Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Δέσποινα παντευλόγητε,Υπέραγνε Παρθένε(Ύμνος Αγ.Νεκταρίου)



Δέσποινα παντευλόγητε,
 Υπέραγνε Παρθένε,
Παράδεισε πανθαύμαστε,
 κήπε καλλωπισμένε,
Σε δυσωπώ, Πανάχραντε,
 χαρίτωσον τον νουν μου,
κατεύθυνον τας σκέψεις μου,
 φώτισον την ψυχήν μου.
Κόρη με ποίησον αγνόν,
 πράον, σεμνόν, ανδρείον,
ησύχιον και κόσμιον,
 ευθύν, όσιον, θείον,
επιεική, μακρόθυμον,
 των αρετών δοχείον,
άμεμπτον, ανεπίληπτον,
 των αγαθών ταμείον.
Δος μοι σοφίαν, σύνεσιν
 και μετριοφροσύνην,
φρόνησιν και απλότητα
 και ταπεινοφροσύνην.
Δος μοι νηφαλιότητα,
 όμμα πεφωτισμένον,
διάνοιαν ολόφωτον,
 πνεύμα εξηγνισμένον.
Απέλασον την οίησιν,
την υπερηφανίαν,
τον τύφον, την φυσίωσιν,
 και την αλαζονείαν,
την ύβριν, το αγέρωχον,
 την υψηλοφροσύνην,
γλώσσα μεγαλορρήμονα,
 ισχυρογνωμοσύνην.
Την αστασία την φρικτήν,
 την περιττολογίαν,
την πονηρία την πολλήν,
 και την αισχρολογίαν.
Χάρισαί μοι, Πανάχραντε,
 την ηθικήν ανδρείαν,
το θάρρος, την ευστάθειαν,
 δος μοι την καρτερίαν.
Δος μοι την αυταπάρνησιν,
την αφιλαργυρίαν,
ζήλον μετ’επιγνώσεως
και αμνησικακίαν.
Δος μοι ακεραιότητα,
ευγένειαν καρδίας,
πνεύμα ευθές, ειρηνικόν,
 και πνεύμα αληθείας.
Φυγάδευσον, Πανάχραντε,
τα πάθη της καρδίας,
τα πολυώνυμα, Αγνή,
της ηθικής δειλίας.
Την αναδρίαν την αισχράν,
το θάρρος, την δειλίαν,
την ατολμίαν την δεινήν
και την απελπισίαν.
Άρον μοι, Κόρη, τον θυμόν
και πάσαν ραθυμίαν,
την αθυμία, την οργήν,
ως και την οκνηρίαν.
Τον φθόνον, την εμπάθειαν,
το μίσος, την κακίαν,
την μήνιν, την εκδίκησιν
και την μνησικακίαν.
Την έριδα την ευτελή
 και την πολυλογίαν,
την γλωσσαλγίαν την δεινήν
 και την βωμολοχίαν.
Δος μοι, Παρθένε, αίσθησιν,
 δος μοι ευαισθησίαν.
Δος μοι συναίσθησιν πολλήν
 και ευσυνειδησίαν.
Δος μοι, Παρθένε, την χαράν
 Πνεύματος του Αγίου.
Δος μοι ειρήνην τη ψυχή,
 ειρήνην του Κυρίου.
Δος μοι αγάπην, έρωτα
 θείον, εξηγηγνισμένον,
πολύν, θερμόν και καθαρόν
 και εξηγιασμένον.
Δός πίστιν ζώσαν, ενεργόν,
θερμήν, αγνήν, αγίαν,
Ελπίδα αδιάσειστον,
 βεβαίαν και οσίαν.
Άρον απ’ εμού, Παρθένε,
τον κλοιόν της αμαρτίας,
Την αμέλειαν, την μέθην ,
Την ανελεημοσύνην,
Τας κακάς επιθυμίας,
την δεινήν ακολασίαν,
Γέλωτας της ασελγείας
 και την πάσαν κακουργίαν.
Σωφροσύνην δός μοι, Κόρη,
 δός εγκράτειαν, νηστείαν,
Προσοχήν και αγρυπνίαν
 και υπακοήν τελείαν.
Δός μοι προσοχήν εν πάσι
 και διάκρισιν οξείαν,
Σιωπήν και ευκοσμίαν
 και υπομανήν οσίαν.
Επιμέλειαν παράσχου,
 Δέσποινα, προς εργασίαν,
Προς τελείωσιν και ζήλον
 αρετών προς γυμνασίαν.
Την ψυχήν μου, την καρδίαν
 και τον νούν μου, Παναγία,
Τήρει εν αγιωσύνη,
φύλατε εν παρθενία.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΔΕΣΙΜΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ(1969) ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

2 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Εις ένα σεμινάριον της Δισποράς, ο επίσκοπος θέλησε ν’ απαλλαγή από μερικούς «συντηρητικούς» φοιτητάς οι οποίοι ηρνούντο να συμμορφωθούν με την αλλοπρόσαλον πολιτικήν του η οποία εστερείτο δογματικού και κανονικού ερίσματος. Έτσι λοιπόν ως άλλος Σατράπης της αρχαίας Μηδοπερσίας, μη δυνηθής να εύρη εις αυτούς πρόσχημα απαλλαγής, εφεύρε το εξής: Εδήλωσε εις τους φοιτητάς ότι την ερχομένην Κυριακήν όταν θα ιερουργούσε ο ίδιος έπρεπε όλοι ανεξαιρέτως να γονατίσουν την ώραν του Καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, πράγμα το οποίον ως γνωστόν ρητώς απαγορεύεται από τους ιερούς κανόνας και την όλην των ορθοδόξων παράδοσιν, καθ’ ήν από το «Φως ιλαρόν» του εσπερινού του Σαββάτου, μέχρι το «Φως ιλαρόν» του εσπερινού της Κυριακής, όταν αναστρέφει ο ιερεύς το Ευαγγέλιον επί της Αγίας Τραπέζης, τοποθετών τούτο με εμφανή την πλευράν της Αναστάσεως, τότε σταματάει κάθε μετάνοια και γονυκλισία, εις τύπον της «κοινής αναστάσεως» και «Υιοθεσίας».

Την ερχομένην Κυριακήν λοιπόν δώσαντος του ευσεβιστού επισκόπου το σύνθημα, άπαντες δίκην καμηλών έπεσαν εις τα γόνατα, οι δε «τη θεοσεβεία συνταχθέντες νεανίαι» μη υποκύψαντες «τω δόγματι τω τυρανικώ» έμειναν όρθιοι ως εν άλλη κοιλάδι Δεειρά, τοις πατράσι και τη δισχιλιετή μάλλον της Εκκλησίας παραδόσει υποτασσόμενοι. Τότε εις εξ αυτών Δημήτριος το όνομα εξ ίσου ευσεβής, πλήν την εποχήν εκείνην μη αρκούντως κατατοπισμένος εις τα εκκλησιαστικά, προς αποφυγήν σκανδάλου τους επλησίασε και τους είπε:

-Γονατίστε βρε παιδιά, για τα μάτια, δώστε τόπο στην οργή και απάνω του η αμαρτία.

-Δεν μου λες Δημήτριε, του είπαν, εάν αύριο ο επίσκοπος σου απαγορεύσει να κάμης το σημείον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, θα υπακούσης επειδή είναι επίσκοπος;

-Όχι για το όνομα του Αγίου Θεού!

-Και όμως δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να μας προστάζει να κάνουμε το σημείον του Σταυρού!

-…….

-Εάν λοιπόν εσύ δεν υπακούσης περί πράγματος το οποίον δεν διακελεύουν, πως απαιτείς από ημάς να υπακούσωμεν, εις διαταγήν εναντίον των κανονικών απαγορεύσεων;

-…….

Η προς την Ιεραρχίαν υπακοή μας, αιδεσιμολογιώτατε, είναι απόροια της εις Χριστόν πίστεώς μας, και να μη νομισθή ποτέ το αντίθετον, ότι τάχα πιστεύουμε εις τον Χριστόν για να …. υπακούσουμε στην Ιεραρχία. Ιεραρχίαν έχουν και οι νεστοριανοί και οι λατίνοι. Όταν έχουμε έναν προσύλητο π.χ. εκ των λατίνων που θέλει να γίνη ορθόδοξος, μήπως πρέπει τάχα να ζητήση πρώτα την έγκριση του πάπα, πρωτού προσχωρήση στην Ορθοδοξία; Όπου λοιπόν δεν υπάρχει η αληθής πίστις, ούτε ιεραρχική υπακοή δεν υπάρχει αλλά ούτε και ιεραρχία κάν. Η εν τη Εκκλησία λοιπόν ορθόδοξος πίστις είναι το αιτιατόν της Ιεραρχίας!

