Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Πνευματικός, Γέροντας και Ηγούμενος: Η υπακοή ως σχέση ελευθερίας και ευθύνης



«Να κάνεις υπακοή στον Πνευματικό σου». Μια συνηθισμένη προτροπή στην εκκλησιαστική ζωή, που χρειάζεται όμως εξήγηση. Σημαίνει ότι ο χριστιανός πρέπει να ζητά άδεια για κάθε προσωπική ή οικογενειακή απόφαση; Έχει ο Πνευματικός ενός ανθρώπου που ζει στον κόσμο τον ίδιο ρόλο με τον Ηγούμενο ενός μοναστηριού; Και μπορεί κάθε Γέροντας να τελεί το μυστήριο της Εξομολογήσεως;
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η πνευματική καθοδήγηση είναι διακονία σωτηρίας, όχι κυριαρχία πάνω στον άλλον. Ο Απόστολος Παύλος εκφράζει καθαρά αυτή τη στάση: «οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν» (Β΄ Κορ. 1:24). Οι ποιμένες είναι συνεργοί της χαράς των πιστών, όχι κύριοι της πίστης τους.
Αυτό δεν σημαίνει χριστιανισμό χωρίς άσκηση, δέσμευση ή αποδοχή της διορθώσεως. Σημαίνει ότι η υπακοή αποκτά το νόημά της μέσα στην εμπιστοσύνη και στην αγάπη εν Χριστώ, όχι στον εξαναγκασμό. Για να κατανοήσουμε την αξία της, χρειάζεται να διακρίνουμε διακονίες που συχνά συγχέονται.
Ο Πνευματικός και ο πιστός μέσα στον κόσμο
Πνευματικός, με την ειδικότερη εκκλησιαστική έννοια, είναι ο ιερέας που έχει λάβει από τον επίσκοπο την ευλογία να δέχεται εξομολογήσεις. Δεν συγχωρεί με κάποια ατομική του δύναμη· διακονεί τη συγχωρητική χάρη του Χριστού μέσα στην Εκκλησία, σύμφωνα με την εξουσία που ο Κύριος εμπιστεύθηκε στους Αποστόλους (Ιω. 20:22–23).
Ο πιστός προσέρχεται για να ομολογήσει τις αμαρτίες του, να λάβει συγχώρηση και να βοηθηθεί στον αγώνα της μετανοίας. Ο Πνευματικός ακούει, διακρίνει, συμβουλεύει και, όταν χρειάζεται, ορίζει κάποιο επιτίμιο με θεραπευτικό σκοπό, όχι ως εκδίκηση ή αντίτιμο της συγχώρησης.
Η σχέση αυτή χρειάζεται ειλικρίνεια και προθυμία να ακούσουμε ακόμη και όσα δυσκολεύουν τον εγωισμό μας. Δεν αναζητούμε έναν άνθρωπο που θα εγκρίνει όλες τις επιλογές μας. Ωστόσο, η υπακοή δεν σημαίνει παραίτηση από τη συνείδηση και την προσωπική ευθύνη. Ο Πνευματικός βοηθά τη συνείδηση να φωτίζεται από το Ευαγγέλιο· δεν την αντικαθιστά.
Χρειάζεται, λοιπόν, να διακρίνουμε την εντολή του Χριστού, την ποιμαντική εφαρμογή της και μια προσωπική εκτίμηση του εξομολόγου. Η προτροπή να εγκαταλείψουμε μια αδικία δεν έχει τον ίδιο χαρακτήρα με μια γνώμη για το επάγγελμα που θα επιλέξουμε. Η ιερωσύνη δεν προσφέρει αυτομάτως ειδική γνώση για κάθε ιατρικό, οικονομικό ή οικογενειακό ζήτημα.
Ο πιστός μπορεί να εκφράζει απορίες και αμφιβολίες με σεβασμό. Ιδίως ο έγγαμος δεν αποφασίζει σαν να μην υπάρχουν η σύζυγος και τα παιδιά του. Η πνευματική καθοδήγηση οφείλει να ενισχύει την ευθύνη απέναντί τους, όχι να την παρακάμπτει.
Ο Ηγούμενος και η μοναχική υπακοή
Στο κοινόβιο μοναστήρι ο Ηγούμενος έχει την ευθύνη της πνευματικής καθοδήγησης και της οργάνωσης της αδελφότητας, σύμφωνα με το τυπικό και την εκκλησιαστική τάξη. Αντίστοιχη είναι η διακονία της Ηγουμένης σε μια γυναικεία μονή. Η Ηγουμενική ευθύνη δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη διακονία της εξομολόγησης: ο Ηγούμενος δεν είναι κατ’ ανάγκην ο εξομολόγος όλων των αδελφών, ενώ η Ηγουμένη καθοδηγεί πνευματικά χωρίς να τελεί το μυστήριο.
Ο μοναχός έχει επιλέξει ελεύθερα μια ιδιαίτερη μορφή αφιερώσεως στον Θεό, με ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή. Η υπακοή αγκαλιάζει την καθημερινή κοινοβιακή ζωή: την προσευχή, τα διακονήματα, τη συμβίωση και την άσκηση. Δεν είναι απλώς οργανωτική πειθαρχία· είναι αγώνας εναντίον της εγωκεντρικής επιμονής στο ίδιον θέλημα.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος συνδέει την υπακοή με τη νέκρωση του ιδίου θελήματος και την ανάσταση της ταπεινώσεως. Η ειδική αυτή ασκητική διατύπωση αφορά τη μοναχική μαθητεία και την ελεύθερη παράδοση σε δοκιμασμένη πνευματική καθοδήγηση· δεν αποτελεί γενική άδεια αυθαιρεσίας για οποιονδήποτε κατέχει εξουσία.
Ο Ηγούμενος δεν είναι αλάθητος ούτε υπεράνω του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας. Η μοναχική υπόσχεση δεν νομιμοποιεί την κακοποίηση ούτε επιβάλλει συμμετοχή στην αμαρτία: «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» (Πράξ. 5:29).
Αυτό το μοναχικό πλαίσιο δεν μεταφέρεται αυτούσιο στους λαϊκούς. Όλοι καλούνται στην ταπείνωση, αλλά δεν έχουν όλοι αναλάβει τις ίδιες δεσμεύσεις. Η οικογένεια δεν είναι μοναστικό κοινόβιο και ο Πνευματικός δεν είναι Ηγούμενός της.
Άλλο η εξομολόγηση και άλλο η συμβουλή ενός Γέροντα
Η Ορθόδοξη παράδοση γνωρίζει μοναχούς και μοναχές (ακόμα και λαϊκούς) που, χωρίς ιερατικό αξίωμα, έγιναν στηρίγματα πολλών ανθρώπων. Η προσευχή, η άσκηση και η ταπείνωσή τους καρποφόρησαν σε λόγο παρηγορητικό και φωτισμένο. Ωστόσο, η προσφώνηση «Γέροντας» δεν πιστοποιεί από μόνη της ούτε αγιότητα ούτε διορατικότητα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Ήταν μοναχός, όχι ιερέας, και όμως κοντά του αναζητούσαν συμβουλή λαϊκοί, κληρικοί και επίσκοποι. Η καθοδήγησή του δεν υποκαθιστούσε το μυστήριο: για τη μυστηριακή εξομολόγηση ο πιστός χρειαζόταν Πνευματικό.
Το άνοιγμα της καρδιάς και η εξαγόρευση λογισμών σε έναν έμπειρο Γέροντα μπορούν να βοηθήσουν βαθιά τον άνθρωπο. Δεν ταυτίζονται, όμως, με την εξομολόγηση ενώπιον ιερέα και τη συγχωρητική ευχή. Το χάρισμα της συμβουλής και η ιερατική διακονία είναι διαφορετικά, χωρίς να είναι αντίπαλα.
Μπορούμε, επομένως, να έχουμε σταθερό Πνευματικό και να ωφελούμαστε από τη συμβουλή ενός άλλου έμπειρου προσώπου. Χρειάζεται όμως ειλικρίνεια, όχι περιπλάνηση μέχρι να ακούσουμε αυτό που μας βολεύει, ούτε χρήση των λόγων ενός Γέροντα ως όπλου εναντίον του εξομολόγου μας. Παράλληλα, δεν χρειάζεται ο Πνευματικός μας να έχει φήμη θαυματουργού: η χάρη του μυστηρίου δεν εξαρτάται από τη δημοτικότητά του.
Όταν η υπακοή μετατρέπεται σε γεροντισμό
Με τον όρο «γεροντισμός», στην αρνητική του χρήση, δεν εννοούμε τον σεβασμό στους Γέροντες. Εννοούμε την παραμόρφωση της πνευματικής πατρότητας, όταν ο καθοδηγητής γίνεται το κέντρο της ζωής του πιστού και απαιτεί απόλυτη εξάρτηση από το πρόσωπό του.
Η εκτροπή εμφανίζεται όταν κάθε προσωπική γνώμη παρουσιάζεται ως αδιαμφισβήτητο θέλημα Θεού· όταν απαιτείται άδεια για κάθε καθημερινή απόφαση· όταν κάθε ερώτηση θεωρείται ανταρσία. Ακόμη σοβαρότερες ενδείξεις είναι οι απειλές θεϊκής τιμωρίας για προσωπική διαφωνία και η προσπάθεια απομόνωσης του ανθρώπου από οικείους ή άλλους εκκλησιαστικούς ποιμένες.
Η εκκλησιαστική εξουσία, αντίθετα, καλείται να εκφράζει ταπείνωση ενώπιον του Θεού και σχέση αγάπης, όχι ανθρώπινη υπερηφάνεια και προσωπική επιβολή.
Βεβαίως, μια απαιτητική συμβουλή ή ένας αυστηρός λόγος δεν συνιστά από μόνος του κατάχρηση. Η μετάνοια συχνά πονά, επειδή αποκαλύπτει όσα προτιμούμε να κρύβουμε. Άλλο όμως η θεραπευτική διόρθωση και άλλο ο εξευτελισμός· άλλο η πρόσκληση να νικήσουμε τον εγωισμό και άλλο η απαίτηση να ανεχόμαστε κακοποίηση.
Όποιος αντιμετωπίζει συστηματικό εξαναγκασμό μπορεί να ζητήσει βοήθεια από άλλον έμπειρο Πνευματικό και από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή. Όπου υπάρχει βία ή άλλη παράνομη πράξη, χρειάζεται και προσφυγή στις αρμόδιες υπηρεσίες προστασίας. Η υπακοή δεν επιβάλλει σιωπή απέναντι στην αδικία.
Πνευματικός στην ενορία ή στο μοναστήρι;
Μερικοί πιστοί θεωρούν ότι η εξομολόγηση σε μοναστήρι είναι εκ φύσεως ανώτερη από την εξομολόγηση στην ενορία. Όμως, η χάρη του μυστηρίου δεν αλλάζει ανάλογα με τον τόπο. Ούτε η απόσταση και η δυσκολία ενός ταξιδιού αποδεικνύουν ότι βρήκαμε καταλληλότερη πνευματική καθοδήγηση.
Ένας Πνευματικός που διακονεί καθημερινά μέσα στον κόσμο συναντά τις δυσκολίες του γάμου, την ανατροφή των παιδιών, την επαγγελματική πίεση, την ανεργία και τη φροντίδα ασθενών. Αυτή η ποιμαντική εμπειρία, μαζί με τη δυνατότητα τακτικής επικοινωνίας, μπορεί να τον βοηθά να προσφέρει συμβουλές που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις συνθήκες ζωής του πιστού. Είναι κρίμα να παραβλέπουμε έναν διακριτικό εφημέριο μόνο επειδή δεν ζει σε μοναστήρι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας μοναχός Πνευματικός αδυνατεί να κατανοήσει τους λαϊκούς. Υπάρχουν μοναχοί με βαθιά ποιμαντική διάκριση, όπως υπάρχουν και εφημέριοι που χρειάζονται περισσότερη προσοχή στον τρόπο καθοδήγησης. Κριτήριο είναι το πρόσωπο και η διακονία του, όχι μια εύκολη κατάταξη ανάμεσα σε «κοσμικούς» και «μοναστηριακούς».
Ο 102ος κανόνας της Πενθέκτης Συνόδου ζητά από τον Πνευματικό να εξετάζει την κατάσταση και τη διάθεση του μετανοούντος και να προσφέρει την κατάλληλη θεραπεία. Σκοπός είναι να μη σπρώξει τον άνθρωπο ούτε στην απόγνωση ούτε στην αδιαφορία για την αμαρτία. Πρόκειται για ποιμαντική διάκριση, όχι για εφαρμογή ενός ίδιου προγράμματος σε όλους.
Η υπακοή που οδηγεί στον Χριστό
Η Ορθόδοξη πνευματική ζωή δεν μας καλεί ούτε στην εγωϊστική αυτάρκεια ούτε στην εξάρτηση από ανθρώπους. Μας καλεί να δεχόμαστε βοήθεια, να μετανοούμε και να ωριμάζουμε πνευματικά μέσα στην κοινωνία της Εκκλησίας.
Ο καλός Πνευματικός στηρίζει χωρίς να υποδουλώνει. Ο καλός Ηγούμενος καθοδηγεί υπηρετώντας. Ο αληθινός Γέροντας συμβουλεύει χωρίς να παίρνει τη θέση του Χριστού. Και ο πιστός μαθαίνει να ακούει χωρίς να αποποιείται την ευθύνη του.
Η γνήσια υπακοή καρποφορεί όταν μας μαθαίνει να αγαπούμε περισσότερο τον Θεό και τον πλησίον — όχι όταν μας κάνει να φοβόμαστε ή να ειδωλοποιούμε έναν άνθρωπο.
***
Spiritual Father, Elder, and Abbot: Obedience as a Relationship of Freedom and Responsibility
