Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (13ον- Τελευταίον)

 

 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (13ον - Τελευταίον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 23η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος δέκατον τρίτον- Τελευταίον

    Μετά τα όσα ελέχθησαν στο προηγούμενο μέρος για τη στάση που τήρησαν οι παπικοί απέναντι στην ψευδοσύνοδο, θα κλείσουμε τη σειρά των δημοσιεύσεών μας με ένα άλλο, εξ’ ίσου σοβαρό θέμα, που αναφέρεται στον κοινό βηματισμό της ψευδοσυνόδου με την Β΄ Βατικανή «Σύνοδο», το οποίο βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με το προηγούμενο θέμα.

    Τον κοινό βηματισμό μεταξύ της ψευδοσυνόδου και της Β΄ Βατικανής ανέπτυξε σε μια υπέροχη ομιλία του με τίτλο: «Από την Β΄ Βατικανή (1965) στην πανορθόδοξη Σύνοδο, (Κρήτη 2016)»[1]  ο πρωτοπρ. π. Πέτρος Χιρς, Διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. και βαθύς γνώστης των αποφάσεων της Β΄ Βατικανής, (1962-65). Ο π. Πέτρος με βάση τη σχετική έρευνά του απέδειξε ότι  μεταξύ της ψευδοσυνόδου και της Β΄ Βατικανής υφίσταται μια βαθειά εσωτερική σχέση. Πιο συγκεκριμένα απέδειξε με αδιάσειστα στοιχεία, ότι μεταξύ των δύο αυτών συνόδων υφίσταται μια καταπληκτική ομοιότης και ως προς την οργάνωση και ως προς την θεματολογία και ως προς τις αποφάσεις, έτσι ώστε αβίαστα να βγαίνει το συμπέρασμα, ότι η  ψευδοσύνοδος σχεδόν αντιγράφει την Β΄ Βατικανή. Από την παραπάνω μελέτη του π. Πέτρου θα αντλήσουμε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επιβεβαιώνουν αυτή την τραγική πραγματικότητα.

    Ένα πρώτο αποδεικτικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι η ψευδοσύνοδος συγκλήθηκε, όπως και η Β΄ Βατικανή, όχι για να αντιμετωπίσει δογματικά ζητήματα, ή να καταδικάσει σύγχρονες αιρέσεις της εποχής μας, όπως συνέβη με όλες τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, αλλά για να επιφέρει «εκσυγχρονισμό  και  αναδιοργάνωση της Εκκλησίας». Όπως είναι γνωστό οι άγιοι Πατέρες σε κάθε εποχή και σε κάθε τοπική, ή Οικουμενική Σύνοδο, είχαν ως βασικό τους μέλημα την αφύπνιση της εκκλησιαστικής συνείδησης. Φρόντιζαν να εφιστούν την προσοχή του πληρώματος της Εκκλησίας στη νόθευση και αλλοίωση της ευαγγελικής αποκαλύψεως από τους «βαρείς λύκους», (Πραξ.20,29), τους «λαλούντας διεστραμμένα», (Πραξ.20,30), τους «ψευδοδιδασκάλους», (Β΄Πετρ.2,1), τις «αιρέσεις απωλείας», (Β΄ Πετρ.2,1). Αντίθετα μ’ αυτήν την πάγια αποστολική, Πατερική και συνοδική πρακτική της Εκκλησίας τόσο η Β΄ Βατικανή όσο και η ψευδοσύνοδος δεν επεσήμαναν καμία πλάνη, καμία αίρεση,  καμία διαστροφή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής! Ήδη έχει επισημανθεί από πολλους ότι η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της ψευδοσυνόδου. Απεναντίας μάλιστα, στο κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» οι αιρετικές παρεκκλίσεις από τη διδασκαλία των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζονται απλώς «παραδεδομένες θεολογικές διαφορές, ή  τυχόν νέες διαφοροποιήσεις» (παρ.11), τις οποίες καλούνται η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ετεροδοξία να  «υπερβούν» (παρ.11) Είναι, λοιπόν, εμφανέστατος ο επηρεασμός από την Β΄ Βατικανή και πιο συγκεκριμένα από το περί Οικουμενισμού διάταγμά της![2]

    Μιμουμένη, λοιπόν, η ψευδοσύνοδος σχεδόν εξ’ ολοκλήρου την Β΄ Βατικανή ως προς το αντικείμενό της, εμφανίζει να έχει ως λόγον ύπαρξης αυτής, την ανανέωση και ανακαίνιση της εσωτερικής ζωής και οργάνωσης της Εκκλησίας. Την αλήθεια αυτή διακήρυξε ξεκάθαρα ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος  σε παλαιότερο δημοσίευμά του στο Ρωμαιοκαθολικό περιοδικό The National Catholic Reporter έγραψε τα εξής αποκαλυπτικά των προθέσεών του για την ψευδοσύνοδο: «Οι δικοί μας στόχοι είναι ίδιοι με αυτούς του πάπα Ιωάννη 23ου, να εκσυγχρονίσουμε την Εκκλησία και να προωθήσουμε την ενότητα των Χριστιανών. Επίσης η Σύνοδος θα σημάνει το άνοιγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις μη Χριστιανικές θρησκείες και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτό σημαίνει μία νέα στάση έναντι του Ισλάμ, του Βουδισμού, του σύγχρονου πολιτισμού και όσον αφορά τις επιδιώξεις για αδελφότητα χωρίς ρατσιστικές διακρίσεις…Με άλλα λόγια θα σημάνει το τέλος δώδεκα αίώνων απομόνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας…».[3]

    Σε αντίθεση με αυτήν την προσέγγιση του κ. Βαρθολομαίου ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς εξηγεί:  «Τυγχάνει αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι Άγιες και Θεοσύλλεκτες Σύνοδοι των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων είχαν πάντοτε ενώπιόν τους ένα συγκεκριμένο πρόβλημα το πολύ δε δύο, ή τρία προβλήματα, που ετίθεντο ενώπιον της Εκκλησίας εκ μέρους των μεγάλων αιρέσεων και σχισμάτων και γενικώς εκείνων οι οποίοι διέστρεφαν την ορθή πίστη, έσχιζαν και διασπούσαν την ενότητα της Εκκλησίας και έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο τη σωτηρία των πιστών, τη σωτηρία του ευσεβούς και περιούσιου λαού του Θεού και ολοκλήρου της κτίσεως. Διά τούτο οι Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως όλοι γνωρίζουμε, είχαν πάντοτε χριστολογικό, σωτηριολογικό, εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό σημαίνει, ότι το κεντρικόν τους θέμα και το κύριον ευαγγέλιόν τους ήταν πάντοτε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός και η εν Αυτώ σωτηρία μας, η εν Αυτώ θέωσίς μας».[4]

    Ένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι η ψευδοσύνοδος, σε ευθεία αντίθεση με την Συνοδική μας Παράδοση, βρίσκεται σε κοινό βηματισμό με την Β΄ Βατικανή όχι μόνο σε μία συνοδική νομιμοποίηση του Οικουμενισμού, αλλά και σε μια σχεδόν πλήρη εναρμόνιση με την νέα οικουμενιστική εκκλησιολογία της. Όπως είναι γνωστό η Β΄ Βατικανή με το περί οικουμενισμού διάταγμά της έβαλε τα θεμέλια του παπικού Οικουμενισμού, νομοθέτησε δε μια νέα Εκκλησιολογία και μια νέα αντίληψη σχετικά με την εκκλησιολογική θέση των ετεροδόξων, αλλά και με την  φύση της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας» καθ’ εαυτήν. Πιο συγκεκριμένα «η εικόνα της Εκκλησίας που αναδύεται από τα κείμενα της Β΄ Βατικανής είναι μία ιδιάζουσα Εκκλησία δύο βαθμίδων με δύο είδη βαπτίσματος, ή δύο αποτελέσματα εκ του ενός βαπτίσματος. Σύμφωνα με τη διδασκαλία αυτή οι κατέχοντες μόνο το βάπτισμα, χωρίς την πραγματικότητα της Ευχαριστίας, δηλαδή οι περισσότεροι Προτεστάντες, ενσωματώνονται αληθινά στο Σώμα του Χριστού με το βάπτισμα, χωρίς όμως να μετέχουν στο Αίμα του Χριστού, στην Ευχαριστία. Όσοι θεωρούνται πως κατέχουν μια έγκυρη Ευχαριστία, επειδή έχουν Αποστολική Διαδοχή, δηλαδή οι Ορθόδοξοι, αυτοί παρ’ ότι συμμετέχουν αληθινά στο Σώμα και Αίμα του Χριστού, εν τούτοις παραμένουν ‘τραυματισμένοι’, στερούμενοι όχι το πλήρωμα του Χριστού, αλλά το πλήρωμα της κοινωνίας με τον εκπρόσωπο Αυτού, τον Ανώτατο Ποντίφικα».[5] Η παραπάνω δογματική διδασκαλία, μπορούμε να πούμε ότι εναρμονίζεται πλήρως με την απόδοση εκκλησιολογικής υποστάσεως στους ετεροδόξους αιρετικούς από την ψευδοσύνοδο. Όπως είναι γνωστό στο δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» η ψευδοσύνοδος αντί να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών και αντί να τους καλέσει σε μετάνοια και επιστροφή στην Ορθοδοξία, αναγνώρισε την ιστορική ονομασία τους ως «Εκκλησιών»,  νομιμοποιώντας συνοδικά, και αποδίδοντας σ’ αυτούς εκκλησιαστικότητα και διαγράφοντας έτσι μια Συνοδική Παράδοση δέκα αιώνων.

    Ένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο κοινού βηματισμού είναι ο κυρίαρχος και καθοριστικός ρόλος των ακαδημαϊκών θεολόγων τόσο στην ψευδοσύνοδο όσο και στην Β΄ Βατικανή. Όπως προκύπτει τόσο από τα πρακτικά της Β΄ Βατικανής, όσο και από την προπαρασκευαστική διαδικασία της συγκροτήσεώς της, οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι ήταν οι σχεδιαστές των μεγάλων μεταρρυθμίσεων που εγκαινιάστηκαν σ’ αυτήν. Η συμβολή τους χαρακτηρίστηκε «αξιοσημείωτη». Τόσον ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ όσο και οι επίσκοποι της Β΄ Βατικανής είχαν επίγνωση της σπουδαιότητας των θεολόγων της. Η «Σύνοδος» αναγνώρισε επισήμως τις επί δεκαετίες εργώδεις προσπάθειες των για την αναμόρφωση της θεολογίας, ιδιαιτέρως δε της εκκλησιολογίας της.

