Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Λίγο πρίν την κοίμηση και η κοίμηση του Αγίου Ιερωνύμου της Αίγινας



Το καλοκαίρι του 1966 ήμουν εις την Ελλάδα. Από τις πολλές φορές οπού πήγα και είδα τον Γέροντα, ήμαστε μια φορά κάπου δέκα-δώδεκα, ημπορεί και επέκεινα, άτομα, δεν ενθυμούμαι τώρα μετά από τόσα χρόνια. Ενθυμούμαι καλά όμως ότι ήτο η Γερόντισσα Μάρθα του παπα-Νικόλα του Πλανά και ο Βασιλάκης ο Λέπουρας. Η Γερόντισσα Μάρθα είχε ακούσει πολλάκις δια τον Γέροντα, αλλά είχε γεράσει πολύ και δύσκολα έβγαινε από το σπιτάκι της, οδός Τσιμισκή, στο κέτντρο της Αθήνας. Της έλεγα και εγώ δια τον Γέροντα, και της είχα τάξει ότι όταν θα ερχόμουν κάποτε από την Αμερικήν θα την πήγαινα μαζί με τον αδελφόν της, τον παππού Νικόλαον, διά να επισκεφθούμε τον Γέροντα. Ευτυχώς οπού πήγαμε το καλοκαίρι του 1966, καθώς τον Οκτώβριον του ιδίου έτους εκοιμήθη ο Γέροντας.

Στο ίδιο ταξίδι ήρθε και ο Βασιλάκης Λέπουρας, μαζί με ένα νέον ο οποίος τον βοηθούσε με το καροτσάκι του, καθώς ήτο παράλυτος. Έλεγα πολλάκις εις τον Βασιλάκη διά τον Γέροντα και επιθυμούσε και αυτός να τον γνωρίση. Στην ίδια ομάδα ήτο και ο πάτερ Νικήτας Παλάσσης από το Σηάτλ (Ουάσινγκτον-Η.Π.Α.), ο οποίος έτυχε να είναι εις την Αθήνα. Είχε πάει προσκύνημα εις τα Ιεροσόλυμα και εις το Άγιον Όρος. Τον εγνώριζα καλά από την Αμερικήν. Επίσης ήρθε μαζί μας και ένας φοιτητής της θεολογίας εξ Αμερικής, ο Παναγιώτης Τσάμπηρας, νυν ιερεύς με το νέο στην Αμερικήν. Τον εγνώριζα και αυτόν από την Αμερικήν. Ήτο και ο διάκονος Μάρκος του Ορθοδόξου Τύπου, και άλλοι δύο, από την συνοδίαν μας από την Αμερικήν. Δεν ενθυμούμαι και ποιος άλλος. Τέλος ξεκινήσαμε όλοι από τον Πειραιά με την συγκοινωνία, ατμοπλοϊκώς, δια την Αίγινα. Η δε Γερόντισσα Μάρθα δεν άκουε καλά, ο αδελφός της Νικόλαος δεν έβλεπε καλά, ο Βασιλάκης ήτο καθιστός στο καροτσάκι του. Άλλος με μπαστουνάκι, άλλος με βακτηρία, ο ένας να βοηθή τον άλλον, άλλον να τραβάμε, άλλον να σηκώνουμε. Ήμαστε ένα ασκέρι ωσάν τους παλαιούς προσκυνητάς, οπού καραβάνια-καραβάνια πηγαίνανε στα Ιεροσόλυμα. Η Γερόντισσα Μάρθα βαστούσε ένα ματσάκι κεριά διά να τα ανάψη στον άγιον Νεκτάριον, και ένα δεματάκι αγιοτικά (λουλουδάκια Επιταφίου, λαδάκια, κεράκια, βαμβάκια από ευχέλαια κτλ.) δια να τα ρίξη στην θάλασσα, σε «καθαρό τόπον», όπως έλεγε. Άλλος βαστούσε λαμπάδα, άλλος κομποσκοίνι. Τέλος, είμαστε θέαμα και άκουσμα φρικτόν, θέατρον και ανθρώποις και αγγέλοις. Όλοι σταματούσαν και μας κοίταγαν περίεργα. Όταν αργότερα το άκουσε ο κυρ Αλέκος Παπαδημητρίου, μου είπε: «Θα ήθελα, Παντελάκι μου, να το ήξευρα. Θα άφηνα το εργοστάσιο και θα ερχόμουν στον Πειραιά να σας έβλεπα, να σας καμαρώσω. Που να ζούσε ο μακαρίτης ο Φώτης (Κόντογλου) να σας έβλεπε. Θα ευραίνετο. Θα σας ζωγράφιζε. Σεις εφαρμόσατε την λαϊκήν παροιμίαν -όλοι στραβοί, κουτσοί στον άγιον Παντελεήμονα. Ε! και ναμουνα από μια μεριά να σας καμάρωνα!».