“Be obedient to your spiritual father.” This is a common exhortation in Church life, but it needs some explanation. Does it mean that Christians must ask permission for every personal or family decision? Does the spiritual father of someone living in the world have the same role as the abbot of a monastery? And can every elder administer the sacrament of Confession?
In the Orthodox Church, spiritual guidance is a ministry of salvation, not an exercise of control over another person. The Apostle Paul expresses this attitude clearly: “Not that we have dominion over your faith, but we are fellow workers for your joy” (2 Corinthians 1:24). Pastors are fellow workers for the joy of the faithful, not masters of their faith.
This does not mean a Christianity without ascetic effort, commitment, or acceptance of correction. It means that obedience finds its meaning in trust and love in Christ, rather than in coercion. To understand its value, we need to distinguish between ministries that are often confused.
The Spiritual Father and the Christian Living in the World
A spiritual father, in the more specific ecclesiastical sense, is a priest who has received the bishop’s blessing to hear confessions. He does not forgive through any power of his own; he ministers Christ’s grace of forgiveness within the Church, in accordance with the authority the Lord entrusted to the Apostles (John 20:22–23).
The believer comes to confess sins, receive forgiveness, and find help in the struggle of repentance. The spiritual father listens, exercises discernment, offers counsel, and, when necessary, assigns a penance for healing—not as retribution or as a price to be paid for forgiveness.
This relationship requires honesty and a willingness to hear even those things that challenge our pride. We are not looking for someone who will approve all our choices. Yet obedience does not mean surrendering our conscience or personal responsibility. The spiritual father helps the conscience to be enlightened by the Gospel; he does not replace it.
We must therefore distinguish between Christ’s commandment, its pastoral application, and a confessor’s personal judgment. An exhortation to stop acting unjustly does not carry the same weight as an opinion about which profession we should choose. Ordination to the priesthood does not automatically confer specialist knowledge of every medical, financial, or family matter.
Believers may respectfully express questions and doubts. A married man, in particular, cannot make decisions as though his wife and children did not exist. Spiritual guidance should strengthen his responsibility to them, not bypass it.
The Abbot and Monastic Obedience
In a cenobitic monastery—a monastery in which the monks share a common life—the abbot is responsible for the spiritual guidance and organization of the brotherhood, in accordance with the monastery’s rule and the order of the Church. The abbess exercises a corresponding ministry in a women’s monastery. Responsibility for leading a monastery does not always coincide with the ministry of hearing confessions: the abbot is not necessarily the confessor of every brother, while the abbess provides spiritual guidance without administering the sacrament.
The monk has freely chosen a particular form of dedication to God through non-possession, chastity, and obedience. Obedience embraces daily communal life: prayer, assigned duties, living together, and ascetic practice. It is more than organizational discipline; it is a struggle against the self-centred insistence on having one’s own way.
Saint John Climacus connects obedience with the death of self-will and the resurrection of humility. This particular ascetic formulation concerns monastic discipleship and freely entrusting oneself to proven spiritual guidance; it does not grant anyone in authority a general licence to act arbitrarily.
The abbot is neither infallible nor above the Gospel and the Church. The monastic vow does not legitimize abuse or require participation in sin: “We ought to obey God rather than men” (Acts 5:29).
This monastic framework cannot be transferred wholesale to the laity. Everyone is called to humility, but not everyone has undertaken the same commitments. The family is not a monastic community, and its spiritual father is not its abbot.
Confession and an Elder’s Counsel Are Different Things
The Orthodox tradition has known monks and nuns—and even laypeople—who, without holding priestly office, became a source of support for many. Their prayer, ascetic effort, and humility bore fruit in words of comfort and spiritual insight. Nevertheless, the title “elder” does not, by itself, attest to either holiness or spiritual clairvoyance.
Saint Paisios the Athonite is a characteristic example. He was a monk, not a priest, yet laypeople, clergy, and bishops came to him for counsel. His guidance did not replace the sacrament: for sacramental confession, the believer needed a priest authorized to hear confessions.
Opening one’s heart and disclosing one’s thoughts to an experienced elder can be profoundly helpful. These practices, however, are not the same as confession before a priest and the prayer of absolution. The gift of counsel and the priestly ministry are distinct, without being opposed to one another.
We can therefore have a regular spiritual father while also benefiting from the advice of another experienced person. This requires honesty, however—not wandering from one adviser to another until we hear what suits us, or using an elder’s words as a weapon against our confessor. Nor does our spiritual father need to have a reputation as a wonderworker: the grace of the sacrament does not depend on his popularity.
When Obedience Becomes a Cult of the Elder
By “gerontism,” in its negative sense, we do not mean respect for elders. We mean the distortion of spiritual fatherhood that occurs when the guide becomes the centre of the believer’s life and demands absolute dependence on himself.
This distortion appears when every personal opinion is presented as the unquestionable will of God; when permission is required for every everyday decision; and when every question is treated as rebellion. Still more serious warning signs include threats of divine punishment for personal disagreement and attempts to isolate someone from loved ones or other pastors of the Church.
Ecclesiastical authority, by contrast, is called to express humility before God and a relationship of love, rather than human pride and personal domination.
Of course, demanding advice or a stern word does not, in itself, constitute abuse. Repentance often hurts because it reveals what we would prefer to conceal. But healing correction is one thing, and humiliation another; an invitation to overcome our pride is one thing, and a demand that we tolerate abuse another.
Anyone facing persistent coercion may turn for help to another experienced spiritual father and to the appropriate ecclesiastical authority. Where violence or other unlawful conduct is involved, it is also necessary to contact the relevant protective services. Obedience does not require silence in the face of injustice.
A Spiritual Father in the Parish or the Monastery?
Some believers regard confession in a monastery as inherently superior to confession in a parish. Yet the grace of the sacrament does not vary according to location. Nor do the distance and difficulty of a journey prove that we have found more suitable spiritual guidance.
A spiritual father who ministers daily in the world encounters the difficulties of marriage, raising children, workplace pressures, unemployment, and caring for the sick. This pastoral experience, together with the possibility of regular contact, can help him offer advice that takes the believer’s circumstances seriously. It is a pity to overlook a discerning parish priest simply because he does not live in a monastery.
This does not mean that a monastic spiritual father is incapable of understanding laypeople. There are monks with profound pastoral discernment, just as there are parish priests who need to exercise greater care in the way they guide others. The criterion is the person and his ministry, not a simplistic division between “parish” and “monastic” clergy.
Canon 102 of the Council in Trullo asks the spiritual father to examine the penitent’s condition and disposition and to offer the appropriate treatment. The aim is to avoid driving the person either into despair or into indifference to sin. This is a matter of pastoral discernment, not of applying the same programme to everyone.
Obedience That Leads to Christ
Orthodox spiritual life calls us neither to self-centred self-sufficiency nor to dependence on other people. It calls us to accept help, repent, and grow spiritually within the communion of the Church.
A good spiritual father supports without enslaving. A good abbot leads by serving. A true elder offers counsel without taking Christ’s place. And the believer learns to listen without relinquishing personal responsibility.
Genuine obedience bears fruit when it teaches us to love God and our neighbour more—not when it makes us fear or idolize another human being.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Η θέα του Χριστού. Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ

