Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

ΟΡΙΑ & ΟΡΑΜΑ

 


 
“Είναι σημαντικό να βάζουμε όρια, αλλά αυτά χρειάζεται να συνοδεύονται και από ένα όραμα” (καθηγητής Βασίλης Καραποστόλης)

            Ζούμε στην εποχή του “όλα επιτρέπονται”. Οι γονείς εύκολα δικαιολογούν το παιδί για τα παραπτώματά του με την φράση “παιδί είναι, τι να κάνουμε”. Η αγάπη κάνει την καρδιά μας ανεκτική, κάποτε στον βαθμό της υπερβολής. Η ανεκτικότητα δεν έχει να κάνει με το αίσθημα ότι δεν πειράζει ό,τι κι αν κάνει ο άλλος, εμείς θα είμαστε υπομονετικοί. Διότι έτσι χάνεται εντελώς ο παιδαγωγικός χαρακτήρας, ο οποίος συνοδεύει κάθε σχέση. Αν μέσα από την σχέση δεν γινόμαστε καλύτεροι, αν μέσα από την συνάντηση με τον συνάνθρωπό μας δεν βρίσκουμε καινούργια μονοπάτια δημιουργικότητας, βελτίωσης, υπέρβασης του εαυτού μας και των παθών και λαθών μας, τότε στην πραγματικότητα λειτουργούμε με την σχέση ως δεκανίκι του εγωισμού μας, χωρίς να παίρνουμε κάτι ουσιώδες από αυτήν. Και δεν είναι θέμα εξουσίας το να δείχνουμε στον άλλον, όπως και στον εαυτό μας τα όρια που θα βοηθήσουν όλοι μας να πάμε παρακάτω. Να μάθουμε να αντέχουμε, να διαχειριζόμαστε, να μπορούμε να χαρούμε αυθεντικά. Είναι θέμα αληθινής αγάπης. Επειδή αγαπώ οριοθετώ τι αντέχω, ώστε ο άλλος να μην κινδυνεύσει να χάσει την αγάπη μου, αλλά κι εκείνος να δει μέχρι πού η ζωή μπορεί να είναι σύμμαχός του. Αν θέλω να είμαι ευχάριστος, τότε η συντριβή περιμένει, αργά ή γρήγορα.

            Τα όρια λειτουργούν αμυντικά. Πρέπει όμως να συνοδεύονται και από μία ελπίδα, μία προοπτική. Ξέρω τι δεν μου επιτρέπεται. Χρειάζεται όμως να έχω κι έναν στόχο. Αλλιώς, μόνο οι απαγορεύσεις δεν θα με οδηγήσουν κάπου. Διότι ο “παλαιός άνθρωπος” εντός μου θα επαναστατήσει. Και, όντας κουρασμένος από τα “όχι” και τα “μη”, δεν θα αντέξω. Αν όμως έχω ελπίδα και προοπτική, είτε αυτή λειτουργεί στο επίπεδο της δημιουργικότητας που χρειάζεται προετοιμασία, είτε στο επίπεδο ενός εαυτού που αγαπά και χαίρεται ακριβώς επειδή αγαπά και μπορεί να προσφέρει στις σχέσεις με τους άλλους, αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικοποίησης που είναι άμεσα συνδεδεμένη με το να μπορεί ο άνθρωπος να συνυπάρχει, τότε τα όρια αντέχονται και ομορφαίνουν την ζωή μας.  Οι γονείς λοιπόν, πρωτίστως, αλλά και οι παιδαγωγοί, οφείλουν να επιμένουν στα όρια, διότι χωρίς αυτά το παιδί θα νομίζει ότι όλος ο κόσμος υπάρχει γι’ αυτό και γρήγορα θα διαψευστεί, αλλά και να δείχνουν ότι η αγάπη, από την οποία τα όρια ξεκινούν και στην οποία αποσκοπούν, είναι χαρά κι ας έχει κόπο.

            Ο στόχος του ανθρώπου, σύμφωνα με την πίστη, είναι προφανώς εσχατολογικός. Είναι η βίωση της αγιότητας στο παρόν. Γι’ αυτό και ο πιστός ακολουθεί τις εντολές του Ευαγγελίου, νιώθοντας ότι το “ίδιον θέλημα” δεν οδηγεί στο καλό από μόνο του, αλλά μάλλον μας βάζει σε μία προοπτική αυτοθέωσης, πνευματικού δηλαδή θανάτου. Έτσι, η άσκηση, που είναι η κατεξοχήν και κάποτε και αυτόβουλη οριοθέτηση της ύπαρξής μας,  λειτουργεί όχι ως στέρηση ή καταπίεση, αλλά ως αφετηρία βίωσης της αγάπης. Νηστεύω, προσεύχομαι, αφήνω την εξάρτηση από τα υλικά πράγματα όχι ως αυτοβασανισμό ή ως θεραπεία ενοχών, αλλά ως χαρά για να μπορέσω να δοθώ στον Θεό και τον συνάνθρωπο. Αυτό είναι και το όραμα τελικά της Εκκλησίας, η βασιλεία του Θεού στην οποία χωρούνε όσοι ζούνε το  “γενηθήτω το θέλημά Σου”. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 1ης Φεβρουαρίου 2023

ΠΗΓΗ: ΒΗΜΑΤΑ

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Όσιος αββάς Παύλος ο Θηβαίος (†15/1)· η συνάντηση με τον άγιο Αντώνιο τον Μέγα!

 

Όσιος αββάς Παύλος ο Θηβαίος (†15/1)· η συνάντηση με τον άγιο Αντώνιο τον Μέγα!

...Ο αββάς Παύλος έφτασε στην ηλικία των εκατό και δεκατριών ετών.Τότε και ο Μέγας Αντώνιος ήταν ενενήντα χρόνων και πολλές φορές σκεπτόταν και απορούσε λέγοντας. Άραγε θα υπάρχη άλλος Μοναχός στην πιο βαθειά έρημο; Μια νύκτα ήλθε Άγγελος Κυρίου και του λέγει: Πήγαινε γρήγορα στο βάθος της ερήμου, να βρεις τον Αββά Παύλο, ο οποίος είναι πιο ενάρετος από σένα και θα λάβεις μεγάλη ωφέλεια από αυτόν. Όταν άκουσε αυτά δεν καθυστέρησε καθόλου, αλλά αφού περιφρόνησε την αδυναμία των γηρατειών, την μεγάλη οδοιπορία και όλα τα άλλα εμπόδια, ξεκίνησε το πρωί και περπατώντας όλη την ημέρα εκαίγετο από τον καφτερό ήλιο. Είχε όμως την ελπίδα στον Κύριο ότι θα του δείξει τον έμψυχο θησαυρό, και δεν σκεπτόταν καθόλου τις δυσκολίες του δρόμου.

Την τρίτη ημέρα είδε ένα λιοντάρι, που ανέβαινε βιαστικά σε ένα βουνό. Ο δε Όσιος γνωρίζοντας ότι ο Θεός τον άκουσε, ακολούθησε το θηρίο και έτσι έφθασε στο σπήλαιο. Τότε το μεν λιοντάρι μπήκε στο σπήλαιο, ο δε όσιος έμεινε απ’ έξω. Έτσι, αφού άφησε για την αγάπη κάθε δειλία και φόβο, ξεκίνησε γρήγορα να μπει μέσα σε αυτό και από την βιασύνη του σκόνταψε σε μια πέτρα και κτύπησε λίγο το πόδι του.
Ακούγοντας τον θόρυβο ο ευρισκόμενος μέσα στο σπήλαιο Όσιος Παύλος, έκλεισε την πόρτα, ο δε όσιος Αντώνιος τον παρακαλούσε από έξω λέγοντας: ”Σε παρακαλώ για τον Κύριο, Όσιε Πάτερ, άνοιξέ μου για να δω το σεβάσμιο πρόσωπο σου.” Ο δε Όσιος Παύλος, θέλοντας να τον δοκιμάσει δεν άνοιγε. Έτσι, επειδή δεν μπορούσε ο μακάριος Αντώνιος από τον κόπο της οδοιπορίας και το κτύπημα να στέκεται όρθιος, έπεσε με το πρόσωπο στην γη και έμεινε έτσι εξ ώρες να τον παρακαλεί.
Βλέποντας τον ήλιο να πλησιάζει την δύση του, παρακαλούσε πιο θερμά τον Όσιο να του ανοίξει την είσοδο. Ο δε Όσιος τον ρώτησε από μέσα ποιος ήταν, από που ήλθε και τι ζητούσε. Ο Αντώνιος του αποκρίθηκε λέγοντάς του την αλήθεια και πρόσθεσε: Άνθρωπε του Θεού, γνωρίζω πως δεν είμαι άξιος να σε δω και να συναντηθούμε, αλλά μάθε ότι δεν φεύγω από δω αν δεν απολαύσω την ποθούμενη μου θέα σου και τα γλυκύτατα σου λόγια. Γι’ αυτό περπάτησα ο γηραιός τόσο δρόμο ,και δεν λογάριασα τόση ταλαιπωρία, και βάσανα και τον φόβο των θηρίων, ω επώνυμε και μιμητά του Παύλου, τα άγρια θηρία φιλοξενείς και τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο, αν και αμαρτωλό και ανάξιο αποστρέφεσαι; …αλλά δεν φεύγω από εδώ έως να μου ανοίξεις , ακόμα και να πεθάνω έξω από την πόρτα σου, κι έτσι νεκρός να ελέγχω και να κατηγορώ αφώνως την ασπλαχνία σου. Αυτά έλεγε ο Αντώνιος κλαίγοντας.