Και όμως επειδή θέλουμε να είμεθα συνεπείς εις τας αρχάς αυτάς, τας οποίας και υμείς θεωρητικώς αποδέχεσθε ως «εκ των ων ουκ άνευ» μας μέμφεσθε επί προτεσταντισμώ και μας ειρωνεύεσθε ως «υπερορθοδόξους», «υπερζηλωτάς», «υπερεκκλησίας» και «υπερσυνόδους». Και κατηγορείτε ημάς επί προτεσταντισμώ, τους μυρίας εν τη ασθενεία ημών επιχειρούντας ακροβασίας και παραβάσεις και πράξεις αντικανονικάς και ακαίρους, που θα μας επιτρέψουν να ‘ρθούμε έμπροσθεν του θρόνου της Χάριτος κράζοντες: Κύριε, ελέησον! Ότι εις πολλά άπαντες επταίσαμεν αλλά την αλήθειαν την οποίαν μας παρέδωκες, ιδού άχρι του νυν διετηρήσαμεν ακαιρέα και αλώβητον και αδιάφθορον! Μη εις ημάς, Κύριε, μη  εις ημάς αλλά τω Ονόματί Σου δος Δόξαν, «ένεκεν των πατέρων μας» εις τα ίχνη των οποίων τόσον αδεξίως προσπαθήσαμε να βαδίσουμε πίπτοντες πολλάκις και εαυτοίς αντφάσκοντες, αλλά την διδαχήν των πατέρων τηρήσαμε αδιάφθορον, και τας πινακίδας των οδών και τας διευθύνσεις δεν εσυγχύσαμε. Σκανδαλίζεσθε εις τοιαύτην διαγωγήν αιδεσιμολογιώτατε, και χαρακτηρίζετε αυτήν ως ….. «προτεσταντικήν» αλλά τότε τι να είπωμεν διά το υπεραιωνόβιον σύστημα του Μάουερ και του Φαρμακίδη, το ποιούντα την Ελλαδικήν Εκκλησίαν αντίγραφον του βαυαρικού κονσιστορίου, και των άλλων προτεσταντικών συστημάτων τα οποία ως εκ της φύσεως της θεολογίας των αναγνωρίζουν την πολιτείαν ως «Μέγιστον Ποντίφηκα», και υμείς αντί να κινήσετε ουρανόν και γην δια να απολλάξετε την Εκκλησίαν από τοιαύτην επαίσχυντον ατίμωσιν και δουλικήν χειραγωγίαν, αρκείσθε εις το να δικαιολογείτε το αίσχος τούτο, με το πρόσχημα της «βυζαντινής συναλληλίας» κατά στρατηγούντες την ιστορικήν των πραγμάτων αλήθειαν και περιοριζόμενοι ακρωτηριακώς εις τας υπερβάσεις των βυζαντινών αυτοκρατόρων, θέλετε να επιβάλλετε εις τον ηγιασμένον του Κυρίου λαόν, μία ιεραρχίαν της πολιτείας υποχείριον! Τι προτεσταντικώτερον τούτου!

Τι προτεσταντικώτερον επαναλαμβάνω του φρικτού αυτού Καισαροπαπισμού τον οποίον υποφέρομεν από της εποχής του Όθωνος; Και όμως ο προτεσταντισμός αυτός της Ελλαδικής ιεραρχίας δεν σας σκανδαλίζει, όσον σας σκανδαλίζει ο δήθεν προτεσταντισμός των γνησίων ορθοδόξων χριστιανών εκείνων, οι οποίοι ως θεοδίδακτοι εκ του χρίσματος του Αγίου ό ελάβομεν εξερχόμενοι των βαπτιστηρίων υδάτων, δεν ανεγνωρίσαν εις την α υ θ α ί ρ ε τ ο ν  επιβολήν του παπικού εορτολογίου φωνήν Αγίου Πνεύματος, αλλά τουναντίον υπ’ Αυτού φωτιζόμενοι διείδον το θανάσιμον εμβόλιον της αιρετικής Δύσεως διά του οποίου αύτη επιζητεί να μας συμπαρασύρει εις την πτώσιν της και την νέκρωσίν της, και ανεζήτησαν έστω διά ακροβατισμών και κανονικών υπερβασιών, ως εκάστοτε παρατηρείται εις εκκλησίαν εμερίστατον, ποιμένας συνετούς κατά την καρδίαν αυτών!

Είναι τάχα προτεσταντισμός, ως επιχειρήτε ν’ αποδείξετε διά της κανονιολογικής οδού σχολαστικού τύπου (συγχωρήσατέ μας την έκφρασιν), το ότι πιστοί, μοναχοί και κληρικοί, ανεγνώρισαν εις τα Πρόσωπα των πρώην Φλωρίνης Σεβ. Χρυσοστόμου και Δημητριάδος Σεβ. Γερμανού, τους γνησίους αυτών ποιμένας εμφορουμένους υπό του πνεύματος της γνησίας αποστολικής παραδόσεως και αυθεντικούς αυτής αντιπροσώπους. Και σκανδαλίζεσθε διότι οι εν λόγω επίσκοποι κατεστάθησαν άνευ συνοδικής αποφάσεως! Και τι  κάμετε αιδεσιμολογιώτατε με την ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ την άνω και υπεράνω οικουμενικών Συνόδων ισταμένη ως μαρτυρεί η δισχιλιετής ημών εκκλησιαστική εμπειρία και περί της οποίας θα επανέλθωμεν κατωτέρω. Και εάν καθ’ υπόθεσιν η στάσις των παλαιοημερολογητών ήτο προτεσταντική, πράγμα το οποίον ουδόλως συμβαίνει πάσης της ιστορίας συμμαρτυρούσης, δεν είναι άραγε π ρ ο τ ε σ τ α ν τ ι σ μ ό ς  εξώφθαλμος η στάσις της Ελλαδικής Εκκλησίας και άλλων, η οποία άνευ πανορθοδόξου συνόδου απεφάσισαν μονομερώς, την αλλαγήν του εορτολογίου των μαρτύρων και των πατέρων, διασπάσαντες το ενιαίον της λατρείας, και την λατρευτικήν ενότητα και την ουσίαν αυτήν  ταύτην της Εκκλησίας, και τας συνοδικάς αυτής διατάξεις, και άπασαν την ορθόδοξον εκκλησιολογίαν, καινοτομήσαντες άτοπα; Και εάν καθ’ υπόθεσιν η στάσις των παλαιοημερολογητών διά την ανασύνταξιν της ιεραρχίας αυτών, δύναται να ερμηνευθή ως προτεσταντική; Τις όμως εχάραξεν αυτοίς την προτεσταντικήν οδόν;

Δεν πρόκειται λοιπόν αιδεσιμολογιώτατε ότι θεωρούμε εαυτούς ως μας ειρωνεύεσθε «υπερορθοδόξους», «υπερσυνόδους», «υπερζηλωτάς» ή «υπερεκκλησίαν» άπαγε, ότι ουδέποτε καν συνεστήσαμεν «ίδιαν δικαιοσύνην», αλλά την στιγμήν κατά την οποία η ιστορία ημών γέμει Νεστορίων, Βέκκων, Ισιδόρων, και Αθηναγόρων, θα ήτο μεγάλη η ευθύνη μας και η ανοησία μας να θυσιάσωμεν την σώζουσαν πίστιν περί ής έκαστος περί εαυτού αποδώση λόγον, εις τας απαιτήσεις μιας ξηράς διοικητικής και ιεραρχικής υπακοής φιλιοκβιστικού τύπου, αγνοούντες την Αύραν του Αγίου Πνεύματος, την αέναον της Αγιωτάτης των Ορθοδόξων Εκκλησίας Πεντηκοστήν: «έδοξεν τω Πνεύματι τω Αγίω και ημίν». Δεν είμεθα, πάτερ μου, ούτε νούμερα, ούτε στρατιώται, αλλά ονομαστί εις έκαστος εξ ημών εκλήθημεν εις ελευθερίαν κατ’ εικόνα πλασθέντες του Αγίου Θεού. Εις έκαστος εξ ημών έλαβεν ψήφον λευκήν και επί της ψήφου όνομα γεγραμμένον το οποίον ουδείς γιγνώσκει ειμή ο λαβών. Τυγχάνομεν ορθόδοξοι ουχί εξ υποχρεώσεως ή εξωτερικής επιβολής ουχί ένεκα των περιστάσεων της εξελίξεως της ιστορίας, αλλά εξ ελευθέρας βουλήσεως και κατά χάριν «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι» δεν δυνάμεθα ούτε θέλομεν να είμεθα άλλο τι. Ουδέποτε ελησμονήσαμε ότι είμεθα πρόβατα, και ουδέποτε ισχυρίσθημεν ότι πρόβατα όντες δυνάμεθα να ποιμάνομεν τους ποιμένας μας (αν και τούτο συμβαίνει εις την Ιεραρχίαν σας ως κατωτέρω θα είδωμεν), πλήν όμως μόλις υπάρχει ανάγκη να σας υπενθυμίσωμεν ότι εν Χριστώ είμεθα πρόβατα λ ο γ ι κ ά, με Αρχιποιμένα τον Χριστόν, ενώπειον του Οποίου κατά τον ιερόν Χρυσόστομον πρόβατα και ποιμένες, «πάντες εισί πρόβατα».

Εάν λοιπόν η ιεραρχία μας εξασφαλίζει την σώζουσαν πίστιν, η απέναντί μας υπακοή μας τυγχάνει ΑΠΟΛΥΤΟΣ και ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ διά πάντα όστις ελευθέρως θέλει να είναι ορθόδοξος. Και τους ποιμένας μας και τους ιεράρχας μας οφείλομεν να σεβόμεθα και υικώς  να περιβάλομεν δια σεβασμού, στοργής και υπακοής ως «ΠΑΤΕΡΑΣ» και να αξιούμεν αυτούς «ΔΙΠΛΗΣ ΤΙΜΗΣ», και να τιμώμεν αυτούς ως ζώσας εικόνας του Αρχιποίμενος Χριστού ότι κατά τον θεοφόρον Ιγνάτιον «όπου επίσκοπος εκεί και Εκκλησία» και «θεός επί της γης» τυγχάνει ο επίσκοπος, και ο απειθών τω επισκόπω εις θεόν απειθεί. Δι’ ο και την υλικήν του Χριστού εικόνα τ ρ ί ς θυμιώμεν, τον δε επίσκοπον ως «εικόνα ζώσαν» του Αρχιποίμενος Χριστού θυμιώμεν ε ν ν ε ά κ ι ς. Και όπως μεν εάν σεσηπός τυγχάνει της εικόνος το ξύλον, εάν μεν ορθώς εικονίζει του Σωτήρος το Πρόσωπον, ου παύομεν την εικόνα προσκυνούντες διά την του ξύλου σεσηπότητα, πλήν όμως εάν τις επί ευγενούς ύλης, ζωγραφίσει όνου κεφαλή ως το πάλαι οι ειδωλολάτραι και επονομάσει τούτο βλασφημών «Χριστόν», δεν πρόκειται διά την ευγένειαν της ύλης να προσκυνήσωμεν την βλασφημίαν αλλά θ’ αποστρέψωμεν το πρόσωπον, έτσι και διά τον επίσκοπον! Εάν μεν ορθώς και ορθοδόξως φέρει το ωμοφόριον επί των ώμων αυτού και αυθεντικώς εικονίζει τον Χριστόν και την οδόν της Αληθείας και Σωτηρίας ως ο Χριστός διδάσκει, ου παύομεν αυτόν τιμώντες και προσκυνούντες ότι η τιμή «επί το πρώτυπον διαβαίνει» τον Χριστόν, καν ο επίσκοπος τυγχάνει εμπαθής και αμαρτίας πεφορτισμένος. Εάν όμως ο επίσκοπος τυγχάνει ψευδοποιμήν και εργάζεται διά την διάβρωσιν της πίστεως εξ ής εξαρτάται η Σωτηρία, τις τότε η αιτία και ο λόγος και ο σκοπός της προς τούτον υπακοής μου και τιμής, αποδόσεως, ότι η έννοια της υπακοής η περιφρούρισις τυγχάνει της πίστεως και η εν αυτή αποκοπή του ιδίου θελήματος και ο αγιασμός. Της πίστεως φθειρομένης όμως, πως δύναται να με αγιάση η υπακοή; Τις νουνεχής θα με χαρακτηρίση επί «προτεσταντισμώ».

