Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

40 ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ… – Ὁ φρικτὸς νόμος θερίζει!

 


Μέχρι πρὶν ἀπὸ 40 χρόνια ἡ ἔκτρωση θεωρεῖτο ποινικὸ ἀδίκημα. Ὁ νόμος 1609/1986 (ἄρθρο 304 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα) ἀποποινικοποίησε τὶς ἐκτρώσεις. Ἡ ἔκτρωση, δηλαδὴ ἡ τεχνητὴ διακοπὴ τῆς ἐγκυμοσύνης, δὲν θεωρεῖται πλέον ἄδικη πράξη.

Ὁ συνήθης ἐξευγενισμένος ὅρος ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν πράξη αὐτή, εἶναι «διακοπὴ κυήσεως». Ἀλλὰ «διακοπὴ κυήσεως» εἶναι γιὰ τὴν κυοφορούσα μητέρα. Γιὰ τὸ κυοφορούμενο ἔμβρυο εἶναι «διακοπὴ ζωῆς»· δηλαδὴ θάνατος. Καὶ ὄχι ἀνεπιθύμητος θάνατος, ποὺ προῆλθε ἀπὸ κάποιο δυσάρεστο, ἀναπάντεχο γεγονὸς ἢ ἔστω ἀπὸ ἀμέλεια ἢ ἀπροσεξία, ἀλλὰ θάνατος ποὺ προκλήθηκε μὲ προμελέτη καὶ ἐπιβλήθηκε μὲ βιαιότητα καὶ ἀναλγησία· δηλαδὴ φόνος. Μάλιστα φόνος ἀθώας καὶ ἀνυπεράσπιστης ὑπάρξεως, ποὺ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζήσει σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, τουλάχιστον ὅσο τὸ ἔχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀποφάσισαν. Φόνος ἑνὸς ἀθώου παιδιοῦ, ποὺ τὸν ἀποφάσισαν οἱ γονεῖς του καὶ τὸν προκάλεσαν γιατροὶ ποὺ ὁρκίσθηκαν νὰ ὑπηρετοῦν τὴ ζωὴ καὶ ὄχι τὸν θάνατο.

Ἕνα ἔμβρυο πού μεγαλώνει μὲ θαυμαστὸ τρόπο μέσα στὰ μητρικὰ σπλάχνα, δὲν εἶναι ἄνθρωπος; Δὲν θέλει νὰ δεῖ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ νὰ πορευθεῖ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο μὲ κάθε δυνατότητα νὰ ζήσει, νὰ δεῖ τὰ πρόσωπα τῶν γονιῶν του, νὰ γευθεῖ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φροντίδα τους, νὰ τοὺς συγκινήσει μὲ τὸ χαμόγελό του, νὰ μεγαλώσει, νὰ δημιουργήσει, νὰ καταξιωθεῖ ὡς μέλος μιᾶς ἀνθρώπινης κοινωνίας, ποὺ σκοπὸ ἔχει νὰ ὑπηρετεῖ τὸ ἀγαθό, τὴν πρόοδο, τὴ ζωή;

Καὶ ἀκόμη· τὸ ἔμβρυο δὲν εἶναι ἄνθρωπος μὲ ἀθάνατη ψυχή, ὕπαρξη ποὺ κρύβει στὰ βάθη της τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει δικαίωμα νὰ βαπτισθεῖ, νὰ ἀπολαύσει τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνει μέλος τῆς Ἐκκλησίας, νὰ πορευθεῖ στὸν κόσμο μὲ τὴν αἰώνια προοπτικὴ τῆς μακάριας ζωῆς στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ἂν ὁ θάνατος εἶναι μυστήριο φοβερό, ἡ ζωὴ δὲν εἶναι θαῦμα μεγάλο; Γιατί ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὸν Θεό, ὅταν ζητεῖ νὰ θαυματουργήσει;

Ὅσοι εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐκτρώσεων, εἶχε πεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀμερικῆς Ρόναλντ Ρήγκαν, εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐκτρώσεων ἀφοῦ γεννήθηκαν.

Ὅσοι ἀπολαμβάνουν τὸ δῶρο τῆς ζωῆς, μὲ ποιό δικαίωμα τὸ στεροῦν ἀπὸ ἄλλους;

Κάθε γυναίκα εἶναι ἐλεύθερη νὰ ὁρίζει τὸ σῶμα της, λένε ὅσοι ὑποστηρίζουν τὶς ἐκτρώσεις. Ἀλλὰ τὸ κυοφορούμενο ἔμβρυο εἶναι μέλος τοῦ γυναικείου σώματος; Τότε ὅποια γυναίκα δὲν κυοφορεῖ, δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται ἀρτιμελής. Καὶ ἐπίσης· τὸ κυοφορούμενο ἔμβρυο προῆλθε μόνο ἀπὸ τὸ δικό της σῶμα; Καὶ ἀκόμη· τὸ ἔμβρυο ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφάσεως τῶν δύο γονέων; Ὁρίζουν αὐτοὶ τὸ πότε θὰ προκύψει μιὰ ἐγκυμοσύνη καὶ τὸ ἂν θὰ προκύψει; Δὲν ὑπάρχει καὶ Κάποιος ἄλλος ποὺ ἔχει τὸν κύριο καὶ τελικὸ λόγο;

