Δευτέρα, 3 Μαΐου 2021

Το βράδυ της Ανάστασης μπήκαν Λύκοι στο μαντρί.



Χριστός Ανέστη! Λάβαμε την παρακάτω ιστορία σε μήνυμα.

 Θυμάμαι, το  Μεγάλο Σάββατο, το 1970 κάτι θαυμαστό που συνέβη εδώ στον διπλανό συνοικισμό. 

Όταν χτύπησε η καμπάνα της Εκκλησιάς, για την Ανάσταση, όλο το χωριό, κατά οικογένειες, 

ξεκίνησε για την Εκκλησιά. 

Μαζί τους ανέβαιναν και ο γερο-Γεωργακός, 

ο μεγαλοκτηνοτρόφος, με την οικογένειά του. 

Μόλις πέρασαν τη μεγάλη ανηφόρα, άκουσαν, μέσα στην ησυχία της νύχτας, 

πέρα στα μαντριά του Γεωργακού, μεγάλο θόρυβο. 

Ο Γεωργακός έκαμε λίγο πιο πέρα και έβαλε αυτί για ν’ ακούσει καλύτερα τι συμβαίνει. 

Μαζί του στάθηκαν και άλλοι χωριανοί. 

- "Λύκοι μπήκαν στο μαντρί μου, είπε. 

Απόψε διάλεξαν να το κάνουν. 

Ξέρω εγώ, ο σατανάς τους έστειλε για να με εμποδίσει να πάω στην Ανάσταση, 

αλλά, έννοιά του, δεν θα του κάνω το χατίρι... "


Κοίταξε πέρα προς τα μαντριά και φώναξε δυνατά: 

«Απόψε προβατάκια μου σας δίνω του Θεού μου». 


Και στρέφοντας το πρόσωπό του στους συνοδοιπόρους του χωριανούς, τους είπε: 

- "Εγώ θα πάω στην Εκκλησιά να ακούσω το «Χριστός Ανέστη», που τόσο πολύ το περιμένω και το λαχταρώ. 

Θέλω να Λειτουργηθώ με την οικογένειά μου και να Κοινωνήσουμε τα Άχραντα Μυστήρια. 

Πενήντα μέρες ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη αυτή νύχτα, δεν τη χάνω με τίποτα! "

- "Τί είναι αυτά που λες Γεωργακέ; "του είπαν οι πλησιέστεροι συνοδοιπόροι του. 

"Τρέξε γρήγορα να γλυτώσεις τα πρόβατά σου και να σώσεις την περιουσία σου που με πολλούς και πολύχρονους κόπους έφτιαξες. 

Φύγε γρήγορα, μη χασομεράς. Κάθε λεπτό που περνάει η ζημιά που σου κάνουν οι λύκοι γίνεται και πιο μεγάλη. Σκέψου, σε παρακαλούμε, την οικογένειά σου που ζει απ’ αυτά τα πρόβατα... "

- "Ένα να μην μείνει, "τους αποκρίθηκε ο τσέλιγκας, 

"εγώ θα πάω στην Ανάσταση και ό,τι θέλει ο Θεός ας γίνει.."


Αυτά είπε και κίνησε για το ναό, σκορπίζοντας σ’ όλους τους συγχωριανούς του τον θαυμασμό για τη μεγάλη του πίστη! 

Στην Εκκλησιά, πρώτος και καλύτερος ο τσέλιγκας! Στεκόταν, αγέρωχος, στο στασίδι του κρατώντας στα χέρια του την ολοφώτεινη λαμπάδα του, 

που με το φως της χάϊδευε το ρυτιδωμένο πρόσωπό του. 

Στο κάλεσμα του ιερέα

: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», πήγε πρώτος αυτός 

και μαζί του ιεραρχικά όλη η φαμελιά του και Κοινώνησαν τα Άχραντα Μυστήρια. 

Όταν ο λειτουργός διάβαζε τον Κατηχητικό Λόγο του Ιερού Χρυσοστόμου, ο Γεωργακός στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη και άκουγε με προσοχή. 

Στα λόγια του παπά: «Ο Άδης, φησίν, επικράνθη», επαναλάμβανε το «επικράνθη» 

με πείσμα και θυμό, λες και εκδικιόταν τον Άδη και μαζί του τον διάβολο, με τη σκοτεινή δυναστεία του. 

Και όταν το κείμενο έφτασε στο: «Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται», 

ο τσέλιγκας, στην κάθε επανάληψη του «Ανέστη», 

φώναζε δυνατά και θριαμβευτικά, με φωνή που σκέπαζε εκείνες των συνεορταστών του, το δικό του «Ανέστη». 

Παρότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, ο τρόπος που αντιδρούσε στο άκουσμα των ρημάτων «επικράνθη και Ανέστη», 

έδειχνε πως όχι μόνον τα καταλάβαινε, αλλά κυριολεκτικά τα βίωνε μέσα στην ψυχή του. 

