Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Το όραμα της αιώνιας ζωής (όσιος Στάρετς Αμβρόσιος)


 Το παρακάτω κείμενο το έγραψε όσιος Στάρετς Αμβρόσιος και είναι μια μαρτυρία θείας θεωρίας ή αρπαγής έως τρίτου ουρανού «ο Θεός οίδεν». Ο ίδιος ο στάρετς δεν το ξεκαθάρισε ή δεν θέλησε να το αποκαλύψει. Είναι ένα κείμενο καταπληκτικό, από τα σπανιότερα που κυκλοφορούν αυτού του είδους, και το παραθέτουμε αυτούσιο, προσθέτοντας στο τέλος μόνο το σχόλιο που έκανε ο Σ. Γκλέμπωφ, όταν ο όσιος του παρέδωσε το χειρόγραφο.

Το όραμα της αιώνιας ζωής

Ήταν άνοιξη. Η πιο όμορφη εποχή. Δεν μπόρεσα ν’ αντέξω στον πειρασμό και ρίχτηκα στην αγκαλιά της φύσης, σ’ αυτόν τον ανοιξιάτικο παράδεισο που διάλεγα σαν τόπο για τους καθημερινούς περιπάτους μου. Ήταν στο σκιερό, πυκνό δάσος που ξεκινούσε από την υψηλή όχθη του μεγάλου ποταμού Όκα, που με τα ήρεμα νερά του ποτίζει αρκετές από τις κεντρικές επαρχίες της Ρωσίας.

Ήμουν ολοκληρωτικά απορροφημένος σ’ αυτήν την ευλογημένη κατάσταση, μέσα στο στήθος της φύσης, ρουφούσα τ’ αρώματά της και δοξολογούσα το Θεό, τον αχώρητο και αόρατο…

Τότε ο κόσμος που με περιέβαλε κι από τον οποίο προερχόμουν, υποχώρησε, απομακρύνθηκε και σιγά σιγά εξαφανίστηκε μέσα στο άγνωστο σε μένα βασίλειο των ιδεών…

Ήμουν μόνος. Γύρω μου υπήρχε μόνο το δάσος, όπου βασίλευε νεκρική σιγή. Τα αιωνόβια δέντρα εκτείνονταν στον ουρανό, σε μια προσπάθεια να συναντήσουν το Θεό. Κι εγώ Αυτόν αναζητούσα.

Ξαφνικά βρίσκομαι έξω από το δάσος, κάπου μακριά, σ’ έναν άλλο κόσμο, άγνωστο. Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί, ποτέ δεν τον είχα φανταστεί… Γύρω μου υπάρχει ολόλαμπρο, λευκό φως. Είναι τόσο υπερβατικό, καθαρό και δελεαστικό που βυθίζομαι μέσα στα απύθμενα βάθη του μ’ όλες μου τις αισθήσεις. Δεν μπορώ να το χορτάσω, δεν προλαβαίνω να θαυμάζω αυτή τη θαυμάσια κατάσταση, να γεμίσω από αυτή την ύψιστη χαρά. Όλα γύρω είναι τόσο όμορφα. Πόσο ωραία είναι αυτή η ζωή, πόσο ατέλειωτος ο δρόμος. Απλώνομαι σ’ αυτό το απεριόριστο και διαυγές διάστημα. Η ματιά μου στρέφεται προς τα πάνω, δεν κοιτάζει χαμηλά, δε βλέπει πια τίποτα το εγκόσμιο. Ολόκληρο το ουράνιο στερέωμα είχε μεταμορφωθεί μπροστά μου σ’ ένα αστραφτερό φως που ξεκούραζε το μάτι… Αλλά δε βλέπω τον ήλιο. Βλέπω μόνο το απέραντο κι ατελεύτητο, λαμπρό φώς του. Όλος ο χώρος μέσα στον οποίο γλιστράω χωρίς εμπόδιο, χωρίς τέλος, χωρίς κούραση, είναι γεμάτος από ολόλαμπρες, κάτασπρες και θαυμάσιες υπάρξεις, διαφανείς όπως οι ακτίνες του ήλιου. Τις βλέπω και θαυμάζω αυτόν τον απεριόριστο κόσμο. Οι μορφές αυτών των άγνωστων σε μένα όντων είναι πανέμορφες. Είμαι κι εγώ άσπρος και λαμπρός όπως αυτά. Πάνω μου και πάνω τους βασιλεύει αιώνια μακαριότητα. Ούτε μια σκέψη μου δεν επηρεάζεται από κάτι επίγειο, ούτ’ ένας χτύπος της καρδιάς μου δεν κινείται για γήινες φροντίδες ή σωματικά πάθη. Είμαι γεμάτος ειρήνη και έκσταση. Κινούμαι ακόμα σ’ αυτό το απέραντο φως, που με περιβάλλει αναλλοίωτο. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο στον κόσμο παρά μόνο λευκό, αστραφτερό φως κι αυτά τα εξίσου λαμπρά, αμέτρητα όντα. Όλες αυτές οι υπάρξεις όμως δεν μοιάζουν, ούτε και είναι ίδιες μεταξύ τους. Διαφέρουν η μία με την άλλη, κι είναι εξαιρετικά συμπαθής. Ανάμεσά τους νιώθω απίστευτα ειρηνικός. Δεν μου προκαλούν φόβο, ούτε τρόμο, ούτε κατάπληξη. Όλα όσα βλέπουμε εδώ δεν μας ερεθίζουν, δεν μας καταπλήσσουν. Όλοι μας νιώθουμε σαν να ανήκουμε ο ένας στον άλλον εδώ και πολύ καιρό, έχουμε συνηθίσει δεν αισθανόμαστε καθόλου ξένοι. Δεν κάνουμε ερωτήσεις ακόμα δεν μιλάμε μεταξύ μας για κανένα λόγο. Όλοι μας νιώθουμε και καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο για μας εδώ. Όλες οι απορίες μας λύνονται με μια ματιά, που βλέπει όλους και όλα. Δεν υπάρχει σε κανένα ίχνος πολέμου των παθών. Όλοι κινούνται σε διάφορες κατευθύνσεις, αντίθετες μεταξύ τους. Κανένας δεν αισθάνεται περιορισμό, νισότητα, φθόνο, θλίψη ή λύπη. Μια ειρήνη βασιλεύει σε όλες τις μορφές. Ένα φως ατελεύτητο, υπάρχει για όλους. Μια ενότητα ζωής είναι κατανοητή από όλους.

Η έκσταση μου για όλα αυτά κυριάρχησε παντού. Βυθίστηκα σε αυτήν την ατέρμονη μακαριότητα. Η ψυχή μου δεν ταραζόταν από τίποτα πια. Δεν με απασχολούσε τίποτα το εγκόσμιο. Τίποτα από όσα με βασάνιζαν δεν ήρθε στο νου μου, ούτε για ένα λεπτό. Μου φαινόταν πως όλα όσα είχα περάσει στη γη δεν υπήρχαν πια. Έτσι ένιωθα σ αυτόν τον καινούργιο και λαμπρό κόσμο μου. Ήμουν ειρηνικός, χαρούμενος. Δεν επιθυμούσα τίποτα καλύτερο. Όλες οι εγκόσμιες σκέψεις μου για παροδική κοσμική ευτυχία τελείωσαν μπροστά σε αυτή την πανέμορφη, καινούργια ζωή. Δεν ξαναζωντάνεψαν. Έτσι τουλάχιστον μου φαινόταν μέσα σε αυτόν τον πανέμορφο κόσμο…

Να όμως που ξαναγύρισα. Δεν θυμάμαι πώς. Ποια ήταν αυτή η εφήμερη κατάσταση, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ένιωθα, ήταν πως ήμουν ζωντανός. Δεν θυμόμουν όμως τον κόσμο όπου ζούσα πριν στη γη. Δεν έμοιαζε καθόλου με όνειρο. Για τα εγκόσμια πράγματα δεν είχα πραγματικά την παραμικρή ιδέα. Πίστευα μόνο πως η ζωή εκείνη ήταν δική μου, πως εγώ δεν ήμουν ξένος εκεί. Σε αυτήν την πνευματική κατάσταση που βρισκόμουν, ξέχασα τον εαυτό μου και βυθίστηκα σε εκείνη την φωτοφόρο μακαριότητα. Και αυτό κρατούσε αιώνια, χωρίς τέλος, χωρίς μέτρο, χωρίς προσμονή, χωρίς ύπνο, μέσα στην αιώνια ανάπαυση. Μου φαινόταν πως δεν επρόκειτο να γίνει καμιά αλλαγή, καμιά αλλοίωση…

Τότε όμως ξαφνικά κόπηκε το νήμα αυτής της λαμπρής ζωής και άνοιξα τα μάτια μου. Γύρω μου υπήρχε το γνώριμο δάσος. Μια ακτίνα από τον ανοιξιάτικο ήλιο έπαιζε στα ξέφωτα. Ένιωσα βαριά λύπη. «Γιατί είμαι ξανά εδώ;», σκέφτηκα. Όλος αυτός ο λαμπρός και φωτοφόρος κόσμος που είχα μόλις γνωρίσει, μαζί με όλο το αμέτρητο πλήθος των υπέροχων όντων, έμειναν ζωντανά στη μνήμη μου. Τα σωματικά μάτια μου όμως δεν τα έβλεπαν πια. Δεν μπορούσα να υποφέρω αυτή τη φοβερή και οδυνηρή θλίψη και άρχισα να κλαίω πικρά.

Μόνο μετά την εμπειρία μου αυτή πίστεψα στον χωρισμό της ψυχής από το σώμα. Τότε κατάλαβα τι σημαίνει πνευματικός κόσμος. Ποιο όμως είναι το νόημα της ζωής; αυτό έμεινε μυστήριο για μένα. Και για να εισδύσω σε αυτό το μυστήριο εγκατέλειψα τον κόσμο όπου γεννήθηκα και ασπάστηκα το μοναχικό βίο.

-Αχ, πατέρα! Τότε αυτό το όραμα πρέπει να το είδες εσύ; ρώτησε ο Γκλέμπωφ τον π. Αμβρόσιο, δείχνοντας το χειρόγραφο του.

