Ευχαριστώ πολύ τον κ. Νικόλαο Μάνη για την αποστόλή του άρθρου της εποχής εκείνης, που αφορά τον πολυαγαπημένο Άγιο Νεκτάριο!
04.01.1892 εφημερίδα ΕΥΡΙΠΟΣ
"Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδυναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, φωτοδότα δόξα σοι."
Ευχαριστώ πολύ τον κ. Νικόλαο Μάνη για την αποστόλή του άρθρου της εποχής εκείνης, που αφορά τον πολυαγαπημένο Άγιο Νεκτάριο!
04.01.1892 εφημερίδα ΕΥΡΙΠΟΣ
Ἡ Προσφορά τῆς Παναγίας εἰς τόν κατά τῶν Ἰταλῶν
Ἀγῶνά μας τοῦ 1940
ὑπό
Ἰωάννου Ν. Καλλιανιώτου
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Scranton
Ὀκτώβριος 2025
«Ἐάν
μή Κύριος [ἤ ἡ Μήτηρ Αὐτοῦ] φυλάξῃ πόλιν,
εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων.»
Ψαλμ. 126, 2
Ὡς ἐγνωσμένον
τοῖς πᾶσι εἰσίν, ἡμεῖς (ὁ Ἑλληνισμός) θεμέλιον Ὀρθοδοξίας ἐσμέν, δημιουργοί δέ τοῦ
Παγκοσμίου Πολιτισμοῦ καί Παιδείας, γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον,
λαός εἰς περιποίησιν, ἄνθρωποι θεοσεβεῖς, φυλή ὁμογενής καί ὁμογάλακτος, ἀπόγονοι
ἁγίων, κάτοικοι ὁμοιογενεῖς, πληθυσμός μεγαλοπράγμων, χώρα ἱστορική, ἔχοντες γλῶσσαν
θείαν, μεγαλειώδη καί παράδοσιν μεγαλοπρεπῆ, κοιτίς πολιτισμοῦ, λίκνον ἠθικόν,
κέντρον ἀξιῶν καί ἀρετῶν, πηγή ἀστείρευτος, ὁ «ἄλλος μέγας πολιτισμός»,[1] πλήρωμα εἰρηνικόν, ἀρχή σοφίας καί φιλοσοφίας, ἀπαρχή πασῶν τῶν ἐπιστημῶν
πλήν τῆς ἀθέου θεωρίας τῶν πιθανοτήτων, γενέτειρα τῆς δημοκρατίας, μήτηρ πασῶν
τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν, καταγωγή εὐγενής, προέλευσις μοναδική καί προορισμοῦ θείου ἐγενόμεθα.
Διά τοῦτο καί κατέστημεν ἡ ὁδός ἀληθείας, ὅριον αἰώνιον, ἄνθρωποι τοῦ
πνεύματος, γνῶσις ἀνεξάντλητος ὡς γνῶσται τῆς Ἀληθείας, καί δυστυχῶς, αἱ
μοναδικαί αὗται θεῖαι ἀξίαι καί ἀρεταί καταδιώκονται ὑπό τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἡμετέρου
πολιτισμοῦ διά τῆς ἐπιβουλῆς τῶν ἀντιορθοδόξων καί ἀνθελλήνων, ἡ ὁποία ἦτο, εἶναι,
καί θά εἶναι συνεχής καί ἐπιτεινομένη ἐκ τῶν ἔξω καί ἔσω τῶν συνόρων μας.[2]
Πρό
τριάκοντα ἐτῶν καί συγκεκριμένως τήν περίοδον τοῦ Ὀκτωβρίου, κατά τήν ὁποίαν αἱ
συζητήσεις καί ἡ Ἱστορική ἡμῶν μνήμη[3] περιάγονται καί εἰς τά γεγονότα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 καί
εἰς τόν ἐπακόλουθον ἀμυντικόν πόλεμον τῆς χώρας ἡμῶν κατά τῶν Ἰταλῶν εἰσβολέων,
συνήντησα ἕνα σεβάσμιον γέροντα ἱερέα, τόν π. Χαράλαμπον, εἰς μίαν Ἱεράν Μονήν,
εἰς τήν ὁποίαν ἦτο μοναχή καί ἡ κόρη του. Ἤρχισεν ὁ π. Χαράλαμπος νά μοῦ λέγῃ
διά τήν συμμετοχήν του εἰς τόν πόλεμον αὐτόν εἰς τήν Ἀλβανίαν καί διά τάς
δυσχερείας καί θυσίας τῶν στρατιωτῶν του, ἀλλά καί διά τήν ἀπερίγραπτον
προσφοράν τῆς Παναγίας μας.
«Ἤμουν
μόνιμος ἀξιωματικός, ταγματάρχης, εἰς τόν Ἑλληνικόν στρατόν καί ἡ ἐμπειρία μου
εἶναι μοναδική, κατά τήν περίοδον ταύτην τοῦ πολέμου, μέ τήν προστασίαν μας, ἡ ὁποία
παρείχετο ὑπό τῆς Θεοτόκου, καί ἡ Ὁποία μᾶς συμπαρίστατο, μᾶς περιεφρούρει
νυχθημερόν, καί καθωδήγει τόν στρατόν μας. Συνελάμβανεν ἡ Ἰδία διά τῶν χειρῶν
Της τάς βόμβας, τάς ὁποίας ἔρριπτον τά Ἰταλικά ἀεροπλάνα καί τάς ἐπέτα εἰς τήν
θάλασσαν. Μᾶς ὑπεδείκνυεν τήν ὁδόν εἰς τά ὄρη καί τάς ἀτραπούς, ὥστε νά
φθάσωμεν εἰς τόν προορισμόν μας καί εἰς τό ὀρθόν σημεῖον ἄνευ ἀπολειῶν. Ἔδιδεν ἐντολάς
προσωπικῶς εἰς ἀξιωματικούς καί στρατιώτας.