Μη και ανθρώπους εκκλήθημεν ν’ ακολουθώμεν και να καταστώμεν ανθρωποδίδακτοι, ή τον ενσαρκωθέντα Υιόν και λόγον του Θεού, τω Πνεύματι καθιστάμενοι θεοδίδακτοι; Εάν λοιπόν ο επίσκοπος, θέσιν κατέχει Ιούδα, και ουχί αυθεντικώς αντιπροσωπεύει τον Χριστόν, αλλά θέσιν  έχει αντιχρίστου, τότε η προς ζωήν δοθείσα μοι υπακοή θέλει μη ευρεθή εις θάνατον και αυτοχειρίαν. Διατί παραγγέλει ο απόστολος: «προσέχετε τους κύνας τους κακούς εργάτας» ότι «εξ ημών αυτών εξέλθουσι άνθρωποι λαλούντες διεστραμένα». Διά ποίους λέγει ο Θεοφόρος Ιγνάτιος ότι «δοράν προβάτου φέροντες, φθοράν προβάτων κατεργάζοντε» και διά ποίους λέγει ο Μέγας Βασίλειος, ότι εκείνους που ομολογούν μεν την ορθόδοξον πίστιν «κοινωνούσι όμως τοις ετερόφροσιν όχι μόνον ακοινωνήτους να έχωμεν αλλά ούτε καν αδελφούς να ονομάζωμεν»;

Όσον αφορά την σχέσιν μεταξύ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ, ας μη γίνεται παρακαλούμεν κ α τ ά χ ρ η σ ι ς του παραδείγματος. Μη λησμονήσωμεν ποτέ ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έμεινεν μόνος λέγων ότι και εάν όλοι οι Πατριάρχαι κοινωνήσουν με τους μονοθελήτας αυτός δεν πρόκειται να κοινωνήση ποτέ διότι ένας και ο Θεός αποτελούν την πληοψηφείαν, καθώς είπεν και ο Άγιος Αλέξανδρος ο Νευαίος (Νεύσκυ) ότι ο Θεός δεν  είναι με το μέρος των πολλών αλλά με το μέρος του Δικαίου. Ασφαλώς και τότε υπήρξαν πολλοί οίτινες ειρωνεύθησαν τον θείον Μάξιμον ως «υπερσυνοδόν», «υπερζηλωτήν», «υπερορθόδοξον» και «υπερεκκλησίαν»!

Δυστυχώς ο υ π ε ρ τ ο ν ι σ μ ό ς της παρομοιώσεως της Στρατευομένης Εκκλησίας ως Σώματος Στρατού κατά τα κοσμικά πρώτυπα, είναι μεταξύ των αιτίων του νεστοριανικού, του μονοφυσιτικού και του λατινικού σχίσματος. Λησμονούμεν λοιπόν ότι η Εκκλησία ως θείον εγκαθίδρυμα δεν έχει επί της γης αυτής εικόνα η οποία να την εξεικονίζει εξ ολοκλήρου και εν λεπτομερεία. Το παράδειγμα στρατού, στρατιωτών και αξιωματικών μόνον εν μέρει και εν γενικαίς γραμμαίς εάν χρησιμοποιείται είναι συγχωρητέον και οικοδομητικόν, αλλά αι λεπτομέρειαι πολλώ δε μάλλον η καθ’ εαυτό ουσία του στρατού δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν εις την Ζώσαν καιΕλευθέραν Εκκλησίαν του Χριστού. Ο στρατιώτης οφείλει εις τον αξιωματικόν του υπακοήν και υποταγήν τελείαν ασυζήτηττον και τυφλήν. Ο πιστός και ο κληρικός οφείλουν εις τον επίσκοπον υπακοήν τελείαν πλήν όμως συνειδητήν και ελευθέραν. Τυφλήν  υπακοήν ούτε ο Θεός δεν θέλει από τους ανθρώπους. Εάν ο Αβραάμ υπήκουσεν εις τον Θεόν μέχρι θυσίας του μονογεννούς του υιού ήτο επειδή εγνώριζε, λέγει η Γραφή, ο Θεός ηδύνατο και εκ νεκρών να του τον επιστρέψει. Ο Θεός ζητεί από τον άνθρωπον την απόλυτον εκείνην υπαλοήν η οποία απορρέει εκ της τελείας αρμονίας των σχέσεων του Δημιουργού μετά του δημιουργήματος, της ταυτότητος αντιλήψεων της αναγεννημένης καρδίας μετά του Λυτρωτού Της, όπως την εξεικονίζει θαυμαστώς η περίπτωσις της πλήρους και τελείας πλήν ελευθέρας και συνειδητής υπακοής της Υπεραγίας Θεοτόκου εις τον ευαγγελισμόν του Γαβριήλ, και όπως την διετύπωσαν οι άγιοι απόστολοι εις την αποστολικήν σύνοδον των Ιεροσολύμων.

«ΕΔΟΞΕΝ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΤΩ ΑΓΙΩ ΚΑΙ ΗΜΙΝ»

Και όπως την έζησαν οι πρό ημών: «ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ» οι πατέρες είπον και ημείς λέγομεν! Όχι επειδή οι πατέρες είπον, οφείλομεν έκοντες άκοντες να είπωμεν τα αυτά, αλλά πνευματικάς και ουρανίους πραγματικότητας, και καλούμενοι εις την αυτήν εμπειρίαν με τους πατέρας: Οι πατέρες είπον και ημείς λέγομεν. Η πίστις που εβιώθη από  τους  αποστόλους και τους πατέρας δύναται να βιωθή και ημάς, διότι η πίστις μας δεν  είναι μια προς τους αποστόλους και τους πατέρας ε υ π ι σ τ ί α, αλλά πραγματοποίησις και αξιοποίησις εν ημίν του παραδοθέντος της πίστεως θησαυρού καθώς ομολογούμεν: «αύτη η πίστις των αποστόλων – αύτη η πίστις των πατέρων – αύτη η πίστις των ορθοδόξων». Τοιαύτην λοιπόν προς τους επισκόπους οφείλομεν υπακοήν, ως εικόνας ζώσας του ζώντος Χριστού επί της γης, ως αυθεντικώς τούτον αντιπροσωπεύοντες, ως ποιμένοντας και ουχί κατά κυριεύοντας την κληρονιμίαν, εις επισκόπους όμως οι οποίοι δεν μας δίδουν τας απαιτουμένας νομίμους εγγυήσεις περί τις καθαρότητός των, όσον αφορά την πίστιν και την αλήθειαν όχι μόνον υπακοήν δεν μας εμπνέουν, αλλά υποψίαν , άγχος και δυσφορίαν.

Αλλά θα παραμείνωμεν εις το παράδειγμά σας περί ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ. Και σας ερωτούμεν: Ποίαν εμπιστοσύνην δύναται να έχη ο στρατιώτης εις τους αξιωματικούς εκείνους, οι οποίοι δεν ξεύρουν τι διατάσουν, οι οποίοι πίπτουν εις τας τραγικωτέρας των αντιφάσεων, οι οποίοι όχι αξιωματικοί δεν είναι αλλά και ανεμομύλους να τους ονομάση κανείς, τους ανεμομύλους προσβάλλει!

ΔΙΑΒΑΖΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ «ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗΝ» 8.3.67

Συνοδικοί κατά Πατριάρχου διά την «Φιλοπαπικήν» δραστηριότητα αυτού και του υπ. Εξωτερικών. Αντιπατριαρχική εγκύκλιο ετοιμάζεται να συντάξη, κατ’ επιταγήν της Ιεράς Συνόδου, ο μητοπολίτης Τρίκκης διά να αναγνωσθή την Κυριακήν της Ορθοδοξίας (19ην Μαρτίου) σε όλους τους ναούς του κλίματος της Ελληνικής Εκκλησίας. Το μένος ωρισμένων ιεραρχών κατά του Πατριάρχου Αθηναγόρα εξεδηλώθη πάλιν απροκάλυπτον κατά την χθεσινήν συνεδρίασι της Ιεράς Συνόδου, εξ αφορμής των πληροφοριών ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα επισκεφθή την Αγία Έδρα και θα συμπροσευχηθή με τον Πάπα….

Κατά την σχετική συζήτησι: Ο αρχιεπίσκοπος κ. Χρυσόστομος είπεν ότι «το υπουργείον Εξωτερικών εκηρύχθη απόμακρού υπέρμαχον της συναδελφώσεως ορθοδόξων και καθολικών και ενθαρύνει τον Πατριάρχην εις τας αντιορθοδόξους ενεργείας του, αι οποίαι κατατείνουν εις την πλήρη υποδούλωσιν της Ορθοδοξίας εις τον Πάπαν». ………..

Άλλη δε εφημερίς της αυτής ημερομηνίας: Σύσσωμος η ιερά σύνοδος, μηδέ του αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χρυσοστόμου εξαιρουμένου, επετέθη δριμύτατα κατά του οικουμενικού πατριάρχου κ. Αθηναγόρα εξ αφορμής της εκφρασθείσης υπό του τελευταίου επιθυμίας, όπως επισκεφθή την Ρώμην και συλλειτουργήση μετά του πάπα Παύλου στ! εις τον Άγιον Πέτρον.