Ἡ σύλληψη ἑνὸς παιδιοῦ εἶναι ἕνα μυστήριο καὶ γιὰ τὴν Ἐπιστήμη. Γιὰ τὴν Πίστη εἶναι ἕνα θαῦμα, ποὺ τὸ ἐργάζεται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Τὸ δηλώνει καθαρὰ ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία γιὰ τὴ γέννηση τοῦ πρώτου παιδιοῦ πάνω στὴ γῆ ἀπὸ τὸ πρωτόπλαστο ζεῦγος λέει: «Ἀδὰμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν Κάϊν καὶ εἶπεν· ἐκτησάμην ἄνθρωπον διὰ τοῦ Θεοῦ» (Γεν. δ΄ 1). Ἡ Εὔα ὅταν ἔγινε μητέρα, δὲν εἶπε, ἀπόκτησα παιδὶ ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ «διὰ τοῦ Θεοῦ», μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δική του εὐλογία.

Ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ τὴν ὥρα ποὺ συλλαμβάνεται ἕνα παιδὶ στὰ μητρικὰ σπλάχνα! Οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ τὸ ἀποφασίσουν καὶ νὰ τὸ κάνουν μόνοι τους, ἂν δὲν ἐνεργήσει ὁ Θεός.

Ἔρχονται ἀντιμέτωποι μὲ τὸν Θεό, ὅσοι ἀποφασίζουν καὶ ἐνεργοῦν τὶς ἐκτρώσεις. Δὲν φοβοῦνται; Δὲν σκέφτονται τὴν εὐθύνη τους; Δὲν ἀναλογίζονται ὅτι κάποτε θὰ κληθοῦν νὰ δώσουν λόγο γιὰ τὶς πράξεις τους;

Λίγο πρὶν ἀπὸ τὶς ἐκτρώσεις ἀποποινικοποιήθηκε καὶ στὴ χώρα μας τὸ βαρύτατο ἁμάρτημα τῆς μοιχείας. Μετὰ τὶς ἐκτρώσεις ἀποποινικοποιήθηκε τὸ φοβερὸ ἁμάρτημα τῆς βλασφημίας τῶν θείων. Καὶ στὴ συνέχεια νομιμοποιήθηκαν παράνομες μέχρι λίγο πρὶν συμβιώσεις, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ βδελυρές, οἱ σοδομικὲς διαστροφές. Ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἀγνοήθηκε ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ, τὸ ἅγιο καὶ σωτήριο θέλημά του. Καταπατήθηκε ὁ Νόμος του ἐκεῖ ὅπου γίνεται Ἁγιασμός, ὅπου οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ἔθνους ὁρκίζονται στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ γίνεται σεβαστὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζει τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, ὑπερασπίζεται τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, φέρει δὲ ὡς προμετωπίδα του τὸ φοβερὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος!

Πῶς μποροῦν οἱ βαπτισμένοι Ὀρθόδο­ξοι ἐκπρόσωποί μας νὰ ἀποφασίζουν, ὅ­πως αὐτοὶ κρίνουν, τί εἶναι νόμιμο καὶ τί παράνομο; Ποῦ βρίσκουν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς λένε ὅτι αὐτὸ ποὺ μέχρι χθὲς ἦταν παράνομο, ξαφνικὰ ἀπὸ σήμερα θεωρεῖται νόμιμο;

40 χρόνια ὁ φρικτὸς νόμος περὶ τῶν ἐκ­τρώσεων θερίζει ἀτιμώρητα ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀθῶες ὑπάρξεις στὴ χώρα μας κάθε χρόνο, τὴν ὥρα ποὺ τὸ δημογραφικὸ πρόβλημα εἶναι ὀξύτατο. Γερνοῦμε καὶ τὸ «γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ» (Ἑβρ. η΄ 13).

Ἔχουμε χρέος νὰ ἀκούσουμε τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ· νὰ ἀκούσουμε τὴ φωνὴ τῆς συν­ειδήσεώς μας, ποὺ τὴν ἔχουμε φι­μώσει τελευταῖα· νὰ ἀκούσουμε ἐπιτέλους τὴ σιωπηλὴ κραυγὴ τῶν ἀθώων ἐμβρύων. Ἔχουν δικαίωμα στὴ ζωή, τουλάχιστον ὅσο κι ἐμεῖς. Αὐτοὶ δὲ ποὺ δείχνουν ὅτι δὲν τὸ κατανοοῦν, ἔχουν δικαίωμα στὴν αἰώνια ζωή, μόνο ἂν εἰλικρινὰ μετανοήσουν.