Και απαντώντας του ο Παύλος “χαριέντως” του λέγει: Όποιος ζητεί δεν φοβερίζει κι όποιος κατηγορεί δεν δακρύζει. Και ανοίγοντάς του τον υποδέχεται εγκάρδια: “Καλώς ήρθες αδελφέ και συνεργάτα Αντώνιε”. Έτσι αφού κατασπάσθηκε ο ένας τον άλλο εν φιλήματι αγίω και αφού συνομιλούσαν με λόγια θεϊκά, αισθάνθηκαν μεγάλη πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση. Έπειτα είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο: Τι ανάγκη είχες αδελφέ να κακοπαθήσεις τόσο να έλθεις έως εδώ , για να δεις έναν σαπρό και άχρηστο γέροντα ο οποίος πρόκειται σε λίγο να πεθάνει;…
Κι ενώ συνομιλούσαν οι Άγιοι, βλέπουν πάνω σε ένα κλαδί δένδρου, κόρακα να βαστάζει ένα ολόκληρο άρτο, ο οποίος αφού πέταξε από το δένδρο τοποθέτησε τον άρτο ανάμεσα τους. Ενώ θαύμαζε ο Όσιος Αντώνιος αυτό το παράδοξο του είπε ο Όσιος : Στα αλήθεια, αδελφέ Αντώνιε, πολύ φιλάνθρωπος και Ελεήμων είναι ο Κύριος χορηγώντας σπόρο σε αυτόν που σπέρνει και άρτο για τροφή. Εξήντα χρόνια είναι όπου μου φέρνει την τροφή ο κόρακας αυτός, όπως είδες και όχι ένα άρτο, αλλά το μισό και σήμερα για την παρουσία σου διπλασίασε ο αγαθός Τροφεύς και Δεσπότης την τροφή.

Ευχαρίστησαν τον Θεό και οι δυο και πήγαν στην πηγή να δειπνήσουν («παξιμαδήσουσι»). «Και φιλονικούντες ώραν πολλήν ως ταπεινόφρονες, συνερίζουνταν τις να κόψη τον άρτον, να ευλογήση την τράπεζαν, κι επροτίμα ένας τον άλλον τους»… «Τέλος, συμφώνως έλαβε πας ένας τον άρτον από το ένα μέρος.» Και τον έκοψαν μαζί εις το Όνομα του Κυρίου. …Αφού έφαγαν ο Όσιος, έκαναν αγρυπνία όλη την νύκτα, προσευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριο, και το πρωί είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο. Είναι πολλές μέρες, όπου μου απεκάλυψε ο Κύριος μας, ότι κατοικείς σε αυτή την έρημο, και μου υποσχέθηκε ότι θα σε ιδώ προτού τελειώσει η ζωή μου. Τώρα λοιπόν κατά την υπόσχεση σε απέστειλε να ενταφιάσεις το σώμα μου.
Όταν άκουσε αυτά ο Μέγας Αντώνιος, έτρεχαν τα δάκρυα του σαν ποτάμι , κλαίοντας για τον χωρισμό και τον παρακαλούσε θερμά να κάνη δέηση προς τον Κύριο, για να πάει και αυτός στην συνοδεία του.
Σε παρακαλώ για την αγάπη μου, να μην βαρεθείς μέσα στους άλλους κόπους σου, αλλά να μου φέρεις τον μανδύα που σου έδωσε ο Επίσκοπος (Μέγας) Αθανάσιος, διότι έχω πολλή ευλάβεια να ενταφιάσεις με εκείνον το λείψανό μου.
Αυτό, βέβαια, το έλεγε ο Παύλος μόνον ως πρόφαση, ώστε να μην είναι παρών κατά την κοίμησή του ο Αντώνιος και λυπηθεί περισσότερο. Και ούτε είχε ανάγκη από το ιμάτιο κατά τον θάνατο. Θαυμάζοντας ο Αντώνιος το «προορατικόν πνεύμα» του Οσίου, τον ευλαβείτο ως Άγγελο και δακρύζοντας του φίλησε τα χέρια και τα μάτια. Και ζητώντας του συγχώρεση, έφυγε γρήγορα για το κελί του.
Αφού πήρε λίγη τροφή επήρε τον μανδύα που του είπε και έτρεχε γρήγορα προς αυτό που επιθυμούσε, διψώντας τον Παύλο, βλέποντας προς τον Παύλο, “τον οποίον είχεν τροφήν σώματος, πνοήν και αναψυχήν της ψυχής του”.. Προσπαθούσε όσο μπορούσε πιο γρήγορα να περπατήσει, επειδή φοβόταν μήπως και δεν τον φθάσει ζωντανό για να πάρει την ευλογία του.
Αφού περπάτησε όλη την πρώτη ημέρα και μέρος από την δεύτερη, είδε στο δρόμο με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής του τάγματα, Αγγέλων, Προφητών και χορούς Αποστόλων, στρατεύματα Μαρτύρων και Όσιων και μαζί με αυτούς, την ψυχή του Παύλου να λάμπει περισσότερο από το χιόνι, την οποίαν πήγαιναν με πολλή χαρά στα ουράνια. Όταν είδε αυτά έπεσε με το πρόσωπο στην γη, και αφού έβαλε άμμο στο κεφάλι του, κτυπούσε το πρόσωπο του “οδυρόμενος”. Αφού έκλαψε πολλή ώρα, έτρεχε και αισθανόταν τόσο δύναμη στο σώμα του, σαν να ήταν νέος και ακόμη περισσότερο.

Όταν έφθασε στο σπήλαιο, βρήκε τον Όσιο γονατιστό και είχε προς τον ουρανό υψωμένα τα χέρια του και το πρόσωπο. Επειδή νόμισε λοιπόν ότι ήταν ακόμη ζωντανός και προσευχόταν, συμπροσευχόταν και αυτός πολλή ώρα και έβλεπε με προσοχή εάν κουνηθεί κάποιο μέλος του Αγίου ή αν στενάξει ή αν κάνη κάτι που κάνουν οι ζωντανοί, για να γνωρίσει την αλήθεια. Αφού πέρασε πολύ ώρα και καθόλου δεν κινήθηκε, κατάλαβε ότι τελείωσε προσευχόμενος. Τότε πήγε με πολλή ευλάβεια και αγκάλιασε εκείνο το σεβασμιότατο λείψανο και συνεχώς το ασπάζονταν, κλαίοντας επειδή δεν τον γνώρισε πολύ πιο μπροστά για να απολαύσει την συνομιλία του προς ψυχική του ωφέλεια.
Αφού τύλιξε αυτό με τον μανδύα, που έφερε, είπε τους συνήθεις ψαλμούς και όσα τροπάρια ήξευρε και θέλοντας να τον ενταφιάσει δεν ήξερε πως να σκάψει την γη επειδή δεν πήρε μαζί του κάποιο εργαλείο όταν αναχώρησε από το κελί του.