    Αλλά και στην ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου καθιερώθηκε παρόμοια τακτική. Τόσο κατα το στάδιο προπαρασκευής της, όσο και κατά την διεξαγωγή των εργασιών της κυρίαρχο ρόλο είχαν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, χωρίς να παραθεωρούνται και ελάχιστες επαινετές εξαιρέσεις.  Οι Επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, οι μοναχοί, ακόμα και οι Ιεραρχίες των τοπικών Εκκλησιών, κρατήθηκαν ουσιαστικά και σε μεγάλο βαθμό εκτός της προπαρασκευαστικής διαδικασίας. Μόνο μία μικρή ομάδα ακαδημαϊκών θεολόγων και συγκεκριμένων επισκόπων καθοδήγησαν και διαμόρφωσαν τα υποβληθέντα προς επικύρωση κείμενα στην ψευδοσύνοδο. Είναι επίσης γνωστός ο κυριάρχος ρόλος του μακαριστού επισκόπου Περγάμου και καθηγητού κυρού Ιωάννη Ζηζιούλα κατά την διάρκεια των εργασιών της ψευδοσυνόδου. Αυτό σημαίνει ότι η λογικοκρατούμενη σκέψη και η ακαδημαϊκή θεολογία έρχονται ουσιαστικά να αντικαταστήσουν την εμπειρία της θεώσεως. Παύει δηλαδή να προέχει η αναζήτηση αγίων και θεοφόρων ανδρών, με θείο φωτισμό, με αληθινά Ορθόδοξο, ομολογητικό, μαρτυρικό φρόνημα, ενώ επιλέγονται  πρόσωπα με πανεπιστημιακές επιδόσεις και περγαμηνές, που εμπνέονται και εκφράζουν το οικουμενιστικό πνεύμα του θρησκευτικού συγκρητισμού της Νέας Εποχής. Για την Ορθόδοξη Θεολογία, για την οποία αληθής θεολόγος είναι αυτός που προσεύχεται αληθινά, το να καθοδηγούν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι την προπαρασκευή και τις εργασίες της ψευδοσυνόδου είναι ξένο προς την Ορθόδοξη συνοδική μας παράδοση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε όλες τις άγιες Οικουμενικές και Τοπικές συνόδους η Ορθόδοξη πίστη ανακηρύχθηκε και ειπώθηκε από ασκητικούς επισκόπους και όχι από φιλοσοφίζοντες σχολαστικούς ακαδημαϊκούς, που δεν είχαν σχέση με τη νηπτική θεολογία και πράξη.

    Σήμερα, δέκα χρόνια μετά την ψευδοσύνοδο, είμαστε πλέον σε θέση να αξιολογήσουμε καλύτερα και να βγάλουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα γύρω από την οικουμενιστική ταυτότητα της ψευδοσυνόδου. Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα, ότι ένας από τους κύριους στόχους της ψευδοσυνόδου ήταν να προωθήσει την «ενότητα των χριστιανών» κατά τα πρότυπα της οικουμενιστικής πορείας την οποία χάραξε και εφάρμοσε η Β΄ Βατικανη «Σύνοδος».

    Το γεγονός ότι αυτός ο στόχος δεν επετεύχθη μέχρι σήμερα, οφείλεται κατά την ταπεινή μου γνώμη, στη σθεναρή αντίσταση του πιστού λαού του Θεού και προ πάντων στην ευλογημένη αποτείχιση. Σε όλους δηλαδή εκείνους που με παλληκαριά και ομολογιακό φρόνημα ύψωσαν «τείχος», (εξ ού και αποτείχιση), ορθοδόξου αντιστάσεως απέναντι στα σκοτεινά σχέδια των οικουμενιστών, γενόμενοι μιμητές των αγίων Πατέρων. Είναι ενθαρυντικό το γεγονός ότι το «τείχος» αυτό ημέρα με την ημέρα αυξάνει και γιγαντώνεται όλο και περισσότερο, καθώς πληροφορούμεθα ότι όλο και περισσότεροι εν Χριστώ αδελφοί προστίθενται στην ευλογημένη αποτείχιση και καθίστανται «θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου». Περιμέναμε αυτό το «τείχος» να το υψώσει πρώτη η Διοικούσα Εκκλησία, ακυρώνοντας συνοδικά τις κακόδοξες αποφάσεις της ψευδοσυνόδου και μιμούμενη το παράδειγμα των τεσσάρων Εκκλησιών, που δεν έλαβαν μέρος σ’ αυτήν. Δυστυχώς όμως διαψευσθήκαμε.  Δυστυχώς!



[1] Βλ. περιοδ. «Θεοδρομία», «Ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη, ούτε Σύνοδος», έτος ΙΗ΄ τεύχη 3-4, Δεκέμβριος 2016, σελ. 577-596.

[2] Unitatis Redintergratιo παρ. 3,4 και Π. Χιρς, «Η εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής  Συνόδου»,  εκδ. Uncut Mountain Press, 2014 σ.287-292

[3] Council Coming  for  Orthodox” interview  by  Desnond O΄Grady, The National Catholic Reporter, in the January 21,1977

[4] Βλ.  Ορθόδοξος Τύπος , 304/10.2.1978, σ.3

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (12ον)

 

 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (12ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 21η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος δωδέκατον

    Συνεχίζουμε τη σειρά των δημοσιεύσεών μας με ένα θέμα που θεωρώ ότι έχει μια ειδική βαρύτητα και σημασία. Πρόκειται για τη στάση που τήρησαν οι παπικοί απέναντι στην ψευδοσύνοδο. Τέλος θα κλείσουμε τη σειρά των δημοσιεύσεών μας με  ένα άλλο, εξ’ ίσου σοβαρό θέμα, που αναφέρεται στον κοινό βηματισμό της ψευδοσυνόδου με την Β΄ Βατικανή «Σύνοδο», το οποίο βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με το πρώτο.

Η στάση των παπικών απέναντι στην ψευδοσύνοδο.

    Μια σημαντική παράμετρος της ψευδοσύνοδου, η οποία δεν θα πρέπει να παραθεωρείται, ούτε να υποτιμάται, είναι και η θετική στάση που τήρησαν οι ετερόδοξοι παπικοί απέναντι σ’ αυτήν. Βέβαια γύρω από το θέμα αυτό, όπως και το σχετικό με την σχέση της ψευδοσύνοδου με την Β΄ Βατικανή «Σύνοδο», έχουν ήδη αναφερθεί άλλοι ερευνητές. Ωστόσο η  ανάδειξη και επισήμανση αυτών σήμερα, δέκα χρόνια μετά την ψευδοσύνοδο, έχει μια ειδική βαρύτητα και σημασία, διότι μας βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα, από μια άλλη σκοπιά τώρα, από τη σκοπιά των παπικών, τα σαθρά οικουμενιστικά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η ψευδοσύνοδος.

    Το πρώτο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι στο Κολυμπάρι πραγματοποιήθηκε μια πρωτοφανής «παρέλαση» εκπροσώπων όλων σχεδόν των αιρετικών και ασφαλώς και των παπικών από κάθε γωνιά της γης. Ήδη ευθύς εξ’ αρχής οι διοργανωτές της ψευδοσυνόδου με την τιμητική παρουσία των ετεροδόξων μας έδωσαν το στίγμα των σχέσεών τους με τους ετεροδόξους. Τους προσκάλεσαν επίσημα ως παρατηρητές,  αφ’ ενός μεν για να την «λαμπρύνουν» με την παρουσία τους και αφ’ ετέρου για να φανεί και έμπρακτα ότι δεν τους θεωρούν πλέον ως αιρετικές κοινότητες, αλλά ως Εκκλησίες. Μόνο στην Β΄ Βατικανή «Σύνοδο» εμφανίστηκε  η καινοτομία των παρατηρητών, την οποία δυστυχώς αντέγραψε και η ψευδοσύνοδος.

    Το φαινόμενο ήταν τραγικό. Μέσα στην αίθουσα των συνεδριάσεων, όπου κλήθηκε το «Πνεύμα της αληθείας» (Ιωάν.14,16) να ομιλήσει δια του στόματος των συνέδρων, παρίσταντο ψευδεπίσκοποι, φορείς της πλάνης και του ψεύδους, αμετανόητοι αιρετικοί, καταδικασμένοι από προγενέστερες Άγιες Συνόδους. Και αυτοί να δηλώνουν προκλητικά ότι αισθάνονται ευτυχείς και κατενθουσιασμένοι, που τους δόθηκε η ευκαιρία να παραβρεθούν στο «μεγάλο γεγονός της Ορθόδοξης Εκκλησίας»! Την χαρά τους εκδήλωσαν και μέσω ειδικής εκπομπής της κρατικής ελληνικής τηλεόρασης (ΕΡΤ1) της 24ης Ιουλίου 2016. Όπως μας πληροφορεί η επίσημη δημοσιογραφική ενημέρωση, ολόκληρος σχεδόν ο ετερόδοξος κόσμος εξεφράσθη με ενθουσιασμό και επαινετικά σχόλια για την ψευδοσύνοδο.

    Μ’ ένα ιδιαίτερο τρόπο πανηγύρισε το Βατικανό. Ο έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος όλων των απανταχού της γης παπικών αφιέρωσε πλήθος άρθρων και εγκωμιαστικών σχολίων γι’ αυτήν. Ο  πρώην Πάπας κυρός Φραγκίσκος με ιδιαίτερη ικανοποίηση χαιρέτισε με ανάρτηση του  στο τουΐτερ (twitter), την έναρξη της ψευδοσυνόδου. Έγραψε: «Ας ενώσουμε τις προσευχές μας με τους Ορθόδοξους αδελφούς μας για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία αρχίζει σήμερα στην Κρήτη». Αργότερα, μετά τη λήξη των εργασιών της σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Λα Στάμπα», («La Stampa»), δήλωσε ότι η ψευδοσύνοδος «ήταν ένα βήμα προς τα εμπρός, αν και δεν είναι 100% ...Πάρτε, για παράδειγμα, τα παιδιά…Πρώτα, σέρνονται, και στη συνέχεια, προχωρούν με τα πόδια. Το ίδιο το γεγονός ότι η Εκκλησία, [των ορθοδόξων],  είχε μια συνάντηση, για να δει ο ένας κατά πρόσωπο τον άλλον, να προσευχηθούν μαζί και να μιλήσουν, είναι πολύ θετική εξέλιξη, και είμαι ευγνώμων στον Κυριο γι’ αυτό».[1]   Καταλαβαίνει ο καθένας μας, τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όταν δηλαδή πανηγυρίζουν οι εχθροί της Εκκλησίας και λυπούνται και θλίβονται τα μέλη Της! Παπικά ΜΜΕ ανέφεραν ότι οι εργασίες της ψευδοσυνόδου άρχισαν με ένα «εγκάρδιο ευχαριστώ» του Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου προς τον Πάπα Φραγκίσκο για την προσευχή του με πιστούς, που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του Αγίου Πέτρου.[2]

    Η μηνιαία εφημερίδα «Καθολική», όργανο των Ουνιτών στην Ελλάδα, στο φύλλο της 30ης Ιουνίου 2016, (Περίοδος Β΄ Αριθμ. 179), αφιερώνει πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο: «Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Στο δημοσίευμα παρουσιάζεται η ευχετήρια επιστολή της «Ιεράς Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδος» προς «Την Αυτού Θειοτάτην Παναγιότητα κ. κ. Βαρθολομαίον, Οικουμενικόν Πατριάρχην». Σ’ αυτήν μεταξύ άλλων αναφέρει: «Θεωρούμεν ευλογίαν δι' όλην την Εκκλησίαν του Χριστού και γεγονός ιστορικόν και ελπιδοφόρον δι' όλην την ανθρωπότητα την σύγκλησιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των Ορθοδόξων Εκκλησιών, της οποίας αι εργασίαι αρχίζουν τας ημέρας αυτάς εις την Αποστολικήν Μεγαλόνησον Κρήτην. Σας συνοδεύομεν με την προσευχήν των μελών της Ιεράς Συνόδου της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας και του πληρώματος αυτής. Ζητούμεν από τον Σωτήρα Χριστόν να πέμψη εις το σύγχρονον ‘υπερώον’ της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης το Πανάγιον Πνεύμα, το οποίον ‘συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας’. Να κατέλθει άφθονον εις τας κεφαλάς και τας καρδίας των Αγίων Προκαθημένων και όλων των Συνοδικών Πατέρων της Πανορθοδόξου Αγίας αυτής Συνόδου εις πνευματικόν όφελος όλης της χριστιανοσύνης. Ευχόμεθα κάθε επιτυχίαν εις τας εργασίας της εν Πνεύματι Αγίω συναγομένης Πανορθοδόξου Αγίας Συνόδου και ευελπιστούμεν ότι αύται θα διεξαχθούν εν αγαστή συνεργασία και ομοθυμία, ώστε το κοινόν αυτής Μηνυμα να αποτελέσει ‘χαράν και ελπίδα’ δι' όλον τον σύγχρονον χριστιανικόν κόσμον. Μεταφέρατε, Σας παρακαλούμεν, εις την Ιεράν Ομήγυριν την βεβαιότητα της προσευχής μας, του σεβασμού μας και της εν Χριστώ αγάπης μας, η οποία και οφείλει να ‘συνέχει ημάς’ όλους τους εν Χριστώ αδελφούς»[3].