 

Η θέα του Χριστού

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ 

 

Θέλεις να δεις τον Ιησού Χριστό; «Έλα και δες», λέει ο απόστολός Του (Ιω. 1:47).

Ο Κύριος υποσχέθηκε στους μαθητές Του ότι θα είναι μαζί τους παντοτινά «ως τη συντέλεια του κόσμου» (Ματθ. 28:20). Και, πραγματικά, είναι μαζί τους μέσα στο άγιο Ευαγγέλιο και στα Μυστήρια της Εκκλησίας. Τον Χριστό δεν Τον βλέπουν όσοι δεν πιστεύουν στο Ευαγγέλιο. Αυτοί δεν Τον βλέπουν, γιατί είναι τυφλωμένοι από την απιστία.

Θέλεις ν’ ακούσεις τον Χριστό; Σου μιλάει με το Ευαγγέλιο. Μην περιφρονείς τη σωτήρια φωνή Του. Φύγε μακριά από την αμαρτωλή ζωή και άκου με προσοχή τη διδασκαλία Του, που είναι η αιώνια ζωή.

Θέλεις να σου φανερωθεί ο Χριστός; Ο Ίδιος σε διδάσκει πώς θα το πετύχεις: «Όποιος κρατά τις εντολές μου και τις εκτελεί, αυτός με αγαπά· κι αυτός που με αγαπά, θα αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου» (Ιω. 14:21).

* * *

Φυλάξου από τη φαντασία σου, που μπορεί να σου δημιουργήσει την εντύπωση ότι βλέπεις τον Ιησού Χριστό, ότι Τον αγγίζεις, ότι Τον αγκαλιάζεις. Δεν πρόκειται παρά για μια ολέθρια αυταπάτη, ένα μάταιο παιχνίδι υπερηφάνειας, επάρσεως, αλαζονείας ή, όπως ονομάζεται από τους ασκητικούς συγγραφείς, οιήσεως.

Αν τηρείς τις εντολές του Κυρίου, με τρόπο θαυμαστό θα δεις τον Κύριο μέσα σου, όπως Τον έβλεπε ο απόστολος Παύλος και όπως ζητούσε να Τον βλέπουν και οι άλλοι χριστιανοί, θεωρώντας πως όσοι δεν το είχαν κατορθώσει, δεν είχαν φτάσει στην κατάσταση που έπρεπε ως χριστιανοί.

