Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

«Ποιός τά ἔσβησε;»

 


 

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

«Ποιός τά ἔσβησε;»

  Μᾶς πληροφορεῖ ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος (Μαρκ. α΄, 4):

  «ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (: Καὶ ἔγινεν ὁ Ἰωάννης ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου μὲ τὸ νὰ βαπτίζῃ εἰς τὴν ἔρημον καὶ μὲ τὸ νὰ κηρύττῃ βάπτισμα, ποὺ ἔπρεπε νὰ συνοδεύεται μὲ ἐσωτερικὴν μετάνοιαν, πρὸς τὸν σκοπόν τοῦ νὰ ἐπιτύχουν οἱ βαπτιζόμενοι τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν ὁποίαν θὰ τοὺς ἐξησφάλιζεν ὁ μετὰ τὸν Ἰωάννην ἐρχόμενος Μεσσίας».

Μέγα τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως· εἶναι τὸ δεύτερο βάπτισμα μαζί μὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας Μεταλήψεως.

• Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς συμβουλεύει:

«Ὅταν ἐκεῖνος ποὺ ἁμάρτησε ὁμολογήση τὰ ἁμαρτήματά του, τότε σώζεται».

«Δὲν συντελεῖ λίγο στὸ νὰ μειώσουμε τὸ μέγεθος τῶν ἁμαρτημάτων ἡ συνεχὴς ὁμολογία καὶ ὑπόμνησή τους».

Καί συνεχίζει ὁ χρυσορρήμων μέ τήν ἐξομολόγηση τοῦ ληστῆ:

«Κι ἐμεῖς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατὶ ἄξια παθαίνουμε γι’ αὐτὰ ποὺ κάναμε». Εἶδες τέλεια ἐξομολόγηση; Εἶδες πῶς ἀπαλλάχθηκε ἀπ’ τὶς ἁμαρτίες του ἐπάνω στὸ σταυρό; Γιατὶ λέγει ὁ προφήτης: «Νὰ λέγης πρῶτος ἐσὺ τὶς ἁμαρτίες σου, γιὰ νὰ συγχωρηθῆς» (Ἡσ. 43, 26). Κανείς δὲν τὸν ἀνάγκασε, κανείς δὲν τὸν πίεσε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος κατηγόρησε τὸν ἑαυτό του, λέγοντας: «Κι ἐμεῖς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατὶ παθαίνουμε ἄξια γι’ αὐτὰ ποὺ κάναμε. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἔκανε κανένα κακό».

Κι ὕστερα λέγει: «Θυμήσου με, Κύριε, στὴ Βασιλεία σου», ὥσπου μὲ τὴν ἐξομολόγηση πέταξε ἀπὸ πάνω του τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του. Βλέπεις πόσο μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐξομολόγηση; Ἐξομολογήθηκε, κι ἄνοιξε τὸν παράδεισο. Ἐξομολογήθηκε, κι ἀπέκτησε τόσο θάρρος, ὥστε ἀπὸ ληστής ποὺ ἦταν νὰ ζητήση τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.»

• Ὁ μακαριστός ἡγούμενος τῆς Ἱ.Μ. Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους Γαβριήλ περιγράφει ἕνα ἀληθινό συγκλονιστικό γεγονός στό βιβλίο του «Ὁδηγὸς Πνευματικοῦ καὶ ἐξομολογουμένου», ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Τύπος», Ἀθήνα 1997, σ. 41:

«Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1913, ὁ ἐπιτελάρχης τοῦ Ἐθνικοῦ μας στρατοῦ Βίκτωρ Δούσμανης μᾶς ἔστειλε συνοδείᾳ δύο στρατιωτῶν ἕνα ἀνηψιό του ψυχοπαθῆ καὶ δαιμονισμένο, μὲ μία ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Μονή μας, στὴν ὁποία ἔλεγε:

“Ἐδῶ, πατέρες, εἰς τὴν πατρίδα μου, τὴν Κέρκυρα, ἔχομεν τὸ καλύτερον ψυχιατρεῖο τῆς Ἑλλάδος. Ἐκεῖ ἔμεινε ὁ ἀνηψιός μου αὐτὸς ὁ Γιάννης, ἀλλά δὲν εἴδαμε καμμία βελτίωση. Μᾶς εἶπαν οἱ γιατροὶ ὅτι ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐπιστήμης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφασίσαμε νὰ τὸν στείλουμε σὲ σᾶς ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ σᾶς παρακαλοῦμε νὰ τὸν δεχθῆτε καὶ νὰ τοῦ κάνετε ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πνευματικῶς καὶ ὁ Θεὸς ἴσως τὸν λυπηθῆ καὶ αὐτὸν καὶ ἐμᾶς καὶ τὸν κάνη καλά”.