Χωρίς, δηλαδή, να το ξέρει, θεολογούσε!... 

Βγαίνοντας από την Εκκλησιά, αφού είπε το «Χριστός Ανέστη» με τη φαμελιά του και τους χωριανούς και άκουσε το «Αληθώς Ανέστη», 

κίνησε για το σπίτι του, γεμάτος αναστάσιμη χαρά και αγαλλίαση. 

Όταν έφτασαν στο σπίτι, αφού πρώτα άναψαν το καντήλι με το Αναστάσιμο Φως, 

έστρωσαν τραπέζι για να φάνε την παραδοσιακή μαγειρίτσα και να τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό. 


Αφού φάγανε και οι άλλοι αποσύρθηκαν για ύπνο, ο Γεωργακός, που δεν τον χωρούσε ο τόπος, 

πήρε την γκλίτσα του και βγήκε από το σπίτι για να πάει στα μαντριά να δει τι ζημιά του έκαναν οι λύκοι και πόσα από τα πρόβατα του απόμειναν. 

Ανέβαινε τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στις στάνες του, με γρήγορο βηματισμό, 

έχοντας διαρκώς το νου του στα ζωντανά του. 

Όταν έφτασε πολύ κοντά τον ανησύχησε η μεγάλη ησυχία που επικρατούσε εκεί. 

«Άϊντε, είπε, πάνε τα προβατάκια μου, δεν θα γλύτωσε κανένα», 

και μ’ αυτές τις σκέψεις, μπήκε στο μαντρί. 

Εκεί, έζησε όλο το θαύμα της Ανάστασης. 

Τα πρόβατά του είχαν στριμωχθεί όλα μαζί στην αριστερή πλευρά του μαντριού, 

ακίνητα, σαν μαρμαρωμένα. 

Στην άλλη πλευρά, είδε να γυαλίζουν, μέσα στο σκοτάδι, τέσσερα μάτια. 


Πάνω στα ξερά χορτάρια που στρώνουν οι βλάχοι για να 'ναι τα ζωντανά τους στεγνά και ζεστά, κάθονταν, σαν τα ήμερα σκυλιά, δύο λύκοι και τον κοίταζαν!

Συγκλονισμένος απ’ αυτό που έβλεπε, πήγε αθόρυβα και άνοιξε τη μαντρόπορτα. 

Ύστερα, στάθηκε λίγο παράμερα και για να διώξει τους λύκους, 

κτύπησε με δύναμη τις παλάμες των χεριών του. 

Οι λύκοι πετάχτηκαν αμέσως έξω απ’ το μαντρί και εξαφανίστηκαν. 

Ο Γεωργακός τότε στράφηκε προς τα πρόβατα. 

Τα μέτρησε ένα προς ένα και ω του θαύματος! 

Τα βρήκε όλα, όχι μόνο ζωντανά και σωστά στον αριθμό, αλλά και ανέγγιχτα! 

Οι λύκοι, δηλαδή δεν τα είχαν ακουμπήσει! 

Ούτε καν μια σταλαγματιά αίματος δεν βρέθηκε πάνω στο μαλλί τους και στο δάπεδο! 

Ο πολύπειρος βοσκός, που στα τόσα χρόνια που φρόντιζε τα πρόβατά του, γνώρισε και άλλες τέτοιες «επισκέψεις», που όλες είχαν το κόστος τους, 

άλλες μικρό και άλλες μεγάλο, 

κατάλαβε πως αυτό που του συνέβηκε την Αναστάσιμη αυτή νύχτα, ήταν Θεία παρέμβαση! 

Χωρίς καμιά, γι’ αυτόν, αμφιβολία, ο Αναστάς Κύριος φίμωσε τα στόματα των λύκων και προστάτευσε τα πρόβατά του. 


Γι’ αυτό, πήγε και γονάτισε ανάμεσά τους και αφού έκανε τρεις φορές τον σταυρό του, φώναξε θριαμβευτικά: «Χριστός Ανέστη»! 

Και τότε, ω των θαυμασίων Σου Κύριε, όπως έλεγε στους χωριανούς του, 

άκουσε τα πρόβατα να του αποκρίνονται, με ανθρώπινη φωνή

: «Αληθώς Ανέστη»!!! 


«Τέτοιοι άνθρωποι, παιδί μου, ζούσαν στα χωριά μας εκείνα τα χρόνια!», είπε ο μπάρμπα-Θανάσης τελειώνοντας την ιστορία του, «άνθρωποι, φτωχοί μεν, αλλά αληθινοί Χριστιανοί, με μεγάλη πίστη και ευσέβεια». 


💐Διήγηση Μπάρμπα - Θανάσης Παπαντώνης


 Ακόμα και αν διαλύεται το σύμπαν....