-Δεν ξέρω αν ήταν όραμα ή αλήθεια, απάντησε όσιος γέροντας σοβαρά. Δεν έχω λύσει το μυστήριο αυτό ακόμα. Πιστεύω όμως πως η ψυχή μου ζει χωριστά από το σώμα μου. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να έχει δει αυτά που τα σωματικά μάτια δεν γνώριζαν. Έπειτα, δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί το φως της μέρας με τα ακροδάκτυλα του. Έτσι νομίζω πως και η ψυχή μου δεν μπορεί να δει κάτι που δεν υπάρχει στον κόσμο του Θεού. Αν η ψυχή μου βλέπει αυτόν τον κόσμο, που τα μάτια μου δεν βλέπουν, τότε σημαίνει πως υπάρχει σαν κάτι πραγματικό. Και αυτό το πιστεύω απόλυτα...

Με τα λόγια αυτά οι συγκεντρωμένοι ματιά του Γέροντα στράφηκε στην εικόνα του Χριστού. Μετά έκανε το σταυρό του με ευλάβεια.

Με τέτοιες μυστικές σκέψεις ήταν γεμάτη η ψυχή αυτού του πολύ σεβαστού γέροντα της Όπτινα, του π. Αμβροσίου. Με τέτοια γνώση του ουράνιου κόσμου καθοδηγούσε όλους τους πιστούς προσκυνητές που συνήθιζαν να τον επισκέπτονται στην Όπτινα για να πάρουν ευλογία στη ζωή τους. Μ' αυτό ακριβώς το υπερκόσμιο πνεύμα χαιρετούσε όλους τους ανθρώπους που υποφέρουν σωματικά και ψυχικά και ζητούσαν κοντά του την θεραπεία για τις αδυναμίες τους. Πόσα ζωντανά παραδείγματα υπάρχουν που δείχνουν την πνευματική μεταμόρφωση πολλών ανθρώπων που άκουγαν τις σοφές συμβουλές του γέροντα Αμβροσίου…

 «Οίδα άνθρωπο εν Χριστώ προ ετών 14∙ είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα ο Θεός οίδεν∙ αρπαγέντα τον τοιούτον έως τρίτου ουρανού (Β΄Κορ. Ιβ΄2).

«Το Γεροντικό Του Βορρά τόμος Α΄» Πέτρου Μπότση

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

Από το βιβλίο: «Άγιος Τύχων ο Μαρτυρικός Πατριάρχης» του Πέτρου Μπότση

Στα τέλη Μαΐου μέλη της «Ζώσας Εκκλησίας» συγκάλεσαν μια διάσκεψη και προχώρησαν σε πολλές λειτουργικές μεταρρυθμίσεις, επικαλούμενοι δημιουργική αναγκαιότητα σ’ αυτόν τον τομέα. Προχώρησαν σε έκδοση διατάγματος που προέβλεπε ότι εφεξής οι επίσκοποι πρέπει να εκλέγονται τόσο από άγαμους όσο κι από έγγαμους κληρικούς. Τον Αύγουστο του 1922 συγκάλεσαν κι άλλη διάσκεψη και απαίτησαν να καθαιρεθεί ο πατριάρχης στην επόμενη σύνοδο και να σταματήσει άμεσα να μνημονεύεται.

….

Οι μεταρρυθμιστές τώρα είχαν πλήρη έλεγχο των αντιπροσώπων κι οι πράξεις τους ήταν πραγματικά επαίσχυντες: διακήρυξαν ότι στη Σοβιετική Ένωση δεν υφίστανται θρησκευτικοί διωγμοί, ότι η Σοβιετική κυβέρνηση εργαζόταν για την επικράτηση του ιδανικού της Βασιλείας του Θεού, με την ηγεσία του Λένιν, εγκωμίασαν την επανάσταση και το χωρισμό Εκκλησίας και κράτους, τραγούδησαν «χρόνια πολλά» στη σοβιετική κυβέρνηση κι έστειλαν φιλοφρονητικό και κολακευτικό χαιρετισμό στο Λένιν. Οι μεταρρυθμιστές αυτοί δήλωσαν ότι ήταν έτοιμοι να υποστηρίξουν τον κομμουνισμό αφού, κατ’ αυτούς, ο κομμουνισμός «έθεσε σε εφαρμογή το κοινωνικό κήρυγμα του ευαγγελίου»!

Σε μια τελευταία εχθρική πράξη προς τον πατριάρχη Τύχωνα τον καθαίρεσαν και προχώρησαν ακόμα και στον αποσχηματισμό του ως μοναχού. Είπαν πως εφεξής το όνομά του θα ήταν γνωστό ως «πολίτης Βασίλειος Μπελλάβιν». Μέσω του σοβιετικού και του νεωτεριστικού τύπου οι σχισματικοί απαιτούσαν να επιβληθεί σκληρή τιμωρία στον Πατριάρχη. Ο ψευδομητροπολίτης Αντωνίνος επιδίωξε επίμονα ακόμα και τη θανατική ποινή του.

Μετά κατάργησαν το πατριαρχείο στο όνομα της δημοκρατίας, αποδέχτηκαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο, εισήγαγαν το θεσμό των εγγάμων επισκόπων, το β’ γάμο των κληρικών κι απόρριψαν το μοναχισμό, σαν θεσμό ξένο προς την Εκκλησία. Κατ’ οικονομία μόνο επέτρεψαν τη λειτουργία μοναστηρίων – ησυχαστηρίων εξωαστικών περιοχών, που θα λειτουργούσαν σαν εργατικές κοινότητες.

Την Καθαίρεση του πατριάρχη υπέγραψαν 64 (κατ’ άλλους 54) επίσκοποι, αρκετοί μάλιστα μετά από πίεση της μυστικής αστυνομίας. Τη διοίκηση της Ρωσικής Εκκλησίας την ανάθεσαν σε σύνοδο, με πρόεδρο το μητροπολίτη Ευδόκιμο.

Όταν πολλοί παρόντες επίσκοποι αντέδρασαν, οι πρωτεργάτες της «Ζώσας Εκκλησίας» τους πληροφόρησαν πως, αν δε συμφωνούσαν με τις αποφάσεις τους, θα τους έστελναν φυλακή. Όταν έστειλαν ένα αντίγραφο των αποφάσεών τους στον πατριάρχη, εκείνος έγραψε πως θεωρούσε τις αποφάσεις αυτές παράνομες και συνεπώς άκυρες.

Στις 23 Μαΐου τον Πατριάρχη μετέφεραν από το μοναστήρι της Παναγίας Ντονσκάια στη φυλακή της GPU που βρισκόταν στη Λουμπιάνκα.  Οι αρχές ετοιμάζονταν για τη δίκη του αγίου. Η φυλακή της Λουμπιάνκας ήταν τόπος όπου φυλακίζονταν εκείνοι τους οποίους κατά κανόνα τους ανέμενε πολύ σκληρή τιμωρία.

…..

Ο πατριάρχης δεν ήταν πιά φυλακισμένος, δεν ήταν όμως κι απαλλαγμένος από τους συνεχείς κι εξονυχιστικούς ελέγχους των αρχών. Πράκτορες επισκέπτονταν συχνά τον πατριάρχη και τον πίεζαν ν’ αποδεχτεί αντιλαϊκά μέτρα και συμβιβασμούς. Η κυβέρνηση πίεζε τον άγιο Τύχωνα να υιοθετήσει το νέο (Γρηγοριανό) ημερολόγιο, συμβαδίζοντας με το κράτος, εκείνος όμως κατόρθωσε να το ακυρώσει αυτό, προτού εφαρμοστεί σ’ όλη την Εκκλησία. Οι μπολσεβίκοι εμπόδιζαν επίσης συνέχεια τις επισκοπικές δραστηριότητες. Για να το επιτύχουν αυτό επέτρεπαν σπάνια στους επισκόπους να ταξιδεύουν στις επισκοπές τους. Πολλοί από τους επισκόπους αυτούς αξιώθηκαν να λάβουν μαρτυρικό τέλος. Οι σοβιετικές αρχές τον πίεζαν αφόρητα σε διάφορα εκκλησιαστικά θέματα, καθώς και για τη μνημόνευση των σοβιετικών ηγετών.

….

Το 1924 οι αρχές χρησιμοποίησαν τις φιλικές τους σχέσεις με την Τουρκία του Ατατούρκ για ν’ ασκήσουν νέες πιέσεις στον Πατριάρχη. Η Σοβιετική κυβέρνηση ζήτησε από την τουρκική κυβέρνηση βοήθεια, και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος VII εξαναγκάστηκε από τον Κεμάλ να συγκαλέσει στην Κωνσταντινούπολη μια Σύνοδο, που είχε σαν αποτέλεσμα να εκδώσει απόφαση για την αποπομπή του αγίου Τύχωνα από τη διοίκηση της Ρωσικής Εκκλησίας και την αναγνώριση των νεωτεριστών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Γρηγόριος αποφάσισε επίσης να στείλει στη Μόσχα το δικό του αντιπρόσωπο, αρχιμανδρίτη Βασίλειο Δημόπουλο, με μια αντιπροσωπεία, για να ερευνήσει τα πράγματα της Ρωσικής Εκκλησίας. Η απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη πίκρανε τον άγιο πάρα πολύ. Στην απάντησή του υπενθύμισε στο Γρηγόριο ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να εισχωρεί στα πράγματα της Αυτοκέφαλης Τοπικής Εκκλησίας.