Ἡμεῖς ἑκάστην
Κυριακήν εἴχομεν Θείαν Λειτουργίαν κάτω ἀπό ἕν ἀντίσκηνον καί κατόπιν τῆς θείας
ταύτης Λειτουργίας ἐσυνεχίζαμεν τούς ἀγῶνάς μας, τόν πόλεμον. Μίαν Κυριακήν,
κατά τήν διάρκειαν τῆς Λειτουργίας, οἱ βομβαρδισμοί ἦσαν ἀνελέητοι καί ἀδιάλειπτοι,
ἀλλ’ αἱ βόμβαι ἔπιπτον πέριξ τοῦ ἀντισκήνου, τῆς προσωρινῆς καί ἐν ἐκστρατείᾳ ἐκκλησίας
μας, καμμία δέν ἔπληξεν τό ἀντίσκηνον. Δύο στρατιῶταί μου ἐφοβήθησαν ἀπό τούς
συνεχιζομέμους βομβαρδισμούς καί ἔφυγον ἀπό τό ἀντίσκηνον, τήν ἐκκλησίαν μας,
καί ἐπῆγαν εἰς ἕν καταφύγιον (τάφρον, ὄρυγμα), τό ὁποῖον εἴχομεν κατασκευάσει
διά τήν ἄμυνάν μας, ὥστε νά προφυλαχθοῦν. Δυστυχῶς ὅμως, μία βόμβα πίπτει είς
τήν εἴσοδον τοῦ καταφυγίου τούτου καί εἰσέρχεται ἐντός του καί ἐφόνευσεν ἀμφοτέρους
τούς στρατιώτας μου. Ἡμεῖς, ὅμως, οἱ ἐκτός τοῦ καταφυγίου, ἀλλ’ ὑπό τήν Ἁγίαν
Σκέπην τῆς Παναγίας μας, δέν ἐπάθομεν κανέν κακόν. Τά γεγονότα ταῦτα ἦσαν συνεχῆ
καί διά τοῦτο, ὅταν ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος ἔφυγα ἀπό τόν στρατόν, ἀπό μόνιμος ἀξιωματικός
καί ἐπῆγα καί ἔγινα ἱερέας. Δέν ἠμποροῦσα νά κάμνω κάτι διαφορετικόν, καθ’ ὅτι
εἶδα μέ τούς ὀφθαλμούς μου καί αἰσθάνθηκα πολυτρόπως τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ καί τήν
Σκέπην τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου νά κάμνῃ ἡ Ἰδία τόσον μέγαν καί δίκαιον ἀγῶνα διά
τήν προστασίαν τοῦ Ἑλληνορθοδόξου γένους μας.»
Αὕτη ἦτο
ἡ ἐμπειρία τοῦ ἥρωος ἀποστράτου ταγματάρχου καί μονίμου στρατιώτου τοῦ Θεοῦ, π.
Χαραλάμπους, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε πατρίδα καί πίστιν, Ἑλλάδα καί Ὀρθοδοξίαν. Τό
πρόβλημά μου εἶναι σήμερον τό ἑξῆς. Τί κάμνομεν ἡμεῖς οἱ ἀπόγονοι αὐτῶν τῶν εὐλαβῶν
ἡρώων πατριωτῶν μας καί πατέρων μας ἤ παππούδων μας; Σεβόμεθα τήν Παναγίαν μας
καί τόν Υἱόν Της, τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διά τήν συνεχιζομένην
προστασίαν τοῦ Ἔθνους μας ἤ ἔχομεν ἀπολύτως ἀποστατήσει καί ἀπομακρυνθῆ ἀπό τήν
παραδοσιακήν μας πίστιν, ἡ ὁποία διέσωζεν τό γένος μας; Ἔχομεν τήν ἰδίαν ἀγάπην
διά τήν πατρίδα μας, ὡς οἱ ἥρωες τοῦ 1940 ἤ ἔχομεν καταστῆ ἀνθέλληνες; Αὐτά τά ἐρωτήματα
τἀ θέτω καί εἰς τόν ἑαυτόν μου, καθ’ ὅτι δέν ἔχω προσφέρει τίποτε, ἕως σήμερον,
διά τήν πατρίδα μας καί δυστυχῶς, καί διά τήν ἁγίαν μας παραδοσιακήν Ὀρθοδοξίαν,
τήν ὁποίαν ἀναγνωρίζουν καί ἀγαποῦν ἅπαντες οἱ Ὀρθόδοξοι λαοί.[4] Τό πρόβλημα τῆς χώρας, σήμερον, εἶναι ἡ ἐπιβεβλημένη καταστροφή τῆς
παιδείας μας, ἡ ἀνθελληνική καί δουλοπρεπής πολιτική μας ἡγεσία καί ἡ
σχισματική καί οἰκουμενιστική θρησκευτική μας ἡγεσία. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι θά
πρέπει νά καταψηφισθοῦν, οἱ πρῶτοι καί νά ἀπελαθοῦν ἀπό τήν χώραν, καί οἱ
δεύτεροι νά ὑπάγουν εἰς μοναστήρια πρός μετάνοιάν των, διά τό κακόν πού ἐπιτελοῦν
εἰς τήν Ὀροδοξίαν. Ὁ λαός μας
παραπληροφορημένος, ἐν ἀγνοίᾳ, καί ἀποστασίᾳ παραπαίει καί ἔχει τήν
πεπλανημένην ἐντύπωσιν ὅτι ἐπιτελεῖ καί ἔργον μεγαλειῶδες μέ τό νά ἐξαπατᾶ καί
νά ἐξαπατᾶται, νά ἱκανοποιῆται μέ τά ὑλικά ἀγαθά καί νά ἀπορρίπτῃ τά
πνευματικά, νά πορεύεται ἄνευ ὁδηγοῦ καί νά κινδυνεύῃ νά ἀπολέσῃ τήν ὁδόν τήν ἄγουσαν
εἰς τήν τελείωσιν καί τήν σωτηρίαν του. Ἅπαντα ταῦτα, δυστυχῶς, ἰσχύουν καί δι’
ἐμέ τόν ἐσχατώτατον πάντων.
[1] Οἱ Κινέζοι ἀποκαλοῦν τήν Ἑλλάδα «Sila», τοῦτ’ ἔστιν, «ὁ ἄλλος μεγάλος πολιτισμός».
[2] «Εἶναι πλέον γνωστόν τοῖς πᾶσιν ὅτι ἡ Νέα
Τάξις Πραγμάτων ἐπιβάλλεται σταδιακῶς εἰς παγκόσμιον ἐπίπεδον ὡς
ἀντιχριστιανικός, ἀντεθνικός, ἀντιπαραδοσιακός, ἀντιφυσιολογικός, ψηφιακός,
μεταναστευτικός, ὑγειονομικός, διατροφικός καί διαστροφικός ὁλοκληρωτισμός. Ὅλ’
αὐτά τά κακά ἐπιβάλλονται διά τοῦ πολιτικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, ἤτοι τῆς σκιώδους
παγκοσμίου μασονικῆς ὑπερκυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τήν παράνοιαν τῆς
«πολιτικῆς ὀρθότητος» καί τοποθετεῖ ἰδικούς της πολιτικούς καί θρησκευτικούς
«ἡγέτας» εἰς τάς Χριστιανικάς χώρας. Καί οἱ μέν πρῶτοι καταστρέφουν τάς χώρας
αὐτάς ψηφίζοντες διεστραμμένους «νόμους» καί ἀφαιροῦντες σταδιακῶς θεμελιώδεις
ἐλευθερίας, οἱ δέ δεύτεροι διαστρέφουν τό ἱερόν Εὐαγγέλιον.» Ὅρα, Δημητρίου Χατζηνικολάου, « Ὁ δρόμος πρός
τήν ἐπίγειον ἀλλά καί τήν αἰώνιον κόλασιν», Ὀρθόδοξος
Τύπος, Ἀρ. Φύλλου 2562, 24 Ὀκτωβρίου 2025, σσ. 1 καί 3. 2562-ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ.jpg (1200×1620) (orthodoxostypos.gr)
[3] Ἅπαντες οἱ ἀγῶνες τῆς Ἑλλάδος ἔχουν ἀρχίσει μῆνα Ὀκτώβριον. Ὁ Μακεδονικός
Πόλεμος τόν Ὀκτώβριον τοῦ 1904, ὁ Βαλκανικός Πόλεμος τόν Ὀκτώβριον τοῦ 1912, ὁ
Πόλεμος κατά τῶν Ἰταλῶν τόν Ὀκτώβριον τοῦ 1940. Ἡ Ἁγία Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας
Θεοτόκου καί ὁ Ἅγιος Δημήτριος πάντοτε παρόντες καί ἀρωγοί τοῦ γένους μας. Εὐχόμεθα
δέ ἡ κατάληψις τῆς πρωτευούσης μας, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, νά λάβῃ χώραν Ὀκτώβριον
καί αὕτη.
