαμορφώθηκε σε ναό, για όλη τους τη ζωή. Θεωρούνται οι πρώτοι οικήτορες της σκήτης και τιμώνται ιδιαίτερα.
Ο θεοφώτιστος όσιος Διονύσιος, «συντονωτάτη κεχρημένος ησυχία και ασκήσει, ήρθη εις ύψος μυστικών θεωριών, και επλήσθη των αΰλων του Παρακλήτου ελλάμψεων, υπελθών τον άδυτον της χάριτος γνόφον. Και περιώνυμος εν λόγοις οφθείς, και εξακουστός εν ποικίλη σοφια και γνώσει, και ασφαλής υφηγητής πάσι μονασταίς και ασκηταίς, την δοθείσαν αυτώ χάριν, πολλαπλώς εκ χειλέων έβλυζεν, ως θείος διδάσκαλος, και εν δέλτοις ιεροίς διεχάραττε, ποθεινότατος πάσι γεγονώς».
Η φήμη της αρετής του έφθασε μακρυά από τον ιερό Άθωνα. Στη βιβλιοθήκη της σκήτης της Αγίας Άννης σώζεται ιδιόγραφος κώδικάς του, καθώς και το Ψαλτήριο που χρησιμοποιούσε καθημερινώς. Ο όσιος περιγράφεται, «κατά τον τύπον του σώματος και την μορφήν, ικανώς εις ύψος εκτεινόμενος· είχε κεφαλήν μεγάλην και οιονεί τετράγωνον· παρειάς πλατείας· μέτωπον υψηλόν και πλατύ· μύστακα παχύν, προς τα κάτω νεύοντα· γενειάδα πλατείαν, τετράγωνον, μικρόν διχαζομένην και καθιμένην άχρι του στήθους· τρίχωμα υπόλευκον· ην ημιφαλακρός, την επιδερμίδα σιτόχρους, και χαρακτήρ μεγαλοπρεπής… ».
Μέχρι τέλους αγωνιζόμενος ανεπαύθη εν ειρήνη στο σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα σώζεται, και το 1956 ανοικοδομήθηκε ωραίος ναός, όπου τιμάται πανηγυρικά με τον όσιο μαθητή του. Ο υμνογράφος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης υπήρξε συνθέτης της Ακολουθίας και του βίου τους και οικήτορας του τόπου των αγωνισμάτων τους.
Η μνήμη του οσίου Διονυσίου του Ρήτορος τιμάται στις 9 Ιουλίου.
2. Όσιος Μητροφάνης (+ αρχές 17ου αι.)
Πιστός μαθητής και συνασκητής του όσιου Διονυσίου του Ρήτορος. Έζησαν ασκητικώς στο μέχρι σήμερα σωζόμενο σπήλαιο στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης.
Με την ευλογία του Γέροντά του, κατόπιν προσκλήσεως, κρίθηκε άξιος ο όσιος Μητροφάνης να εξέλθει στα πλησιόχωρα του Αγίου Όρους, για εξομολόγηση και διόρθωση των χριστιανών της Χαλκιδικής. Στο χωριό Ίσβορος (σημερινά Στρατονίκη της Χαλκιδικής) συνάντησε τον ευλαβή χριστιανό Δημήτριο, που είχε δει τις ήμερες εκείνες θαυμαστή οπτασία περί της αιωνίου ζωής, την οποία κατέγραψε ο όσιος και έτσι διασώθηκε προς ωφέλεια πολλών μέχρι σήμερα. Στις ήμερες μας κτίσθηκε ναός προς τιμή του οσίου στη Στρατονίκη.
Ο όσιος Μητροφάνης «ήτο κατά τον τύπον του σώματος μέτριος, έχων κεφαλήν στρογγύλην, κόμην παχείαν, μέλαιναν, γενειάδα στρογγύλην, μικράν, τρίχωμα ούλον, ωσαύτως οφρύας και οφθαλμούς στρογγύλους· ην ημιφαλακρός. μετ’ επιδερμίδος επί το λευκότερον, και γενικώς μελανόθριξ, ομοιάζων και ούτος τω αγίω Νικολάω, πλην της ηλικίας και της χροιάς του τριχώματος· ην γαρ τη ηλικία νεώτερος, έχων το τρίχωμα μέλαν».
Ανεπαύθη λίγο μετά την κοίμηση του οσίου διδασκάλου του, μετά του οποίου συντιμάται στις 9 Ιουλίου.
Μας έστειλαν επίσης ένα άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στο Facebook (εδω). Ο συγγραφέας του άρθρου ουσιαστικά παραδέχεται την αντίφαση του π. Θεόδωρου γράφοντας:
«Από τη μία ο π. Θ. Ζ. λέει: "δεν θα κάνουμε δικούς μας επισκόπους", αλλά από την άλλη εύχεται "να βρεθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι που θα αποτειχιστούν" (ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΑΝΤΙΦΑΣΗ). Αν συνέβαινε το δεύτερο (να αποτειχιστούν εν ενεργεία επίσκοποι), κατά την οπτική των αποτειχισμένων, δεν θα επρόκειτο για "ίδρυση νέας εκκλησίας" (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.), αλλά για την "υγιή μερίδα" της ήδη υπάρχουσας ιεραρχίας που αντιδρά».
όπως επισημάναμε και εμείς χθες, με τη διαφορά ότι προτείνει στους αποτειχισμένους πως:
«η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου (πρώην Ράσκας και Πριζρένης), δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη».
Να τονίσουμε βέβαια ότι προσωπικά δεν μας αρέσουν όροι όπως «μοναδική οδός» και παρεμφερείς εκφράσεις, διότι έχουμε κακές εμπειρίες από τέτοιου είδους όρους... Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα δεν είναι αυτό. Αναφέρει ο συγγραφέας: «Αφού ο π. Θεόδωρος και οι συν αυτώ ήθελαν επίσκοπο, που να ηγηθεί της αποτείχισης, γιατί δεν αναγνώρισαν τον καθαιρεθέντα από το Πατριαρχείο Σερβίας Μητροπολίτη Αρτέμιο, ο οποίος έπραξε ακριβώς αυτό; Ο π. Θεόδωρος και άλλοι θεολόγοι της αποτείχισης υποστηρίζουν ότι ο Αρτέμιος προχώρησε σε «αντικανονικές χειροτονίες» (χειροτόνησε "χωρεπισκόπους" χωρίς την έγκριση συνόδου), δημιουργώντας de facto δική του παράλληλη ιεραρχία (σχίσμα) στη Σερβία. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Η άρνηση να «σκύψουν το κεφάλι» στον Αρτέμιο αποδεικνύει το αδιέξοδο της θεωρίας τους. Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία, απομονώνονται και από εκείνους τους επισκόπους οι οποίοι έκαναν το βήμα, που οι ίδιοι ευαγγελίζονται».
