Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Κυριακή Θ΄ Ματθαίου -Ὁ Ἰησοῦς ἐπί τῶν κυμάτων

 

 

 

Μετὰ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων στὴν ἔρημο καὶ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους, ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς «ἀνάγκασε» τοὺς μαθητές Του νὰ ἀνέβουν στὸ πλοῖο καὶ νὰ πᾶνε στὴν ἄλλη ὄχθη τῆς λίμνης, ὡσότου ἀπολύσει τοὺς ὄχλους.

Ὁ ὄχλος ἀκολουθοῦσε τὸν Κύριο καὶ ἐκπλησσόταν μὲ τὰ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε. Ὡστόσο δὲν εἶχαν μπορέσει νὰ εἰσέλθουν στὸ μυστήριο τοῦ λόγου Του. Ὁ κόσμος, ἔχοντας χορτάσει μὲ τοὺς ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύς, καὶ βεβαίως μὲ τὴν εὐλογία ποὺ τοὺς συνόδευε, ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀνακηρύξει τὸν Χριστὸ Βασιλέα, ἐπίγειο ὅμως.

Οἱ μαθητὲς ἐπίσης πρὶν τὴν Ἀνάσταση καί ἰδιαίτερα πρὶν τὴν ἐπιφοίτηση του Ἁγίου Πνεύματος δὲν ἦταν ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν πειρασμὸ αὐτόν. Δὲν ἐξελάμβαναν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὥστε νὰ κατανοήσουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔμελλε μὲν «λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ», ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἐπίσης ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου. Γιὰ νὰ προστατεύσει τὸ πνεῦμα τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὸν πνευματικὸ μολυσμὸ τῆς φιλαρχίας, ὁ Κύριος τοὺς ἀνάγκασε νὰ ἀποχωρήσουν πρὶν ἀπὸ Αὐτόν.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀπέλυσε τὸν ὄχλο καὶ ἔπειτα ἀνέβηκε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ κατ’ ἰδίαν. Πιθανὸν τὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς Του πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα ἦταν νὰ ἐλευθερώσει τὸν λαό Του καὶ ἰδιαίτερα τοὺς ἐκλεκτούς Του ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐγκόσμιας δυνάμεως· νὰ τοὺς ὁδηγήσει σὲ πνευματικὴ κατανόηση τοῦ μυστηρίου τοῦ Προσώπου Του, στὴν κατανόηση ὅτι ἡ Βασιλεία Του «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».

Ἡ Γεννησαρὲτ εἶναι μικρὴ λίμνη, ἀλλὰ ἂν σηκωθεῖ θύελλα, μπορεῖ νὰ γίνει μεγάλη τρικυμία. Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση ὁ ἄνεμος ἦταν ἐνάντιος στὸν πλοῦ τῆς βάρκας τῶν μαθητῶν καὶ σηκώθηκαν τόσο μεγάλα κύματα, ποὺ κινδύνευαν νὰ βυθισθοῦν. Πρόκειται γιὰ τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο γιὰ κίνδυνο ναυαγίου τοῦ πλοίου τῶν μαθητῶν. Πάλι οἱ μαθητὲς κλυδωνίζονταν, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ἦταν μόνοι τους. Τὴν προηγούμενη ὁ Κύριος ἦταν μαζί τους. Ἂν καὶ «ἐκάθευδεν», ἡ Παρουσία Του δημιουργοῦσε στοὺς μαθητὲς αἴσθηση ἀσφάλειας. Μόλις αἰσθάνθηκαν τὸν κίνδυνο, ἔτρεξαν νὰ ἐκζητήσουν τὴ βοήθειά Του καὶ ἀκολούθησε «γαλήνη μεγάλη».

Τώρα ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἄφησε μόνους ὅλη τὴ νύχτα νὰ βασανίζονται στὴ θαλασσοταραχὴ χωρὶς νὰ ἔχουν ἐλπίδα σωτηρίας, ἴσως γιὰ νὰ γίνουν πιὸ δόκιμοι, ἴσως γιὰ νὰ διεγείρει στὴν καρδιά τους τὸν πόθο γιὰ τὸν Σωτήρα τους. Κατὰ τὴν τέταρτη φυλακὴ τῆς νυκτός, δηλαδὴ πιθανὸν μεταξὺ τρεῖς καὶ ἕξι τὰ ξημερώματα, τοὺς ἐπισκέφθηκε βαδίζοντας πάνω στὴ μανιασμένη θάλασσα. Βεβαίως, γιὰ τὸν Παντοκράτορα Κύριο, τὸν Δημιουργὸ Οὐρανοῦ καὶ γῆς, ποὺ κρέμασε «τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων» δὲν ἦταν κάτι τὸ θαυμαστὸ νὰ περιπατεῖ πάνω στὴ θάλασσα σὰν σὲ ξηρά.

Γιὰ τοὺς μαθητὲς ὅμως τὸν φόβο τῆς ἐπικείμενης καταστροφῆς ἀκολούθησε ἄλλος φόβος. Ὅταν ἀντίκρισαν τὸν Κύριο νὰ πλησιάζει τὸ πλοῖο τους ταράχθηκαν καὶ τρομαγμένοι ἔκραξαν. Ἴσως στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας δὲν ἀναγνώρισαν τὸν Χριστό, ἴσως ἀντιλήφθηκαν ὅτι ἦταν ὁ Διδάσκαλός τους, ἀλλὰ θεώρησαν ὅτι εἶχε πεθάνει καὶ ὅτι τὸ πνεῦμα Του ἐρχόταν πρὸς αὐτούς. Ἴσως νὰ σκέφτηκαν ὅτι ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ ἦταν πράγγελος τοῦ θανάτου τους. Πάντως ἔβγαλαν κραυγὴ ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς τους πρὸς τὸν «μόνον δυνάμενον σῴζειν αὐτοὺς ἐκ θανάτου».

Ὁ Κύριος «εὐθέως» κατεύνασε τὸν φόβο τους λέγοντας μὲ τὴν οἰκεία καὶ ἀγαπημένη σὲ αὐτοὺς φωνή Του, ποὺ ἀπό μόνη της διαλύει τὴν ταραχὴ καὶ ἐμπνέει θάρρος: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε».