[5] «Ἔλεγε ὁ Γέροντας καί ἔγραφα ἐγώ. Ἄκου παιδί μου, ἀκούω φωνή συνέχεια στό
δεξιό μου αὐτί καί μοῦ λέει σήκω Γεννάδιε νά πᾶς στήν Ἀθήνα νά πείς στούς ἀνθρώπους
αὐτό πού σοῦ λέω. Ἐγώ πῆρα τήν χάριν μου καί τήν εὐλογίαν μου ἀπό τούς Ἑβραίους
καί τήν ἔδωσα στό Ἑλληνικό γένος, τό ὁποῖον μοῦ ἐγένετο ἀγαπητό καί εὐλογητό
γένος. Ἀλλά τώρα ἄρχισαν νά ἀπομακρύνονται ἀπό ἐμέ καί νά πηγαίνουν στόν σατανά
οἱ δέ σοφοί μέ ἀρνήθησαν οἱ Ἱερεῖς θεωροῦν τό ὑπούργημά μου ὡς ἐπάγγελμα. Οἱ δέ
χριστιανοί κοιτάει ὁ ἕνας πῶς νά γδύσει τόν ἄλλο, οἱ δέ γυναίκες ἔχασαν κάθε Ἱερό
καί Ὅσιον ἀπάνω τους, γυμνώνονται, γυρίζουν στούς δρόμους, παρασύρουν τούς ἄνδρας
εἰς τήν ἁμαρτία καί χαίρονται οἱ δαίμονες, λυποῦμαι ἐγώ καί οἱ Ἀγγέλοι μου.
Τοιοῦτον λαό τί νά τόν κάνω; Θά τόν ἀποκτείνω. Εἰπέτε τους νά μετανοήσουν,
διότι ἐγώ ἀκόμα τούς ἀγαπῶ. Ἐάν δέν μετανοήσουν θά δώσω ἀνιάτους ἀσθενείας, θά
δώσω ἀλληλοσπαραγμούς καί θά ἐπέλθει ἡ ὀργή μου. Ἡ μητέρα μου καί οἱ ἅγιοι τοῦ
οὐρανοῦ τούς σώζουν. Μέχρι πότε ὅμως; εἰπέτε τους νά μετανοήσουν. Ἀκόμα τούς ἀγαπῶ.»
Ὅρα, ΤΑΔΕ ΛΕΓΕΙ ΚΥΡΙΟΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον
Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Μουρτερῆς Ὀκτωνιᾶς, Αὐλωνάριον, Εὐβοίας.
27 Σεπτεμβρίου 1831, ώρα 6 το πρωί, στην είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, παρότι έχει προειδοποιηθεί για τον κίνδυνο της ζωής του, δεν αλλάζει τον τρόπο του. Η Κυριακή είναι συνδεδεμένη με την εκκλησία και, μάλιστα, με όλη την ακολουθία. Και τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία. Ο Καποδίστριας θα δολοφονηθεί από χέρια ελληνικά. 192 χρόνια μετά οι φάκελοι του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών για την υπόθεση παραμένουν απρόσιτοι και κλειστοί. Η Ευρώπη ήταν ολοφάνερο ότι δεν ήθελε μια τέτοια προσωπικότητα στο τιμόνι της Ελλάδας. Και μαζί της ούτε και Έλληνες, οι οποίοι έβλεπαν τον κόσμο μέσα από τις γεωπολιτικές εξαρτήσεις και τα πρόσκαιρα συμφέροντά τους.
Η μνήμη του Καποδίστρια όμως παραμένει ζώσα στην καρδιά των πολλών. Υπήρξε Έλληνας οικουμενικός, κοσμοπολίτης, αρχοντικός, όχι όμως με την έννοια του μιμητικού της Ευρώπης, αλλά με την πεποίθηση ότι η Ελλάδα είχε και θα είχε ρίζες να στηριχτεί, την πίστη στην Ορθοδοξία και την παράδοση. Την ικανότητα το ελληνικό όνομα, αυτό που σήμερα αποκαλείται brand name, να είναι το εισιτήριο όχι της υποταγής, αλλά της ελευθερίας. Την πεποίθηση ότι χωρίς παιδεία κανένας τομέας της κοινωνίας δεν θα μπορέσει να προκόψει αληθινά, ούτε Εκκλησία, ούτε στρατός, ούτε γεωργία, ούτε τεχνικές, ούτε διοίκηση. Την ευφυΐα να μην υποτάσσεται, αλλά να ελίσσεται, να προχωρά βήμα-βήμα, χωρίς να γκρεμίζει τις γέφυρες με την Ευρώπη, αλλά και χωρίς να παραιτείται από το δικό του όραμα. Ρεαλιστής, αλλά και διορατικός. Όπου έβρισκε αυθεντικότητα, δεν δίσταζε να την αξιοποιήσει. Άνθρωπος που δεν έκανε παιδιά ο ίδιος, αλλά που νοιάστηκε για όλα τα παιδιά της Ελλάδας, κυρίως για τα ορφανά. Μπορεί όλοι οι συνεργάτες του να μην ήταν αντάξιοι της εμπιστοσύνης του. Τα προβλήματα όμως που είχε να αντιμετωπίσει ήταν η προτεραιότητά του. Η θυσία και η αυταπάρνησή του έμειναν ό,τι τον συνόδεψε μέχρι τέλος.
Ο Καποδίστριας είναι μια μορφή που οδηγεί συνειδήσεις. Σε μια εποχή, στην οποία οι νέοι μας οδηγούνται σε μία πλήρη αφομοίωση από τον τρόπο της μίμησης, όσοι βλέπουν τη ζωή και το έργο του Καποδίστρια νιώθουν ότι μπορούμε να υπάρξουμε ως Έλληνες στην ψυχή και στο φρόνημα. Όχι ως κάπηλοι του έθνους και ψευτόμαγκες, καλοπερασάκηδες και έτοιμοι να κριτικάρουμε από τα πληκτρολόγια τους πάντες και τα πάντα, αλλά ως πρόσωπα που θα βάλουμε το σύνολο πιο πάνω από το "εγώ". Κι αυτό ξεκινά από το να αποφασίσουμε ότι έχουμε ψυχή. Ότι πιστεύουμε σε Θεό. Ότι τα
γράμματα μάς μαθαίνουν να είμαστε και να παραμένουμε ελεύθεροι. Ότι δεν μας ταιριάζει η υποταγή, για να είμαστε καλά, αλλά να μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας χάρις σ' αυτό που είναι η ταυτότητά μας: η ιστορία, η γλώσσα, οι αρχές μας, η καλλιέργειά μας, η καρδιά μας.