Τέλος, φθάσαμε στην Αίγινα. Πήραμε αυτοκίνητα και ανεβήκαμε στον άγιον Νεκτάριον. Προσκυνήσαμε, και μετά κατεβήκαμε στον Γέροντα. Τι χαρά είχαμε όλοι, τι δάκρυα, τι κατάνυξι. Η Γερόντισσα Μάρθα σκιρτούσε από την χαρά της, ωσάν άλλη Άννα η προφήτιδα, θυγάτηρ Φανουήλ εκ φυλής Ασήρ. Ο δε Γέροντας, ως άλλος Συμεών ο πρέσβυς, μόνο που δεν πηδούσε. Η Γερόντισσα Μάρθα μπήκε εις το κελλί του και εξομολογήθηκε. Δεν άκουε. Φώναζε η ίδια, φώναζε και ο Γέροντας. Όλοι όσοι ήμαστε έξω εις την αυλήν, τα ακούγαμε όλα. Αλλά τέτοια αθώα ψυχή όπου ήτο η Γερόντισσα, και εις την ηλικίαν όπου ήτο, τι αμαρτίες να είχε; Τέλος, βγήκε ο Γέροντας έξω από το κελλί του, καθώς η θύρα ήτο στενή και το καροτσάκι του Βασιλάκη δεν χωρούσε να περάση. Εξ άλλου ήμαστε και πολλοί δια να χωρέσουμε όλοι μέσα εις το κελλάκι του.

Τι χαρά έκανε ο Γέροντας με τον Βασιλάκη! Ωσάν το μικρό παιδί οπού κροτεί τας χείρας του και κάνει παλαμάκια, ούτως και ο Γέροντας -το μόνο ότι δεν είχε δύο χείρες.

Λέει στον Βασιλάκη:
-Σε ζηλεύω! Εάν ήτο δυνατόν θα σε έδιδα το σώμα μου και θα έπαιρνα το δικό σου. Τι στεφάνι σου πλέκει ο Χριστός μας! Μόνο ως ο Ιώβ να υπομένεις και εν παντί να ευχαριστείς τον γλυκύν μας Ιησούν.

Μετά στρέφει προς ημάς και λέει:
-Όποιος αυτόν σηκώνει, οι άγγελοι θέλει σηκώσουν αυτόν εν τη ημέρα εκείνη.

Επηκολούθησαν λόγοι παρηγορητικοί και νουθεσίες διά όλους μας -κληρικούς, μοναχούς, λαϊκούς. Όλοι δακρύσαμε, όλοι ευφρανθήκαμε, όλοι κατανυγήκαμε. Στο τέλος μας διάβασε και μια ευχή όλους ο Γέροντας και έτσι φύγαμε.