Ὅπως καὶ ἡ λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση, ἔτσι καὶ ἡ ζωὴ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι μιὰ ἀτελείωτα τρικυμιώδης θάλασσα. Τὰ πάθη, οἱ κάθε λογῆς θλίψεις καὶ οἱ δοκιμασίες εἶναι σὰν γιγαντιαῖα ἀπειλητικὰ κύματα ποὺ ὀρθώνονται ἀπὸ τὸν θυελλώδη ἄνεμο, δηλαδὴ τὸ δολοφονικὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου ποὺ «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ». Ἀντιμέτωπος μὲ τὴ φρικτὴ αὐτὴ προοπτική, ὁ ἄνθρωπος πληροῦται φόβου. Οἱ σκέψεις του ταράσσονται καὶ σκότος καλύπτει τὴν ψυχή του. Ἐνίοτε βυθίζεται τόσο βαθιὰ στὴν ἀπελπισία, ποὺ φαίνεται ὅτι τὰ ὁρμητικὰ κύματα θὰ συντρίψουν τὴν ψυχή του καὶ πουθενὰ δὲν βλέπει ἐλπίδα βοηθείας.

Ἂν στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς βαθειὰς θλίψεως ποὺ καταπλακώνει τὴν ψυχή του, ἂν ἐκχύσει τὴν καρδιά του πρὸς τὸν Φιλάνθρωπο Θεὸ ἀπευθύνοντάς Του κραυγή, ἡ στιγμὴ αὐτὴ ποὺ νομίζει ὅτι καταποντίζεται στὴν ἄβυσσο, θὰ γίνει ἡ ἀρχὴ ἑνὸς μεγάλου καὶ ἀπερίγραπτου θαύματος, τῆς αἰώνιας σωτηρίας του μέσα στὴν κοινωνία τῶν Ἁγίων καὶ ὅλων τῶν τετελειωμένων πνευμάτων. Στὸν πονεμένο ἄνθρωπο, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τὸ Φῶς Του, γιὰ νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ θεραπεύσει τὶς πληγές του.

Ἔτσι, ὅταν πνίγουν τὸν ἄνθρωπο οἱ θλίψεις, οἱ πειρασμοί, οἱ ἀρρώστιες καὶ οἱ δοκιμασίες αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἂν βρεῖ τὴ δύναμη νὰ κράξει πρὸς τὸν Θεό: «Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, σῶσον», Αὐτὸς ὡς Θεὸς Παράκλητος καὶ Παρηγορητὴς ἀπαντᾶ μὲ τὴ γλυκειὰ καὶ οἰκεία στὴν καρδιὰ φωνή Του: «Μὴ φοβoῦ, λαός μου». «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ἅγιος Ἰσραήλ, ὁ σῴζων σε». «Μὴ φοβοῦ, ὅτι μετὰ σοῦ εἰμι». Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀνεκλάλητη εἰρήνη ἐκχέεται στὴν καρδιά του καὶ βρίσκει τὴ δύναμη νὰ περπατᾶ ἄφοβα πάνω στὴ θάλασσα τῶν μεριμνῶν αὐτῆς τῆς ζωῆς, πάνω ἀπὸ τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν, κατευθείαν πρὸς τὸν Κύριο.

Ὅποιος θέλει νὰ σωθεῖ βρίσκει στὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἄγκυρα σωτηρίας. Δέχεται τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγωνίζεται νὰ τὸ ἐφαρμόσει. Πιάνεται ἀπὸ αὐτό, στηρίζεται σὲ αὐτὸ καὶ μπροστά του ἀνοίγεται διέξοδος σωτηρίας.

Τὸ ὄντως μεγαλύτερο θαῦμα στὴν πλάση, ἡ ἕνωση τῆς καρδιᾶς του μὲ τὸ Παντοκρατορικὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐπιτελεῖται μέσα του. Ὁ ἄνθρωπος τότε ἀφήνει πίσω κάθε μέριμνα τοῦ βίου τούτου καὶ ξεχνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ βάσανα τῶν πληγῶν του, διότι βρῆκε ἀμύθητο θησαυρό, ἀνώτερο ἀπὸ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ διανοηθεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Στὸ ἑξῆς ὁλοένα καὶ περισσότερο θέλει νὰ προσομιλεῖ μὲ τὸν οὐρανό, καὶ ὅταν κοιτάζει τὴ γῆ, συνειδητοποιεῖ ἀκόμη βαθύτερα τὴ φτώχειά της. Πάλι μὲ αὐξανόμενο πόθο στρέφεται πρὸς τὰ ἄνω καὶ μόνο θέλει νὰ κράζει συνεχῶς στὸν Θεὸ ποθώντας τελειότερη ἕνωση μαζί Του.

Ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ποὺ ἡ ἄφατη Πρόνοιά Του κατεργάζεται καθημερινά, δὲν ἔχουν τέλος. Ἔχουν μόνον ἕνα σκοπό: Νὰ διεγείρουν κραταιότερη πίστη καὶ νὰ ὁδηγήσουν σὲ ὁλοένα καὶ μεγαλύτερο πλήρωμα εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγαπητικῆς ἑνώσεως μαζί Του γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα.

Ἡ Ἐκκλησία ἐπίσης ἔχει παρομοιασθεῖ μὲ βάρκα ποὺ πλέει καὶ ἐνίοτε κλυδωνίζεται στὸ μανιασμένο πέλαγος τοῦ κόσμου. Συχνὰ κινδυνεύει, πλὴν ὅμως οὐδέποτε καταποντίζεται, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχουν κάποιοι πάνω της ποὺ ἀφήνουν μεγάλη κραυγὴ πρὸς τὸν Θεό, δεόμενοι γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ πληρώματος τῆς βάρκας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ κραυγὴ τῶν Ἀποστόλων στὴ σημερινὴ διήγηση εἶναι καὶ ἡ κραυγὴ τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων, «Κύριε, σῷσον ἡμᾶς», καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» ἀπαντᾶ: «Θαρσεῖτε, μὴ φοβεῖσθε»· «ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον».

Ἂς ἐπιστρέψουμε ὅμως στὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Πέτρος εἶχε πολλὴ θέρμη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν Διδάσκαλό του. Ἦταν ὅμως ἐκ χαρακτῆρος αὐθόρμητος καὶ λίγο προπετής. Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιες φορὲς προκαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐπιτιμήσει. Ὅταν προσπάθησε γιὰ παράδειγμα νὰ ἀποτρέψει τὸν Χριστὸ ποὺ βάδιζε ἀκάθεκτα πρὸς τὸν Σταυρό, ὁ Κύριος ἀποκάλεσε τὸν Πέτρο, «σατανᾶ». Στὴ συγκεκριμένη περίπτωση οἱ παρακλητικοί, ἀλλὰ καὶ προκλητικοὶ λόγοι τοῦ Πέτρου πρὸς τὸν Κύριο: «Εἰ Σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός Σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα», δείχνουν τὴν τρυφερὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε γι’ Αὐτόν, ἐπίσης ὅμως καὶ μιὰ τάση ὑπεροχῆς ἔναντι τῶν ἄλλων Ἀποστόλων. Ἦταν σὰν νὰ εἶχε ξεχάσει τὴν παρουσία τους.