Κι αυτά όλα περνάνε από τις στιγμές της Κυριακάτικης λειτουργίας. Σ' αυτήν που πήγαινε ο κυβερνήτης μέχρι το τέλος. Διότι εκεί ένιωθε την δύναμη της αγάπης να του δίνει κουράγιο. Στην προσευχή του στον Θεό που δίνει χαρίσματα, για να τα αντιπροσφέρει ο άνθρωπος στον πλησίον και στο σύνολό του. Εκεί όπου ο δικαιωματισμός μένει πίσω και ανοίγεται ο ορίζοντας του "υπάρχω για όλους".
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"
Στα τέλη Μαΐου μέλη της «Ζώσας Εκκλησίας» συγκάλεσαν
μια διάσκεψη και προχώρησαν σε πολλές λειτουργικές μεταρρυθμίσεις, επικαλούμενοι
δημιουργική αναγκαιότητα σ’ αυτόν τον τομέα. Προχώρησαν σε έκδοση διατάγματος
που προέβλεπε ότι εφεξής οι επίσκοποι πρέπει να εκλέγονται τόσο από άγαμους όσο
κι από έγγαμους κληρικούς. Τον Αύγουστο του 1922 συγκάλεσαν κι άλλη διάσκεψη
και απαίτησαν να καθαιρεθεί ο πατριάρχης στην επόμενη σύνοδο και να σταματήσει
άμεσα να μνημονεύεται.
….
Οι μεταρρυθμιστές τώρα είχαν πλήρη έλεγχο των
αντιπροσώπων κι οι πράξεις τους ήταν πραγματικά επαίσχυντες: διακήρυξαν ότι στη
Σοβιετική Ένωση δεν υφίστανται θρησκευτικοί διωγμοί, ότι η Σοβιετική κυβέρνηση
εργαζόταν για την επικράτηση του ιδανικού της Βασιλείας του Θεού, με την ηγεσία
του Λένιν, εγκωμίασαν την επανάσταση και το χωρισμό Εκκλησίας και κράτους,
τραγούδησαν «χρόνια πολλά» στη σοβιετική κυβέρνηση κι έστειλαν φιλοφρονητικό
και κολακευτικό χαιρετισμό στο Λένιν. Οι μεταρρυθμιστές αυτοί δήλωσαν ότι ήταν
έτοιμοι να υποστηρίξουν τον κομμουνισμό αφού, κατ’ αυτούς, ο κομμουνισμός «έθεσε
σε εφαρμογή το κοινωνικό κήρυγμα του ευαγγελίου»!
Σε μια τελευταία εχθρική πράξη προς τον
πατριάρχη Τύχωνα τον καθαίρεσαν και προχώρησαν ακόμα και στον αποσχηματισμό του
ως μοναχού. Είπαν πως εφεξής το όνομά του θα ήταν γνωστό ως «πολίτης Βασίλειος
Μπελλάβιν». Μέσω του σοβιετικού και του
νεωτεριστικού τύπου οι σχισματικοί απαιτούσαν να επιβληθεί σκληρή τιμωρία στον
Πατριάρχη. Ο ψευδομητροπολίτης Αντωνίνος επιδίωξε επίμονα ακόμα και τη θανατική
ποινή του.
Μετά κατάργησαν το πατριαρχείο στο όνομα
της δημοκρατίας, αποδέχτηκαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο, εισήγαγαν το θεσμό των
εγγάμων επισκόπων, το β’ γάμο των κληρικών κι απόρριψαν το μοναχισμό, σαν θεσμό
ξένο προς την Εκκλησία. Κατ’ οικονομία μόνο επέτρεψαν τη λειτουργία μοναστηρίων
– ησυχαστηρίων εξωαστικών περιοχών, που θα λειτουργούσαν σαν εργατικές
κοινότητες.
Την Καθαίρεση του πατριάρχη υπέγραψαν 64 (κατ’ άλλους
54) επίσκοποι, αρκετοί μάλιστα μετά από πίεση της μυστικής αστυνομίας. Τη
διοίκηση της Ρωσικής Εκκλησίας την ανάθεσαν σε σύνοδο, με πρόεδρο το μητροπολίτη
Ευδόκιμο.
Όταν πολλοί παρόντες επίσκοποι αντέδρασαν, οι πρωτεργάτες
της «Ζώσας Εκκλησίας» τους πληροφόρησαν πως, αν δε συμφωνούσαν με τις αποφάσεις
τους, θα τους έστελναν φυλακή. Όταν έστειλαν ένα αντίγραφο των αποφάσεών τους στον
πατριάρχη, εκείνος έγραψε πως θεωρούσε τις αποφάσεις αυτές παράνομες και
συνεπώς άκυρες.
Στις 23 Μαΐου τον Πατριάρχη μετέφεραν από το
μοναστήρι της Παναγίας Ντονσκάια στη φυλακή της GPU που βρισκόταν στη Λουμπιάνκα. Οι αρχές ετοιμάζονταν για τη δίκη του αγίου.
Η φυλακή της Λουμπιάνκας ήταν τόπος όπου φυλακίζονταν εκείνοι τους οποίους κατά
κανόνα τους ανέμενε πολύ σκληρή τιμωρία.
…..
Ο πατριάρχης δεν ήταν πιά φυλακισμένος, δεν ήταν όμως
κι απαλλαγμένος από τους συνεχείς κι εξονυχιστικούς ελέγχους των αρχών.
Πράκτορες επισκέπτονταν συχνά τον πατριάρχη και τον πίεζαν ν’ αποδεχτεί αντιλαϊκά
μέτρα και συμβιβασμούς. Η κυβέρνηση πίεζε τον άγιο Τύχωνα να υιοθετήσει το
νέο (Γρηγοριανό) ημερολόγιο, συμβαδίζοντας με το κράτος, εκείνος όμως κατόρθωσε
να το ακυρώσει αυτό, προτού εφαρμοστεί σ’ όλη την Εκκλησία. Οι μπολσεβίκοι
εμπόδιζαν επίσης συνέχεια τις επισκοπικές δραστηριότητες. Για να το επιτύχουν αυτό
επέτρεπαν σπάνια στους επισκόπους να ταξιδεύουν στις επισκοπές τους. Πολλοί από
τους επισκόπους αυτούς αξιώθηκαν να λάβουν μαρτυρικό τέλος. Οι σοβιετικές αρχές
τον πίεζαν αφόρητα σε διάφορα εκκλησιαστικά θέματα, καθώς και για τη μνημόνευση
των σοβιετικών ηγετών.
….