Σύμφωνα με τη συλλογιστική του συγγραφέως, «Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη» και αυτή είναι: «Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία...» Και παρακάτω παρουσιάζει προτάσεις οι οποίες εφαρμόσθηκαν έτη πίσω από τους Γ.Ο.Χ., όπως επί παραδείγματι:
«Η ένταξη στη συγκεκριμένη Σύνοδο (σ.σ. εννοεί του Σεβ. Αρτεμίου) αποκαθιστά πλήρως την απαραίτητη ιεραρχική δομή (Επίσκοπος - Πρεσβύτεροι - Διάκονοι) και εγγυάται τη συνέχεια της Αποστολικής Διαδοχής, μέσω των μελλοντικών χειροτονιών, αποτρέποντας τον πνευματικό μαρασμό και το βιολογικό αδιέξοδο,».....«Η ένταξη στη Σύνοδό του είναι η μόνη στάση που ευθυγραμμίζει απόλυτα τις πράξεις με τα λόγια»...... «η ένταξη δημιουργεί μια σαφή, συμπαγή και συγκροτημένη εκκλησιαστική δομή. Αυτή η δομή μπορεί να αντέξει στην πίεση του χρόνου, να οργανώσει ενορίες, να κατηχήσει πιστούς και να κληροδοτήσει την αντι-οικουμενιστική μαρτυρία στις επόμενες γενιές»..... «Η θεωρία της «μέσης οδού» έχει εξαντλήσει τα όριά της. Για όποιον αρνείται τη συμβιβαστική επιστροφή, η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου, δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη». Ενώ λοιπόν αποδέχεται τις παραπάνω πραγματικότητες, δεν προτείνει στους αποτειχισμένους να ενταχθούν στην ήδη υπάρχουσα Σύνοδο Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, η οποία υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα. Αντιθέτως, παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» την ένταξη στη Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου, η οποία βρίσκεται μάλιστα σε άλλη χώρα. Η θέση αυτή δημιουργεί μία εμφανή αντίφαση. Από τη μία παραδέχεται ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν συνιστά ίδρυση νέας Εκκλησίας αλλά αποτελεί την υγιή μερίδα της Ιεραρχίας. Από την άλλη, δεν θεωρεί την ήδη υπάρχουσα Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. ως πιθανή εκκλησιολογική λύση για τους αποτειχισμένους γι αυτό και δεν την προτείνει. Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από τη στιγμή που ο ίδιος έχει επανειλημμένως υπερασπισθεί τους Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας μέσα από σχόλιά του στο ιστολόγιό μας. Πολλάκις έχει σχολιάσει στο ιστολόγιό μας, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την Ορθοδοξία τους. Αν οι Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας (ανήκουν στην Σύνοδο που προΐσταται ο Αρχ. Καλλίνικος) είναι Ορθόδοξοι, τότε αποτελεί και η αντίστοιχη Σύνοδος που ανήκουν εκκλησιολογική λύση για τους αποτειχισμένους. Παρά ταύτα, όταν αναζητεί λύση για τους αποτειχισμένους, αποσιωπά πλήρως την ύπαρξη της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. και παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» τη Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου. Από τη στιγμή που αποδέχεται ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν αποτελεί ίδρυση νέας Εκκλησίας, με δικό του σχόλιο σε παρένθεση (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.) αναγνωρίζει ουσιαστικά και το εκκλησιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι Γ.Ο.Χ.. Με την παραπάνω παραδοχή καταρρίπτεται ουσιαστικά το γνωστό επιχείρημα ότι οι Γ.Ο.Χ. ίδρυσαν δήθεν «νέα Εκκλησία». Εφόσον στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται νέα Εκκλησία, τότε δεν υπάρχει καμία διαφορά. Έπειτα από ένδεκα ολόκληρα έτη από τη μονομερή και αντικανονική αλλαγή του εορτολογίου, Ορθόδοξοι Επίσκοποι αποτειχίσθηκαν, ανέλαβαν τον αγώνα των παλαιοημερολογιτών και αποτέλεσαν την υγιή μερίδα της τότε Ιεραρχίας που αντέδρασε στην καινοτομία και στην συνέχεια οι Ρώσοι της Διασποράς ανανέωσαν τον αγώνα των Παλαιοημερολογιτών με νέες χειροτονίες. Προκύπτει όμως από το ίδιο του το άρθρο ότι η επιχειρηματολογία του δεν εφαρμόζεται με το ίδιο μέτρο σε όλες τις περιπτώσεις. Ενώ αναγνωρίζει ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν συνιστά ίδρυση νέας Εκκλησίας και ενώ υπερασπίζεται δημοσίως τους Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας, παρακάμπτει πλήρως την ύπαρξη της Ελληνικής Συνόδου των Γ.Ο.Χ. και παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» την ένταξη στην Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου.
Κατά την ταπεινή μας άποψη η ασυνέπεια και η δική του αντίφαση είναι εμφανής.
Ο Όσιος Ιωακείμ γεννήθηκε στα μέσα του 17ου αιώνα μ.Χ. (ή σύμφωνα με άλλες πηγές στα τέλη του 16ου αιώνα μ.Χ), στο χωριό Σκιαδά που βρίσκεται στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του όρους Ερύμανθος, στη περιοχή της σημερινής Τριταίας, της επαρχίας των Παλαιών Πατρών (Αχαΐα). Σε νεαρή ηλικία και παρά τη θέληση του, αρραβωνιάστηκε μια ευσεβή νέα, που καταγόταν από το ίδιο χωριό.
Ο Ιωακείμ όμως, φλεγόμενος του πόθου της μοναχικής ζωής, εγκατέλειψε γονείς και αρραβωνιαστικιά και έγινε μοναχός στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Δίβρη του νομού Ηλείας. Στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής ο Άγιος έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητας, ώστε κρίθηκε άξιος από τον Ηγούμενο της Μονής για να λάβει το μέγα αξίωμα της Ιεροσύνης. Ζώντας έτσι ταπεινά μέσα στην αδελφότητα, μετά την κοίμηση του Καθηγούμενου της Μονής, εκλέγεται Ηγούμενος.
Εν συνεχεία πήγε στη Μονή των Νοτενών, που βρίσκεται κοντά στη γενέτειρά του και τιμάται απ’ ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και έγινε Καθηγούμενος της. Δεν παρήλθαν, όμως, πολλά χρόνια και, φλεγόμενος από τον πόθο της ησυχίας, παραιτήθηκε από το αξίωμα του ηγουμένου, και αποσύρθηκε σε κάποιο σπήλαιο, που υπήρχε κοντά στο Μοναστήρι.
Στο μικρό εκείνο σπήλαιο, ο όσιος επιδόθηκε σε σκληρή άσκηση, με διαρκείς προσευχές, νηστείες και αγρυπνίες, υπομένοντας κάθε σκληραγωγία και στενοχώρια της ασκητικής πολιτείας, προκειμένου να καθαρίσει τον εαυτό του από τα πάθη και να γίνει εύχρηστο σκεύος του Αγίου Πνεύματος. Η τροφή του ήταν χυλός αλεύρου βρασμένου με μέλι, ή άγρια χόρτα βρασμένα.
Οι μεγάλοι του πνευματικοί αγώνες ήταν κρυφοί, γιατί φοβόταν ότι «η φανερή αρετή χάνεται, καθώς ο θησαυρός ο φανερός κλέπτεται». Έτσι όλες τις νύκτες κοιμόταν όρθιος, κρεμασμένος με σχοινιά από τις μασχάλες του, έχοντας εμπρός του ένα Τετραευάγγελο ανοικτό.
Αν και όταν εντελώς αγράμματος, εν τούτοις τόσο πολύ κατανοούσε την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των θείων Πατέρων, ώστε και ο τότε Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Παρθένιος Ε' (1750-56 και 1759-70 μ.Χ.), ο οποίος ήταν πολύ πεπαιδευμένος στην ελληνική σοφία, καταδεχόταν να πηγαίνει σ’ αυτόν και να τον συμβουλεύεται.
Έτσι, λοιπόν, ζούσε και αγωνιζόταν όλες τις ημέρες της ζωής του ο όσιος Ιωακείμ, έως ότου έφθασε «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. δ΄ 13), περί τα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ. Τότε, καταλαβαίνοντας την ώρα της εκδημίας του, κάλεσε τους πατέρες της Μονής και τους νουθέτησε πως να πολιτεύωνται και να ζουν εν ειρήνη, κατά το μοναχικό τους πολίτευμα. Έπειτα, αφού έκαμε το σημείο του Σταυρού, είπε: «Εἰς χεῖράς σου, Χριστέ, παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου», και έτσι απέπνευσε. Ενταφιάσθηκε ευλαβώς στον νάρθηκα του Ιερού ναού, στο μοναστήρι.
Τρία χρόνια μετά την κοίμηση του οσίου (ή σύμφωνα με άλλες πηγές δέκα χρόνια μετά), ο ανωτέρω Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών θέλησε να κάνει την ανακομιδή των Λειψάνων του. Ένας, όμως, από εκείνους που έσκαβαν, τραβώντας απρόσεκτα, έβγαλε κομμένο από τους ώμους το δεξιό χέρι του Οσίου με όλο το κρέας και το δέρμα του. Τότε εξεπλάγησαν όλοι και άρχισαν προσεκτικά να βγάζουν με τα δάκτυλα το χώμα από τον τάφο, έως ότου το υπόλοιπο σώμα του αγίου βγήκε όλο ακέραιο, πλήρες ευωδίας, και κατά κάποιον τρόπον στάθηκε όρθιο, όπως εκείνο του αγίου Σπυρίδωνος.