ΠΗΓΗ: «Άγιος Τύχων ο Μαρτυρικός Πατριάρχης» Πέτρου Μπότση

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς καὶ ἡ ἀντίδρασή του ὅταν ἔμαθε γιὰ τὶς σατανικὲς ἐκδηλώσεις τοῦ Halloween

 





Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Στην Ἀμερικὴ ὑπάρχει ἕνα ἔθιμο κατὰ τὸ ὁποῖο διοργανώνουν πανηγυρισμοὺς Halloween ὅπου οἱ νέοι βρίσκουν τὴν εὐκαιρία νὰ ντυθοῦν μὲ στολὲς μάγων, δαιμόνων, φαντασμάτων καὶ νὰ ἐπικαλοῦνται σκοτεινὲς δυνάμεις...
Μία ὁμάδα Ρώσων διοργάνωσαν μία τέτοια ἐκδήλωση, ἕνα σαββατόβραδο, ἐνῶ στὸν καθεδρικὸ Ναό τοῦ Σὰν Φρανσίσκο γινόταν ἡ πρώτη ὁλονυκτία πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης.
Μὲ λύπη παρατήρησε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς ὅτι πολλοὶ ἔλειπαν ἀπὸ τὴν ὁλονυκτία. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀκολουθία λοιπὸν πῆγε στὸν χῶρο ὅπου ἤξερε ὅτι θὰ γινόταν ἡ χοροεσπερίδα, μπῆκε στὴν αἴθουσα ἀφήνοντας ἔκπληκτους τούς παρευρισκομένους μὲ τὴν παρουσία του ἐκεῖ !
Ἡ μουσικὴ ἀμέσως σταμάτησε, ἐνῶ ὁ Ἅγιος ξεκίνησε σιγὰ - σιγὰ νὰ περιφέρεται στὸν...
χῶρο παρατηρώντας τὰ πρόσωπά τους! Δὲν εἶπε κουβέντα ἀλλὰ δὲν χρειάστηκε κιόλας γιατί μόνο μὲ τὴν σεβάσμια παρουσία του μπόρεσε νὰ κεντρίσει τὶς συνειδήσεις τῶν παρευρισκομένων κάτι ποὺ ἦταν φανερὸ ἀπὸ τὴν ὁλοφάνερη κατάπληξη ὅλων! Ἀποχώρησε χωρὶς νὰ πεῖ λέξη καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα στὴν Ἐκκλησία "κατακεραύνωσε" ὅσους συμμετεῖχαν σὲ αὐτὴν τὴν σατανικὴ ἐκδήλωση καὶ μὲ ἕνα φλογερὸ κήρυγμα ἐξέφρασε τὴν ἱερή του ἀγανάκτηση ἐνῶ κάλεσε ὅλους νὰ ζοῦν εὐλαβικὴ Χριστιανικὴ ζωὴ!
Πηγή: Ρωμαϊκό οδοιπορικό
Εμείς από Εδώ


Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Θεία Κοινωνία και ασθένεια: μια αληθινή ιστορία πίστης


Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα από έναν Έλληνα μετανάστη στις Η.Π.Α., τον Leo Michaels (John Elias Michalakis), και δημοσιεύθηκε από τον γιο του, τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Θεουπόλεως της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων κ. Χριστόδουλο στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook. Αναφέρεται στον μακαριστό π. Ιωάννη Μιχαλάκη, ιερέα (αλλά και διευθυντή, όπως αναφέρεται εδώ στη σελ. 112) του Λωβοκομείου (Λεπροκομείου) Χίου (πρόσφατες φωτογραφίες του εδώ), ο οποίος ήταν ο παππούς του Θεοφιλεστάτου. Το μεταφράζουμε προς ωφέλεια των Ελλήνων αναγνωστών, τονίζοντας μερικά σημαντικά σημεία.


Ο μακαριστός π. Ιωάννης Μιχαλάκης (1888-1981) ως ιερεύς του Λεπροκομείου Χίου

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΙΣΤΗΣ
από τον κ. Ηλία Μιχαλάκη

   Μια σειρά από συζητήσεις και απόψεις, ακόμη και ορισμένοι παράλογοι κανονισμοί, έλαβαν χώρα σχετικά με το ζήτημα της υγείας ως προς την Θεία Κοινωνία. Δεν είναι πρόθεσή μου να αναλύσω το θέμα και ούτε είμαι κατάλληλος για να συζητήσω τη δογματική και θεολογική πτυχή του. Θα έλεγα μόνο προς το παρόν ότι, καθώς πιστεύω ότι όταν λαμβάνω Κοινωνία, λαμβάνω το Αίμα και το Σώμα του Κυρίου, δεν μου είχε συμβεί ποτέ ότι θα έπρεπε να ανησυχώ για προβλήματα υγείας. Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να δείξει ότι η ασθένεια και η Θεία Κοινωνία δεν έχουν ΤΙΠΟΤΑ κοινό.
   Όπως πολλοί από εσάς γνωρίζετε, ο πατέρας μου ήταν ιερέας και μεγάλωσα κυριολεκτικά στην εκκλησία. Μπορούσα να ψάλλω ύμνους πριν μπορέσω να κάνω μια συνομιλία. Οι πρώτες μου παιδικές αναμνήσεις είναι γύρω από τις Ακολουθίες της Εκκλησίας.
   Κατά τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής μου, μεταξύ του 1935 και του 1940, ο πατέρας μου ήταν ο εφημέριος του Λεπροκομείου της Χίου, όπου υπήρχε μια εκκλησία, ο Άγιος Λάζαρος, και ο πατέρας μου έκανε όλες τις Ακολουθίες εκεί για τους τρόφιμους, συμπεριλαμβανομένης και της Θείας Λειτουργίας, η οποία φυσικά περιλαμβάνει την Θεία Κοινωνία.
   Η επιστήμη έχει πλέον θεραπεύσει την τρομερή ασθένεια της λέπρας εδώ μερικές δεκαετίες και τώρα είναι σχεδόν εξαφανισμένη, αλλά την δεκαετία του 1930 εξακολουθούσε να αποτελεί κίνδυνο για την υγεία. Μπορεί να μην γνωρίζετε τα συμπτώματα ή τις καταστάσεις αυτής της εξαιρετικά μεταδοτικής ασθένειας, εκτός από αυτά που ίσως έχετε μάθει από την Βίβλο, όπου υπάρχουν γνωστές ιστορίες και τεκμηρίωση της απομόνωσης των λεπρών για να κρατηθούν μακριά από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Μερικά από τα συμπτώματα χαρακτηρίζονται από παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του προσώπου και πραγματική απώλεια μικρών τμημάτων του σώματος, όπως των δαχτύλων χεριών και ποδιών. Προσωπικά είδα κάποια από αυτά και θυμάμαι ακόμα την οδύνη στα πρόσωπά τους.
   Η εκκλησία του Αγίου Λαζάρου ήταν ανοιχτή στο κοινό και πολλοί γείτονες ερχόντουσαν στις Ακολουθίες, όπως και το προσωπικό του Ιδρύματος, καθώς κι εγώ με την οικογένειά μου. Όλοι λαμβάναμε την Θεία Κοινωνία από τον ίδιο Ποτήριο με τους λεπρούς. Κανείς από εμάς δεν αρρώστησε ποτέ. Τί γινόταν όμως με τον πατέρα μου; Έπρεπε να καταναλώνει την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία. Λοιπόν, έζησε μια υγιή ζωή και πέθανε κοντά στα 95!


Ο Άγιος Λάζαρος του Λεπροκομείου Χίου (πηγή φωτογραφίας)


Αλλά αυτό δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Ο ειδικευόμενος γιατρός εκεί ήταν άθεος και σαρκαζόταν τον πατέρα μου για την κατανάλωση την εναπομένουσας Θείας Κοινωνίας. Διέδιδε φήμες ότι ο πατέρας μου στην πραγματικότητα κρυβόταν στο ιερό και έριχνε το υπόλοιπο της Θείας Κοινωνίας μέσα στο νεροχύτη! Και για να αποδείξει την άποψή του, μια μέρα, αφού ο πατέρας μου είχε κοινωνήσει τους τρόφιμους του Λεπροκομείου, ο γιατρός κρύφτηκε πίσω από μια κουρτίνα και περίμενε να δει τι θα έκανε ο πατέρας μου. Όταν παρακολούθησε την Κατάλυση (την κατανάλωση της υπόλοιπης Θείας Κοινωνίας από το δισκοπότηρο) από τον πατέρα μου, έγινε ένα θαύμα: ο άθεος γιατρός μετατράπηκε σε ζηλωτή πιστό! Ο γιατρός (Δρ. Πασπάτης) εν συνεχεία έγινε ένας από τους προσωπικούς γιατρούς του Αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ.


Επίλογος

   Το 1940 ο πατέρας μου «προήχθη» εφημέριος του Γενικού Νοσοκομείου της Πόλης της Χίου και επιτελούσε όλες τις Ακολουθίες στο παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου, όπου παρέμεινε μέχρι την συνταξιοδότησή του. 

Ο Άγιος Στέφανος του Νοσοκομείου Χίου (πηγή φωτογραφίας)



Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ο πατέρας μου μετέδιδε την Θεία Κοινωνία στους ασθενείς του νοσοκομείου, μερικοί από τους οποίους είχαν μια ακόμη εξαιρετικά μεταδοτική ασθένεια, δηλαδή την φυματίωση. Χρειάζεται να πω περισσότερα;

Μακάρι να είχα την μισή σου πίστη, πατέρα μου. Αναπαύσου εν ειρήνη!
Ο Ιωάννης (μετέπειτα π. Ιωάννης, αριστερά) και ο αδελφός του Κωνσταντίνος, καθ᾿ οδόν για να προστατεύσουν τη Σμύρνη από τους Μουσουλμάνους το 1919. Λίγα χρόνια αργότερα, βρισκόταν στην τελευταία στρατιωτική μεταφορά από εκείνη την κάποτε μεγάλη Αποστολική Πόλη λίγο πριν οι δυνάμεις του Ισλάμ κάψουν την πόλη και σφάξουν 500.000 χριστιανούς. Πριν επιστρέψει στην Ελλάδα το 1918, ο Ιωάννης πέρασε μερικά χρόνια στην Αμερική με τους αδελφούς του εργαζόμενος στην εταιρεία χάλυβα Bethlehem Steel της Πενσιλβανίας, η οποία αργότερα παρήγαγε τον χάλυβα που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του καθεδρικού ναού της Αγίας Μαρκέλλας στην Αστόρια, την ενορία του Θεοφιλεστάτου. 



Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Η επίσκεψη της γερόντισσας Μακρίνας (της Πορταριάς) στον Άγιο Ιερώνυμο της Αιγίνης.