Ἡ Μονή μας τὸν δέχθηκε καὶ οἱ στρατιῶτες τὸν ἔφεραν ἐλαφρὰ δεμένον, μᾶς εἶπαν νὰ τὸν προσέχουμε, μᾶς τὸν παρέδωσαν καὶ ἔφυγαν.

Τὸν κλείσαμε, βέβαια, σὲ ἕνα δωμάτιο. Ἐκεῖ μετέβαιναν οἱ ἱερεῖς τῆς Μονῆς κάθε μέρα, πρωὶ καὶ ἀπόγευμα, καὶ τοῦ διάβαζαν εὐχὲς καὶ ἐξορκισμούς, χωρὶς νὰ συναντοῦν ἀντίδρασι ἀπὸ μέρους τοῦ δαιμονισμένου.

Ὅταν ὅμως εἶχε κρίσεις, φώναζε, βλασφημοῦσε καὶ ἔσπαγε τὰ δεσμά.

Ὁ ἀρχοντάρης Μοναχός, ποὺ τοῦ πήγαινε τὸ φαγητό, ἄκουγε κάθε φορὰ ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο στηλιτευτικοὺς λόγους γιὰ τὴν προηγούμενη κοσμική του ζωή.

Μία μέρα πῆγα κι ἐγὼ μαζί του, διηγεῖται ὁ μακάριστος πατὴρ Γαβριήλ, καὶ μόλις μᾶς εἶδε, ἄρχισε ἀμέσως νὰ τοῦ λέγη ἐπὶ λέξει:

— «Ὁρίστε μοῦτρα γιὰ μεγαλόσχημος καλόγηρος! Δὲν θυμᾶσαι, βρέ, τί ἔκανες ἐκεῖ, στὰ παγκάκια τοῦ Ζαππείου; Στὰ ξενοδοχεῖα;». Κι ἄλλα χειρότερα.

Ὅταν φύγαμε, μοῦ λέει ὁ ἀδελφός:

— Δὲν ξαναπάω! Νὰ βάλετε ἄλλον διακονητή. Κάθε φορὰ ποὺ μὲ βλέπει, μὲ ρεζιλεύει.

Τὸν ἐρώτησα:

— Ἔχουν ἀλήθεια αὐτὰ ποὺ λέγει ἢ φωνάζει αὐτὸς μὲ τὴν συν­εργασία τοῦ δαίμονος;

Μοῦ ἀπαντᾶ μετὰ λύπης:

— Δυστυχῶς, εἶναι ὅπως τὰ λέγει.

Τότε τὸν ἐρώτησα:

— Δὲν τὰ ἐξομολογήθηκες;

— Δὲν τὰ ἐξομολογήθηκα, ἀπάντησε στενάζοντας. Ντρέπομαι!

Τότε ἀμέσως τοῦ λέγω:

— Σήκω νὰ πᾶς στὸν παπα-Νεόφυτο, στὴν Νέα Σκήτη, καὶ νὰ ἐξομολογηθῇς ἀμέσως καταλεπτῶς ἕνα πρὸς ἕνα ὅ,τι δὲν ἔχεις μέχρι τώρα ἐξομολογηθῆ, γιὰ νὰ φύγη τὸ βάρος ἀπὸ πάνω σου, γιὰ νὰ μὴ μπορῆ ὁ δαίμονας νὰ σὲ στηλιτεύη.

Μὲ ἄκουσε, πῆγε, ἐξομολογήθηκε, καθαρίστηκε, γύρισε λάμποντας ὁλόκληρος. Καὶ ἀμέσως μετὰ μέ πῆρε καὶ πήγαμε μαζί στὸν δαιμονισμένο.