Λείψανο του Αγίου που βρίσκετε στο Ι.Η. Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος Μουρτερής
Τότε η φήμη του Ιερού Λειψάνου διαδόθηκε παντού και πολλοί χριστιανοί έτρεχαν σ’ αυτό, άλλοι μεν χάριν προσκυνήσεως, άλλοι δε για να ιατρεύσουν τα πάθη τους, και αμέσως λάμβαναν την θεραπεία τους. Και όχι μόνον οι χριστιανοί, αλλά και πολλοί τούρκοι πήγαιναν, και θεραπεύονταν από τον Άγιο.
Μετά από λίγα χρόνια, κατά την μεγάλη επιδρομή των Τουρκαλβανών στον Μωρέα, μετά την αποτυχημένη εξέγερση των Ορλωφικών (1770 μ.Χ.), «κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Κύριος», το ιερό Λείψανο διαλύθηκε και η Αγία Κάρα του Οσίου κλάπηκε μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα της Μονής.
Σήμερα στην Ιερά Μονή των Νοτενών σώζονται λίγα Λείψανα από το ιερό σκήνος του οσίου Ιωακείμ του Νέου, που ευωδιάζουν και κάνουν διάφορες θεραπείες στους πιστούς, ενώ εμπρός από το σπήλαιο, στο οποίο ασκήτευε, έχει οικοδομηθεί εκκλησία επ’ ονόματί του, όπου και η μνήμη τιμάται με λαμπρότητα στις 3 Ιουλίου.
Μου έστειλαν ένα βίντεο στο οποίο ομιλητές είναι ο π. Θεόδωρος Ζήσης και ο υιός του. Ειλικρινά, είναι τελείως απαράδεκτο άνθρωποι, οι οποίοι υποτίθεται ότι διαθέτουν ακαδημαϊκές γνώσεις, να εμφανίζονται τόσο ανιστόρητοι σε εκκλησιαστικά ζητήματα, τα οποία όχι μόνον έχουν απαντηθεί, αλλά έχουν αναλυθεί εκατοντάδες φορές. Πραγματικά με απογοήτευσαν. Κατανοώ ότι επιθυμούν να στηρίξουν τη δική τους θέση. Όταν όμως αυτό επιχειρείται με ιστορικές ανακρίβειες, τότε ισχύει το γνωστό: «τὸ καλὸν οὐκ ἔστι καλόν, ἐὰν μὴ καλῶς γένηται».
Αναφέρει ο π. Θεόδωρος:
«Από την αρχή της αποτειχίσεως είπαμε ότι δεν θα κάνουμε το λάθος που έκαναν οι του παλιού ημερολογίου. Να έχουμε δικούς μας Επισκόπους».
και λίγο παρακάτω διαβάστε την πλήρη αντίφαση:
«Εκτός αν βρεθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι που θα αναλάβουν. Αν βρίσκονταν κάποιοι Ορθόδοξοι Επίσκοποι οι οποίοι θα αναλάμβαναν την αποτείχιση και αποτειχίζονταν, θα άλλαζε το θέμα».
Μα συγγνώμη, τι διαφορετικό έκαναν οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι που ηγήθηκαν του αγώνος των παλαιοημερολογιτών; Είναι δυνατόν να αγνοεί ο π. Θεόδωρος ότι το 1935, έπειτα από ένδεκα ολόκληρα έτη από τη μονομερή και αντικανονική αλλαγή του εορτολογίου το 1924, Ορθόδοξοι Επίσκοποι ανέλαβαν τον αγώνα των παλαιοημερολογιτών; Επί ένδεκα ολόκληρα έτη οι παλαιοημερολογίτες δεν είχαν Επισκόπους. Στη συνέχεια, όταν με την πάροδο του χρόνου έμειναν και πάλι χωρίς Επισκόπους — άλλοι εκοιμήθησαν, άλλοι δείλιασαν και άλλοι οδηγήθηκαν πράγματι στο σχίσμα — τότε η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς (ROCOR) προχώρησε στη χειροτονία νέων Επισκόπων για αυτούς. Μήπως δεν αποδέχονται τη Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς; Φυσικά και την αποδέχονται. Τι αναφέρει άλλωστε στο ίδιο βίντεο ο π. Σεραφείμ Ζήσης;
«Αυτοί (νεοημερολογίτες) θεωρούσαν ακόμη και την ROCOR, τους Ρώσους της Διασποράς, σχίσμα. Εμένα οι καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο μου δίδασκαν ότι η ROCOR, οι Ρώσοι της Διασποράς, είναι σχίσμα. Και από εκεί βγήκε ο Άγιος Ιωάννης ο Μαξίμοβιτς, ο Γέροντας Σεραφείμ Ρόουζ, ο Άγιος Φιλάρετος που βγήκε άφθαρτος. Κατ' αυτούς είναι σχίσμα».
Συνεχίζει ο π. Θεόδωρος:
«Αλλά τώρα εμείς ως πρεσβύτεροι δεν έχουμε τη δυνατότητα να έχουμε δικούς μας Επισκόπους. Δεν θα κάνουμε δικούς μας Επισκόπους λοιπόν για να μας χαρακτηρίσουν ως σχίσμα. Θα είμαστε μέσα στην Εκκλησία και θα διαμαρτυρόμαστε, θα αντιστεκόμαστε και θα αντιδρούμε και θα αγωνιζόμαστε για να επανέλθει η Εκκλησία στην Ορθοδοξία».
Μα αυτό είναι αυτονόητο. Ποιος πρεσβύτερος μπορεί να χειροτονήσει Επισκόπους; Είτε θα αποτειχισθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι και θα αναλάβουν τον αγώνα, όπως ακριβώς συνέβη στην περίπτωση των παλαιοημερολογιτών, είτε, όταν πλέον αναλάβουν, θα προχωρήσουν οι ίδιοι στη χειροτονία νέων Επισκόπων. Υποθέτω βέβαια ότι αυτό που επιθυμεί να πει εδώ ο π. Θεόδωρος είναι πως θεωρεί ως μόνη ορθή λύση την πρώτη περίπτωση, δηλαδή να αποτειχισθεί κάποιος ήδη υπάρχων Ορθόδοξος Επίσκοπος και να ηγηθεί του αγώνος. Καλό όμως θα ήταν να μην είναι τόσο απόλυτος. Διότι αυτό ακριβώς που σήμερα θεωρεί αυτονόητο — δηλαδή να αποτειχισθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι και να αναλάβουν τον αγώνα — πριν από αρκετά χρόνια ούτε καν το συζητούσαν. Σήμερα όμως το αποδέχονται. Επομένως, ας μην είναι τόσο βέβαιοι και τόσο κατηγορηματικοί και ως προς το επόμενο βήμα της ιστορίας.
Και κλείνει με το περίφημο:
«Εμείς είμαστε στην Ορθοδοξία και στην Εκκλησία, αυτοί είναι εκτός Εκκλησίας».