Ορθόδοξο Περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ»

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Η ισχύς εν τη ενώσει

 


Ένας γεωργός είχε έξι αγόρια. Όταν ήταν μικρά, ήταν ευχαριστημένος που απόκτησε τόσα παιδιά, γιατί, όταν μεγάλωναν, θα τον βοηθούσαν στη δουλειά.
Είχε όμως ένα παράπονο απ’ αυτά: όλο μάλωναν μεταξύ τους και ποτέ τους δεν μόνοιαζαν. Όσο ήταν σε μικρή ηλικία, δεν έδινε και τόση σημασία, γιατί νόμιζε πως, μεγαλώνοντας, θα διορθώνονταν. Αλλ’ εκείνα, όσο μεγάλωναν τόσο δε χώνευαν το ένα τ’ άλλο, και πιάνονταν με το παραμικρό. Και το χειρότερο ήταν που, καθώς μάλωναν διαρκώς μεταξύ τους, δεν έκαναν καμιά δουλειά σωστή.
Ο καημένος ο πατέρας τους τα συμβούλευε, αλλ’ εκείνα δεν τον άκουγαν. Τα χωράφια έμεναν απεριποίητα, τα ζώα το ίδιο, κι ο γεωργός κόντευε να τρελαθεί από την απελπισία του.
Μια μέρα όμως, σκέφτηκε ν’ αλλάξει τακτική. Κάλεσε τα παιδιά του και τους είπε να του φέρουν καμιά δεκαριά βέργες από λυγαριά. Εκείνα του τις έφεραν κι ο γεωργός τις έδεσε όλες μαζί και τους είπε:
– Όποιος σπάσει αυτές τις βέργες, θα κληρονομήσει όλη την περιουσία μου, όταν πεθάνω.
Έπιασε ο μεγαλύτερος το δεμάτι με τις βέργες, δοκίμασε, έβαλε όλη του τη δύναμη, αλλά, δεν μπόρεσε να τις σπάσει.  Δοκίμασε ο δεύτερος, ο τρίτος, δοκίμασαν όλοι, αλλά κανένας δεν το κατόρθωσε. Τότε ο πατέρας τους έλυσε το δεμάτι κι έδωσε μια βέργα στον καθένα.

 – Σπάστε τη! είπε.

    Φυσικά, και τα έξι παιδιά έσπασαν τη βέργα, που είχε πάρει το καθένα τους.

    – Αυτό να σας γίνει μάθημα, τους είπε ο πατέρας τους. Μια – μια, οι βέργες σπάζουν εύκολα. Όλες μαζί όμως δεν σπάζουν, ό,τι και να κάνετε. Και σεις σαν τις βέργες είσαστε. Αν εξακολουθείτε να μαλώνετε, ένας – ένας σας θα καταστραφεί. Αν μονοιάσετε όμως και κοιτάζετε όλοι μαζί τις δουλειές μας, τότε θα γίνετε πλούσιοι και κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να σας βλάψει.
Τα παιδιά κατάλαβαν εκείνο το μάθημα κι από κείνη την ημέρα δεν μάλωσαν πια μεταξύ τους, γιατί ήξεραν τώρα πως η ομόνοια φέρνει τη δύναμη και την επιτυχία.
(Μύθοι του Αισώπου)     

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

 