Στο βαποράκι όπου επιστρέφαμε, πότε ψέλναμε σιγανά, και πότε αναμιμνήσκαμε περί της επισκέψεώς μας και τι είδαμε και τι ακούσαμε, ευχαριστούντες και δοξολογούντες τον γλυκύν μας πλαστουργόν Θεόν, όπου μας αξίωσε σε τέτοιους καιρούς να ίδωμε και να ακούσωμε τοιούτον Γέροντα ως τους πάλαι.
Αυτή η επίσκεψις ήτο το καλοκαίρι του 1966. Άλλη μια φορά είδα τον Γέροντα πρίν φύγω δια την Αμερικήν, και ούτως το καλοκαίρι αυτό τον είδα τέσσερις φορές. Τον Οκτώβριο έλαβα είδησιν ότι την 3ην του μηνός -μνήμη του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου- εκοιμήθη ο Γέροντας εις τας Αθήνας, εις το διαμέρισμα του κυρ-Ελευθέρη Κουμπή. Με είχαν ειδοποιήσει ενωρίτερον ότι ο Γέροντας ασθενούσε βαριά και ότι ήτο εις την κλινικήν της Αλεξάνδρας, αλλά δεν περίμενα ότι θα αναπαυότανε τόσο γρήγορα. Όπως το επιθυμούσε, είχε καρκίνο, υπέφερε πολύ, και ούτως εκοιμήθη. Ως χρυσός εν χωνευτηρίω ούτως εκαθαρίσθη εις το τέλος, και ανεχώρησε δια τας άνω μονάς.

Μου είπαν άνθρωποι όπου τον επισκέφθηκαν εις την κλινικήν, ότι πονούσε πολύ και του έκαναν ενέσεις, αλλά πάλι πονούσε. Ενίοτε αναστέναζε κάπου-κάπου, και μέσα εις τους πόνους έκραζε, «Μάνα μου! Μητέρα μου!» Η δε γερόντισσα Ευπραξία όπου ήτο πάντοτε κοντά του, έλεγε με τον λογισμόν της ότι όποιος τον ακούει θα νομίζη ότι φωνεί την μητέρα του, ωσάν τα μικρά παιδιά που όταν πονέσουν αμέσως φωνάζουν διά την μητέρα τους. Τι θα λέγουν, έλεγε πάλι με τον νουν της η γερόντισσα, όσοι τον ακούν – ένα ηλικιωμένον κληρικόν να φωνάζη ωσάν μικρό παιδί «Μάνα μου». Οπότε σε μια στιγμή ανοίγει ο Γέροντας τα μάτια και την κοιτά και της λέγει:

-Καλογραία, την Παναγίαν μας επικαλούμαι, την Παντάνασσα Μητέρα μας φωνάζω, όχι την κατά σάρκα μητέρα μου.

Σαν ακούσαμε στην Αμερικήν δια την κοίμησιν του Γέροντος, αμέσως τελέσαμε τρισάγια και παννυχίδες (τριήμερα, εννεάμερα, το τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον και το καθιερωμένον κομποσχοίνιον κάθε νύχτα). Κάθε ημέρα -εκτός Κυριακής- είχαμε μετά την θεία λειτουργία τρισάγιον. Όταν συμπληρώθηκαν αι τεσσαράκοντα ημέρες, μετά την αγίαν λειτουργίαν αρχίσαμε να ψέλνουμε τους ύμνους του μνημοσύνου. Όταν φθάσαμε στα ευλογητάρια, και ενώ ψέλναμε, άρχισαν όλες οι κανδήλες του ναού της μονής μας να κινούνται αυτομάτως, χωρίς κανείς να τες αγγίξη. Πρώτον η κρεμαστή κανδήλα της αγίας Τραπέζης και μετά της ωραίας Πύλης, και εν συνεχεία του τέμπλου, του προσκυνηταρίου, του αγίου Νικολάου -όλες οι κανδήλες ησύχως, χωρίς κρότον, άρχισαν να κινούνται από τα δεξιά προς τα αριστερά, όπως τες κινούμε συνήθως εις τον πολυέλεον. Όλοι όσοι είμαστε παρόντες το είδαμε, και είμαστε μάρτυρες. Εγώ θυμίαζα τον καιρόν αυτόν και σιγοέψελνα τα ευλογητάρια μαζί με τους πατέρες. Μας φάνηκε ότι ήτο παρών ο Γέροντας. Χωρίς να τον ιδούμε ασφαλώς, τον αισθανθήκαμε  παρόντα και ότι ήθελε να μας ευχαριστήση και συνάμα να μας πληροφορήσει ότι η ψυχή του ευρήκε Όν ποθούσε και σκιρτούσε εν χαρά και αγαλλιάσει, όπως και οι κανδήλες εκινούντο χαρμοσύνως. Στην αρχήν οι κανδήλες άρχισαν να κινούνται ελαφρώς, αλλά έως ότου τελειώσουμε τα ευλογητάρια, εκινούντο τελείως, όπως εις τον πολυέλεον και σε δοξολογίες, ότε τας κινούμε διά χειρός.