Ὁ Χριστὸς στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ἀποπῆρε τὸν μαθητῆ Του. Τὸν πρόσταξε μόνον: «Ἐλθέ». Καὶ ὁ Πέτρος πράγματι ὑπάκουσε, πήδηξε ἀπὸ τὴ βάρκα καὶ ἄρχισε νὰ περπατᾶ στὰ κύματα, λαχταρώντας νὰ σπεύσει πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου του. Ὄντως, γιὰ νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν Θεό, ἀπαιτεῖται ὅλη ἡ ὁρμητικότητα τῆς καρδιᾶς του. Γιὰ νὰ περπατήσει ὁ ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ τὰ ἀφρισμένα κύματα τοῦ κόσμου σπεύδοντας νὰ συναντήσει τὸν Κύριο, χρειάζεται νὰ ἔχει καρδιὰ σὰν ἐκείνη τοῦ Πέτρου.

Ἐνῶ ὅμως ἀρχικὰ ὁ Πέτρος ἦταν ὅλος μιὰ ὁρμὴ καρδιᾶς, ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ σκέφτεται. Ὅρμησε μὲ τὴν καρδιά του στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα μὲ τὸ βλέμμα του προσηλωμένο στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἠγαπημένου Κυρίου καὶ κατόρθωσε νὰ περπατήσει ὅπως καὶ Αὐτὸς ἐπὶ τὰ ὕδατα. Καθόσον δηλαδὴ εἶχε τὸ βλέμμα του στερεωμένο στὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, ὑπερέβη κάθε πειρασμὸ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Ἔγινε ὑπερκόσμιος.

Ὡστόσο, ὅταν ἀπέσπασε τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ἀντίκρισε γύρω του τὸν σάλο τῶν κυμάτων, ἡ ὁρμητικότητά του κατεπνίγη. Ἀσθένησε ἡ πίστη του καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ χάρη της, ποὺ τὸν ἐνίσχυε καὶ τὸν ἔκανε ἀνάλαφρο, τὸν ἐγκατέλειψε. Εἰσῆλθαν οἱ αἰσθήσεις, τὸν κατέλαβε ὁ φόβος τοῦ θανάτου, καὶ ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ καταποντίζεται. Γνώριζε ὅμως ἀπὸ ποῦ νὰ ἐκζητήσει βοήθεια. «Ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῷσον με». Καὶ εὐθέως ὁ Κύριος τὸν ἅρπαξε.

Αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Πέτρο εἶναι τύπος ἐκείνου ποὺ καθημερινὰ συμβαίνει στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει πίστη καὶ ὑπακοὴ μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς, ὅσο κοιτάζει στερρῶς στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ Τελειωτῆ τῆς πίστεώς μας, περπατᾶ πάνω ἀπὸ ὄφεις καὶ σκορπιούς. Βεβαίως, χρειάζεται μεγάλη καύση καρδιᾶς, γιὰ νὰ μὴν παρεκκλίνει τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Κύριο. Χρειάζεται φλόγα ποὺ νὰ ἀναλώνει καθετὶ ἄλλο. Τότε, ὅ,τι καὶ νὰ ἔλθει, ἀρρώστια, συκοφαντία, δωγμός, δὲν κλονίζει τὸν πιστό. Γνωρίζει ὅτι ὁ Κύριος ἔδωσε τὴ ζωή, Αὐτὸς τὴ συντηρεῖ καὶ τὴν παρατείνει, Αὐτὸς μπορεῖ καὶ νὰ τὴν πάρει. Εὐθὺς ὅμως ὅταν εἰσέλθει ὁ νοῦς καὶ ἀρχίσουν οἱ ὑπολογισμοί, ὁ ἄνθρωπος γίνεται θύμα τῶν παθῶν τοῦ κόσμου.

Ὁ Θεὸς ὅπως ἄφησε καὶ τοὺς μαθητὲς ὅλη τὴ νύχτα νὰ παιδεύονται στὴ θύελλα, χορηγεῖ καὶ στὸν ἄνθρωπο θλίψεις καὶ ἐπιτρέπει πειρασμούς, γιὰ νὰ ταλαιπωρηθεῖ, νὰ πονέσει καὶ τελικὰ νὰ βγάλει ἐκ βαθέων κραυγή: «Ἐλθὲ καὶ ποίησον Σὺ Αὐτὸς ἐν ἐμοὶ τὸ θέλημά Σου. Τὰ προστάγματά Σου δὲν χωροῦν ἐν τῇ στενῇ μου καρδίᾳ, καὶ ὁ πεπερασμένος μου νοῦς δὲν συλλαμβάνει τὸ περιεχόμενον αὐτῶν… Ἐὰν Σὺ δὲν εὐδοκήσεις νὰ κατοικήσῃς ἐν ἐμοί, ἀναποφεύκτως θὰ πορευθῶ εἰς τὸ σκότος».

Ἂν ἡ ἔλλειψη πίστεως βρεῖ δίοδο στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀρχίσει νὰ καταποντίζεται, ἐνθυμούμενος τὴν ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου δὲν τὰ χάνει. Κράζει καὶ πάλι: «Κύριε, σῷσόν με», καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖ, γιὰ νὰ τοῦ ἁπλώσει χεῖρα βοηθείας. Τὸν ἁρπάζει ἀπὸ τὴ ζοφερὴ ἄβυσσο καὶ τὸν σώζει. Ὅπου ἐμφανίζεται ὁ Χριστός, ἐκεῖ ἡ πιὸ τρικυμιώδης ταραχὴ μετατρέπεται σὲ γαλήνη μεγάλη. Καὶ ὁ ἄνθρωπος γεμάτος ἀπὸ δέος καὶ εὐγνωμοσύνη, ὁμολογεῖ στὸν Σωτήρα του: «Ἀληθῶς, Θεοῦ Υἱὸς εἶ», «ὁ Ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ».

Ὁ ἄνθρωπος πλασμένος ἐκ τοῦ μηδενός, δὲν εἶναι τίποτε. Οὔτε ὁ Θεὸς τοῦ χρωστᾶ τίποτε· ἀπὸ ἀκατάληπτη ἀγαθότητα σώζει. Ἡ δύναμη, ἡ δόξα, ἡ σωτηρία ἀνήκουν σὲ Αὐτόν. Ὁ Χριστὸς αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ἐπετίμησε τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ τὴν ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου. Ἡ τρικυμία κόπασε, μόνον ὅταν ὁ Κύριος μὲ τὸν Πέτρο μπῆκαν στὸ πλοῖο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ ὁ Πέτρος εἶχε ἤδη γίνει ἰσχυρότερος τοῦ πειρασμοῦ.

