Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Ὁ Ὀδυσσέας προειδοποιεῖ: «Ἀπό χαμηλά βλέπεις πιό καθαρά!».

 Γράφει Μανώλης Κοττάκης – Διευθυντής τς φημερίδος «ΕΣΤΙΑ».

στορία του εναι πιό σχυρή πό τό χρμα.

Παρακολούθησα τήν «δύσσεια» το Νόλαν στήν «θηναία» τς δο Χάρητος.

Καί κενο πού τήν χαρακτηρίζει δέν εναι ατό γιά τό ποο χει «σηκωθε σκόνη» στή δημόσια συζήτηση. πυρνας της δέν εναι οτε περίφημη συμπερίληψη, γιά τήν ποία πανηγυρίζουν ο κοσμοπολτες, οτε τό χρμα τς λένης γιά τό ποο δικαίως διαμαρτύρεται, κτός πό πλειάδα συντηρητικν πολιτν, κόμα καί μεταφράστρια τς «δύσσειας». Δέν εναι τό καθοριστικό σέ λα σα εδαμε.

Πρωταγωνιστής τς στορίας εναι φηγητής, μηρος. Κι εναι τόσο δυνατή στορία πού φηγεται γιά τήν νθρώπινη παρξη καί τήν μεταφυσική της σχέση μέ τό Θεο, λλά καί τήν νθρώπινη βρι καί παρακμή, πού, λυπμαι πού θά τό π, «παραπολιτικά» εναι λα ατά γιά τά ποα γινε θόρυβος.

Γι’ ατό διαισθητικά δέν συμμετείχαμε στίς κόντρες. Σέ μιά πατρίδα πού τά ρχαα λληνικά καί στορία δέν διδάσκονται πιά παρκς στά λληνόπουλα (προέκυψε καί πό τόν «Καποδίστρια») ταινία το Νόλαν, μέ τίς ποιες τέλειές της καί περβολές της σέ σκηνές πως κρηξη το Πολύφημου, δολοφονία τν μνηστήρων τς Πηνελόπης καί μετατροπή τν νδρν το δυσσέα σέ πρόβατα πό τήν Κίρκη, εναι κιβωτός γιά τά νέα παιδιά. Τούς νοίγει τά μάτια γιά τό ποίου πολιτισμο κληρονόμοι εναι.

«δύσσεια» εναι μιά στορία πού φορ τήν δύναμη τς λληνικότητας, λλά καί τήν δύναμη τς πνευματικότητας. Τήν δύναμη τς λογοδοσίας σέ μιά νώτερη δύναμη πού πρχε μέ λλη μορφή πρίν μφανιστε ησος Χριστός στόν κόσμο. Ο κοσμοπολτες θεοι, πού δέν θυμόνταν τήν «δύσσεια» στίς λεπτομέρειές της, ασθάνονται συνήθως βολα, ν κρίνω πό τίς ντιδράσεις τους καί τά ερωνικά σχόλια πού κουγα στήν γαλαρία τς «θηναίας», κάθε φορά πού ο πρωταγωνιστές τς ταινίας πικαλονταν τούς θεούς, τίς θυσίες στούς θεούς, πώς φάρμοζαν νόμους τν θεν (Δίας, θην), πώς παρέπεμπαν σέ πνευματικούς νόμους τν θεν, πώς ξομολογονταν καί προσεύχονταν στούς θεούς, πώς ζητοσαν τήν μεσιτεία πό τούς μάντεις στούς θεούς, πώς φταναν κόμα καί στά πρόθυρα το κάτω κόσμου γιά νά μάθουν τί σκέφτονται ο θεοί.

ταινία ατή, «Δούρειος ππος» τν μετέπειτα χριστιανικν ξιν, δείχνει τι ο λληνες εμαστε πό πολύ νωρίς νας εσεβής λαός. χι μόνο λαός το ρθολογισμο. Εσεβής λαός. Γι’ ατό καί θρησκεία, χριστιανισμός, σέ καιρούς παρακμς τς ρχαίας λλάδας βρκε πρόσφορο δαφος στήν πατρίδα μας καί μεταρρύθμισε τή σκέψη τν νθρώπων πού διψοσαν γιά πίστη.

λη φήγηση το Νόλαν, μέ πρωταγωνιστές τόν δυσσέα, ποος παραπλάνησε τούς Τρες μέ τόν Δούρειο ππο, τήν Πηνελόπη, τόν Σίνωνα, τόν γιό του, τήν σχέση του μέ τούς ντρες του, τήν περιπλάνησή του στίς θάλασσες μετά τήν πύρρειο νίκη, τά διαρκ διλήμματα στά ποα βρέθηκε ταν συνειδητοποίησε πώς νίκη πολλές φορές εναι μιά μεγάλη ταλαιπωρία, συνδέεται μέ ξίες τίς ποες μετεξέλιξε χριστιανισμός: μέ τίς δοκιμασίες πού μς δίνει Θεός ταν μς γαπ, μέ τίς ννοιες τς πίστεως, τς πομονς, τς συγχώρεσης, τς θείας δίκης, τς ξομολόγησης, τς κατάλυσης τν πνευματικν νόμων καί το τιμήματος πού πληρώνει κανείς γι’ ατό, τς δύναμης τς προσευχς, κόμα καί το πειρασμο μέσ τς διαβολικς Κίρκης, λλά καί τς πλανεύτρας φωνς τν Σειρήνων. Μήπως γεμάτη πό τέτοιες Σειρνες δέν εναι καί ζωή μας σήμερα;

πάρχει στήν ταινία μιά πολύ ραία φράση το μήρου, πού φέρνει στά χείλη το δυσσέα σκηνοθέτης ταν ναφέρει τι θά πευθύνει γονατιστός κεσία στούς θεούς. Λέει βασιλις δυσσέας τι «πό πιό χαμηλά βλέπεις πιό καθαρά!» Πρόκειται γιά τήν ννοια τς ταπείνωσης, πού κυριαρχε στόν χριστιανισμό. Δέν μπορετε νά φανταστετε πόσο διασκέδαζα μέ τήν μηχανία τν θεων κοσμοπολιτν πού ταν πίσω μου καί δυσφοροσαν μέ λο ατό, καθώς συνήθως τό καταγγέλλουν ταν τό βρίσκουν στόν χριστιανισμό καί τώρα τό βρκαν μπροστά τους στήν ρχαία λλάδα. δυνηρή γι’ ατούς νακάλυψη μέ τήν σφραγδα το Χόλλυγουντ τι δέν εμαστε μόνοι σέ ατό τόν κόσμο καί τι χουμε παρέα μας, ν τό θέλουμε, τόν Θεό!

Τό διασκέδαζα σέ σημεο τέτοιο πού νά πορ μέσα μου γιατί λες ο γεσίες τν μικρν κομμάτων τς συντήρησης στήν πατρίδα μας χι μόνο ρνήθηκαν νά δον τήν ταινία (Λατινοπούλου), κάτι πού εναι ξένο στούς κώδικές μου (κόμα καί γιά νά καταγγείλεις να πνευματικό ργο πρέπει νά τό χεις δε), λλά πειδή χασαν τήν μεγάλη εκαιρία νά δον πο βρίσκεται ρίζα τς εσέβειας τν λλήνων, γιά τήν ποία τάχα μάχονται: Στήν στορία μας καί στό πόσο νωρίς τά επαμε λα γιά τήν σχέση Θεο καί νθρώπου.

Σέ ναν κόσμο κυνισμο, πληστίας καί διαφορίας, τό γεγονός τι ταινία το Νόλαν κόβει κατομμύρια εσιτήρια σημαίνει τι πλώνεται καί διαδίδεται καί πάλι λληνική σκέψη, τήν ποία καταδιώκει συμπεριληπτικότητα. Θυμίζω παλαιότερα πρωτοσέλιδα τς φημερίδας μας, σύμφωνα μέ τά ποα μεγάλα βρεταννικά πανεπιστήμια πέκλεισαν τήν διδασκαλία τς «λιάδας» καί τς «δύσσειας» πό τούς φοιτητές τους γιατί θεώρησαν τι ατές δέν εναι… συμπεριληπτικές!