Του Ηγουμένου Παντελεήμωνος της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Βοστώνης Από το Βιβλίο του Πέτρου Μπότση «ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ» σελ. 328-332

Δείτε επίσης:
 Ο Πέτρος Μπότσης μιλάει για τον Άγιο Ιερώνυμο της Αίγινας
Μαρτυρία Αγιότητας για τον Άγιο Ιερώνυμο της Αίγινας
Πατήρ Νεκτάριος Μαρμαρινός Ομιλία Περί του Αγ. Ιερωνύμου της Αίγινας

Πατήρ Νεκτάριος Μαρμαρινός Ομιλία Περί του Αγ. Ιερωνύμου της Αίγινας

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Η υπέρτατη αγάπη του Αγίου γέροντα Αμβροσίου της Όπτινα

Ο Όσιος στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα


Η καρδία του ήταν ευαίσθητη. Είχε  την ικανότητα να αγαπάει χωρίς όρια κάθε άνθρωπο που βρισκόταν απέναντι του, ξεχνώντας τον ίδιο του τον εαυτό. Αύτη ή διαρκής παραμέληση του εαυτού του χάριν του πλησίον αποτελούσε την επιλεγμένη από τον στάρετς Αμβρόσιο στάση ζωής.

Έλεγε: «Όλη μου την ζωή δεν κάνω τίποτε άλλο παρά να σκεπάζω τις στέγες των άλλων, ενώ ή δική μου μένει τρύπια». Αλλά ή ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί να φθάσει στην υπέρτατη τελείωση, εάν δεν πάψει να υπάρχει γι' αυτήν την ίδια, εάν δεν δοθεί σε όλους. Αυτό είναι το θεμέλιο τού ευαγγελικού λόγου, ό όποιος, όταν βιώνεται μέχρι τέλους, κάνει τους αληθινούς χριστιανούς όμοιους με τον Θεό-γιατί ό Θεός είναι ή ζωντανή και προσωπική εστία κάθε αγάπης.

Κανένα ανθρώπινο ελάττωμα, κανένα αμάρτημα δεν μπορούσε να γίνει εμπόδιο στην αγάπη τού Γέροντος Αμβροσίου.Προτού κρίνει, συνέπασχε και αγαπούσε. Γι' αυτό τον λόγο οι αμαρτωλοί πήγαιναν κοντά του χωρίς φόβο, με εμπιστοσύνη και ελπίδα. Μια νέα ή οποία έμεινε έγκυος, εκδιώχθηκε από τον πατέρα της, έναν πλούσιο έμπορο, ό οποίος επί πλέον την καταράστηκε. Αυτή ζήτησε καταφύγιο και παρηγοριά κοντά στον στάρετς Αμβρόσιο, ό οποίος την δέχθηκε με γλυκύτητα και την εγκατέστησε σε σπίτι φίλων σε μια γειτονική πόλη όπου μπόρεσε να φέρει στον κόσμο το παιδί της.
Ό στάρετς σε τακτά διαστήματα έστελνε χρήματα στην νεαρή μητέρα, ή οποία ερχόταν να τον δει κατά καιρούς με τον γυιό της. Με την συμβουλή τού Γέροντα ή νέα γυναίκα, πού ήξερε να ζωγραφίζει, άρχισε να κερδίζει το ψωμί της φτιάχνοντας εικόνες. Μερικά χρόνια αργότερα ό έμπορος συμφιλιώθηκε με την κόρη του και αγάπησε πολύ τον εγγονό του.