    Ο καρδινάλιος Κουρτ Κοχ, επικεφαλής του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας, υπογράμμισε πώς «μία τέτοια Συνοδος θα έφερνε πιο κοντά τις δύο Εκκλησίες, γεφυρώνοντας διαφορές και παράγοντας παράλληλα νέες διαμορφωμένες σχέσεις μεταξύ Πάπα και Ορθόδοξης Εκκλησίας. ‘Θα ήταν ευχή να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι στο μέλλον, Ρωμαιοκαθολική και Ορθόδοξη εκκλησία’, ήταν τα λόγια του καρδινάλιου και εκπροσώπου του ‘Παπα’ Κουρτ Κοχ, λίγο μετά τη συνάντηση αντιπροσωπείας ιεραρχών με τον Περιφερειάρχη Κρήτης. Όπως υπογράμμισε ‘μία ανάλογη Συνοδος, όπως αυτής που λαμβάνει χώρα στο Κολυμπάρι, θα είχε πολλά να αναδείξει ανάμεσα στον Καθολικισμό και την Ορθοδοξία’».[4]

   Ο Αντριάνο Ροκούτσι, καθηγητής της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο «Ρόμα Τρε», και Γενικός Γραμματέας της κοινότητας του «Αγίου Αιγιδίου» σε συνέντευξή του δήλωσε μεταξύ άλλων ότι: «Η Πανορθόδοξη έχει μεγάλη σημασία για το σύνολο του χριστιανικού κόσμου, αφού ενισχύει την ενότητα της Εκκλησίας γύρω από την πίστη, γύρω από το ευαγγέλιο σε όλο το χριστιανικό δόγμα, προς όφελος όλων των Χριστιανών …Όταν ένα τέτοιο σημαντικό κομμάτι του χριστιανισμού βρίσκει τη δύναμη να μιλήσει με μία φωνή, αγγίζει πολλές διαφορετικές χώρες, θρησκείες και πολιτισμούς, όλης της ανθρωπότητας».[5]

    Το επίσημο περιοδικό των Ιησουητών στην Ελλάδα: «Ανοιχτοί ορίζοντες», (τευχ.  1101, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2016, σελ. 6-11), δημοσίευσε άρθρο του ουνίτη ψευδοεπισκόπου Γρατιανουπόλεως κυρού Δημητρίου Σαλάχα με τίτλο: «Η πρόσφατη πανορθόδοξος Σύνοδος και οι Διαχριστιανικές σχέσεις». Ο συντάκτης κάνει εκτενή λόγο για τον Διαχριστιανικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και προσπαθεί να προσδιορίσει «πως διαμορφώνεται από δω και πέρα η εκκλησιολογική διάσταση αυτού του Διαλόγου με βάση την απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας», αλλά και «τι επιπτώσεις πιθανόν να έχει η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην περαιτέρω πορεία του Θεολογικού Διαλόγου». Τέλος καταλήγει: «Θεωρώ ότι η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη για τις ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κοσμον’ είναι ιστορική και σημαντική: Για πρώτη φορά πράγματι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, στην πλειοψηφία τους, με συνοδική πανορθόδοξη απόφαση επικυρώνουν και εμπεδώνουν τη βούληση ενεργούς συμμετοχής τους, παρά τις αρνητικές φωνές που ακούονται, εις την Οικουμενικήν Κινησιν των νεωτέρων χρόνων, εν τη πεποιθήσει ότι δια του Διαλόγου δίδουν δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τούς εκτός αυτής, με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».[6] 

    Με όλα όσα προηγουμένως παραθέσαμε, πήραμε μια γεύση των εγκωμιαστικών σχολίων των παπικών για την ψευδοσύνοδο. Στο σημείο αυτό έχει σημασία να αναζητήσουμε τους βαθύτερους λόγους, για τους οποίους τόσον ο πρώην Πάπας Φραγκίσκος όσον και άλλες εξέχουσες προσωπικότητες από τον θεολογικό και εκκλησιαστικό κόσμο των παπικών θεωρούν την ψευδοσύνοδο «ιστορική και σημαντική». Την θεωρούν «ιστορική και σημαντική» ακριβώς διότι, όπως θα δούμε στο επόμενο και τελευταίο μέρος, σε πολλά σημεία αντιγράφει την Β΄ Βατικανή «Σύνοδο».

(Συνεχίζεται)



[1] Ὅταν ὁ Πάπας λέει γιά τήν Πανορθόδοξη πώς ἔγινε «ἕνα βήμα πρός τά ἐμπρός», νά ἀνησυχοῦμε γιά τό...ἐμπρός; 27-6-2016 http://www.vimaorthodoxias.gr/all/item/84234

[2] http://aktines.blogspot.gr/2016/06/blog-post_191.html

[3] Εὐχετήρια ἐπιστολή τῆς Καθολικῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ορθοδοξίας, 17-6-2016, http://episkopisyrou.gr/efchitiria-epistoli-tis-katholikis-ierarchias-tis-ellados-pros-tin-agia-megali-sinodo-tis-orthodoxias/

[4] Βλ. Εισήγηση π. Αγγέλου Αγγελακοπούλου, Κληρικού τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς, (MSc Θεολογίας), σε Ημερίδα με τίτλο: «Ο εκτός Εκκλησίας αιρετικός κόσμος επαινεί την ψευδοσύνοδο της Κρήτης», στο περιοδ. «Θεοδρομία», «Ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη, ούτε Σύνοδος», έτος ΙΗ΄ τεύχη 3-4, Δεκέμβριος 2016, σελ. 281,  http://www.vimaorthodoxias.gr/arxeio/item/84059-ανοιχτό-το-ενδεχόμενο-για-σύνοδο-ορθοδόξων-καθολικών

[5]  http://www.vimaorthodoxias.gr/all/item/83626

[6] http://jesuits.gr/wp-content/uploads/2018/01/Τεύχος-1101.pdf

https://aktines.blogspot.com/2026/09/2016-12.htm

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (11ον)

 

 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (11ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 18η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος ενδέκατον

    Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις επί της Εγκυκλίου με τίτλο: «Προς τον Λαό. Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης», που δημοσίευσε η Δ.Ι.Σ., προχωρούμε σε άλλες  περαιτέρω θλιβερές συνέπειες και επακόλουθα από την ψευδοσύνοδο.

Άλλες  περαιτέρω θλιβερές συνέπειες και επακόλουθα από την ψευδοσύνοδο.

    Α) Πέραν από όσα προηγουμένως παραθέσαμε, η ψευδοσύνοδος τραυμάτισε καίρια την πανορθόδοξη ενότητα της Εκκλησίας και προκάλεσε διαιρέσεις κατ’ αρχήν σε επίπεδο τοπικών Εκκλησιών. Όπως ήδη τονίσαμε, η απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών που δεν συμμετείχαν στη «Σύνοδο», οφειλόταν στην φανερή και εκφρασθείσα διαφωνία τους για τον «Κανονισμό Λειτουργίας» της και για πολλές αντιπατερικές και αντορθόδοξες θέσεις των προσυνοδικών κειμένων, που είχαν διαπιστωθεί μετά την δημοσίευσή τους τον Φεβρουάριο του 2016 στις κατά τόπους Εκκλησίες. Ωστόσο η μη συμμετοχή των εν λόγω τεσσάρων Τοπικών Εκκλησιών, που εκπροσωπούν τα 2/3 περίπου της παγκοσμίου Ορθοδοξίας από πλευράς πληθυσμού έφερε και ένα θετικό και παρήγορο αποτέλεσμα, που μπορούμε να πούμε ότι εντάσσεται μέσα στην πρόνοια του Θεού. Το γεγονός δηλαδή ότι ακριβώς αυτή η μη συμμετοχή αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο και καίριο πλήγμα κατά του πανορθοδόξου κύρους της ψευδοσυνόδου και την απαρχή, (καθώς ελπίζουμε), μιάς μελλοντικής αναθεωρήσεως των κακοδόξων αποφάσεών της.

    Β) Άλλη σημαντική τραγική εξέλιξη υπήρξε η μονομερής απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να χορηγήσει στην Ουκρανία καθεστώς Αυτοκεφαλίας σε μια «Εκκλησία», η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα συνονθύλευμα σχισματικών, καθηρημένων και αυτοχειροτονήτων. Όπως είναι γνωστό ο Τόμος Αυτοκεφαλίας δόθηκε τελικά την ημέρα των Θεοφανείων του 2019 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο στο νέο σχισματικό μόρφωμα, υπό τον νεοεκλεγέντα «Μητροπολίτη» Επιφάνιο, που προέκυψε από την λεγομένη «Ενωτική Σύνοδο», που πραγματοποιήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2018 στο Κίεβο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έλαβε υπ’ όψη της τις θερμές εκκλήσεις και παρακλήσεις πολλών άλλων Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες υπέδειξαν ως τον μόνο ενδεδειγμένο τρόπο επιλύσεως του Ουκρανικού ζητήματος τον Διάλογο και μάλιστα εν Συνόδω, με πανορθόδοξο συμμετοχή όλων των Τοπικών Εκκλησιών. Ήδη η Εκκλησία της Ρωσίας διέκοψε κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Κύριλλος έπαυσε να μνημονεύει τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Επίσης είναι γνωστό ότι η Ρωσική Εκκλησία διέκοψε κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με τους Προκαθημένους τριών ακόμη τοπικών Εκκλησιών, της Εκκλησίας της Ελλάδος, του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και της Εκκλησίας Κύπρου, αλλά και με όλους εκείνους τους Επισκόπους των εν λόγω τοπικών Εκκλησιών που αναγνώρισαν το Ουκρανικό Αυτοκέφαλο, (OCU). Αντίθετα με όσους επισκόπους δεν το ανεγνώρισαν, έχει διατηρήσει την εκκλησιαστική κοινωνία.

    Τώρα πλέον είναι ολοφάνερο ότι η παγκόσμια Ορθοδοξία οδηγείται με γοργά βήματα σε ένα νέο μεγάλο σχίσμα, ίσως το δεύτερο μεγάλο σχίσμα μετά  από αυτό του 1054, με ανυπολόγιστες εκκλησιαστικές συνέπειες για την πανορθόδοξη ενότητα και προς μεγίστη χαρά των εχθρών της.