Στεκόταν λοιπόν στεναχωρημένος, σκεπτόμενος να μην φύγει “έως να του στείλη ο Κύριος εξ ύψους βοήθειαν”. Τότε βλέπει να έρχονται τρέχοντας προς αυτόν δύο “φοβερώτατοι” λέοντες από το βάθος της έρημου . Στην αρχή μεν φοβήθηκε σαν άνθρωπος. Αλλά στήριξε την καρδιά του προς τον Κύριο κι έμεινε χωρίς φόβο. Τα δε λιοντάρια αφού πλησίασαν πρώτα στον μακάριο Παύλο κουνούσαν τις ουρές τους και με τις γλώσσες τους, έγλειφαν τα πόδια του, σαν να ήταν ζωντανός. Έπειτα όταν κατάλαβαν ότι ο Άγιος είχε τελειώσει, μούγκρισαν πέφτοντας στα πόδια του με πολλή θλίψη σαν άνθρωποι. Ο δε Όσιος θαύμασε βλέποντας ότι και τα θηρία είχαν στεναχωρηθεί για την αναχώρηση του Παύλου. “Αφού δε επέρασεν ολίγον η λύπη τους, ηγέρθησαν” και έσκαψαν την γη με τα νύχια τους κάνοντας τάφο ίσα ακριβώς με το λείψανο, και έβγαλαν το χώμα με τα πόδια τους. Έπειτα πήγαν στον Αντώνιο σαν να του ζητούσαν ευλογία “δια τον μισθόν του κόπου τους”, κουνώντας τις ουρές τους και τα αυτιά τους και έβαλαν κάτω το κεφάλι τους και έκαναν και άλλα τέτοια σχήματα.

Ο δε Όσιος Αντώνιος αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό αυτά προσευχήθηκε: «Κύριε ο Θεός που τα γνωρίζεις όλα, που χωρίς την εντολή Σου ούτε φύλλο από το δένδρο δεν πέφτει, ούτε πουλί στην γη δεν κατεβαίνει, Συ Κύριε, όπως γνωρίζεις, δώσε και τον μισθό στα θηρία αυτά».
Αυτά αφού είπε ο θείος Αντώνιος, έκανε με το χέρι του σημείο στα λιοντάρια για να αναχωρήσουν. Αυτά αφού πήγαν πάλι στο ιερό λείψανο του Παύλου και κατεσπάσθηκαν αυτό αναχώρησαν.

Ο δε Αντώνιος, βαστάζοντας το ιερό λείψανο το ενταφίασε το έτος 341, στις 15 Ιανουαρίου. Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε το έτος 227 στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου, το δε έτος 250 έφυγε στην έρημο. Έζησε δε στο σπήλαιο 91 έτη, όλα δε τα χρόνια του ήσαν 114.

Περίμενε δε ο Μέγας Αντώνιος ακόμη μία ημέρα, για να δη εάν έλθει πάλι ο κόρακας με τον άρτο, αλλά δεν φάνηκε. Και αφού έγινε κληρονόμος της στολής του Οσίου Παύλου, επήρε εκείνο το ένδυμα των φοινίκων και επέστρεψε στο Μοναστήρι διηγούμενος στους Μοναχούς όλα τα προηγούμενα, την δε στολή του Οσίου Παύλου την είχε σε τόση μεγάλη τιμή και καύχημα, ώστε την φορούσε το Άγιον Πάσχα και τις άλλες μεγάλες εορτές.

(πηγή: Νέος Παράδεισος Αγαπίου Λάνδου μοναχού του Κρητός , σελ.359-364)

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2023

ΣΥΝΤΑΓΕΣ


                Στην εποχή του life coaching και της θετικής σκέψης οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από συνταγές, από πρακτικές λύσεις. Όσο λιγότερο σκεφτόμαστε, τόσο το καλύτερο! Αν, μάλιστα, πετύχουμε κάποιον ξεχωριστό "συνταγολόγο", τότε είμαστε πολύ ευχαριστημένοι. Συρρέουμε, διαβάζουμε, είμαστε έτοιμοι να υιοθετήσουμε "μαγικές λύσεις". Δεν νιώθουμε ότι η ζωή θέλει κόπο. Ότι αν δεν έχεις έναν οραματισμό, αν δηλαδή δεν έχεις σκοπό κάπου να οδηγηθείς, να έχεις μία στάση ζωής η οποία θα σε βοηθήσει στις δυσκολίες σου, αλλά και θα σου δώσει ένα διαφορετικό μέτρο στην όποια χαρά, ώστε να μπορέσεις να την διακρίνεις από την  ευχαρίστηση που κρατά λίγο και μαραίνεται ως άνθος, τότε, στην πραγματικότητα, όσες συνταγές και να ακολουθήσεις, δεν θα μπορέσεις να πατήσεις στα πόδια σου, να βρεις αληθινή πορεία.

                Για να γίνει κάτι τέτοιο προφανώς και χρειάζεται κάποιος ή κάποια να σου σταθεί, να σε ακούσει, να σε συμβουλέψει. Εντός μας όμως χρειάζεται να νιώσουμε πως ό,τι κι αν λάβουμε, αν δεν το υιοθετήσουμε και δεν το παλέψουμε, δεν θα πετύχουμε κάτι. Παράλληλα, οφείλουμε να σκεπτόμαστε πως ό,τι κι αν έχουμε στον νου μας, όποια συνταγή κι αν μας δοθεί, η ελευθερία του συνανθρώπου μας είναι το κλειδί. Οι γονείς μπορεί να ακούσουν από ειδικούς τις πιο εξαιρετικές προτάσεις, όμως το παιδί τους να μη θέλει τίποτε να εφαρμόσει. Από την άλλη, πόσες φορές οι γονείς νιώθουμε ότι είμαστε ανήμποροι να βάλουμε και τα ελάχιστα όρια στα παιδιά μας; Είμαστε έτοιμοι πάντοτε, επειδή τα αγαπούμε, να τα δικαιολογήσουμε, να μην επισημάνουμε τα σφάλματά τους, να μην επιδιώξουμε αυτά να έχουν συνέπειες, ώστε  τα παιδιά να γίνουν πιο υπεύθυνα και να γνωρίζουν πως τίποτα στην ζωή δεν μας χαρίζεται, όσο κι αν το απαιτούμε, όσο κι αν πιστεύουμε ότι το δικαιούμαστε, όσο κι αν όντως το αξίζουμε. Η οδός της ζωής θέλει ένα όραμα. Θέλει ένα πλαίσιο που θα απαντά στο ερώτημα "πού πηγαίνουμε;". Κι αυτό δεν έρχεται με συνταγές, επειδή ακριβώς δεν είμαστε μόνοι μας και η πραγματικότητα απαρτίζεται από την συνάντησή μας με τους άλλους.

                Τότε ας μην υπάρξει καμία πρόταση, αφού οι λύσεις θέλουν αγώνα και προοπτική, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί. Ούτε αυτό είναι σωστό. Απλώς, ας μην επαναπαυόμαστε σε συνταγές και μάλιστα σε εκείνες που κανακεύουν το εγώ μας, αντί να προτείνουν οδούς που μοιάζουν και είναι σταυρικές.  Ο σταυρός μοιάζει με ήττα. Όμως μαζί του έρχεται και η ανάσταση. Χρειαζόμαστε προφανώς προτάσεις. Χρειαζόμαστε όμως και υπομονή, για να καρποφορήσουν. Διότι απτά αποτελέσματα δεν μπορούν να έρθουν αμέσως. Ακόμη κι αν υπάρχει αυτή η αίσθηση, ο επόμενος γύρος θα μας πείσει ότι ο χρόνος είναι μπροστά μας και δεν έρχονται οι μόνιμες λύσεις όπως τις θέλουμε.