Αν ζεις ζωή αμαρτωλή, αν ικανοποιείσαι με τα πάθη σου και συνάμα νομίζεις ότι αγαπάς τον Χριστό, ο αιώνιος μαθητής του Κυρίου, αυτός που στο Μυστικό Δείπνο έγειρε στο στήθος Του, θα σου καταλογίσει πλάνη και θα σε διαψεύσει. Γράφει: «Όποιος λέει, “Τον γνώρισα”, δεν τηρεί όμως τις εντολές Του, είναι ψεύτης· δεν λέει την αλήθεια. Όποιος, απεναντίας, υπακούει στον λόγο Του, αυτός ασφαλώς αγαπά τον Θεό μ’ όλη του την καρδιά» (Ιω 2:4-5).

Αν κάνεις το αμαρτωλό σου θέλημα, καταπατώντας έτσι τις ευαγγελικές εντολές, τότε ο Κύριος θα σε συναριθμήσει ανάμεσα σ’ εκείνους που δεν Τον αγαπούν. «Αυτός που δεν με αγαπά», λέει, «δεν ακολουθεί τα λόγια μου» (Ιω. 14:24).

Εξέτασε με επιμέλεια τα ενδύματά σου. Μη Βιάζεσαι να πας στο γάμο του Υιού του Θεού φορώντας σαν ασύνετος βρωμερά παλιοκούρελα, μολονότι είσαι καλεσμένος σ’ αυτό το γάμο όπως κάθε χριστιανός. Ο Βασιλιάς του ουρανού έχει υπηρέτες, που θα σου δέσουν τα πόδια και τα χέρια και θα σε πετάξουν έξω, στο σκοτάδι, μακριά από τον Θεό (Ματθ. 22:11-13). Οι δαίμονες είναι οι υπηρέτες στους οποίους θα παραδοθεί ο αδιάντροπος αναζητητής της αγάπης και άλλων υψηλών πνευματικών καταστάσεων, που δεν καθαρίστηκε με τη μετάνοια, αλλά φούσκωσε από οίηση και υψηλοφροσύνη. Σκοτάδι είναι η τύφλωση του πνεύματος του ανθρώπου από την εμπάθεια και τη σαρκικότητα. Όποιος βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση, έχει χάσει την πνευματική του ελευθερία, είναι δούλος της αμαρτίας και των πονηρών πνευμάτων. Το δέσιμο των ποδιών και των χεριών σημαίνει την απώλεια της ικανότητας για θεάρεστη ζωή και πνευματική προκοπή. Απ’ αυτή την τραγική κατάσταση απελευθερώνεται ο άνθρωπος, αv, αφού παραδεχθεί και απορρίψει την πλάνη του, μπει στο σωτήριο στάδιο της μετάνοιας.

Δύσκολη είναι η έξοδος από την πλάνη. Φρουρά στέκεται στην πόρτα, πόρτα ασφαλισμένη με μεγάλη κλειδαριά κι αμπάρες, πόρτα σφραγισμένη με τη σφραγίδα την άσπαστη του άδη. Κλειδαριά κι αμπάρες είναι η υπερηφάνεια, που βρίσκεται βαθιά κρυμμένη στη καρδιά του ανθρώπου, η κενοδοξία, που αποτελεί το κίνητρο κάθε δραστηριότητας του, η υποκρισία και η πονηριά, με τις οποίες κατορθώνει να βάλει τη μάσκα των καλών προθέσεων, της ταπεινοφροσύνης και της αγιότητας, σκεπάζοντας την υπερηφάνεια και την κενοδοξία του. Σφραγίδα άσπαστη, πάλι, είναι η αποδοχή των ενεργειών της πλάνης ως ενεργειών θείων και ευλογημένων.

Μπορεί, άραγε, ο άνθρωπος που βρίσκεται σε πλάνη, στην περιοχή του ψεύδους και της απάτης, να γίνει τηρητής των εντολών του Χριστού, που είναι η αλήθεια από την Αλήθεια; Όποιος δέχεται το ψεύδος, όποιος ευχαριστιέται με το ψεύδος, όποιος ταυτίζεται με το ψεύδος, όποιος ενώνεται με το πνεύμα του ψεύδους, μπορεί να αγαπήσει την αλήθεια; Όχι, θα τη μισήσει, θα γίνει φανατικός εχθρός και διώκτης της.

Τι θα κάνετε εσείς, δύστυχοι ονειροπόλοι, που νομίζατε ότι περάσατε όλη την επίγεια ζωή σας στην αγκαλιά του Θεού, όταν κεραυνόπληκτοι θ’ ακούσετε την απόφαση του Σωτήρα, «Ποτέ δεν σας ήξερα· φύγετε μακριά μου, εσείς που αντιστρατεύεστε τον νόμο του Θεού» (Ματθ. 7:23);

Φίλε μου αληθινέ, πήγαινε στον Κύριο Ιησού Χριστό. Πλησίασε Τον από τον δρόμο των ευαγγελικών εντολών. Γνώρισε Τον μέσα σ’ αυτές. Με την τήρησή τους φανέρωσε και απόδειξε την αγάπη σου σ’ Εκείνον. Ο Ίδιος τότε θα σου αποκαλύψει τον εαυτό Του και θα πλημμυρίσει την καρδιά σου από ανέκφραστη αγάπη, την αγάπη του Θεού. Η αγάπη αυτή δεν προέρχεται από σένα, τον πεσμένο άνθρωπο, αλλά αποτελεί δώρο του Αγίου Πνεύματος. Το δίνει ο μοναδικός αληθινός Θεός στα «δοχεία» που καθαρίστηκαν με τη μετάνοια και στολίστηκαν με την ταπείνωση και τη σωφροσύνη.

Να εμπιστεύεσαι τη ζωή σου και την ψυχή σου στο Κύριο, τον παντοδύναμο και πανάγαθο, όχι στον εαυτό σου, τον αδύναμο και αμαρτωλό. Έτσι θα είσαι ασφαλής. Ο Κύριος είναι ο δημιουργός σου. Μετά τη θλιβερή πτώση σου, Εκείνος ενανθρώπησε για σένα, καταδικάστηκε για σένα, έχυσε το αίμα Του για σένα. Μα και τι δεν θα κάνει ακόμα για σένα! Ετοιμάσου να δεχθείς τα δώρα Του, καθαρίζοντας την ψυχή σου. Αυτό είναι το δικό σου έργο. Αμήν.

 

Από το βιβλίο: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Έργα 1. Ασκητικές εμπειρίες Α’. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2009, σελ. 114.

 

https://www.koinoniaorthodoxias.org

https://paterikos.blogspot.com/2026/10/blog-post_30.html

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Το «Αἰωνία ἡ μνήμη» στον τάφο του Πάπα και η ευθύνη του Πατριάρχη


Το «Αἰωνία ἡ μνήμη» στον τάφο του Πάπα και η ευθύνη του Πατριάρχη

Γεώργιος Αποστολάκης

Η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον τάφο του Πάπα Φραγκίσκου, στις 28 Οκτωβρίου 2026, στη βασιλική της Santa Maria Maggiore στη Ρώμη, προστίθεται στη μακρά σειρά των δημόσιων εκδηλώσεων προσεγγίσεώς του προς τον Παπισμό. Το ίδιο το Πατριαρχείο ανακοίνωσε την επίσκεψη και την κατάθεση λουλουδιών στον τάφο του εκλιπόντος. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, που θέτει το βίντεο το οποίο συνοδεύει την είδηση, είναι η ψαλμωδία του «Αἰωνία ἡ μνήμη» υπέρ αυτού. Πρόκειται για ενέργεια με εκκλησιαστικό περιεχόμενο, η οποία απαιτεί εκκλησιαστική εξήγηση.