…..Ο Πατριάρχης κατέληξεν ο μητροπολίτης κ. Διονύσιος, δι’ όσων πράττει και λέγει, απεργάζεται την υποδούλωσιν της Ορθοδοξίας εις τον παπισμόν……

Ανάλογος επίσης υπήρξε και η στάσις του Μητροπολίτου Ελευθερουπόλεως, ο οποίος εχαρακτήρισε τον πατριάρχην ως εκκλησιαστικώς και εθνικώς επιζήμιον, δεδομένου ότι οι παπικοί δεν εγκατελείπουν τα καταχθόνια σχέδιά των δια την εξαφάνισιν της Ορθοδοξίας, συνεχίζοντες δι’ όλων των μέσων, την γνωστήν προπαγάνδαν διά των κοινωφελών ιδρυμάτων προς αλίευσιν αφελών ορθοδόξων…… ( αι υπογραμμίσεις τυγχάνουν ημέτεραι)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΝ» 7.11.67

ΑΘΗΝΑΙ 7.- Εκ της ιεράς συνόδου εξεδόθη η ακόλουθος ανακοίνωσις: «Κατά την συνεδρίαν της ιεράς συνόδου ανεγνώσθη το αποσταλέν παρά του οικουμενικού πατριαρχείου χρονικόν της από 26 έως 28 Οκτωβρίου επισκέψεως της Α.Θ. παναγιότητος του οικουμενικού Πατριάρχου προς την Α. αγιότητα τον πάπαν της Ρώμης, ως και αντίγραφα των κατ’ αυτήν ανταλλαγεισών μεταξύ αυτών και άλλων αξιωματούχων της ρωμαϊκής εκκλησίας προσφωνήσεων και λόγων. Εκ της αναγνώσεως και της μελέτης η ιερά σύνοδος μετά ιδιαιτέρας ικανοποιήσεως διεπίστωσεν, ότι με την ευλογίαν του Θεού η επίσκεψις και η νέα αυτή συνάντησις των προκαθημένων των δύο εκκλησιών, ρωμααοκαθολικής και ορθοδόξου, επραγματοποιήθη κατά την διάπυρον ευχήν και προσδοκίαν της ιεράς συνόδου και του ευσεβούς πληρώματος της εκκλησίας.

Εκ του επισήμου ανακοινωθέντος, εκδοθέντος μετά την συνάντησιν, η ιερά σύνοδος ιδιαιτέρως εσημείωσεν, ότι οι δύο προκαθήμενοι «αναγνωρίζουσιν ότι ο αληθής διάλογος της αγάπης εφ’ ου δέον να βασίζωνται άπασαι αι μεταξύ αυτών και μεταξύ των εκκλησιών αυτών σχέσεις, δέον όπως είναι εριζωμένος εν τη ολοκληρωτική πιστότητι προς τον μοναδικόν Κύριον Ιησούν Χριστόν και εν τω αμοιβαίω σεβασμώ των ιδιαιτέρων αυτών παραδόσεων» και ότι ο διάλογος της αγάπης μεταξύ των εκκλησιών αυτών δέον να φέρη καρπούς ανιδιοτελούς συνεργασίας…… κοινωνικού και πνευματικού πεδίου, εν αμοιβαίω σεβασμώ της πιστότητος των χριστιανών εκατέρας σειράς προς τας ιδίας ημών εκκλησίας, διά ταύτα δε και εξέφρασεν η ιερά σύνοδος την χαράν της επί τη αισία εκβάσει της επισκέψεως της Α.Θ.Π. του οικουμενικού Πατριάρχου κ. Αθηναγόρα, επίσης δε και την ολόψυχον επιθυμίαν αυτής ίνα ο εν αγάπη και αμοιβαίω σεβασμώ εναρξάμενος διάλογος επί ίσοις όροις μεταξύ των εκκλησιών ευοδωθή άχρι του αισίου αυτού τέρματος προς δόξαν της αγίας ημών εκκλησίας και του θείου αυτής ιδρυτού»

-0-0-0-0-0-0

Τι να είπωμεν διά το ολέθριον αυτό κατάντημα της Συνόδου της Ελλαδικής Ιεραρχίας; Να χύσωμεν δάκρυα πικρά ότι επ’ ονόματι και εμπαιγμώ του: «ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» διαπράττεται το αισχρώτατον ανοσιούργημα του εξουνιτισμού του ορθοδόξου ελληνικού λαού! Μόλις οκτάμηνον χωρίζει τας δύο στήλας της σελίδος αυτής, και υμείς αιδεσιμολογιώτατε εξακολουθείτε να ομιλήτε περί αξιωματικών και στρατιωτών.

Ώστε λοιπόν Άγιοι Συνοδικοί, η θεομπαιξία του Βατικανού (Οκτώβριος 1967) «επραγματοποιήθη κατά την διάπυρον ευχήν και προσδοκίαν της ιεράς συνόου»; (Σας απαγορεύομεν εν ονόματι της Αγίας Παραδόσεως των Ορθοδόξων να συμπεριλαμβάνετε το ευσεβές πλήρωμα της εκκλησίας, το όντως τραγικόν και τεταλαιπωρημένον ποίμνιον, το οποίον απώλλεται δι’ έλλειψιν γνώσεως και του οποίου οι ταγοί το οδηγούν εις την πλάνην!) Αλλά πρό οκταμήνου μας μιλούσατε περί κινδύνου «υποδουλώσεως της Ορθοδοξίας εις τον Πάπαν» και σήμερον καλείτε τον πάπαν: ΑΓΙΟΤΗΤΑ! Αλλά εάν είναι ΑΓΙΟΣ ή η Εκκλησία την οποίαν αντιπροσωπεύει είναι Αγία και εργαστήριον αγιασμού των ψυχών μας, γιατί να μην του υποταχθούμε; Ώστε λοιπόν έχομεν μετά των φράγκων «μοναδικόν Κύριον»; Από πότε; Και πρέπει να σεβώμεθα τας παραδόσεις των λατίνων; Ποίας; Το αλάθητον, το πρωτείον, την άσπιλον σύλληψιν, το καθαρτήριον, τα συγχωροχάρτια; Ελησμονήσατε λοιπόν Άγιοι Συνοδικοί και σεις αιδεσιμολογιώτατε ότι ο καθολικισμός όχι μόνον δεν είναι ΕΚΚΛΗΣΙΑ αλλά αποτελεί ΑΝΤΕΚΚΛΗΣΙΑΝ; Ελησμονήσατε ότι άπαντα τα λατινικά δόγματα και παραδόσεις ΑΝΑΙΡΟΥΝ τα αμώμητα και σωτηριώδη δόγματα των ορθοδόξων; Και εάν αιδεσιμολογιώτατε υιοθετείτε την όντως ορθόδοξον άποψιν του Ιουστίνου Πόποβιτς, καθ’ ήν ορθώς και δικαίως, ο πάπας αποτελεί το τρίτον στάδιον της πτώσεως του ανθρώπου μετά τον Ιούδα και τον Αδάμ, δεν εσκανδαλίσθητε με τοιούτον λίβελλον της Ελλαδικής ιεραρχίας, και αρκέσθητε να χαρακτηρίσετε τας σχέσεις της με τον Αθηναγόρα, ως «α μ β ρ ο φ ρ ο σ ύ ν η ν»! Λησμονήτε ότι οι λατίνοι δεν έχουν  τίποτε το κοινόν με ημάς; Λησμονείτε ότι δεν παραδέχονται την ύπαρξιν προφητείας εν τη Εκκλησία, ούτε θαύματα και ότι και αυτά τα φαινόμενα της Λούρδης κατά την δυτικήν πολυλογίαν αποτελούν πράξεις απλώς μη αντιτιθεμένας προς την καθολικήν πίστιν! Λησμονείτε ότι κατ’ αυτούς το σώμα του ανθρώπου δεν μετέχει της θείας χάριτος, ότι δεν συμμετάσχει της πτώσεως, ότι διά της ευφυϊας δύναται ο άνθρωπος φυσικώς να επικοινωνήση με τον Θεόν κ.λ.π, κ.λ.π, κ.λ.π. πράγμα το οποίον όπως ομολογούν έντιμοι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι: ο υ δ έ ν  το κοινόν υπάρχει μεταξύ Ορθοδοξίας και Καθολικισμού, και όμως ε χ ά ρ η τ ε, δια τον διάλογον «επί ίσοις όροις», την αλήθειαν με την πλάνην εξομοιώσαντες! Θα επανέλθωμεν!

«Εκείνοι είναι ηγέται. Τον χρόνον των πόλεμων και των επαναστάσεων δεν καθορίζουσιν οι στρατιώται αλλ’ οι αξιωματικοί». Τοιούτους ηγέτας και τοιούτους αξιωματικούς σας τους αφήνομεν αιδεσιμολογιώτατε, μνήσθητι μόνον των προφητικών ρήσεων:

«Λαός μου οι πράκτορες υμών καλαμώνται υμάς, και οι απαιτούντες κυριεύσουσιν υμών, λαός μου οι μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς» Ησαΐας γ’12

«από μικρού αυτών έως μεγάλου πάντες συνετελέσατο άνομα, από ιερέως και έως ψευδοπροφήτου πάντες εποίησαν ψευδή, και ιώντο σύντριμα του λαού μου εξουθενούντες και λέγοντες: ειρήνη, ειρήνη και που έστιν ειρήνη» Ιερεμίας ς’ 13

«ακούσατε δη ταύτα, οι ηγούμενοι οίκου Ιακώβ και οι κατάλοιποι οίκον Ισραήλ, οι βδελυσσόμενοι κρίμα και πάντα τα ορθά διαστρέφοντες, οι οικοδομούντες Σιών εν αίμασι και Ιερουσαλήμ εν αδικίαις. Οι ηγούμενοι αυτής μετά δώρων έκρινον και οι ιερείς αυτής μετά μισθού απεκρίνετο, και οι προφήται αυτής μετά αργυρίου εμαντεύοντο…» Μιχαίας γ’9-11

«Ω οι ποιμένες οι διασκορπίζοντες και απολλύοντες τα πρόβατα της νομής Μου» Ιερ. Κγ’ 1