Καί πειδή λληνικότητα κρυβε πάντοτε μέσα της οκουμενικά μηνύματα εναι ντυπωσιακό στό τέλος καί τό ντιπολεμικό μήνυμα πού δίνει διος δυσσέας ταν κάνει τήν ατοκριτική του γιά τό πς κατέστρεψε τήν Τροία. Λέγοντας τή φράση τι « φωτιά τς Τροίας θά καταστρέψει λο τόν κόσμο».Θα τόν κάψει! Τό τι περιοχή ατή, στω κι ν πάρχει ς ρείπιο σήμερα ξω πό τά Δαρδανέλλια, ταν κέντρο πλούτου, μπορίου καί διακινήσεως γαθν καί βρίσκεται πολύ κοντά στά θέατρα τν πολέμων τς Οκρανίας καί το ράν μς λέει κάτι; προειδοποίηση ατή το δυσσέα μήπως; Θά ’πρεπε!

Τέλος, δέν θά μποροσα παρά νά παρατηρήσω πώς ν τυχόν ο θωμανοί γνώριζαν τί γράφει μηρος γιά τό κόλπο πού χρησιμοποίησε δυσσέας γιά νά νοίξει τήν κερκόπορτα τς Τροίας μέ τό Δούρειο ππο, τότε εναι βέβαιο τι πραν δέες πό μς τούς λληνες γιά τήν λωση τς Πόλεως τό 1453. Δυστυχς. Τό ζήτημα γιά μς τούς νεώτερους λληνες δέν εναι νά διαπληκτιζόμαστε γιά τήν παράδεκτη πράγματι καί νιστόρητη πιλογή το Νόλαν νά μφανίσει τήν λένη ς μαύρη, ποία μως σκάρτα 5 λεπτά μφανίζεται στήν ταινία καί δέν καθορίζει τό νόημά της στή διάρκεια τν τριν ρν, οτε νά ντιδικομε γιά τά κλασσικά θέματα συμπερίληψης.

λληνισμός ταν κάτι πολύ περισσότερο καί ερύχωρο πό λα ατά. Τά νσωμάτωσε καί τά πορρόφησε. Τά «κατάπιε» δύναμη τς σκέψης του καί σχύς τς πήχησής του. ς μή χάνουμε λοιπόν τίς εκαιρίες ταν περννε μπροστά μας. Νά βλέπουμε τό δάσος καί χι τό δέντρο.

ρθρο στήν φημερίδα «ΕΣΤΙΑ», Δ. 3 υγούστου 2026, φ. 43.511, σελ. 1,3 (ναδημ. στήν λεκτρονική κδοση 04/08/2026).

https://www.antibaro.gr/article/41081

Από την ασκητική παραίνεση του αββά Υπερεχίου (Β’)

 


Από το Γεροντικό

Η ψαλμωδία στο στόμα του μοναχού είναι ξίφος πάρα πολύ κοφτερό εναντίον του διαβόλου.

 

Η φιλοξενία που γίνεται με αγάπη από μοναχό με παράθεση χόρτων (Παροιμ. 15:17) είναι πολύ πιο καλή από την παράθεση λιπαρών κομματιών θυσίας.

 

Όριο για την προσευχή του μοναχού δεν υπάρχει· διότι σε κάθε ώρα είναι καλό να ευλογούμε τον Θεό.

 

Ο πράος μοναχός θα εξυψωθεί και θα επαινεθεί μπροστά σε άρχοντες.

 

Πριν από τον πειρασμό να εξοπλίζεις τον εαυτό σου, μοναχέ, – διότι είναι αναπόφευκτος – ώστε στον πειρασμό να φανείς άξιος.

 

Αφού έγινες μαθητής του Παύλου, λέγε μαζί μ’ αυτόν· «Όλα τα θεωρώ σκουπίδια, για να κερδίσω τον Χριστό» (Φιλιπ. 3:8).

 

Με λόγια γλυκύτατα να μιλάει ο μοναχός στον πλησίον του· διότι το μέλι δεν έχει πικράδα.

 

Τα δάκρυα είναι σαν τα νερά του Ιορδάνη και καθαρίζουν αμαρτήματα· διότι ο Χριστός είπε· «Είναι μακάριοι αυτοί που κλαίνε, διότι θα γελάσουν» (Λουκ. 6:21).

 

Ο μοναχός χτυπιέται από τη λαίλαπα των λογισμών· ας στηρίζει όμως γερά τον εαυτό του με λόγια του Ευαγγελίου.

 

Λύτρωσε, μοναχέ, τον πλησίον σου από την αμαρτία, αποφεύγοντας, με όση δύναμη έχεις, την κατηγόρια· διότι ο Θεός δεν διώχνει αυτούς που επιστρέφουν.

 

Το στόμα του μοναχού να ανοίγει με λόγο Θεού, και η καρδιά του να μελετάει πάντοτε λόγια Θεού χωρίς να αφαιρείται.

 

Τήρησε τις εντολές του Υψίστου, μοναχέ, και αγωνίσου να φυλάξεις τις παραγγελίες των Πατέρων, ασκητή· διότι κάνοντας αυτά θα γίνεις κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.

 

Τον μοναχό που φοβάται τον Κύριο δεν θα τον συναντήσει κανένα κακό· διότι έναν τέτοιο μοναχό θα τον φυλάξει ο Κύριος, και την ημέρα του θανάτου θα βρει αυτός εξιλέωση.

 

Από το βιβλίο: Άγνωστες σελίδες του Γεροντικού. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 97 (αποσπάσματα).

 https://www.koinoniaorthodoxias.org/pateriko-anthologio/apo-tin-askitiki-parainesi-tou-abba-yperexiou/

Ο Θεός, το δάσος και το εκκλησάκι που δεν κάηκε...



Ένας Θεός στα μέτρα μας
 



Στυλιανός Καβάζης / Αντίβαρο

«Ένας Θεός που θα έσωνε το δάσος, τα ζώα και τους ανθρώπους και θα έκαιγε μόνο το εκκλησάκι θα ήταν ο Θεός μου».

Μια φράση που από προχθές κυκλοφορεί ευρέως στο διαδίκτυο και παρουσιάζεται ως δήθεν κραυγή αγωνίας μπροστά στην καταστροφή. Πίσω όμως από αυτή τη φράση κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα, αναζητούμε τον Θεό όπως μας αποκαλύφθηκε ή έναν Θεό όπως θα θέλαμε εμείς να είναι;

Από χθες βλέπω να διακινείται ένα συγκεκριμένο κείμενο από ένα πρόσωπο που εδώ και χρόνια έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι στην Ορθόδοξη πίστη και δεν εκφράζεται μέσα από τη χριστιανική παράδοση. Αυτό, σε μια ελεύθερη κοινωνία, είναι δικαίωμά του. Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αναζητά, να αμφισβητεί, να πιστεύει ή να μην πιστεύει. Ωστόσο δεν δικαιολογείται η εμμονή του σε κάθε ευκαιρία να προβάλλει με κάθε τρόπο το μένος του εναντίον του Χριστιανισμού και κυρίως το πώς βιώνουν και εκφράζουν την πίστη τους οι απλοί άνθρωποι.

Πέρα όμως από αυτό, το πραγματικά ενδιαφέρον και ιδιαιτέρως ανησυχητικό βρίσκεται κάπου αλλού. Στις χιλιάδες θετικές αντιδράσεις και εγκωμιαστικά σχόλια από άτομα που υποτίθεται ότι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και κυρίως στις κοινοποιήσεις του κειμένου ακόμη και σε σελίδες και ομάδες που δηλώνουν Ορθόδοξες.