Σχετική εικόνα
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
      Η ρωσική Ορθοδοξία έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο νέφος αγίων, το οποίο κοσμεί το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ιδιαίτερα ανάδειξη αγίων έχουμε στα νεώτερα χρόνια, όταν η Ρωσική Εκκλησία είχε εισέλθει στις γνωστές ιστορικές της περιπέτειες. Ένα από τους σύγχρονους επιφανείς Ρώσους αγίους είναι και ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Επίσκοπος Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, της ορθοδόξου ρωσικής διασποράς.
      Γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ στη Νότια Ρωσία. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα και ήταν απόγονοι της ονομαστής αριστοκρατικής και ευσεβούς οικογένειας Μαξίμοβιτς. Μάλιστα ένα μέλος της οικογένειας, ο Ιωάννης Μαξίμοβιτς, υπήρξε ονομαστός Ιεράρχης, Επίσκοπος Τομπόλσκ, ο οποίος έγινε άγιος (εορτάζει στις 10 Ιουνίου) και το τίμιο λείψανό του, παραμένει άφθορο στην πόλη  Τομπόλσκ.
        Οι ευσεβείς γονείς του τον  μεγάλωσαν με την πίστη στο Θεό και την ευλάβεια στην Ορθοδοξία. Αλλά και ο ίδιος έδειχνε από μικρός μια ασυνήθιστη αγάπη για το Θεό και ισχυρή ροπή να ζει την εκκλησιαστική ζωή. Αν και φιλάσθενος, έτρωγε λίγο και τηρούσε όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Του άρεσε να συχνάζει στην Εκκλησία και όταν έπαιζε με τα στρατιωτάκια του τα έντυνε μοναχούς. Προσευχόταν με κατάνυξη πολλές ώρες, στεκούμενος όρθιος. Του άρεσε να συλλέγει εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και να διαβάζει βίους αγίων. Φρόντιζε δε να τους διηγείται στα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του. Με τον εαυτό του ήταν πολύ αυστηρός και εφάρμοζε με ακρίβεια τις εκκλησιαστικές και εθνικές παραδόσεις. Η παιδαγωγός του Γαλλίδα, εντυπωσιάστηκε τόσο από τη βίωση της Ορθοδοξίας του μαθητή της, του Μιχαήλ, με αποτέλεσμα να μεταστραφεί και να βαπτιστεί ορθόδοξη!   
      Στα 1907, σε ηλικία έντεκα ετών, οι γονείς του έστειλαν τον Μιχαήλ να σπουδάσει στην Στρατιωτική Σχολή της πόλης Πολτάβα. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε μαζί του τον σεβάσμιο Επίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ο οποίος ενθουσίασε τον Μιχαήλ και άσκησε μεγάλη επιρροή στην ψυχή του. Του ενέπνευσε ισχυρή πίστη στο Θεό. Σε κάποια στρατιωτική παρέλαση, ενώ περνούσε μπροστά από τον Καθεδρικό ναό της πόλεως, ο νεαρός Μιχαήλ έκαμε το σταυρό του, κάτι που απαγόρευε το στρατιωτικό πρωτόκολλο την ώρα της παρέλασης. Οι συμμαθητές του τον περιγέλασαν και οι καθηγητές αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν. Όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, που ήταν έφορος της σχολής πρότεινε να μην τιμωρηθεί, διότι διέγνωσε σ’ αυτόν βαθειά θρησκευτική πίστη.
      Στα 1914 αποφοίτησε από την στρατιωτική ακαδημία, αλλά επειδή δεν ήθελε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, εξεδήλωσε την επιθυμία να σπουδάσει Θεολογία, στη Θεολογική Σχολή του Κιέβου. Οι γονείς του αντέδρασαν και έτσι αναγκάστηκε να σπουδάσει νομικά και έτσι γράφηκε στη Νομική Σχολή.
       Το 1917 ξέσπασε η οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία και η χώρα κατελήφθη από τους αθέους μαρξιστές. Στα 1921 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος ανάγκασε πολλούς Ρώσους να καταφύγουν στο εξωτερικό. Μαζί με αυτούς, έφυγε και η οικογένεια του Μιχαήλ και εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία. Ο Μιχαήλ γράφηκε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ενώ παράλληλα πωλούσε εφημερίδες για να ζήσει.
      Μέσα του γεννήθηκε η επιθυμία να γίνει κληρικός και να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι το 1924 χειροθετήθηκε αναγνώστης από τον Επίσκοπο Αντώνιο της Ρωσικής Εκκλησίας στο Βελιγράδι. Δύο χρόνια μετά, το 1926, χειροτονήθηκε διάκονος και εκάρη μοναχός, με το όνομα Ιωάννης, στην Ιερά Μονή Μίλκοβ και εν συνεχεία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
      Το 1934 διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή  στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και στη συνέχεια εκλέχτηκε Επίσκοπος Σαγκάης. Στην αρχή αρνήθηκε, λόγω κάποιου προβλήματος στην ομιλία του. Όμως τελικά πείστηκε, διότι αυτό το θεώρησε κλήση από το Θεό, να εργαστεί για τον ευαγγελισμό της αχανούς ειδωλολατρικής χώρας της Κίνας.  Στις 21 Νοεμβρίου του 1934 έφτασε στην Σαγκάη, βρίσκοντας έναν ημιτελή ναό και ένα μικρό ποίμνιο διχασμένο από εθνικές έριδες. Ρίχτηκε με πάθος στον αγώνα να οργανώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατόρθωσε να μονιάσει τους πιστούς, αποτέλειωσε το ναό και  ίδρυσε ορφανοτροφείο, στο όνομα του Αγίου Τύχωνα του Ζαντίσκο, για τα ορφανά της περιοχής τα οποία δυστυχούσαν και πέθαιναν από εγκατάλειψη. Περιμάζεψε περισσότερα από 3.500!  Λειτουργούσε, κήρυττε και μετέστρεφε στην Ορθοδοξία πλήθος ανθρώπων.
     Όμως ξέσπασε η κομμουνιστική επανάσταση και άρχισε ένας απηνής διωγμός κατά της θρησκείας. Ο άγιος Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει, παίρνοντας μαζί του και τα ορφανά στις Φιλιππίνες και αργότερα στην Αμερική και στην Αυστραλία. Το 1951 βρίσκεται εγκατεστημένος στις Η.Π.Α. Οι εκεί Ρώσοι Επίσκοποι τον έστειλαν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Ο Ιωάννης δέχτηκε. Εκεί σημείωσε ένα αξιόλογο ποιμαντικό έργο, κάνοντας γνωστή την Ορθοδοξία στην Ευρώπη. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει τους Πατέρες και να συγγράψει τους βίους των Αγίων, πριν την απόσχιση του παπισμού από την Εκκλησία. Για πρώτη φορά γνώρισαν οι ευρωπαίοι τους αγίους της Ορθόδοξης Ανατολής και την ορθόδοξη πνευματικότητα.
     Το 1962 επέστρεψε στις Η.Π.Α. και εξελέγη Επίσκοπος του Σαν Φρανσίσκο, της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς. Εκεί επιτέλεσε ένα αξιοθαύμαστο ποιμαντικό έργο και έγιναν γνωστές οι αρετές του και η αγιότητά του. Στις 2 Ιουλίου 1966, συνόδευσε στο Σιάτλ των Η.Π.Α. τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, έμεινε στο Ιερό Βήμα προσευχόμενος για τρεις ώρες. Κατόπιν αποσύρθηκε στο δωμάτιό του να αναπαυθεί. Κάθισε σε μια πολυθρόνα. Εκεί τον άφησε ήρεμα την τελευταία του πνοή. Η αγιασμένη ψυχή του πέταξε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, που τόσο αγάπησε και πόθησε στην επίγεια ζωή του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ο άγιος είχε προγνώσει το θάνατό του. Λίγες μέρες πριν είχε στείλει επιστολή στις μοναχές της Λέσνα στη Γαλλία, στέλνοντας τις στερνές ευλογίες του. Το ιερό του σκήνωμα μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο, που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Έγινε ολονυκτία, με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών. Κατόπιν έγινε λιτανεία του Λειψάνου, το οποίο το σήκωσαν τα ορφανά που είχε φέρει από τη Σαγκάη. Ετάφη στο παρεκκλήσιο του υπογείου του Ναού, κάτω από το Ιερό Βήμα, στις 7 Ιουλίου το απόγευμα.
     Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής, υπό τον Αρχιεπίσκοπο του Σαν Φρανσίσκο Αντώνιο, έκαμαν την εκταφή και βρήκαν το ιερό λείψανό του σε θαυμαστή αφθαρσία! Στις 2 Ιουλίου του 1994 έγινε η αγιοκατάταξή του και ορίστηκε να τιμάται η μνήμη του στης 2 Ιουλίου.
    Ο άγιος Ιωάννης, επειδή ταξίδευε συχνά με αεροπλάνα, ανακηρύχτηκε προστάτης όσων ταξιδεύουν αεροπορικώς.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