    Γ) Άλλη σημαντική εξέλιξη υπήρξαν οι πολλές περαιτέρω διαιρέσεις, θυελλώδεις αντιδράσεις και θεολογικές αντιπαραθέσεις μεταξύ πολλών επισκόπων, ηγουμένων ιερών Μονών, λοιπών κληρικών, αγιορειτών μοναχών, σωματείων και συλλόγων, θεολόγων, αλλά και του πιστού λαού του Θεού, εξ’ αιτίας τόσον του τρόπου συγκροτήσεως, όσο και των κακοδόξων αποφάσεών της, τόσο στην Εκκλησία της Ελλάδος, όσο και σε άλλες Ορθόδοξες χώρες, όπως στην Ρουμανία, την Μολδαυΐα, την Ουκρανία και την Πολωνία, αμέσως σχεδόν μετά την ψευδοσύνοδο. Οι διαμαρτυρίες, η οργή και η αγανάκτηση εκφράσθηκαν με πλήθος δημοσιεύσεων, ομιλιών, συνεδρίων και Ημερίδων. Μερικοί εξ’ αυτών έφθασαν στο σημείο να διακόψουν το μνημόσυνο των αρχιερέων, που αποδέχθηκαν τις αποφάσεις της, μιμούμενοι τον άγιο Μαρκο τον Ευγενικό. Ειδικότερα στον ελληνικό εκκλησιαστικό χώρο, η οργή και αγανάκτηση εντάθηκε ακόμη περισσότερο, εξ’ αιτίας της απαράδεκτης στάσεως που τήρησε η ελληνική Αντιπροσωπεία στη «Σύνοδο». Η σύσσωμη αντίδραση του κλήρου και του πιστού λαού του Θεού απέναντι στις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου είναι κάτι το ενθαρρυντικό και παρήγορο. Απέδειξε πάνω στην πράξη ότι ο κλήρος και ο λαός αποτελούν σήμερα τα μόνα ισχυρά προπύργια και αναχώματα που απέμειναν στον αγώνα κατά του Οικουμενισμού.

    Δ) Άλλη περαιτέρω θλιβερή εξέλιξη υπήρξε το γεγονός ότι οι εκκλησιαστικές ηγεσίες των δέκα Τοπικών Εκκλησιών, που έλαβαν μέρος στην ψευδοσύνοδο κατέβαλαν και συνεχίζουν να καταβάλλουν συντονισμένες προσπάθειες για την εμπέδωση και αποδοχή των αποφάσεών της στο εκκλησιαστικό πλήρωμα, αφ’ ενός μεν με το να προβάλλουν και διαφημίζουν την ψευδοσύνοδο ως σπουδαίο και μεγάλο ιστορικό, εκκλησιαστικό γεγονός με συνέδρια, ημερίδες, δημοσιεύσεις, κ.λ.π. και αφ’ ετέρου με το να συκοφαντούν, λοιδωρούν, απειλούν, διώκουν και επιβάλλουν ποινές σε όσους αντιδρούν και αντιστέκονται. Έγινε ήδη λόγος γύρω από την «Εγκύκλιο», την οποία εξαπέλυσε η Δ.Ι.Σ. τον Ιανουάριο του 2017, με τίτλο: «Προς τον Λαό. Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης».

    Μεταξύ των πολλών Συνεδρίων που διοργανώθηκαν με σκοπό την διαφήμηση και εμπέδωση των αποφάσεων της ψευδοσυνόδου μνημονεύουμε ενδεικτικά το 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας, που οργανώθηκε από τη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. από 20 έως 24 Μαΐου 2018 με θέμα «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Θεολογία τον 21ο αιώνα». Στο Συνέδριο αυτό προσπάθησαν οι πολυπληθείς ομιλητές να παρουσιάσουν την ψευδοσύνοδο ως μέγα ιστορικό γεγονός και τις αποφάσεις της κατά πάντα Ορθόδοξες, χωρίς φυσικά να πείσουν τον πιστό λαό του Θεού. Ως αντιστάθμισμα του Συνεδρίου αυτού μνημονεύουμε την Ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 16 Ιουνίου 2018 με τίτλο: «Ορθοδοξία και Κολυμπάρι δύο χρόνια μετά», από τη «Σύναξη κληρικών και Μοναχών», την «Εταιρεία Ορθοδόξων Σπουδών», και τους Ορθοδόξους Χριστιανικούς Συλλόγους «Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής» και «Ζωοδόχος Πηγή».

    Ε) Άλλη περαιτέρω θλιβερή εξέλιξη υπήρξε η προσπάθεια επιβολής και αποδοχής των αποφάσεων της ψευδοσυνόδου στο άγιον Όρος με αφόρητες πιέσεις που ασκήθηκαν προς εκείνες τις Ιερές Μονές, που αμφισβητούσαν τις αποφάσεις της, αλλά και με διωγμούς και ποινές, που επιβλήθηκαν σε μοναχούς και ασκητές που αντιδρούσαν και σε όσους διέκοψαν τον μνημόσυνο του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου.

    ΣΤ) Ένας άλλος πικρός καρπός της υπήρξε η εισβολή του Οικουμενισμού μέσα στον χώρο της παιδείας με την μετάλλαξη του μαθήματος των Θρησκευτικών από μάθημα με σαφώς Ορθόδοξο χαρακτήρα και προσανατολισμό σε μάθημα θρησκειολογικό. Τα σημερινά νέα βιβλία των Θρησκευτικών είναι γεμάτα από κείμενα της ψευδοσυνόδου, με τα οποία προσπαθούν να την διαφημίσουν και να δηλητηριάσουν τις αγνές παιδικές ψυχές με τους πικρούς καρπούς της. Πολύ σοφά παρατηρεί σχετικό δημοσίευμα της «Συνάξεως Κληρικών και Μοναχών»:  «Όταν στις περισσότερες Μητροπόλεις και Ενορίες δεν ακούγεται τίποτε εναντίον του Οικουμενισμού και των Διαθρησκειακών Συναντήσεων, όταν πατριάρχες και επίσκοποι προσφέρουν ως δώρο το Κοράνιο και συμπροσεύχονται με τους αιρετικούς και τους αλλοθρήσκους, όταν στις Θεολογικές Σχολές, τη συνηγορία και επισκόπων, εισάγεται η διδασκαλία του Ισλάμ, όταν οι πρωτεργάτες της μετατροπής του μαθήματος των Θρησκευτικών σε θρησκειολογία συνεργάζονται με την Ιερά Σύνοδο και πολλές Μητροπόλεις, η ευθύνη δεν βαρύνει τον άθεο Υπουργό Παιδείας, αλλά και σε όσους μέχρι σήμερα δεν αντιδρούσαν, αλλά ενεθάρρυναν προς αυτήν την κατεύθυνση τα πράγματα». 

    Ζ) Ένας ακόμη πικρός καρπός της υπήρξε η εισβολή του Οικουμενισμού μέσα στον χώρο  της οικογενείας με την συνοδική θεσμοθέτηση της κατ’ οικονομίαν αποδοχής των μικτών γάμων, οι οποίοι ρητώς απαγορεύονται από τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο οικονομίας. 

    Η) Τέλος ένας ακόμη καρπός της, (χωρίς να εξαντλείται εδώ ο κατάλογος), υπήρξε το γεγονός, ότι η ψευδοσύνοδος έδωσε νέα ισχυρή ώθηση παγκοσμίως στην εξάπλωση του Οικουμενισμού. Οι πρωτεργάτες του Οικουμενισμού μετά την συνοδική νομιμοποίηση του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Διαλόγου, προχωρούν τώρα ακάθεκτοι, με περισσότερο ζήλο και ενθουσιασμό, στην υλοποίηση των στόχων του, επικαλούμενοι «εν παντί καιρώ και τόπω» τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου, για να δικαιολογήσουν συμπροσευχές και συλλείτουργα με αιρετικούς, μετάδοση της Θείας κοινωνίας σε ετεροδόξους και άλλες παραβάσεις των Ιερών Κανόνων, γενόμενοι εκόντες, άκοντες όργανα της Νέας εποχής. Ο Παγκόσμιος Οικουμενισμός σε θρησκευτικό επίπεδο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και προχωρεί στην υλοποίηση των στόχων του, δηλαδή στη σύγκληση των θρησκειών και την πραγματοποίηση του οράματος της Πανθρησκείας. Τα Διαθρησκειακά Συνέδρια οργανώνονται με καταιγιστικούς ρυθμούς, το ένα μετά το άλλο. Ενδεικτικά μνημονεύουμε τη νέα Διαθρησκειακή Συνάντηση της Ασίζης, που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2016  και την Β΄ Διεθνή Διαθρησκειακή Διάσκεψη για την Ειρηνική Συνύπαρξη στη Μέση Ανατολή που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2017. Κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες του κόσμου και ηγέτες θρησκειών ομιλούν, ανοικτά πλέον, για «παγκόσμια θρησκευτική κοινότητα», για «συνεργασία των θρησκειών για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια». Λειτουργοί διαφόρων θρησκειών καλούνται σε παπικούς και προτεσταντικούς ναούς στην Ευρώπη, για να κηρύξουν! Σε πολλούς ναούς, όπως φέτος στο Βέλγιο, άνοιξαν παπικοί ναοί, για να εορτάσουν οι μουσουλμάνοι το Ραμαζάνι! Παράλληλα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, κατεβάζουν τους σταυρούς και άλλα θρησκευτικά σύμβολα από δημόσιους χώρους χάριν δημιουργίας «κλίματος θρησκευτικής ανεκτικότητας».

(Συνεχίζεται)

https://aktines.blogspot.com/2026/09/2016-11.html

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (10ον)


 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (10ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 16η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος δέκατον

    Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων λαϊκών στις οποίες αναφερθήκαμε στο προηγούμενο μέρος, προχωρούμε σε συνοπτική περιγραφή των κυριωτέρων μετασυνοδικών εξελίξεων. Αυτές, ευρισκόμενες σε άμεση διαλεκτική σχέση και συνάρτηση με την ψευδοσύνοδο, υπήρξαν ως επί το πλείστον τραγικές και οδυνηρές, θα γίνονται δε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μελλοντικά όλο και τραγικότερες. Ωστόσο υπήρξαν και κάποιες ελάχιστες θετικές και ενθαρρυντικές. Παρά κάτω θα αναφερθούμε εν συντομία στην Εγκύκλιο της Δ.Ι.Σ. με τίτλο: «Προς τον Λαό. Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης», που δημοσίευσε τον Ιανουάριο του 2017, προκειμένου να ενημερώσει τον πιστό λαό του Θεού σχετικά με την ψευδοσύνοδο,  καθώς και σύντομη κριτική αξιολόγησή της.   

Η Εγκύκλιος: «Προς τον Λαό. Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης».

    Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απευθύνεται σε όλους τους πιστούς προκειμένου να τους ενημερώσει για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε τον Ιούνιο του 2016 στην Κρήτη. Κύριος σκοπός της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ήταν η ενίσχυση και η φανέρωση της ενότητας όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά και η αντιμετώπιση διαφόρων συγχρόνων ποιμαντικών ζητημάτων.

    Με βάση τα συμπεράσματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου:

    • Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της διά των Ιερών Μυστηρίων. Η συνοδικότητα υπηρετεί την ενότητα και διαπνέει την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις Της και καθορίζει την πορεία Της. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η Αγία Σύνοδος δεν αναφέρθηκε μόνον στο κύρος των γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, αλλά σε αυτήν για πρώτη φορά αναγνωρίσθηκαν ως Σύνοδοι «καθολικού κύρους», δηλαδή ως Οικουμενικές, η Μεγάλη Σύνοδος επί Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (879-880), οι επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Μεγάλες Σύνοδοι (1341, 1351, 1368), και οι εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλες και Αγίες Σύνοδοι για την αποκήρυξη της ενωτικής Συνόδου της Φλωρεντίας (1438-1439), των προτεσταντικών δοξασιών (1638, 1642, 1672, 1691) και του εθνοφυλετισμού ως εκκλησιολογικής αιρέσεως (1872).

    • Οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν συνομοσπονδία Εκκλησιών, αλλά την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Για την Ορθόδοξη Διασπορά στις διάφορες χώρες του κόσμου αποφασίσθηκε να συνεχισθεί η λειτουργία των Επισκοπικών Συνελεύσεων με εκπροσώπους των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών προκειμένου να διασφαλίζεται η αρχή της συνοδικότητας, μέχρι να εφαρμοσθεί η κανονική ακρίβεια.

    • Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η οικογένεια αποτελεί καρπό της «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» μυστηριακής ενώσεως ανδρός και γυναικός και είναι η μόνη εγγύηση της γεννήσεως και της ανατροφής των τέκνων.

    • Η Εκκλησία τονίζει διαρκώς την αξία της εγκρατείας, της χριστιανικής ασκήσεως. Η χριστιανική άσκηση δεν διακόπτει την σχέση του ανθρώπου με την ζωή και τον συνάνθρωπο, αλλά τον συνδέει με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Δεν αφορά μόνον τους μοναχούς. Το ασκητικό ήθος είναι χαρακτηριστικό της χριστιανικής ζωής.

    • Η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει τους διωγμούς, την εκδίωξη και δολοφονία μελών θρησκευτικών κοινοτήτων, τον εξαναγκασμό σε αλλαγή θρησκευτικής πίστεως, την εμπορία προσφύγων, τις απαγωγές, τα βασανιστήρια, τις απάνθρωπες εκτελέσεις, τις υλικές καταστροφές. Ιδιαίτερα εκφράζει την αγωνία Της για την κατάσταση των Χριστιανών και όλων των διωκωμένων μειονοτήτων στην Μέση Ανατολή και σε άλλα σημεία του κόσμου.

    • Βασικό έργο της Εκκλησίας είναι η Ιεραποστολή, δηλαδή ο αγώνας Της να δίνει συνεχώς την μαρτυρία της πίστεως και να κηρύττει το ευαγγέλιο, είτε στους πιστούς που ζουν μέσα στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες, είτε σε όσους δεν έχουν γνωρίσει ακόμη τον Χριστό.

    Ο διάλογος κυρίως με τους ετεροδόξους χριστιανούς, (άλλες χριστιανικές ομολογίες – αιρέσεις), γίνεται με βάση το χρέος της Εκκλησίας να μαρτυρεί προς κάθε κατεύθυνση την αλήθεια και την αποστολική πίστη. Έτσι γίνεται γνωστή σε αυτούς η γνησιότητα της Ορθόδοξης Παράδοσης, η αξία της πατερικής διδασκαλίας, η λειτουργική εμπειρία και η πίστη των Ορθοδόξων. Οι διάλογοι δεν σημαίνουν ούτε και θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως.

    Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως αυτή ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν νοείται αγιότητα του ανθρώπου εκτός του Σώματος του Χριστού, δηλαδή εκτός της Εκκλησίας (Εφ. α, 23). Η αγιότητα είναι μετοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας και στα ιερά μυστήριά της με επίκεντρο την Θεία Ευχαριστία. Οι άγιοι εικονίζουν την Βασιλεία του Θεού. Η Εκκλησία είναι μία, η Ορθόδοξη. Κατά τον Μ. Βασίλειο «εις λαός πάντες οι εις Χριστόν ηλπικότες και μία Εκκλησία νυν οι Χριστού, καν εκ διαφόρων τόπων προσαγορεύηται». Η Εκκλησία αναμένει πάντοτε την επιστροφή όλων των ανθρώπων, ετεροδόξων και αλλοδόξων σε Αυτήν.

    Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελούν αντικείμενο εμβαθύνσεως και περαιτέρω μελέτης. Αυτό ισχύει για όλες τις Συνόδους της Εκκλησίας. Ο θεολογικός διάλογος δεν διακόπτεται. Προϋπόθεση απαραίτητη βεβαίως είναι να διατηρείται αλώβητη η θεολογική αλήθεια και ο διάλογος αυτός να πραγματοποιείται χωρίς φανατισμούς και διαιρέσεις, χωρίς παρασυναγωγές και σχίσματα, τα οποία πληγώνουν την ενότητα της Εκκλησίας. Τα σχίσματα είναι δυσίατες πνευματικές ασθένειες. Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο: «το σχίσαι Εκκλησίαν, και φιλονείκως διατεθήναι, και διχοστασίας εμποιείν, και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν, ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει την τιμωρίαν» (PG48, 872). Γι αυτό προτρέπονται οι πιστοί να μη δίνουν βαρύτητα στα λόγια εκείνων που τους παρακινούν να απομακρυνθούν από Αυτήν προκειμένου να αποτελέσουν ξεχωριστή ομάδα έξω από το πλήρωμα της Εκκλησίας, επικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικής ακριβείας.

    Κατακλείοντας το μήνυμα αυτό, επιθυμούμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι όλοι οι Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδος αγρυπνούμε και παραμένουμε αμετακίνητοι στην Ορθόδοξη πίστη και αφοσιωμένοι στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. «Αδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλείσθε, το αυτό φρονείτε, ειρηνεύετε, και ο Θεός της αγάπης και ειρήνης έσται μεθ ημών» (Β΄ Κορ. 13,11).

Σύντομες θεολογικές παρατηρήσεις πάνω στην ως άνω «Εγκύκλιο» της Δ.Ι.Σ.

    Η εν λόγω «Εγκύκλιος», δυστυχώς απέτυχε των προσδοκιών του πιστού λαού  του Θεού, όπως θα φανεί με όσα θα λεχθούν στη συνέχεια. Εκείνο που αποδεικνύεται με βάση το περιεχόμενό της είναι ότι αυτή πόρω απέχει, (ούτε καν από μακρυά μπορεί να συγκριθεί), με την ομόφωνη απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Βουλγαρικής Εκκλησίας, την οποία έλαβε στις 15 Νοεμβρίου 2016, σχετικά με την ψευδοσύνοδο. Ήταν μια απόφαση η οποία «λίαν ηύφρανε τους Ορθοδόξους και κατήσχυνε τους κακοδόξους» οικουμενιστές.

    Με βάση την Εγκύκλιο της Δ.Ι.Σ. έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:  

    1. Το πρώτο συμπέρασμα που βγάζει αβίαστα ο αναγνώστης, διαβάζοντας την εν λόγω Εγκύκλιο, είναι ότι η ψευδοσύνοδος ήταν μια γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδος, η οποία έλαβε Ορθόδοξες αποφάσεις. Ο συντάκτης πουθενά δεν κάνει την παραμικρή κριτική αξιολόγηση των οκτώ κειμένων που παρήγαγε η εν λόγω  «Σύνοδος» και ιδίως του τελευταίου 6ου κειμένου με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», για το οποίο έγινε τόσος θόρυβος σε πανορθόδοξο επίπεδο και το οποίο δέχθηκε ως γνωστόν σφοδρότατη θεολογική κριτική. Κάτι τέτοιο ούτε καν το διανοείται. Θεωρεί δεδομένο ότι οι αποφάσεις της «Συνόδου» αυτής είναι Ορθόδοξες και ότι δεν επιδέχονται καμία συζήτηση, ή αμφισβήτηση. Και με αφετηρία αυτό το δεδομένο, παραθέτει στη συνέχεια κάποια συμπεράσματα της δήθεν «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου».

    2. Στην παράγραφο 2 αναφέρει: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της διά των Ιερών Μυστηρίων». Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της πρωτίστως και κυρίως διά της κοινής ορθής πίστεως και στη συνέχεια και σαν συνέπεια της ορθής πίστεως διά των Ιερών Μυστηρίων. Προηγείται η πίστις και έπονται τα μυστήρια. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Όταν δε πάντες ομοίως πιστεύομεν, τότε ενότης εστίν»,  Επίσης σε ένα από τα αιτήματα της Θείας Λειτουργίας εκείνο που πρωτίστως ζητούμε από τον Κύριο είναι η «ενότητα της πίστεως» και όχι η ενότητα των Μυστηρίων: «Την ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος αιτησάμενοι…».

    3. Στη 2η παράγραφο το κείμενο ομιλεί περί Συνοδικότητος: «Η συνοδικότητα υπηρετεί την ενότητα και διαπνέει την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις Της και καθορίζει την πορεία της». Έχει ήδη γίνει εκτενής λόγος με όσα αναφέραμε σε προηγούμενες ενότητες, στον τρόπο οργανώσεως και λειτουργίας της ψευδοσυνόδου και καταδείξαμε σ’ αυτές, ότι αυτή σε καμιά περίπτωση δεν ακολουθεί την Συνοδική και Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας. Καταδείξαμε επίσης ότι η εν λόγω «Σύνοδος» δυστυχώς δεν «υπηρέτησε την ενότητα της Εκκλησίας», αλλά αντίθετα την τορπίλισε. Προκάλεσε διασπάσεις σε πολλά επίπεδα, αφού τέσσερις Τοπικές Εκκλησίες δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν, ενώ παράλληλα σημειώθηκαν αποτειχίσεις σε πολλές Ορθόδοξες χώρες, που με την πάροδο του χρόνου όλο και περισσότερο αυξάνουν.

    4. Στην 3η παράγραφο ομιλεί περί οικογενείας, αποσιωπά όμως το γεγονός ότι η ψευδοσύνοδος νομοθετεί την κατ’ οικονομία δυνατότητα τελέσεως μικτών γάμων Ορθοδόξων με ετεροδόξους, οι οποίοι όμως απαγορεύονται απολύτως σύμφωνα με τον 72ο Ιερό Κανόνα τῆς Πενθέκτης εν Τρούλλῳ Συνόδου.

    5. Στην 3η  παράγραφο της δευτέρας σελίδος γίνεται λόγος για τους Διαχριστιανικούς Διαλόγους: «Οι Διάλογοι δεν σημαίνουν ούτε θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως». Εδώ ο συντάκτης παραπλανά τον λαό, δεν λέει καθαρή την αλήθεια. Διότι ενώ θεωρητικά η ψευδοσύνοδος διεκήρυξε την παραπάνω πρόταση, στην πράξη οι Διάλογοι απέδειξαν το εντελώς αντίθετο. Κατέληξαν δυστυχώς σε συμβιβασμούς απαράδεκτους σε ζητήματα πίστεως, όπως εκτενώς αποδείξαμε σε προηγούμενες ενότητες. Είναι ολοφάνερο, ότι εδώ έχουμε ασυνέπεια και αντιφατικότητα μεταξύ θεολογικών διακηρύξεων και της τραγικής πραγματικότητος.

    6. Στην ίδια παράγραφο ο συντάκτης παρά κάτω ορθότατα προσθέτει: «Η Εκκλησία είναι μία, η Ορθόδοξη…Η Εκκλησία αναμένει πάντοτε την επιστροφή όλων των ανθρώπων, ετεροδόξων και αλλοδόξων σε αυτήν». Δεν επισημαίνει όμως ότι στην ψευδοσύνοδο διεκηρύχθη το εντελώς αντίθετο. Ότι δηλαδή αναγνωρίσθηκαν ως «Εκκλησίες» οι ετερόδοξοι. Αποσιωπά επίσης το γεγονός ότι η ελληνική αντιπροσωπεία δεν παρέμεινε πιστή στην εντολή που έλαβε σχετικά με το θέμα αυτό από την Σύνοδο της Ιεραρχίας του Μαΐου 2016.