Γιατί τότε δεν μιλάμε πλέον μόνο για την άποψη ενός ανθρώπου που βρίσκεται έξω από την Εκκλησία, αλλά για το κατά πόσο πολλοί από εμάς που δηλώνουμε χριστιανοί Ορθόδοξοι έχουμε κατανοήσει τα πιο βασικά στοιχεία της ίδιας της πίστης που ομολογούμε. Κανένας άνθρωπος βέβαια με ελάχιστη ευαισθησία δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος μπροστά στην καταστροφή. Ένα καμένο δάσος, χαμένες ζωές, ζώα που χάνονται, οικογένειες που βλέπουν τον κόπο μιας ζωής να γίνεται στάχτη, είναι εικόνες που γεννούν πόνο και θλίψη.

Όμως η Ορθόδοξη πίστη δεν μας μίλησε ποτέ για έναν Θεό που προστατεύει πέτρες και αδιαφορεί για ανθρώπους. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση. Ο ίδιος ο Θεός δεν έμεινε μακριά από τον ανθρώπινο πόνο. Ο ίδιος ο Θεός δέχθηκε να γίνει άνθρωπος και όχι μόνο αυτό, αλλά ο ίδιος ο Χριστός δέχθηκε εμπαιγμούς, φτυσίματα, μαστίγωμα, ταπείνωση και τελικά τον Σταυρό.

Ο Θεός που ομολογούμε δεν είναι ένας κοσμικός άρχοντας που κάθεται από απόσταση και μοιράζει προστασίες. Δεν είναι ένας μικρός ιδιοκτήτης που φυλάει την «περιουσία» Του και αφήνει τον κόσμο να χαθεί. Είναι ο Θεός που κατεβαίνει στα κατάβαθα της ανθρώπινης τραγωδίας. Είναι ο Θεός που «κενώνει» τον εαυτό Του και παίρνει μορφή δούλου. Είναι ο Θεός που δεν απέφυγε τον πόνο, αλλά τον προσέλαβε για να τον νικήσει. 
 


Κι όμως, πολλές φορές εμείς στεκόμαστε απέναντί Του σαν δικαστές και απαιτούμε εξηγήσεις με τα δικά μας μέτρα. Θέλουμε έναν Θεό που να επεμβαίνει όταν εμείς θεωρούμε σωστό. Έναν Θεό που να επιβεβαιώνει τη δική μας αντίληψη για τη δικαιοσύνη. Έναν Θεό που να χωράει μέσα στα όρια της ανθρώπινης λογικής. Με άλλα λόγια, έναν Θεό κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως δεν διδάσκει ότι ο Θεός έχει ανάγκη τα κτίσματα. Ο ναός δεν είναι πολύτιμος επειδή ο Θεός χρειάζεται πέτρες και τοίχους. Είναι πολύτιμος επειδή εκεί ο άνθρωπος προσεύχεται, αναζητά παρηγοριά, συναντά την ελπίδα και στρέφει την ψυχή του προς τον Θεό. Προφανώς και το εκκλησάκι δεν είναι ανώτερο από τον άνθρωπο. Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι κατώτερη από ένα κτίσμα.

Αλλά κάπου εδώ γεννιέται και ένα βαθύτερο ερώτημα. Πόσοι από εμάς που δηλώνουμε χριστιανοί πιστεύουμε πραγματικά σε αυτά που ομολογούμε; Πόσοι από εμάς πιστεύουμε πραγματικά στην αιώνια ζωή; Πόσοι από εμάς βλέπουμε την ύπαρξη όχι μόνο μέσα στα όρια του πρόσκαιρου κόσμου, αλλά μέσα στο φως της Ανάστασης;

Γιατί αν ο άνθρωπος βλέπει τη ζωή μόνο ως λίγα χρόνια πάνω στη γη, τότε κάθε απώλεια μοιάζει σαν το απόλυτο τέλος. Αν όμως ο Χριστός αναστήθηκε, τότε ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Η πίστη δεν είναι η υπόσχεση ότι δεν θα περάσουμε ποτέ από τη φωτιά. Είναι η βεβαιότητα ότι μέσα στη φωτιά δεν είμαστε μόνοι. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι κάποιος συγκινείται επειδή ένα μικρό εκκλησάκι έμεινε όρθιο μέσα στη στάχτη. Ένα σύμβολο μπορεί να γίνει παρηγοριά και ελπίδα για μια πληγωμένη ψυχή.

Το πρόβλημα είναι όταν μετατρέπουμε αυτό το σύμβολο σε μια στενή και κουτή αντίληψη ότι ο Θεός προτίμησε έναν τοίχο από έναν άνθρωπο. Αυτός όμως δεν είναι ο Θεός της Ορθοδοξίας. Ο Θεός της Ορθοδοξίας δεν αποκαλύπτεται σε έναν κόσμο χωρίς πόνο. Αποκαλύπτεται στον Σταυρό. Εκεί όπου ο ίδιος ο Θεός γεύεται την ανθρώπινη εγκατάλειψη. Εκεί όπου ο Δημιουργός μπαίνει μέσα στο δημιούργημά του. Εκεί όπου ο θάνατος γίνεται πέρασμα προς την Ανάσταση. 
 
Ο Θεός δεν ήρθε να μας υποσχεθεί έναν κόσμο χωρίς δάκρυα. Ήρθε να μπει ο ίδιος μέσα στα δάκρυά μας. Δεν μας υποσχέθηκε ότι δεν θα γνωρίσουμε τον Σταυρό. Μας αποκάλυψε ότι μετά τον Σταυρό υπάρχει Ανάσταση. Γιατί η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης Του δεν είναι ένα κτίσμα που σώθηκε από τη φωτιά αλλά ο ίδιος ο Θεός που ανέβηκε στον Σταυρό για να σώσει τον άνθρωπο.

Καταλήγοντας, το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι αν σώθηκε ένα εκκλησάκι. Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι αν εμείς γνωρίσαμε πραγματικά τον Θεό που λέμε ότι πιστεύουμε. Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι να χαθεί ένα κτίσμα μέσα στις φλόγες. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να χάσουμε την αληθινή εικόνα του Θεού και να φτιάξουμε έναν Θεό κατ’ εικόνα των φόβων, των απαιτήσεων και των περιορισμών μας.

Γιατί στο τέλος, τον Θεό που δημιουργούμε, δεν τον αποκαλύπτει ο Ουρανός αλλά η ίδια μας η ψυχή.

Από τα σχόλια:
 
Βεβαίως, εκτός από την κατ’ εξοχήν αυτοθυσία του Θεού, την ενανθρώπηση και σταύρωση του Χριστού, έχουμε και αναρίθμητα περιστατικά διασώσεως ανθρώπων από τον κίνδυνο. Άρα, αυτός, για τον περί ού ο λόγος συνάνθρωπό μας, είναι “ο Θεός του”;
Ας αναφέρουμε και την Παναγία Μελικιώτισσα στην Ημαθία, που τράβηξε πάνω στην εικόνα της όλες τις σφαίρες που είχαν ριφθεί για ομήρους μέσα στην εκκλησία της.
Άρα αυτή είναι η Παναγία σου, αδελφέ μου. Αυτό ας είναι αρκετό.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Αἱ εὐεργετικαί θλίψεις

 


 

Αἱ εὐεργετικαί θλίψεις

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση

  Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐναλλαγὲς στὴ ζωή του. Ἄλλοτε χαίρεται, γιατὶ ὅλα βαίνουν καλῶς στὴ ζωή του. Σκέπτεται, εὐχαριστεῖται καὶ ξεχνάει ὅτι ὁ οὐρανὸς δὲν εἶναι πάντα καθαρὸς καὶ διαυγής. Καὶ ἄλλοτε τὴ χαρὰ τὴ διαδέχεται ἡ θλίψη, ὅταν παρουσιάζονται ἐμπόδια στὴ ζωή του, ὅπως εἶναι οἱ ἀσθένειες, οἱ ἀποτυχίες, οἱ ἀδικίες, οἱ διωγμοί, οἱ συκοφαντίες καὶ πλῆθος ἄλλων δυσάρεστων γεγονότων.