Κυριακή, 2 Μαΐου 2021

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἀληθῶς Ἀνέστη»

 

πλάνη πάντα ατοκαταστρέφεται καί, παρόλο πο δν τ θέλει, στηρίζει σ λα τν λήθεια.

Πρόσεξε: πρεπε ν᾿ ποδειχθε τι Χριστς πέθανε κα τάφηκε κα ναστήθηκε.

, λοιπν λα ατ τ κατοχυρώνουν ο διοι ο χθροί!

φ᾿ σoν φραξαν μ τν βράχο κα σφράγισαν κα φρούρησαν τν τάφο, δν ταν δυνατ ν γίνει καμία κλοπή.

φο μως δν γινε κλοπ κα ν τούτοις τάφος βρέθηκε δειος, εναι λοφάνερο κα ναντίρρητο τι ναστήθηκε. Εδες πς κα μ θέλοντας στηρίζουν τν λήθεια;

λλ κα πότε θ τν κλεβαν ο μαθηταί; Τ Σάββατο;

Μ φο δν πιτρεπόταν π τν νόμο ν κυκλοφορήσουν. Κι ν ποθέσουμε τι θ παραβίαζαν τν νόμο το Θεο,

πς θ τολμοσαν ατο ο τόσο δειλο ν βγον ξω π᾿ τ σπίτι;

Κα μ ποο θάρρος θ ριψοκινδύνευαν γι να νεκρό;

Προσμένοντας ποία νταπόδοση; Ποία μοιβή;

Κα στ᾿ λήθεια, πο στηρίζονταν;

Στ δεινότητα το λόγου τους;

λλ ταν π᾿ λους μαθέστεροι.

Στ πολλά τους πλούτη;

λλ δν εχαν οτε ραβδ οτε ποδήματα.

Μήπως στν νδοξη καταγωγή τους;

λλ ταν ο σημότεροι το κόσμου.

Μήπως στ πλθος τους;

λλ δν ξεπερνοσαν τος νδεκα, πο κι ατο σκόρπισαν.

ν κορυφαος τους φοβήθηκε τν λόγο μις γυναίκας θυρωρο κι λοι ο λλοι,

ταν εδαν τν Διδάσκαλό τους δεμένο,

σκόρπισαν κα διαλύθηκαν,

πς θ τος περνοσε κν π᾿ τν νο ν τρέξουν στ πέρατα τς οκουμένης κα ν φυτέψουν πλαστ κήρυγμα ναστάσεως;

φο φοβήθηκαν τ γυναικεία πειλ κα τ θέα μόνο τν δεσμν, πς θ μποροσαν ν τ βάλουν μ βασιλες κα ρχοντες κα λαούς, που ξίφη κα τηγάνια κα καμίνια κα μύριοι θάνατοι κάθε μέρα, ν δν εχαν πολαύσει κα οκειοποιηθε τ δύναμη κα τν λξη το ναστάντος;

λλ γι᾿ ατ πρέπει ν πανέλθουμε.

ς ξαναρωτήσουμε μως τώρα τος βραίους:

Πς κλεψαν τ σμα το Χριστο ο μαθηταί, νόητοι;

πειδ λήθεια εναι λαμπρ κα λοφάνερη, τ ουδαϊκ ψέμα δν μπορε οτε σν σκιά, ν σταθε.

Πς θ τ κλεβαν, πο εχαν τν ποψία κα γρυπνοσαν κα πρόσεχαν;

Μ κα γι ποο λόγο θ τ κλεβαν;

Γι ν πλάσουν τ δόγμα τς ναστάσεως;

Κα πς τος ρθε ν πλάσουν κάτι τέτοιο ατο ο δειλοί;

Κα πς κύλησαν τν σφαλισμένο βράχο;

Πς ξέφυγαν π τόσους γρυπνους κι γριους φρουρούς;

Πρόσεξε μως πς μ σα κάνουν ο βραοι πιάνονται πάντα στ δια τους τ δίχτυα.

Νά, ν δν πήγαιναν στν Πιλάτο κι ν δν ζητοσαν τν κουστωδία, πι εκολα θ μποροσαν ν λένε τέτοια ψεύδη ο διάντροποι.

Μ τώρα χι.

(πρχε κουστωδία. Κανες δν μποροσε ν γλιτώσει π᾿ τν γρυπνη προσοχή της κι π᾿ τ ξίφη της).

Κι πειτα γιατί ν μν κλέψουν τ σμα νωρίτερα;

σφαλς ν εχαν σκοπ ν κάνουν κάτι τέτοιο,

θ τ καναν ταν δν φρουρετο τάφος,

τότε πο ταν κα κίνδυνο κα σίγουρο, δηλ. τν πρώτη νύχτα- γιατ τ Σάββατο πγαν ο βραοι στν Πιλάτο κα ζήτησαν τν κουστωδία κα φρούρησαν τν τάφο, ν, τν πρώτη νύχτα δν ταν κανένας κε.