Μάς έστειλε ό Γέροντας Ιωσήφ, ό παππούς, νά βρούμε τον π. Ιερώνυμο. Που νά τον βρούμε τώρα εμείς τον π. Ιερώνυμο; Ξεκινήσαμε και πάμε- μπήκαμε μέσα στο πλοίο και ρωτήσαμε μία γυναίκα εκεί πέρα: «Μήπως ξέρετε τον π. Ιερώνυμο πού έχει μία Γερόντισσα, πού τήν λένε Ευπραξία;». Μάς είπε: «Τον δεύτερο άγιο Νεκτάριο ζητάτε[1]; Δεν φιλοξενεί αυτός, νά πάτε στο Μοναστήρι στον άγιο Νεκτάριο, εκεί νά κοιμηθήτε και τό πρωί νά ερωτήσετε τίς μοναχές, νά σάς οδηγήσουν από πού θά πάτε». Εμείς ξεκινήσαμε, όπως μάς είπε η γυναίκα, πήραμε τό αυτοκίνητο καί πήγαμε στον άγιο Νεκτάριο. Καθήσαμε τό βράδυ εκεί. Τό πρωί σηκωθήκαμε καί ρωτήσαμε μία μοναχούλα: «Μήπως ξέρετε τό Μοναστηράκι του π. Ιερωνύμου πού είναι;».
«Είναι πολύ μακριά, θά κοπιάσετε πολύ, δέν θά μπορέσετε νά τό βρήτε», μάς είπε.
Ό Γέροντας Ιερώνυμος είπε τό πρωί εκείνο στήν Γερόντισσα Ευπραξία:
-Σήμερα θά πάς στο Μοναστήρι, στον άγιο Νεκτάριο, νά ανάψης τά καντήλια.
-Καλέ Γέροντα (είχε βγάλει ανεμοπύρωμα στο πρόσωπο της) πού θά πάω, δέν μπορώ, μέ πονάει τό πρόσωπό μου, πού νά πάω;
-Κάμνε υπακοή, κάμνε υπακοή καί πήγαινε στόν άγιο Νεκτάριο, νά ανάψης τά καντήλια.

Είχε ενάμισυ χρόνο νά πάη στόν άγιο Νεκτάριο. Λοιπόν σηκώθηκε η Γερόντισσα Ευπραξία καί ήρθε η καημένη στήν εκκλησία καί άναβε τά καντήλια. Έμεις είδαμε μιά γιαγιούλα πού άναβε τά καντήλια. Όταν τελείωσε, έφυγε καί πήγε στο Μοναστηράκι τής αγίας Αικατερίνης. Φύγαμε από τον άγιο Νεκτάριο καί λέω στήν αδελφή πού ήμασταν μαζί: «Δεν πάμε στής αγίας Αικατερίνης τό Μοναστήρι; “Ισως καί μάς πληροφορήσουν γιά τον π. ‘Ιερώνυμο». Ξεκινήσαμε λοιπόν καί πήγαμε. Μόλις είδα τήν νεωκόρο εκεί, τής είπα:
-Μήπως ξέρετε που είναι τό Μοναστηράκι τού π. ‘Ιερωνύμου καί από που νά πάμε; Γιατί δέν ξέρουμε.
-Περιμένετε μιά στιγμή νά τό πω στήν Γερόντισσα. Σέ λίγο ήρθε καί μάς πήγε στον ξενώνα.
Πήγαμε μέσα, βλέπουμε μία γιαγιούλα πού καθόταν.
-Από είστεν; Μάς είπε η γιαγιούλα.
-’Από τον Βόλο είμαστε.
-Από τον Βόλο είστε, καί τι θέλετε έδώ πού ήρθατε;
-Θέλουμε τό Μοναστηράκι τού π. ‘Ιερωνύμου. Ή Γερόντισσα Ευπραξία είναι τού π. Αρσενίου άδελφή καί μάς έστειλε ό παππούς Ιωσήφ να έρθουμε νά γνωρίσουμε τον π. Ιερώνυμο καί τήν άδελφή τού π. Αρσενίου[2].
-Τί θέλετε νά τήν γνωρίσετε αύτή;
-Αφού μάς είπε ό Γέροντας, θέλουμε νά κάνουμε υπακοή καί ’μείς νά τήν γνωρίσουμε.
-Αφήστε την αυτήν, τί τήν θέλετε;
-’Έ, τήν θέλουμε.
-Εσείς τί είστε, δόκιμες μοναχές; Μάς ρώτησε.
-Είμαστε δόκιμες μοναχές.
 -Σκάψατε, σκάψατε, βρήκατε τό νερό;
-Σκάβουμε, σκάβουμε, θά τό βρούμε τό νερό, αγωνιζόμαστε νά βρούμε τον Χριστό, τής απάντησα. Από ’δώ μάς δοκίμασε, άπό ’κει μάς δοκίμασε, άπό ’κεί μάς έλεγε ένα σωρό, ύστερα τελικά, μάς είπε: «έγώ είμαι η Ευπραξία». Τί έγινε εκείνη τήν ώρα πού μάς είπε ότι αύτή είναι! «Λοιπόν, ο Γέροντας τό προαισθάνθηκε, μάς είπε, ότι θά ερχόσαστε, γι’ αυτό έστειλε έμενα στο Μοναστήρι στον άγιο Νεκτάριο». Και συνέχισα: «Πράγματι, αν δεν ερχόσαστε, ήταν άδύνατον νά τό βρούμε τό Μοναστήρι».
Κάτι κατσάβραχα, κάτι δρόμοι, μέχρι νά πάμε είδαμε και πάθαμε. Φτάνουμε λοιπόν στον π. Ιερώνυμο. Πηγαίνει ό π. Ιερώνυμος έξω.
-Τί ήρθατε σεις εδώ, τί ήρθατε; Είπε άγρια.
-Ήρθαμε νά πάρουμε τήν ευχούλα σας και νά σάς γνωρίσουμε κι από κοντά, μάς έστειλε ό Γέροντας Ιωσήφ, απάντησα.
-Τί είστε καί ποιόν ήρθατε νά δήτε;
-Νά, τήν αγιωσύνη σας ήρθαμε νά δούμε.
-Άντε στό καλό σας, φύγετε, έξω, έξω σάς λέω.
-Εμείς δεν θά φύγουμε, θά καθήσουμε έδώ στά σκαλοπάτια και όποτε σάς φωτίσει ό Θεός, θά μάς καλέσετε μέσα, νά μάς πάρετε, νά μάς δήτε.
-’Έξω σάς λένε, βγήτε έξω, έξω άπό τό Μοναστήρι, τί θέλατε καί ήρθατε έδώ πέρα, ποιόν νά δήτε[3];
-Τήν αγιωσύνη σας ήρθαμε νά δούμε, τού ξαναείπα. Τελικά λοιπόν καθίσαμε εμείς εκεί πέρα- μάς έβλεπε η Γερόντισσα Ευπραξία καί δεν έβγαζε τσιμουδιά. Πάει μέσα ό Γέροντας καί προσευχόταν, «Κύριε Ιησού Χριστέ, έλέησόν με». Μετά βγήκε και μάς φώναξε: «Ελάτε, καλόγριες, ελάτε μέσα». Πάμε μέσα, καθίσαμε. «Βάλτε τους νά φάνε», είπε στην Γερόντισσα. Μάς έδωσε μπακαλιάρο βραστό, λεμόνια, ψωμί, έτρεξε νά μάς φιλοξενήση. Ύστερα μάς φώναξε στο κελλί. Πάμε στο κελλ’ σηκώνει τά χεράκια του επάνω και αρχίζει: «Κύριε, έκέκραξα, εισάκουσόν μου», «Κύριε, δός μου μετάνοιας δάκρυα, δός μετάνοιας πόθον, δός μου μετάνοιας έρωτα, δός μου μετάνοιας χάριν». Λόγια πού είπε στον Χριστό! Καί τά χεράκια του σηκωμένα, έτσι.
 Εκείνη τήν ώρα λοιπόν αίσθανθήκαμε μιά εύωδία ξέχειλη άπό κοντά του, δεν μπορούσαμε νά σταθούμε άπό τά δάκρυα, άπό τον κλαυθμό. Εκεί πού δεν μάς ήθελε, μάς έκανε αυτοσχέδιο προσευχή και μάς συμβούλεψε πνευματικά. Μάς είπε: «Πολλή Αγάπη είχα σέ σάς καί ήθελα νά σάς γνωρίσω άπό τό ’41-’42, άλλά δεν ήταν θέλημα Θεού. Όταν ήθελα νά κάνω Μοναστήρι, ακόυσα φωνή: Έσύ στήν Αίγινα θά κάνης Μοναστήρι και όχι έδώ πέρα στο Πήλιο”». Ή Γερόντισσα Ευπραξία ερχόταν στον άγιο Απόστολο τον Νέο, εκεί πού εκκλησιαζόμασταν, κοινωνούσε καί δεν τήν βλέπαμε, τρία χρόνια γινόταν αυτό. Έπί τρία χρόνια εκκλησιαζόταν, κοινωνούσε στον άγιο Απόστολο τον Νέο καί δεν είχε παρουσιαστή με τον κόσμο. Έγώ σάς έβλεπα, μάς είπε, άλλά εσείς δεν με βλέπατε. Μετά ό Γέροντας μάς είπε: «Κοιτάξτε, όταν βαδίζετε, τον κόσμο θά τον βλέπετε σάν δένδρα.
Έγώ όταν βαδίζω, τούς ανθρώπους τούς βλέπω σαν δένδρα και ό λογισμός μου είναι καθαρός, δεν έχει μέσα ακαθαρσία, τίποτε. Νά πηγαίνετε όλο άπό τά στενά καί όχι άπό τούς μεγάλους δρόμους, νά άκολουθήτε τήν στενή καί τήν τεθλιμμένη οδό». Ηρθε ή ώρα νά φύγουμε. Νά μάς ξεπροβοδίζη καί νά μή μάς άφήνη νά φύγουμε άπό τήν πολλή Αγάπη καί τήν πνευματική ένωσι. Μάς σταύρωνε, μάς σταύρωνε… Μείναμε τό βράδυ εκεί πέρα, σ’ ένα μικρό καμαράκι, αυτό είχε ή Γερόντισσα, τίποτε άλλο. Είχε ένα κρεββατάκι ισα-ισα πού καθόμαστε, όχι νά ξαπλώσουμε τά πόδια μας, καί καθίσαμε καί οι τρεις καί κάναμε άγρυπνία όλη νύχτα, δεν είχε άλλο μέρος νά κοιμηθούμε. Σηκωθήκαμε τό πρωί καί δεν ήξερε τί νά μάς δώση ό Γέροντας.
Του πηγαίνανε κάτι πετσετούλες καί μαντηλάκια, πιάνει καί μάς τά δίνει γιά ευλογία, νά τά έχουμε νά τόν θυμώμαστε. Μάς έλεγαν οί ντόπιοι ότι ό π. Ιερώνυμος πήγαινε καί ζητούσε ψάρια άπό τούς ψαράδες: «Έσύ, σήμερα βλαστήμησες, ψάρια δεν θά πάρω, ευλογία δεν θά έχης’ εύλόγησον, συγχώρεσέ με». Πήγαινε στον άλλο: «Έσύ σήμερα δεν είπες τίποτε, θά πάρω ψάρια, δός μου δύο κιλά ψάρια». Πήγαινε στον άλλο, τά μάζευε τά ψάρια στο καλάθι του, ειδοποιούσε τις φτωχές, τις χήρες, τά ορφανά κλπ. καί έδινε τά ψάρια. Κάθε μέρα γινόταν αυτό καί μόλις τον έβλεπαν οί ψαράδες, τον φώναζαν: «Έλα, π. Ιερώνυμε, νά σου δώσω ψαράκια». Καί όταν έφευγε, είχαν πολλή ευλογία στο μαγαζί τους. Πολλή Χάρι είχε.
Θά σάς πω καί αυτό, εις δόξαν Χριστού: Είχαμε πάει στήν Λειτουργία μια Κυριακή- έκείνη την ήμερα αίσθανθήκαμε τέτοια εύωδία και βλέπαμε τα ράσα μας άσπρα, σάν νά μάς κοσκίνιζε κανείς από πάνω ζάχαρι άχνη, μέ άρωμα βανίλια καί, αφού τελείωσε η Λειτουργία, ύστερα έφυγε αυτό τό ουράνιο πράγμα. Ξαναπήγα, νόμιζα ότι θά τό ξανααισθανόμουν. Είπα στήν Γερόντισσα Ευπραξία: «Πες νά πάω άπό μία άκρη νά κοιτάξω στο Ιερό μέσα, νά ’δώ πώς προσεύχεται». Μέ παίρνει λοιπόν, μέ βάζει σε μία άκρούλα καί κάθησα. Θρήνος γινόταν… Ό π. Ιερώνυμος λοιπόν λίγο καιρό μετά τή χειροτονία του είδε τον Χριστό ως βρέφος στήν ‘Αγία Τράπεζα, νά του λέη: «Σφάξε με καί νά μέ διαμελίσης»- καί ό π. Ιερώνυμος απαντούσε: «Πώς νά διαμελίσω τον Δεσπότη Χριστό;».
Έκτοτε σταμάτησε νά λειτουργή. Όταν βρέθηκε στο νοσοκομείο τής Αιγίνης, βοήθησε πολύ κόσμο. Ήξερε όλα τά βότανα, σάν βοτανολόγος, τέτοια σοφία είχε- έβγαινε έξω, μάζευε βότανα κι έλεγε, γιά έκείνη τήν ασθένεια κάνει αυτό καί αυτό. Μέ αύτά έκανε φάρμακα, άλοιφές καί γινόταν ό κόσμος καλά. Ό π. Ιερώνυμος διόρθωνε ρολόγια καί μιά μέρα πήγε νά άνοιξη μιά οβίδα, του τήν είχε άφήσει ένας Γερμανός, πού του θεράπευσε τό πόδι. Σκάει λοιπόν ή οβίδα, του κόβει τό χέρι καί έσπασαν τά τύμπανα στά αυτιά του. Μετά τον πήγανε σε νοσοκομείο στήν Άθήνα    Γιά τόν λόγο αυτό στό εκκλησάκι του Γέροντος Ιερωνύμου λειτουργούσε συνήθως κάποιος π. Νικόλαος, κατά τήν διήγησι τής Γερόντισσας.
Δεν πέρασε πολύς καιρός καί είδε τήν αγία Παρασκευή καί τούς θαυματουργούς άγιους Αναργύρους πού τού είπαν: «”Ας σου σπάσανε τά τύμπανα, εσύ θά ακούς». Στήν Θεία Λειτουργία χωνόταν κάτω από τήν Αγία Τράπεζα καί από τότε πού άρχιζε μέχρι νά τελειώση ή Λειτουργία, έκλαιγε. Πολύ άγιος άνθρωπος. Μάς έλεγε ή Γερόντισσα ότι άποβραδίς πού άρχιζε τήν προσευχή του μέχρι πού τελείωνε τό πρωί, τά χέρια τά είχε σηκωμένα- του τά κατέβαζε ή Γερόντισσα. Τέτοια προσευχή είχε! Ηταν μία πνευματική φυσιογνωμία πάρα πολύ σπουδαία. Είχε ή Γερόντισσα πολλά νά πή, αλλά δεν τά γράψανε, θά τον δοξάση ό Θεός στον ουρανό.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.   ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ  ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ. ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ.