  Στὴν πρώτη περίπτωση ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει προβληματισμούς, τὴ χαρά του τὴν ἀποδίδει στὶς ἱκανότητές του καὶ τὶς ἐπιτυχίες του. Φρονεῖ ὅτι εἶναι ἀνώτερος, ἰσχυρός, ταλαντοῦχος καὶ μοναδικός. Τοῦ δημιουργεῖται ἡ ἰδέα ὅτι δὲν εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Γίνεται ὑπερήφανος, ἀρνεῖται τὴν ὑποταγή του στὸ Θεό, θεωρεῖ τὶς ἠθικές ἀξίες ἐμπόδια στὴ ζωή, ποὺ ἀφαιροῦν τὴ χαρὰ καὶ τὶς ἡδονὲς ἀπὸ τὴν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν. Τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν εἶναι δύσκολο νὰ τὸν προσεγγίσεις καὶ νὰ τὸν πείσεις νὰ ἀναθεωρήσει τὶς ἐσφαλμένες του ἀπόψεις γιὰ τὴν εὐτυχία.

  Ὅμως στὴ ζωὴ ἔρχονται καὶ οἱ θλίψεις, γιά τὶς ὁποῖες ὁ «εὐτυχισμένος» ἄνθρωπος δυσανασχετεῖ, ἀμφισβητεῖ τὴ χρησιμότητά τους καὶ ἀπελπίζεται, γιατὶ καὶ αὐτὸς ἀκολουθεῖ τὴν πορεία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ποτὲ δὲν εἶχε σκεφθεῖ μέχρι τότε ὅτι ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόμενο οἱ θλίψεις νὰ διαδε-χθοῦν τὴν εὐτυχία του. Προσπαθεῖ νὰ ἐξηγήσει τὴ μεταβολή, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφύγει καὶ ἀρχίζει νὰ σκέπτεται διαφορετικὰ καὶ νὰ διερωτᾶται, γιατὶ νὰ συμβαίνουν τὰ δυσάρεστα στὴ ζωή του. Γιατί ὁ Θεὸς τὸν ἀδικεῖ καὶ ἐπιτρέπει τὴ δυστυχία του. Ἡ ἀγανάκτησή του γιὰ τὶς θλίψεις ποὺ βιώνει περιορίζει τὴ μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του, γεγονὸς ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν καλὴ ἀνησυχία καὶ νὰ δεχθεῖ ὅτι ὁ οὐράνιος Πατέρας μεριμνᾶ καὶ γι’ αὐτὸν μέσῳ τῶν θλίψεων.

  Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, ὁ ὁποῖος εἶχε στηρίξει πνευματικὰ χιλιάδες ἀνθρώπους, ἀναφερόταν συχνὰ στὸ σκοπὸ τῶν θλίψεων, ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἔλεγε: «Ὅλες οἱ θλίψεις, οἱ ἀρρώστιες, τὰ βάσανα, οἱ στερήσεις ἐπιτρέπονται ἀπὸ τὸν Θεὸ, γιὰ νὰ βγάλουμε ἀπὸ μέσα μας τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ βάλουμε στὴ θέση της τὴν ἀρετή. Γιὰ νὰ μάθουμε ἐκ πείρας πόσο ἄσχημο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ νὰ τὴν μισήσουμε. Γιὰ νὰ μάθουμε, πάλι ἐκ πείρας, τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀρετῆς καὶ νὰ τὴν ἀγαπήσουμε μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι». Καὶ παρομοιάζει τὶς θλίψεις μὲ μεγάλο σχολεῖο, «γιατί μᾶς διδάσκουν τὴν μηδαμινότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Μᾶς ἐμπνέουν τὴ μετάνοια. Καθαρίζουν τὴν ψυχή, τὴν κάνουν νὰ ἀνανήψει, τὴν χαριτώνουν. Μᾶς ἀποσποῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ μᾶς ἐνισχύουν στὴν πίστη, στὴν ἐλπίδα, στὴν ἀρετή».

  Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ ἀποδεχτεῖ τὰ ὅσα ὑποστηρίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, θὰ ἀποκτήσει τὸν τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν θλίψεων τῆς ζωῆς καὶ ἀντὶ νὰ ἀγανακτεῖ, θὰ δοξάζει τὸ Θεό, γιατί οἱ θλίψεις τὸν ὠφελοῦν πνευματικὰ καὶ τὸν ὁδηγοῦν στὸ φωτεινὸ δρόμο τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν, ἀποκαλύπτοντάς του τὴν ἀπέραντη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία καὶ στὴν παροῦσα ζωή του εἶναι ἐμφανής, ἀλλὰ καὶ τὴ μακαριότητα τῆς μέλλουσας τοῦ ἐξασφαλίζει.

orthodoxostypos

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Κυριακή Θ΄ Ματθαίου -Ὁ Ἰησοῦς ἐπί τῶν κυμάτων

 

 

 

Μετὰ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων στὴν ἔρημο καὶ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους, ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς «ἀνάγκασε» τοὺς μαθητές Του νὰ ἀνέβουν στὸ πλοῖο καὶ νὰ πᾶνε στὴν ἄλλη ὄχθη τῆς λίμνης, ὡσότου ἀπολύσει τοὺς ὄχλους.

Ὁ ὄχλος ἀκολουθοῦσε τὸν Κύριο καὶ ἐκπλησσόταν μὲ τὰ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε. Ὡστόσο δὲν εἶχαν μπορέσει νὰ εἰσέλθουν στὸ μυστήριο τοῦ λόγου Του. Ὁ κόσμος, ἔχοντας χορτάσει μὲ τοὺς ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύς, καὶ βεβαίως μὲ τὴν εὐλογία ποὺ τοὺς συνόδευε, ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀνακηρύξει τὸν Χριστὸ Βασιλέα, ἐπίγειο ὅμως.

Οἱ μαθητὲς ἐπίσης πρὶν τὴν Ἀνάσταση καί ἰδιαίτερα πρὶν τὴν ἐπιφοίτηση του Ἁγίου Πνεύματος δὲν ἦταν ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν πειρασμὸ αὐτόν. Δὲν ἐξελάμβαναν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὥστε νὰ κατανοήσουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔμελλε μὲν «λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ», ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἐπίσης ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου. Γιὰ νὰ προστατεύσει τὸ πνεῦμα τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὸν πνευματικὸ μολυσμὸ τῆς φιλαρχίας, ὁ Κύριος τοὺς ἀνάγκασε νὰ ἀποχωρήσουν πρὶν ἀπὸ Αὐτόν.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀπέλυσε τὸν ὄχλο καὶ ἔπειτα ἀνέβηκε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ κατ’ ἰδίαν. Πιθανὸν τὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς Του πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα ἦταν νὰ ἐλευθερώσει τὸν λαό Του καὶ ἰδιαίτερα τοὺς ἐκλεκτούς Του ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐγκόσμιας δυνάμεως· νὰ τοὺς ὁδηγήσει σὲ πνευματικὴ κατανόηση τοῦ μυστηρίου τοῦ Προσώπου Του, στὴν κατανόηση ὅτι ἡ Βασιλεία Του «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».

Ἡ Γεννησαρὲτ εἶναι μικρὴ λίμνη, ἀλλὰ ἂν σηκωθεῖ θύελλα, μπορεῖ νὰ γίνει μεγάλη τρικυμία. Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση ὁ ἄνεμος ἦταν ἐνάντιος στὸν πλοῦ τῆς βάρκας τῶν μαθητῶν καὶ σηκώθηκαν τόσο μεγάλα κύματα, ποὺ κινδύνευαν νὰ βυθισθοῦν. Πρόκειται γιὰ τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο γιὰ κίνδυνο ναυαγίου τοῦ πλοίου τῶν μαθητῶν. Πάλι οἱ μαθητὲς κλυδωνίζονταν, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ἦταν μόνοι τους. Τὴν προηγούμενη ὁ Κύριος ἦταν μαζί τους. Ἂν καὶ «ἐκάθευδεν», ἡ Παρουσία Του δημιουργοῦσε στοὺς μαθητὲς αἴσθηση ἀσφάλειας. Μόλις αἰσθάνθηκαν τὸν κίνδυνο, ἔτρεξαν νὰ ἐκζητήσουν τὴ βοήθειά Του καὶ ἀκολούθησε «γαλήνη μεγάλη».