Κα τί γυρεύουν στ δαφος τ σουδάρια ποτισμένα μ τ σμύρνα, πο βρκαν, τυλιγμένα μάλιστα, Πέτρος κα ο λλοι πόστολοι;

Εχε πάει πρώτη Μαγδαλην Μαρία.

Κι ταν γύρισε κα νήγγειλε τ θαυμαστ συμβάντα στος πόστολους, κενοι χωρς καθυστέρηση τρέχουν μέσως στ μνημεο κα βλέπουν κάτω τ θόνια.

Ατ ταν σημεο ναστάσεως.

Γιατί ν θελαν κάποιοι ν τν κλέψουν,

δν θ τν κλεβαν βέβαια γυμνό.

Ατ θ ταν χι μόνο τιμωτικ λλα κα νόητο.

Δν θ κοίταζαν ν ξεκολλήσουν τ σουδάρια,

ν τ τυλίξουν μ πιμέλεια κα ν τ βάλουν τακτοποιημένα σ᾿ να μέρος.

λλ τί θ καναν;

Θ᾿ ρπαζαν πως-πως τ σμα κα θφευγαν γρήγορα.

Γι᾿ ατ λλωστε προηγουμένως Εαγγελιστς ωάννης επε τι τν θαψαν μ πολλ σμύρνα πο κολλάει τ θόνια πάνω στ σμα, πως τ μολύβι τ μέταλλα, κα δν ταν καθόλου εκολο ν ξεκολλήσουν στε ταν κούσεις τι τ σουδάρια βρέθηκαν μόνα τους, ν μν νεχθες κείνους πο λένε τι κλάπη. θ πρέπει ν ταν βέβαια πολ λίθιος κλέφτης, στε ν σπαταλήσει γι να περιττ πράγμα τόση προσπάθεια.

Γι ποο σκοπ θ᾿ φηνε τ σουδάρια;

Κα πς ταν δυνατ ν ξεφύγει τν ρα πο θ κανε ατη τν ργασία;

Γιατ σφαλς θ δαπανοσε πολ χρόνο κα ταν φυσικ καθυστερώντας ν συλληφθε π᾿ ατοφώρ.

λλ κα τ θόνια γιατί κείτονται χωριστ κα χωριστ τ σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα;

Γι ν βεβαιωθες τι δν ταν ργο βιαστικν οτε νήσυχων κλεφτν τ ν τοποθετήσουν χωριστ κενα κα χωριστ τοτο τυλιγμένο.

Κι π δ λοιπν ποδεικνύεται πίθανη κλοπή.

λλωστε κα ο διοι ο βραοι τ σκέφθηκαν λα ατ κα γι᾿ ατ δωσαν χρήματα στος φρουρος λέγοντας: «Πετε σες πς τν κλεψαν, κι μες θ τ κανονίσουμε μ τν γεμόνα».

ποστηρίζοντας τι ο μαθητα τν κλεψαν πικυρώνουν κα μ᾿ ατ πάλι τν νάσταση, γιατ τσι μολογον πάντως τι τ σμα δν ταν κε.

ταν μως ατο ο διοι βεβαιώνουν τι τ σμα δν ταν κε, ν πα τν λη μερι κλοπ ποδεικνύεται ψευδς κα πίθανη π τ σχολαστικ φρούρηση κα τς σφραγίδες το τάφου κα τ θόνια κα τ σουδάριο κα τ δειλία τν μαθητν, ναμφισβήτητα προβάλλει κα π τ δικά τους τ λόγια πόδειξη τς ναστάσεως.

Ρωτνε μως πολλοί: Γιατί μόλις ναστήθηκε ν μ φανερωθε μέσως στος ουδαίους;

Ατς λόγος εναι περιττός.

ν πρχε λπίδα ν τος λκύσει στν πίστη, δν θ᾿ μελοσε ν φανερωθε σ λους.

λλ τι δν πρχε τέτοια λπίδα τ πέδειξε νάσταση το Λαζάρου: ν κα ταν δη τέσσερις μέρες νεκρς κα εχε ρχίσει ν μυρίζει κα ν σαπίζει, τν νέστησε μπροστ στ μάτια λων. Παρ τατα, χι μόνο δν λκύστηκαν στν πίστη, λλ κα ξαγριώθηκαν ναντίον το Χριστο, στε θελαν ν σκοτώσουν κι Ατν κα τν Λάζαρο.