«Και διεσπίρη τα πρόβατά μου διά το μη είναι ποιμένας και εγεννήθη εις κατάβρωμα πάσι τοις θηρίοις του αγρού…» Ιεζεκιήλ λδ’ 5

Διατί επιθυμείτε να βάλετε εις τα χείλη μας λόγους οι οποίοι ουδέποτε ανέβησαν εις την καρδίαν μας: «πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, πλήν ενός εμού και ολίγων ακόμη» και αλλαχού «τότε πλέον Εκκλησία είμεθα ημείς και ότι πράξωμεν είναι αυθεντικόν και  έγκυρον»! Τι ενοείτε πάτερ με το «ημείς» και τι με το «ενός εμού και ολίγων ακόμη»; Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος προεδρεύων συνόδου 23 επισκόπων, απεδοκίμασεν επανειλημένως και δημοσίως την πολιτικήν των συγχρόνων ταγών της Ορθοδοξίας. Η Εκκλησία των ελλήνων παλαιοημερολογητών επίσης, η Εκκλησία των κατακομβών της Ρωσσίας, οι Αγιορείται πατέρες που μένουν πιστοί εις τας παραδόσεις, πλήθος λαού εκ των τάξεων της νεοημερολογητικής εκκλησίας, και των άλλων ανελευθέρων ορθοδόξων εκκλησιών! Που βλέπετε υμείς το «ενός εμού και ολίγων ακόμη» όταν πλήθος ολόκληρον στρατιάς εις όλον τον κόσμον, ιεραχών, κληρικών, μοναχών και πιστών, απορρίπτομεν και βδελισσόμεθα την υιοθετηθείσαν κατευθυντήριον γραμμήν και τας αιρετικάς δηλώσεις, στάσεις και ενεργείας εκείνων οίτινες εκλήθησαν να είναι οι φύλακες και προασπισταί της πίστεως εκ της οποίας εξαρτάται η σωτηρία μας, και να διορθώνουν και ν’ αναπληρούν την δικήν μας αμάθεια και απειρία, Ναι,  το όντι είμεθα αναρμόδιοι και απροετοίμαστοι διά τον αγώνα τον οποίον αναλάβαμε, την στιγμήν όμως όπου υμείς οι αρμόδιοι, οι γαλαζοαίματοι της Ορθοδοξίας, η αριστοκρατία της Εκκλησίας, εξελέξατε την οδόν της σχετικότητος, της πνευματικής αρτηριοσκληρώσεως, του κισμετικού και της τελείας ασπονδυλότητος έναντι των εκάστοτε περιστάσεων, «καταφρονούντες προφητείας» και «το Πνεύμα σβύνοντες», δεν μας απομένει πλέον παρά να ρίψωμεν το σύνθημα της υστάτης ανάγκης: «Ο ΣΩΖΩΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΩΘΕΙΤΩ», και ο πλέον ταπεινός και ο πλέον αναρμόδιος και ο πλέον άπειρος και αμαθής, ας καθαρίση την καρδίαν του και ας ταπεινωθή ενώπιον του Αγίου Θεού και ακολούθως ας λάβη ότι έχει εις την χείραν του ή ξύλον ή λίθον, την ταπεινήν σφενδόνην του Δαβίδ διά να αναχαιτίση «ΕΝ ΤΩ ΟΝΟΜΑΤΙ ΚΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΗΜΩΝ» τον απερίτμητον Γολιάθ της σημερινής απιστίας, τον γίγαντα της νοησιαρχίας του σκεπτικισμού και του ορθολογισμού, όπου έρχεται «με ασπίδα και δόρυ» της κοσμικής σοφίας και των εκάστοτε περιστάσεων να εξουθενίση «τον Λαόν του Κυρίου».

Συνεχίζεται

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Ας μην περιμένουμε ανταπόδοση από τους ανθρώπους γι’ αυτά που κάνουμε για τον Χριστό.



Κάποτε ήρθε στην Όπτινα μια οικογένεια που είχε ευεργετήσει πολύ το μοναστήρι. Έμειναν στο αρχονταρίκι του μοναστηριού. Δυσαρεστήθηκαν όμως από κάποιες ρυθμίσεις που έκανε ο υπεύθυνος μοναχός εκεί και πήγαν στον ηγούμενο για να παραπονεθούν.

-Κοίταξε, μπάτιουσκα, εμείς δεχόμαστε πάντα πρόθυμα τους μοναχούς που μαζεύουν ελεημοσύνες, προσπαθούμε να τους εξυπηρετήσουμε όσο μπορούμε, βοηθούμε το μοναστήρι το κατά δύναμη. Κι ο αρχοντάρης σας αρνήθηκε να κάνει αυτό κι αυτό για μας.

-Πιστεύαμε πως μας ευεργετείτε για χάρη του Θεού, απάντησε ο πνευματικά σοφός Γέροντας, και πως για τις καλές σας πράξεις περιμένετε ανταπόδοση από τον Κύριο. Αν περιμένετε ανταπόδοση από μας τους αμαρτωλούς, καλλίτερα να μη μας ευεργετείτε, γιατί εμείς οι ταπεινοί κι αμαρτωλοί δεν μπορούμε να σας το ανταποδώσουμε με κανένα τρόπο.

Οι επισκέπτες ικανοποιήθηκαν με την εξήγηση αυτή, αλλά και παρηγορήθηκαν με την ειλικρίνεια του Γέροντα. Αργότερα θυμούνταν μ’ ευχαρίστηση κι ευγνωμοσύνη το υψηλό μάθημα πνευματικής οικοδομής που είχαν λάβει, αντι για την απολογία και την ιδιαίτερη περιποίηση που περίμεναν. Σ’ αυτή την περίπτωση βέβαια ο π. Μωυσής ήξερε τους ανθρώπους στους οποίους απευθυνόταν. Στη συνέχεια κάλεσε τον υπεύθυνο μοναχό και τον συμβούλεψε να τους φερθεί με τρόπο.

"ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ" τόμος Α'

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΔΕΣΙΜΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ (1969)



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΜΠΕΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ – ΔΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΝ ΧΡΗΣΙΝ

Οι  Άγιοι Πατέρες μας συβουλεύουν να μην λέμε πάντοτε όλα όσα ξέρουμε, αλλά μόνο τόσα όσα δύνανται να ακούσουν οι πιστοί δια την οικοδομήν των και την σωτηρίαν των, διότι το Φώς καίτοι καλόν και ζωοποιούν και φωτίζον, όταν όμως χρησιμοποιείται άνευ διακρίσεως εις οφθαλμούς αδυνάτους και ασθενικούς τυφλώνει αντί να φωτίζη.

Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος της Αγίας και ομοουσίου και ζωοποιού και αδιαιρέτου Τριάδος.Αμήν.
Ταίς πρεσβείας της Υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, του εν Αγίοις Πατρός ημών Βασιλείου του Μεγάλου του Ουρανοφάντορος, Αρχιεπικόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας και πάντων Σου των Αγίων ζώντων και προαπελθόντων, Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ και μη εις κρίμα ή κατάκριμα γένοιτό μοι η απολογία ταύτη δια το ανάξιον είναι με αναλαμβάνειν την Διαθήκην Σου εν τω στόματί μου, αλλ’ Αυτός όλον με καθάρισον πάσης κενοδοξίας και υπερηφάνιας και υπεριδών μου τα αναρίθμητα πταίσματα αξίωσόν με μετά πραότητος και φόβου αποδούναι λ’ογον περί της ελπίδος της εν ημίν προς στηριγμόν και παρηγορίαν των ευλαβών μου αδελφών και συνδούλων της Σης ανεικάστου Μεγαλειότητος, πάντων των ευσεβών γνησίων ορθοδόξων χριστιανών, ούς εκάλεσας εις την Χάριν ταύτην ου δια τας δικαιοσύνας ημών ότι ουδέν ετελέσαμεν άξιον της Σης αγαθότητος και πάσα η δικαιοσύνη ημών ως ράκος αποκαθημένης, αλλά δια το Έλεός Σου, ίνα εν τω περισεύματι των αμαρτιών ημών υπερπερισεύη η Χάρις Σου και επιλάμψη το Φώς της Αληθείας Σου πάσι τοις εκζητούσι Σε εν όλη καρδία ότι ου μακράν ίστασαι αφ’ ενός εκλαστου εξ ημών η ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση μακράν, επάκουσον εμού του αμαρτωλού δεομένου Σου και ελέησόν με, και επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψε την Άμπελον της ευροσύνης και Σωτηρίας μας και κατάρτισε Αυτήν ήν εφύτευσευσεν η δεξιά Σου.Αμήν.

+ P. Basile M. SAKKAS Pretre orthodoxe Rue de la Prulay, 38  1217 MEYRIN – CITE Geneve – Suisse

Γενεύη – Κυριακή 11/24 Αυγούστου 1969 – Μνήμην επιτελούμεν κατά το πάτριον ορθόδοξον ιουλιανόν εορτολόγιον του εν Αγίοις Πατρός ημών μάρτυρος Εύπλου του Αρχιδιακόνου, και του κεχαριτωμένου Νήφωνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.


ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΔΕΣΙΜΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ

Αιδεσιμολογιώτατε Πάτερ,

 Δεν είχα ποτέ την τιμήν ούτε εσείς την ευκαιρίαν να γνωρισθούμε, αν και από καιρού εις καιρόν ήκουον περί του ονόματός σας, πλήν όμως τα περί υμών παντελώς αγνοώ, μη ασχολούμενος υπέρ το δέον με εκκλησιαστικάς προσωπικότητας ειμή μόνον όσον η ανάγκη μου το επιβάλει. Πρό τινών όμως ημερών έφθασε εις χείρας μου υμετέρα επιστολιμαία διατριβή με ημερομηνίαν 19 Ιουνίου 1969 την οποίαν απευθύνατε εις Αγιορείτην Μοναχόν του οποίου το όνομα παραλλείπω, και εις την οποίαν θεωρώ καθήκον μου  ν’ απαντήσω εις στενόν κύκλον των προσωπικών μου φίλων και κατά κοινήν πίστιν αδελφών μου, λυπούμενος μόνον διότι το αντίγραφον της υμετέρας επιστολής δεν φέρει ταχυδρομικήν διεύθυνσιν δια να σας γνωστοποιήσω την απάντησίν μου ως απαιτούν οι στοιχειώδης όροι ευπρεπείας και καλής συμπεριφοράς,πάντως οι αναγνώσται μου ας λάβουν τον κόπον να σας την γνωστοποιήσουν εν τω μέτρω όπου την θεωρήσουν αξίαν της προσοχής σας.