 Ό π. Αμβρόσιος επεδίωκε πρώτα ν' ανακουφίσει τις ανθρώπινες υπάρξεις από τον πόνο τους, πριν τις οδηγήσει στον δρόμο της αρετής. Προς το τέλος της ζωής του συχνά άκουγε κανείς να λέει με χαμηλή φωνή κουνώντας το κεφάλι:
«Ήμουν αυστηρός στην αρχή του στάρτσεστβό μου, αλλά τώρα έγινα επιεικής. Οι άνθρωποι έχουν τόσον πόνο, τόσον πόνο!».
Όταν υποδεχόταν τους καινούργιους του επισκέπτες, ό στάρετς πήγαινε πάντα στους πιο πονεμένους,διάλεγε αυτούς πού είχαν περισσότερη ανάγκη παρηγοριάς και έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις, για να τους ξαναδώσει το θάρρος, την ελπίδα, την χαρά της ζωής. Εξίσου καλός προς όλους, εκδηλώνοντας ιδιαιτέρως την αγάπη του στους δυσάρεστους, στους ανυπόφορους, στους πωρωμένους αμαρτωλούς, τούς περιφρονημένους από την κοινωνία, ποτέ δεν απελπίσθηκε μπροστά στην άβυσσο των ανθρωπίνων αμαρτημάτων, ποτέ δεν είπε: «Δεν μπορώ να κάνω τίποτε γι' αυτό».

Βλαντίμιρ Λόσσκυ, Αγιοι Γέροντες της Οπτινα, Α', Όσιος Αμβρόσιος, β' έκδ., Σταυροπηγιακή και Συνοδική Ι. Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής 2002, σελ 28-30.


Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Σταμάτα να ξεχνάς το παιδί...



Σκέψου καλά και προσπάθησε να θυμηθείς...

Τότε που ήσουν μικρό παιδί...

Τότε που πήγαινες σχολείο...

Τότε που μάθαινες τα πρώτα σου γράμματα...

Τότε που έγραφες το πρώτο σου «Σκέφτομαι και Γράφω»...

Τότε που έσβηνες τις πρώτες σου λέξεις για να τις ξαναγράψεις...

...και τσαλάκωνες τη σελίδα του τετραδίου σου...

Θυμάσαι πόσο λαχταρούσες να χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα;

Θυμάσαι πόσο στενοχωριόσουν όταν χτυπούσε το κουδούνι «για μέσα»;

Θυμάσαι τι ένιωθες όταν έτρεχες στο διάλειμμα χωρίς λόγο και σκοπό;

Θυμάσαι πώς ένιωθες όταν έβρισκες μπάλα σε ώρα διαλείμματος;

Θυμάσαι που θυμόσουν να φας μόλις χτυπούσε το κουδούνι για μάθημα;

Θυμάσαι πόσες φορές χτυπούσες στο σχολείο;

Θυμάσαι πόσο λερωμένος και ιδρωμένος γυρνούσες στο σπίτι;

Θυμάσαι τη χαρά που σε πλημμύριζε όταν έπεφτες κουρασμένος στο κρεβάτι και 
σκεφτόσουν τα διαλείμματα της επόμενης μέρας;

Πρσπάθησε να μην ξεχνάς.

Μην τρομάζεις κάθε φορά που το παιδί σου έρχεται στο σπίτι με νερομπογιές στην μπλούζα του.

Μη σε πιάνει υστερία κάθε φορά που λέει: «με χτύπησε ο Γιώργος».