Τώρα ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἄφησε μόνους ὅλη τὴ νύχτα νὰ βασανίζονται στὴ θαλασσοταραχὴ χωρὶς νὰ ἔχουν ἐλπίδα σωτηρίας, ἴσως γιὰ νὰ γίνουν πιὸ δόκιμοι, ἴσως γιὰ νὰ διεγείρει στὴν καρδιά τους τὸν πόθο γιὰ τὸν Σωτήρα τους. Κατὰ τὴν τέταρτη φυλακὴ τῆς νυκτός, δηλαδὴ πιθανὸν μεταξὺ τρεῖς καὶ ἕξι τὰ ξημερώματα, τοὺς ἐπισκέφθηκε βαδίζοντας πάνω στὴ μανιασμένη θάλασσα. Βεβαίως, γιὰ τὸν Παντοκράτορα Κύριο, τὸν Δημιουργὸ Οὐρανοῦ καὶ γῆς, ποὺ κρέμασε «τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων» δὲν ἦταν κάτι τὸ θαυμαστὸ νὰ περιπατεῖ πάνω στὴ θάλασσα σὰν σὲ ξηρά.

Γιὰ τοὺς μαθητὲς ὅμως τὸν φόβο τῆς ἐπικείμενης καταστροφῆς ἀκολούθησε ἄλλος φόβος. Ὅταν ἀντίκρισαν τὸν Κύριο νὰ πλησιάζει τὸ πλοῖο τους ταράχθηκαν καὶ τρομαγμένοι ἔκραξαν. Ἴσως στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας δὲν ἀναγνώρισαν τὸν Χριστό, ἴσως ἀντιλήφθηκαν ὅτι ἦταν ὁ Διδάσκαλός τους, ἀλλὰ θεώρησαν ὅτι εἶχε πεθάνει καὶ ὅτι τὸ πνεῦμα Του ἐρχόταν πρὸς αὐτούς. Ἴσως νὰ σκέφτηκαν ὅτι ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ ἦταν πράγγελος τοῦ θανάτου τους. Πάντως ἔβγαλαν κραυγὴ ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς τους πρὸς τὸν «μόνον δυνάμενον σῴζειν αὐτοὺς ἐκ θανάτου».

Ὁ Κύριος «εὐθέως» κατεύνασε τὸν φόβο τους λέγοντας μὲ τὴν οἰκεία καὶ ἀγαπημένη σὲ αὐτοὺς φωνή Του, ποὺ ἀπό μόνη της διαλύει τὴν ταραχὴ καὶ ἐμπνέει θάρρος: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε».

Ὅπως καὶ ἡ λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση, ἔτσι καὶ ἡ ζωὴ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι μιὰ ἀτελείωτα τρικυμιώδης θάλασσα. Τὰ πάθη, οἱ κάθε λογῆς θλίψεις καὶ οἱ δοκιμασίες εἶναι σὰν γιγαντιαῖα ἀπειλητικὰ κύματα ποὺ ὀρθώνονται ἀπὸ τὸν θυελλώδη ἄνεμο, δηλαδὴ τὸ δολοφονικὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου ποὺ «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ». Ἀντιμέτωπος μὲ τὴ φρικτὴ αὐτὴ προοπτική, ὁ ἄνθρωπος πληροῦται φόβου. Οἱ σκέψεις του ταράσσονται καὶ σκότος καλύπτει τὴν ψυχή του. Ἐνίοτε βυθίζεται τόσο βαθιὰ στὴν ἀπελπισία, ποὺ φαίνεται ὅτι τὰ ὁρμητικὰ κύματα θὰ συντρίψουν τὴν ψυχή του καὶ πουθενὰ δὲν βλέπει ἐλπίδα βοηθείας.

Ἂν στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς βαθειὰς θλίψεως ποὺ καταπλακώνει τὴν ψυχή του, ἂν ἐκχύσει τὴν καρδιά του πρὸς τὸν Φιλάνθρωπο Θεὸ ἀπευθύνοντάς Του κραυγή, ἡ στιγμὴ αὐτὴ ποὺ νομίζει ὅτι καταποντίζεται στὴν ἄβυσσο, θὰ γίνει ἡ ἀρχὴ ἑνὸς μεγάλου καὶ ἀπερίγραπτου θαύματος, τῆς αἰώνιας σωτηρίας του μέσα στὴν κοινωνία τῶν Ἁγίων καὶ ὅλων τῶν τετελειωμένων πνευμάτων. Στὸν πονεμένο ἄνθρωπο, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τὸ Φῶς Του, γιὰ νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ θεραπεύσει τὶς πληγές του.

Ἔτσι, ὅταν πνίγουν τὸν ἄνθρωπο οἱ θλίψεις, οἱ πειρασμοί, οἱ ἀρρώστιες καὶ οἱ δοκιμασίες αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἂν βρεῖ τὴ δύναμη νὰ κράξει πρὸς τὸν Θεό: «Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, σῶσον», Αὐτὸς ὡς Θεὸς Παράκλητος καὶ Παρηγορητὴς ἀπαντᾶ μὲ τὴ γλυκειὰ καὶ οἰκεία στὴν καρδιὰ φωνή Του: «Μὴ φοβoῦ, λαός μου». «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ἅγιος Ἰσραήλ, ὁ σῴζων σε». «Μὴ φοβοῦ, ὅτι μετὰ σοῦ εἰμι». Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀνεκλάλητη εἰρήνη ἐκχέεται στὴν καρδιά του καὶ βρίσκει τὴ δύναμη νὰ περπατᾶ ἄφοβα πάνω στὴ θάλασσα τῶν μεριμνῶν αὐτῆς τῆς ζωῆς, πάνω ἀπὸ τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν, κατευθείαν πρὸς τὸν Κύριο.

Ὅποιος θέλει νὰ σωθεῖ βρίσκει στὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἄγκυρα σωτηρίας. Δέχεται τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγωνίζεται νὰ τὸ ἐφαρμόσει. Πιάνεται ἀπὸ αὐτό, στηρίζεται σὲ αὐτὸ καὶ μπροστά του ἀνοίγεται διέξοδος σωτηρίας.

Τὸ ὄντως μεγαλύτερο θαῦμα στὴν πλάση, ἡ ἕνωση τῆς καρδιᾶς του μὲ τὸ Παντοκρατορικὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐπιτελεῖται μέσα του. Ὁ ἄνθρωπος τότε ἀφήνει πίσω κάθε μέριμνα τοῦ βίου τούτου καὶ ξεχνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ βάσανα τῶν πληγῶν του, διότι βρῆκε ἀμύθητο θησαυρό, ἀνώτερο ἀπὸ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ διανοηθεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Στὸ ἑξῆς ὁλοένα καὶ περισσότερο θέλει νὰ προσομιλεῖ μὲ τὸν οὐρανό, καὶ ὅταν κοιτάζει τὴ γῆ, συνειδητοποιεῖ ἀκόμη βαθύτερα τὴ φτώχειά της. Πάλι μὲ αὐξανόμενο πόθο στρέφεται πρὸς τὰ ἄνω καὶ μόνο θέλει νὰ κράζει συνεχῶς στὸν Θεὸ ποθώντας τελειότερη ἕνωση μαζί Του.

Ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ποὺ ἡ ἄφατη Πρόνοιά Του κατεργάζεται καθημερινά, δὲν ἔχουν τέλος. Ἔχουν μόνον ἕνα σκοπό: Νὰ διεγείρουν κραταιότερη πίστη καὶ νὰ ὁδηγήσουν σὲ ὁλοένα καὶ μεγαλύτερο πλήρωμα εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγαπητικῆς ἑνώσεως μαζί Του γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα.