Ο σεβασμός προς έναν νεκρό και η ανθρώπινη λύπη για την απώλειά του είναι απολύτως κατανοητά. Η δημόσια χρησιμοποίηση, όμως, της ευχής με την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία αποχαιρετά και μνημονεύει τους κεκοιμημένους της δεν εξαντλείται σε μια έκφραση προσωπικής φιλίας. Ιδίως όταν την ψάλλει ο Οικουμενικός Πατριάρχης, η πράξη αποκτά αναπόφευκτα διδακτική σημασία. Τι διδάσκονται οι πιστοί βλέποντάς την; Ότι οι δογματικές διαφορές εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδες εμπόδιο εκκλησιαστικής κοινωνίας ή ότι μπορούν πλέον να παραμερίζονται στην πράξη;

Η ορθόδοξη αντίθεση προς τις παπικές κακοδοξίες έχει σαφές θεολογικό περιεχόμενο. Δεν αποτελεί κατάλοιπο εθνικών ανταγωνισμών ούτε ανεξήγητη εμμονή σε ένα μακρινό ιστορικό επεισόδιο. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός διατύπωσε απερίφραστα την κρίση του για τους Λατίνους: «αἱρετικοί εἰσιν ἄρα, καὶ ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ἀπεκόψαμεν». Η Εκκλησία τον τιμά ακριβώς ως υπερασπιστή της πίστεως, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει την ένωση της Φλωρεντίας. Η τιμή αυτή έχει συνέπειες για τη σημερινή εκκλησιαστική στάση· δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν ετήσιο πανηγυρικό λόγο.

Η αντίθεση προς τις λατινικές κακοδοξίες διατρέχει αιώνες της ορθόδοξης πατερικής παραδόσεως. Ο Μέγας Φώτιος, ήδη πριν από το σχίσμα του 1054, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Μάρκος ο Ευγενικός, ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ο Γεννάδιος ο Σχολάριος και, στους νεότερους χρόνους, ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο Νεκτάριος Πενταπόλεως και ο Ιουστίνος Πόποβιτς αλλά και άλλοι πολλοί, αντιμετώπισαν, ο καθένας στο ιστορικό και θεολογικό πλαίσιο της εποχής του, τις λατινικές δογματικές αποκλίσεις ή τις απόπειρες ενώσεως που τις παρέκαμπταν. Η Εκκλησία τιμά την ομολογία τους. Εύλογα, λοιπόν, οι πιστοί ζητούν να γνωρίζουν πώς οι σημερινές πατριαρχικές ενέργειες συμβιβάζονται με αυτή την ομολογία.

Οι διαφορές, άλλωστε, παραμένουν. Η επίσημη ρωμαιοκαθολική διδασκαλία εξακολουθεί να περιλαμβάνει το Filioque και το παπικό αλάθητο υπό τις προϋποθέσεις που η ίδια ορίζει. Συνεπώς, η αποκατάσταση της ενότητας προϋποθέτει πραγματική αντιμετώπιση των δογματικών αποκλίσεων. Οι θερμές σχέσεις, οι προσωπικές φιλίες και οι συμβολικές χειρονομίες δεν επιλύουν από μόνες τους το πρόβλημα της πίστεως.

Εδώ αποκτά νόημα ένα οξύ, αλλά θεμιτό ερώτημα: θα θεωρούσαμε σύμφωνη με την ορθόδοξη ομολογία την πράξη ενός Πατριάρχη που θα πήγαινε στον τάφο του Αρείου και θα έψαλλε υπέρ αυτού το «Αἰωνία ἡ μνήμη»; Η αναλογία αφορά την αρχή της εκκλησιαστικής συνέπειας, χωρίς να ταυτίζει τον Αρειανισμό με τις παπικές πλάνες. Εφόσον αναγνωρίζουμε ότι η αίρεση διαρρηγνύει την ενότητα της πίστεως, με ποιο θεολογικό κριτήριο ενεργούμε δημόσια σαν η διάρρηξη αυτή να έχει ήδη θεραπευθεί;

Ούτε μπορούμε να αποφαινόμαστε για την τελική κρίση του Θεού επί ενός ανθρώπου. Αυτή ανήκει στον Θεό. Η ευθύνη, όμως, ενός Ορθοδόξου επισκόπου για όσα ομολογεί και πράττει δημόσια ανήκει στην κρίση της Εκκλησίας. Η επίκληση της αγάπης δεν καταργεί αυτή την ευθύνη. Η αγάπη περιλαμβάνει και την ειλικρίνεια απέναντι στις διαφορές που εμποδίζουν την κοινωνία.

Η συγκεκριμένη ενέργεια πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στη σταθερή φιλο-οικουμενιστική πορεία του Πατριάρχη. Ήδη το 2014, στα Ιεροσόλυμα, ο Βαρθολομαίος και ο Φραγκίσκος συμμετείχαν σε κοινή προσευχητική εκδήλωση και υπέγραψαν κοινή δήλωση προσανατολισμένη στην πλήρη ενότητα. Η ίδια εκείνη δήλωση αναγνώριζε ότι η πλήρης κοινωνία δεν είχε επιτευχθεί και συνέδεε την ευχαριστιακή ενότητα με την ομολογία της μίας πίστεως. Ακριβώς γι’ αυτό, οι μεταγενέστερες χειρονομίες οφείλουν να κρίνονται με αυστηρότητα: υπηρετούν την αποκατάσταση της κοινής πίστεως ή δημιουργούν την εντύπωση ότι η ενότητα μπορεί να προηγηθεί της δογματικής συμφωνίας;

Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας της κριτικής στην οικουμενιστική αυτή πρακτική: στη σταδιακή εξοικείωση του εκκλησιαστικού πληρώματος με εικόνες θρησκευτικής ενότητας, ενώ οι αιτίες της διαιρέσεως παραμένουν. Η επανάληψη τέτοιων πράξεων μπορεί να καταστήσει στη συνείδηση των πιστών περιττή την ίδια τη δογματική συμφωνία. Έτσι προετοιμάζεται μια ένωση στην πράξη, πριν αποκατασταθεί η ενότητα στην πίστη. Αυτό λέγεται «λαϊκός οικουμενισμός».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης οφείλει να εξηγήσει πώς η στάση αυτή συμβιβάζεται με την ομολογία των Αγίων που η Εκκλησία τιμά. Και οι επίσκοποι οφείλουν να δώσουν σαφή θεολογικό λόγο στο ποίμνιο. Η επιδιωκόμενη ενότητα χρειάζεται αλήθεια, μετάνοια και κοινή πίστη. Διαφορετικά, οι συμβολικές χειρονομίες κινδυνεύουν να συνηθίσουν τους πιστούς στην παράκαμψη όσων οι Άγιοι αγωνίστηκαν να διαφυλάξουν.

iepomenimera.gr

https://aktines.blogspot.com/2026/10/blog-post_520.html

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Νήστευαν καί οἱ στρατιῶτες μας πού πολέμησαν τό 1940 στά βουνά τῆς Πίνδου.

 

Νήστευαν καί οἱ στρατιῶτες μας πού πολέμησαν τό 1940 στά βουνά τῆς Πίνδου.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης

Νήστευαν καί οἱ στρατιῶτες μας πού πολέμησαν τό 1940 στά βουνά τῆς Πίνδου. Ὁ αὐτόπτης μάρτυρας Ἀρχιμ. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος γράφει σέ βιβλίο του:

«Τό σπουδαῖο εἶναι, ὅτι τήν νηστεία τήν τηροῦσαν καί πολλοί στρατιῶτες, παρ΄ὅλες τίς δυσκολίες,περισσότερο καί ἀπό ἁγιορεῖτες μοναχούς. Μοῦ ἔλεγε, κατά τήν ὀπισθοχώρησι, ἕνα πολεμιστής τῆς πρώτης γραμμῆς:

«Μέ τήν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας κράτησα ὅλη τή Τεσσαρακοστή. Τρώγοντας μόνο κουραμάνα καί λίγα γραμμάρια σταφίδα πού χωροῦσαν στήν φοῦχτα τοῦ ἑνός χεριοῦ».