Μόλις μᾶς εἶδε, τοῦ λέγει:

— Ἄαα, τώρα θὰ ἀρχίσω πάλι μὲ τὸ διάβασμα τοῦ καταστίχου καὶ θὰ σοῦ τὰ ψάλω, ὅπως πρέπει.

Ὕστερα ἀπὸ λίγο ὅμως ἀγριεμένος ἄρχισε νὰ φωνάζη:

— Δὲν βλέπω τίποτα! Ποιὸς τὰ ἔσβησε; Ποιὸς σὲ συμβούλευσε; Τί νὰ σὲ κάνω τώρα; Δὲν βλέπω τίποτα μέσα στὸ κατάστιχό σου!

Ἐμείναμε ἄφωνοι, ἔκπληκτοι καὶ μετὰ δακρύων ἐδοξάσαμε τὸν Πανάγαθο Θεό, τὸν οἰκονομοῦντα τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων διὰ τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ ἡ ψυχή μας πλημμύρισε ἀπὸ χαρὰ πνευματικὴ καὶ οὐράνια».

orthodoxostypos

https://aktines.blogspot.com/2026/10/blog-post_278.html

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Από τον βίο του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου

 

 

 Όταν ο μέγας Ιωάννης επέστρεψε από την Πάτμο, πήγε σε μία από τις κοντινές πόλεις και με τη διδαχή του ανέπαυσε πολύ τους αδελφούς που ήταν σε αυτήν. Εκεί βρήκε και έναν νεαρό ψηλό στο ανάστημα και όμορφο στην όψη. Με τη διορατική ενέργεια του Πνεύματος διέγνωσε την ευγένεια της ψυχής και την αθωότητα του χαρακτήρα του νέου, και γι’ αυτό του έδωσε την ευλογία του και τον δίδαξε και παρακίνησε στον αγώνα της αρετής. Επειδή όμως ήταν να φύγει, για να κηρύξει και σε άλλα μέρη το σωτήριο κήρυγμα, άφησε τον νέο ως παρακαταθήκη στον επίσκοπο της πόλης με μάρτυρες την Εκκλησία και τον Χριστό, και του έδωσε αυστηρές εντολές για τη μόρφωση και την αγωγή του.

Ο επίσκοπος δέχτηκε πρόθυμα και του υποσχέθηκε ότι θα τον ξεπεράσει στην επιμέλεια του νέου. Έπειτα ο Ιωάννης αναχώρησε για την Έφεσο, και ο επίσκοπος πήρε τον νέο στο σπίτι του, όπου τον έτρεφε, τον παιδαγωγούσε, τον φρόντιζε· τελικά, τον βάφτισε. Όταν όμως με το βάπτισμα τού έβαλε τη σφραγίδα του Κυρίου ως ασφαλές φυλαχτό, χαλάρωσε πλέον την επιτήρηση.

Καθώς ο νέος απέκτησε πρόωρη ελευθερία, τον πλησίασαν μερικοί συνομήλικοί του αχαλίνωτοι και κακοαναθρεμμένοι και τον προσέλκυσαν με πλούσια γεύματα και τραπέζια – το πρώτο μέσο για να οδηγηθεί κάποιος στην κακία. Και ποια ήταν η συνέχεια; Γιατί ο δρόμος της κακίας είναι πολύ κατηφορικός, και αν κάποιος κάνει την αρχή σε αυτόν, είναι πολύ εύκολο να τον διανύσει χωρίς εμπόδια όλον και να βρεθεί αμέσως κάτω στο πιο μεγάλο βάθος. Έτσι λοιπόν μια νύχτα που εκείνοι πήγαν για να κλέψουν, πήραν μαζί τους και τον νέο· και αυτός, που κρυφοκαιγόταν ήδη από τον έρωτα της ληστείας, ακόνισε με την ελπίδα των χρημάτων την επιθυμία του και δεν σκεφτόταν πλέον τίποτε, καθώς ήταν και μεγαλόσωμος. Έκανε λοιπόν με τους συντρόφους του μια συμμορία ληστών και αυτός ήταν ο αναμφισβήτητος αρχηγός τους.