Ὅλοι ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν σὲ θλιβερὲς δοκιμασίες σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, νὰ γευθοῦν τὸ «κρῖμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». Αὐτὴ εἶναι ἡ παδιαγωγικὴ χεῖρα τοῦ Πατέρα μας, ποὺ ποθεῖ νὰ μὴ χαθεῖ κανένας, ἀλλὰ ὅλοι νὰ παραμείνουν σταθερὰ καὶ ἀπαρέγκλιτα στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας καὶ τελικὰ νὰ ὁμοιωθοῦν μὲ Αὐτόν. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς ἤδη διάβηκε αὐτὴ τὴν ὁδό, τὴν καθάρισε γιὰ χάρη μας, καὶ στὸν τόπο μας νίκησε τὸν κόσμο.

Μέσῳ τῆς νίκης τῶν πειρασμῶν ὁ Χριστιανὸς ἀποκτᾶ βαθιὰ ριζωμένη μέσα του τὴ γνώση ὅτι μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τίποτε. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ὅμως μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἅλμα πάνω ἀπὸ τὸ τεῖχος ποὺ ἀνορθώθηκε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ παρόντος αἰῶνος. Μαθαίνει νὰ ὑπερνικᾶ τοὺς πειρασμοὺς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζει τὴ δική του ἀδυναμία, καὶ ἔτσι γίνεται συγκαταβατικὸς καὶ συμπονετικὸς μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Συνειδητοποιεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέτει τὴν ἐλπίδα του σὲ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ διαρκῶς νὰ βάζει καινούργια ἀρχὴ καὶ νὰ κάνει νέο ἅλμα πίστεως. Στὶς θλίψεις καὶ στοὺς κινδύνους μαθαίνει νὰ στρέφεται στὸν Θεὸ καὶ νὰ κράζει μὲ ὅλη τὴν καρδιά του πρὸς Αὐτόν, διότι μόνον τότε ὁ Κύριος, ποὺ ποθεῖ ὅλη τὴν καρδιά του, τὸν ἀποδέχεται.

Ὁ ἄνθρωπος φθάνει νὰ ὁμολογήσει μὲ ταπεινὴ εὐγνωμοσύνη ὅτι, αὐτὴ ἡ πίστη ποὺ «νικᾶ τὸν κόσμον» καὶ τὸν θάνατο εἶναι Θεοῦ δῶρον, ὄχι δική του. Δίνει ἔτσι σταθερὰ δόξα στὸν Θεὸ καὶ παίρνει ἐπάνω του τὴ μομφὴ γιὰ τὶς ἀποτυχίες, τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἁμαρτίες του. Ἀγωνίζεται νὰ αὐτοσμικρυνθεῖ, ὥστε νὰ μεγαλυνθεῖ καὶ νὰ δοξασθεῖ ὁ Εὐεργέτης του, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ ζωή, τὸ φῶς καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

https://www.imaik.gr/

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

 

«Ο Ηλίας ήταν υιός του Σωβάκ, από τη Θίσβη, Αραβική γη, από τη φυλή Ααρών, που κατοικούσε στη Γαλαάδ, διότι η Θίσβη ήταν περιοχή δοσμένη στους ιερείς. Κι όταν τον γέννησε η μητέρα του, ο πατέρας του Σωβάκ είδε ότι άνδρες στα λευκά ντυμένοι τού μιλούσαν, κι ότι μέσα στη φωτιά τον σπαργάνωναν και του έδιναν να φάει φλόγα φωτιάς. Πήγε τότε στα Ιεροσόλυμα και το είπε στους ιερείς, κι ο χρηματισμός που του δόθηκε ήταν: Μη δειλιάσεις, άνθρωπε, διότι το παιδί θα κατοικεί μέσα το φως, ο λόγος του θα είναι νόμος, και η ζωή του σύμφωνη με τον Θεό, ενώ ο ζήλος του θα ευαρεστεί τον Κύριο. Θα κρίνει δε τον Ισραήλ με ρομφαία και φωτιά. Ο Ηλίας λοιπόν προφήτευσε εικοσιπέντε χρόνια και έζησε 816 χρόνια πριν την έλευση του Χριστού. Αυτός είναι που κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό, και κράτησε με τον λόγο του τη βροχή, και ανάστησε νεκρούς και κατάφλεξε πολλούς, και στο όρος Χωρήβ είδε τον Θεό, όσο ήταν δυνατό να δει ο άνθρωπος. Αυτός είναι επίσης που έσχισε με τη μηλωτή του τον Ιορδάνη, κι αναλήφθηκε στους ουρανούς με άρμα πυρός και στάθηκε μαζί με τον Μωϋσή δίπλα στον Χριστό, κατά τη Μεταμόρφωσή Του».

Για τον προφήτη Ηλία δεν μπορεί κανείς να μιλήσει εύκολα. Διότι συνιστά όχι έναν απλώς από τους πολλούς προφήτες, τους σταλμένους από τον Θεό να κηρύξουν μετάνοια και να προαναγγείλουν την έλευσή Του, αλλά, θα λέγαμε, τη συμπυκνωμένη, στο ανώτερο δυνατό σημείο, προφητική παρουσία, την «κρηπίδα των προφητών» κατά το απολυτίκιό του, εκείνον που έζησε μ’ έναν ασκητικό και ενάρετο τέτοιο τρόπο, που έκανε τον Κύριο Ιησού Χριστό να τονίσει την αγιότητά του, καθώς την είδε ν’ αντανακλάται στο πρόσωπο του μεγαλυτέρου των προφητών Ιωάννη του Προδρόμου. Ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός είπε ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι η συνέχεια και η παρουσία του Ηλία, ως προς το προφητικό χάρισμα που είχε, και εγκωμίασε τη μεγαλοσύνη του Ιωάννη, συνεπώς και του «προκατόχου» του Ηλία.

Όμως, ο προφήτης Ηλίας, μέσα στη μεγαλοσύνη του, λόγω της χάρης του Θεού, αποτελεί και μία «αποτυχία», η οποία για όλο το ανθρώπινο γένος λειτούργησε ως η εξαιρετικότερη ευλογία. Θέλουμε να πούμε ότι ο Ηλίας με τον ζήλο του για τον νόμο του Θεού, ζήλο που ήταν κυριολεκτικά φωτιά, ήθελε διαμιάς, άμεσα να κάνει τους ανθρώπους της εποχής του να μετανοήσουν και να στραφούν προς τον Θεό. Η ζηλωτική αυτή επιθυμία του έβλεπε ότι δεν ευοδωνόταν – οι πολλοί αντιδρούσαν με την επιμονή στο δικό τους αμαρτωλό θέλημα, το οποίο ενισχυόταν και με την απειλητική παρουσία και την ενίσχυση της ειδωλολάτρισσας βασίλισσας Ιεζάβελ – γι’ αυτό και θλιβόταν και «αρρώσταινε», κάνοντάς τον να τα «βάζει» και με τον Θεό, που ανεχόταν με αγάπη τον λαό Του, προσδοκώντας μέσα στο βάθος του χρόνου τη μετάνοια. Για τον προφήτη, η επέμβαση του Θεού θα έπρεπε να γίνει με τρόπο που θα φόβιζε τον λαό: με απειλές και με τιμωρίες, κυριολεκτικά «με φωτιά και με τσεκούρι».