«Τήν Μ. Ἑβδομάδα, πού γινότανε ἡ ὀπισθοχώρηση,οἱ στρατιῶτες παρ’ὅλη τήν κακουχία, τήν ἄϋπνία, τήν ἐξάντληση, διότι ὑποχωροῦσαν ἀμυνόμενοι, ὅλοι οἱ στρατιῶτες , νηστέψανε καί περάσανε τίς μέρες αὐτές σάν ἀσκητές. Μόνο μέ ψωμί καί νερό. Οἱ ἐφοδιασμοί εἶχαν ἄφθονα τυριά καί κονσέρβες, ἀλλά κανένας δέν γύριζε μάτια σ’αὐτά»  (Τό θαῦμα τῶν Ἑλλήνων τοῦ Σαράντα. σελ.126-127).

Είναι κάποιες φορές που η ιστορία δεν μας μιλά απλώς αλλά μας ελέγχει. Στα παγωμένα βουνά της Πίνδου, μέσα στην πείνα, στο κρύο και στην αγωνία του θανάτου, νέοι άνθρωποι κράτησαν τη νηστεία της Τεσσαρακοστής. Όχι επειδή ήταν εύκολο. Όχι επειδή υπήρχε αφθονία. Αλλά επειδή μέσα τους υπήρχε κάτι ισχυρότερο από την πείνα, η βαθιά τους πίστη. Και είναι παράδοξο τούτο το μάθημα της ιστορίας.

Εκεί όπου υπήρχε στέρηση, γεννήθηκε δύναμη.

Εκεί όπου υπήρχε κακουχία, άνθισε η πνευματική αντοχή. Σήμερα ζούμε μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο ευκολίες. Τα τραπέζια μας είναι γεμάτα, τα σπίτια μας ζεστά, οι ανάγκες μας λιγότερο σκληρές από ποτέ. Κι όμως, η καρδιά του ανθρώπου φαίνεται συχνά πιο κουρασμένη από εκείνη των στρατιωτών του Σαράντα. Τότε, μέσα στη θύελλα του πολέμου, οι άνθρωποι ύψωναν το βλέμμα στον ουρανό. Σήμερα, μέσα στην άνεση της ειρήνης, συχνά δυσκολευόμαστε ακόμη και να σηκώσουμε την ψυχή μας λίγο ψηλότερα από τις μικρές μας συνήθειες.

Προφανώς γιατί η άνεση δεν γεννά πάντα δύναμη και η αφθονία δεν καλλιεργεί πάντα την ευγνωμοσύνη. Οι στρατιώτες εκείνοι δεν είχαν πολλά. Είχαν όμως πίστη, ταπείνωση και μια σιωπηλή αποφασιστικότητα που έκανε την ψυχή να νικά το σώμα και έτσι, χωρίς να το ξέρουν, άφησαν σε εμάς μια σιωπηλή ερώτηση που διασχίζει τα χρόνια. Αν εκείνοι μπόρεσαν μέσα στον πόλεμο, εμείς γιατί δυσκολευόμαστε μέσα στην ειρήνη;

facebook

https://aktines.blogspot.com/2026/10/1940.html

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

"Πρώτη συνάντηση με τον παπα Χαράλαμπο Βασιλόπουλο"

Έλαβε γράμμα κάποτε, από τα αδέρφια του, ο διάκο Αγαθόνικος (κατόπιν π. Ακάκιος) που έγραφε πως ασθενεί βαρέως ο παπα Χρήστος, ο εφημέριος του χωρίου του στην Εύβοια την Οκτωνία και πως νοσηλεύεται στον Ευαγγελισμό στην Αθήνα.

Πήρε άδεια από τον δεσπότη του και το μοναστήρι το Μέγα Σπήλαιο για να πάει να δεί τον παπα Χρήστο και να δεί μήπως χρειάζεται κάτι.

Όταν έφτασε στον Ευαγγελισμό και προχωρούσε στους διαδρόμους για να πάει στο δωμάτιο του παπα Χρήστου, είδε έναν ιερομόναχο   με μακριά γενειάδα να τον κοιτάζει και πήγε να τον χαιρετήσει και να πάρει την ευχή του. Αλλά εκείνη την ώρα άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του ο ιερομόναχος υψώνοντας την φωνή και λέγοντάς του:

«Εσύ δεν είσαι αυτός ο κλέφτης και μοιχός και μέθυσος…» και συνέχιζε να απαριθμεί κατηγορίες εναντίον του διακο Αγαθονίκου μπροστά σε όλο των κόσμο καθώς πήγαινε κατά πάνω του. Ο κόσμος γύρο κοιτούσε και ο καημένος ιεροδιάκονος κοκκίνησε κατέβασε το κεφάλι και ζάρωσε, ενώ ο παπάς τον κατσάδιαζε. Στην τρομάρα του επάνω ο διάκος θυμήθηκε τον Αββά Αγάθωνα[1] από το Γεροντικό, που όταν τον κατηγορούσαν όλα τα δεχόταν και έλεγε πως έτσι είναι πράγματι, εκτός αν τον κατηγορούσαν για αίρεση δεν το δεχότανε επειδή η αίρεση σε χωρίζει από τον Θεό έλεγε. Οπότε άρχισε να λέει στον ιερομόναχο ναι έχετε δίκιο έτσι είναι.

Τον πλησίασε ο ιερομόναχος και του λέει «θύμισέ μου το όνομά σου» και του απαντάει ο διάκος «ιεροδιάκονος Αγαθόνικος». Τότε τον αγκαλιάζει και γελώντας ο ιερομόναχος  του λέει «έτσι μπράβο διάκο μου, να είμαστε ταπεινοί και πάντα σε ετοιμότητα».

Ήταν ο ηγούμενος της Μονής Πετράκη ο πολύς παπα Χαράλαμπος  Βασιλόπουλος.

Ο ηγούμενος της Μονής Πετράκη αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος  Βασιλόπουλος.


Αφού τα είπαν για λίγο, χαιρετήθηκαν και πήγε βρήκε τον παπα Χρήστο που όπως του είπαν έπασχε από καρκίνο. Του βρήκε ιερέα για να εξομολογηθεί αν είχε κάτι και να κοινωνεί όσο επέτρεπε ακόμα ο Κύριος.   



[1]  Έλεγαν για τον Αββά Αγάθωνα, ότι πήγαν μερικοί σ’ αυτόν, έχοντας ακουστά ότι ήταν στολισμένος με μεγάλη διάκριση. Και θέλοντας να τον δοκιμάσουν αν οργίζεται, του λένε: «Συ είσαι ο Αγάθων; Ακούσαμε για σένα ότι είσαι ακόλαστος και περήφανος».

Και εκείνος τους λέει: «Ναι, έτσι είναι».

Και του λένε: «Συ είσαι ο Αγάθων ο φλύαρος και φιλοκατήγορος;».

Και τους αποκρίνεται: «Εγώ είμαι».

Του λένε πάλι: «Συ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;».

Και αποκρίθηκε: «Δεν είμαι αιρετικός».

Τον παρακάλεσαν λοιπόν, λέγοντας: «Πες μας, γιατί τόσα σου είπαμε και τα παραδέχθηκες και το τελευταίο δεν το άντεξες;».

Τους λέει: «Τα πρώτα τα παίρνω επάνω μου. Γιατί χρέος είναι για την ψυχή μου. Αλλά το αιρετικός είναι χωρισμός από τον Θεό και δεν θέλω να χωρισθώ από τον Θεό».