                Οι νέοι έχουν στην ψυχοσύνθεσή τους το "εδώ και τώρα". Γι' αυτό και οι πολιτικοί, οι επικοινωνιολόγοι, οι διαφημιστές, οι προαγωγοί του καταναλωτικού πολιτισμού στηρίζονται στην άμεση ικανοποίηση της επιθυμίας. Έτσι, από την νεανική ψυχοσύνθεση περνούμε στην ψυχοσύνθεση όλων, με αποτέλεσμα η υπομονή να χάνεται. Φτάνουμε σε έναν κόσμο εντυπώσεων, όπου κυριαρχεί όποιος κάνει περισσότερο θόρυβο ή έχει περισσότερη λάμψη και υπόσχεται ευκολία. Η πίστη μάς δείχνει ότι το να συναντήσεις τον Χριστό, πέρα από το "έρχου και ίδε", προϋποθέτει την στενή πύλη. Για να κρατηθεί η αγάπη. Για να κρατηθεί ο Χριστός στην καρδιά μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 25 Ιανουαρίου 2023

ΠΗΓΗ: ΒΗΜΑΤΑ

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

Κυριακή μετά τά Φῶτα-Τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ


«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρέτ, ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν, ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἠσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος: «γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιὰ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.» Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 4, 12-17).

 

«Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ».

Αὐτὰ ἦσαν τὰ πρῶτα λόγια τοῦ κηρύγματος τοῦ θεανθρώπού Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ τὰ ἴδια λόγια λέγει καὶ σ’ ἐμᾶς μέχρι σήμερα, διά τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὅταν ἐπληθύνθη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴ ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο, κατῆλθε ἐδῶ στή γῆ μας ὁ Παντοδύναμος Ἰατρός. Κατῆλθε στόν τόπο αὐτὸ τῆς ἐξορίας, στόν τόπο τῶν βασάνων καὶ τῶν παθῶν μας, ποὺ εἶναι μία πρόγευσις τῶν αἰωνίων βασάνων τῆς κολάσεως, καὶ εὐαγγελίζεται τὴ λύτρωση, τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἴαση σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς ἑξαίρεση, λέγοντας «μετανοεῖτε».

Ἡ δύναμις τῆς μετανοίας εἶναι θεμελιωμένη στή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰατρὸς εἶναι πανίσχυρος, καὶ ἡ ἴασις πού Ἐκεῖνος χαρίζει εἶναι παντοδύναμη. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅταν ἐκήρυσσεν ἐδῶ στή γῆ ὁ Κύριος, καλοῦσε σὲ θεραπεία ὅλους ὅσοι ἦσαν ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ δέν θεωροῦσε καμμία ἁμαρτία ὡς ἀθεράπευτη. Καὶ τώρα, ἐπίσης, συνεχίζει νά καλῆ ὅλους, καὶ ὑπόσχεται, καὶ χαρίζει πράγματι τὴν ἄφεση γιά κάθε ἁμαρτία καὶ τὴν ἴαση γιά κάθε ἁμαρτωλὴ ἀσθένεια.

Ὢ ἐσεῖς, οἱ ὁδοιπόροι τῆς γῆς. Ὢ ἐσεῖς, ὅλοι ὅσοι ἀναλίσκεσθε ἢ σύρεσθε στή εὐρύχωρη ὁδό, μέσα στόν ἀκατάπαυστο θόρυβο τῶν γηίνων μεριμνῶν, περισπασμῶν καὶ διασκεδάσεων, ἀνάμεσα σὲ ἄνθη ἀνάμικτα μέ ἀγκάθια, ἐσεῖς, ποὺ σπεύδετε καὶ ἀκολουθεῖτε αὐτὸν τὸν δρόμο, κατευθυνόμενοι πρὸς τὸ τέλος, ποὺ εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ καὶ ὅμως ὅλοι τὸ λησμονοῦν: ὁ σκοτεινὸς τάφος καὶ ἡ ἀκόμη σκοτεινότερη καὶ φοβερότερη αἰωνιότητα. Σταματῆστε! Ἀποτινάξτε τὴν γοητείαν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ σᾶς κρατεῖ μονίμως σὲ αἰχμαλωσία! Ἀκοῦστε αὐτό πού σᾶς εὐαγγελίζεται ὁ Σωτὴρ ἡμῶν Χριστός, δῶστε στά λόγια Του τὴν προσοχή πού τοὺς ἁρμόζει: «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ. Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο, ὁδοιπόροι ἐσεῖς τῆς γῆς, νά στρέψετε ὅλη σας τὴν προσοχὴ σ’ αὐτὴ τὴ ζωτικὰ ὠφέλιμη καὶ σωτήρια νουθεσία. Ἀλλιῶς θὰ φθάσετε στόν τάφο, θὰ φθάσετε στό κατώφλι καὶ στήν πύλη τῆς αἰωνιότητας, χωρὶς νά ἔχετε προηγουμένως κατανοήσει καθόλου ὀρθὰ τὴν αἰωνιότητα, οὔτε τίς ὑποχρεώσεις ἐκείνων πού εἰσέρχονται σ’ αὐτήν, ἔχοντας προετοιμάσει τὸν ἑαυτὸ σας μόνο γιά τὶς δίκαιες τιμωρίες πού θὰ ὑφίστασθε αἰωνίως γιά τὶς ἁμαρτίες σας. Ἡ βαρυτέρα δὲ καὶ σοβαροτέρα ἁμαρτία εἶναι τὸ νά μὴ δίδετε προσοχὴ στούς λόγους τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, δηλαδὴ νά Τὸν περιφρονῆτε. Ἀποκοιμίζει καὶ ἐξαπατᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ δρόμος τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Στά μάτια αὐτῶν πού ἀρχίζουν τὴν πορεία τους σ’ αὐτήν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα ἀτελείωτο πεδίο πού σφύζει ἀπὸ πραγματικότητα. Γιά ὅσους τὴν τελείωσαν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα συντομότατο ταξίδι πού συνοδεύεται ἀπὸ ὄνειρα καὶ μάλιστα χωρὶς περιεχόμενο.

Μετανοεῖτε!

Μοχθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ βιάζονται νά πλουτίσουν σὲ γνώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως εἶναι μικρῆς μόνο σημασίας, καὶ κατάλληλες γιά κάποιο μόνο χρονικὸ διάστημα. Γνώσεις πού συμβάλλουν στή ἱκανοποίησι ἀναγκῶν, ἀνέσεων καὶ ἰδιοτροπιῶν τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Περιφρονοῦμε τελείως τίς οὐσιαστικές, τὶς ἀναγκαῖες γνώσεις καὶ τὴν ἐργασία, γιά τὰ ὁποῖα καὶ μόνο μᾶς ἔχει χαρισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή. Δηλαδὴ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴ συνδιαλλαγὴ μας μὲ Αὐτὸν διά τοῦ λυτρωτοῦ μας Χριστοῦ.

Ἀδελφοί, ἂς ἐξετάσουμε τὴν ἐπίγεια ζωὴ μας ἀντικειμενικά, ἀμερόληπτα, ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι μηδαμινή, ἕνα τίποτε. Ὅλα της τὰ ἀγαθὰ ἀφαιροῦνται μέ τὸν θάνατον, ἀλλὰ συχνὰ καὶ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο μέ ποικίλες, ἀπροσδόκητες καταστάσεις. Αὐτὰ τὰ φθαρτά, τὰ τόσο γρήγορα ἑξαφανιζόμενα ἀγαθά, δέν ἀξίζουν νά ὀνομάζωνται ἀγαθά. Στή πραγματικότητα εἶναι ἀπάτες καὶ παγίδες. Ὅσοι κολλοῦν καὶ βυθίζονται στίς παγίδες αὐτές, καὶ συλλαμβάνονται ἀπὸ αὐτές, ἀποστεροῦνται ἀπὸ τὰ ἀληθινά, τὰ αἰώνια, τὰ οὐράνια, πνευματικὰ ἀγαθά, ποὺ ἀποκτοῦμε ὅταν πιστεύωμε στόν Χριστὸ καὶ Τὸν ἀκολουθοῦμε στή μυστικὴ ὁδό τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς.

Θὰ μᾶς προδώσουν, ἀδελφοί, ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς προδώσουν ὅλα τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πάμπλουτους θὰ τοὺς προδώση ὁ πλοῦτος τους, τοὺς ἐνδόξους ἡ δόξα τους, τοὺς νέους ἡ νεότης τους, τοὺς σοφοὺς ἡ σοφία τους. Ἕνα μόνον αἰώνιο καὶ οὐσιῶδες ἀγαθὸν μπορεῖ νά ἀποκτήση ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴ διέλευσή του ἀπὸ τὴ γῆ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθὴς γνῶσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συμφιλίωσίς του μέ τὸν Θεόν, τὴν ὁποία χαρίζει ὁ Χριστός. Γιά νά λάβη ὅμως κανεὶς τὰ κορυφαῖα καὶ ὑπέρτατα αὐτὰ ἀγαθά, πρέπει νά ἐγκαταλείψη τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ νά τὴν μισήση.