«Τί πᾶς νὰ κάμης, παιδί μου»

 


 

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

«Τί πᾶς νὰ κάμης, παιδί μου»

  «Οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε» (Α΄ Κορ. η΄ 12). (: Καὶ ἔτσι διαπράττετε ἁμάρτημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον βλάπτονται μεγάλως οἱ ἀδελφοί, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι τοῦτο ἁμάρτημα εἰς τοὺς ἀδελφούς. Καὶ πληγώνετε καὶ κτυπᾶτε σκληρὰ τὴν συνείδησίν τους, ἡ ὁποία εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος. Ἀλλ’ ὑποπίπτετε συγχρόνως καὶ εἰς ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς αὐτὸν τὸν Χριστόν, ποὺ ἀπέθανε διὰ νὰ σώσῃ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτούς).

  Μὴ ἁμαρτάνουμε, διότι στενοχωροῦμε τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος γι’ αὐτὸ κατέβηκε γιὰ τὴν  σωτηρία μας καὶ ὅταν ἁμαρτάνουμε νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινά.

  • Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει γιὰ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ:

  «Αὐτὴ εἶναι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ποτὲ δὲν ἀποστρέφεται τὴ μετάνοια ἡ ὁποία γίνεται μὲ εἰλικρίνεια, ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη κανεὶς φθάση σ’ αὐτὸ τὸ τέρμα τῆς κακίας κι ἀπὸ ἐκεῖ προτιμήση νὰ ἐπιστρέψη πάλι στὴν ὁδὸ τῆς ἀρετῆς, ὁ Θεὸς τὸν δέχεται καὶ τοῦ γίνεται προσιτὸς καὶ κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἐπαναφέρη αὐτὸν στὴν προηγούμενή του κατάσταση. Ἰδοὺ καὶ τὸ παραδοξότερο τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Κι ἂν ἀκόμη κάποιος δὲν ἐπιδείξει τέλεια μετάνοια, οὔτε οὐτὴ τὴ μικρὴ καὶ ποὺ διήρκησε, γιὰ λίγο τὴν ἀποστρέφεται ὁ Θεός, ἀλλὰ κι αὐτὴ τὴν ἀμείβει πλούσια».

  • Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ» διαβάζουμε:

«Κάποτε, ὅπως μοῦ διηγεῖτο στὰ παιδικά μου χρόνια ὁ παπα-Θόδωρος, ὁ ἱερεὺς ποὺ μὲ βάπτισε, κάλεσαν κάποιο βράδυ τὸν παππού του, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς ἱερεὺς μὲ τὸ ὄνομα παπα-Γιώργης, γιὰ νὰ κοινωνήση ἕνα ἄρρωστο.