[1] οι υποσημειώσεις και οι έντονοι χαρακτήρες είναι δικές μας.
[2] Όπως φαίνεται στο κείμενο, η γερόντισσα Ευπραξία ήταν κατά σάρκα αδερφή του π. Αρσενίου του συνασκητού του γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού. Αυτό μας το είχε πληροφορήσει και ο μακαριστός π. Ιγνάτιος από το Ι.Η. Αγ. Δημητρίου στην Δόμβραινα και πρώην Εσφυγμενίτης και γνήσιο πνευματικό τέκνο του Αγίου Ιερωνύμου. Καθώς επίσης ότι όταν ο γέροντας Ιωσήφ με τον π. Αρσένιο και την συνοδεία τους γύρισαν με το μνημόσυνο του Πατριάρχη από πρώην ζηλωτές,  από την Αίγινα ο Άγιος Ιερώνυμος και η γερόντισσα Ευπραξία διαμαρτυρόντουσαν και τους ρωτούσαν: «Γιατί το κάνατε αυτό πατέρες;».
Δυστυχώς η  βιογράφοι τον σύγχρονων γερόντων, αποσιωπούν πράγματα και καταστάσεις, είτε από άγνοια  (μη ολοκληρωμένη έρευνα), είτε από ιδιοτέλεια, για να στηρίξουν τους επισκόπους και Πατριάρχες, οι οποίοι  αποδεικνύονται Οικουμενιστές και πράκτορες ξένων δυνάμεων!  
[3] Εδώ βλέπουμε πως ο Άγιος δοκίμαζε την υπομονή και την ταπείνωση των δοκίμων μοναζουσών, όπως έκαναν και οι παλαιότεροι γέροντες και Αββάδες της ερήμου. Σήμερα αν τολμήσει ο παπάς να κάνει μία παράκληση για να βάλουν μία φούστα και μαντήλι οι προσκυνήτριες και μακρύ παντελόνι και πουκάμισο οι άντρες, ακούει δεν ξέρω και ‘γω τι!


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

π.Αντριάν Φαγκατσεάνου-Ο γέροντας με τις επτά ζωές!



*****Ο βίος του γέροντα Αντριάν Φαγκατσεάνου****


...Επτά φορές πέρασε ο π.Αντριαν Φαγκατσεάνου κοντά από το θάνατο.Την μια απ'αυτές τον θεωρούσαν ήδη νεκρό.Ήταν πέντε ετων,όταν εφευγαν πρόσφυγες από την Μπουκοβίνα. Ανέβασμενος σε μιά καρότσα μαζί με τους γονείς του και με ότι μπόρεσαν να περισώσουν από το βιός τους,έπαιζε. χωρίς να καταλαβαίνει την κρισιμότητα της στιγμής.Κάποια στιγμή το ποδοβολητό των αλόγων του τράβηξε την προσοχή και χωρίς να το καταλάβει έσκυψε και ξαφνικά βρέθηκε κάτω από τις ρόδες:«Χωρίς να το καταλάβω οι ρόδες πέρασαν πάνω από την κοιλιά μου»διηγείται ο π.Αντριάν. Είχα πεθάνει!Οι γονείς μου τρομαγμένοι διαπίστωσαν ότι δεν αναπνέω.Είχαν βγει τα άντερά μου έξω από την κοιλιά!Η καημένη η μαμά ήταν απελπισμένη.Σταματούσαν οι καρότσες δίπλα μας και οι άλλοι πρόσφυγες την κατηγορούσαν ότι δεν με πρόσεχε.Όλοι της έλεγαν να μην κουβαλάει το πτώμα μαζί της και να το αφήσει στι πρώτο χωριό που θα συναντήσουν για να με κηδέψουν.Το χωριό λεγόνταν Χλινίτσα.

 Συντετριμμένη από τον πόνο σταμάτησε κοντά στην εκκλησία και επειδή ο ιερέας έλειπε με παρέδωσε σ'έναν διάκονο και πλήρωσε μια γριά για να με ετοιμάσει για την κηδεία.Η μητέρα μου έφυγε για να μη χάσει το κονβόι των προσφύγων.Πράγματι η γριά με ετοίμασε για την κηδεία κατά το έθιμο.Με έπλυνε, με έντυσε με καθαρά ρούχα,με έβαλε πάνω σ'ένα τραπέζι και μου έβαλε ένα κερί στο στήθος πάνω σ'ένα κολάκ (ζυμωτό ψωμί σε σχήμα κουλουριού)και άρχισε να διαβάζει το ψαλτήρι.Είχε ήδη νυχτώσει και η γριά διάβαζε εν συνεχεία τους ψαλμούς
Τότε κάποιος από τους παρευρισκόμενους είπε:«Γιαγιά,κλείσε το παράθυρο»
Απορημένη εκείνη διαπιστώνει ότι όλα τα παράθυρα και οι πόρτες είναι κλειστά.:
«Τότε γιατί τρεμοπαίζει η φλόγα του κεριού στο στήθος του νεκρού»;

Πλησιάζοντάς με η γριά είδε ότι αναπνέω.Δεν ξέρω πως έγινε αυτό ξέρω όμως ότι ειδοποιήσαν τη μητέρα μου μέσω άλλων προσφύγων να έρθει να πάρει το γιο της που αναστήθηκε.Περιττό να σας πω τη χαρά των γονέων μου.Ήρθαν με τα πόδια μέχρι τη Χλίνιτσα και από εκεί με πήραν στη Σουτσεάβα,στο νοσοκομείο.Εκεί οι γιατροί με έραψαν λέγοντας ότι δεν έχουν ξαναδεί κάτι τέτοιο στη ζωή τους!