Μετανοεῖτε!

Τὶ σημαίνει νά μετανοήσωμε; Σημαίνει νά ὁμολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας καὶ νά μεταμεληθοῦμε γι’ αὐτές. Σημαίνει ἀκόμη νά πάψωμε νά τὶς διαπράττωμε καί ποτέ πλέον νά μὴν ἐπιστρέψωμε σ’ αὐτές, ὅπως εἶπε κάποιος μεγάλος ἅγιος Πατέρας ἀπαντῶντας σὲ ἀνάλογη ἐρώτηση. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ πολλοὶ ἄνθρωποι μεταβάλλονται σὲ ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ πολλοὶ ἄνομοι σὲ ἀνθρώπους εὐλαβεῖς καὶ δικαίους.

Ἀδελφοί! Ἂς γνωρίσωμε τὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ βυθισμένο στήν ἁμαρτία ἀνθρώπινο γένος. Ὁ Κύριος οἰκονόμησε τὴν ἐνανθρώπησή Του, ἔτσι ὥστε διά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του νά μπορέση νά δεχθῇ τίς τιμωρίες πού οἱ ἄνθρωποι ἀξίζουν νά δεχθοῦν· καί μέ τὸ νά δεχθῆ τιμωρία Ἐκεῖνος ὁ Πανάγιος, νά ἑξαγοράση καὶ νά λυτρώση τοὺς ἐνόχους ἀπὸ τὴν τιμωρία. Τὶ τὸν προσείλκυσε κοντὰ μας, ἐδῶ στή γῆ, στόν τόπο τῆς ἐξορίας μας; Μήπως οἱ δικαιοσύνες μας; Ὄχι! Τὸν εἵλκυσε σὲ μᾶς ἡ ὀλεθρία ἐκείνη κατάστασις στή ὁποία μᾶς ἔριξε ἡ ἁμαρτία μας.

Ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί! Ἂς πάρωμε θάρρος, διότι γιά μᾶς, ἀκριβῶς πρὸς χάριν μας ὁ Κύριος ἐπετέλεσε τὸ μέγα ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του! Ἐπέβλεψε μέ ἀσύλληπτο ἔλεος στίς ἀσθένειές μας. Ἂς πάψωμε νά ταλαντευώμεθα, ἂς πάψωμε νά παραδιδώμεθα στή ἀκηδία καὶ τὴν ἀμφιβολία. Ἂς πλησιάσωμε γεμάτοι πίστη, ζῆλο καὶ εὐγνωμοσύνη, καὶ ἂς ἀρχίσωμε τὴν μετάνοια. Ἂς συμφιλιωθοῦμε διὰ μέσου αὐτῆς πρὸς τὸν Θεόν. Ἂς ἀνταποκριθοῦμε, ὅσον μᾶς εἶναι δυνατόν, μέ τίς ἀσθενικὲς δυνάμεις μας στή μεγάλη ἀγάπη τοῦ Κυρίου πρὸς ἐμᾶς, ὅπως μποροῦν νά ἀνταποκρίνωνται στή ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ τὰ δημιουργήματά Του, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἔπεσαν στήν ἁμαρτία: Ἂς μετανοήσωμε! Ἂς μετανοήσωμε ὄχι μόνο μέ λόγια, ἂς δώσωμε μαρτυρία τῆς μετανοίας μας, ὄχι μόνο μέ λίγα δάκρυα τῆς στιγμῆς, οὔτε μόνο μέ τὴν ἐξωτερικὴ συμμετοχὴ στίς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προσκομίσωμε μαζί μέ τὰ δάκρυα καί μέ τὴν ἐξωτερικὴ εὐσέβεια καὶ τὸν ἄξιο καρπὸ τῆς μετανοίας μας. Ἂς μεταβάλωμε τὴν ἁμαρτωλὴν ζωὴ μας σὲ σύμφωνη μέ τὸ Εὐαγγέλιον βιοτή….

«Λούσασθε». λέγει Κύριος ὁ Θεὸς στούς ἁμαρτωλούς, «καὶ καθαροί γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν… καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν». Καὶ πῶς τελειώνει ἡ δικαία αὐτὴ κρίσις τοῦ Θεοῦ, ἡ κρίσις Του γιά τὴν μετάνοια, στή ὁποία συνεχῶς καλεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ἐπιγείου ζωῆς του; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὁμολογήση τίς ἁμαρτίες του, καὶ ἀποφασίση νά μετανοήση εἰλικρινῶς καὶ νά διορθωθῇ, τότε ὁ Θεὸς λύει τὴν κρίση πού ὑπῆρχε μαζὶ του μέ τὴν ἀκόλουθη ἀπόφαση: «Καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ». Ἂν ὅμως ὁ χριστιανὸς καταφρονήση αὐτὴ τὴν τελευταία, τὴν πολυεύσπλαχνο κρίση τοῦ Θεοῦ, τότε τοῦ ἀνακοινώνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ὁριστικὴ του καταδίκη.

«Τὸ χρηστὸν τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστόλος Παῦλος, «εἰς μετάνοιαν σὲ ἄγει». Ὁ Θεὸς βλέπει τὰ ἁμαρτήματά σου, παρατηρεῖ μέ μακροθυμία τίς ἁμαρτίες πού διαπράττεις κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Του, τὴν ἁλυσίδα τῶν ἁμαρτιῶν πού διεμόρφωσαν ὅλον σου τὸν βίο. Ἀναμένει τὴ μετάνοιά σου, καὶ συνάμα ἀναθέτει στήν ἐλευθέρα προαίρεσή σου τὴν ἐπιλογὴ τῆς σωτηρίας σου ἢ τῆς καταδίκης σου.

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

 


Την ακόλουθη ιστορία τη διηγήθηκε στον Πνευματικό της μια αφιερωμένη στον Θεό παρθένος κι΄ εκείνος την έγραψε, όπως ακριβώς την άκουσε από το στόμα της, για να τη μάθουν κι΄ άλλοι, να ωφεληθούν ψυχικά:

Οι γονείς, που μ΄έφεραν στον κόσμο, ήσαν εντελώς ασύμφωνοι στον χαρακτήρα και με αντίθετες κατευθύνσεις στην ζωή.

Ο Πατέρας μου ήταν πολύ αγαθός άνθρωπος, πράος, ταπεινός, επιεικής, αφάνταστα ελεήμων, σώφρων κι΄ εγκρατής. Πολύ ευαίσθητος στην υγεία του. Αφ΄ ότου είμαι σε θέσι να θυμάμαι, τον έβλεπα τον περισσότερο καιρό άρρωστο στο κρεβάτι, ωχρό και αδύνατο. Υπόφερε, όμως, με θαυμαστή υπομονή. Ποτέ δεν τον άκουσε κανείς να παραπονιέται για τη βασανιστική αρρώστια του.

Στα μικρά διαστήματα, που ανάρρωνε, επιστατούσε στα κτήματά του. Το μεγαλύτερο μέρος από τα κέρδη του τα μοίραζε στους φτωχούς. Με το υπόλοιπο συντηρούσε τη μικρή του οικογένεια, δηλαδή τον εαυτό του, τη μητέρα μου κι΄εμένα. Κοντά στις άλλες του αρετές, ο καλός μου πατέρας είχε αποκτήσει και την σιωπή. Σπάνια μιλούσε – πολλοί τον νόμιζαν άλαλο – κι΄ αυτό γιατί προσευχόταν διαρκώς στον Θεό με το νου και την καρδιά του.