Ἑτοιμάστηκε ὁ παπποὺς ἱερεύς, παίρνοντας μαζί του τὸν ἐγγονό του, Θεόδωρο, γιὰ νὰ κρατάη τὸ φαναράκι ἀναμμένο καὶ νὰ πηγαίνη ἔτσι μπροστά. Πῆγε στὴν ἐκκλησία, πῆρε τὸ Ἅγιο Ποτήριο μὲ τὴ Θεία Κοινωνία, ἀφοῦ προηγουμένως φόρεσε τὸ πετραχήλι του καὶ ἔβαλε στοὺς ὤμους του τὸν Ἀέρα. Ἔτσι γινόταν τὰ παλιὰ χρόνια. Μπροστὰ πήγαινε ὁ μικρός, ὁ Θοδωρής, μὲ τὸ φαναράκι καὶ ἕνα μικρὸ θυμιατό.

Ἦταν χειμώνας, οἱ δρόμοι ἦσαν ἔρημοι καὶ τὸ κρύο πολύ. Σὲ μία στροφὴ τοῦ δρόμου, συναντοῦν μία σκοτεινὴ σιλουέττα – μόλις φαινόταν. Ὁ ἱερεὺς οὔτε κἄν τὴν πρόσεξε, διότι ὅλη ἡ προσοχὴ του ἦταν στραμμένει στὸ Ἅγιον Ποτήριον καὶ στὴ φύλαξη τῶν Τιμίων Δώρων, τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκείνη ἢ σκιὰ ἦταν μία γυναίκα, ἡ ὁποία σταμάτησε ἀπότομα καὶ ἔντρομη. Ὁ παπάς, χωρὶς νὰ δώση σημασία, προχώρησε στὸν δρόμο του. Πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἀρρώστου καὶ τὸν κοινώνησε.

Σὲ λίγο γύρισε πίσω ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο, ἐνῶ εἶχε ἀρχίσει νὰ σιγοβρέχη. Κάτω ὁ δρόμος ἦταν γεμᾶτος λασπόνερα. Καὶ βλέπει σὲ μιὰ στιγμὴ μία γυναίκα, γονατιστὴ μέσα στὶς λάσπες καὶ στὰ νερά, νὰ κλαίη μὲ λυγμούς. Ἦταν ἡ ἴδια, ποὺ εἶχε συναντήσει πρίν.

-«Στάσου, παπά μου», τοῦ λέει, «μὴ προχωρήσεις ἄλλο».

Σταμάτησε ὁ ἱερεὺς ἔκπληκτος καὶ  ἐκείνη ἄρχισε μὲ λυγμοὺς νὰ διηγῆται τὰ ἑξῆς, ποὺ τἄκουσε καὶ ὁ μικρὸς ὁ Θεόδωρος, ὁ μετέπειτα παπα-Θόδωρος, ποὺ εἶχε σταματήσει καὶ ’κεῖνος.

-«Ἐγὼ προηγουμένως παπά μου πήγαινα νὰ ἁμαρτήσω. Νὰ λερώσω τὸ στεφάνι μου. Ὅταν, ὅμως, ἔφτασες κοντά μου, βγῆκε μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὴ Θεία Μεταλαβιά, προφανῶς βέβαια ἀπ’ τὸ Ἅγιο Ποτήριο, καὶ μοῦ εἶπε: «Τί πᾶς νὰ κάμης, παιδί μου, τί πᾶς νὰ κάμης;» Ἡ φωνὴ ἦταν τόσο γλυκειά, ἀλλὰ καὶ τόσο πονεμένη, ποὺ λύγισα, ντράπηκα. Καὶ ἔπεσα στὰ γόνατα καὶ ἄρχισα νὰ κλαίω, νὰ κλαίω καὶ νὰ κλαίω μέχρι τώρα. Παπά μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με τὴν ἁμαρτωλή», καὶ συνέχισε νὰ κλαίη μὲ λυγμούς.

Καὶ ’κεῖνος ὁ ἁπλοϊκός, ἀλλὰ ἁγιασμένος λευΐτης τοῦ χωριοῦ, ἀκούμπησε στὸ κεφάλι της τὸ Ἅγιο Ποτήριο, ναί, πάνω στὸ κεφάλι της, καὶ τῆς εἶπε:

-«Λελυμένη καὶ συγκεχωρημένη, καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Μόνον μηκέτι ἁμάρτανε».

Ἐπανέλαβε, δηλαδή, τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶπε πρὸς τὴν μοιχαλίδα γυναίκα, ποὺ τὴν εἶχαν πιάσει ἐπ’ αὐτοφόρῳ, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, τὰ ἴδια ἐκεῖνα λόγια: «Μηκέτι ἁμάρτανε».

Καὶ ὁ ἱερεὺς κίνησε νὰ φύγη. Φεύγοντας, ἄφησε τὴν γυναίκα γονατιστὴ καὶ τὴν ἄκουσε βέβαια νὰ λέγη ἐκεῖ, ὅπως ἦταν γονατιστή:

– «Θεέ μου, συγχώρεσέ με, Θεέ μου συγχώρεσέ με τὴν ἁμαρτωλή, Χριστέ μου, ἐλέησέ με, Θεέ μου συγχώρεσέ με, ντρέπομαι», καὶ ἄλλα πολλὰ τέτοια ὅμοια. Καί:

– «Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μὲ συγχώρεσες, δὲν θὰ τὸ ξανακάμω».