    7. Δεν είναι μόνον η αναγνώριση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους, ο μοναδικός λόγος για τον οποίον η ψευδοσύνοδος εξέπεσε και κατάντησε μια ψευδοσύνοδος. Είναι και όσα κακόδοξα αποδέχθηκε σχετικά με το Π.Σ.Ε. και ειδικότερα στην δήλωση του Τορόντο. Για όλα τα παρά πάνω δεν αναφέρει τίποτε απολύτως η «Εγκύκλιος», έτσι ώστε με την ένοχη σιωπή της, δίδει στο λαό μια ακόμη παραπλανητική εικόνα των αποφάσεών της.

    8. Κατόπιν αυτών τίθενται αμείλικτα τα ερωτήματα: Γιατί το συνοδικό κείμενο της Δ.Ι.Σ. προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα και παρουσιάζει την εν λόγω Σύνοδο ως Ορθόδοξη, ενώ έλαβε κακόδοξες αποφάσεις; Γιατί αποκρύπτει από τον πιστό λαό του Θεού τα φοβερά αυτά ολισθήματά της που την καθιστά αυτόχρημα ψευδοσύνοδο;

    9. Θα κλείσουμε τις ταπεινές μας θεολογικές παρατηρήσεις με έναν θεοφώτιστο λόγο του άγιου Μάρκου του Ευγενικού, διότι πιστεύουμε ότι ο λόγος του αυτός δίνει το στίγμα της απαντήσεως, που θα έδινε ο ίδιος ο άγιος, αν διάβαζε το κείμενο της Δ.Ι.Σ. προς τον λαό: «ουδέποτε διά μεσότητος άνθρωπε τα εκκλησιαστικά διωρθώθη. Μέσον αληθείας και ψεύδους ουδέν εστίν. Aλλ’ ώσπερ τον του φωτός έξω γενόμενον, εν τω σκότει είναι ανάγκη, ούτω τον της αληθείας μικρόν παρεκκλίναντα, τω ψεύδει λοιπόν υποκείσθαι φαίημεν αν αληθώς».

(Συνεχίζεται). 

https://aktines.blogspot.com/2026/09/2016-10.html

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (9ον)

 

 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (9ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 14η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος ένατον.

    Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων κληρικών, για τις οποίες έγινε λόγος στο προηγούμενο όγδοο μέρος, προχωρούμε στη συνέχεια με σχολιασμούς και κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων λαϊκών.

Κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων λαϊκών.

    Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης σε βαρυσήμαντη επιστολή του προς τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμον και τα μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, επισημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά με την ψευδοσύνοδο: «Στη λεγόμενη ‘Σύνοδο’ του Κολυμπαρίου της Κρήτης επιχειρήθηκε μια θεσμικού χαρακτήρα πνευματική έκπτωση από τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Στην Κρήτη όχι μόνο δεν καταδικάσθηκε καμμία ετεροδοξία, (αίρεση), αλλά και επιχειρήθηκε μια φοβερή, θεσμικώς, έκπτωση από την συνοδικώς οριοθετημένη πίστη της Εκκλησίας, μια έκπτωση ουσιαστικά από τον ‘Όρο Πίστεως’ της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την έκπτωση από την δογματική διδασκαλία του Συμβόλου της Πίστεως, που αναφέρεται στην ταυτότητα της Εκκλησίας, καθ’ εαυτήν. Στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε, ότι πιστεύουμε ‘εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’. Όμως, στη ‘Διάσκεψη’ της Κρήτης, δέκα Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, μεταξύ των οποίων και η Εκκλησία της Ελλάδος, αποδέχθηκαν αθεολόγητα την ‘Βαπτισματική Θεολογία’ και έμμεσα την ‘Θεωρία των Κλάδων’, αναγνωρίζοντας ως Εκκλησίες τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Μαρωνίτες, τους Νεστοριανούς, τους Μονοφυσίτες Αντιχαλκηδονίους, τους Μονοθελήτες, οι οποίοι καταδικάστηκαν για την χριστολογική τους αίρεση από σειρά Οικουμενικών Συνόδων, (από την Τρίτη έως και την Έκτη), αλλά και την πανσπερμία των Προτεσταντών, που αντιπροσωπεύονται στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των λεγομένων Εκκλησιών. Αποτελεί πνευματική παραφροσύνη και πνευματικό πραξικόπημα η πράξη της απόπειρας για Συνοδική απόφαση στο Κολυμπάρι προς αναγνώριση ως Εκκλησιών των καταδικασθέντων αιρετικών από Οικουμενικές Συνόδους. Αυτό, στην πράξη, είναι συγκρητισμός και Οικουμενισμός. Δεν κινήθηκε ο θυμός –το έλλογο νεύρο της ψυχής των ‘Συνοδικών’ Αρχιερέων προς τους νοητούς λύκους της Εκκλησίας. Απεναντίας, οι ‘λύκοι’ ονομάστηκαν ‘πρόβατα’ της μίας και μόνης λογικής ποίμνης, της Εκκλησίας. Εκ του αποτελέσματος συμπεραίνουμε, ότι στην Κρήτη δεν έγινε η αναμενόμενη από το ευλαβές πλήρωμα της Εκκλησίας ‘σύσκεψη’ των ‘Συνοδικών’ Αρχιερέων με το Άγιο Πνεύμα, ούτε και λειτούργησε η ‘σφενδόνη’ του Αγίου Πνεύματος για την εκ νέου καταδίκη των αιρετικών….

    Με την ψήφιση του Στ΄ Κειμένου, που χαρακτηρίζεται για τις σκόπιμες ασάφειες και ιδιαίτερα για τις θεολογικές αντιφάσεις του, η ‘Αρχιερατική Διάσκεψη’ στην Κρήτη κατοχύρωσε θεσμικά τον Οικουμενισμό, εισάγοντας έτσι και προωθώντας την εκκλησιολογική σύγχυση στις συνειδήσεις των πιστών. Υπενθυμίζω συγκεκριμένα την παράγραφο 16, όπου σημειώνονται τα εξής: ‘Εν εκ των κυρίων οργάνων εν τη Ιστορία της Οικουμενικής κινήσεως είναι το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (ΠΣΕ). Παραλλήλως, υφίστανται και άλλοι διαχριστιανικοί οργανισμοί και περιφερειακά όργανα, ως η ‘Διάσκεψις των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών’ (ΚΕΚ), το ‘Συμβούλιον Εκκλησιών Μέσης Ανατολής’ (ΣΕΜΑ) και το ‘Παναφρικανικόν Συμβούλιον Εκκλησιών’. Ταύτα μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών τηρούν σημαντικήν αποστολήν δια την προώθησιν της ενότητος του χριστιανικού κόσμου’.

    Την αποδοχή του όρου ‘Εκκλησία’, για τους ετεροδόξους και ιδιαίτερα για τους Προτεστάντες, συναντούμε κατά κόρον και στις παραγράφους 19 και 21, στο ίδιο Κείμενο. Η παραπάνω διατύπωση σημαίνει, ότι εμείς, ως Ορθόδοξη Εκκλησία, συμφωνούμε πως οι ετερόδοξοι αιρετικοί συμβάλλουν σημαντικά στην προώθηση της ενότητας του χριστιανικού κόσμου! Από εδώ πιστοποιείται, ότι όσοι ψήφισαν και όσοι υπέγραψαν αυτό το Κείμενο, δεν συνειδητοποίησαν σίγουρα, ότι ‘ο Οικουμενισμός έχει πνεύμα πονηρίας και κυριαρχείται από ακάθαρτα πνεύματα’, κατά την χαρισματική εμπειρία του μακαριστού Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτη. Η θεμελιακή θέση του Οικουμενισμού είναι ο δογματικός πλουραλισμός. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, την δογματικά νομιμοποιημένη συνύπαρξη διαφορετικών δογματικώς πίστεων. Όποιος αμφισβητεί τον δογματικό αυτό πλουραλισμό, χαρακτηρίζεται φανατικός και φονταμενταλιστής. Παράλληλα, οι Οικουμενιστές δεν επιτρέπουν αξιολογικές κρίσεις για την ορθότητα, την ανωτερότητα, ή την κατωτερότητα των διαφόρων θρησκειών. Στον Οικουμενισμό όλοι χωρούν. Γιατί η ενότητα σ’ αυτόν δεν εμποδίζεται από την ποικιλία των διαφορετικών πίστεων, πράγμα που είναι εκκλησιολογικά απαράδεκτο από Ορθόδοξη άποψη.

    Ως δογματολόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έχω την βαθύτατη πεποίθηση, ότι ο Οικουμενισμός είναι η μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση, αλλά και η επικινδυνότερη πολυαίρεση, που εμφανίστηκε ποτέ στην Ιστορία της Εκκλησίας. Και τούτο, γιατί ο Οικουμενισμός, εξ’ αιτίας του συγκρητιστικού χαρακτήρα του, συνιστά την πιο δόλια αμφισβήτηση της πίστεως της Εκκλησίας, αλλά και την πιο σοβαρή νόθευσή της. Αμβλύνει σε απαράδεκτο βαθμό την δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας και δημιουργεί σύγχυση γύρω από την ταυτότητα της Πίστεώς μας. Κενώνει πονηρά την ακεραιότητα της σώζουσας Πίστεως της Εκκλησίας –πράγμα που έχει ολέθριες σωτηριολογικές συνέπειες- με το να θεωρεί όλες τις θρησκευτικές πίστεις νόμιμες σωτηριολογικώς, όταν υποστηρίζει, ότι όλες οι ετερόδοξες και ετερόθρησκες πίστεις είναι οδοί, που οδηγούν στην ίδια σωτηρία.

    Αλλά, με όσα αντιφατικά, ως προς την Εκκλησιολογία, γράφονται στο Στ΄ Κείμενο, δίνεται η εντύπωση, ότι οι ετερόδοξοι χριστιανοί εμπαίζονται, αφού στην αρχή κατονομάζονται ως ‘ετερόδοξες εκκλησίες’, δηλαδή αιρετικοί, και στη συνέχεια ονομάζονται Εκκλησίες. Δεν επιτρέπεται να υποτιμούμε τη νοημοσύνη τους. Καταλαβαίνουν καλώς, ότι δεν τους αγαπούμε αληθινά, γιατί δεν τους λέμε την αλήθεια καθαρά. Τους λέμε ψέματα, πως είναι Εκκλησίες. Και με τον τρόπο αυτό δεν τους βοηθούμε, γιατί δεν τους καλούμε σε μετάνοια και άρνηση των δογματικών πλανών τους, ώστε να ενταχθούν στην μόνη αληθινή Εκκλησία, την Ορθόδοξη».

    Ο καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος σε δημοσίευμά του, στις 26 Αυγούστου 2016, με τίτλο: «Αξιολόγηση της λεγομένης ‘Αγίας και Μεγάλης, ή Πανορθόδοξης Συνόδου’ της Κρήτης» παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «Η Ψευδο-Σύνοδος της Κρήτης εισήγαγε ‘συνοδικώς’, δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες που συμμετείχαν, την Παναίρεση του Οικουμενισμού. Αυτή η Ψευδο-Σύνοδος συγκλήθηκε ουσιαστικά από το Υπουργείο Εξωτερικών  των ΗΠΑ δια στόματος της κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου, αξιωματούχου του ίδιου Υπουργείου και Ειδικής Συμβούλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο. Οι λόγοι για τους οποίους η λεγόμενη ‘Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος’ είναι Ψευδο-Σύνοδος είναι οι ακόλουθοι:

    Η Ψευδο-Σύνοδος αυτοαναγορεύθηκε σε ανώτατη αυθεντία σε θέματα πίστης, πράγμα το οποίο συνιστά αίρεση, ενώ η ανώτατη αυθεντία σε σχέση με το απλανώς θεολογείν ανήκει μόνο στο Σώμα της Εκκλησίας, (δηλ. στις Συνόδους των Συνοδικών Αρχιερέων), εφόσον οι αποφάσεις τους σε θέματα πίστης εκ των υστέρων εγκρίνονται από τους λοιπούς Αρχιερείς και γίνονται δεκτές από τους λοιπούς κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαïκούς, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και το κοινό Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο.