Μετά από αυτά ξαναγύρισε στην πόλη ο μέγας Ιωάννης, και αφού τακτοποίησε όπως έπρεπε τα άλλα θέματα, για τα οποία ήρθε, είπε στον επίσκοπο: «Εμπρός, παράδωσέ μου την παρακαταθήκη που σου αφήσαμε εγώ και ο Χριστός με μάρτυρα την Εκκλησία». Εκείνος νόμισε ότι του ζητά χρήματα, και στην αρχή έμεινε έκπληκτος που του ζητούσε να δώσει αυτά που δεν θυμόταν να έχει πάρει, και ούτε να το πιστέψει μπορούσε, αφού δεν τα είχε, ούτε και να μην πιστέψει τον Ιωάννη. Όταν όμως αυτός του είπε: «Τον νέο σού ζητώ και την ψυχή του αδελφού», ο επίσκοπος στέναξε βαθιά με συγκίνηση, δάκρυσε από τη λύπη και απάντησε: «Ο νέος εκείνος πέθανε!» Και όταν ρωτήθηκε για το πότε και πώς και με τι είδους θάνατο, πρόσθεσε: «Πέθανε ως προς τον Θεό, επειδή διάλεξε να γίνει ληστής και να έχει κατοικία του το βουνό και όχι την Εκκλησία, και αντί για τη δική μου επιμέλεια και φροντίδα προτίμησε τη συμβίωση με τους κακούργους».

Ο Ιωάννης πόνεσε πάρα πολύ από το άκουσμα και είπε: «Καλό φύλακα σε άφησα της ψυχής του αδελφού! Όμως φέρτε τώρα ένα άλογο και δώστε μου οδηγό για τον δρόμο». Και αμέσως ανέβηκε στο άλογο και το κέντριζε με όλη του τη δύναμη, θεωρώντας ότι η ταχύτητά του δεν είναι τίποτε μπροστά στη δική του βιασύνη.

Όταν έφτασε στο βουνό, τον έπιασε η φρουρά των ληστών, επειδή ούτε φυλαγόταν από αυτούς, ούτε προσπάθησε να φύγει. «Γι’ αυτό ήρθα», τους είπε, «πηγαίνετέ με στον αρχηγό σας». Μόλις εκείνος τον γνώρισε ότι είναι ο Ιωάννης, ντράπηκε και το έβαλε στα πόδια, αυτός όμως τον κυνηγούσε ξεχνώντας και γεράματα και σοβαρότητα. Έπειτα του φώναξε δυνατά με πίκρα: «Γιατί, παιδί μου, φεύγεις από εμένα, τον πατέρα σου; Σεβάσου τα άσπρα μου μαλλιά· λυπήσου τα νιάτα σου. Έχεις ακόμη ελπίδα ζωής, εγώ θα δώσω λόγο για εσένα. Στάσου εκεί που είσαι, παιδί μου· ο Χριστός με έστειλε σ’ εσένα».

Όταν τα άκουσε αυτά ο νέος, πρώτα στάθηκε, με το βλέμμα στραμμένο στο έδαφος, μη μπορώντας να σηκώσει το κεφάλι από την ντροπή. Έπειτα έριξε τα όπλα στη γη και άρχισε να κλαίει με πόνο, έτσι που προκαλούσε τον οίκτο· και μόλις ο γέροντας ήρθε κοντά του, τον αγκάλιασε· και για τους οδυρμούς και τα δάκρυά του ήταν πράγματι άξιος πολλών στεναγμών και θρήνων.

Ο Ιωάννης τότε, σαν πατέρας πάρα πολύ φιλόστοργος και σπλαχνικός, εγγυήθηκε στον νέο τη συγχώρηση και του υποσχέθηκε ότι ο Δικαστής θα δείξει έλεος· και αφού τον πήρε από το χέρι, τον φίλησε και τον επανέφερε στην Εκκλησία. Στη συνέχεια έκανε πολλή προσευχή και διαρκή νηστεία και καταπράυνε την ψυχή του νέου, χρησιμοποιώντας σαν φάρμακα διάφορα διδακτικά λόγια. Και δεν έφυγε από την πόλη, παρά μόνο αφού του χάρισε την προηγούμενη υγεία, αφήνοντας στη ζωή ένα μεγάλο υπόδειγμα μετανοίας και μιαν ανάμνηση της δικής του αγάπης και συμπόνιας.