Μη χλωμιάζεις με την παραμικρή γρατζουνιά στο πόδι του.

Μην το απειλείς επειδή δεν τρώει πολύ στα διαλείμματα.

Άσε το παιδί σου να τρέξει στην αυλή.

Άσε το παιδί σου να διεκδικήσει.

Άσε το παιδί σου να έχει φίλους.

Μην του στερείς την παιδική ζωή του.

Του είναι απαραίτητη.

ΠΗΓΗ http://christoskokkinos.blogspot.com/2018/10/blog-post_10.html

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Ι.Μ. Αγ.Σκέπης~ Monastere Protection de la Mere de Dieu solan France (Vi...

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΕΛΛΗΝΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ.




Ημέρα πένθους η σημερινή!!!!!
Η σημερινή ημέρα είναι ίσως η πιο θλιβερή και η πιο καθοριστική για την τύχη του νέου ελληνικού κράτους!!!
Μας δόθηκε ένας εξαίρετος άνθρωπος ως πρώτος κυβερνήτης, με ανεπίληπτο ήθος, με εξαιρετικές γνώσεις και ικανότητες διοίκησης και διπλωματίας, με αξιοθαύμαστη ανιδιοτέλεια, με όραμα για την αγαπημένη του πατρίδα, με φιλανθρωπία!!! Σε τρία χρόνια, σαν σήμερα, τον δολοφονήσαμε!!! 
Από τότε η Ελλάδα πληρώνει το έγκλημά της! 
Κανένας κυβερνήτης της, βασιλιάς, πρόεδρος, πρωθυπουργός, υπουργοί κτλ. δεν την αγάπησε και δεν την υπηρέτησε με τόσο αγνό τρόπο! 
Σήμερα οι άρχοντές της την εκποιούν και την εκμαυλίζουν!!!
Ας είναι η μνήμη του αιώνια κι εμάς ας μας ελεήσει ο Θεός!


ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΕΛΛΗΝΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ. 
Σαν σήμερα, 27 Σεπτεμβρίου 1831, μπροστά στον Άγιο Σπυρίδωνα...




Εφ´ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν.
(αρνούμενος τον μισθό του Κυβερνήτη)

Εάν ο Θεός μεθ' ημών ουδείς καθ' ημών.
(η πρώτη φράση από την πρώτη του ομιλία προς τον Ελληνικό λαό, Αίγινα, 1828)

Ως ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη η ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε εις τα δάκτυλα την επικράτειάν μας.
(σε συνομιλία με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, λίγο μετά τον ερχομό του)

«Ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι, σκόρπιοι εις τα βουνά και εις τα σπήλαια, το δημόσιο είναι πλακωμένο από δύο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, άλλα τόσα ζητείτε οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη εις τους Άγγλους δανειστάς, ανάγκη να την ελευθερώσομε με την ίδια απόφαση ως θα την ελευθερώσομε και από τα άρματα του Κιουτάγια [Κιουταχή] και του Αιγύπτιου [Ιμπραήμ]. 
Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι, προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου και των δακρύων παρά άλλο. Ο Θεός μου το ’δωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάσει […]".
(σε συνομιλία με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, λίγο μετά τον ερχομό του)
 



Δολοφονήθηκε σαν σήμερα το 1831 στο Ναύπλιο 
από τον -ανωτέρω αναφερθέντα- Γεωργάκη Μαυρομιχάλη 
μπροστά στον Άγιο Σπυρίδωνα 
όπου πήγαινε να εκκλησιαστεί, 
όπως κάθε Κυριακή όρθρου βαθέος, 
χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις.
Ίσως αν ολοκλήρωνε τον ματωμένο Γολογοθά του ως κυβερνήτης 
να είχαμε σήμερα μια άλλη πραγματικότητα
ως ελληνικό Κράτος και ως ελληνικό Έθνος.
ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ!

ΠΗΓΗ: https://stavkoum.blogspot.com/2018/09/blog-post_27.html