Ποιοι ακριβώς είναι το «εμείς»; Όλοι οι αποτειχισμένοι ή μόνον η συγκεκριμένη ομάδα; Αν εννοεί όλους τους αποτειχισμένους, τότε γιατί δεν υπάρχει εκκλησιαστική κοινωνία με τους υπόλοιπους αποτειχισμένους; Εδώ όμως γεννάται ακόμη μία απορία. Δεν ήταν οι ίδιοι που επί σειρά ετών έγραφαν ότι δεν επιθυμούν να ομοιάσουν προς τους παλαιοημερολογίτες, επικαλούμενοι ως επιχείρημα την ύπαρξη παρατάξεων; Πώς είναι δυνατόν λοιπόν οι αποτειχισμένοι να έχουν σήμερα διάφορες ομάδες, οι οποίες μάλιστα δεν έχουν εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους, και όλα αυτά σε μία εποχή κατά την οποία ούτε τους υποκοπάνους (γκλόπ) των χωροφυλάκων έχουν να αντιμετωπίσουν, όπως οι παλαιοημερολογίτες, ούτε και τους βίαιους διωγμούς, τους οποίους οι ίδιοι παραδέχονται στο παραπάνω βίντεο ότι υπέστησαν οι παλαιοημερολογίτες;
Θα κλείσουμε με ένα γνωστό προσωπικό μας λεχθέν. Όσο προσπαθούν να αποδείξουν ότι δεν είναι «παλαιοημερολογίτες», τόσο θα λαμβάνουν τους ίδιους ακριβώς χαρακτηρισμούς που επί δεκαετίες αποδίδονταν στους παλαιοημερολογίτες, δηλαδή «σχισματικοί», «εκτός Εκκλησίας» και τόσους άλλους. Και σε τούτο δεν φταίει η ύπαρξις ή μη ύπαρξις Επισκόπων...... Ο Θεός δεν ευλογεί αγώνες που στηρίζονται στις αλληλοκατηγορίες. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους ίδιους τους παλαιοημερολογίτες, οι οποίοι το πλήρωσαν ακριβά έως σήμερα, φθάνοντας στο σημείο να υπάρχουν δίπλα-δίπλα Ναοί διαφορετικών παρατάξεων, στον ίδιο δρόμο. Και αν ερωτήσει κανείς ξεχωριστά τον καθένα γιατί συμβαίνει αυτό, σχεδόν πάντοτε θα λάβει την ίδια απάντηση:
«Δεν φταίμε εμείς· οι άλλοι...»
Ας προσέξουμε λοιπόν όλοι, διότι η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει ότι όταν ο αγώνας συνοδεύεται από ταπείνωση και διάκριση, ευλογείται. Όταν όμως συνοδεύεται από αλληλοκατηγορίες, εκατέρωθεν χαρακτηρισμούς και αδιάλλακτες στάσεις, το αποτέλεσμα σπανίως δικαιώνει εκείνους που θεωρούν ότι κατέχουν αποκλειστικά την αλήθεια.
Επειδή όλη
μου η ζωή δαπανήθηκε σε κάθε αμαρτία και ασωτία και έργα που δεν αρέσουν στο
Θεό∙ και δεν θυμούμαι ούτε μία ημέρα ή ώρα να έχω κάνει το άγιο θέλημα του
Θεού, αλλά συμπεριφέρομαι ως εντελώς αιχμάλωτος στα σαρκικά θελήματα και
επιθυμίες, και γλυκαίνομαι και είμαι υποδουλωμένος στα πάθη της ατιμίας και των
ρυπαρών λογισμών, και στην κενοδοξία και την υπερηφάνεια και την ανθρωπαρέσκεια
και την φιλαυτία και την υποκρισία, και στο ψεύδος, και στην καταλαλιά και την
κατάκριση των πλησίον μου και την εντύπωση ότι εγώ γνωρίζω καλύτερα και άλλα
μιαρά σαρκικά και ψυχικά πάθη, τα οποία παραλείπω από ντροπή και για να μην
σκαδαλίσω τους πολλούς. Επειδή λοιπόν ακόμη δουλεύω και υποτάσσομαι, όχι εν
αγνοία, αλλ’ εν γνώσει, και από την συνείδησή μου βασανίζομαι ως μυρίων
ταλάντων χρεωφειλέτης, για τον λόγο αυτό, έκρινα για τον εαυτό μου ότι ίσως
έτσι θα έπρεπε να μου συμβεί για να ανακουφιστώ από τις επερχόμενες κολάσεις ∶ μετά
από τον ελεεινό μου θάνατο, να τυλιχθεί πρόχειρα το πολυαμάρτητο και άθλιο σώμα
μου∙ τα πόδια να δεθούν με σχοινί και όπως το ψόφιο σκυλί που σύρεται πάνω στο
έδαφος, έτσι και το βρωμερό μου σώμα να πεταχτεί πρόχειρα στον τάφο, χωρίς
καμία ψαλμωδία, ούτε θυμίαμα, ούτε κερί, επειδή έπραξα έργα άξια του σκότους.
Και όποιος μου ανατρέψει την εντολή…, να είναι ασυγχώρητος. Ακόμη παρακαλώ την
αγιοσύνη σας, εάν είναι δυνατόν να μην αξιωθώ της ταφής, αλλά να με ρίξετε τροφή
στα σκυλιά και τα όρνεα και τα άλογα θηρία, επειδή, αν και λογικός, έπραξα τα
έργα των αλόγων ζώων.
Ένας γεωργός είχε έξι αγόρια. Όταν ήταν μικρά, ήταν ευχαριστημένος που απόκτησε τόσα παιδιά, γιατί, όταν μεγάλωναν, θα τον βοηθούσαν στη δουλειά. Είχε όμως ένα παράπονο απ’ αυτά: όλο μάλωναν μεταξύ τους και ποτέ τους δεν μόνοιαζαν. Όσο ήταν σε μικρή ηλικία, δεν έδινε και τόση σημασία, γιατί νόμιζε πως, μεγαλώνοντας, θα διορθώνονταν. Αλλ’ εκείνα, όσο μεγάλωναν τόσο δε χώνευαν το ένα τ’ άλλο, και πιάνονταν με το παραμικρό. Και το χειρότερο ήταν που, καθώς μάλωναν διαρκώς μεταξύ τους, δεν έκαναν καμιά δουλειά σωστή. Ο καημένος ο πατέρας τους τα συμβούλευε, αλλ’ εκείνα δεν τον άκουγαν. Τα χωράφια έμεναν απεριποίητα, τα ζώα το ίδιο, κι ο γεωργός κόντευε να τρελαθεί από την απελπισία του. Μια μέρα όμως, σκέφτηκε ν’ αλλάξει τακτική. Κάλεσε τα παιδιά του και τους είπε να του φέρουν καμιά δεκαριά βέργες από λυγαριά. Εκείνα του τις έφεραν κι ο γεωργός τις έδεσε όλες μαζί και τους είπε: – Όποιος σπάσει αυτές τις βέργες, θα κληρονομήσει όλη την περιουσία μου, όταν πεθάνω. Έπιασε ο μεγαλύτερος το δεμάτι με τις βέργες, δοκίμασε, έβαλε όλη του τη δύναμη, αλλά, δεν μπόρεσε να τις σπάσει. Δοκίμασε ο δεύτερος, ο τρίτος, δοκίμασαν όλοι, αλλά κανένας δεν το κατόρθωσε. Τότε ο πατέρας τους έλυσε το δεμάτι κι έδωσε μια βέργα στον καθένα.
– Σπάστε τη! είπε.
Φυσικά, και τα έξι παιδιά έσπασαν τη βέργα, που είχε πάρει το καθένα τους.
– Αυτό να σας γίνει μάθημα, τους είπε ο πατέρας τους. Μια – μια, οι βέργες σπάζουν εύκολα. Όλες μαζί όμως δεν σπάζουν, ό,τι και να κάνετε. Και σεις σαν τις βέργες είσαστε. Αν εξακολουθείτε να μαλώνετε, ένας – ένας σας θα καταστραφεί. Αν μονοιάσετε όμως και κοιτάζετε όλοι μαζί τις δουλειές μας, τότε θα γίνετε πλούσιοι και κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να σας βλάψει. Τα παιδιά κατάλαβαν εκείνο το μάθημα κι από κείνη την ημέρα δεν μάλωσαν πια μεταξύ τους, γιατί ήξεραν τώρα πως η ομόνοια φέρνει τη δύναμη και την επιτυχία. (Μύθοι του Αισώπου)
Η ρωσική Ορθοδοξία έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο νέφος αγίων, το οποίο κοσμεί το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ιδιαίτερα ανάδειξη αγίων έχουμε στα νεώτερα χρόνια, όταν η Ρωσική Εκκλησία είχε εισέλθει στις γνωστές ιστορικές της περιπέτειες. Ένα από τους σύγχρονους επιφανείς Ρώσους αγίους είναι και ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Επίσκοπος Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, της ορθοδόξου ρωσικής διασποράς.
Γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ στη Νότια Ρωσία. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα και ήταν απόγονοι της ονομαστής αριστοκρατικής και ευσεβούς οικογένειας Μαξίμοβιτς. Μάλιστα ένα μέλος της οικογένειας, ο Ιωάννης Μαξίμοβιτς, υπήρξε ονομαστός Ιεράρχης, Επίσκοπος Τομπόλσκ, ο οποίος έγινε άγιος (εορτάζει στις 10 Ιουνίου) και το τίμιο λείψανό του, παραμένει άφθορο στην πόλη Τομπόλσκ.
Οι ευσεβείς γονείς του τον μεγάλωσαν με την πίστη στο Θεό και την ευλάβεια στην Ορθοδοξία. Αλλά και ο ίδιος έδειχνε από μικρός μια ασυνήθιστη αγάπη για το Θεό και ισχυρή ροπή να ζει την εκκλησιαστική ζωή. Αν και φιλάσθενος, έτρωγε λίγο και τηρούσε όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Του άρεσε να συχνάζει στην Εκκλησία και όταν έπαιζε με τα στρατιωτάκια του τα έντυνε μοναχούς. Προσευχόταν με κατάνυξη πολλές ώρες, στεκούμενος όρθιος. Του άρεσε να συλλέγει εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και να διαβάζει βίους αγίων. Φρόντιζε δε να τους διηγείται στα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του. Με τον εαυτό του ήταν πολύ αυστηρός και εφάρμοζε με ακρίβεια τις εκκλησιαστικές και εθνικές παραδόσεις. Η παιδαγωγός του Γαλλίδα, εντυπωσιάστηκε τόσο από τη βίωση της Ορθοδοξίας του μαθητή της, του Μιχαήλ, με αποτέλεσμα να μεταστραφεί και να βαπτιστεί ορθόδοξη!
Στα 1907, σε ηλικία έντεκα ετών, οι γονείς του έστειλαν τον Μιχαήλ να σπουδάσει στην Στρατιωτική Σχολή της πόλης Πολτάβα. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε μαζί του τον σεβάσμιο Επίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ο οποίος ενθουσίασε τον Μιχαήλ και άσκησε μεγάλη επιρροή στην ψυχή του. Του ενέπνευσε ισχυρή πίστη στο Θεό. Σε κάποια στρατιωτική παρέλαση, ενώ περνούσε μπροστά από τον Καθεδρικό ναό της πόλεως, ο νεαρός Μιχαήλ έκαμε το σταυρό του, κάτι που απαγόρευε το στρατιωτικό πρωτόκολλο την ώρα της παρέλασης. Οι συμμαθητές του τον περιγέλασαν και οι καθηγητές αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν. Όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, που ήταν έφορος της σχολής πρότεινε να μην τιμωρηθεί, διότι διέγνωσε σ’ αυτόν βαθειά θρησκευτική πίστη.
Στα 1914 αποφοίτησε από την στρατιωτική ακαδημία, αλλά επειδή δεν ήθελε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, εξεδήλωσε την επιθυμία να σπουδάσει Θεολογία, στη Θεολογική Σχολή του Κιέβου. Οι γονείς του αντέδρασαν και έτσι αναγκάστηκε να σπουδάσει νομικά και έτσι γράφηκε στη Νομική Σχολή.
Το 1917 ξέσπασε η οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία και η χώρα κατελήφθη από τους αθέους μαρξιστές. Στα 1921 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος ανάγκασε πολλούς Ρώσους να καταφύγουν στο εξωτερικό. Μαζί με αυτούς, έφυγε και η οικογένεια του Μιχαήλ και εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία. Ο Μιχαήλ γράφηκε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ενώ παράλληλα πωλούσε εφημερίδες για να ζήσει.
Μέσα του γεννήθηκε η επιθυμία να γίνει κληρικός και να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι το 1924 χειροθετήθηκε αναγνώστης από τον Επίσκοπο Αντώνιο της Ρωσικής Εκκλησίας στο Βελιγράδι. Δύο χρόνια μετά, το 1926, χειροτονήθηκε διάκονος και εκάρη μοναχός, με το όνομα Ιωάννης, στην Ιερά Μονή Μίλκοβ και εν συνεχεία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Το 1934 διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και στη συνέχεια εκλέχτηκε Επίσκοπος Σαγκάης. Στην αρχή αρνήθηκε, λόγω κάποιου προβλήματος στην ομιλία του. Όμως τελικά πείστηκε, διότι αυτό το θεώρησε κλήση από το Θεό, να εργαστεί για τον ευαγγελισμό της αχανούς ειδωλολατρικής χώρας της Κίνας. Στις 21 Νοεμβρίου του 1934 έφτασε στην Σαγκάη, βρίσκοντας έναν ημιτελή ναό και ένα μικρό ποίμνιο διχασμένο από εθνικές έριδες. Ρίχτηκε με πάθος στον αγώνα να οργανώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατόρθωσε να μονιάσει τους πιστούς, αποτέλειωσε το ναό και ίδρυσε ορφανοτροφείο, στο όνομα του Αγίου Τύχωνα του Ζαντίσκο, για τα ορφανά της περιοχής τα οποία δυστυχούσαν και πέθαιναν από εγκατάλειψη. Περιμάζεψε περισσότερα από 3.500! Λειτουργούσε, κήρυττε και μετέστρεφε στην Ορθοδοξία πλήθος ανθρώπων.
Όμως ξέσπασε η κομμουνιστική επανάσταση και άρχισε ένας απηνής διωγμός κατά της θρησκείας. Ο άγιος Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει, παίρνοντας μαζί του και τα ορφανά στις Φιλιππίνες και αργότερα στην Αμερική και στην Αυστραλία. Το 1951 βρίσκεται εγκατεστημένος στις Η.Π.Α. Οι εκεί Ρώσοι Επίσκοποι τον έστειλαν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Ο Ιωάννης δέχτηκε. Εκεί σημείωσε ένα αξιόλογο ποιμαντικό έργο, κάνοντας γνωστή την Ορθοδοξία στην Ευρώπη. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει τους Πατέρες και να συγγράψει τους βίους των Αγίων, πριν την απόσχιση του παπισμού από την Εκκλησία. Για πρώτη φορά γνώρισαν οι ευρωπαίοι τους αγίους της Ορθόδοξης Ανατολής και την ορθόδοξη πνευματικότητα.
Το 1962 επέστρεψε στις Η.Π.Α. και εξελέγη Επίσκοπος του Σαν Φρανσίσκο, της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς. Εκεί επιτέλεσε ένα αξιοθαύμαστο ποιμαντικό έργο και έγιναν γνωστές οι αρετές του και η αγιότητά του. Στις 2 Ιουλίου 1966, συνόδευσε στο Σιάτλ των Η.Π.Α. τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, έμεινε στο Ιερό Βήμα προσευχόμενος για τρεις ώρες. Κατόπιν αποσύρθηκε στο δωμάτιό του να αναπαυθεί. Κάθισε σε μια πολυθρόνα. Εκεί τον άφησε ήρεμα την τελευταία του πνοή. Η αγιασμένη ψυχή του πέταξε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, που τόσο αγάπησε και πόθησε στην επίγεια ζωή του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ο άγιος είχε προγνώσει το θάνατό του. Λίγες μέρες πριν είχε στείλει επιστολή στις μοναχές της Λέσνα στη Γαλλία, στέλνοντας τις στερνές ευλογίες του. Το ιερό του σκήνωμα μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο, που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Έγινε ολονυκτία, με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών. Κατόπιν έγινε λιτανεία του Λειψάνου, το οποίο το σήκωσαν τα ορφανά που είχε φέρει από τη Σαγκάη. Ετάφη στο παρεκκλήσιο του υπογείου του Ναού, κάτω από το Ιερό Βήμα, στις 7 Ιουλίου το απόγευμα.
Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής, υπό τον Αρχιεπίσκοπο του Σαν Φρανσίσκο Αντώνιο, έκαμαν την εκταφή και βρήκαν το ιερό λείψανό του σε θαυμαστή αφθαρσία! Στις 2 Ιουλίου του 1994 έγινε η αγιοκατάταξή του και ορίστηκε να τιμάται η μνήμη του στης 2 Ιουλίου.
Ο άγιος Ιωάννης, επειδή ταξίδευε συχνά με αεροπλάνα, ανακηρύχτηκε προστάτης όσων ταξιδεύουν αεροπορικώς.
«Ο άγιος Δωρόθεος ζούσε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικίνιου και ήταν επίσκοπος Τύρου. Επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, λόγω του διωγμού που επρόκειτο να ξεσπάσει, άφησε την οικία του και τον τόπο του και απήλθε στη Δυσσόπολη. Μετά την καταστροφή αυτών, πήγε στην Τύρο και κατεύθυνε την Εκκλησία του μέχρι την εποχή του Ιουλιανού του παραβάτη. Τότε ξαναπήγε στη Δυσσόπολη, όπου αφού συνελήφθη από τους άρχοντες του Ιουλιανού και υπέμεινε πολλά βασανιστήρια, σε βαθύτατο γήρας έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου, προσφέροντας την ψυχή του στον Θεό την ώρα που έπασχε, σε ηλικία ήδη εκατόν επτά ετών. Άφησε διάφορα εκκλησιαστικά συγγράμματα και ιστορίες, στα ελληνικά και τα ρωμαϊκά. Διότι γνώριζε και τις δύο γλώσσες, από τη μεγάλη σπουδή του και την κλίση της φύσης του».
Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, όπως γίνεται συνήθως στην εκκλησιαστική υμνολογία, αξιοποιεί το όνομα του αγίου Δωροθέου, προκειμένου να τον τοποθετήσει από πλευράς πνευματικής: ο άγιος υπήρξε το δώρο του Θεού στην Εκκλησία για να βοηθήσει τους πιστούς στη σωτηρία τους, ο ίδιος προσφέρθηκε ως δώρο στον Θεό με την ασκητική του διαγωγή και το μαρτύριό του. «Αυτός που από την πλούσια αγάπη Του παρέχει τα δώρα ως Θεός σ᾽ αυτούς που έχουν ανάγκη, δώρισε εσένα, Δωρόθεε, σαν θεϊκό δώρο στην Εκκλησία, για τη φανερή σωτηρία των πιστών» (ωδή θ´). «Πρόσφερες τον εαυτό σου, παμμακάριστε Δωρόθεε, ως καθαρότατο δώρο στον Θεό, με τον τέλειο βίο σου και το ιερό μαρτύριό σου» (ωδή α´).
Έτσι είναι σαφές ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για τον Θεό από την αγιασμένη ζωή ενός πιστού ανθρώπου, που σημαίνει ότι ο Θεός δεν ευαρεστείται με τις υλικές προσφορές μας αλλά με τη ζωή μας τη σύμφωνη με το άγιο θέλημά Του. Πολλές φορές πέφτουμε στην παγίδα να νομίζουμε ότι θα έχουμε τον Θεό προστάτη και συμπαραστάτη μας, αν του κάνουμε δώρα με τα οποία ευαρεστείται: ακριβά καντήλια, ωραίες εικόνες, οικοδομή ναών. Χωρίς να αρνείται κανείς και αυτές τις προσφορές, όταν πηγάζουν από την αγάπη μας– ο ίδιος ο Κύριος δεν απέπεμψε το ακριβό δώρο της Μαρίας, αδελφής του Λαζάρου, αλλά και της πόρνης γυναίκας που ξεχωριστά αγόρασαν μύρο και το άλειψαν στα πόδια Του, ως έκφραση της αγάπης τους – όμως το καίριο και ουσιαστικό είναι η καλή και αγία ζωή μας, η θεμελιωμένη στη μετάνοια και τις εντολές του Χριστού. Θέλουμε να κάνουμε τον Θεό μας να χαίρεται; Ας ζούμε σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. Και η χαρά Του πολλαπλασιάζεται όταν μας βλέπει να μένουμε στο θέλημά Του αυτό, έστω και με θυσία της ζωής μας.
Κι από την άλλη: δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία που δίνει ο Θεός στον κόσμο μας από την δωρεά ενός αγίου Του. Ο άγιος είναι η ευλογημένη απάντηση του Θεού στον παραπαίοντα και αμαρτωλό κόσμο μας, το ακριβότερο δώρο Του σε εμάς, αφού με την παρουσία του αγίου διακρατείται και ο ίδιος ο κόσμος. Λόγω των αγίων που σε κάθε εποχή υπάρχουν, ο Θεός μακροθυμεί και δίνει περισσότερο χρόνο, ώστε να κινητοποιηθούν περισσότεροι άνθρωποι σε μετάνοια και να σωθούν. «Έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση» (πρβλ. Αποκάλυψη Ιωάννη, κεφ. 2,21). Κι αυτό ιδιαιτέρως πρέπει να τονίζεται στην εποχή μας, την τόσο περίεργη από πλευράς πνευματικής και οικονομικής και λοιπής κρίσεως. Η απάντηση του Θεού δεν θα έρθει με τον πολλαπλασιασμό των χρημάτων και των υλικών αγαθών, αλλά με τη δημιουργία συνθηκών μετανοίας στην καρδιά μας. Αν αρχίσει η εσωτερική αλλοίωσή μας και η επιστροφή μας προς τον Θεό, τότε πράγματι θα σημαίνει ότι ήλθε η ώρα της υπέρβασης της όποιας κρίσεως μαστίζει τον κόσμο.
Ο άγιος Ιωσήφ δεν επικεντρώνει την προσοχή του στο όντως παράδοξο: ένας γέροντας 107 ετών να δέχεται τη μήνη του περιβάλλοντος του παραβάτη αυτοκράτορα και να υφίσταται τόσα βασανιστήρια.Ίσως γιατί γνωρίζει καλά ότι όταν κάποιος ξεφεύγει από την πίστη και αρνείται τον Χριστό, σαν τον Ιουλιανό τον αυτοκράτορα,δεν έχει πια περιθώρια ανθρωπιάς μέσα του. Επικεντρώνει όμως αρκετά στα συγγράμματα που άφησε ο άγιος Δωρόθεος, διότι επίσης γνωρίζει ότι τα γραπτά που μένουν στους αιώνες, είναι εκείνα που βοηθούν τους ανθρώπους σε κάθε εποχή στο να βρίσκουν τον δρόμο του Θεού, ενώ τους απομακρύνουν από τις πλάνες του διαβόλου. «Αναδείχτηκες, θεομακάριστε Πατέρα, πυξίδα του αγίου Πνεύματος, γράφοντας τα θεία δόγματα με γνώση θεϊκή» (στιχηρό εσπερινού). «Η φωνή των λόγων σου και η δύναμη των ωραίων διδασκαλιών σου έφτασε, παμμακάριστε, σε όλη τη γη με τη χάρη του Θεού» (ωδή ς´). «Κράτησες τα ρεύματα της απάτης, Δωρόθεε, με το ρεύμα της πάνσοφης γλώσσας σου και πότισες καλά τις διάνοιες των πιστών» (ωδή α´).
Και τι ήταν εκείνο που έγραψε ο άγιος και φώτισε τόσο πολύ τις διάνοιες των πιστών; Τους βίους των αγίων, μάλιστα των εβδομήκοντα μαθητών του Χριστού. Την πίστη της Εκκλησίας και τα δόγματα της πίστεως ο άγιος Δωρόθεος τα πρόσφερε μέσα από το ενσαρκωμένο ευαγγέλιο, τη ζωή των αγίων. Κι είναι τούτο μία πολύ μεγάλη αλήθεια: σε κάθε εποχή, κι ίσως ακόμη περισσότερο στην εποχή μας, η σημαντικότερη προσφορά είναι η προσφορά της ζωής των αγίων μας. «Φανέρωσες με τις ιερές σου συγγραφές, θεόπνευστε Πατέρα, τον τρόπο ζωής των αγίων, γιατί φωτιζόσουν στην ψυχή από τη θεία γνώση» (ωδή ς´).