Ἡ Ἐκκλησία ἐπίσης ἔχει παρομοιασθεῖ μὲ βάρκα ποὺ πλέει καὶ ἐνίοτε κλυδωνίζεται στὸ μανιασμένο πέλαγος τοῦ κόσμου. Συχνὰ κινδυνεύει, πλὴν ὅμως οὐδέποτε καταποντίζεται, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχουν κάποιοι πάνω της ποὺ ἀφήνουν μεγάλη κραυγὴ πρὸς τὸν Θεό, δεόμενοι γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ πληρώματος τῆς βάρκας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ κραυγὴ τῶν Ἀποστόλων στὴ σημερινὴ διήγηση εἶναι καὶ ἡ κραυγὴ τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων, «Κύριε, σῷσον ἡμᾶς», καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» ἀπαντᾶ: «Θαρσεῖτε, μὴ φοβεῖσθε»· «ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον».

Ἂς ἐπιστρέψουμε ὅμως στὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Πέτρος εἶχε πολλὴ θέρμη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν Διδάσκαλό του. Ἦταν ὅμως ἐκ χαρακτῆρος αὐθόρμητος καὶ λίγο προπετής. Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιες φορὲς προκαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐπιτιμήσει. Ὅταν προσπάθησε γιὰ παράδειγμα νὰ ἀποτρέψει τὸν Χριστὸ ποὺ βάδιζε ἀκάθεκτα πρὸς τὸν Σταυρό, ὁ Κύριος ἀποκάλεσε τὸν Πέτρο, «σατανᾶ». Στὴ συγκεκριμένη περίπτωση οἱ παρακλητικοί, ἀλλὰ καὶ προκλητικοὶ λόγοι τοῦ Πέτρου πρὸς τὸν Κύριο: «Εἰ Σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός Σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα», δείχνουν τὴν τρυφερὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε γι’ Αὐτόν, ἐπίσης ὅμως καὶ μιὰ τάση ὑπεροχῆς ἔναντι τῶν ἄλλων Ἀποστόλων. Ἦταν σὰν νὰ εἶχε ξεχάσει τὴν παρουσία τους.

Ὁ Χριστὸς στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ἀποπῆρε τὸν μαθητῆ Του. Τὸν πρόσταξε μόνον: «Ἐλθέ». Καὶ ὁ Πέτρος πράγματι ὑπάκουσε, πήδηξε ἀπὸ τὴ βάρκα καὶ ἄρχισε νὰ περπατᾶ στὰ κύματα, λαχταρώντας νὰ σπεύσει πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου του. Ὄντως, γιὰ νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν Θεό, ἀπαιτεῖται ὅλη ἡ ὁρμητικότητα τῆς καρδιᾶς του. Γιὰ νὰ περπατήσει ὁ ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ τὰ ἀφρισμένα κύματα τοῦ κόσμου σπεύδοντας νὰ συναντήσει τὸν Κύριο, χρειάζεται νὰ ἔχει καρδιὰ σὰν ἐκείνη τοῦ Πέτρου.

Ἐνῶ ὅμως ἀρχικὰ ὁ Πέτρος ἦταν ὅλος μιὰ ὁρμὴ καρδιᾶς, ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ σκέφτεται. Ὅρμησε μὲ τὴν καρδιά του στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα μὲ τὸ βλέμμα του προσηλωμένο στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἠγαπημένου Κυρίου καὶ κατόρθωσε νὰ περπατήσει ὅπως καὶ Αὐτὸς ἐπὶ τὰ ὕδατα. Καθόσον δηλαδὴ εἶχε τὸ βλέμμα του στερεωμένο στὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, ὑπερέβη κάθε πειρασμὸ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Ἔγινε ὑπερκόσμιος.

Ὡστόσο, ὅταν ἀπέσπασε τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ἀντίκρισε γύρω του τὸν σάλο τῶν κυμάτων, ἡ ὁρμητικότητά του κατεπνίγη. Ἀσθένησε ἡ πίστη του καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ χάρη της, ποὺ τὸν ἐνίσχυε καὶ τὸν ἔκανε ἀνάλαφρο, τὸν ἐγκατέλειψε. Εἰσῆλθαν οἱ αἰσθήσεις, τὸν κατέλαβε ὁ φόβος τοῦ θανάτου, καὶ ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ καταποντίζεται. Γνώριζε ὅμως ἀπὸ ποῦ νὰ ἐκζητήσει βοήθεια. «Ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῷσον με». Καὶ εὐθέως ὁ Κύριος τὸν ἅρπαξε.

Αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Πέτρο εἶναι τύπος ἐκείνου ποὺ καθημερινὰ συμβαίνει στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει πίστη καὶ ὑπακοὴ μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς, ὅσο κοιτάζει στερρῶς στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ Τελειωτῆ τῆς πίστεώς μας, περπατᾶ πάνω ἀπὸ ὄφεις καὶ σκορπιούς. Βεβαίως, χρειάζεται μεγάλη καύση καρδιᾶς, γιὰ νὰ μὴν παρεκκλίνει τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Κύριο. Χρειάζεται φλόγα ποὺ νὰ ἀναλώνει καθετὶ ἄλλο. Τότε, ὅ,τι καὶ νὰ ἔλθει, ἀρρώστια, συκοφαντία, δωγμός, δὲν κλονίζει τὸν πιστό. Γνωρίζει ὅτι ὁ Κύριος ἔδωσε τὴ ζωή, Αὐτὸς τὴ συντηρεῖ καὶ τὴν παρατείνει, Αὐτὸς μπορεῖ καὶ νὰ τὴν πάρει. Εὐθὺς ὅμως ὅταν εἰσέλθει ὁ νοῦς καὶ ἀρχίσουν οἱ ὑπολογισμοί, ὁ ἄνθρωπος γίνεται θύμα τῶν παθῶν τοῦ κόσμου.

Ὁ Θεὸς ὅπως ἄφησε καὶ τοὺς μαθητὲς ὅλη τὴ νύχτα νὰ παιδεύονται στὴ θύελλα, χορηγεῖ καὶ στὸν ἄνθρωπο θλίψεις καὶ ἐπιτρέπει πειρασμούς, γιὰ νὰ ταλαιπωρηθεῖ, νὰ πονέσει καὶ τελικὰ νὰ βγάλει ἐκ βαθέων κραυγή: «Ἐλθὲ καὶ ποίησον Σὺ Αὐτὸς ἐν ἐμοὶ τὸ θέλημά Σου. Τὰ προστάγματά Σου δὲν χωροῦν ἐν τῇ στενῇ μου καρδίᾳ, καὶ ὁ πεπερασμένος μου νοῦς δὲν συλλαμβάνει τὸ περιεχόμενον αὐτῶν… Ἐὰν Σὺ δὲν εὐδοκήσεις νὰ κατοικήσῃς ἐν ἐμοί, ἀναποφεύκτως θὰ πορευθῶ εἰς τὸ σκότος».

Ἂν ἡ ἔλλειψη πίστεως βρεῖ δίοδο στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀρχίσει νὰ καταποντίζεται, ἐνθυμούμενος τὴν ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου δὲν τὰ χάνει. Κράζει καὶ πάλι: «Κύριε, σῷσόν με», καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖ, γιὰ νὰ τοῦ ἁπλώσει χεῖρα βοηθείας. Τὸν ἁρπάζει ἀπὸ τὴ ζοφερὴ ἄβυσσο καὶ τὸν σώζει. Ὅπου ἐμφανίζεται ὁ Χριστός, ἐκεῖ ἡ πιὸ τρικυμιώδης ταραχὴ μετατρέπεται σὲ γαλήνη μεγάλη. Καὶ ὁ ἄνθρωπος γεμάτος ἀπὸ δέος καὶ εὐγνωμοσύνη, ὁμολογεῖ στὸν Σωτήρα του: «Ἀληθῶς, Θεοῦ Υἱὸς εἶ», «ὁ Ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ».