φο λοιπν λων νάστησε κα χι μόνο δν πίστεψαν, λλ κα ξαγριώθηκαν ναντίον του, ν διος μετ τν νάσταση το τος φανερωνόταν, δν θ ξαγριώνονταν πολ περισσότερο τυφλωμένοι π τ μίσος κα τν πιστία τους;

λλ γι ν᾿ φοπλίσει τν πιστο π κάθε μφιβολία, χι μόνο σαράντα λόκληρες μέρες μφανιζόταν στος μαθητές του κα τρωγε μάλιστα μαζί τους, λα παρουσιάσθηκε κα σ πάνω π πεντακόσιους δελφούς, δηλ. σ πλθος λόκληρο. Στ Θωμ μάλιστα πo δυσπιστοσε, δειξε τ σημάδια π᾿ τ καρφι κα τ τραμα π᾿ τ λόγχη.

Κα γιατί, λένε, ν μν κάνει μετ τν νάσταση το μεγάλα κι ντυπωσιακ θαύματα, λα μόνο φαγε κα πιε; Γιατ ατ καθ᾿ αυτ νάσταση ταν τ μέγιστο θαμα, κα πι σχυρ πόδειξη τς ναστάσεως ταν τι φαγε κα πιε.

Μά, γι σκέψου, ν ο πόστολοι δν βλεπαν τν Χριστ νασταντα, πς τος ρθε ν φαντασθον τι θ κυριέψουν τν οκουμένη; Μήπως τρελάθηκαν στε ν νομίζουν τι θ κατόρθωναν κάτι τέτοιο; ν μως ταν στ λογικά τους, πως δειξαν κα τ πράγματα, πώς, χωρς ξιόπιστα χέγγυα π τος ορανος κα χωρς θεία δύναμη, πώς, πές μου, θ᾿ ποφάσιζαν ν βγον σ τόσους πολέμους, ν τ βάλουν μ στερις κα θάλασσες καί, δώδεκα λοι κι λοι, ν᾿ γωνισθον μ τόση γενναιότητα γι ν μεταβάλουν λης της οκουμένης τ θνη, πο ταν π τόσα χρόνια νέκρα π᾿ τν μαρτία;

Κα ν κόμη ταν νδοξοι κα πλούσιοι κα δυνατο κα μορφωμένοι, οτε τότε θ ταν λογικ ν ξεσηκωθον γι τόσο μεγαλεπήβολα σχέδια. λλ πιτέλους θ εχε κάποιο λόγο προσδοκία τους. Ατο μως εχαν περάσει τ ζω τος λλοι στς λίμνες, λλοι κατασκευάζοντας σκηνς κι λλοι στ τελωνεα. π᾿ ατ τ παγγέλματα δν πάρχει σχεδν τίποτε πι χρηστο κα γι τ φιλοσοφία κα γι ν πείσεις κάποιον ν σκέπτεται νώτερα, ταν μάλιστα δν χεις ν το πιδείξεις νάλογο προηγούμενο. Πόσο μλλον πο ο πόστολοι, χι μόνο δν εχαν νάλογα παραδείγματα π᾿ τ παρελθόν, τι θ πικρατήσουν, λλ ντίθετα εχαν παραδείγματα, κα μάλιστα πρόσφατα, τι δν θ πικρατήσουν.

Εχαν πιχειρήσει πολλο ν εσαγάγουν καινούργιες διδασκαλίες, λλ πέτυχαν. Κι χι μ δώδεκα νθρώπους, μ μ πολ πλθος. Θευδς κι ούδας π.χ. χοντας λόκληρες μάζες νθρώπων χάθηκαν μαζ μ τος παδούς των.

φόβος κενος θ ταν ρκετς ν τος διδάξει. λλ ς ποθέσουμε τι περίμεναν ν κυριαρχήσουν. Μ ποις λπίδες θ μπαιναν σ τέτοιους κινδύνους, ν δν πέβλεπαν στ μέλλοντα γαθά;

Τί κέρδος προσδοκοσαν μ τ ν δηγήσουν λους στν μ ναστάντα, καθς σχυρίζονται ο χθροί;

ν τώρα νθρωποι πο πίστεψαν στ βασιλεία τν ορανν κα στ μέτρητα γαθ δύσκολα δέχονται ν κινδυνέψουν, πς κενοι θ πέμεναν τ πάνδεινα ματαίως μλλον γι κακό τους; Γιατί ν δν γινε νάσταση, πο γινε, κι Χριστς δν νέβηκε στν ορανό, τότε προσπαθώντας ν τ πλάσουν λα ατ κα ν πείσουν τος λλους, μελλαν πωσδήποτε ν προκαλέσουν τν ργ το θεο κα ν περιμένουν μύριους κεραυνος π᾿ τν ορανό.