 Το εις χείρας μου αντίγραφον της επιστολιμαίας διατριβής σας φέρει εν κεφαλίδι την υπόμνησιν «Αντίγραφον διά προσωπικήν αποκλειστικώς χρήσιν», το γεγονός όμως ότι τούτο έφθασε μέχρι την Διασποράν αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου ότι το περιεχόμενόν του δεν αναφαίρεται εις ιδιωτικήν ή προσωπικήν τινά υπόθεσιν ή αμαρτίαν αλλά τυγχάνει μάλλον γενικού ενδιαφέροντος, με εξουσιοδοτεί να προσπαθήσω ν’ απαντήσω προς όφελος πνευματικών μου αδελφών εις την Διασποράν οίτινες ένεκα της συγγραφής σας ενδέχεται να σκανδαλισθώσιν όσον αφορά την Αγιωτάτην Εκκλησίαν των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, την οποίαν οι φίλοι μου κι εγώ όλως ιδιαιτέρως ευλαβούμεθα, αν και ως εκ των περιστάσεων και της αποστάσεως δεν έχομεν την τιμήν να ανήκωμεν εις την εκκλησιαστικήν και κανονικήν της δικαιοδοσίαν.

Ασφαλώς οι Παλαιοημερολογήται της Ελλάδος δεν θα παραλλείψουν να σας δώσουν την δέουσαν απάντησιν αντάξιαν της μορφώσεως, μετριοπαθείας και θεολογικής υμών καταρτίσεως και πνευματικής εμπειρίας, ως διαθέτοντες τα κατάλληλα προς τούτο πρόσωπα. Επειδή όμως ημείς θεωρούμεν τούτους κατά κοινήν πίστιν αδελφούς αγίους και εν πάσι κοινωνούς, πάσαν καθ’ αυτών ύβριν και προσβολήν και αδικίαν ως προσωπικήν, θεωρούμεν καθήκον μας επιβεβλημένον έστω και εν αμαθεία και απειρία να διαμαρτυρηθώμεν προς τον αντίδικον, έστω και εάν δεν διθέτομεν τας προς τούτο δυνάμεις.

Καλόν όμως είναι να ακουσθή και η φωνή των ανειδημόνων ημών, ότι η Εκκλησία, ως αποσκοπούσαν την Σωτηρίαν ενός εκάστου εν τω συνόλω (ο Χριστός είναι ο Σωτήρ του Σώματος και Σωτήρ προσωπικός) και ουχί του συνόλου ως μάζης ανωνύμου, πας τις έχει το δικαίωμα άμα δε και την υποχρέωσιν και καθήκον, να θεωρήση την Εκκλησίαν ως αφορώσα εαυτόν προσωπικώς, και δη «ένθα πίστις το κινυνευόμενον» εξ ής εξαρτάται η Σωτηρία ενός εκάστου.

 Ήδη εκ των αδεξίων τούτον γραμμών αντελήφθητε ότι κάθε άλλο παρά ως αντίπαλος σας επιθυμώ να δειχθώ εάν θέλω ν’ αποφύγω τον κίνδυνο της γελοιοποιήσεως, τον οποίον θα διέτρεχα εάν επιχειρούσα ν’ αντιτάξω μόρφωσιν εις μόρφωσιν, παιδείαν εις παιδείαν και ικανότητα εις ικανότητα. Πλήν η απολογία της πίστεώς μου δεν στηρίζεται εις την γνώσιν μου αλλά εις την αλήθειαν του Χριστού. Δεν με χαρακτηρίζει η αρετή της υμετέρας μετριοπαθείας περί την έκφρασιν και τον χειρισμόν του όλου θέματος του οποίου επιλαμβάνεσθε με όντως ζηλευτήν δεξιότητα και τάξιν και μέθοδον τα οποία προδίδουν άνθρωπον τω όντι καλλιεργημένον και έμπειρον και ουχί άμοιρον πνευματικότητος, χειριζόμενον τα ζητήματα με την ευκολίαν εκείνην και την πραότητα, αίτινες απορέουν από το αίσθημα ασφαλείας που γεννά η βαθεία γνώσις και η μακροχρόνιος εμπειρία των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

 Ας ακουσθή όμως και η φωνή της εμπαθείας και της απειρίας διά να λάβωσιν τινές εκ των πιστών γνώσιν των δύο του νομίσματος όψεων και να κρίνωσι κατά την συνείδησίν των  ενώπιον του Αγίου Θεού. Αφ’ ενός μεν δι’ ότι η εμπάθειά μου αυτή και η βιαιότης, ουδαμώς έχουν ως αντικείμενον την Αγίαν του Χριστού Εκκλησίαν ούτε το πρόσωπον της υμετέρας αιδεσιμολογιότητος, αλλά την υμετέραν διδασκαλίαν και τον υμέτερον τρόπον του νομολογικώς σκέπτεσθαι, αφ’ ετέρου δε διότι αποτελεί κραυγήν άγχους και αγωνίας και ταλαιπωρείας εις τας οποίας μας υποβάλλει η σημερινή κατάστασις των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

 Και εάν μεν στερούμαι ευγενούς καταγωγής και δεν έτυχον της δεούσης μορφώσεως και παιδείας, αλλά και περί τον χαρακτήρα τραχύτατος, και οργίλος και βίαιος και απότομος, ουδεμία των ελλείψεων τούτων μου αποστερεί το δικαίωμα ενασχολήσεως περί των ζητημάτων της αιωνιότητος. Και εάν μεν τυγχάνω θέσει αναρμόδιος, πάντες όμως εν τη Εκκλησία τυγχάνομεν φύσει αρμόδιοι και υποχρεωμένοι: ώστε ενασχολούμενοι και μετά συνεπείας βιούντες τα πνευματικά να έχομεν πίστιν πραγματικήν και διαγωγήν ενσυνείδητον εν τη «αυλή των λογικών προβάτων».

 Μη ούσα η πίστις μου εριζομένη επι της παιδείας μου ή αρετής μου, αλλά επί της Χάριτος του Δεσπότου Χριστού της πάντα τα ασθενή θεραπευούσης και τα ελλείποντα αναπληρούσης, ας ακούσουν οι πιστοί και τας ιδικάς μου αντιρήσεις, όσον αφορά την επιστολιμαίαν σας διατριβήν, ας ελέγξουν αυτάς με την γνησίαν των ορθοδόξων αποστολικήν παράδοσιν και εάν μεν τας εύρουν συμφώνους ας λάβουν την θέσιν εκείνην την οποίαν επιβάλει η συνέπεια και η κατά Θεόν συνείδησις, όπου δε με εύρουν σφάλοντα ας με διορθώσουν αδελφικώς, τεκμηρίοις χρωμένοι τοις παραδεδεγμένοις, και ας ευχηθούν δια τον φωτισμόν μου, ότι με γνώμονα την αποστολικήν των ορθοδόξων παράδοσιν, δύναται και εκ των σφαλμάτων μου να ωφεληθώσι. Τας δε «υπερβολάς της ευγενείας και της των τρόπων λεπτότητος» ας αφήσωμεν διά τον υπερειδήμονα τούτων κύριον Ιερώνυμον περί του οποίου θέλομεν ασχοληθεί εν εκτάσει εν ιδίω κεφαλαίω. Εις τον μακρύ τούτον πρόλογον ας συγχωρηθή και μακρά κάπως εισαγωγή απαραίτητος διά την κατανόησιν των ακολουθούντων κεφαλαίων.

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΠΕΙΡΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

 Δεν πρόκειται αιδεσιμολογιώτατε πάτερ, περί περιαυτολογίας αλλά η εισαγωγή αυτή είναι όλως απαραίτητος δια την αιτιολόγησιν της παρούσης μου απαντήσεως και την κατανόησιν και ορθήν τοποθέτησιν των επακολουθούντων κεφαλαίων. Πράγματι ο καθένας μας κρίνει και εκτιμεί ότι διαβάζει σύμφωνα με την προσωπική του πείρα. Έτσι ένας καθολικός ένας διαμαρτυρόμενος και ένας ορθόδοξος διαβάζοντες την αυτήν Αγίαν Γραφήν καταλήγουν εις το συμπέρασμα ότι η Αγία Γραφή υποστηρίζει αντιστοίχως τον παπισμόν την μεταρύθμισιν ή την Ορθοδοξίαν. Ιδού ο λόγος διά τον οποίον αποφεύγουμε να «αποδείξουμε» την Ορθοδοξίαν παραθέτοντες γραφικά εδάφια, αλλά καλούμε τους ανθρώπους όπως εν ταπεινότητι και μετανοία μετάσχουν της αενάου ζωής και παραδόσεως της Εκκλησίας. Η προσωπική μου πείρα λοιπόν, όσον και εάν θεωρηθή υποκειμενική, και ουδέποτε ισχυρίσθην τι διά την αξίαν αυτής, αποτελεί τον παράγοντα εκτημήσεως της επιστολιμαίας σας διατριβής και μου υπαγορεύει την παρούσαν απάντησιν εις συγγραφήν την οποίαν δεν δύναμαι να χαρακτηρίσω άλλως πως αλλά ως στρεψόδικον και μη ανταποκρινόμενην εις την ζώσαν αλήθειαν της εκκλησιαστικής ημών παραδόσεως. Εάν δε η στρεψοδικία ταύτη επετεύχθη καλή ή κακή θελήσει, ζή Κύριος ο Θεός ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και τις ειμί εγώ να κρίνω αλλότριον οικέτην ότι τω ιδίω αυτού Κυρίω ίσταται ή πίπτει.