Ἀλήθεια, τί θαύματα μπορεῖ νὰ κάμη ὁ Θεός, γιὰ νὰ σώση, ἔστω καὶ μία ψυχή! Τί θαύματα…

Μετὰ τὴν ἀπόθεση τῆς Θείας Κοινωνίας στὴν Ἁγία Πρόθεση, λέγει ὁ παπα- Γιώργης στὸν ἐγγονό του:

Ἕως ὅτου ἀποθάνουμε, καὶ ἐγὼ καὶ αὐτὴ ἡ δυστυχισμένη γυναίκα, δὲν θὰ μιλήσης ποτέ, παιδί μου. Καὶ συνέχισε ὁ παπα- Θόδωρος:

Στέφανε, παιδί μου, ἡ ἀληθινὴ μετάνοια καὶ ἡ πίστη κάνουν θαύματα. Καὶ τὰ κάνουν πάντοτε, καὶ σήμερα! Τὰ πιὸ πολλὰ δὲν τὰ ξέρουμε.

Ἆραγε, τί μάθημα ἤθελε νὰ μοῦ δώση ἐμένα; Τὸ μικρὸ παπαδάκι, ποὺ βρισκόμουν μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα. Τί μάθημα; Τὸ θαῦμα; Τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πεσμένο πλάσμα Του; Τὴν δύναμη τῆς μετανοίας; Τί ἀπ’ ὅλα αὐτά; Ἤ ὅλα μαζί;».

  • Στὸ βιβλίο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Ρώσων Ἁγίων ἀναφέρεται:

«Ἀκόμα κι ἂν ἁμάρτησες ὅσο κανένας ἄλλος ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ, πάλι μὴ ἀπελπίζεσαι. Κανένα ἁμάρτημα δὲν μπορεῖ νὰ νικήση τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἁμαρτήματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων μαζὶ δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὴν ἄβυσσο τοῦ θείου ἐλέους. Ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ μᾶς σώζει δωρεάν».

orthodoxostypos

https://aktines.blogspot.com/2026/06/blog-post_27.html

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΥΡΟΥ

 

«Ο άγιος Δωρόθεος ζούσε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικίνιου και ήταν επίσκοπος Τύρου. Επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, λόγω του διωγμού που επρόκειτο να ξεσπάσει, άφησε την οικία του και τον τόπο του και απήλθε στη Δυσσόπολη. Μετά την καταστροφή αυτών, πήγε στην Τύρο και κατεύθυνε την Εκκλησία του μέχρι την εποχή του Ιουλιανού του παραβάτη. Τότε ξαναπήγε στη Δυσσόπολη, όπου αφού συνελήφθη από τους άρχοντες του Ιουλιανού και υπέμεινε πολλά βασανιστήρια, σε βαθύτατο γήρας έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου, προσφέροντας την ψυχή του στον Θεό την ώρα που έπασχε, σε ηλικία ήδη εκατόν επτά ετών. Άφησε διάφορα εκκλησιαστικά συγγράμματα και ιστορίες, στα ελληνικά και τα ρωμαϊκά. Διότι γνώριζε και τις δύο γλώσσες, από τη μεγάλη σπουδή του και την κλίση της φύσης του».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, όπως γίνεται συνήθως στην εκκλησιαστική υμνολογία, αξιοποιεί το όνομα του αγίου Δωροθέου, προκειμένου να τον τοποθετήσει από πλευράς πνευματικής: ο άγιος υπήρξε το δώρο του Θεού στην Εκκλησία για να βοηθήσει τους πιστούς στη σωτηρία τους, ο ίδιος προσφέρθηκε ως δώρο στον Θεό με την ασκητική του διαγωγή και το μαρτύριό του. «Αυτός που από την πλούσια αγάπη Του παρέχει τα δώρα ως Θεός σ᾽ αυτούς που έχουν ανάγκη, δώρισε εσένα, Δωρόθεε, σαν θεϊκό δώρο στην Εκκλησία, για τη φανερή σωτηρία των πιστών» (ωδή θ´). «Πρόσφερες τον εαυτό σου, παμμακάριστε Δωρόθεε, ως καθαρότατο δώρο στον Θεό, με τον τέλειο βίο σου και το ιερό μαρτύριό σου» (ωδή α´).