Η μητέρα, αντιθέτως, ήταν τύπος γυναίκας του κόσμου. Αγαπούσε με πάθος την καλοπέρασι, τις διασκεδάσεις, τα πολλά στολίδια και φορέματα. Έκανε τόσο πολυδάπανη ζωή, που είχαμε πάντα οικονομικές στενοχώριες. Θύμωνε και φιλονικούσε διαρκώς μέσα κι΄ έξω από το σπίτι. Τόσο δε φλύαρη και πολυπράγμων ήταν η καϋμένη, που ήξερε καλά όλα τα νέα της μικρής μας πόλεως κι΄ ακόμη ό,τι γινότανε έξω απ΄ αυτήν. Φίλαυτη καθώς ήταν, φρόντιζε πρώτα για τον εαυτό της κι΄ ύστερα για την οικογένειά της. Για τον άνδρα της δεν έδειχνε καμμιά στοργή και με τη φανερή της αντιπάθεια μεγάλωνε τα βάσανά του. Παρ΄ όλα της τα ελαττώματα και την άκρατη ζωή που έκανε, είχε υγεία και γεροδεμένο σώμα. Ποτέ δεν θυμάμαι να αρρώστησε.

Ενώ ήμουν ακόμη μικρό κοριτσάκι, ο πατέρας μου πέθανε ύστερα από βασανιστική αρρώστεια. Συνέβη κι΄ αυτό ακόμη στο θάνατό του, που μου έκανε τρομακτική εντύπωσι: Έγινε τέτοια πρωτοφανής κακοκαιρία, αέρας, βροχή, κεραυνοί, που ήταν αδύνατο να βγούμε να τον θάψωμε! Κρατήσαμε έτσι το λείψανο τρεις μέρες άταφο στο σπίτι. Τέλος, δύο άνδρες από τους συγγενείς μας αναγκάστηκαν, με πολλή δυσκολία, να το μεταφέρουν στο κοιμητήρι και να το θάψουν πρόχειρα, γιατί δεν αντέχαμε άλλο να βλέπωμε τον νεκρό στο σπίτι. Περιφρονημένος και στον θάνατό του, ο καλός μου πατέρας, αφού ούτε κηδεία του έγινε. Μερικοί κακοί γείτονες, μάλιστα, βλέποντας τις τόσες κακομοιριές, τον κακολογούσαν:

- Ποιός ξέρει τί αμαρτίες έχει κάνει, έλεγαν, αφού δεν αφήνει ο Θεός ούτε να ταφή.

Η μητέρα μου, ύστερα από το θάνατο του πατέρα, ανεμπόδιστα πιά, πήρε τον ηθικό κατήφορο και μετάβαλε το σπίτι μας σε τόπο ακολασίας. Αλλά δεν έζησε πολύ. Πέθανε ξαφνικά, ενώ είχε σπαταλήσει στο μεταξύ ό,τι είχε απομείνει από την περιουσία του πατέρα μου. Οι φίλοι της, όμως, της έκαναν μεγαλοπρεπή κηδεία. Κι΄ήταν ένας καιρός θαυμάσιος. Αυτό το πρόσεξα ιδιαιτέρως.

Εγώ, που είχα περάσει πια την παιδική μου ηλικία κι΄ είχαν αρχίσει να με κυριεύουν οι νεανικές ανησυχίες, βρέθηκα ολομόναχη στον κόσμο και σε μεγάλη αμηχανία τι δρόμο ν΄ ακολουθήσω. Οι σκέψεις μ΄ εβασάνιζαν.

- Πρέπει, χωρίς άλλο, να φτιάξω μόνη μου τη ζωή μου, αφού δεν έχω πια προστάτες, έλεγα στον εαυτό μου. Αλλά ποιόν δρόμο να διαλέξω; Έχω μπροστά μου δύο διαφορετικά παραδείγματα: της μητέρας και του πατέρα. Εκείνος, καλός μα δυστυχής. Κατατρεγμένος στη ζωή και στο θάνατο – αδύνατο να φύγει από το νου μου το άταφο σώμα του. Αν άρεσε στον Θεό, γιατί τον βασάνισε τόσο; Η μητέρα δεν είχε κάνει ηθική ζωή – το είχα καλά αντιληφθή. Είχε όμως όσα αγαθά μπορεί κανείς να επιθυμήση, υγεία, καλοπέρασι, πολλές γνωριμίες κι΄ έφυγε ευχαριστημένη από τον κόσμο, μπορεί να πη κανείς.

Όσο πιό πολύ συλλογιζόμουν το πράγμα κι΄ έκανα με το μικρό μυαλό μου σύγκρισι, τόσο περισσότερο έκλινα η ταλαίπωρη ν΄ ακολουθήσω τη ζωή της μητέρας. Ο φιλάνθρωπος Θεός όμως με σπλαγχνίσθηκε και μ΄ωδήγησε στον ίσιο δρόμο, μ΄ αυτό τον παράδοξο τρόπο:

Μιά νύχτα, που έπεσα να κοιμηθώ, κάνοντας πάλι τις ίδιες σκέψεις, είδα ένα αποκαλυπτικό όνειρο. Ένοιωσα, ξαφνικά, ν΄ανοίγη η πόρτα του δωματίου μου και να μπαίνει μέσα ένας νέος με φωτεινό πρόσωπο κι΄ αφάνταστα μεγαλοπρεπής. Ήλθε κοντά μου. Μου έρριξε βλέμμα διαπεραστικό, σαν να ήθελε να ερευνήση τα πιό απόκρυφα της καρδιάς μου.

- Τί σκέπτεσαι; με ρώτησε με φωνή ασυνήθιστα αυστηρή αλλά μελωδική.

Ξαφνιάστηκα, τρόμαξα και κόπηκε η μιλιά μου. Εκείνος επέμενε:

- Φανέρωσε ευθύς τις σκέψεις σου.

Όσο πιό αυστηρός γινόταν ο άγνωστος εξεταστής, τόσο εγώ παρέλυα από φόβο. Αφού δεν έπαιρνε απάντησι, φανέρωσε μονάχος τις σκέψεις που τόσο με βασάνιζαν. Μου έλεγε με ακρίβεια το κάθε τι που είχε περάσει από το νου μου και που εγώ γνώριζα, ώστε δεν μπορούσα ν΄ αρνηθώ, ούτε να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Έπεσα τότε σαν κατάδικη στα πόδια του και τον παρακαλούσα με λυγμούς να με συγχωρήση. Έδειξε πως με λυπήθηκε, γιατί άλλαξε αμέσως ύφος.

- Ακολούθησέ με, πρόσταξε.

Με πήρε από το χέρι και, σαν αστραπή, μ΄ έφερε σε μιά απέραντη πεδιάδα γεμάτη φως και ομορφιά. Δε θα επιχειρήσω να την περιγράψω, γιατί δεν περιγράφονται τ΄ απερίγραπτα. Ευτυχισμένα όντα απολάμβαναν με γαλήνη τα υπερκόσμια εκείνα κάλλη. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον πατέρα μου. Με είδε κι΄ εκείνος. Ήλθε κοντά μου. Με πήρε στην αγκαλιά του. Πόση ασφάλεια και ευτυχία ένοιωσα εκεί μέσα! Δεν ήθελα ποτέ πια να τον αποχωριστώ! Σφίχτηκα επάνω του και τον παρακαλούσα να μη μ΄ αφήση να φύγω.

- Κράτησέ με για πάντα κοντά σου, καλέ μου πατέρα.

- Τώρα δε γίνεται αυτό που ζητάς.

Η φωνή του έγινε σοβαρώτερη.

Αν ακολουθήσης τα ίχνη μου, θα ετοιμάσης εδώ διαμονή. Από τη θέλησί σου εξαρτάται.

Με κύτταξε με τρυφερότητα κι΄ εφίλησε τα μάτια μου για να σκουπίση τα δάκρυά μου. Ο συνοδός μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω πάλι. Εγώ όμως δεν εννοούσα να φύγω από την αγκαλιά του πατέρα μου. Τότε εκείνος ήλθε και με τράβηξε από το χέρι.

- Είναι ανάγκη, είπε, να ιδής και τη μητέρα σου.

Τον ακολούθησα, λυπημένη που με χώρησε από την ευτυχία μου. Τώρα κατεβαίναμε. Κατεβαίναμε όλο και πιό βαθειά σ΄ ένα τόπο ακάθαρτο, σκοτεινό, πληκτικό. Κόπηκε η αναπνοή μου από τη βρωμιά και το φόβο. Τερατώδεις μορφές περιφέρονταν παντού. Δυστυχισμένες ψυχές βασανίζονταν, χωρίς οίκτο, από φλόγα άσβεστη. Ανάμεσά τους είδα τη μητέρα μου, βυθισμένη ως το λαιμό σ΄ εκείνο που μου φάνηκε σαν βρωμερή λάβα. Οι κραυγές της έβγαιναν σπαρακτικές, οι στεναγμοί της αδιάκοποι, το τρομερό τρίξιμο των δοντιών ξέσκιζε την καρδιά σου. Θα μ΄ αναγνώρισε, γιατί ξέσπασε σε ασυγκράτητο θρήνο.