Το 1924 οι αρχές χρησιμοποίησαν τις φιλικές
τους σχέσεις με την Τουρκία του Ατατούρκ για ν’ ασκήσουν νέες πιέσεις στον
Πατριάρχη. Η Σοβιετική κυβέρνηση ζήτησε από την τουρκική κυβέρνηση βοήθεια, και
ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος VII εξαναγκάστηκε από τον
Κεμάλ να συγκαλέσει στην Κωνσταντινούπολη μια Σύνοδο, που είχε σαν αποτέλεσμα να
εκδώσει απόφαση για την αποπομπή του αγίου Τύχωνα από τη διοίκηση της Ρωσικής
Εκκλησίας και την αναγνώριση των νεωτεριστών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο
Γρηγόριος αποφάσισε επίσης να στείλει στη Μόσχα το δικό του αντιπρόσωπο,
αρχιμανδρίτη Βασίλειο Δημόπουλο, με μια αντιπροσωπεία, για να ερευνήσει τα
πράγματα της Ρωσικής Εκκλησίας. Η απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη πίκρανε
τον άγιο πάρα πολύ. Στην απάντησή του υπενθύμισε στο Γρηγόριο ότι δεν έχει
κανένα δικαίωμα να εισχωρεί στα πράγματα της Αυτοκέφαλης Τοπικής Εκκλησίας.
Ο ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ -1952
Ο ΙΩΣΗΦ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΘΜΑΡΧΗ Α.ΒΟΥΛΓΑΡΗ ΚΑΙ ΚΛΕΙΔΟΥΧΟ Δ.ΤΑΚΤΙΚΟ , ΚΑΙ ΑΛΛΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΣΤΟΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ ΛΑΜΙΑΣ (ο Ιωσηφ με το τσιγαρο στο χερι).
Ο ΙΩΣΗΦ ΜΠΛΕΧΙΝΓΚΕΡ (ΗΛΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ) ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΨΑΡΑΔΕΣ Κ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΦΟΡΤΟΕΚΦΟΡΤΩΤΩΝ ΣΤΥΛΙΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ – ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛ.ΑΝ
ΑΠΟΝΟΜΗ ΑΡΓΥΡΟΥ ΜΕΤΑΛΛΙΟΥ Κ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΑΡΧΟ ΑΝΤΩΝΗ ΦΙΛΗ, ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ Κ ΠΛΗΘΟΥΣ ΛΑΜΙΩΤΩΝ.
Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΕΚΦΩΝΗΣΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ…ΠΗΓΗ:https://www.dinfo.gr/%CE%BF-%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%AD%CF%83%CF%89%CF%83%CE%B5-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BF%CE%BB/
Ἱερομ.
Καλλινίκου Ἠλιοπούλου
Ἡ ἀρχαιότερη
καί λαμπρότερη ἀφιερωμένη στόν Τίμιο
Σταυρό ἑορτή
εἶναι
αὐτή
τῆς
Παγκοσμίου Ὑψώσεώς Του, ἡ
ὁποία
ἀνήκει
στόν κύκλο τῶν Δεσποτικῶν
Ἑορτῶν
ὡς
πρός τό περιεχόμενο (Δεσποτικές ὀνομάζονται
οἱ
πρός τιμήν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ
ἑορτές)
καί στόν κύκλο τῶν Ἀκινήτων
ὡς
πρός τόν χρόνο (Ἀκίνητες ὀνομάζονται
οἱ
ἑορτές
οἱ
ὁποῖες
ἑορτάζονται
σέ σταθερή ἀκίνητη ἡμερομηνία
κατά τήν διάρκεια τοῦ ἡμερολογιακοῦ
λειτουργικοῦ ἔτους).
Ἀπό
πολύ νωρίς ἡ Ἐκκλησία
καθιέρωσε τήν ἑορτή τῆς
Ὑψώσεως,
ἡ
ὁποία
ὅπως
θά δοῦμε
καί παρακάτω ἀναλυτικά, συνδέεται μέ τίς δύο ἐπίσημες
ἀνυψώσεις
τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ, τήν πρώτη ἀπό
τόν Πατριάρχη Μακάριο στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ
335 μ.Χ στά Ἱεροσόλυμα πρός εὐλογία
καί ἁγιασμό
τοῦ
πιστοῦ
λαοῦ
καί ἡ
δεύτερη ἀπό
τόν Πατριάρχη Ζαχαρία στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ
630 μ.Χ ὕστερα
ἀπό
τήν λεηλασία καί τήν κλοπή τοῦ Σταυροῦ
ἀπό
τούς Πέρσες τό 629 μ.Χ καί τήν ἐπάνοδό του ἀπό
τόν αὐτοκράτορα
Ἡράκλειο,
ἀλλά
καί μέ τα ἐγκαίνια τοῦ
Ναοῦ
τῆς
Ἀναστάσεως1 .
Ἔχει
διαμορφωθεῖ ἡ
ἄποψη2 ὅτι
κατά τήν ἑορτή τῆς
Ὑψώσεως
ἑορτάζουμε
τήν ὕψωση
τοῦ
Σταυροῦ
ἀπό
τόν Πατριάρχη Μακάριο ἀμέσως μετά τήν
θαυματουργική εὕρεσή Του ἀπό
τήν βασιλομήτορα Ἑλένη τό 326 μ.Χ. Ὄντως
ἡ
Ἁγία
Ἑλένη,
μέ τήν συνδρομή τοῦ γιοῦ
της, Αὐτοκράτορος
Κωνσταντίνου, ἔρχεται στά Ἱεροσόλυμα
τό 326 μ.Χ καί εὑρίσκει τόν Σταυρό τοῦ
Κυρίου καθώς καί τόν Ζωοδόχο Τάφο3 , καί ἀνεγείρει
περίλαμπρο Ναό, πάνω στόν τόπο ταφῆς
τοῦ
Χριστοῦ
ὁ
ὁποῖος
ἐγκαινιάζεται
στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ ἀπό
τόν Πατριάρχη Μακάριο4. Ἀμέσως
ὅμως
μετά τήν εὕρεση τοῦ
Τιμίου Ξύλου ἡ Ἁγία
Ἑλένη
μαζί μέ τά μέλη τῆς συγκλήτου Τόν
προσκυνοῦν,
ἐπειδή
ὅμως
ἦταν
ἀδύνατο
ὅλος
ὁ
λαός νά προσκυνήσει αὐτήν τήν ἡμέρα,
ὁ
Πατριάρχης Μακάριος ἀνῆλθε
στόν ἄμβωνα
καί ἐκεῖ
ὑψώνει
τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ
καί ὁ
λαός βλέποντάς Τον μέ δέος καί εὐλάβεια
ἔψαλε
τό «Κύριε ἐλέησον» μέ ἀποτέλεσμα,
σύμφωνα μέ αὐτήν τήν ἐσφαλμένη
γνώμη , νά ἐπικρατήσει ἡ
ἑορτή
τῆς
Ὑψώσεως5.