Έτσι είναι σαφές ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για τον Θεό από την αγιασμένη ζωή ενός πιστού ανθρώπου, που σημαίνει ότι ο Θεός δεν ευαρεστείται με τις υλικές προσφορές μας αλλά με τη ζωή μας τη σύμφωνη με το άγιο θέλημά Του. Πολλές φορές πέφτουμε στην παγίδα να νομίζουμε ότι θα έχουμε τον Θεό προστάτη και συμπαραστάτη μας, αν του κάνουμε δώρα με τα οποία ευαρεστείται: ακριβά καντήλια, ωραίες εικόνες, οικοδομή ναών. Χωρίς να αρνείται κανείς και αυτές τις προσφορές, όταν πηγάζουν από την αγάπη μας  – ο ίδιος ο Κύριος δεν απέπεμψε το ακριβό δώρο της Μαρίας, αδελφής του Λαζάρου, αλλά και της πόρνης γυναίκας που ξεχωριστά αγόρασαν μύρο και το άλειψαν στα πόδια Του, ως έκφραση της αγάπης τους – όμως το καίριο και ουσιαστικό είναι η καλή και αγία ζωή μας, η θεμελιωμένη στη μετάνοια και τις εντολές του Χριστού. Θέλουμε να κάνουμε τον Θεό μας να χαίρεται; Ας ζούμε σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. Και η χαρά Του πολλαπλασιάζεται όταν μας βλέπει να μένουμε στο θέλημά Του αυτό, έστω και με θυσία της ζωής μας.

Κι από την άλλη: δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία που δίνει ο Θεός στον κόσμο μας από την δωρεά ενός αγίου Του. Ο άγιος είναι η ευλογημένη απάντηση του Θεού στον παραπαίοντα και αμαρτωλό κόσμο μας, το ακριβότερο δώρο Του σε εμάς, αφού με την παρουσία του αγίου διακρατείται και ο ίδιος ο κόσμος. Λόγω των αγίων που σε κάθε εποχή υπάρχουν, ο Θεός μακροθυμεί και δίνει περισσότερο χρόνο, ώστε να κινητοποιηθούν περισσότεροι άνθρωποι σε μετάνοια και να σωθούν. «Έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση» (πρβλ. Αποκάλυψη Ιωάννη, κεφ. 2,21). Κι αυτό ιδιαιτέρως πρέπει να τονίζεται στην εποχή μας, την τόσο περίεργη από πλευράς πνευματικής και οικονομικής και λοιπής κρίσεως. Η απάντηση του Θεού δεν θα έρθει με τον πολλαπλασιασμό των χρημάτων και των υλικών αγαθών, αλλά με τη δημιουργία συνθηκών μετανοίας στην καρδιά μας. Αν αρχίσει η εσωτερική αλλοίωσή μας και η επιστροφή μας προς τον Θεό, τότε πράγματι θα σημαίνει ότι ήλθε η ώρα της υπέρβασης της όποιας κρίσεως μαστίζει τον κόσμο.

Ο άγιος Ιωσήφ δεν επικεντρώνει την προσοχή του στο όντως παράδοξο: ένας γέροντας 107 ετών να δέχεται τη μήνη του περιβάλλοντος του παραβάτη αυτοκράτορα και να υφίσταται τόσα βασανιστήρια.  Ίσως γιατί γνωρίζει καλά ότι όταν κάποιος ξεφεύγει από την πίστη και αρνείται τον Χριστό, σαν τον Ιουλιανό τον αυτοκράτορα,  δεν έχει πια περιθώρια ανθρωπιάς μέσα του. Επικεντρώνει όμως αρκετά στα συγγράμματα που άφησε ο άγιος Δωρόθεος, διότι επίσης γνωρίζει ότι τα γραπτά που μένουν στους αιώνες, είναι εκείνα που βοηθούν τους ανθρώπους σε κάθε εποχή στο να βρίσκουν τον δρόμο του Θεού, ενώ τους απομακρύνουν από τις πλάνες του διαβόλου. «Αναδείχτηκες, θεομακάριστε Πατέρα, πυξίδα του αγίου Πνεύματος, γράφοντας τα θεία δόγματα με γνώση θεϊκή» (στιχηρό εσπερινού). «Η φωνή των λόγων σου και η δύναμη των ωραίων διδασκαλιών σου έφτασε, παμμακάριστε, σε όλη τη γη με τη χάρη του Θεού» (ωδή ς´). «Κράτησες τα ρεύματα της απάτης, Δωρόθεε, με το ρεύμα της πάνσοφης γλώσσας σου και πότισες καλά τις διάνοιες των πιστών» (ωδή α´).

Και τι ήταν εκείνο που έγραψε ο άγιος και φώτισε τόσο πολύ τις διάνοιες των πιστών; Τους βίους των αγίων, μάλιστα των εβδομήκοντα μαθητών του Χριστού. Την πίστη της Εκκλησίας και τα δόγματα της πίστεως ο άγιος Δωρόθεος τα πρόσφερε μέσα από το ενσαρκωμένο ευαγγέλιο, τη ζωή των αγίων. Κι είναι τούτο μία πολύ μεγάλη αλήθεια: σε κάθε εποχή, κι ίσως ακόμη περισσότερο στην εποχή μας, η σημαντικότερη προσφορά είναι η προσφορά της ζωής των αγίων μας. «Φανέρωσες με τις ιερές σου συγγραφές, θεόπνευστε Πατέρα, τον τρόπο ζωής των αγίων, γιατί φωτιζόσουν στην ψυχή από τη θεία γνώση» (ωδή ς´). 

https://pgdorbas.blogspot.com/2026/06/blog-post_05.html