- Αλλοίμονο, σε μένα την αθλία. Να τι κέρδισα για τόσο λίγη ηδονή. Απελπισία και βάσανα χωρίς τέλος. Λόγια απεγνωσμένα. Κόντευα να μείνω νεκρή από την θλίψι μου. Η δυστυχισμένη μητέρα μου γύρισε και με είδε.

- Λυπήσου, παιδί μου, εκείνη που σε γέννησε και σε μεγάλωσε, άρχισε να φωνάζει απελπισμένα. Άπλωσε το χέρι σου να με βγάλης απ΄ αυτή την οδύνη.

Τί να έκανα; Σπάραζε η ψυχή μου από τη λύπη. Άπλωσα το χέρι, νομίζοντας πως μπορούσα να βοηθήσω εκείνη που με είχε φέρει στον κόσμο. Μα ένοιωσα τέτοιο πόνο αγγίζοντας την λάβα, που ξέσπασα σε δυνατές κραυγές. Αναστάτωσα τη γειτονιά. Σε λίγο το σπίτι γέμισε κόσμο. Με βρήκαν σε κακά χάλια. Πολλοί νόμιζαν πως είχα χάσει τα λογικά μου. Ήταν αδύνατον να εξηγήσω τί μου συνέβαινε. Έδειχνα τη φοβερή πληγή που μου άφησε στο χέρι εκείνο το κάψιμο, για να τους δώσω να καταλάβουν πως εξ΄αιτίας της βασανιζόμουν. Έμεινα πολύ καιρό στο κρεβάτι, βαρειά άρρωστη. Όταν με τη Χάρι του Θεού, έγινα καλά, ακολούθησα χωρίς δισταγμό το δρόμο του πατέρα μου κι΄ελπίζω στο έλεος του Κυρίου μου πως θα με σώση και θα με αξιώση να συμμεριστώ την ευτυχία του.

Εκ του Γεροντικού

http://imociosefraimsyr.gr/empiries.html

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2023

Διδαχές Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ

 


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Όσοι αληθινά απεφάσισαν να υπηρετήσουν τον Κύριο, πρέπει να καταγίνονται στη μνήμη του Θεού και στην αδιάλειπτη και νοερά επίκληση του ονόματος Του: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό». Τις ώρες που ακολουθούν μετά το γεύμα μπορεί κανείς να προσεύχεται ως εξής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, πρεσβείαις της Θεοτόκου ελέησόν με τον αμαρτωλό». Μπορεί επίσης να καταφεύγει ιδιαιτέρως στη Θεοτόκο: «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς» ή να λέει τον αρχαγγελικό ασπασμό: «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία…» Με αύτη την απασχόληση όχι μόνο διατηρούμε ειρηνική τη συνείδησή μας, αλλά μπορούμε να πλησιάσουμε τον Θεό και να ενωθούμε μαζί Του. Διότι, κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, δεν μπορούμε να πλησιάσουμε με άλλο τρόπο τον Θεό, έκτος από την αδιάλειπτη προσευχή.

Τα είδη της προσευχής περιγράφει πολύ καλά ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Όσο για την αξία της ο ιερός Χρυσόστομος λέει: «Μεγάλο το όπλο της προσευχής· είναι θησαυρός ατίμητος, πλούτος αδαπάνητος, λιμάνι αχείμαστο, πρόξενος της ησυχίας , ρίζα, πηγή και μητέρα πλήθους καλών έργων».

Όταν προσεύχεσαι στον ναό, να στέκεσαι σε στάση προσοχής. Σ’ αυτό θα βοηθηθείς αν έχεις τα μάτια κλειστά. Να τα ανοίγεις μόνο όταν σε κυριεύει η νύστα και η ακηδία. Τότε να προσηλώνεις το βλέμμα σου σε κάποια εικόνα και στο κερί που καίει μπροστά της.

Αν αιχμαλωτισθείς την ώρα της προσευχής από λογισμούς, ταπεινώσου και ζήτησε συγχώρηση λέγοντας: «Αμάρτησα, Κύριε, με τον λόγο, τον νου, την πράξη και με όλες μου τις αισθήσεις».

Αγωνίζου διαρκώς εναντίον της διασπάσεως του νου. Διαφορετικά η ψυχή σου, με την ενέργεια του διαβόλου, θα ξεφύγει από τη μνήμη και την αγάπη του Θεού, καθώς λέει ο άγιος Μακάριος: «Όλη η φροντίδα του αντιπάλου μας έγκειται στο να απομακρύνει τον λογισμό μας από τη μνήμη του Θεού, από τον φόβο και την αγάπη μας προς Αυτόν».

Όταν ο νους και η καρδιά ενωθούν στην προσευχή και οι λογισμοί δεν διασκορπίζονται, τότε η θεία χάρη φωτίζει και θερμαίνει την ψυχή και μια μυστική αγαλλίαση και ειρήνη πλημμυρίζει όλο τον εσωτερικό άνθρωπο. Οφείλουμε να ευχαριστούμε για όλα το Θεό και να παραδίδουμε τον εαυτό μας στο θέλημά Του. Οφείλουμε επίσης να αναφέρουμε σ’ Αυτόν όλους τους λογισμούς, τους λόγους και τις πράξεις μας και να προσπαθούμε, ώστε να υπηρετούν όλα μόνο το θέλημά Του.

Η ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ

 Μη κατακρίνεις κανένα, κι αν ακόμα τον βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια να αμαρτάνει. Λέει ο Κύριος: «Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε»

Γιατί κρίνουμε τους αδελφούς μας; Διότι δεν προσπαθούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Όποιος καταγίνεται με τη γνώση του εαυτού του δεν προλαβαίνει να παρατηρεί τους άλλους. Κατάκρινε τον εαυτό σου και θα παύσεις να κατακρίνεις τους άλλους.

Να κρίνεις την κακή πράξη, όχι αυτόν που την έκανε. Πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας αμαρτωλότερο απ’ όλους. Πρέπει να συγχωρούμε κάθε κακό του πλησίον και να μισούμε μόνο τον διάβολο που τον παρέσυρε.

Συμβαίνει κάποτε να μας φαίνεται ότι ο άλλος κάνει μια κακή πράξη. Στην πραγματικότητα όμως η πράξη αυτή μπορεί να είναι καλή, επειδή γίνεται με αγαθή πρόθεση. Η θύρα της μετανοίας είναι ανοικτή για όλους, και δεν γνωρίζουμε ποιός θα τη διαβεί πρώτος, εσύ ή αυτός που κατακρίνεις.

«Όταν κατακρίνεις τον πλησίον, διδάσκει ο όσιος Αντίοχος, τότε κρίνεσαι μαζί του κι εσύ γι’ αυτό που τον κρίνεις. Η κρίση και η κατάκριση δεν ανήκουν σ’ εμάς, αλλά μόνο στο Θεό, τον μεγάλο Κριτή, που γνωρίζει την καρδιά μας και τα κρυφά πάθη της φύσεώς μας».

Η κατάκριση φέρνει την εγκατάλειψη του Θεού. Κι όταν ο Θεός εγκαταλείψει τον άνθρωπο στις δικές του μόνο δυνάμεις, ο διάβολος είναι έτοιμος να τον συνθλίψει, όπως η μυλόπετρα αλέθει το σιτάρι.

Ας έχουμε πάντοτε στον νου μας τα λόγια του Αποστόλου: «Ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση». Γιατί είναι άγνωστο πόσο καιρό θα μπορέσουμε να παραμείνουμε στην αρετή. Όταν κάποιος σε προσβάλει με οποιοδήποτε τρόπο, δεν πρέπει να τον εκδικηθείς, αλλ’ αντιθέτως να τον συγχωρήσεις από την καρδιά σου. Κι αν η καρδιά σου αντιστέκεται, να την κάμψεις έχοντας πίστη στο λόγο του Κυρίου: «Εάν μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών».