 Ένας κλινικός θάνατος περίμενε το γέροντα Αντριάν πολλά χρόνια αργότερα στο Στάλινγκραντ όπου είχε παρουσιαστεί ως εθελοντης για να παλέψει για την ανεξαρτησία της αγαπημένης του Βεσαραβίας.
Μια έκρηξη τον τραυμάτισε βαρια.Ήταν γεμάτος αίματα και το σαγόνι του κρεμόνταν κυριολεκτικά από μια κλωστή.Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο και ανάπνεε με δυσκολία λόγω αιμορραγίας.Οι γιατροί του έδιναν δυο-τρεις ώρες ζωής.Δεν είχαν τα μέσα να του κάνουν κάτι.Μόνο ένα χειρουργείο τον έσωζε.Τότε συνέβη το θαύμα.

Στον αέρα ακούστηκε ο διακεκκομένος θόρυβος μιας μηχανής.Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ένα γερμανικό αεροπλάνο προσγειώθηκε κοντά στον πατέρα Αντριαν.Δεν μπορούσε να πετάξει.Είχε βλάβη στο ρεζερβουάρ της βενζίνης.Δεν ήταν κάτι το σοβαρό αφου ο γερμανός το επιδιόρθωσε γρήγορα και η μηχανή πήρε μπρος.Ένας αξιωματικός δικός μας τον παρακάλεσε να με πάρει στο νοσοκομείο.Ο γερμανός αρνήθηκε.Ήταν ένα αεροπλάνο διθέσιο και κάθε παραπάνω κιλό ίσως να ήταν μοιραίο.Τότε ο αξιωματικός έβγαλε το πιστόλι και το κόλλησε στο κεφάλι του γερμανού.Ή θα με έπαιρνε μαζί του ή θα τον πυροβολούσε.Οι γερμανοί αποτραβήχθηκαν για να συζητήσουν.Είχαν αποφασίσει να τον πάρουν μαζί τους και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα να τον πετάξουν από το  αεροπλάνο.Πράγματι.με πολύ δυσκολία ανέβασαν τον τραυματία στο αεροπλάνο,στριμώχθηκε και ο γερμανός σε μια γωνιά του αεροπλάνου(μόνο αυτός ξέρει πως) και ξεκίνησαν.Μετά από λίγα λεπτά πτήσης ο π.Αντριαν άκουσε τον γερμανό να λέει στον πιλότο να μην τον ρίξει,επειδή το αεροπλάνο είχε επανακτήσει τη σταθερότητά του και η μηχανή λειτουργούσε καλά.Αφου το αεροπλάνο διεσχισε εξακόσια χιλιόμετρα τον πήγαν σ'ένα νοσοκομείο όπου και τον χειρούργησαν.

''Εκείνη την ώρα πέρασαν πολλά από το μυαλό μου'' λέει ο γέροντας.«Ξαναείδα τη ζωή μαυ από την αρχή και έθεσα ερωτήματα στον εαυτό μου.όχι σχετικά με το θάνατο ή τον πόνο αλλά σχετικά με το Θεό.Κατάλαβα ότι και αυτοκράτορας να ήμουν,ποιός θα μ'έσωζε εκεί στην ερημιά των ρωσικών κάμπων.Αυτό το συμβάν μου άλλαξε τη ζωή εκ θεμελίων.Όταν βγήκα από το νοσοκομείο το πρώτο που έκανα ήταν να πάω στη μονή Πούτνα όπου και υποσχέθηκα να αφιερωθώ στο Θεό.





« ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»στη φυλακή

 Ο γέροντας Αντριαν πέρασε πολλά.Μιλάει για τον πόνο και το θάνατο σαν να μιλάει για έναν παιδικό του φίλο.Το 1958 όταν τον ξανασυνέλαβαν οι κομμουνιστές,ένας της Σεκουριτάτε επ'ονόματι Μπλεχάν τον χτύπησε με μια βαριά μπότα στο κεφάλι.Οι θρόμβοι του αίματος επηρέασαν το οπτικό του νεύρο.Στο Αιούντ οι φύλακες δεν ευχαριστήθηκαν μόνο να τον ρίψουν στην τρομερή απομόνωση..Αν και έξω έκανε ένα κρύο που ράγιζαν και οι πέτρες.έριξαν πάνω στο ταλαίπωρο σώμα μου και δυο κουβαδες νερό.Σε λίγο το νερό είχε παγώσει επάνω μου.

«Δε θα το πιστέψεις αλλά στη φυλακή βρέθηκα πιο κοντά στο Θεό,περισσότερο από κάθε άλλο μέρος»λέει ο π.Αντριαν.Εκεί εκτιμούσες ότι σου έδινε ο Θεός.Εκτιμούσες τον αέρα,τον οποίο για να τον αναπνεύσεις, σ'ένα ασφυκτικά γεμάτο κελί, έπρεπε να περιμένεις τη σειρά σου για να σκύψεις στη χαραμάδα της πόρτας για μερικά δευτερόλεπτα.Είμασταν αδύνατοι αλλά βοηθούσε ο ένας τον άλλον.Θυμάμαι τον Β.Βοικουλέσκου στον οποίο έδινα το φαγητό μου.Ηταν πολύ αδυνατισμένος και τον έβαζαν να κουβαλάει κάτι μεγάλα ξύλινα δοχεία με ακαρθασίες τα οποία ήταν μεγαλύτερα από εκείνον.Επειδή δεν μπορούσε να τα κουβαλήσει οι φύλακες για τιμωρία σταμάτησαν να του δίνουν φαγητό....Στη φυλακή είχες ανάγκη για φαγητό αλλά κυρίως είχες ανάγκη για το λόγο του Θεού.Τρεφόμενοι μ'Αυτόν δείξαμε τη δύναμή μας

 Θυμάμαι στο Αιούντ υπολογίζαμε το ημερολόγιο με τα δάχτυλα κατά τη μέθοδο Gauss.Υπολόγισα την ημερομηνία του Πάσχα και διαπίστωσα ότι ήταν η νύχτα της Αναστάσεως.Χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες άρχισα να φωνάζω Χριστός Ανέστη.Τότε απ'όλα τα κελιά άρχισε να υψώνεται προς τον ουρανό ο θαυμάσιος αυτός ύμνος:''Χριστός Ανέστη''Αντηχούσε όλο το Αιούντ από τις φωνές χαράς,ενώ οι φύλακες νόμιζαν ότι είχαμε κάνει εξέγερση.Έτρεχαν σαν τρελοί στην αυλή,πυροβολούσαν στον αέρα,έπαιρναν τηλέφωνα και ζητούσαν ενισχύσεις.Είχαν τρομάξει από τις ενωμένες φωνές μας από την πνευματική δύναμη της πίστεως,την οποία ούτε ένα αμπαρωμένο παράθυρο δε μπορεί να σταματήσει.

Υπάρχουν πολλά πράγματα που κανένας άλλος δε μπορεί να εννοήσει.Ένα απο αυτά είναι η δύναμη που μου έδινε ο Θεός...Όταν με συνέλαβαν ο ανακριτής μου τράβηξε το σταυρό από τον λαιμό και μου τον πέταξε στα σκουπίδια.Εγώ πήγα και τον πήρα.Με χτύπησε πολύ και μου τον ξαναπέταξε στα σκουπίδια.Εγώ επέμενα,εκείνος με πάτησε.Έπειτα από 8-9 προσπάθειες τελικά υποχώρησε και μ'άφησε ήσυχο.

Ήμουν στο κελί των βασανιστηρίων και έλεγα μέσα μου:«Πρέπει ν'αντέξεις να μη ρεζιλέψεις το Χριστό»Δε θα με πιστέψεις αλλά μετά από 60 χτυπήματα δεν αισθανόμουν κανέναν πόνο!Λες και είχε κάνει το σώμα μου αυτοαναισθησία.Στη φυλακή παυείς να υπαρχεις,μόνο ο Χριστός σε κρατάει στη ζωή.Όταν βγήκα από τη φυλακή του Αιούντ,έμαθα ότι η καημένη η μάνα μου με μνημόνευε και στους ζωντανούς και στους νεκρούς!Δεν ήξερε τίποτα για μένα.Ετσί και αλλιώς είχε δίκιο.Στη φυλακή ήμουν και ζωντανός και νεκρός ταυτόχρονα!
[σ.σ.Eκοιμήθη στις 27 Σεπτεμβρίου 2011]


Μετάφραση-Επιμέλεια www.proskynitis.blogspot.com
πηγη www.razbointrucuvant.ro

ΠΗΓΗ: www.proskynitis.blogspot.com

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος ως άνθρωπος



Πολύ δύσκολο είναι να ξεχάση κανείς μια μορφή, σαν την μορφή του Μητροπολίτου Χρυσοστόμου. Έχει επιβληθή εις τας ψυχάς όσων τον εγνώρισαν και έχει αφίσει ανεξίτηλον την σφραγίδα της προσωπικότητός του επ’ αυτών.

Που ευρίσκεται όμως το θεμέλιον της δυνάμεως αυτής και ποία η πηγή της λαμπράς αυτής ακτινοβολίας του ανδρός; Η μόρφωσίς του ήτο πολύπλευρος και διεκρίνετο διά το βάθος της. Όσοι ηυτύχησαν να ακούσουν κηρύγματά του ή να μελετήσουν έργα του θα δύναται να διαβεβαιώσουν, ότι ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος είχε κατορθώσει να συνδυάση εις μία οργανικήν ενότητα το βάθος του στοχασμού, το ύψος των νοημάτων, την χάριν του λόγου, την απλότητα των εκφράσεων. Η μόρφωσις διά τον Χρυσόστομον δεν είχε την μορφήν μερικών (πολλών ή ολίγων) γνώσεων, τοποθετημένων όπως τα βιβλία εις πλουσίαν βιβλιοθήκην. Ήτο το πνευματικόν πλαίσιον μιάς ζωής πειθαρχημένης εις την ιεραρχίαν των αξιών και αντλούσης τους ζωτικούς αυτής χυμούς από τα αστείρευτα και ανεξάντλητα βάθη της νοήσεως, της νοήσεως όμως που κατηυγάσθη από το ανέσπερον μεγαλείον του Χριστιανισμού!