Ὁ ἄνθρωπος πλασμένος ἐκ τοῦ μηδενός, δὲν εἶναι τίποτε. Οὔτε ὁ Θεὸς τοῦ χρωστᾶ τίποτε· ἀπὸ ἀκατάληπτη ἀγαθότητα σώζει. Ἡ δύναμη, ἡ δόξα, ἡ σωτηρία ἀνήκουν σὲ Αὐτόν. Ὁ Χριστὸς αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ἐπετίμησε τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ τὴν ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου. Ἡ τρικυμία κόπασε, μόνον ὅταν ὁ Κύριος μὲ τὸν Πέτρο μπῆκαν στὸ πλοῖο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ ὁ Πέτρος εἶχε ἤδη γίνει ἰσχυρότερος τοῦ πειρασμοῦ.

Ὅλοι ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν σὲ θλιβερὲς δοκιμασίες σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, νὰ γευθοῦν τὸ «κρῖμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». Αὐτὴ εἶναι ἡ παδιαγωγικὴ χεῖρα τοῦ Πατέρα μας, ποὺ ποθεῖ νὰ μὴ χαθεῖ κανένας, ἀλλὰ ὅλοι νὰ παραμείνουν σταθερὰ καὶ ἀπαρέγκλιτα στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας καὶ τελικὰ νὰ ὁμοιωθοῦν μὲ Αὐτόν. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς ἤδη διάβηκε αὐτὴ τὴν ὁδό, τὴν καθάρισε γιὰ χάρη μας, καὶ στὸν τόπο μας νίκησε τὸν κόσμο.

Μέσῳ τῆς νίκης τῶν πειρασμῶν ὁ Χριστιανὸς ἀποκτᾶ βαθιὰ ριζωμένη μέσα του τὴ γνώση ὅτι μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τίποτε. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ὅμως μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἅλμα πάνω ἀπὸ τὸ τεῖχος ποὺ ἀνορθώθηκε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ παρόντος αἰῶνος. Μαθαίνει νὰ ὑπερνικᾶ τοὺς πειρασμοὺς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζει τὴ δική του ἀδυναμία, καὶ ἔτσι γίνεται συγκαταβατικὸς καὶ συμπονετικὸς μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Συνειδητοποιεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέτει τὴν ἐλπίδα του σὲ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ διαρκῶς νὰ βάζει καινούργια ἀρχὴ καὶ νὰ κάνει νέο ἅλμα πίστεως. Στὶς θλίψεις καὶ στοὺς κινδύνους μαθαίνει νὰ στρέφεται στὸν Θεὸ καὶ νὰ κράζει μὲ ὅλη τὴν καρδιά του πρὸς Αὐτόν, διότι μόνον τότε ὁ Κύριος, ποὺ ποθεῖ ὅλη τὴν καρδιά του, τὸν ἀποδέχεται.

Ὁ ἄνθρωπος φθάνει νὰ ὁμολογήσει μὲ ταπεινὴ εὐγνωμοσύνη ὅτι, αὐτὴ ἡ πίστη ποὺ «νικᾶ τὸν κόσμον» καὶ τὸν θάνατο εἶναι Θεοῦ δῶρον, ὄχι δική του. Δίνει ἔτσι σταθερὰ δόξα στὸν Θεὸ καὶ παίρνει ἐπάνω του τὴ μομφὴ γιὰ τὶς ἀποτυχίες, τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἁμαρτίες του. Ἀγωνίζεται νὰ αὐτοσμικρυνθεῖ, ὥστε νὰ μεγαλυνθεῖ καὶ νὰ δοξασθεῖ ὁ Εὐεργέτης του, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ ζωή, τὸ φῶς καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

https://www.imaik.gr/

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

 

«Ο Ηλίας ήταν υιός του Σωβάκ, από τη Θίσβη, Αραβική γη, από τη φυλή Ααρών, που κατοικούσε στη Γαλαάδ, διότι η Θίσβη ήταν περιοχή δοσμένη στους ιερείς. Κι όταν τον γέννησε η μητέρα του, ο πατέρας του Σωβάκ είδε ότι άνδρες στα λευκά ντυμένοι τού μιλούσαν, κι ότι μέσα στη φωτιά τον σπαργάνωναν και του έδιναν να φάει φλόγα φωτιάς. Πήγε τότε στα Ιεροσόλυμα και το είπε στους ιερείς, κι ο χρηματισμός που του δόθηκε ήταν: Μη δειλιάσεις, άνθρωπε, διότι το παιδί θα κατοικεί μέσα το φως, ο λόγος του θα είναι νόμος, και η ζωή του σύμφωνη με τον Θεό, ενώ ο ζήλος του θα ευαρεστεί τον Κύριο. Θα κρίνει δε τον Ισραήλ με ρομφαία και φωτιά. Ο Ηλίας λοιπόν προφήτευσε εικοσιπέντε χρόνια και έζησε 816 χρόνια πριν την έλευση του Χριστού. Αυτός είναι που κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό, και κράτησε με τον λόγο του τη βροχή, και ανάστησε νεκρούς και κατάφλεξε πολλούς, και στο όρος Χωρήβ είδε τον Θεό, όσο ήταν δυνατό να δει ο άνθρωπος. Αυτός είναι επίσης που έσχισε με τη μηλωτή του τον Ιορδάνη, κι αναλήφθηκε στους ουρανούς με άρμα πυρός και στάθηκε μαζί με τον Μωϋσή δίπλα στον Χριστό, κατά τη Μεταμόρφωσή Του».

Για τον προφήτη Ηλία δεν μπορεί κανείς να μιλήσει εύκολα. Διότι συνιστά όχι έναν απλώς από τους πολλούς προφήτες, τους σταλμένους από τον Θεό να κηρύξουν μετάνοια και να προαναγγείλουν την έλευσή Του, αλλά, θα λέγαμε, τη συμπυκνωμένη, στο ανώτερο δυνατό σημείο, προφητική παρουσία, την «κρηπίδα των προφητών» κατά το απολυτίκιό του, εκείνον που έζησε μ’ έναν ασκητικό και ενάρετο τέτοιο τρόπο, που έκανε τον Κύριο Ιησού Χριστό να τονίσει την αγιότητά του, καθώς την είδε ν’ αντανακλάται στο πρόσωπο του μεγαλυτέρου των προφητών Ιωάννη του Προδρόμου. Ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός είπε ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι η συνέχεια και η παρουσία του Ηλία, ως προς το προφητικό χάρισμα που είχε, και εγκωμίασε τη μεγαλοσύνη του Ιωάννη, συνεπώς και του «προκατόχου» του Ηλία.

Όμως, ο προφήτης Ηλίας, μέσα στη μεγαλοσύνη του, λόγω της χάρης του Θεού, αποτελεί και μία «αποτυχία», η οποία για όλο το ανθρώπινο γένος λειτούργησε ως η εξαιρετικότερη ευλογία. Θέλουμε να πούμε ότι ο Ηλίας με τον ζήλο του για τον νόμο του Θεού, ζήλο που ήταν κυριολεκτικά φωτιά, ήθελε διαμιάς, άμεσα να κάνει τους ανθρώπους της εποχής του να μετανοήσουν και να στραφούν προς τον Θεό. Η ζηλωτική αυτή επιθυμία του έβλεπε ότι δεν ευοδωνόταν – οι πολλοί αντιδρούσαν με την επιμονή στο δικό τους αμαρτωλό θέλημα, το οποίο ενισχυόταν και με την απειλητική παρουσία και την ενίσχυση της ειδωλολάτρισσας βασίλισσας Ιεζάβελ – γι’ αυτό και θλιβόταν και «αρρώσταινε», κάνοντάς τον να τα «βάζει» και με τον Θεό, που ανεχόταν με αγάπη τον λαό Του, προσδοκώντας μέσα στο βάθος του χρόνου τη μετάνοια. Για τον προφήτη, η επέμβαση του Θεού θα έπρεπε να γίνει με τρόπο που θα φόβιζε τον λαό: με απειλές και με τιμωρίες, κυριολεκτικά «με φωτιά και με τσεκούρι».