Βρήκα τις παρακάτω σημειώσεις στο συρτάρι του μακαρίτη
Γέροντά μου και είπα να τα δημοσιεύσω για ψυχική ωφέλεια.
+ Μέγα Σπήλαιον έτος 1960
(Αξίζει)
Εφαρμογή Νοεράς προσευχής και οι πνευματικοί καρποί αυτής.
(υπό του Ιεροδιακόκνου τότε Αγαθονίκου, νυν Ακακίου καθηγουμένου).
Είχα μεγάλο ζήλο και θείο έρωτα για την νοερά προσευχή του
ονόματος Του Γλυκητάτου Ιησού Χριστού.
Μετά από μία γενική και καθαρά εξομολόγηση και την συμβουλή
του πνευματικού μου και του Γέροντός μου, απεφάσισα να καταγίνω με την Νοερά
προσευχή. Είχαμελετήσει το βιβλίον «περιπέτειες ενός προσκυνητού» και ολίγα από
την «Φιλοκαλία»
Κατ’ αρχάς προσευχήθηκα θερμά εις τον Χριστό μου όπως κατά
το διάστημα της εφαρμογής των 21 ημερών να μη με επισκευθή κανείς είτε Μοναχός
συμοναστής μου είτε κοσμικός εις το κελλίο μου. Και ο Χριστός μου άκουσε την
ταπεινή μου δέηση και στο διάστηματων 21 ημερών της εφαρμογήςτης προσευχής,
ουδείς ούτε Μοναχός ούτε κοσμικός με επισκεύθηκε. Ενώ πάντοτε είχα δύο και
τρείς επισκέψεις ημερησίως. Την όλην εξέληξιν της προσευχής έλεγα καθημερινός
εις κάποιο ευλαβή και θεοφοβούμενο συμοναστή μου, ο οποίος είχε αρκετά υπόψιν
του περί καρδιακής προσευχής. (Αυτός ήτο ο πατήρ Βλάσιος πρώην Αγιορείτης).
+ Έναρξις της Μεθόδου.
Επεριορίσθην εις το κελλίο μου (ήτο ιδιόρυθμο το Μοναστήρι
μου) και αφού προσευχήθηκαθερμά μετά δακρύων και παρακαλώντας τον Ιησούν να με
βοηθήση και μου χαρίσειτην ποθητή αυτή καρδιακή προσευχή. Ενθυμούμενος τας
πολλάς μου αμαρτίας και την αμέτριτη ευσπλαχνία του, ανελήθην εις πολλά καυτά
δάκρυα, μελετώντας συγχρόνως τα πανάχραντα και πάνσεπτα πάθη Του που υπέφερε
για μένα τον τρισάθλιο αμαρτωλό πλάσμα του.
+ Τα πρώτα συμπτώματα εκ της
εφαρμογής της προσευχής
+1 Τας πρώτας τρείς ημέρας ενώ
έλεγα την ευχή με την εισπνοή αργά, ησθάνθην πολλή στενοχωρία, δισφορία,
σκοτισμόν διανοίας, διασκορπισμόν του νοός, ανυπομονησία, κόποσιν και
εξάντλησιν δυνάμεων, λογισμοί συνεχείς και διάφοροι μου έλεγον ότι πρέπει να
παρατήσω την ευχή μήπως πάθω τίποτε. Ήτο τρομερή η κατάστασις και αφόρητος.
Πέφτοντας όμως κάτω στο δάπεδο πρινής, με πολλά δάκρυα και στεναγμούς αλαλήτους
και συντριβήν καρδίας και πένθος ζητούσα συνεχώς την άνωθεν βοήθεια και το
έλεος του Χριστού μου ανανέωνα τας ψυχικάς και σωματικάς μου δυνάμεις
συνεχίζοντας την ευχήν με περισσοτέραν ζέση και φλόγα.
2 Την τρίτην ημέρα εσπέρα άπαντα τα ανωτέρω συμπτώματα
εξαφανίσθησαν και ήλθε άνωθεν θεία βοήθεια και παρηγορία.
4 Ήλθε αγάπη ανυπόκριτος εις πάντας βλέποντάς τους ωςαγίους, ενώ πρώτα δεν συνέβαινε αυτή η
κατάστασης.
5 Ήλθε αφθονία δακρύων και χαρμολύπη συνεχόμενα.
6 Ήλθε βαθεία συναίσθησης των αμαρτιών μου και ότι είχα
παραπικράνει τον Θεό μου και καταλυπήσει το Άγιο Πνεύμα με την αμελημένη μου
ζωή.
7 Ήλθε ταπείνωσις νομίζοντα τον εαυτόν μου έσχατον πάντων
των πλασμάτων του Θεού και ότι είμαι αναθυμίασις της κολάσεως.
8 Ήλθε αγάπη ακόμη και εις αυτά τα άλογα ζώα και ερπετά και
μυρμύγκια προσέχοντας μη πατήσω και φονεύσω κανένα εξ αυτών.
9 Κατάτην συνέχησιν
της εφαρμογής, την Δευτέρα εβδομάδα ενώ καθήμενος επί σκαμνίου έλεγα την ευχή
με την κεφαλή μου εστραμένη προς το αριστερό μέρος του στήθους μου, ησθάνθην
θέρμη της καρδίας και ένα ελαφρόν πόνον, μάλλον γλυκόν εις αυτήν και ένα
απότομο σκίρτημα της καρδίας πολύ γαλήνιον το οποίον αυτομάτως απλώθηκε εις όλο
το κυκλοφορικό σύστημα του αίματος από την καρδιά εις τα άκρα, την κεφαλήν και έως
ττον μυελόν των οστών μου. Ήτο τόσο γλυκό και ιλαρό ώστε να παραλίονται τα μέλη
του σώματός μου. Και με το σκίρτημα αυτό, άρχισε η καρδία μου μόνη της πλέον
ωσάν να είχε γλώσσα να λέγη καθαρά με τους κτύπους της την ευχήν∙ Κύριε, Ιησού,
Χριστέ, ελεησόν με. Χωρίς εγώ με το στόμα ή με τον λάρυγκα να λέγω τίποτε.
Άκουα μόνο καθαρά, αβίαστα και ακατάπαυστα έκτοτε ημέρα και νύκτανα λέγεται η
ευχή του παναγίου ονόματος του Γλυκυτάτου Ιησού μου μόνη της.
Συμτώματα μετά την αυτοενέργεια της ευχής.
10 Κατάπαυσις παντός αισχρού, κακού και πονηρού λογισμού.
(ειρήνη λογισμών) πράγμα που εις το παρελθόν δεν συνέβαινε.
11 Κράτησις του Νού (αμετεώριστος) ενώ πρό της ευχής
συνεχώς σκορπούσε.
12 Νέκρωσις τελεία των σαρκικών παθών. (απάθεια) Κάθε
φυσική κίνησις, οιδίματα και σκιρτήματα της σαρκώς έπαυσαν τελείως.
13 Ειρήνη ψυχής αδιατάρακτη. Και κατηγορίες να άκουγα
εναντίον μου δεν τερασόμουνα.
Έπαυσε δε ο τανισμός
και η χάσμη
14 Πραότης και απλότητα. Ο άλλοτε ευερέθιστος και θυμώδης
μετετράπει εις αρνίον άκακον.
15 Γαλήνη ψυχής ακατάπαυστη.
16 Ηρεμία, ησυχία, αλάφρωσις. Ομιλούσα γλυκά και ταπεινά με
ύφος σεμνό. Εθαύμαζα την τόσον απότομη αλλαγή του χαρακτήρος μου.
17 Ανάπαυσις ψυχής ( κατάπαυσις του ελέγχου της
συνειδήσεως). Ένιωθα ότι μου συγχωρήθησαν όλα τα αμαρτήματά μου, τα εν λόγω,
διανοία και πράξη.