 

Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Δ’, Υπόθεση Μ’ (40), σελ. 364. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2010.

https://www.koinoniaorthodoxias.org/agiologio-eortologio/apo-ton-vio-tou-agiou-ioanni-tou-theologou-2/

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΑ (2)

 

Η δεύτερη περίπτωση ήταν σε σχέση με έναν καλό παππού, ας τον πούμε κύριο Μάκη, Επτανήσιο την καταγωγή, ενενήντα δύο ετών, ο οποίος όμως, παρ’ όλη τη βαρυκοΐα και τη μειωμένη όρασή του, διακρινόταν κι αυτός για τη μεγάλη δυναμικότητά του και την καθαρότητα του μυαλού του. Έλληνας της Αμερικής πάνω από μισό αιώνα, με τα παιδιά και τα εγγόνια του στην Αμερική, σπουδαγμένος στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, Πολιτικός Μηχανικός, ένας από τους πολλούς μηχανικούς μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών που ανελάμβαναν τεράστια έργα ανά τα πέρατα του κόσμου. «Ήμουν ένας από τους μηχανικούς που έφτιαξαν το νησί στο Ντουμπάι, πάτερ», μου είπε για να μπορέσω να καταλάβω, για να συμπληρώσει ότι τα τελευταία πια χρόνια επέστρεψε μόνιμα στο όμορφο νησί του, ασχολούμενος με κάποιες επιχειρήσεις μαζί με τα παιδιά του που τον επισκέπτονται τακτικά. Τη δυναμικότητα και την ευφυΐα του τις έβλεπες, ιδίως όταν επικοινωνούσε με τα παιδιά και τους φίλους του στην Αμερική – ο τόνος της φωνής του, το χιούμορ του, οι «κατευθύνσεις» που ήθελε να δίνει απεκάλυπταν την πραγματικότητα. Από κοντά η πράγματι αρχοντική Ευρωπαία γυναίκα του, με καλή γνώση της ελληνικής, μία λεπτή και σεβάσμια λευκασμένη κυρία, η οποία παρ’ όλο το προχωρημένο της ηλικίας της – δεν απείχε και πάρα πολύ στα χρόνια από τον άνδρα της -  έδειχνε ότι ελέγχει κι αυτή την κατάσταση, όπως και μία βοηθός τους νέα κοπέλα, την οποία και οι δύο αντιμετώπιζαν περισσότερο από παιδί τους.

Ήλθε στο Νοσοκομείο για το «όνομα» κάποιου σπουδαίου γιατρού, προκειμένου να υποβληθεί σε κάποια εγχείρηση και σύντομα να επανέλθει στη βάση του, οπότε εκεί αναφύηκε και το «πρόβλημα»! Η βοηθός του γνωστού ιατρού τον επισκέφτηκε για να του πει ότι η εγχείρηση πρέπει να γίνει με ολική νάρκωση για να είναι αποτελεσματική. Αντέδρασε! «Ολική νάρκωση στην ηλικία μου δεν κάνω», ξέκοψε τη φωνή της λογικής. «Μα, δεν γίνεται αλλιώς», προσπάθησε να εξηγήσει η γιατρός. «Θέλω τον ίδιο τον γιατρό να έλθει εδώ να μου εξηγήσει», απαίτησε ο παππούς! «Εγώ γι’ αυτόν ήλθα».

 Ήλθε ο γιατρός. Του εξήγησε κι αυτός με πολύ ευγενικό και ήπιο τρόπο ότι η πορεία είναι μονόδρομος. «Χωρίς ολική νάρκωση δεν θα καταφέρουμε τη θεραπεία σας», είπε με όλο το βάρος της γνώσης και της εμπειρίας του. Καθισμένος ο κύριος Μάκης δάκρυσε. «Ξέρω από άλλες περιπτώσεις ανθρώπων της ηλικίας μου που με την ολική νάρκωση δεν ξαναξύπνησαν», φάνηκε να μονολογεί. «Δεν είναι έτσι, κύριε Μάκη», είπε ο γιατρός. «Όμως θα σας στείλω και την αναισθησιολόγο να σας εξηγήσει λεπτομερέστερα πώς έχουν τα πράγματα».