Αὐτή
ὅμως
ἡ
ἑορτή
τῆς
Ὑψώσεως,
ὕστερα
ἀπό
τήν εὕρεση
τοῦ
Σταυροῦ,
τήν ὁποία
ἡ
Ἐκκλησία
μας τιμάει στίς 6 Μαρτίου, εἶναι ἡ
ἑορτή
τῆς
Σταυροπροσκυνήσεως, ὅπως καί θά δοῦμε
παρακάτω.
Ἡ πρώτη
Ὕψωση,
πού ἑορτάζουμε
κατά τήν ἡμέρα τῆς
Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ
Σταυροῦ
τήν 14ην Σεπτεμβρίου, εἶναι αὐτή
ἐπί
Πατριάρχου Μακαρίου καί συνδέεται ἱστορικά
μέ τα ἐγκαίνια
τοῦ
Πανίερου Ναοῦ τῆς
Ἀναστάσεως
στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ. Πλῆθος
κληρικῶν
καί πιστῶν
εἶχαν
προσέλθει στά Ἱεροσόλυμα γιά νά συμμετέχουν στό
μεγάλο αὐτό
γεγονός, καί ἔτσι ὁ
Πατριάρχης Μακάριος τήν ἑπόμενη ἡμέρα,
δηλαδή στίς 14 Σεπτεμβρίου ὑψώνει, γιά δεύτερη φορά
ἱστορικά,
τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου ἔτσι
ὥστε
νά Τόν δοῦν καί νά Τόν προσκυνήσουν6.
Ἐδῶ
λοιπόν ἀνάγεται
ἡ
γένεση τῆς
ἑορτῆς
τῆς
Παγκοσμίου Ὑψώσεως (ἡ
λεγόμενη ὡς «σταυροφάνεια») καί ἡ
σύνδεσή της μέ τά ἐγκαίνια τοῦ
Ναοῦ.
Ἀναφέρει
χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος
Νεκτάριος « εἰ καί ἤδη
ἀπό
τοῦ
ἔτους
326, καθ' ὅ ὁ
ζωοποιός Σταυρός ὑπό τῆς
Ἁγίας
Ἐλένης
εὑρέθη,
τό σωτήριον ξύλον πανηγυρικῶς δημοσίᾳ
ὑπό
τοῦ
ἐπισκόπου
προετέθη καί ὡς λέγει τό Βασιλειανόν Μηνολόγιον ἐτυπώθη
εἰς
ὕψωσιν,
οὐχ
ἧτον
ἡ
σημερινή ἑορτή ἔσχε
τήν ἀρχήν
κυρίως ἐν
ἱεροσολύμοις
τῇ
14 Σεπτεμβρίου 335, ἥτις ὑπῆρξεν
ἡ
ὑστεραία
τῆς
ἡμέρας,
καθ΄ ἥν
ἐγένετο
ἡ
καθιέρωσις τοῦ μαρτυρίου τῆς
ἀναστάσεως,
ὅτε
δηλαδή ὁ
Ἅγιος
Σταυρός πάντων τῶν παρόντων ἐπισκόπων
συναιρούντων, ἐπισήμως ἀνυψώθη
καί τῷ
λαῷ
ἐκ
τοῦ
ἄμβωνος
ὑπεδείχθη,
πρός καθιέρωσιν διηνεκοῦς προσκυνήσεως. Ὅθεν
τό πασχάλιον χρονικόν τήν προμνημονευθεῖσαν
καθιέρωσιν προσέτι ὀνομάζει 'τά ἐγκαίνια
τῆς
ἐκκλησίας
τοῦ
ἁγίου
Σταυροῦ
τῆς
ἐμφανίσεως΄,
ἤτις
εἶναι
ἡ
σημερινή ἑορτή»7 .
Ἐπίσης,
ὅσον
ἀφορᾶ
τήν πρώτη αὐτή ὕψωση,
ἔχουμε
τήν ἐφαρμογή
τῆς
λειτουργικῆς συνήθειας τῆς
συνδέσεως μεγάλων Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν
ἑορτῶν
μέ τά ἐγκαίνια
μεγάλων ναῶν πού ἀνεγέρθηκαν
στά Ἱεροσόλυμα
ἤ
γενικά στούς τόπους πού συνέβησαν τά γεγονότα αὐτά,
ὅπως
παρατηρεῖ
ὁ
π. Κωνσταντῖνος Καραϊσαρίδης8 .
Γιά παράδειγμα ἡ ἑορτή
τῆς
Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου στίς 6 Αὐγούστου
συνδέεται μέ τήν ἡμέρα τῶν
ἐγκαινίων
τοῦ
Ναοῦ
στό Θαβώριον ὄρος, ἡ
ἑορτή
τῆς
Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στίς 15 Αὐγούστου
μέ τά ἐγκαίνια
τοῦ
Θεομητορικοῦ καθίσματος στά Ἱεροσόλυμα,
ἡ
ἑορτή
τῶν
Εἰσοδίων
τῆς
Παναγίας στίς 21 Νοεμβρίου μέ τά ἐγκαίνια
τοῦ
ναοῦ
«Ἅγια
τῶν
Ἁγίων»
στή θέση τοῦ Ναοῦ
τοῦ
Σολομῶντα,
ἔτσι
καί ἡ
ἑορτή
τῆς
Ὑψώσεως
συνδέεται μέ τά ἐγκαίνια τοῦ
Ναοῦ
τοῦ
Σταυροῦ
στά Ἱεροσόλυμα
στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ. Ἄλλωστε
αὐτή
ἡ
ἄποψη
ἐνισχύεται
καί ἀπό
τό γεγονός ὅτι ἡ
ἑορτή
τῆς
Ὑψώσεως
προσέλαβε τόν χαρακτῆρα Δεσποτικῆς
ἑορτῆς,
κι αὐτό
φαίνεται ἀπό τήν καθορισθεῖσα
τυπική διάταξη τῆς ἑορτῆς
ἐάν
τύχει ἡμέρα
Κυριακή, τότε καταλιμπάνεται ἡ ἀναστάσιμη
ἀκολουθία
καί ψάλλεται μόνο ἡ ἀκολουθία
τῆς
14ης Σεπτεμβρίου καθώς καί στόν μεθέορτο ἑσπερινό
τῆς
αὐτῆς
ἡμέρας
ψάλλεται τό μέγα προκείμενον «ὁ Θεός ἡμῶν
ἐν
τῷ
οὐρανῷ...»9,
ὅπως
ἔτσι
ὁρίζει
τό Τυπικό γιά ὅλες τίς Δεσποτικές ἑορτές10.