    Στις ‘συνοδικές’ αποφάσεις της η Ψευδο-Σύνοδος απαρνήθηκε την Ορθόδοξη μέθοδο επιστημονικής θεολογίας, και υιοθέτησε την αντιπατερική, ή μεταπατερική δαιμονική θεολογία, η οποία συνδυάζει την αλήθεια με το ψεύδος, ως μέθοδο δήθεν ‘Ορθόδοξης’ θεολογίας στα πλαίσια της Νέας Εποχής, καθ’ υπόδειξη του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ διά στόματος της ανωτέρω αναφερόμενης κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου…

Η Παναίρεση του Οικουμενισμού εισήχθη ‘συνοδικώς’ μέσω της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου με τον τίτλο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’. Αυτή η δογματική απόφαση αλλοιώνει δογματικά το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως ‘Και εις το Πνεύμα το Άγιον…το εκ του Πατρός εκπορευόμενον’, ‘Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’ και ‘Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών’. Διότι: α) Αναγνωρίζει τον Παπισμό ως Εκκλησία εντασσόμενη στο ‘Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’, χωρίς οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί του να μετανοήσουν για τις πλάνες τους… β) Αναγνωρίζει, μαζί με τον Παπισμό, και τις λοιπές αιρέσεις, Μονοφυσίτες, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και λοιπούς Προτεστάντες ως Εκκλησίες εντασσόμενες στο ‘Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’. γ) Αναγνωρίζει το ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών’, τα κείμενά του και τους σκοπούς του…».

    Ο κ. Λάμπρος Σκόντζος, θεολόγος-συγγραφέας, μέλος της Συνοδικής Επιτροπής επί των αιρέσεων, και συνεργάτης του Γραφείου αιρέσεων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς, σε δημοσίευμά του στις 29 Νοεμβρίου 2018 με τίτλο: «Γιατί η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης δεν είναι Αγία και Μεγάλη», παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «…Είναι [η Σύνοδος της Κρήτης] όμως πραγματικά ‘Αγία’ και ‘Μεγάλη’; Είναι ‘Σύνοδος’, η οποία συνεχίζει με ακρίβεια την δισχιλιόχρονη συνοδική παράδοση της Εκκλησίας μας; Για την συντριπτική πλειοψηφία του συνειδητού εκκλησιαστικού σώματος, δυστυχώς, όχι! Τα στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι δεν υπήρξε ούτε άγια, ούτε μεγάλη, ούτε σύμφωνη με την συνοδική παράδοση της Εκκλησίας μας, είναι σαφέστατα και συνταρακτικά. Δεν είναι Άγια και Μεγάλη Σύνοδος διότι:

    1ον Συγκλήθηκε για να εξυπηρετήσει πολιτικές και γαιοστρατηγικές σκοπιμότητες. Οι έχοντες στοιχειώδη γνώση των σύγχρονων παγκοσμίων πνευματικών ανακατατάξεων, των γεωπολιτικών, γαιοστρατηγικών και οικονομικών στοχεύσεων από σκιώδη διεθνή κέντρα, είναι εύκολο να καταλάβουν ότι η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης υπήρξε πιστός θεράπων αυτών.

    2ον Δεν είναι η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης Άγια και Μεγάλη, διότι κύριος σκοπός της υπήρξε η ‘συνοδική’ κάλυψη – κατοχύρωση του Οικουμενισμού. Ο πραγματικός σκοπός της συγκλήσεως της ‘Συνόδου’ της Κρήτης δεν είναι άλλος, από την επισφράγιση και ‘συνοδική’ κατοχύρωση των οικουμενιστικών ανοιγμάτων της Ορθοδοξίας του 20ου αιώνα. …Είναι γνωστό πως τα τολμηρά, έως απαράδεκτα, οικουμενιστικά ανοίγματα των θιασωτών του Οικουμενισμού του 20ου αιώνα και των τελευταίων χρόνων, έτυχαν σκληρής κριτικής από ορθοδόξους και προκάλεσαν μεγάλες αναταράξεις και γι’ αυτό έπρεπε να αποστομωθούν. Να περιβληθούν οι επιλογές τους με ορθόδοξο μανδύα, να κατοχυρωθεί η λεγομένη ‘Οικουμενική Κίνηση’ συνοδικά, να αποστομωθούν οι επικριτές της από το κύρος μίας Πανορθοδόξου Συνόδου.

    3ον Η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης δεν είναι Άγια και Μεγάλη, διότι δεν κατέγνωσε καμιά αίρεση και ανεγνώρισε, εμμέσως, πλην σαφώς, εκκλησιαστική υπόσταση στις αιρετικές κοινότητες….

    4ον Η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης δεν υπήρξε Άγια και μεγάλη, διότι καταφρόνησε με τον πλέον προκλητικό τρόπο την συνοδική παράδοση της Εκκλησίας».

(Συνεχίζεται).

https://aktines.blogspot.com/2026/09/2016-9.html

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (8ον)

 


 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (8ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 11η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος όγδοον.

    Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις  του Γραφείου αιρέσεων και Παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς προχωρούμε στη συνέχεια σε κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων κληρικών και κατόπιν παραθέτουμε απόσπασμα επιστολής της Γερόντισσας Ιουστίνας, ηγουμένης γυναικείας Ι. Μονής από τη Ρουμανία, προς τον Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Ιασίου και Μητροπολίτην Μολδαβίας και Μπουκοβίνας, κ. Θεοφάνην.

Κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων κληρικών.

    Ο πρωτοπρ. π. Θεόδωρος Ζήσης, ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. σε άρθρο του με τίτλο: «Η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης σε σύγκριση με την Ορθόδοξη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (1273)», παρατηρεί: «Είναι η πρώτη σύνοδος καθ᾽ όλην την δεύτερη χιλιετία και μετ᾽ αυτήν, που όχι μόνον αποφεύγει να ονομάσει και να καταδικάσει τις αιρέσεις, αλλά τις ονομάζει και Εκκλησίες. Επί πλέον αντί να απαγορεύει την κοινωνία με τους αιρετικούς, επαινεί την συμμετοχή και συμπερίληψή μας στο προτεσταντικό ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών’, δηλαδή σε ένα ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Αιρέσεων’. Επαινεί ακόμη και τους Θεολογικούς Διαλόγους, οι περισσότεροι από τους οποίους παρήγαγαν κείμενα που δικαιολογούν και αθωώνουν τις αιρέσεις…. Η ‘σύνοδος’ της Κρήτης απήντησε όχι με βάση τους θεοφόρους Πατέρες και τους θείους κανόνες και νόμους, αλλά ‘από κοιλίας’. Επειδή οι εκτός της Εκκλησίας υποχρεωτικά εντάσσονται στις τρεις τάξεις κατά τον Μ. Βασίλειο, των αιρετικών, των σχισματικών και των παρασυναγώγων, εφευρίσκει τέταρτη, ανύπαρκτη τάξη, στην φαντασία μόνον των συνοδικών της Κρήτης υπάρχουσα, την τάξη των ‘ετεροδόξων εκκλησιών’. Δεν βρέθηκε κάποιος να τους πει ότι με αυτό κοροϊδεύουν και τους ετεροδόξους (=αιρετικούς) και την εκκλησία, διότι το ‘ετερόδοξες εκκλησίες’ είναι ‘αντίφασις εν τοις όροις’• Οι εκκλησίες είναι πάντοτε ομόδοξες και ομογνώμονες, και οι ετερόδοξοι, δηλ. οι αιρετικοί, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι εκκλησίες. Ανατρέπει λοιπόν η ψευδοσύνοδος της Κρήτης όλη την προηγούμενη συνοδική και πατερική παράδοση, μετονομάζει τους αιρετικούς σε ετεροδόξους και τους καθιστά εκκλησίες.

    Είναι επισφαλές το επιχείρημα ότι τον όρο ‘εκκλησίες’ ως τεχνικό όρο τον χρησιμοποιούν πολλοί και επομένως έχουν άδικο όσοι διαμαρτύρονται. Είναι επισφαλές επιχείρημα για δύο λόγους. Εν πρώτοις, διότι η χρησιμοποίηση του όρου από μεμονωμένα πρόσωπα (π.χ. Ανδρούτσος, Τρεμπέλας κ.α.) δεν είναι το ίδιο με την χρήση του από επίσημη σύνοδο της Εκκλησίας• ας μας δείξουν και ας παραπέμψουν σε κάποιο συνοδικό κείμενο, το οποίο ονομάζει τους αιρετικούς εκκλησία. Υπάρχει πουθενά στα συνοδικά κείμενα τέτοια θεολογική παραδοξολογία; Ομιλούν ποτέ για εκκλησία των Αρειανών, των Πνευματομάχων, των Μονοφυσιτών, των Εικονομάχων; Δεν τους ονομάζουν όλους αυτούς αιρέσεις με βαρείς χαρακτηρισμούς, δεν τους καταδικάζουν και τους αναθεματίζουν; Ήδη είπαμε ότι το ίδιο ισχύει για τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Αν κάποιοι, με διαβρωμένη την ορθόδοξη συνείδηση και με ελλιπή ιστορική και θεολογική γνώση, θεωρούν τον Παπισμό ως εκκλησία, ας μας εξηγήσουν γιατί επί αιώνες τώρα δεν έχουμε ‘κοινωνίαν εν τοις μυστηρίοις’ (intercommunio), και γιατί τουλάχιστον δύο φορές συνοδικά και επίσημα, στην Λυών και στην Φερράρα, δεν έγινε η ένωση; Έκαναν λάθος όσοι αντέδρασαν, έκαναν λάθος όσοι εμαρτύρησαν για να μη κοινωνήσουν με τους Λατίνους, οι Κύπριοι Οσιομάρτυρες της Καντάρας και οι Αγιορείτες Οσιομάρτυρες; Αφού λοιπόν οι Παπικοί και οι Προτεστάντες, ως και οι αρχαίοι Μονοφυσίτες, είναι εκκλησίες, γιατί δεν τολμούν όσοι το ισχυρίζονται, να συλλειτουργήσουν μαζί τους και να κοινωνήσουν δημόσια και φανερά από κοινό Πατήριο;

    Ο δεύτερος λόγος που καθιστά επισφαλές το επιχείρημα ότι το ‘εκκλησίες’ χρησιμοποιείται ευρέως ως τεχνικός όρος στην θεολογική βιβλιογραφία, συνάγεται εκ του ότι κάποιοι όροι επιβάλλονται και χρησιμοποιούνται, χωρίς να είναι ορθοί, λόγω της επικρατούσης και κυριαρχούσης δυνάμεως αυτών, οι οποίοι επιβάλλουν τους όρους. Είναι γνωστόν και έχει αποδειχθή δια πολλών ότι η ελληνική ακαδημαϊκή θεολογία έχει υποστή του κόσμου τις επιδράσεις από την Δύση, από τους Παπικούς και από τους Προτεστάντες, και ως προς την χρήση της θεολογικής ορολογίας».