 Προ τινών ετών είχα την αυθάδειαν να θελήσω να ιερωθώ και επροέβην εις τας δεούσας ενεργείας εξωτερικώς μεν κρινομένας ως «κανινικάς» και «φυσιολογικάς» σύμφωνα με τα νυν ισχύοντα κριτήρια, όταν όμως μελετώ το παράδειγμα των αγίων πατέρων που έκοβαν τις μύτες τους και τα αυτιά τους για να έχουν κώλυμμα ώστε μην τυχόν και τους χειροτονήσουν διά της βίας με καταλαμβάνει όνειδος δια την προπέτειάν μου να επιζητήσω και το αγγέλοις ατόλμητον και φρικτόν τούτο υπούργημα, «αφ’ εαυτού μου λαβών την τιμήν» μη κληθείς από Θεού αλλά υπ’ Αυτού ανεχόμενος τυγχάνων άμα τε και υπόδικος δια την τολμάν, αλλά ούτε από του δήμου ούτε δε και ανάγκης υπαρχούσης τότε δια την χειροτονίαν μου. Και εις ταύτην παρεσύρθην την θρασύτητα, πρώτον μεν τω οικείω της υπερηφανείας υποκύψας πάθει, δεύτερον δε πλανηθείς εκ της νυν εσφαλμένης περί ιερωσύνης επικρατούσης ιδέας ότι τάχα ο υποψήφιος αφ’ εαυτού αποφαίνεται εάν έχη την κλήσιν και την κλίσιν, και ακολούθως αποφασίζει τα της προετοιμασίας του, ως δι’ οιονδήποτε άλλον κλάδον και επάγγελμα και σταδιοδρομίαν, εις τας προ τούτο φοιτών σχολάς, ακολούθως δε υποβάλλων την σχετικήν αίτησιν μετά των δεόντων πιστοποιητικών και δικαιολογητικών, ως περί οιουνδήποτε άλλου κοσμικού διορισμού.

 Και εκ τούτου όμως του αμαρτήματος μου ηθέλησεν να με ελεήση ο Κύριος και να με διδάξη πολλά, εκ των οποίων θ’ αναφέρω μόνον δύο παραδείγματα εκ των πολλών ων έτυχα μάρτυς αυτόπτης άμα τε και αυτήκοος, και ναι μεν η μαρτυρία μου δύναται να θεωρηθή υπό τινών ως υποκειμενική, δι’ εμέ όμως αποτελεί ζώσαν πραγματικότητα η οποία με υποχρεώνει ως εκ συνειδήσεως να τηρήσω έναντι της υμετέρας επιστολιμαίας διατριβής την στάσιν της παρούσης μου.

 Έτυχε να γνωρισθώ με διερχόμενον επίσκοπον του οικουμενικού θρόνου, και μεταξύ μας εδημιουργήθη σχετική τις επαφή και εκατέρωθεν συμπάθεια. Ηθέλησεν δε (δεν είχα εισέτι χειροτονηθή) να με λάβει υπό την προστασίαν και να με κάμει πρωτοσύγκελόν του, εάν και δεν διαθέτω τοιαύτης φύσεως προσόντα να ιερωθώ και να τον ακολουθήσω. Ήμουν τότε αμφιταλαντευόμενος και ίσως να άφηνα τον εαυτόν μου να πεισθή και να δελεασθή, μη καυχώμενος δι’ ανωτερότητα χαρακτήρος ή άλλην τινά αρετήν, ότε η ευσπλαγνία του Θεού με έσωσε από την πλάνην αυτήν με τον ακόλουθον τρόπον. Ταπεινολογών μίαν ημέραν τον ερώτησα: «Δεν νομίζω να είμαι άξιος της ιερωσύνης» και επηκολούθησε ο εξής διάλογος:

-Αυτό να μην σε ενδιαφέρει εσένα, αυτό αφορά εμένα. Εγώ το κανονίζω.

-Καλά έχω όμως κι εγώ συνείδησιν, ποία είναι κατά την γνώμην σας η μεγαλυτέρα αμαρτία δι’ έναν κληρικόν;

-Ανυπακοή εις τον Πατριάρχη. Εμείς οφείλουμε ν’ ακολουθούμε τον Πατριάρχη σε όλα ακόμη και τούρκος να γίνη, άσε που βέβαια τούρκος δεν γίνεται, αλλά και τούρκος να γίνη εμείς οφείλουμε να τον ακολουθήσουμε ασυζητητί.

Ήτο δι’ εμέ η…. πρώτη αποκάλυψις, εις την οποίαν επακολούθησαν κι άλλες θα αναφέρω όμως ακόμη μόνον μίαν.

 Ήμουν πλησίον του διακονικού και ήθελα ν’ απευθυνθώ εις ένα από τους δύο συνομιλούντας επισκόπους, διά να μην διακόψω δε την συζήτησιν εστάθην έμπροσθέν των, εκείνοι δε, θεία δι’ εμέ οικονομία εξηκολούθησαν την συζήτησίν των ουδόλως ενοχληθέντες από την παρουσίαν μου, επρόκειτο δια προσφάτους απειλάς της Τουρκίας εις βάρος του Φαναρίου.

-Καλά και ο Πάπας τι λέει για την περίπτωση αυτή.

- Ο Πάπας υποσχέθηκε ότι θα κάνει ότι μπορεί, πλήν όμως επιθυμεί να μην εμφανισθή πολύ εις αυτήν την υπόθεσιν.

-Και η Μόσχα τι λέει;

-Πάψε για τ’ όνομα του Θεού. Άστους, ξέρουμε ύστερα τι πρόκειται να μας ζητήσουν εις αντάλαγμα;

 Εδίστασα πολύ, πάτερ προτού αποφασίσω, ν’ αναφέρω τα δύο αυτά παραδείγματα εκ των πολλών, πρέπει όμως οι αναγνώστες της δικολαβικής σας επιστολής κατά κάποιον τρόπον να έλθουν εις επαφήν με την ωμήν πραγματικότητα και να μην χαθούν εις τον δαίδαλον μιάς κανονολογίας δομινικανικού και ιησουητικού τύπου. Εάν περισσώς ελλάλησα, ο Κύριος και οι αδελφοί, ας με συγχωρήσουν. Μου γεννήθηκαν όμως μερικές απορίες: Καλά αν θέλω να τουρκέψω, δεν ξέρω που είναι το τζαμί και ο ιμάμης; Πρέπει να περιμένω τον Αθηναγόρα να με οδηγήση όποτε αυτός και εάν ποτέ ευδοκήση; Αν ήναι ν’ ακολουθήσω έναν άνθρωπον ασυζητητί, γιατί να μην ακολουθήσω τον πάπα που πεντακόσια εκατομμύρια θεωρούν ως αλάνθαστον; Ποια η ωφέλειά μου από έναν Πατριάρχη που παρασκηνιακώς καταφεύγει δια προστασίαν στους αιρετικούς, αφού ήδη εγεύθημεν το πινάκιον φακής της συνόδου της Φλωρεντίας; Και εάν επικαλούμεθα την προστασία τους για να υπερασπίσουμε τα ντουβάρια του Φαναρίου, με τι κύρος θα στηλιτεύσουμε τις αιρέσεις και τις ραδιουργίες των, δια των οποίων ουδέποτε έπαυσαν βάλλοντες κατά των προπυργίων της πίστεώς μας; Εις τι χρησιμεύουν τα εόρτια γράμματα, οι εναγκαλισμοί και οι ασπασμοί, και αι εκατέρωθεν επισκέψεις όταν αδελφαί εκκλησίαι αλληλοΰποβλέπονται και αλληλοφοβούνται δίκην εμπόρων συδιαλεγόμεναι παρασκηνιακώς; Ζή Κύριος ο Θεός, ότι με εφύλαξεν από τοιαύτην γαλέραν και εδικαίωσε τον πνευματικόν μου ο οποίος πάντοτε μου έλεγε: «Πρόσεχε Βασίλειε, αυτοί δεν θέλουν λευίτας, θέλουν δουλίτας».

Έτσι εκ πολλών ζωντανών εμπειριών, αποκαρδιωθείς και αποξηρανθείς πνευματικώς εστράφην εις τους «σχισματικούς Αναστασιανούς» δι’ ολίγην παρηγορίαν και ολίγην Ορθοδοξίαν. Και  με ελέησε ο Θεός ν’ ανακαλύψω σ’ αυτούς τους ανθρώπους τον κήπον εκείνον τον ουράνιον με τις μυρουδιές και τα λουλούδια μέσα στον οποίον με γέννησε η μάννα μου και με ανέθρεψε η αμόρφωτη γιαγιά μου. Ω πάτερ, δεν πρόκειτε να κάμω τον πανηγυρικόν των «Αναστασιανών» μη φοβείσθε. Δεν συνήντησα χερουβείμ , ανθρώπους συνήντησα, ανθρώπους ίσως χοντροκομένους, ίσως περισσότερον εμπαθείς και με περισσότερες ατέλειες από τους άλλους, με καταφανή τα ελαττώματά των, τις μικρότητες και τις ανοησίες τους. Μόνον που είδα τα πρόσωπά τους και όχι την προσωπικότητά τους. Τους είδα όπως είναι, και μου έδωσαν να καταλάβω ότι δεν είχαν τίποτε να μου προσφέρουν. Τίποτε άλλο εκτός από τον θησαυρό που  τους παρέδωσαν άλλοτε οι πατέρες μου και τον οποίον εφύλαξαν και φυλλάτουν ως κόρην οφθαλμού, μη έχοντες πλέον σε τι άλλο να καυχηθούν και τι άλλο να ελπίζουν, μου επέστρεψαν τον θησαυρόν της Ορθοδοξίας! Της αυθεντικής ορθοδοξίας! Της απλής ορθοδοξίας, που δεν έχει τίποτε να σαγηνεύση, τους περίεργους και τους περαστικούς, διότι η ωραιότης  αυτής είναι…. «έσωθεν». Την Ορθοδοξία εκείνη που είναι χωρίς φτιασίδια, με καντήλια, με λαδωμένα ράσσα, με κεριά, με γένεια και μακρυά μαλλιά, με «κουραστικές» μακρυές ακολουθείες, με ατέλειωτα «έτι και έτι», με παπάδες απλούς χοντροκομένους που τους κοροϊδεύει ο κόσμος στο δρόμο που ‘χουν το ράσσο για τιμή τους και κοιμούνται το βράδυ με το αντερί. Που πλένονται με κρύο νερό μονάχα, γιατί « το ζεστό δεν το δημιούργησε ο Θεός», με καλόγηρους που δεν φορούνε παντελόνια ούτε παπούτσια, γιατί ο ηγούμενος που τους έκανε την κουρά τους έδωσε μόνον ράσο και σάνδαλα και δεν θέλουν  να προσθέσουν  τίποτε περισσότερο στο ένδυμα της μετανοίας τους, με επισκόπους που ‘χουν  σε τιμή τους να κρατούν το κομβοσχοίνοι και να το λένε συνεχώς κρυμένοι μέσα στο ιερό όπου κανένας δεν τους βλέπει, που κάνουν θαύματα, που θεραπεύουν αρρώστους με εικόνες θαυματουργές, και όταν κοιμούνται εν Κυρίω το σώματους μένει ανέπαφο και διατηρεί την θερμοκρασία του ολόκληρη εβδομάδα, ανάμεσα στις λαμπάδες που καίνε μέρα νύκτα γύρω στο σκήνωμα οι πιστοί.