Ο κύριος Μάκης εκμεταλλεύτηκε τον χρόνο για να συζητήσει με τη γυναίκα και την «κόρη» του, τη βοηθό του. Τα λέγανε στα Αγγλικά. Εκείνες τον αγκάλιασαν. Του πρότειναν να πάρει τηλέφωνο τα παιδιά του στην Αμερική. Το έκανε. Τα παιδιά του τον συμβούλευσαν να ακολουθήσει τις οδηγίες του γιατρού. Κάθισε αναποφάσιστος στο κρεβάτι. Το βλέμμα του κοιτούσε κάπου μακριά προς τον τοίχο – φαινόταν χαμένος.

Ήλθε η αναισθησιολόγος. Του εξήγησε κι εκείνη, αλλά μάλλον μάταια. Ο παππούς ήταν ανένδοτος. «Αν κάνω “μέθη” τι θα γίνει;» αντιπρότεινε. «Μπορεί να γίνει κι έτσι» είπε εκείνη, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του χειρουργού, «αλλά απλώς θα γίνει διάγνωση. Δεν θα έχουμε θεραπεία». Έφυγε χωρίς να πεισθεί ο παππούς. Ήλθε και πάλι η βοηθός του γιατρού, κρατώντας το έγγραφο που έπρεπε να υπογράψει ο κύριος Μάκης, ότι συμφωνεί να γίνει ολική νάρκωση. Δεν υπέγραφε. Καθόταν αναποφάσιστος στο κρεβάτι. Στράφηκε, σχεδόν με απόγνωση, προς εμένα. «Πάτερ, εσείς τι θα λέγατε;»

«Κύριε Μάκη», είπα, «βλέπω και κατανοώ τον προβληματισμό σας. Αλλά, θα σας πρότεινα να κάνετε τον σταυρό σας και να εμπιστευτείτε την κρίση των ιατρών. Είστε πιστός άνθρωπος  και οι άγιοί μας θα σας βοηθήσουν.

Η βοηθός του χειρουργού του πρότεινε και πάλι το έγγραφο για να υπογράψει. Φαινόταν να παλεύει μέσα του. «Κύριε Μάκη, υπογράψτε», ξαναείπα, «κι εγώ, όσο διαρκεί η επέμβαση, θα προσεύχομαι για εσάς. Θα κάνω για χάρη σας την Παράκληση στην Παναγία μας». Δάκρυσε ο παππούς και ενισχυμένος από την πίστη του είπε στη γιατρό: «Πού είναι να υπογράψω;» Υπέγραψε. «Εδώ θα σας περιμένουμε σε λίγη ώρα νικητή», του είπα συγκινημένος.

Τον πήραν και πήγαν στο χειρουργείο. Και πράγματι, μετά από δύο περίπου ώρες τον επανέφεραν, έχοντας τη μάσκα του οξυγόνου στο πρόσωπό του, αλλά και με καλή διάθεση. Τα είχε καταφέρει.

«Μπράβο, κύριε Μάκη. Τα καταφέρατε! Ο Θεός είδατε βοήθησε!» του είπε η πρεσβυτέρα που τον είχε ήδη γνωρίσει και είχε μάθει τα καθέκαστα. Η απάντησή του ήταν μέσα στην απλότητά του αποκαλυπτική. Σήκωσε το χέρι και με έδειχνε με το δάχτυλο, επαναλαμβάνοντας: «Ο πάτερ, ο πάτερ!» «Ο Θεός, κύριε Μάκη», είπα εγώ. «Εγώ απλώς προσευχόμουνα για εσάς. Αλλά ο Χριστός και οι άγιοι ήτανε μαζί σας, γιατί έχετε χρόνια μπροστά σας, έτσι καλός άνθρωπος που είστε». Το κλίμα υπήρξε πανηγυρικό. Η γυναίκα του παππού και η ψυχοκόρη του έστρεψαν το βλέμμα τους σ’ εμένα με ευγνωμοσύνη.