Και δι’ αυτόν ακριβώς τον λόγον από την εν γένει συμπεριφοράν του αειμνήστου Γέροντος έλιπε αυτή η εξεζητημένη κομψότης των «μορφωμένων», που τους καθιστά αποκρουστικούς διά τας μικρολόγους σχολαστικότητας και απαισίους διά την έπαρσιν εκ της «μορφώσεως».

Ο αλησμόνητος Επίσκοπος είχε μετουσιώσει όλην την μόρφωσιν, την τεραστίαν και πολυποίκιλον εις ένα μοναδικόν και ιδεώδη ανθρωπισμόν.

Και αυτό ακριβώς αποτελεί την ιδιάζουσαν σφραγίδα της προσωπικότητός του. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος υπήρξε άνθρωπος, «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του τελειοτάτου προτύπου.

Άνθρωπος! Πόσον δύσκολον πράγμα να είσαι άνθρωπος! Ο μεταστάς εχάρισε εις την κοινωνίαν την δυνατότητα αυτήν και ανεκούφισε ευρύτατον κύκλον με τον ευγενικόν ανθρωπισμόν του.

Αλλ’ ας δούμε μερικάς λεπτομερείας του υπερόχου εκείνου ανθρωπισμού, μερικάς πτυχάς της αγίας εκείνης ψτχής, όσας η βαθυτάτη μετριοφροσύνη του επέτρεψε να θαυμάσωμεν.
Απλότης! Και όταν λειτουργούσε και όταν ωμίλει και όταν συνεζήτει τον διέκρινε η κορωνίς των ανθρωπιστικών προσόντων, η απλότης. Τον ενθυμούμαι εις το γραφικόν του καναπεδάκι παρά την επί την Κυψέλην οικίαν του με το καλογερικό του σκουφάκι. Μόνο που έβλεπα το άγιο εκείνο Γεροντάκι εγέμιζε η ψυχή μου από πνευματική ικανοποίησι. Σε άκουγε∙ σε άκουγε μάλιστα με προσοχή, με ενδιαφέρον. Και αυτό δεν το έκανε από «συγκατάβασι» στην πνευματική σου πτωχεία, αλλά από ανθρωπιστική κατανόησι, από ειλικρινή σεβασμό στον άνθρωπο, στον οιονδήποτε άνθρωπο!

Δεν προσπαθούσε να σε παρασύρη  με την άποψίν του, γιατί δεν σε θεωρούσε κατώτερό του. Σου ωμίλει με την μεγαλειώδη εκείνην δημοκρατικήν απλότητα, που εκπηγάζει από την πραγματικήν πνευματικήν αριστοκρατίαν, και σε άφινε ελεύθερον να λάβης θέσιν.

Ενθυμούμαι ότι κάποιο Πάσχα είχον κατά νούν να μεταβώ εις Άγιον Όρος να εορτάσω εκεί. Μίαν ημέρα λοιπόν της Βαϊφόρου με εκάλεσεν εις το γραφείον του ο άγιος και νεανικός κατά το ψυχικόν σθένος Γέρων, και μεταξύ μας διημείφθη ο εξής περίπου, διάλογος.
-Έμαθα ότι πρόκειται να μεταβήτε εις Άγιον Όρος!
-Μάλιστα.
-Θα μου επιτρέψετε να σας πω την γνώμην μου και μετά να αποφασίσετε ότι νομίζετε ορθόν.
-Ευχαρίστως να την ακούσω, Πανιερώτατε.
-Το Πάσχα είναι εορτή οικογενειακής χαράς. Η σύζυγός σας δεν σας υπανδρεύθη, διά να εξασφαλίση μόνον την συντήρησίν της και τα εκ της εργασίας σας αγαθά∙ έχει την ηθικήν και δικαίαν αξίωσιν να συναπολαβάνη μαζύ σας τας αγίας ημέρας των χριστιανικών εορτών. Αυτό δε κυρίως συνιστά σύνδεσμον του γάμου.

Μη στηρίζεσθε εις την συγκατάθεσίν της διά να αδικήσετε ,ίαν ευγενική γυναίκα και μη συσσωρεύετε νεφίδρια εις τον ουρανόν του οικογενειακού σας βίου. Εκτός όμως αυτού έχετε υποχρέωσιν και έναντι των εκκλησιασμάτων, τα οποία ζητούν τας ημέρας αυτάς από τους εργάτας της Εκκλησίας μίαν ομιλίαν.

Ας μη ζητούμεν λοιπόν αυτά που μας ευχαριστούν, αλλά αυτά που επιβάλλονται.

-Πανιερώτατε, είμαι πρόθυμος να εκτελέσω την εντολήν σας.
-Σας παρακαλώ, δεν δίδω εντολάς∙ την γνώμην μου εκθέτω και σεις ελευθέρως αποφασίσατε.

Παρεθέσαμεν αυτόν τον διάλογον διά να γίνη γνωστή η υπεροχή του ως ανθρώπου. Δεν ήτο «Δεσπότης», με «αξιώσεις» και «απαιτήσεις»∙ δι’ αυτό και δεν προσπαθούσε να δεσμεύση τον άλλον∙ περιέργως όμως τον έπειθε!

Παρ’ όλη την μορφωτικήν του και ηθικήν του υπεροχήν, δεν έζη το αμαρτωλόν εκείνο βίωμα της διαστολής του από τους υπολοίπους θνητούς. Με άλλους λόγους δεν εθεώρει τον εαυτόν του υπέρτερον ουδενός, ούτε ως προς τας γνώσεις, ούτε ως προς την ηθικήν, παρ’ όλον δε ότι ήτο καθαρά και αγνή φύσις δεν τον διέκρινε η αδυναμία των τοιούτων φύσεων, ο εγωισμός. Διατί; Διότι ήτο άνθρωπος!

Ουδέποτε ηθέλησε να σχολιάση λάθη γραμματικά, συντακτικά, εκφραστικά των υφισταμένων του, ή να σατυρίση δηκτικώς τας ελλείψεις των άλλων. Οσάκις διέβλεπε λάθη, εφ’ όσον μεν αυτά δεν μετέβαλον το νόημα του κειμένου τα άφινε, διά να μη θίξη τον συνεργάτην του∙ εφ’ όσον πάλιν μετέβαλον το νόημα προσεπάθει να κατευθύνη τούτον εις την ανεύρεσιν του λάθους, ώστε να μη φανή ότι διορθώνει τον άλλον.

Έθετε υπό την κρίσιν άλλων, κατωτέρων της μορφώσεώς του και των γνώσεών του, διάφορα έγγραφά του, έργα του, ουχί κατά λόγον ταπεινοφανούς φιλαρεσκείας, αλλά κατά λόγον ειλικρινούς εκτιμήσεως της κρίσεως των συνανθρώπων του.

Ποτέ δεν εσχολίασε συνάνθρωπόν του δυσμενώς, δι’ οιονδήποτε ελάττωμα.

Το εσωτερικόν δε αυτό ανθρωπιστικόν φρόνημα απετύπωσε εις το πρόσωπόν του μιάν γλυκυτάτην ευπροσηγορίαν. Ένα αγνόν μειδίαμα ήνθει εις τα χείλη του και η φυσιογνωμία του εν γένει σου ενέπνεε τον σεβασμόν χωρίς να σε τρομάζη. Πτωχός, διότι εστάθη πάντοτε ανώτερος των χρημάτων, δεν ηρνείτο να ανακουφίση υλικώς τους έχοντας ανάγκην.

Εσέβετο την συνείδησιν των συνανθρώπων του∙ δι’ αυτό επαγρύπνει και επί των λεπτομερειών ακόμη της ζωής του, διά να μη σκανδαλίση τινα των ελαχίστων.

Κάποτε μετέβη εις Αίγινα, εις έν μικρόν Μοναστηράκι. Εις το δωμάτιον λοιπόν, που του παρεχώρησαν να αναπαυθή, υπήρχε εν ακόμη κρεββάτι και ένα ζεύγος παντόφλες. Παρεκάλεσε να απομακρυνθούν τα αντικείμενα, αυτά από το δωμάτιον! Διατί; Διότι ήτο άνθρωπος, και εσέβετο την συνείδησιν των συνανθρώπων του.

Θα πρέπει να θεωρούνται ευτυχείς όσοι καθ’ οιονδήποτε τρόπον συνεδέθηκαν μαζί του. Το καύχημα των δε αυτό ασφαλώς είναι ο ευγενέστερος τίτλος τιμής διά την ζωήν των.

Και τούτο διότι ο Άγιος πρώην Φλωρίνης δεν ήτο μόνον ο ενάρετος Αρχιερεύς ο περινούστατος διανοούμενος, ο ευφραδέστατος ρήτωρ, ο αγνός άγιος, ο ακαταγώνιστος μαχητής∙ αλλ’ ήτο προ παντός ο άνθρωπος. Και τοιούτοι άνθρωποι είναι φαινόμενα, διαφεύγοντα την αρχήν της συχνότητος. Και τοιούτον φαινόμενον ανθρώπου υπήρξε ο επιζών εις τας ψυχάς μας ως ιδέα και σύμβολον και πτερυγίζων μεταξύ μας ως αθάνατος και μακαρία ψυχή, ο αείμνηστος Πρόεδρος της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Χρυσόστομος.

Τις οίδε πότε άλλοτε η ανθρωπότης θα συναντήση το τοιούτον φαινόμενον!

Το παράπονον του παραλύτου είναι και παράπονον της κοινωνίας «Κύριε άνθρωπον ουκ έχω».

Και το παράπονον αυτό θα εξέρχεται πλέον βαρυκάρδιον από τα στήθη όσων εγνώρισαν τον άνδρα, διότι η απώλεια του «ανθρώπου» καθιστά σκληροτέραν την πραγματικότητα της ελλείψεως ανθρώπων!