 

λλωστε κι ν κόμη εχαν μεγάλη προθυμία ταν ζοσε Χριστός, θ σβηνε μόλις πέθανε. ν δν τν βλεπαν ναστημένο, τί θ ταν καν ν τος βγάλει σ᾿ κενο τν πόλεμο; ν δν εχε ναστηθε, χι μόνο δv θ ριψοκινδύνευαν γι᾿ ατόν, μ θ τν θεωροσαν πατενα: τος εχε πε «μετ τρες μέρες θ᾿ ναστηθ» κα τος ποσχέθηκε τ βασιλεία τν ορανν. τος επε τι φο λάβουν τ γιο Πνεμα θ κυριαρχήσουν στν οκουμένη κι κόμη τόσα λλα περφυσικ κα οράνια. ν τίποτε π᾿ ατ δν γινόταν, σο κι ν τν πίστευαν ζωντανό, πεθαμένο δν θ τν πάκουαν φυσικά, ν δν τν βλεπαν ναστάντα.

Κα μ τ δίκιο τους, γιατί θ λεγαν: «Μετ τρες μέρες», μς επε, «θ᾿ ναστηθ», κα δν ναστήθηκε. ποσχέθηκε ν μς στείλει Πνεμα γιο, κα δν τ στειλε. Πς λοιπν ν τν πιστέψουμε γι τ μέλλοντα, φο διαψεύδονται τ παρόντα;

λλ γι πές μου, σ παρακαλ, γι ποο λόγο, χωρς ν᾿ ναστηθε, κήρυτταν τι ναστήθηκε; Γιατί, λέει, τν γαποσαν. Μ τ λογικ θ ταν ν τν μισον τώρα, πειδ τος ξαπάτησε κα τος πρόδωσε. ν τος ξεμυάλισε μ χίλιες δυ λπίδες κα τος χώρισε π᾿ τ σπίτια τους κι π᾿ τος γονες τους κι π᾿ λα κα ξεσήκωσε κι λόκληρο τ ουδαϊκ θνος ναντίον τους, στερα τος πρόδωσε. Κι ν μν ταν π δυναμία, θ τν συγχωροσαν. Τώρα μως ταν σωστ κακούργημα: πρεπε ν τος εχε πε τν λήθεια κα χι ν τος ποσχεθε τν ορανό, φο ταν θνητός.

στε λοιπν ταν φυσικ ν κάνουν τ ντελς ντίθετο: Ν κηρύττουν τν πάτη κα ν τν λένε πατεώνα κα μάγο. τσι θ γλίτωναν κι π τος κινδύνους κι π τος πολέμους τν ντίπαλων. λοι ξέρουν τι ο ουδαοι ναγκάστηκαν ν δωροδοκήσουν τος στρατιτες, γι ν πον τι κλεψαν τ σμα ν λοιπν πήγαιναν ο διοι ο μαθητα κι λεγαν, «μες τ κλέψαμε, δν ναστήθηκε», πόσες τιμς δν θ᾿ πολάμβαναν; στε ταν στ χέρι τους κα ν τιμηθον κα ν στεφανωθον! , λοιπν δν ναρωτιέσαι γιατί ν᾿ νταλλάξουν λα ατ μ τς τιμίες κα τος κινδύνους, ν δν ταν μία θεία δύναμη πο τος βεβαίωνε, δυνατότερη π᾿ λα ατ τ γήινα γαθά;

 

Κι ν μ λα ατ δν σ πείσαμε, σκέψου κα τοτο: στω τι δν εχε γίνει νάσταση. Κι ν κόμη ο πόστολοι ταν ποφασισμένοι ν διδάξουν τν κόσμο, π᾿ οδεν λόγ θ κήρυτταν στ νομά του. Γιατ εναι γνωστό, πς λοι μας δν θέλουμε οτε τ νόματα ν᾿ κούσουμε, σων μς ξαπάτησαν. λλωστε γιατί θ διατυμπάνιζαν τ νομά του; λπίζοντας ν πικρατήσουν μ᾿ ατό; Μ θ πρεπε ν περιμένουν τ ντίθετο, γιατ κι ν μελλαν ν κυριαρχήσουν θ χάνονταν φέρνοντας στ μέση τ νομα νς πατενα.

ς θυμηθομε ξ λου τι γάπη τν μαθητν πρς τν Διδάσκαλο, ν ζοσε κόμη, μαραινόταν σιγ-σιγ π᾿ τν φόβο το πικείμενου μαρτυρίου. ταν τος προανήγγειλε τ δειν πο θ᾿ κολουθοσαν κα τν σταυρό, πάγωσαν π᾿ τν φόβο τους κι σβησαν τελείως. νας μάλιστα δν θελε οτε κν ν τν κολουθήσει στν ουδαία, πειδ κουσε γι κινδύνους κα γι θανάτους. ν μαζ μ τν Χριστ φοβόταν τν θάνατο, χωρς ατν κα τος λλους μαθητάς, μόνος δηλαδή, πς θ᾿ ποτολμοσε;