Και εκείνοι, ακούγοντας τον, θαύμασαν τη διάκριση του και έφυγαν οικοδομημένοι.

 




 

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Πάτερ μου, σε ακολουθούν χιλιάδες, αλλά εσύ ποιόν ακολουθείς;

 


SOCIAL MEDIA ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗ ΙΕΡΕΩΝ

SOCIAL MEDIA ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗ ΙΕΡΕΩΝ

Ιερείς με χιλιάδες ακόλουθους και καθημερινά βίντεο. Πού τελειώνει η διάδοση του Ευαγγελίου και πού αρχίζει η προσωπική προβολή;

Βρισκόμαστε στην ενότητα "Ομολογία Πίστεως". Όντως, ομολογούμε την πίστη μας και βοηθάμε τον κόσμο, μέσω των Social media?

Παλιά, όταν θέλαμε να ακούσουμε έναν καλό λόγο από έναν ιερέα, πηγαίναμε στην εκκλησία. Καθόμασταν και τον ακούγαμε. Αν είχαμε κάποιο πρόβλημα, πηγαίναμε να τον βρούμε και να ζητήσουμε τη συμβουλή του.

Σήμερα τα πράγματα άλλαξαν. Ανοίγεις το κινητό και βλέπεις παντού παπάδες και μοναχούς. Άλλος μιλά για το Ευαγγέλιο, άλλος απαντά σε ερωτήσεις, άλλος κάνει βίντεο και άλλος μαλώνει με κάποιον που διαφωνεί μαζί του.

Δεν λέω πως είναι κακό. Ίσα ίσα, χαίρομαι όταν βλέπω έναν ιερέα να μιλά για τον Χριστό. Μπορεί ένας άνθρωπος που δεν πατά ποτέ στην εκκλησία να ακούσει κάτι και να θελήσει να πλησιάσει τον Θεό.

Αλλά έχω μια απορία.

Όταν ένας παπάς έχει χιλιάδες ανθρώπους να τον παρακολουθούν, πώς καταλαβαίνει αν αυτοί αγαπούν τον Χριστό ή απλώς θαυμάζουν τον ίδιο;

Βλέπω μερικές φορές ιερείς να ανεβάζουν συνέχεια φωτογραφίες τους. Σήμερα βρίσκονται σε μια εκδήλωση, αύριο σε μια άλλη. Μετά βλέπουμε πόσοι τους χειροκρότησαν, ποιοι τους υποδέχτηκαν και πόσοι άνθρωποι τους ακολουθούν.

Και αναρωτιέμαι: Όλα αυτά χρειάζονται για να μιλήσουμε για τον Θεό;

Θυμάμαι τον Άγιο Παΐσιο. Πόσοι άνθρωποι πήγαιναν να τον βρουν στο μικρό κελί του! Δεν είχε κάμερες, ούτε υπολογιστές. Δεν κυνηγούσε τη δημοσιότητα. Κι όμως, ο λόγος του έφτασε σε όλο τον κόσμο.

Ο Άγιος Πορφύριος αγαπούσε τους ανθρώπους και προσπαθούσε να τους φέρει κοντά στον Χριστό. Δεν τον ενδιέφερε να τον θαυμάζουν, αλλά να βοηθήσει την ψυχή τους.

Δεν λέω πως οι σημερινοί ιερείς πρέπει να αφήσουν τα κινητά και να κλειστούν στα σπίτια τους. Ο κόσμος προχώρησε και η Εκκλησία μπορεί να χρησιμοποιεί τα μέσα που υπάρχουν.

Άλλωστε, πόσοι ηλικιωμένοι, άρρωστοι και μοναχικοί άνθρωποι βρίσκουν παρηγοριά ακούγοντας ένα κήρυγμα από το κινητό τους;

Το ερώτημα είναι άλλο.

Όταν ανεβάζεις ένα βίντεο, πάτερ μου, σκέφτεσαι πόσες προβολές θα πάρει ή πόσους ανθρώπους θα βοηθήσει;

Όταν κάποιος σου γράφει ένα άσχημο σχόλιο, του απαντάς με αγάπη ή θυμώνεις γιατί σε αμφισβήτησε μπροστά στους άλλους;

Και όταν κάποιος άλλος ιερέας έχει περισσότερους ακόλουθους από εσένα, χαίρεσαι που ακούγεται ο λόγος του Θεού ή σε στενοχωρεί που δεν ακούγεται περισσότερο ο δικός σου;

Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι μόνο για τους παπάδες. Είναι και για εμάς τους απλούς ανθρώπους.

Γιατί κι εμείς πολλές φορές ασχολούμαστε περισσότερο με το ποιος μίλησε παρά με το τι είπε. Βλέπουμε έναν ιερέα που μας αρέσει και τον ακολουθούμε παντού. Κι αν κάποιος διαφωνήσει μαζί του, είμαστε έτοιμοι να μαλώσουμε.

Στημένα κινητά, να "στοχεύουν" την Θεία Κοινωνία", επάνω Στην Αγία Τράπεζα. Λοξές ματιές για να δούμε αν...μας βλέπουμε

Πως ο νούς να μην ξεφύγει? Εδώ μια προσευχούλα κάνουμε και εκείνες τις στιγμές, θυμόμαστε απο το πόσα χρωστάμε, μέχρι το τι θα φάμε το βράδυ.

Επιστρέφω...

Μα ο Χριστός δεν μας είπε να χωριστούμε σε ομάδες, ανάλογα με τον παπά που συμπαθούμε.

Κάποτε διάβασα στο Ευαγγέλιο πως ο Χριστός μάς συμβούλευσε να προσέχουμε όταν κάνουμε το καλό μπροστά στους ανθρώπους μόνο και μόνο για να μας βλέπουν.

Αυτό το θυμάμαι κάθε φορά που βλέπω μια καλή πράξη να γίνεται βίντεο.

Δεν είναι κακό να δείχνουμε το φιλανθρωπικό έργο μιας ενορίας. Μπορεί έτσι να βοηθήσουν κι άλλοι. Αλλά χρειάζεται πάντα να φαίνεται ο ιερέας που προσφέρει τη βοήθεια; Χρειάζεται να φαίνεται το πρόσωπο του φτωχού που τη δέχεται.

Δεν ξέρω πολλά από το διαδίκτυο. Ξέρω όμως πως ο άνθρωπος εύκολα συνηθίζει στον έπαινο. Σήμερα χαίρεται με εκατό ανθρώπους που τον επαινούν, αύριο θέλει χίλιους.

Κι αν δεν προσέξει, μπορεί να ξεχάσει γιατί ξεκίνησε.

Πάτερ μου, να χρησιμοποιείς το κινητό. Να μιλάς για τον Χριστό, να ανεβάζεις κηρύγματα και να βοηθάς όσους δεν μπορούν να έρθουν στην εκκλησία.

Αλλά να θυμάσαι και κάτι που προσπαθώ να θυμάμαι κι εγώ.

Ο άνθρωπος που σε παρακολουθεί μπορεί να θαυμάσει τα λόγια σου. Εκείνος όμως που ζει δίπλα σου βλέπει και τη συμπεριφορά σου.

Βλέπει πώς μιλάς στον φτωχό, πώς φέρεσαι στον ψάλτη, αν έχεις υπομονή με τον ηλικιωμένο που σε καθυστερεί και αν βρίσκεις χρόνο για τον άνθρωπο που χτυπά την πόρτα σου.

Κι αυτά δεν μετριούνται με προβολές.

Γι' αυτό, πάτερ μου, δεν με νοιάζει πόσους ακολούθους έχεις. Με νοιάζει αν ο άνθρωπος που θα σε πλησιάσει στενοχωρημένος θα φύγει με λίγη περισσότερη ελπίδα.