Ο οίκος του κοντακίου της εορτής είναι κατεξοχήν ενδεικτικός επ’ αυτού: «Την πολλήν των ανθρώπων ανομίαν, Θεού δε την άμετρον φιλανθρωπίαν, θεασάμενος ο προφήτης Ηλίας, εταράττετο θυμούμενος, και λόγους ασπλαγχνίας προς τον εύσπλαγχνον εκίνησεν: Οργίσθητι, βοήσας, επί τους αθετήσαντάς σε, Κριτά δικαιότατε. Αλλά τα σπλάγχνα του αγαθού, ουδόλως παρεκίνησε προς το τιμωρήσασθαι τους αυτούς αθετήσαντας. Αεί γάρ την μετάνοιαν πάντων αναμένει, ο μόνος φιλάνθρωπος» (Βλέποντας ο προφήτης Ηλίας από τη μια την πολλή ανομία των ανθρώπων και από την άλλη την άμετρη φιλανθρωπία του Θεού ταρασσόταν και θύμωνε, γι' αυτό και κίνησε λόγους ασπλαχνίας προς τον εύσπλαγχνο Θεό φωνάζοντας: Δείξε την οργή Σου, Κριτή Δικαιότατε. Αλλά καθόλου δεν παρακίνησε τα σπλάχνα αγάπης του αγαθού ώστε να τιμωρήσει αυτούς που τον είχαν παρακούσει. Διότι πάντοτε ο μόνος φιλάνθρωπος περιμένει τη μετάνοια όλων).

Έτσι στο πρόσωπο του Ηλία βλέπουμε, όπως είπαμε, την ευλογημένη για μας «αποτυχία» του. Ο προφήτης είναι η ανθρώπινη πρόταση σωτηρίας, που, ευτυχώς, απέτυχε: όποιος δεν μετανοεί και δεν υπακούει στον Θεό, να τιμωρείται, να καταφλέγεται – πρόταση που την είδαμε να επαναλαμβάνεται κατά καιρούς στα πρόσωπα των διαφόρων ιεροεξεταστών. Το θέλημα του Θεού όμως, η «καρδιά» του Θεού πατέρα, λειτουργεί με άλλον τρόπο: μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του, που Τον κίνησε να έλθει σ’ εμάς, να μας σώσει, «τιμωρώντας» τον εαυτό Του και αίροντας τις δικές μας αμαρτίες. Η πρόταση του Θεού ήταν πράγματι…θεϊκή, ανώτερη από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη και φαντασία.

Και τι έγινε λοιπόν; Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο οποίος ασχολήθηκε βαθυστόχαστα και με την περίπτωση του προφήτη Ηλία, βάζει τον ίδιο τον Χριστό να διαλέγεται με τον προφήτη και να του λέει ότι δεν σώζονται έτσι οι άνθρωποι. Με τις δικές του ενέργειες, θα κατέστρεφε όλο το ανθρώπινο γένος. Η παρουσία του προφήτη – λέει ο Χριστός, κατά τον ιερό Χρυσόστομο - θα έκαιγε τους ανθρώπους, όπως η φωτιά κατακαίει τα καλάμια. Γι’ αυτό και «ου δύναται πυρ συνοικείν καλάμη». Έτσι, για να συνεχίσουμε την ερμηνεία του αγίου Χρυσοστόμου, ο Χριστός λέει στον προφήτη: θα σε πάρω και θα κατέβω ο ίδιος. Η ανάληψη του προφήτη Ηλία αποτελεί δηλαδή και την επιβεβαίωση της αγιότητάς του, αλλά και τη «σφραγίδα» της αποτυχίας του. Το περιστατικό μάλιστα από την Παλαιά Διαθήκη, όπου Κύριος ο Θεός εμφανίζεται στον προφήτη όχι μέσα στον δυνατό άνεμο, όχι μέσα στον μεγάλο σεισμό, όχι στην απειλητική φωτιά, αλλά μέσα από την απαλή αύρα δροσιάς, είναι ακριβώς μέσα στο σκεπτικό που περιγράψαμε.

Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να βοηθήσουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους, η μόνη στάση μας είναι η στάση της αγάπης και του διακριτικού σεβασμού. Οι απειλές και οι τιμωρίες είναι η αποτυχία κάθε φορά της ανθρώπινης πρότασης.

https://pgdorbas.blogspot.com/search?updated-max=2026-07-22T10:33:00%2B03:00&max-results=7

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Η τελευταία λειτουργία στη Σάντα

 



Ήταν ξημέρωμα, κάπου στο 1923, όταν ο γέροντας Παπα‑Θεοφάνης στάθηκε για τελευταία φορά μπροστά στην πέτρινη εκκλησία του χωριού, εκεί ψηλά στις καταπράσινες πλαγιές της Σάντας, της παλιάς ελληνικής κοινότητας στην καρδιά της Γκιουμούσχανε.

Η πέτρινη εκκλησία, που είχε χτιστεί από τους παππούδες τους με κόπο και πίστη, κουβαλούσε μέσα της γενιές προσευχών, βαφτίσεων, γάμων και αποχαιρετισμών. Στα ερείπια της πια, τότε ακόμα όρθια, αντήχησαν οι τελευταίες ψαλμωδίες πριν η καρδιά του χωριού σωπάσει.

Ο παπα‑Θεοφάνης δεν ήταν μόνος. Γύρω του, συγκεντρωμένοι μέσα στο ιερό εκείνο φως, στάθηκαν οι λιγοστοί χωριανοί που είχαν απομείνει — γυναίκες με δεμένα μαντήλια, παιδιά σφιχταγκαλιασμένα με τις γιαγιάδες τους, άντρες με σκυθρωπά μάτια. Ήταν όλοι τους εκεί για την τελευταία λειτουργία πριν ξεκινήσει ο μεγάλος ξεριζωμός.

Μετά τη λειτουργία, ο παπάς τους κάλεσε να περάσουν μια τελευταία φορά από το παλιό παπαδόσπιτο — το δεύτερο κτίσμα — όπου είχε φυλάξει λίγα τρόφιμα, εικόνες, και τα βαπτιστικά βιβλία του χωριού. «Μην πάει χαμένο το όνομά σας», τους είπε, «ούτε η πίστη σας. Όλα θα τα πάρουμε μαζί μας… στην καρδιά».

Κανείς δεν μίλησε. Μόνο η γιαγιά Δέσποινα πλησίασε και φίλησε τον τοίχο της εκκλησίας. «Μάνα μου», ψιθύρισε, «δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ».