π πλέον: Πίστευαν τι θ πεθάνει μέν, λλ θ᾿ ναστηθε κι μως πέφεραν τόσο. ν δν τν βλεπαν ναστημένο, πς δν θ ξαφανίζονταν κα δν θ ζητοσαν ν᾿ νοίξει γ ν τος καταπιε π᾿ τν πελπισία τους γι τν πάτη κι π᾿ τ φρίκη γι τ περχόμενα; Θ᾿ ντιμετώπιζαν τώρα τν κατακραυγ γι τν διαντροπιά τους. Τί θ εχαν ν πoν; Τ πάθος τ ξερε λος κόσμος: Τν κρέμασαν σ ψηλ κρίωμα, ταν μέρα μεσημέρι, μέσα στν πρωτεύουσα κα στν πι μεγάλη γιορτ πο κανένας δν ταν δυνατ ν᾿ πουσιάζει.

Τν νάσταση μως δν τν εδε κανες π᾿ τος λλους. Κι ατ δν ταν μικρ μπόδιο γι ν τος πείσουν. Πς λοιπν θ μποροσαν ν βεβαιώσουν στερι κα θάλασσα γι τν νάσταση; Κα γιατί, πές μου, φο σνει κα καλ θελαν ν τ κάνουν ατό, δν γκατέλειπαν τν ουδαία μέσως, ν πνε στς ξένες χρες; λλ δν θαυμάζεις τι πεισαν πολλος κα μέσα στν ουδαία;

Εχαν τν τόλμη ν παρουσιάσουν τ τεκμήρια τς ναστάσεως στος διους τους φονες, σ᾿ κείνους πο τν σταύρωσαν κα τν θαψαν, στν δια τν πόλη που ποτολμήθηκε τ φοβερ κακούργημα. στε κα λοι ο ξω ν᾿ ποστομωθον. Γιατ ταν ο «σταυρώσαντες» γίνονται «πιστεύσαντες», τότε κα παρανομία τς σταυρώσεως βεβαιώνεται κα λάμπει πόδειξη τς ναστάσεως.

Γι ν λκύονται μως τ πλήθη σημαίνει πς ο μαθητα καναν θαύματα. ν μως δν ναστήθηκε κα μένει νεκρός, πς ο πόστολοι θαυματουργοσαν στ νομά του; Πς πάλι, ν δν καναν θαύματα, πειθαν; Κα ν μν καναν -κα βεβαίως καναν- εχαν θεο δύναμη. ν μως δν καναν κα ν τούτοις κυριαρχοσαν παντο, θ ταν κόμη πι ξιοθαύμαστο. θ ταν τ μέγιστο θαμα, ν χωρς θαύματα διέσχιζαν κα κυρίευαν τν οκουμένη δώδεκα φτωχο κα γράμματοι νθρωποι. σφαλς οτε μ τ πλούτη οτε μ τ σοφία τους πεκράτησαν ο ψαράδες. στε κα χωρς ν θέλουν κηρύττουν τι μέσα τους νεργοσε θεία δύναμη τς ναστάσεως. Γιατ εναι τελείως δύνατο νθρώπινη δύναμη ν κατορθώσει ποτ τέτοια κπληκτικ πράγματα.

Προσέξτε μ πολ δ, γιατί ατ εναι ναμφισβήτητες ποδείξεις τς ναστάσεως. Γι᾿ ατ κα θ παναλάβω πάλι: ν δν ναστήθηκε, πς γιναν ργότερα στ νομά του μεγαλύτερα θαύματα; Κανες βέβαια δν κάνει μετ τν θάνατό του μεγαλύτερα θαύματα π᾿ σα ταν ζοσε. ν δ μετ τν θάνατο το Χριστο γίνονται θαύματα μεγαλύτερα κα κατ τν τρόπο κα κατ τ φύση: Κατ τ φύση ταν μεγαλύτερα, γιατί ποτ σκι το Χριστο δν θαυματούργησε. ν ο σκις τν ποστόλων καναν πολλ θαύματα. Κατ τν τρόπο πάλι ταν μεγαλύτερα, πειδ τότε μν διος Κύριος πρόσταζε κα θαυματουργοσε. Μετ τ Σταύρωση μως κα τν νάστασή του ο δολοι του πικαλούμενοι πλς τ σεβάσμιο κα γιο νομά του μεγαλύτερα κα κπληκτικότερα πιτελοσαν. τσι δοξαζόταν κι κτινοβολοσε πι πολ δύναμή του.