Περιττό βεβαίως να πω ότι τα επόμενα λεπτά με το τηλέφωνο η… Αμερική είχε μάθει ότι ένας παππάς στο Νοσοκομείο βοήθησε τον κύριο Μάκη να προχωρήσει τη θεραπεία του. Ευτυχώς, έγκαιρα δόθηκε η εξήγηση σε μία διαστρέβλωση: ο παππάς δεν ήταν του Νοσοκομείου, που ήλθε να «διαβάσει» τον παππού στα τελευταία του, αλλά ήταν κι εκείνος ένας ασθενής που έτυχε να βρίσκεται στον ίδιο θάλαμο με τον κύριο Μάκη.  

https://pgdorbas.blogspot.com/2026/09/2.html

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΑ (1)

 


Η Αγάπη του Κυρίου, μέσα στην απερινόητη Πρόνοια και Αγαθότητά Του, θέλησε προ καιρού να με «επισκεφτεί» ιδιαιτέρως, οπότε και βρέθηκα σ’ ένα από τα Νοσοκομεία της Αττικής. Και η επίσκεψή Του αυτή ήταν διπλής όψεως: μέσα από το δικό μου πρόβλημα ασθενείας, «λόγω των πολλών μου αμαρτιών», όπως ψάλλουμε στην Εκκλησία μας, αλλά και μέσα από τη συνάντησή μου με άλλους αναγκεμένους συνανθρώπους μας, οι οποίοι έγιναν η αφορμή για να δω με μεγάλη ενάργεια την Πρόνοια του Θεού στις περιπτώσεις τους.

Η πρώτη περίπτωση ήταν σε σχέση με τον κύριο – ας τον πούμε έτσι – Κώστα. Βρισκόταν εκεί, κι ετοιμαζόταν να φύγει, προκειμένου να κάνει την προβλεπόμενη γι’ αυτόν χημειοθεραπεία. Είχε κομμένο το ένα πόδι του, μέχρι πάνω από το γόνατο, περπατούσε με πατερίτσες, αλλά η διάθεσή του και η όλη ενέργειά του ήταν πολύ καλές. Φαινόταν όχι μόνο να έχει αποδεχτεί το πρόβλημά του, αλλά να το έχει ήδη ξεπεράσει, κάτι που φαινόταν από τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του, πολύ ζωντανές πράγματι, και από τον προγραμματισμό της περαιτέρω ζωής του. Εξηντάρης περίπου ο κύριος Κώστας «οραματιζόταν» με μεγάλη αισιοδοξία το «καινούργιο» πόδι που θα έβαζε, γιατί ο γιος του, στην Αμερική ευρισκόμενος, ήδη το είχε παραγγείλει, «πινελιά» καθώς του έλεγε της πιο προηγμένης τεχνολογίας στα θέματα αυτά.

Από κοντά κι η σύζυγός του – ας την πούμε Ελένη – η οποία κι εκείνη λειτουργούσε με τον ίδιο αισιόδοξο τρόπο, με αναφορά όμως ξεχωριστή στην πίστη της στον Χριστό και την Παναγία. «Εγώ, πάτερ, δεν είμαι τόσο της Εκκλησίας, η γυναίκα μου όμως είναι πάρα πολύ. Κι ίσως να μπορέσετε να μας διευκρινίσετε κάτι που για εμένα και τη γυναίκα μου είναι ένα θαύμα!»

«Θαύμα;» ρώτησα.

«Ναι, γιατί δεν ξέρω πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω αυτό που μου συνέβη με το πόδι μου».

«Τι συνέβη;» ρώτησα με μεγάλο ενδιαφέρον.

«Εγώ, πάτερ, μέχρι πριν δέκα χρόνια ασχολιόμουνα με τον αθλητισμό, και μάλιστα με κάποιους φίλους μου κατά καιρούς, σχεδόν δηλαδή κάθε εβδομάδα, πηγαίναμε για να ξεδώσουμε και να χαλαρώσουμε σε γήπεδα 5Χ5 που λένε, και παίζαμε μπάλα. Λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα άρχισε λίγο να με πονάει το πόδι μου, αυτό το κομμένο που βλέπετε. Δεν έδινα σημασία, γιατί έλεγα ότι μέσα στο παιχνίδι κάποιος θα με είχε κλωτσήσει. Ο πόνος συνεχιζόταν, αλλά κι εγώ συνέχιζα να το αντιμετωπίζω αδιάφορα. Μέχρις ότου, κάποια φορά περπατώντας στον δρόμο ήρθε ένα μηχανάκι κι έπεσε, από αδεξιότητα του οδηγού, πάνω μου. Με πέταξε αρκετά μέτρα μακριά, αλλά διαπίστωσα ότι σηκώθηκα σχεδόν αμέσως, χωρίς να έχω ούτε μία γρατσουνιά. Μαζεύτηκε κάποιος κόσμος, γιατί είδαν αρκετοί το τι συνέβη, οπότε κλήθηκε και η τροχαία, πήγαμε δε και σε νοσοκομείο προς επιβεβαίωση ότι είμαι πράγματι καλά, και από πλευράς εσωτερικής. Κι εκεί άρχισε η συνειδητοποίηση του… θαύματος!»