Δ.Μ. Μπατιστάτος
Η Φωνή της Ορθοδοξίας, φυλ. Της 12.9. ‘55

Πηγή: «Ο ΣΥΓΧΡΝΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»
ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΥ θεολόγου-καθηγητού

Διαβάστε επίσης:Η Διαθήκη του αγίου Χρυσοστόμου Καβουρίδη

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

«Κάνε παιδί μου τη δουλειά σου»




 Ιανουάριος 1943. Ο τότε διοικητής του στρατοπέ­δου του Γιασένοβατς Ίβιτσα Μάτκοβιτς, διέταξε να σχηματιστεί «ιατρική επιτροπή», η οποία συστηματικά θα εξετάζει έναν ορισμένο αριθμό εκτελεστών Ούστασι, γιατί ήθελε να έχει αρμόδια γνώμη για την κατάσταση της υγείας τους. Πρόεδρος αυτής της επιτροπής ήταν ο ονομαστός Ούστασι, υπολοχαγός Πρίπιτς και σαν για­τροί ο Δρ. Ν. Νίκολιτς κι εγώ*.

Πριν από το βράδυ, την παραμονή της ημέρας που η επιτροπή έπρεπε ν' αρχίσει να εργάζεται, ξαφνικά, με κάλεσαν στην κατοικία του αξιωματικού, όπου, στο δω­μάτιό του με περίμενε ο Ζήλε Φριγκάνοβιτς, ένας από τους πιο αιμοχαρείς εκτελεστές στο Γιασένοβατς.

Όταν μπήκα στο δωμάτιο, ο Ζήλε καθόταν σε μια πολυθρόνα, με ανακατωμένα τα μαλλιά, με κατακόκκινα μάτια και με έκφραση ενός μεθυσμένου. Στο δωμάτιο ή­ταν αισθητά έντονη η μυρωδιά από ρακί. Και πραγματι­κά στο τραπέζι υπήρχε ένα μισο-άδειο μπουκάλι και με­ρικά ποτηράκια χωρίς τάξη.

-Α, ήρθες, γιατρέ. Κάθισε εκεί στην καρέκλα κι αν θέλεις να σερβιριστείς ρακί, μου είπε και στράφηκε στον Ούστασι που με είχε συνοδεύσει: Κι εσύ, είσαι ε­λεύθερος να πας στη δουλειά σου.

Μείναμε στο δωμάτιο μόνοι. Ο Ζήλε, από την αρχή με μετρούσε με το μισόκλειστο, επίμονο αλλά και αβέ­βαιο βλέμμα του. Μετά ξαφνικά πήδηξε από την πολυ­θρόνα, ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι και μου έρριξε ένα άγριο βλέμμα.

-Ξέρεις, γιατρέ, ότι μπορώ να σε σφάξω σαν αρνί ε­δώ και τώρα και να μη δώσω λόγο σε κανένα γι' αυτό;

Δε μου απόμενε τίποτε άλλο παρά να κατεβάσω τους ώμους και κουβαριασμένος να πω:

-Ξέρω.

Κοίταζε επίμονα προς εμένα.

-Ξέρεις, γιατρέ, γιατί σε κάλεσα σήμερα εδώ; Είναι ευνόητο πως δε γνωρίζεις. Αλλά μη φοβάσαι, δε θα σε σκοτώσω. Σήμερα έχω άλλη δουλειά μαζί σου. Εσύ ο­φείλεις να μου υποσχεθείς ότι θα με βοηθήσεις.

 Δεν μπορούσα καθόλου να βρω τι σκοπό είχε για μέ­να αυτός ο εκτελεστής, αμήχανα απάντησα:

-Θα κάνω ό,τι μπορώ.

-Λοιπόν, γιατρέ, είμαστε τώρα εμείς οι δυο μόνοι. Και αν κάποιος μάθει κάτι απ' αυτό που θα συζητήσου­με, εσύ ξέρεις τι σε περιμένει... Εγώ δεν μπορώ περισ­σότερο να υποφέρω αυτό το μαρτύριο. Δεν με βοηθούν πια ούτε οι σφαγές, ούτε οι βασανισμοί, ούτε το αίμα, ούτε οι κραυγές, ούτε οι γυναίκες, ούτε το ρακί. Έχω μια έμμονη ιδέα και με τίποτε δεν μπορώ να απαλλαγώ απ' αυτήν. Μάλιστα, αυτός ο γέρος μου στριφογυρίζει στο κεφάλι και δεν μπορώ ολότελα να βρω ειρήνη.
Σταμάτησε σαν να δίσταζε. Και μετά συνέχισε ακό­μα πιο ταραγμένα.

-Εσύ γνωρίζεις πολύ καλά, ποιος είμαι εγώ. Είσαι παλιός αιχμάλωτος και γι' αυτό θα παίξω με ανοιχτά χαρτιά. Να, εγώ, ο Ζήλε, ο πιο αιμοχαρής Ούστασι στο Γιασένοβατς, που έσφαξε χιλιάδες αιχμαλώτους, να αυ­τός ο Ζήλε έγινε κουρέλι εξ αιτίας κάποιου γέρου, του βρωμερού χωριάτη Βουκάσιν από το Κλέπατς.

Σταμάτησε ξανά, ήπιε ένα ποτήρι ρακί και συνέχισε

-Εσύ θα θυμάσαι, ότι τον Αύγουστο του 1942 είχε γίνει μια μεγάλη παράταξη, όταν ο Γέρε Μάριτσιτς έ­στειλε στην Γκράντινα 3.000 άτομα για σφάξιμο. Τότε, ο Πέρο Μπρίζιτς, ο Ζρίνουσιτς, ο Σίπκα κι εγώ, είχαμε βάλει στοίχημα, ποιος θα σφάξει περισσότερους αιχμαλωτούς αυτό το βράδυ. Άρχισε η σφαγή και μετά μία ώρα, είχα ήδη προχωρήσει πολύ πιο μπροστά από τους άλλους σε σχέση με τον αριθμό των σφαγμένων. Αυτό το βράδυ με είχε καταλάβει ένα ασυνήθιστο πάθιασμα.

Και τότε, ενώ βρισκόμουν στη μεγαλύτερη παραφορά έρριξα, τυχαία, μια ματιά στο πλάι και είδα ένα γεροντό­τερο χωρικό, ο οποίος με κάποια ανεξήγητη ηρεμία στε­κόταν και έβλεπε ήσυχα πώς έσφαζα. Αυτή του η ματιά με έκοψε στα δύο. Για κάποια ώρα δεν μπορούσα να κου­νηθώ... Πλησίασα αυτόν τον χωρικό, από τον οποίο έμα­θα, ότι είναι κάποιος Βουκάσιν από το χωριό Κλέπατς κοντά στο Τσάπλιν. Στο σπίτι του όλοι είχαν σκοτωθεί κι αυτόν τον πήραν από κάποια δουλειά και τον έστειλαν στο Γιασένοβατς. Όλα αυτά μου τα είπε τόσο ήσυχα, που με σημάδεψε βαθιά. Βλέποντας κι ακούγοντας αυτόν το γέροντα, ξαφνικά αναστατώθηκα από την επιθυμία να του τσακίσω αυτή την ηρεμία με απάνθρωπα βασανιστήρια. Τον πήρα και τον κάθισα σ' ένα σπασμένο πολυβόλο που ήταν εκεί. Τον διέταξα να κραυγάσει «Ζήτω ο αρχηγός Πάβελιτς», και πως αν δεν το πει, θα του κόψω το αυτί. Ο Βουλάσιν σιωπούσε. Του έκοψα το αυτί. Αυτός δεν εί­πε λέξη. Του ξαναείπα να κραυγάσει «Ζήτω ο Πάβελιτς», αλλιώς θα του κόψω και το δεύτερο αυτί. Αυτός συνέχιζε να σιωπά. Του έκοψα και το δεύτερο αυτί. Του λέω, φώνα­ξε «Ζήτω ο Πάβελιτς», αλλιώς θα σου κόψω τη μύτη! Αυ­τός σιωπούσε. Τότε του έκοψα τη μύτη. Κι όταν για τέ­ταρτη φορά τον διέταξα να φωνάξει «Ζήτω ο Πάβελιτς» και τον απείλησα ότι θα του ξερριζώσω την καρδιά, αυ­τός με κοίταξε και ρίχνοντας το βλέμμα του κάπου πέρα και πάνω από μένα, στο άπειρο, αργά και καθαρά μου εί­πε: «Κάνε, παιδί μου, τη δουλειά σου».

 Μετά απ' όλα, αυτή η τελευταία φράση με τρέλλανε εντελώς. Πήδησα επάνω του, του έβγαλα τα μάτια, του ξερρίζωσα την καρδιά, του έκοψα το λαιμό και από τα πόδια τον έσπρωξα στο λάκκο. Αλλά τότε κάτι έσπασε μέσα μου. εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσα πια να σκοτώσω κανέναν. Από τότε δε βρήκα πια ησυχία. Οποτεδήποτε επιχειρήσω να κάνω την παλιά μου δουλειά, πάντοτε προβάλλει μπρος μου η όψη του Βουκάσιν. Και τότε, σπάω, διαλύομαι, πέφτει η δύναμή μου και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Άρχισα να πίνω όλο και περισσότερο, αλ­λά αυτό με βοηθάει μόνο για μια στιγμή. Και συχνά, πί­νοντας, ιδιαίτερα προς το βράδυ, ξαφνικά με τραβά η φωνή: «Κάνε, παιδί μου, τη δουλειά σου». Και τότε, σαν τρελλός, αναγκάζομαι να τριγυρίζω παντού, να βουλώνω τα αυτιά, να χτυπώ το κεφάλι μου, να φωνάζω, να τα σπάω όλα γύρω μου σαν δαιμονισμένος. Το βράδυ δεν έ­χω πουθενά ησυχία, κάθε ώρα τινάζομαι από τον ύπνο και τότε ξαφνικά στο σκοτάδι βλέπω τη εφιαλτική μορ­φή του Βουκάσιν και ακούω αυτό: «Κάνε, παιδί μου, τη δουλειά σου». Και, να τώρα έχω γίνει σαν πτώμα και με τίποτε δεν μπορώ πια να βοηθήσω τον εαυτό μου.


ΠΗΓΗ: Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» «Σέρβοι Νεομάρτυρες»