Θα μου πήτε: «Μήπως και στην Ελλάδα δεν έχουμε, τέτοια αγιότητα; Είναι τάχα ανάγκη να πάμε στους ρώσσους της διασποράς για να την βρούμε»; Ναι πάτερ έχουμε, δόξα εις τον Άγιο Θεό, αλλά μέχρι πότε θα την έχουμε με τα μυαλά που έχουμε! Στον απόδημο όμως ελληνισμό, μέχρι σήμερα εμείς δεν την βρήκαμε. Ναι ακούσαμε για «καλόγερους» που ζούνε στο Ταιζέ, και προσεύχονται… με τους κατόλικους και τους προτεστάντες ξεδιάντροπα για την… «προβολή της Ορθοδοξίας» (τρομάρα τους!) κάνοντας μίνι-εσπερινούς και μίνι-όρθρους χωρίς λιβάνι, πάνω σε φράγκικα αλτάρια και φορόντας σακκάκι πάνω από το πετραχήλι, και τρώγοντας από το φαΐ των διαμαρτυρομένων τις σαρακοστές έστω και εάν  είναι αρτιμένο, γιατί έτσι δεν έχουν «ανάγκη να κάμουν χωριστή κουζίνα» και ένα διάστημα έτρωγαν βλέποντας την τηλεόραση, μέχρις ότου αηδίασαν πλέον και οι μοντέρνοι «προσκυνητές» και αναγκάσθηκαν να την μεταφέρουν στο … «αρχονταρίκι». Και τι να πρωτοπούμε για Λειτουργίες… χωρίς Τίμια Δώρα, για προσκομιδές που ο Θεός να τις κάνει τέτοιες, για κηρύγματα που λένε ότι «ο απόστολος Παύλος πήρε την αγνή διδασκαλία του Ευαγγελίου και την ανακάτεψε με τις δικές του ιδέες», «ότι οι Ρώσσοι προτίμησαν την Ορθοδοξία από τον ισλαμισμό, διότι ο ισλαμισμός απαγόρευε το χοιρινό κρέας που γι’ αυτούς είναι πολύτιμο»  «ότι η αποτυχία της συνόδου της Φλωρεντίας ήταν λάθος του Μάρκου του Ευγενικού», τι να πούμε για συλλειτουργίες με αγκλικανούς, για χοροστασίες σε ουνίτικες λειτουργείες όπου οι κατόλικοι μας εσκαμπίλησαν όπως μας άξιζε, και τόσα αναρίθμητα που χρειάζονται τόμοι να τα εξιστορήση κανείς.

Έτσι όταν συνάντησα αυτούς τους ανθρώπους, που τίποτε το εξωτερικό δεν με ενώνει μαζύ τους, των οποίων αγνοώ την γλώσσα, τον πολιτισμό, την νοοτροπία, τα ήθη και τα έθιμα, είδα ότι δύο πράγματα μόνον μ’ ενώνουν μαζύ τους, η ορθόδοξος πίστις και το πένθος για την επίγειο πατρίδα. Πενθούν εκείνη την πατρίδα τους που στενάζει υπό το πέλμα ενός αθέου, αντθέου και μισοθέου καθεστώτος, που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα για να διαλύση την Εκκλησία του Χριστού εκ των έξω και εκ των έσω, δια διωγμών, πιέσεων, διαβρώσεως και διαφθοράς, πενθώ κι εγώ την δική μου πάνω στην οποία απλώνονται τα μαύρα σύνεφα του μοντερνισμού, του ορθολογισμού, του οικουμενισμού, του διανοητισμού και του θρησκευτικού κοινωνισμού, σύνεφα τα οποία προσπαθείτε πάτερ να διαλύσετε καίοντες λιβανωτόν εις τον βωμόν του κυρίου Κοτσώνη και της Ελλαδικής Ιεραρχίας. Και είναι οι αιρέσεις αυτές πάτερ, τόσον περισσότερον φρικτές, διότι είναι ύπουλες, και διαδίδονται χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη και σημάδια για να  τις κηνυγήση κανείς εύκολα και να τις πολεμήση. Είναι σαν το δηλητήριο εκείνο που δίνουν οι κακούργοι στα θύματά τους σε δόσεις τόσο απειροελάχιστες, που κανείς και καμία νεκροψία δεν θα μπορέσουν ποτέ να προσδιορίσουν, αλλά αδηγεί σιγά σιγά, αθόρυβα και απαρατήρητα στον βέβαιο θάνατο που όλοι θα εκλάβουν σαν φυσικόν. Είναι οι αιρέσεις αυτές σαν την ανεπαίσθητη υγρασία που κανείς δεν την βλέπει και κανένας οργανισμός δεν την αισθάνεται, και όμως είναι παρούσα και πλανάται στον αέρα και την ζούμε και την αναπνέουμε, και αυτή η υγρασία θα φέρει την οξύδωση και την διάβρωση των μετάλλων, που κοιτάζουν πολλοί να καλύψουν βάζοντες χρυσή μπογιά πάνω στο σκουριασμένο σίδερο.

Να γιατί πάτερ, θεωρούμε κακούργους και ανθρωποκτόνους, τους λευϊτας εκείνους και όλους τους πιστούς που έχουν την γνώσιν των πραγμάτων, και ζητούν να καταπνύξουν το προφητικόν πνεύμα της Ορθοδοξίας χάριν μιάς εξωτερικής ενότητος η οποία αποτελεί το βάθρο του ειδώλου των: κοινωνισμός, και λησμονούν την κραυγήν των πατέρων που φωνάζουν: «ΑΙΡΕΤΩΤΕΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΩΡΙΖΟΥΣΗΣ ΘΕΟΥ».

Φοβάσθε τα … «σχίσματα» και κόπτεσθε διά την ειρήνην και την ενότητα της Εκκλησίας! Μα πάτερ, οι φράγκοι έχουν τέτοιαν ενότητα εξωτερικήν που ούτε εις τον ύπνον μας δεν την είδαμε ποτέ. Και λανθάνουν οι αρχιερείς εκείνοι που λένε: «Δεν φοβόμαστε πλέον τον καθολικισμό, άλλοτε ο καθολικισμός ήταν μια δύναμις που μπορούσε κανείς ν’ ασπασθή ή να μισήση, ενώ σήμερα μπορεί κανείς μόνον να τον περιφρονήση». Όχι φίλτατοι, λανθάνετε. Δεν έχουμε ούτε προδιορατικό χάρισμα, ούτε την απαιτουμένην οξυδέρκειαν δια να αποφανθούμε περί του μέλλοντος του καθολικισμού. Πλην όμως γνωρίζουμε ότι ο Καθολικισμός έχει τοιαύτας δυνατότητας προσαρμογής και αναπροσαρμογής, ώστε ν’ αφομοιώση τον ορθολογισμόν και τον μοντερνισμόν, τους οποίους εγέννησε, και να συνειδητοποιήση εις τους οπαδούς του τας πλέον απιθάνους καινοτομίας, πλάνας και βλασφημίας, παρουσιάζοντας αυτάς ανερυθριάστως ως την αείποτε παράδοσιν της λατινικής εκκλησίας, και να διατηρήση θαυμαστώς, την συνοχήν και ενότητα και αρμονίαν του οικοδομήματός του, αδιαφορών διά την ουσίαν της Αληθείας δια την οποίαν ανέκαθεν αδιαφόρησεν, ζηλότυπος ων μάλλον του κύρους του, της δόξης του και της επιβολής του, παρά της σωζούσης αληθείας.

Ουαί ημίν όμως τοις ορθοδόξοις, εάν εμβολιασθώμεν με τους ιούς της σκοτεινής Δύσεως θα αποσυνθεθώμεν ως Εκκλησία, και μόνη μας ελπίς επιβιώσεως, ως εξωτερικού οργανισμού και συγκροτήματος θα μείνη μόνον το … Βατικανόν!

Να γιατί πάτερ ένοιωσα τους ανθρώπους αυτούς, πολύ κοντά μου, έχοντας δοκιμάση σύμμικτον τον πόνον και την αγάπην για την επίγειον πατρίδα μου, όπως αυτοί για την δικήν τους, και συνειδητοποιόντας ότι τόσον γι’ αυτούς όσον και για μας ουδεμία άλλη ελπίς σωτηρίας υπάρχη ειμή η βίωσις της γνησίας ορθοδόξου αποστολικής παραδόσεως. Τουλάχιστον εάν διά τας αμαρτίας μας και διά την προσέγγισιν της ημέρας εκείνης της φρικτής της επιστροφής του Υιού του Θεού που θα προηγηθή η έλευσις του Αντιχρίστου, εάν δεν μπορούμε να χαρούμε την δόξαν και το πνευματικόν μεγαλείον της επιγείου πατρίδος μας, την πρόσκαιρον, τον τόπον της παροικίας μας, να μην απωλέσωμεν τουλάχιστον την ουράνιον και αιώνιον, την «Ανω Ιερουσαλήμ» ήτις είναι η Μήτηρ πάντων ήμών. Γένοιτο.  

Συνεχίζεται    
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