Ἔκτοτε
μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ
ἑορτή
τῶν
ἐγκαινίων
τῆς
13ης Σεπτεμβρίου ἀτόνησε, παρόλο πού ἕως
σήμερα ἔχει
διατηρηθεῖ ὡς
πλήρη ἀκολουθία
στό Μηναῖο
τοῦ
Σεπτεμβρίου11, ἀλλά
πλέον παίζει ἕναν προεόρτιο ἑορταστικό
ρόλο στήν ἑορτή τῆς
Ὑψώσεως
ἀφοῦ
ἐμπεριέχει
προεόρτια ὑμνολογία στό Σταυρό. Αὐτό
μαρτυρεῖται
καί ἀπό
τό γεγονός ὅτι κατά τό διάστημα 13 ἕως
καί 21 Σεπτεμβρίου, ἡ ὑμνολογία
τῆς
Ἐκκλησίας
μέσα ἀπό
τό λειτουργικό βιβλίο τοῦ Μηναίου τοῦ
Σεπτεμβρίου ἀναφέρεται στό Σταυρό τοῦ
Κυρίου καί ὄχι στό γεγονός τῶν
ἐγκαινίων
τοῦ
Ναοῦ
τῆς
Ἀναστάσεως,
τήν 13ην προεορτίως μέ καθίσματα, κανόνα καί αἴνους,
την 14ην ἡ πλήρης Ἀκολουθία
τῆς
Ὑψώσεως,
ἀπό
τήν 15ην ἕως καί τήν 20ήν μεθεορτίως μέ
καθίσματα, κανόνα καί αἴνους καί τήν 21ην μέ
τήν Ἀπόδοση
τῆς
Ἑορτῆς12.
Αὐτήν
τήν ἐπί
ὀκτώ
ἡμέρες
πανήγυρη καί ἑορτή τοῦ
Σταυροῦ
μνημονεύει ὁ ἱστορικός
Ἔρμειος
Σωζόμενος «ἐτήσιον ταύτην ἑορτήν
λαμπρῶς
μάλα ἄγει
ἡ
τῶν
ἱεροσολύμων
Ἐκκλησία,
ὡς
ὀκτώ
ἡμέρας
ἐφεξῆς
ἐκκλησιάζειν
συνιέναι τε πολλούς σχεδόν ἐκ πάσης τῆς
ὑφ'
ἥλιον,
οἵ
καθ΄ ἱστορίαν
τῶν
ἱερῶν
τόπων πάντοθεν συντρέχουσι κατά τόν καιρόν ταύτης τῆς
πανηγύρεως»13.
Ὅσον
ἀφορᾶ
τήν δεύτερη ὕψωση τοῦ
Σταυροῦ
ἡ
ὁποία
τοποθετεῖται
χρονολογικά περίπου τριακόσια ἔτη μετά τήν πρώτη ὕψωση,
μεταφερόμαστε ἱστορικά στήν ἐκστρατεία
τῶν
Περσῶν
στήν Παλαιστίνη περί τό 614 μ.Χ. ὅπου
λεηλατοῦν
τούς Ἁγίους
Τόπους καί κλέβουν τόν Τίμιο Σταυρό. Ὁ
Αὐτοκράτορας
Ἡράκλειος
ξεκινάει ἐκστρατεία κατά τῶν
Περσῶν
περί τό 628 μ.Χ., ὅπου τούς κατατροπώνει
μέ τή δύναμη τοῦ Σταυροῦ
καί ἐπαναφέρει
τόν Σταυρό στά Ἱεροσόλυμα. Συγκινητικό
τό γεγονός ὅτι φέροντας στόν ὦμο
του τό Τίμιο Ξύλο εἰσῆλθε
μέ λιτανεία στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως
καί Τό παρέδωσε στόν Πατριάρχη καί ἐν
συνεχείᾳ
ὁ
Πατριάρχης ὑψώνει Αὐτόν
πανηγυρικά ψάλλοντας κλῆρος καί λαός τό Ἀπολυτίκιον
τῆς
ἑορτῆς
«Σῶσον
Κύριε τόν λαόν σου»14.
Ὁ Ἅγιος
Νεκτάριος ἀναφέρεται ἐκτενῶς
σέ αὐτό
τό γεγονός: «Χοσρόης ὁ τῶν
Περσῶν
ἀρχηγός,
κατακυριεύσας τῆς Παλαιστίνης καί ἱερουσαλήμ,
ἤγαγε
πολλούς χριστιανούς αἰχμαλώτους εἰς
Περσίαν, ἐν οἷς
καί τόν Πατριάρχην Ζαχαρίαν, οὕς ἐπί
14 ὅλα
ἔτη
κατεκράτει παρ΄ αὐτῷ,
συγχρόνως δέ ἀφαρπάσας ἔφερε
μεθ΄ ἑαυτοῦ
καί τό ἥμισυ
ξύλον τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ. Κατά τοῦ
Χοσρόου ἐξεστράτευσεν
ὁ
Αὐτοκράτωρ
ἡράκλειος
καί κατετρόπωσεν αὐτόν ἠλευθέρωσε
τῆς
αἰχμαλωσίας
τόν Πατριάρχην καί τούς συναιχμαλώτους αὐτῷ
καί τό ξύλον τοῦ Σταυροῦ.
Ἐπειδή
δέ ὁ
Αὐτοκράτωρ
πρίν ἐκστρατεύσῃ
ἐκ
Κωνσταντινουπόλεως προσέταξεν νά τελεσθῇ
καθ΄ ἅπασαν
τήν Πόλιν δέησις πρός τόν Θεόν, ἥν
ὁ
Πατριάρχης ἐτέλεσε μεθ΄ ὅλου
τοῦ
κλήρου καί ἐν ᾗ
παρίστατο καί ὁ Αὐτοκράτωρ
κατανυκτικῶς παρακολουθῶν
καί τό πλῆθος τῶν
χριστιανῶν
καί ηὐχήθησαν
ὑπέρ
τῆς
νίκης τοῦ
αὐτοκράτορος
καί τῶν
στρατευμάτων αὐτοῦ,
καί τῆς
ἀπελευθερώσεως
τοῦ
τιμίου ξύλου καί τῶν αἰχμαλώτων.
Μετά τήν ἔνδοξον κατά τῶν
Περσῶν
νίκην καί τήν ἀπελευθέρωσιν τοῦ
Σταυροῦ
καί τῶν
αἰχμαλώτων,
φόρον εὐγνωμοσύνης
τῷ
Θεῷ
ἀποτίων
ὁ
βασιλεύςπροσέταξεν ἵνα ἐνιαυσίως
τελῆται
ἡ
ἀνάμνησις
τῆς
καί τό δεύτερον ἀνυψώσεως τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ ἐν
ἱεροσολύμοις
τῆς
γενομένης μετά τήν ἐπιστροφήν αὐτῶν
ἐκ
τοῦ
πολέμου. Ἡ δευτέρα αὕτη
ὕψωσις
ἐγένετο
ἐπί
Ζαχαρίου ἐν ἱεροσολύμοις,
ἐκεῖθεν
δέ καί καθ΄ ὅλον τό κράτος καί τελῆται
μέχρι σήμερον»15.
Ἄρα
ἡ
ἑορτή
τῆς
Ὑψώσεως
ἀποκτᾶ
πλήρη λαμπρότητα μετά τήν δεύτερη ἱστορικά
ὕψωση
τό 630 μ.Χ. ἐπί Πατριάρχου Ζαχαρίου στά Ἱεροσόλυμα16 καί
ἐν
συνεχείᾳ
ἐξαπλώνεται
σέ Ἀνατολή
καί Δύση περί τά μέσα τοῦ 7ου αἰῶνος
μ.Χ. καί καταχωρεῖται ὡς
ξεχωριστή ἑορτή μέ πλήρη ἀσματική
ἀκολουθία
στά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας.