Έφυγαν με λίγα ρούχα, μια εικόνα της Παναγίας και λίγο χώμα κρυμμένο σε μαντήλια. Μπήκαν στο μακρύ ταξίδι προς την Ελλάδα, δίχως να ξέρουν αν θα ξαναδούν ποτέ το βουνό τους, το εκκλησάκι, ή το σπίτι όπου γεννήθηκαν.

Και σήμερα...

Χρόνια αργότερα, τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών των προσφύγων έφτασαν ξανά στις πλαγιές της Γκιουμούσχανε. Βρήκαν την εκκλησία χωρίς στέγη, γεμάτη αγριόχορτα. Το σπίτι του παπά, με τις πέτρες του ακόμη στέρεες, έμοιαζε να περιμένει κάποιον γνωστό να του ανοίξει ξανά την πόρτα.

Κάποιοι άναψαν κερί. Άλλοι έψαλαν χαμηλόφωνα. Και τότε, εκεί, σε μια χαραμάδα του τοίχου, βρήκαν χαραγμένο ένα όνομα: «Μαρία 1916».

Κι ένιωσαν πως κανείς δεν ξεχνιέται, όσο η μνήμη κρατάει τα σπίτια όρθια και τις προσευχές ζωντανές.

https://www.facebook.com/photo?fbid=1615546203914414&set=pcb.1615546257247742

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Από τον βίο του αββά Σισώη. Από το Γεροντικό


Ένας αδελφός που είχε αδικηθεί από άλλον αδελφό πήγε στον αββά Σισώη και του είπε: «Κάποιος αδελφός με αδίκησε και θέλω να βρω το δίκιο μου». Ο γέροντας τον παρακαλούσε: «Μη, παιδί μου· καλύτερα άφησε την υπεράσπισή σου στον Θεό». Εκείνος επέμενε: «Δεν θα σταματήσω μέχρι να βρω το δίκιο μου». Είπε τότε ο γέροντας: «Ας προσευχηθούμε, αδελφέ», και αφού σηκώθηκε είπε: «Θεέ, δεν έχουμε πια την ανάγκη της φροντίδας σου, γιατί εμείς μόνοι μας βρίσκουμε το δίκιο μας». Όταν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντα και είπε: «Δεν αντιδικώ άλλο με τον αδελφό· συγχώρησέ με, αββά».

Πολλές φορές έλεγε στον αββά Σισώη ο μαθητής του: «Αββά, σήκω να φάμε», και εκείνος τον ρωτούσε: «Δεν φάγαμε, παιδί μου;» «Όχι, πάτερ», αποκρινόταν ο μαθητής, και έλεγε ο γέροντας: «Αν δεν φάγαμε, φέρε να φάμε».

https://paterikos.blogspot.com/2026/07/blog-post_26.html

 

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Οι Όσιοι Διονύσιος και Μητροφάνης (+ 9 Ιουλίου)

 

Face
Μωυσής Αγιορείτης

1. Όσιος Διονύσιος ο Ρήτωρ (+1606)

Γεννήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνος. Έλαβε μεγάλη μόρφωση και γι’ αυτό του δόθηκε η επωνυμία του Ρήτορος. Μοναχός έγινε στην περίφημη μονή του Στουδίου. «Τελειοτέρας γλιχόμενος εν ησυχία ζωής, ανεχώρησεν εις το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».

Στην αρχή κατοίκησε στην σκήτη των Καρυών, έπειτα στη σκή­τη της Αγίας Άννης και τέλος στην ερημική περιοχή, όπου σήμε­ρα η σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης. Εκεί, μαζί με τον μαθητή του όσιο Μητροφάνη, ασκήθηκαν μέσα σε σπήλαιο, που σήμερα δια­μορφώθηκε σε ναό, για όλη τους τη ζωή. Θεωρούνται οι πρώτοι οικήτορες της σκήτης και τιμώνται ιδιαίτερα.

MAA-Spilaio_13

Ο θεοφώτιστος όσιος Διονύσιος, «συντονωτάτη κεχρημένος ησυ­χία και ασκήσει, ήρθη εις ύψος μυστικών θεωριών, και επλήσθη των αΰλων του Παρακλήτου ελλάμψεων, υπελθών τον άδυτον της χάριτος γνόφον. Και περιώνυμος εν λόγοις οφθείς, και εξακουστός εν ποικίλη σοφια και γνώσει, και ασφαλής υφηγητής πάσι μονασταίς και ασκηταίς, την δοθείσαν αυτώ χάριν, πολλαπλώς εκ χειλέων έβλυζεν, ως θείος διδάσκαλος, και εν δέλτοις ιεροίς διεχάραττε, ποθει­νότατος πάσι γεγονώς».

Η φήμη της αρετής του έφθασε μακρυά από τον ιερό Άθωνα. Στη βιβλιοθήκη της σκήτης της Αγίας Άννης σώζεται ιδιόγραφος κώδικάς του, καθώς και το Ψαλτήριο που χρησιμοποιούσε καθη­μερινώς. Ο όσιος περιγράφεται, «κατά τον τύπον του σώματος και την μορφήν, ικανώς εις ύψος εκτεινόμενος· είχε κεφαλήν μεγάλην και οιονεί τετράγωνον· παρειάς πλατείας· μέτωπον υψηλόν και πλα­τύ· μύστακα παχύν, προς τα κάτω νεύοντα· γενειάδα πλατείαν, τε­τράγωνον, μικρόν διχαζομένην και καθιμένην άχρι του στήθους· τρί­χωμα υπόλευκον· ην ημιφαλακρός, την επιδερμίδα σιτόχρους, και χαρακτήρ μεγαλοπρεπής… ».

Μέχρι τέλους αγωνιζόμενος ανεπαύθη εν ειρήνη στο σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα σώζεται, και το 1956 ανοικοδομήθηκε ωραίος ναός, όπου τιμάται πανηγυρικά με τον όσιο μαθητή του. Ο υμνογράφος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης υπήρξε συνθέτης της Ακολουθίας και του βίου τους και οικήτορας του τόπου των αγωνισμάτων τους.

 Η μνήμη του οσίου Διονυσίου του Ρήτορος τιμάται στις 9 Ιου­λίου.

2. Όσιος Μητροφάνης (+ αρχές 17ου αι.)

Πιστός μαθητής και συνασκητής του όσιου Διονυσίου του Ρήτορος. Έζησαν ασκητικώς στο μέχρι σήμερα σωζόμενο σπήλαιο στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης.