   Ο αείμνηστος αρχ. κυρός Σαράντης Σαράντος, διδάκτορας της Θεολογίας, στη Θεολογική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών σε Ανοικτή Επιστολή του προς τον  Μακ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, (16.9.2016), παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «Απορούμε όμως και εξιστάμεθα: Για το πως άλλαξε άρδην η ορθόδοξη δομή της Εκκλησίας μας και από Συνοδική-δημοκρατική ξαφνικά γίνεται ομάδα δέκα Προκαθημένων με ανώτατο τον πρώτο των πρώτων. Πότε η Αγία Ορθοδοξία μας είχε ένα ανώτατο παπίζοντα άρχοντα, αμέσως κατευθύνοντα σε ‘ομόφωνη’ συμφωνία τους κάτωθεν αυτού δέκα Προκαθημένους και εμμέσως καθοδηγούντα τους είκοσι τέσσερις υπ’ αυτούς Μητροπολίτες εκάστης τοπικής Εκκλησίας;  Την ημέρα της Πεντηκοστής μόνο σε έναν Απόστολο, (π.χ. τον Πέτρο), κατέπεμψε το Άγιόν Του Πνεύμα ο εν Τριάδι Θεός; Ισότιμα και οι Δώδεκα δεν εφωτίσθησαν με τις πύρινες γλώσσες του Παναγίου Πνεύματος; Σε όλες τις Συνόδους, από τις Αποστολικές και από την πρώτη μέχρι την ενάτη των Οικουμενικών δεν ελάμβαναν μέρος με πλήρη και ισότιμη ψήφο άπαντες οι Ιεράρχες της ανά την Οικουμένην Αγίας Ορθοδοξης Εκκλησίας μας;  Όλοι οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέχρι να εμφανισθεί η μεταπατερική θεολογία, μας εδίδασκαν ότι και η μικρότερη τοπική Εκκλησία, ο επίσκοπος, το τίμιο πρεσβυτέριο και το χριστεπώνυμο πλήρωμα αποτελούν πλήρη εικόνα της Καθολικής Εκκλησίας του Ιησού Χριστού. Αυτό εξάγεται από τη συνολική μελέτη και όχι αποσπασματική, των πατερικών κειμένων και από τη συνεχιζόμενη εμπειρία και γνώση απάντων των Αγίων μέχρι σήμερα».  

    Ο πρωτοπρ. π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, θεολόγος, νομικός, σε μελέτη του με τίτλο: «Η Σύνοδος της Κρήτης και το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, (Π.Σ.Ε.)», μεταξύ άλλων παρατηρεί: «Ιδιαιτέρως η Σύνοδος της Κρήτης εκφράζει θετική εκτίμηση για την ‘θεολογική προσφορά’ της Επιτροπής ‘Πίστις και Τάξις’ του Π.Σ.Ε. και σημειώνει: ‘Η Ορθόδοξος Εκκλησία…εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής εκδοθέντα θεολογικά κείμενα …τα οποία αποτελούν αξιόλογον βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών’, (κείμενο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο’ § 21). Ασφαλώς δεν είναι της παρούσης αναλυτική αναφορά στα κείμενα της Επιτροπής. Είναι όμως επιτρεπτή μία τόσο γενικόλογη προσέγγιση εκ μέρους της Πανορθοδόξου Συνόδου; Επιτρέπεται η ‘Αγία και Μεγάλη’ Σύνοδος χωρίς ειδική και λεπτομερή μελέτη να ‘εκτιμά θετικώς τα θεολογικά κείμενα’ της Επιτροπής ‘Πίστις και Τάξις’ και την εν γένει ‘θεολογική προσφορά’ του Π.Σ.Ε., όταν αυτά ακριβώς τα κείμενα είναι γεμάτα από προτεσταντικές κακοδοξίες και γι’ αυτά τα κείμενα πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν διατυπώσει κατ’ επανάληψιν σοβαρές επιφυλάξεις, οι οποίες έχουν καταγραφεί ακόμα και στα πρακτικά της Γ΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως; (1986). Γιατί τέτοια προχειρότητα από μία Σύνοδο που διεκδικεί να καταταγεί στην εκκλησιαστική συνείδηση ως ‘Αγία και Μεγάλη’;… Επιπλέον δε, προσεκτική μελέτη των κοινώς αποδεκτών κειμένων των τελευταίων Γενικών Συνελεύσεων του Π.Σ.Ε. καθιστά σαφές ότι οι προτεσταντικές εκκλησιολογικές αντιλήψεις διαμορφώνουν ακόμα και σήμερα - μετά την δήθεν “αναβάθμιση” της συμμετοχής των Ορθοδόξων - το θεολογικό πλαίσιο λειτουργίας του Π.Σ.Ε. Συνεπώς, με κανένα τρόπο δε μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε ο ενθουσιασμός της Συνόδου της Κρήτης, ούτε η τόσο άτονη και γενικόλογη κριτική στο Π.Σ.Ε. από την Σύνοδο: ‘Εν τούτοις η Ορθόδοξος Εκκλησία διατηρεί επιφυλάξεις διά κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως και τάξεως, διότι αι μη Ορθόδοξοι Εκκλησίαι και Ομολογίαι παρεξέκλιναν εκ της αληθούς πίστεως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας’ (§ 21)! Είναι δυνατόν μία Πανορθόδοξη Σύνοδος να περιορίσει σε 32 μόνο λέξεις την κριτική της στα όσα απαράδεκτα, καινοφανή και ανατρεπτικά της ευαγγελικής, πατερικής, δογματικής και ηθικής διδασκαλίας συντελούνται σήμερα στο Π.Σ.Ε.;».

    Ο πρωτοπρ. π. Πέτρος Χιρς, διδάκτορας της Θεολογίας, στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. σε συνέντευξή του σχολιάζει τα εξής σχετικά με την ψευδοσύνοδο: «Η Σύνοδος της Κρήτης είναι, δυστυχώς, μια ψευδοσύνοδος, η οποία παρήγαγε αντορθόδοξα κείμενα, τα οποία πρέπει τώρα να απορριφθούν από το Ορθόδοξο πλήρωμα….Τόσο από πλευράς μεθοδολογίας, (το πώς προετοιμάστηκε, πώς οργανώθηκε και διεξήχθη), όσο και από πλευράς ουσίας, (τα τελικά κείμενα είχαν βαθιά αλλοιωθεί από τη μη Ορθόδοξη οικουμενιστική νοοτροπία), προκύπτει ότι η ‘Κρητική Σύνοδος’ παρεξέκλινε από την Οδό και την Αλήθεια των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. …. Δυστυχώς, όπως έχει γίνει σαφές, η Σύνοδος αυτή ούτε ‘μεγάλη’ είναι ούτε ‘αγία’. Απλώς ήταν μια ήσσονος σημασίας σύναξη, που θα μείνει στην ιστορία, στην καλύτερη περίπτωση, ως μια επισκοπική συνέλευση χωρίς πανορθόδοξο κύρος. Επιπλέον, δεν ήταν ‘αγία’ εξ’ αιτίας της ολοφάνερης απόκλισης από την Αγία Παράδοση και της προώθησης του συγκρητιστικού Οικουμενισμού, με τη χαλαρή υιοθέτηση και ανορθοδόξων κειμένων, μεταξύ άλλων, τα οποία εκδόθηκαν στο πλαίσιο του διαλόγου με την Παποσύνη, (λ.χ. Μπάλαμάντ) και στο πλαίσιο του λεγομένου ‘Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών’ (λ.χ. Πουσάν, Πόρτο Αλλέγκρε)».

    Ο αρχ. π. Αναστάσιος Αναστασίου, πρώην Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Μεγάλου Μετεώρου σε δημοσίευμά του με τίτλο: «Η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος», παρατηρεί: «Ειδικά σε ότι αφορά την Εκκλησία της Ελλάδος, η πλειοψηφία των ιεραρχών και το ευσεβές πλήρωμα συνολικά έμειναν επί σειρά ετών παντελώς απληροφόρητοι, ανυποψίαστοι για όλα όσα επί δεκαετίες συντελούνταν εν κρυπτώ…Είναι όμως γνωστό ότι στα θέματα της πίστεως δεν μπορεί να γίνει συμβιβασμός. Γι’ αυτό και είχε τονιστεί εκ των προτέρων ότι το κείμενο: ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’, θα έπρεπε να απορριφθεί εξ’ ολοκλήρου, καθώς ήταν εκ θεμελίων προβληματικό και δεν επιδεχόταν βελτιώσεις…Αυτό που συνέβη τελικά στην Κρήτη ήταν η πλήρης ανατροπή τόσο της ουσίας όσο και του συνολικού πνεύματος της αποφάσεως της Ιεραρχίας του Μαΐου του 2016…Ο αρχιεπίσκοπος και οι αρχιερείς που μετείχαν στην Αντιπροσωπεία, προχώρησαν σε μια ωμή παραβίαση της εντολής που είχαν λάβει. Λειτούργησαν με απόλυτα αντισυνοδικό τρόπο, υπερβαίνοντας την εξουσιοδότηση που είχαν λάβει από το ανώτατο όργανο της Εκκλησίας, που είναι η Ιεραρχία».   

Η Γερόντισσα Ιουστίνα από τη Ρουμανία.

Η εν λόγω Γερόντισσα, ηγουμένη της Ιεράς Μονής Paltin Petru Voda, (του Πατριαρχείου της Ρουμανίας), σε επιστολή της προς τον Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Ιασίου και Μητροπολίτην Μολδαβίας και Μπουκοβίνας, κ. Θεοφάνην, με πολύ πόνο και αγωνία καταθέτει μεταξύ άλλων τα εξής:

«….. Οι συζητήσεις και τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης υποφέρουν σοβαρά από μία ανορθόδοξη θεολογική γλώσσα, η οποία εκφράζει τη λεγόμενη theologia oecumenica, καθώς την ονομάζουν οι ίδιοι οι οικουμενιστές, μία ανορθόδοξη θεολογία με προτεσταντική προέλευση, που εισάχθηκε στην Εκκλησία κατά τους ιθ -κ  αιώνες. Εσείς ο ίδιος και άλλα μέλη της Ρουμανικής Αντιπροσωπίας αγωνιστήκατε εναντίον των ασαφειών και αλλοιώσεων, των ανορθόδοξων, ή και αντορθόδοξων διατυπώσεων των κειμένων της Συνόδου. Αλλά το πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα που είχατε στη διάθεση πριν από τη Σύνοδο, (άλλη ανορθόδοξη πράξη!) και οι πολύ έντονες πιέσεις επέτρεψαν να υπάρχουν πολλές παραλείψεις: από τη δογματική καινοτομία των αρχιερατικών βαθμίδων μέχρι τα άρθρα των κειμένων, τα οποία έρχονται σε διαφωνία μεταξύ τους και καταργούνται αμοιβαία, ή και η έλλειψη ουσιαστικών διευκρινίσεων, χωρίς των οποίων ανοίγεται ο δρόμος των πιο πλανεμένων θεολογικών παρεξηγήσεων…. Με δάκρυα Σας παρακαλούμε: απορρίψετε τη Σύνοδο της Κρήτης. Ό,τι δεν μπορέσατε να κερδίσετε εκεί, στην Κρήτη, κερδίστε τώρα! Επειδή δεν πρόκειται για κάποιο περιορισμένο και μικροπρεπές ανθρώπινο ενδιαφέρον, αλλά για το ιερό και ύψιστο καθήκον της ομολογίας και της διακήρυξης της διδασκαλίας του Χριστού, όπως ο ίδιος ο Σωτήρας μας την άφησε ως θησαυρό μέχρι τη συντέλεια του κόσμου».

(Συνεχίζεται).

https://aktines.blogspot.com/2026/09/2016-8.html