Στήν ἐξάπλωση
καί διάδοση τῆς ἑορτῆς
συνέβαλε καί ἡ μεταφορά τοῦ
Τιμίου Ξύλου ἀπό τά Ἱεροσόλυμα
στήν Κωνσταντινούπολη γιά περισσότερη ἀσφάλεια
περί τό 634-635 μ.Χ., ὅπου ἦταν
ἡ
πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας
ἀλλά
καί λειτουργικό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας17.
Ὁ
Ἅγιος
Νεκτάριος λέει χαρακτηριστικά «...Ἀπό
τῆς
ἐποχῆς
ὅμως
τοῦ
ἡρακλείου
ἡ
ἑορτή
τῆς
ὑψώσεως
τοῦ
Σταυροῦ
κατά πάσας τάς ἐκκλησίας τῆς
Ἀνατολῆς
ἐγένετο
γενικωτάτη. Συγχρόνως ἐγένετο ἀσπαστή
καί ὑπό
τοῦ
Πάπα Ὀνωρίου
καί ἐξηπλώθη
ἀνά
πάσας τάς Ἐκκλησίας τῆς
Δύσεως»18.
Συνοψίζοντας ἡ ἑορτή
τῆς
Παγκοσμίου Ὑψώσεως ἀνάγει
τήν γένεσή της περί τίς ἀρχές τοῦ
4ου αἰῶνος
στά Ἱεροσόλυμα,
ὕστερα
ἀπό
τήν εὕρεση
τοῦ
Σταυροῦ
τοῦ
Χριστοῦ
περί τό 326 μ.Χ. ἀπό τήν Ἁγία
Ἑλένη
ἀλλά
καί τά ἐγκαίνια
τοῦ
Πανίερου Ναοῦ τῆς
Ἀναστάσεως
στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ., ὅπου
τήν ἑπόμενη
ἡμέρα
14ην Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ. τελεῖται
ἡ
ἱστορική
ὕψωση
τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ ἀπό
τόν Πατριάρχη Μακάριο στά Ἱεροσόλυμα, καί μέ τήν
πάροδο τοῦ χρόνου ἐξελίχθηκε
χρονικά ἕως
καί τά μέσα τοῦ 7ου αἰῶνος,
ὅπου
ἐπικράτησε
πλήρης ἀκολουθία
στά λειτουργικά βιβλία καί ἐξαπλώθηκε τοπικά στήν Ἀνατολή
ἀλλά
καί στή Δύση, ὕστερα ἀπό
τήν δεύτερη ἱστορική ὕψωση
τοῦ
Σταυροῦ
ἀπό
τόν Πατριάρχη Ζαχαρία στά Ἱεροσόλυμα στίς 14
Σεπτεμβρίου τοῦ 630 μ.Χ. καί τήν μεταφορά τοῦ
Τιμίου Ξύλου ἀπό τά Ἱεροσόλυμα
στήν Κωνσταντινούπολη τό 634-635 μ.Χ. γιά λόγους ἀσφαλείας.
1. Πρβλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη
(Πρωτοπρεσβυτέρου), «Οἱ ἑορτές
τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ», Η΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό
Συμπόσιο Στελεχῶν Ἱερῶν
Μητροπόλεων, Τό Χριστιανικόν Ἑορτολόγιον, 18-20 Σεπτεμβρίου
2006, σελ. 5.
2 Βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια
(ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 436.
3 «Πρώτη δέ αὐτῆς
φροντίς ὑπῆρξεν
ἡ
ἀναζήτησις
τοῦ
Τάφου τοῦ
Σωτήρος· ἀλλ΄οἱ
ἐθνικοί
φθόνῳ
πρός τούς Χριστιανούς κείμενοι τιμῶντας
ἰδιαζόντως
τό μνῆμα
τοῦ
Σωτῆρος
εἶχον
πρό πολλοῦ ἤδη
χρόνου ἐπιχώσει
αὐτόν·
καί ἵνα
τελείως τήν μνήμην αὐτοῦ
ἐξαλείψωσιν
ἀνῳκοδόμησαν
ἐπί
τοῦ
οὕτω
τελεσθέντος λόφου, ἐν ᾧ
ὁ
τάφος τοῦ
Σωτῆρος,
ναόν τῆς
Ἀφροδίτης
καί ξόανα ἐν αὐτῷ
ἔστησαν»
βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως,
Ἱστορική
Μελέτη περί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ,
Ἐν
Ἀθήναις
1912, σελ. 20.
4 Βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια
(ΘΗΕ), ὄπ.π.
σελ. 434-435· πρβλ. Εὐσεβίου Καισαρείας, Εἰς
τόν βίον τοῦ μακαρίου Κωνσταντίνου τοῦ
βασιλέως, κεφ. κη΄-λα΄, PG 20, 944-948.
5 Βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια
(ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 436.
6 Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), ὅπ.π.
7 Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου
Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν
Ἀθήναις
1912, σελ. 32.
8 Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), ὅπ.π.
9 Βλ. Μηναῖον Σεπτεμβρίου, Ἀποστολικῆς
Διακονίας, ἔκδ. β΄, Ἀθήνα
2002, σελ. 252.
10 Πρβλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 437.
11 Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), ὅπ.π.,
σελ. 5.
12 Πρβλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια
(ΘΗΕ), ὅπ.π.,
σελ. 432.
13 Βλ. Ἐρμείου
Σωζομένου Σαλαμινίου Ἐκκλησιαστική Ἱστορία
τόμος Β΄, κεφ.στ΄ «Περί τοῦ ἐν
Ἱεροσολύμοις
νεώ, ὅν
ὁ
μέγας ἔκτισε
Κωνσταντίνος ἐν Γολγοθᾷ
καί περί τῶν ἐγκαινίων
αὐτοῦ»,
PG 67, 1008-1009.
14 Βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια
(ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 436· πρβλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ
Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν
Ἀθήναις
1912, σελ. 31.
15 Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου
Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν
Ἀθήναις
1912, σελ. 31.
16 Πρβλ. ὅπ.π., σελ. 32.
17 Πρβλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), «Οἱ
ἑορτές
τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ», Η΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό
Συμπόσιο Στελεχῶν Ἱερῶν
Μητροπόλεων, Τό Χριστιανικόν Ἑορτολόγιον, 18-20
Σεπτεμβρίου 2006, σελ. 6-7.
18 Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου
Πενταπόλεως, ὅπ.π., σελ. 32· πρβλ. Θρησκευτική
καί Ἠθική
Ἐγκυκλοπαίδεια
(ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 436-437.
ΠΗΓΗ: https://www.ecclesiagoc.gr/index.php/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/%E1%BC%84%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC/2051-eorti-ypsoseos-stavrou-p-kallinikou