Η προσοχή μου ήταν τεταμένη κι έδειχνα στον κ. Κώστα ότι περιμένω τη συνέχεια με μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν είπα τίποτε.

«Λοιπόν, εκεί στο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι ο πόνος στο πόδι δεν είχε αιτία κάποια «κλωτσιά», όπως νόμιζα, αλλά έναν καρκίνο, ο οποίος είχε «φάει» σχεδόν όλο το εσωτερικό του ποδιού, με κίνδυνο πια για την ίδια μου τη ζωή. Το πόδι ήταν σχεδόν σάπιο. Κι έγινε το «ατύχημα» να φανερωθεί με τον πιο καθαρό τρόπο το τι συνέβαινε». Σταμάτησε ο κ. Κώστας. «Πώς το βλέπετε;» ρώτησε. «Δεν είναι θαύμα;»

«Κύριε Κώστα» είπα συγκλονισμένος, «μολονότι για την πίστη της Εκκλησίας όλα στη ζωή μας είναι ένα θαύμα, γιατί ο Θεός μάς φροντίζει μέχρι λεπτομέρειας  - και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες, κατά τον Ιησού Χριστό –, όμως στην περίπτωσή σας νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’  ένα «καραμπινάτο» θαύμα που λέμε. Κι έχω την εντύπωση πως ο Χριστός πρέπει να σας αγαπάει ιδιαίτερα, όπως όλους μας άλλωστε, για να χρησιμοποιήσει αυτό το μέσον, να σας κτυπήσει μηχανάκι, για να σας οδηγήσει στο Νοσοκομείο και την αντιμετώπιση του προβλήματος».

«Και βλέπετε, πάτερ», συμπλήρωσε ο κ. Κώστας, «τα πράγματα δεν ήταν απλά. Χρειάστηκε επέμβαση μεγάλη, να μου κόψουνε όλο σχεδόν το πόδι, για να συνεχιστεί η όποια θεραπεία και η όση ζωή μου απομένει. Και να ολοκληρώσω. Με κάλεσαν στην Αστυνομία για να υποβάλω μήνυση κατά του παλληκαριού. Κοντοστάθηκα. «Πώς να μηνύσω τον «ευεργέτη μου;» σκέφτηκα. Κοίταξα ότι στο γραφείο του ο αστυνομικός, σε μία γωνιά, είχε κάτι εικόνες. Του Χριστού και της Παναγίας. Τις έδειξα στον αστυνομικό.

«Κύριε αστυνόμε» είπα, δείχνοντας τις εικόνες με το βλέμμα μου. «Βλέπω ότι πιστεύετε στον Θεό. Λοιπόν, για μένα, χωρίς να είμαι πολύ της Εκκλησίας, αυτό που μου συνέβη είναι ένα θαύμα. Και το παλληκάρι που με χτύπησε είναι ένας ευεργέτης μου, γιατί χωρίς αυτόν θα συνέχιζα χωρίς να δίνω σημασία στο πόδι μου. Οπότε μάλλον το τέλος μου θα ήταν πολύ χειρότερο από το χτύπημα».

«Λοιπόν;» έδειξε συγκινημένος και ο αστυνομικός.

«Λοιπόν, δεν πρόκειται να υποβάλω μήνυση. Τον ευεργέτη σου τον τιμάς, δεν τον κυνηγάς!»

«Τότε στο καλό να πάτε» είπε ο αστυνόμος, «και καλή συνέχεια με το πόδι σας». Υπέγραψα ό,τι μου πρότεινε κι έφυγα ελαφρωμένος.

«Πράγματι, κ. Κώστα» είπα κι εγώ. «Για μένα, το παλληκάρι με το μηχανάκι μπορεί να θεωρηθεί ένας «άγγελος Κυρίου». Και το θαύμα; Καραμπινάτο!»  

https://pgdorbas.blogspot.com/2026/09/1.html