Δεν πρέπει να διατηρούμε στη καρδιά μας κακία ή μίσος για τον άλλο, έστω κι αν μας εχθρεύεται. Οφείλουμε να τον αγαπάμε, κι όσο μπορούμε να τον ευεργετούμε σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κυρίου: «Αγαπάτε τούς εχθρούς υμών». Αν αγωνισθούμε κατά τη δύναμή μας να εκπληρώσουμε την εντολή αυτή, τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα λάμψει στη καρδιά μας το θείο φώς, που θα μας φωτίζει τον δρόμο προς την άνω Ιερουσαλήμ,

Ας θελήσουμε να μοιάσουμε στα αγαπημένα παιδιά του Θεού. Ας ζηλέψουμε την πραότητα του Δαβίδ, για τον οποίο είπε ο υπεράγαθος και φιλάγαθος Κύριος ότι βρήκε άνθρωπο που Τον ευαρεστεί και τηρεί όλες τις εντολές Του.

Έτσι εκφράζεται για τον Δαβίδ, τον αμνησίκακο και αγαθό προς τους εχθρούς του. Γι’ αυτό κι εμείς δεν πρέπει με κανένα τρόπο να εκδικηθούμε τον αδελφό μας, αν θέλουμε, κατά τον όσιο Αντίοχο, να μη συναντήσουμε εμπόδιο την ώρα της προσευχής.

Ο νόμος προστάζει να μεριμνούμε για το υποζύγιο του εχθρού. Για τον Ιώβ έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Θεός ότι ήταν άνθρωπος άκακος. Ο Ιωσήφ δεν εκδικήθηκε τους αδελφούς του, που επιχείρησαν να τον σκοτώσουν. Ο Άβελ πήγε στον αδελφό του Κάϊν με απλότητα και χωρίς υποψίες.

Όπως μαρτυρεί ο λόγος του Θεού, όλοι οι άγιοι έζησαν με ακακία. Ο Θεός μας έδωσε εντολή να έχουμε έχθρα μόνο εναντίον του «όφεως», ο όποιος απάτησε εξ αρχής τον άνθρωπο και τον έδιωξε από τον Παράδεισο, δηλαδή εναντίον του ανθρωποκτόνου διαβόλου. Έδωσε επίσης ο Κύριος εντολή να έχουμε έχθρα εναντίον των Μαδιανιτών, δηλαδή των ακαθάρτων πνευμάτων της ασωτίας και υψηλοφροσύνης, που σπείρουν στην καρδιά τους αισχρούς λογισμούς.

Το όριο της αρετής και της σοφίας είναι να ενεργούμε πάντοτε με διάκριση και ανεξικακία, χωρίς πονηρία και υστεροβουλία.

 (Αρχιμ. Τιμοθέου, Καθηγουμένου Ι. Μ. Παρακλήτου. «Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ» – σύντομες διδασκαλίες. Εκδ. Ι.Μ.Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1988)

http://www.diakonima.gr/2010/01/02/%CE%B4%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CF%87%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%AF%CE%BC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%86-2-%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF/

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023

Η ΧΑΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ…


                Μια ματιά να ρίξει κάποιος στο διαδίκτυο, κάτω από ειδήσεις, θα διαπιστώσει στους σχολιασμού μία άνευ προηγουμένου τοξικότητα. Δημόσια πρόσωπα δεν κρίνονται για τις πράξεις τους στο επίπεδο του ήθους, αλλά κατακρίνονται με χαρακτηρισμούς οι οποίοι πόρρω απέχουν από τους κανόνες ενός ευπρεπούς διαλόγου. Σαν να διαβάζεις φωνασκίες εφήβων, οι οποίοι εκτονώνουν το κρεσέντο των ορμονών τους. Και ο δημόσιος λόγος κανονικά έχει ως χαρακτηριστικό του την επωνυμία. Αναλαμβάνω την ευθύνη γι'  αυτό που λέω και το δηλώνω με το όνομά μου. Αν θέλω να κρίνω, πρέπει να είμαι έτοιμος και να κριθώ. Εδώ όμως βρισκόμαστε στην αποθέωση της κρυψίνοιας. Ο κρίνων χρησιμοποιεί ψευδώνυμα.  Σαν να φοβάται όχι για την ακεραιότητά του, αλλά για την ποιότητα της σκέψης του. Γιατί είναι σκληρή η αλήθεια γι'  αυτόν που δεν έχει επιχειρήματα αλλά μόνο κραυγάζει.

                Όμως το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην ανωνυμία των τρολ του Διαδικτύου. Γίνεται χαρακτηριστικό στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων. Μας περιτριγυρίζουν τοξικοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν μπορούν ή δεν έχουν μάθει να χαίρονται με την χαρά των άλλων, με τις ικανότητές τους και τα επιτεύγματά τους, με την αποδοχή από τους συνανθρώπους τους. Κι επειδή δεν χαίρονται οι ίδιοι και οι ίδιες, σπεύδουν να αρνηθούν το δικαίωμα στην χαρά και στους άλλους. Είναι σαν να τους λένε: "δεν θέλω να ζήσεις την χαρά, γιατί εγώ δεν την ζω". Και έχουν αποδοχή αυτοί οι άνθρωποι. Είναι είρωνες και σαρκαστικοί. Είναι, συχνά, χαρισματικοί. Έχουν όμως μέσα τους μία ναρκισσιστική διάθεση για τον εαυτό τους, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπουν ούτε σ' εκείνον ούτε στον πλησίον τους να μπορεί να αφεθεί στις χαρές των μικρών πραγμάτων, όπως και των μεγαλύτερων που έχουν να κάνουν με χαρίσματα και συγκυρίες.

                Παλιά οι άνθρωποι αυτοί περιορίζονταν στην γειτονιά. Ήταν οι γεροντοκόρες, οι οποίες για λόγους που δεν εξηγούνταν πάντοτε, δεν μπορούσαν να κάνουν οικογένεια. Έτσι, έβγαζαν κακία σε όσες κοπέλες είχαν σχέση και προχωρούσαν στην ζωή τους. Ήταν οι φθονεροί, τύπου Σαλιέρι, που έβλεπαν τους Μότσαρτ της ζωής να πετυχαίνουν με το ταλέντο και τις συγκυρίες που ευνοούσαν. Ήταν  όμως και εκείνοι που παρέμεναν ανικανοποίητοι στην ζωή τους, σαν να τους χρωστούσε εκείνη κάτι, εκείνοι που είχαν μέσα τους τραύματα από απορρίψεις είτε της οικογένειας είτε εκείνων στους οποίους επένδυσαν είτε λόγω των δικών τους δυνατοτήτων που  δεν έφταναν για παραπάνω, με αποτέλεσμα να αισθάνονται φθόνο για όσους πετύχαιναν, μολονότι οι ίδιοι κάποτε πετύχαιναν περισσότερα κι από τους άλλους. Δεν τους αρκούσε όμως αυτό. Έπρεπε να μειωθούν οι άλλοι. Σαν εκείνο τον αρχαίο τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο, που έκοβε τα στάχυα που ξεχώριζαν, δηλαδή εκείνους που βρίσκανε αγάπη από τον λαό, μην τυχόν και του πάρουν την θέση. Έτσι και οι τοξικοί άνθρωποι. Μειώνουν  όσους πετυχαίνουν κάτι, μόνο και μόνο για να μη φανούν κατώτεροι.

                Η Εκκλησία μάς ζητά να αποφεύγουμε τον φθόνο. Τον θεωρεί βαρύτατο αμάρτημα, όχι μόνο διότι συνεπάγεται την κατάργηση της αγάπης, αλλά και γιατί στο σώμα του Χριστού χωρούμε όλοι. Η ενότητα έρχεται μέσα από την ταπείνωση. Και ταπεινός είναι αυτός που χαίρεται με την χαρά και την πρόοδο του άλλου, ακριβώς διότι νιώθει πως ο πλησίον είναι ο αδελφός του. Θέλει αγώνα εντός και υπομονή, ώστε  η τοξικότητα να μη μας καταπιεί.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύτηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 11 Ιανουαρίου 2023

https://themistoklismourtzanos.blogspot.com/2023/01/blog-post_10.html