Με την ευλογία του Γέροντά του, κατόπιν προσκλήσεως, κρίθηκε άξιος ο όσιος Μητροφάνης να εξέλθει στα πλησιόχωρα του Αγίου Όρους, για εξομολόγηση και διόρθωση των χριστιανών της Χαλκιδικής. Στο χωριό Ίσβορος (σημερινά Στρατονίκη της Χαλκιδικής) συνάντησε τον ευλαβή χριστιανό Δημήτριο, που είχε δει τις ήμερες εκείνες θαυμαστή οπτασία περί της αιωνίου ζωής, την οποία κα­τέγραψε ο όσιος και έτσι διασώθηκε προς ωφέλεια πολλών μέχρι σήμερα. Στις ήμερες μας κτίσθηκε ναός προς τιμή του οσίου στη Στρατονίκη.

Ο όσιος Μητροφάνης «ήτο κατά τον τύπον του σώματος μέτριος, έχων κεφαλήν στρογγύλην, κόμην παχείαν, μέλαιναν, γενειάδα στρογ­γύλην, μικράν, τρίχωμα ούλον, ωσαύτως οφρύας και οφθαλμούς στρογ­γύλους· ην ημιφαλακρός. μετ’ επιδερμίδος επί το λευκότερον, και γενικώς μελανόθριξ, ομοιάζων και ούτος τω αγίω Νικολάω, πλην της ηλικίας και της χροιάς του τριχώματος· ην γαρ τη ηλικία νεώτερος, έχων το τρίχωμα μέλαν».

Ανεπαύθη λίγο μετά την κοίμηση του οσίου διδασκάλου του, μετά του οποίου συντιμάται στις 9 Ιουλίου.


(Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, έκδ. Μυγδονία 2008, σ. 423-425).
https://www.pemptousia.gr/2014/07/i-osii-dionisios-ke-mitrofanis-9-io/

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Περί Γ.Ο.Χ., αποτειχίσεως και της «μοναδικής οδού»

 

 

Μας έστειλαν επίσης ένα άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στο Facebook (εδω).
Ο συγγραφέας του άρθρου ουσιαστικά παραδέχεται την αντίφαση του π. Θεόδωρου γράφοντας:

«Από τη μία ο π. Θ. Ζ. λέει: "δεν θα κάνουμε δικούς μας επισκόπους", αλλά από την άλλη εύχεται "να βρεθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι που θα αποτειχιστούν" (ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΑΝΤΙΦΑΣΗ). Αν συνέβαινε το δεύτερο (να αποτειχιστούν εν ενεργεία επίσκοποι), κατά την οπτική των αποτειχισμένων, δεν θα επρόκειτο για "ίδρυση νέας εκκλησίας" (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.), αλλά για την "υγιή μερίδα" της ήδη υπάρχουσας ιεραρχίας που αντιδρά».

όπως επισημάναμε και εμείς χθες, με τη διαφορά ότι προτείνει στους αποτειχισμένους πως:

«η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου (πρώην Ράσκας και Πριζρένης), δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη».

Να τονίσουμε βέβαια ότι προσωπικά δεν μας αρέσουν όροι όπως «μοναδική οδός» και παρεμφερείς εκφράσεις, διότι έχουμε κακές εμπειρίες από τέτοιου είδους όρους... Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα δεν είναι αυτό.

Αναφέρει ο συγγραφέας:

«Αφού ο π. Θεόδωρος και οι συν αυτώ ήθελαν επίσκοπο, που να ηγηθεί της αποτείχισης, γιατί δεν αναγνώρισαν τον καθαιρεθέντα από το Πατριαρχείο Σερβίας Μητροπολίτη Αρτέμιο, ο οποίος έπραξε ακριβώς αυτό; Ο π. Θεόδωρος και άλλοι θεολόγοι της αποτείχισης υποστηρίζουν ότι ο Αρτέμιος προχώρησε σε «αντικανονικές χειροτονίες» (χειροτόνησε "χωρεπισκόπους" χωρίς την έγκριση συνόδου), δημιουργώντας de facto δική του παράλληλη ιεραρχία (σχίσμα) στη Σερβία. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Η άρνηση να «σκύψουν το κεφάλι» στον Αρτέμιο αποδεικνύει το αδιέξοδο της θεωρίας τους. Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία, απομονώνονται και από εκείνους τους επισκόπους οι οποίοι έκαναν το βήμα, που οι ίδιοι ευαγγελίζονται».


Σύμφωνα με τη συλλογιστική του συγγραφέως, «
Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη» και αυτή είναι: «Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία...» 

Και παρακάτω παρουσιάζει προτάσεις οι οποίες εφαρμόσθηκαν έτη πίσω από τους Γ.Ο.Χ., όπως επί παραδείγματι:

«Η ένταξη στη συγκεκριμένη Σύνοδο (σ.σ. εννοεί του Σεβ. Αρτεμίου) αποκαθιστά πλήρως την απαραίτητη ιεραρχική δομή (Επίσκοπος - Πρεσβύτεροι - Διάκονοι) και εγγυάται τη συνέχεια της Αποστολικής Διαδοχής, μέσω των μελλοντικών χειροτονιών, αποτρέποντας τον πνευματικό μαρασμό και το βιολογικό αδιέξοδο,».....«Η ένταξη στη Σύνοδό του είναι η μόνη στάση που ευθυγραμμίζει απόλυτα τις πράξεις με τα λόγια»...... «η ένταξη δημιουργεί μια σαφή, συμπαγή και συγκροτημένη εκκλησιαστική δομή. Αυτή η δομή μπορεί να αντέξει στην πίεση του χρόνου, να οργανώσει ενορίες, να κατηχήσει πιστούς και να κληροδοτήσει την αντι-οικουμενιστική μαρτυρία στις επόμενες γενιές»..... «Η θεωρία της «μέσης οδού» έχει εξαντλήσει τα όριά της. Για όποιον αρνείται τη συμβιβαστική επιστροφή, η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου, δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη».