Ο οίκος του κοντακίου της εορτής είναι κατεξοχήν ενδεικτικός επ’ αυτού: «Την πολλήν των ανθρώπων ανομίαν, Θεού δε την άμετρον φιλανθρωπίαν, θεασάμενος ο προφήτης Ηλίας, εταράττετο θυμούμενος, και λόγους ασπλαγχνίας προς τον εύσπλαγχνον εκίνησεν: Οργίσθητι, βοήσας, επί τους αθετήσαντάς σε, Κριτά δικαιότατε. Αλλά τα σπλάγχνα του αγαθού, ουδόλως παρεκίνησε προς το τιμωρήσασθαι τους αυτούς αθετήσαντας. Αεί γάρ την μετάνοιαν πάντων αναμένει, ο μόνος φιλάνθρωπος» (Βλέποντας ο προφήτης Ηλίας από τη μια την πολλή ανομία των ανθρώπων και από την άλλη την άμετρη φιλανθρωπία του Θεού ταρασσόταν και θύμωνε, γι' αυτό και κίνησε λόγους ασπλαχνίας προς τον εύσπλαγχνο Θεό φωνάζοντας: Δείξε την οργή Σου, Κριτή Δικαιότατε. Αλλά καθόλου δεν παρακίνησε τα σπλάχνα αγάπης του αγαθού ώστε να τιμωρήσει αυτούς που τον είχαν παρακούσει. Διότι πάντοτε ο μόνος φιλάνθρωπος περιμένει τη μετάνοια όλων).

Έτσι στο πρόσωπο του Ηλία βλέπουμε, όπως είπαμε, την ευλογημένη για μας «αποτυχία» του. Ο προφήτης είναι η ανθρώπινη πρόταση σωτηρίας, που, ευτυχώς, απέτυχε: όποιος δεν μετανοεί και δεν υπακούει στον Θεό, να τιμωρείται, να καταφλέγεται – πρόταση που την είδαμε να επαναλαμβάνεται κατά καιρούς στα πρόσωπα των διαφόρων ιεροεξεταστών. Το θέλημα του Θεού όμως, η «καρδιά» του Θεού πατέρα, λειτουργεί με άλλον τρόπο: μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του, που Τον κίνησε να έλθει σ’ εμάς, να μας σώσει, «τιμωρώντας» τον εαυτό Του και αίροντας τις δικές μας αμαρτίες. Η πρόταση του Θεού ήταν πράγματι…θεϊκή, ανώτερη από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη και φαντασία.

Και τι έγινε λοιπόν; Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο οποίος ασχολήθηκε βαθυστόχαστα και με την περίπτωση του προφήτη Ηλία, βάζει τον ίδιο τον Χριστό να διαλέγεται με τον προφήτη και να του λέει ότι δεν σώζονται έτσι οι άνθρωποι. Με τις δικές του ενέργειες, θα κατέστρεφε όλο το ανθρώπινο γένος. Η παρουσία του προφήτη – λέει ο Χριστός, κατά τον ιερό Χρυσόστομο - θα έκαιγε τους ανθρώπους, όπως η φωτιά κατακαίει τα καλάμια. Γι’ αυτό και «ου δύναται πυρ συνοικείν καλάμη». Έτσι, για να συνεχίσουμε την ερμηνεία του αγίου Χρυσοστόμου, ο Χριστός λέει στον προφήτη: θα σε πάρω και θα κατέβω ο ίδιος. Η ανάληψη του προφήτη Ηλία αποτελεί δηλαδή και την επιβεβαίωση της αγιότητάς του, αλλά και τη «σφραγίδα» της αποτυχίας του. Το περιστατικό μάλιστα από την Παλαιά Διαθήκη, όπου Κύριος ο Θεός εμφανίζεται στον προφήτη όχι μέσα στον δυνατό άνεμο, όχι μέσα στον μεγάλο σεισμό, όχι στην απειλητική φωτιά, αλλά μέσα από την απαλή αύρα δροσιάς, είναι ακριβώς μέσα στο σκεπτικό που περιγράψαμε.

Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να βοηθήσουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους, η μόνη στάση μας είναι η στάση της αγάπης και του διακριτικού σεβασμού. Οι απειλές και οι τιμωρίες είναι η αποτυχία κάθε φορά της ανθρώπινης πρότασης.

https://pgdorbas.blogspot.com/search?updated-max=2026-07-22T10:33:00%2B03:00&max-results=7

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Η τελευταία λειτουργία στη Σάντα

 



Ήταν ξημέρωμα, κάπου στο 1923, όταν ο γέροντας Παπα‑Θεοφάνης στάθηκε για τελευταία φορά μπροστά στην πέτρινη εκκλησία του χωριού, εκεί ψηλά στις καταπράσινες πλαγιές της Σάντας, της παλιάς ελληνικής κοινότητας στην καρδιά της Γκιουμούσχανε.

Η πέτρινη εκκλησία, που είχε χτιστεί από τους παππούδες τους με κόπο και πίστη, κουβαλούσε μέσα της γενιές προσευχών, βαφτίσεων, γάμων και αποχαιρετισμών. Στα ερείπια της πια, τότε ακόμα όρθια, αντήχησαν οι τελευταίες ψαλμωδίες πριν η καρδιά του χωριού σωπάσει.

Ο παπα‑Θεοφάνης δεν ήταν μόνος. Γύρω του, συγκεντρωμένοι μέσα στο ιερό εκείνο φως, στάθηκαν οι λιγοστοί χωριανοί που είχαν απομείνει — γυναίκες με δεμένα μαντήλια, παιδιά σφιχταγκαλιασμένα με τις γιαγιάδες τους, άντρες με σκυθρωπά μάτια. Ήταν όλοι τους εκεί για την τελευταία λειτουργία πριν ξεκινήσει ο μεγάλος ξεριζωμός.

Μετά τη λειτουργία, ο παπάς τους κάλεσε να περάσουν μια τελευταία φορά από το παλιό παπαδόσπιτο — το δεύτερο κτίσμα — όπου είχε φυλάξει λίγα τρόφιμα, εικόνες, και τα βαπτιστικά βιβλία του χωριού. «Μην πάει χαμένο το όνομά σας», τους είπε, «ούτε η πίστη σας. Όλα θα τα πάρουμε μαζί μας… στην καρδιά».

Κανείς δεν μίλησε. Μόνο η γιαγιά Δέσποινα πλησίασε και φίλησε τον τοίχο της εκκλησίας. «Μάνα μου», ψιθύρισε, «δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ».

Έφυγαν με λίγα ρούχα, μια εικόνα της Παναγίας και λίγο χώμα κρυμμένο σε μαντήλια. Μπήκαν στο μακρύ ταξίδι προς την Ελλάδα, δίχως να ξέρουν αν θα ξαναδούν ποτέ το βουνό τους, το εκκλησάκι, ή το σπίτι όπου γεννήθηκαν.

Και σήμερα...

Χρόνια αργότερα, τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών των προσφύγων έφτασαν ξανά στις πλαγιές της Γκιουμούσχανε. Βρήκαν την εκκλησία χωρίς στέγη, γεμάτη αγριόχορτα. Το σπίτι του παπά, με τις πέτρες του ακόμη στέρεες, έμοιαζε να περιμένει κάποιον γνωστό να του ανοίξει ξανά την πόρτα.

Κάποιοι άναψαν κερί. Άλλοι έψαλαν χαμηλόφωνα. Και τότε, εκεί, σε μια χαραμάδα του τοίχου, βρήκαν χαραγμένο ένα όνομα: «Μαρία 1916».

Κι ένιωσαν πως κανείς δεν ξεχνιέται, όσο η μνήμη κρατάει τα σπίτια όρθια και τις προσευχές ζωντανές.

https://www.facebook.com/photo?fbid=1615546203914414&set=pcb.1615546257247742