18 Αποχώρησεις και εξαφάνησις του βάρους του σωματός μου
και της κοπόσεως. Νέο σώμα. Ακούραστος εις τας ακολουθίας, την στάσιν και
αγρυπνίαν. Ενώ πρώτα ήμουν αμελής, ακιδιαστής νιώθοντας πολύ κούραση εις όλα.
19 Εύκολη η νηστεία, εγκράτια και η ασιτία. Πρώτα δεν
μπορούσα να νηστεύω ούτε μία ημέρα διαρκώς.
20 φωτισμός του νοός. (έφυγε το σκότος και η παχυλότης).
21 Κατανόησις της Αγίας Γραφής και ερμηνία αυτής.
22 Διάκρησις καλούτε και κακού και πως να ομιλώ και συζητώ
με τον κάθε άνθρωπο και εν βραχυλογία.
23 Μεγάλη υπομονή και επιμονή εις κάθε έργο.
24 Έρως προς μόνωσιν και ησυχίαν.
25 Αποφυγή των συνομιλιών. Αμέσως μετά την ακολουθία εις
τον Ναόν της Μονής. Έφευγα γρήγορα για το κελλίο μου. Έπαυσαν οι βόλτες έξω της
Μονής.
26 Μίσος και απέχθια εις κατάκρησιν, αργολογίαν κ.λ.π. δεν
ήθελα να κατακρίνεται κανένα πλάσμα του Θεού. Ενώ πρώτα δεν συνέβαινε αυτή η
κατάστασης.
27 Ανεξικακία και αμνησικακία προς όλους.
28 Το πτωχικό μου κελλί να μου φαίνεται ως τερπνόν
παλάτιον. Δεν ήθελα να βγαίνω από αυτό. Ενώ πρό της ευχής δεν με χόραγε ο
τόπος. Ήθελα όλο να εξέρχομαι διότι αισθανόμουν πλήξη.
29 Τάσης εγκλισμού και παραίτησεις όλων των φροντίδων και
μεριμνών του βίου και μόνον ευφραινόμενος να ακούω την αυτοενεργούσα ευχή του
Γλυκυτάτου ονόματος Ιησού και Χριστού μου.
30 Ότι εγώ μελετούσα ή άκουγα από άλλον ανάγνωση εντός του
Ναού τα ένοιωθα όλα και τα κρατούσε η μνήμη μου. Ενώ πρώτα όλο ξεχνούσα ότι εγώ
διάβαζα ή άκουγα εις την ακολουθίαν υπό των πατέρων.
31 Απεύφευγα τις λογομαχίες, αντιλογίες και επίμονες
συζητήσεις υπό των πατέρων. Έλα μου έλεγαν κάθησε λίγο να σε δούμε. Εγώ τους
απαντούσα με ταπείνωση∙ συγχωρείστε με άγιοι πατέρες αλλά έχω μια δουλίτσα. Προ
της ευχής ήθελα να περιπλέκομε ευχαρίστως εις όλας τας συζητήσεις και
αργολογίες.
32 όταν εις τον ναό έψαλλαν οι αδελφοί ή εγώ, μπορούσα
χωρίς καμία προσπάθεια να παρακολουθώ την καρδία μου λέγουσα την ευχή καθαρά με
τους κτύπους και συγχρόνως την ψαλμωδία και την ένοια των τροπαρίων ή
αναγνωσμάτων. Ουδέ μία σύγχυσις υπήρχε. Ομοίωςόταν συζητούσα έστω και με δύο τρία πρόσωπα, ευκόλως παρακολουθούσα την
καρδία λέγουσα την ευχή, απαντούσα εις τα πρόσωπα και συγχρόνως πάλιν τα χέρια
μου να εργάζονται εργόχειρο ή άλλο τι.
33 Μετά από πολύ καιρό ωρισμένες φορές μαζύ με την ευχή
ένοιωσα να εξέρχεται από την καρδία μου μία λεπτοτάτη αύρα λίαν αρωματώδης με
ευφρωσύνη και χαρά ανεκλάλητον. Αυτό συνέβαινε τις νύκτες.
34 Δύο φορές όρθιος και ακροώμενος την καρδιακή ευχή και
ενώ ήμουν περιελουσμένος από άφθονα δάκρυα, αισθάνθηκα το σώμα μου να γίνεται
τόσο ανάλαφρο ως πούπουλο ή μάλλον ωσάν το βάρος του σώματος μου να μην είναι
δικό μου τόσο κούφο. Ευκόλως θα ημπορούσα να βαδίζω εις τον αέρα χωρίς να
καταπίπτω, πλην δια την πλάνην απέφυγα.
35 Τέλος αισθανόμουν ότι δεν ήθελα πλέον να ψάλω
μεγαλοφόνως εντός του Ναού. Κάμνοντας όμως υπακοή συνέψαλλα με τους πατέρας.
36 Ένοιωθα ότι μέσα
μου ήτο όλος ο παράδεισος, η βασιλεία των ουρανών και ότι δεν ζούσα πλέον εις
την γη αλλά στον ουρανό. Εσθανόμουνα νοητώς ότι μέσα στην καρδία μου κατοικούσε
ολόκληρος η αγία Τριάς.
37 Σημειωτέον ότι κατά το διάστημα της νοεράς προσευχής τα
πρακτικά (ήτοι οι ακολουθίες, όρθρος, εσπερινός, απόδειπνον κ.λ.π. και ο
κανόνας εγίνοντο εις την ώρα τους πότε διαβαστά και πότε ψαλτά εις τονΝαό με την αδελφότητα. Η ευχή ελέγετο
καθημερινώς επί σκαμνίου και με κλίσινως προανέφερατης κεφαλής εις το αριστερόν μέρος του στήθους μου. Όταν όμως
ήλθε η αυτοενεργούσα ευχή, οποιανδήποτε στάσιν και αν είχε το σώμα μου η ευχή
δεν εμποδίζετο. Εις το χρονικό αυτό διάστημα δεν είχα κανένα διακόνημα. Όλα τα
ανωτέρω ως προείπα καθημερινώς τα ανέφερα εις τον συμμοναστή μου και φίλο μου
και εν χριστώ αδελφόν για την ευλάβεια και τον φόβον του Θεού που είχε.
Εθαύμασε και εδόξασε τον Θεό και Γλυκύτατον Ιησούν διά το έλεός του προς το
πλάσμα του. Μου ευχήθηκε να συνεχίσω και μείζωνα τούτων όψομαι. Όταν αργότερα
κατόπιν πολλής δεήσεως και παρακλήσεως στον Χριστό μου, διά θείας πλέον φωνής
να φύγω για την έρημον , ένευσεν εις τας καρδίας του Γέροντός μου και του
Ηγουμενοσυμβουλίου να μου δώσουν άδεια και ευλογία να αναχωρίσω και εκπληρώσω
τον ιερόν μου πόθον. Τα όσα συνέβησαν εις την έρημον μέλλω να περιγράψω λεπτομερώς
διότι είναι αξιοθαύμαστα τα έργα του Θεού και η πολλή του ευσπλαχνία και
φιλανθρωπία.
Δυσκολοπίστευτα για τους ολιγοπίστους και τελείως απίστευτα
για τους αδιάφορους εις τα πνευματικά.
Ο Χριστός και Θεός μου γνωρίζει ότι όλα όσα συνέβησαν ή μάλλον
μου εδώρισε είναι αληθινά. Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.
Ο πάτος της κολάσεως και μοναχός αμόναχος.
Υ.Γ. όποιος έχει ζήλο, πόθο, θείο έρωτα και υπομονή, με την
ανδρεία και θέλει να ασχοληθή με την Νοερά προσευχή α) πρέπει να συμβουλευτή
τον εξομολόγο του β) ένα διακριτικό και σεβάσμιο Γέροντα προχωρημένο εις τους ασκητικούς
κόπους και έχοντας υπ’ όψιν τους νηπτικούς πατέρας, άλλως υπάρχει φόβος