 

Γι᾿ ατ ο γιοι Πατέρες ρισαν ν διαβάζονται μέσως μετ τν σταυρ κα τν νάστασή του, ο «Πράξεις» πο περιγράφουν τ θαύματα τν ποστόλων κα κατ᾿ ξοχν πικυρώνουν τν νάσταση, γι ν χουμε σαφ κα ναμφισβήτητη τς ναστάσεως τν πόδειξη: Δν τν εδες ναστάντα μ τ μάτια το σώματος; λλ τν βλέπεις μ τ μάτια τς Πίστεως. Δν τν εδες μ τ «μματα» τοτα; Θ τν δες μ τ θαύματα κενα. Τν θαυμάτων πίδειξη σ χειραγωγε στς ναστάσεως τν πόδειξη.

Θέλεις μως ν δες κα τώρα θαύματα; Θ σο δείξω. Κα μάλιστα πι μεγάλα π᾿ τ προηγούμενα: χι να νεκρ ν᾿ νασταίνεται, χι να τυφλ ν ξαναβλέπει, λλ τ γ λόκληρη ν γκαταλείπει τ σκοτάδι τς πλάνης.

Μεγίστη πόδειξη τς ναστάσεως εναι τι σφαγμένος Χριστς δειξε μετ τν θάνατο τόση δύναμη, στε πεισε τος ζωντανος ν περιφρονήσουν κα πατρίδα κα σπίτι κα φίλους κα συγγενες κα τν δια τ ζωή τους γι χάρη του κα ν προτιμήσουν μαστιγώσεις κα κινδύνους κα θάνατο. Ατ δν εναι κατορθώματα νεκρο κλεισμένου στν τάφο, λλ ναστημένου κα ζωντανο.

Πρόσεξε παρακαλ: Ο πόστολοι, ταν μν ζοσε Διδάσκαλος π τν φόβο τος τν πρόδωσαν κι ξαφανίσθηκαν λοι. Πέτρος μάλιστα τν ρνήθηκε μ ρκο τρες φορές. ταν μως πέθανε Χριστός, ατς πο τν ρνήθηκε τρες φορς κα πανικοβλήθηκε μπροστ σ μίαν πηρετριούλα, τόσο πότομα λλαξε, στε ν᾿ ψηφήσει λόκληρο λα κα μέσ᾿ στ μέση του ουδαϊκο χλου ν διακηρύξει τι σταυρωθες κα ταφες ναστήθηκε κ νεκρν τν τρίτη μέρα κα τι νέβηκε στ οράνια. Κα τ κήρυξε λα ατ χωρς ν πολογίσει τ φοβερ μανία τν χθρν κα τς συνέπειες.

Πο βρκε ατ τ θάρρος; Πο λλο, παρ στν νάσταση. Τν εδε κα συνομίλησε μαζί του κα κουσε γι τ μέλλοντα γαθά, κι τσι λαβε δύναμη ν πεθάνει γι᾿ Ατν Κα ν σταυρωθε μ τν κεφαλ πρς τ κάτω. Τ ξόχως σπουδαο εναι τι χι μόνο Πέτρος κα Παλος κα ο λοιπο πόστολοι, λλα, κα γνάτιος, πο οτε κν τν εδε οτε πόλαυσε τ συντροφιά του, δειξε τόση προθυμία γι χάρη του, στε γι᾿ Ατν πρόσφερε θυσία τ ζωή του. Κα μόνο γνάτιος κα ο πόστολοι; Κα γυνακες καταφρονον τν θάνατο, πού, πρν ναστηθε Χριστός, ταν φοβερς κα φρικώδης κόμη κα σ νδρες κα μάλιστα γίους.

Ποις τος πεισε λους ατος ν περιφρονήσουν τν παροσα ζωή; Φυσικ δν εναι κατόρθωμα νθρώπινης δυνάμεως ν πειστον τόσες μυριάδες, χι μόνο νδρν, λλα κα γυναικν κα παρθένων κα μικρν παιδιν, ν πειστον ν θυσιάσουν τν παροσα ζωή, ν τ βάλουν μ θηρία, ν περιγελάσουν τ φωτιά, ν καταπατήσουν κάθε εδος τιμωρίας κα ν σπεύσουν πρς τ μέλλουσα ζωή!

Κα ποίος, παρακαλ, τ κατόρθωσε λ᾿ ατά; νεκρός; λλ τόσοι νεκρο πρξαν κα κανένας δν κανε τέτοια πράγματα. Μήπως ταν μάγος κα γύρτης; Πλθος μάγοι κα γύρτες κα πλάνοι πέρασαν, λλα ξεχάστηκαν λοι, χωρς ν᾿ φήσουν τ παραμικρ χνος μαζ μ τ ζωή τους σβησαν κι ο μαγγανεες τους. φήμη μως κι δόξα κι ο πιστοί του Χριστο κάθε μέρα αξάνουν κι πλώνονται σ᾿ λη τν οκουμένη.

Ο πιστοι φρίττουν κι ο πιστο διακηρύττουν:

Χριστς νέστη! ληθς νέστη!

 

ΠΗΓΗ: https://tideon.org/