Γιατί ο καλός ιερέας, προφανώς και δεν χρειάζεται να γίνει διάσημος. Χρειάζεται να βοηθά τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον Χριστό.

 https://eeod.gr/omologia-pistews/91864-pater-mou-se-akolouthoun-chiliades-alla-esy-poion-akoloutheis?fbclid=IwY2xjawU9Xu5leHRuA2FlbQIxMQBwZG9mBXNydGMGYXBwX2lkEDIyMjAzOTE3ODgyMDA4OTIAAR7g9SaN7IzOrOZ-VCv85Oge9G7FcvDx0zuHFDLxRvfw1tdIFFpvzA9vbJrKKA_aem_b_SB6XkO5BPZQOSToYb3oA

 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Νὰ ἐπιδιώκεις τὴν ταπεινοφροσύνη, σὰν νὰ τὴν ἔχεις ἐρωτευθεῖ! Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας

 

Πῶς, λοιπόν, ἀφοῦ ἁπαλλαγοῦμεν ἀπὸ τὸν καταστρεπτικὸν ὄγκον τῆς ὑπερηφανείας, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σωτήριον ταπεινοφροσύνη;

Ἐὰν ἀσκούμεθα εἰς αὐτὴν μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ δὲν παραμελοῦμεν τίποτε μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι παρὰ ταῦτα δὲν θὰ βλαβοῦμεν.

Διότι ἡ ψυχὴ ὁμοιώνεται πρὸς αὐτὰ ποὺ σπουδάζει καὶ λαμβάνει τὸν τύπον αὐτῶν ποὺ πράττει καὶ συμμορφώνεται πρὸς αὐτά.

Ἂς εἶναι εἰς σὲ καὶ ἡ ἐμφάνισις καὶ τὸ ἔνδυμα καὶ τὸ περπάτημα καὶ τὸ κάθισμα καὶ ἡ δίαιτα καὶ ἡ ἑτοιμασία τοῦ κρεβατιοῦ καὶ τὸ σπίτι καὶ τὰ οἰκιακὰ σκεύη ὅλα ἐξησκημένα πρὸς τὴν ταπείνωσιν.

Ἀκόμη καὶ ὁ λόγος καὶ τὸ ἄσμα καὶ ἡ συναστροφὴ μὲ τὸν πλησίον καὶ αὐτὰ νὰ ἀποβλέπουν πρὸς τὴν ταπεινοφροσύνην μᾶλλον, παρὰ πρὸς τὴν ὑπερηφάνειαν.

Νὰ μή, παρακαλῶ, κάμνης λόγους σοφιστικούς, μήτε νὰ ψάλλης μὲ ὑπερβολικὰ γλυκείαν φωνήν, μήτε νὰ διαλέγεσαι ὑπερήφανα καὶ ἀλαζονικά, ἀλλὰ εἰς ὅλα νὰ περικόπτης ἀπὸ τὸ μέγεθος.

Νὰ εἶσαι καλὸς πρὸς τὸν φίλον, μαλακὸς εἰς τὸν ὑπηρέτην, ἀνεξίκακος πρὸς τοὺς θρασεῖς, φιλάνθρωπος πρὸς τοὺς πτωχούς.

Νὰ παρηγορῆς τοὺς πάσχοντας, νὰ ἐπισκέπτεσαι αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται εἰς θλίψιν· νὰ μὴ περιφρονῆς κανένα ποτέ.

Νὰ εἶσαι γλυκὺς εἰς τᾶς συνομιλίας, φαιδρὸς εἰς τᾶς ἀπαντήσεις, πρόθυμος, εὐκοπλησίαστος εἰς ὅλους.

Νὰ μὴν κάμνης ἐγκώμια τοῦ ἑαυτοῦ σου, οὔτε νὰ παρακινῆς ἄλλους νὰ λέγουν· νὰ μὴ δέχεσαι ἀπρεπὴ λόγια καὶ νὰ σκεπάζης ὅσα εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὰ προτερήματά σου.

Νὰ κατηγορῆς τὸν ἑαυτόν σου διὰ τὰ ἁμαρτήματα καὶ νὰ μὴ περιμένεις τοὺς ἐλέγχους τῶν ἄλλων, διὰ νὰ γίνης ὅμοιος πρὸς τὸν δίκαιον ὁ ὁποῖος πρῶτος αὐτὸς κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό του, διὰ νὰ ὁμοιάσης τὸν Ἰώβ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέφυγε τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως, προκειμένου νὰ ἐξομολογηθῆ εἰς αὐτοὺς τὸ ἁμάρτημά του.

Νὰ μὴν εἶσαι αὐστηρὸς εἰς τᾶς ἐπιτιμήσεις καὶ νὰ ἐλέγχης γρήγορα καὶ μὲ ἐμπάθειαν (διότι αὐτὸ εἶναι αὐθάδεια)· μήτε νὰ καταδικάζης τὸν ἄλλο διὰ μικρὰ σφάλματα, ὡσὰν ὁ ἴδιος νὰ εἶσαι ἀκριβοδίκαιος.

Νὰ περιμαζεύης αὐτοὺς ποὺ πέφτουν εἰς παραπτώματα καὶ νὰ τοὺς διορθώνης πνευματικά, ὅπως συμβουλεύη καὶ ὁ ἀπόστολος, λέγων· «νὰ προσέχης τὸν ἑαυτόν σου μήπως καὶ σὺ πέσης εἰς πειρασμόν».

Καὶ ὅταν φροντίζης τόσον διὰ νὰ μὴν δοξάζεσαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅσον ἄλλοι φροντίζουν διὰ νὰ δοξάζωνται, νὰ ἐνθυμῆσαι βέβαια τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ ἀκούσιος δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ διάπραξις τοῦ καλοῦ διὰ νὰ φανῆ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ζημιώνουν τὸν μισθὸν ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι αὐτοί, λέγει, «ἔχουν πάρει τὸν μισθό τους».

Νὰ μὴ ζημιώνης λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸ νὰ θέλης νὰ φαίνεσαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους.

Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μέγας θεατής, νὰ φιλοδοξήσης νὰ φαίνεσαι εἰς τὸν Θεόν. Διότι αὐτὸς ἀποδίδει λαμπρὸν μισθόν.

Ἔχεις καταξιωθῆ μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς προεδρίας καὶ σὲ περιβάλλουν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ σὲ δοξάζουν; Νὰ ἐξισωθῆς μὲ τοὺς ὑπηκόους· «νὰ μὴ κυριαρχῆτε, λέγει, ἐπάνω εἰς αὐτοὺς πού σᾶς ἔλαχε νὰ ποιμαίνετε» οὔτε νὰ ἐξουσιάζετε, ὅπως οἱ κοσμικοὶ ἄρχοντες.

Διότι ὁ Κύριος διέταξε· «αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος ὅλων».

Καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν γενικά, ἔτσι νὰ ἐπιδιώκης τὴν ταπεινοφροσύνην, ὡσὰν νὰ τὴν ἔχης ἐρωτευθῆ. «Νὰ τὴν ἀγαπήσης καὶ αὐτὴ θὰ σὲ δοξάση».

Ἔτσι θὰ βαδίσης σωστὰ πρὸς τὴν ἀληθινὴν δόξαν, τὴν ἀγγελικήν, τὴν θείαν.

Ὁ Θεὸς θὰ σὲ ὁμολογήση ὡς πραγματικὸν μαθητὴν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους καὶ θὰ σὲ δοξάση, ἐὰν μιμηθῆς εἰς τὴν ταπεινοφροσύνη αὐτόν, ποὺ λέγει· «μάθετε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ θὰ εὔρητε ἀνάπαυσιν εἰς τᾶς ψυχᾶς σας».

Εἰς αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ δύναμις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.

https://agiazoni.gr

https://paterikos.blogspot.com/2026/10/blog-post_14.html