Ενώ λοιπόν αποδέχεται τις παραπάνω πραγματικότητες,
δεν προτείνει στους αποτειχισμένους να ενταχθούν στην ήδη υπάρχουσα Σύνοδο Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, η οποία υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα. Αντιθέτως, παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» την ένταξη στη Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου, η οποία βρίσκεται μάλιστα σε άλλη χώρα.
Η θέση αυτή δημιουργεί μία εμφανή αντίφαση.
Από τη μία παραδέχεται ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν συνιστά ίδρυση νέας Εκκλησίας αλλά αποτελεί την υγιή μερίδα της Ιεραρχίας. Από την άλλη, δεν θεωρεί την ήδη υπάρχουσα Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. ως πιθανή εκκλησιολογική λύση για τους αποτειχισμένους γι αυτό και δεν την προτείνει.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από τη στιγμή που ο ίδιος έχει επανειλημμένως υπερασπισθεί τους Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας μέσα από σχόλιά του στο ιστολόγιό μας.
Πολλάκις έχει σχολιάσει στο ιστολόγιό μας, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την Ορθοδοξία τους.
Αν οι Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας (ανήκουν στην Σύνοδο που προΐσταται ο Αρχ. Καλλίνικος) είναι Ορθόδοξοι, τότε αποτελεί και η αντίστοιχη Σύνοδος που ανήκουν εκκλησιολογική λύση για τους αποτειχισμένους.
Παρά ταύτα, όταν αναζητεί λύση για τους αποτειχισμένους, αποσιωπά πλήρως την ύπαρξη της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. και παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» τη Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου.
Από τη στιγμή που αποδέχεται ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν αποτελεί ίδρυση νέας Εκκλησίας, με δικό του σχόλιο σε παρένθεση (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.) αναγνωρίζει ουσιαστικά και το εκκλησιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι Γ.Ο.Χ..
Με την παραπάνω παραδοχή καταρρίπτεται ουσιαστικά το γνωστό επιχείρημα ότι οι Γ.Ο.Χ. ίδρυσαν δήθεν «νέα Εκκλησία». Εφόσον στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται νέα Εκκλησία, τότε δεν υπάρχει καμία διαφορά.
Έπειτα από ένδεκα ολόκληρα έτη από τη μονομερή και αντικανονική αλλαγή του εορτολογίου, Ορθόδοξοι Επίσκοποι αποτειχίσθηκαν, ανέλαβαν τον αγώνα των παλαιοημερολογιτών και αποτέλεσαν την υγιή μερίδα της τότε Ιεραρχίας που αντέδρασε στην καινοτομία και στην συνέχεια οι Ρώσοι της Διασποράς ανανέωσαν τον αγώνα των Παλαιοημερολογιτών με νέες χειροτονίες.
Προκύπτει όμως από το ίδιο του το άρθρο ότι η επιχειρηματολογία του δεν εφαρμόζεται με το ίδιο μέτρο σε όλες τις περιπτώσεις.
Ενώ αναγνωρίζει ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν συνιστά ίδρυση νέας Εκκλησίας και ενώ υπερασπίζεται δημοσίως τους Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας, παρακάμπτει πλήρως την ύπαρξη της Ελληνικής Συνόδου των Γ.Ο.Χ. και παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» την ένταξη στην Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου.

Κατά την ταπεινή μας άποψη η ασυνέπεια και η δική του αντίφαση είναι εμφανής.

https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_16.html

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Όσιος Ιωακείμ ο νέος ο θεοφόρος της Ιεράς Μονής των Νοτενών



 Ο Όσιος Ιωακείμ γεννήθηκε στα μέσα του 17ου αιώνα μ.Χ. (ή σύμφωνα με άλλες πηγές στα τέλη του 16ου αιώνα μ.Χ), στο χωριό Σκιαδά που βρίσκεται στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του όρους Ερύμανθος, στη περιοχή της σημερινής Τριταίας, της επαρχίας των Παλαιών Πατρών (Αχαΐα). Σε νεαρή ηλικία και παρά τη θέληση του, αρραβωνιάστηκε μια ευσεβή νέα, που καταγόταν από το ίδιο χωριό.


Ο Ιωακείμ όμως, φλεγόμενος του πόθου της μοναχικής ζωής, εγκατέλειψε γονείς και αρραβωνιαστικιά και έγινε μοναχός στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Δίβρη του νομού Ηλείας. Στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής ο Άγιος έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητας, ώστε κρίθηκε άξιος από τον Ηγούμενο της Μονής για να λάβει το μέγα αξίωμα της Ιεροσύνης. Ζώντας έτσι ταπεινά μέσα στην αδελφότητα, μετά την κοίμηση του Καθηγούμενου της Μονής, εκλέγεται Ηγούμενος.

Εν συνεχεία πήγε στη Μονή των Νοτενών, που βρίσκεται κοντά στη γενέτειρά του και τιμάται απ’ ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και έγινε Καθηγούμενος της. Δεν παρήλθαν, όμως, πολλά χρόνια και, φλεγόμενος από τον πόθο της ησυχίας, παραιτήθηκε από το αξίωμα του ηγουμένου, και αποσύρθηκε σε κάποιο σπήλαιο, που υπήρχε κοντά στο Μοναστήρι.

Στο μικρό εκείνο σπήλαιο, ο όσιος επιδόθηκε σε σκληρή άσκηση, με διαρκείς προσευχές, νηστείες και αγρυπνίες, υπομένοντας κάθε σκληραγωγία και στενοχώρια της ασκητικής πολιτείας, προκειμένου να καθαρίσει τον εαυτό του από τα πάθη και να γίνει εύχρηστο σκεύος του Αγίου Πνεύματος. Η τροφή του ήταν χυλός αλεύρου βρασμένου με μέλι, ή άγρια χόρτα βρασμένα.

Οι μεγάλοι του πνευματικοί αγώνες ήταν κρυφοί, γιατί φοβόταν ότι «η φανερή αρετή χάνεται, καθώς ο θησαυρός ο φανερός κλέπτεται». Έτσι όλες τις νύκτες κοιμόταν όρθιος, κρεμασμένος με σχοινιά από τις μασχάλες του, έχοντας εμπρός του ένα Τετραευάγγελο ανοικτό.

Αν και όταν εντελώς αγράμματος, εν τούτοις τόσο πολύ κατανοούσε την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των θείων Πατέρων, ώστε και ο τότε Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Παρθένιος Ε' (1750-56 και 1759-70 μ.Χ.), ο οποίος ήταν πολύ πεπαιδευμένος στην ελληνική σοφία, καταδεχόταν να πηγαίνει σ’ αυτόν και να τον συμβουλεύεται.

Έτσι, λοιπόν, ζούσε και αγωνιζόταν όλες τις ημέρες της ζωής του ο όσιος Ιωακείμ, έως ότου έφθασε «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. δ΄ 13), περί τα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ. Τότε, καταλαβαίνοντας την ώρα της εκδημίας του, κάλεσε τους πατέρες της Μονής και τους νουθέτησε πως να πολιτεύωνται και να ζουν εν ειρήνη, κατά το μοναχικό τους πολίτευμα. Έπειτα, αφού έκαμε το σημείο του Σταυρού, είπε: «Εἰς χεῖράς σου, Χριστέ, παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου», και έτσι απέπνευσε. Ενταφιάσθηκε ευλαβώς στον νάρθηκα του Ιερού ναού, στο μοναστήρι.

Τρία χρόνια μετά την κοίμηση του οσίου (ή σύμφωνα με άλλες πηγές δέκα χρόνια μετά), ο ανωτέρω Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών θέλησε να κάνει την ανακομιδή των Λειψάνων του. Ένας, όμως, από εκείνους που έσκαβαν, τραβώντας απρόσεκτα, έβγαλε κομμένο από τους ώμους το δεξιό χέρι του Οσίου με όλο το κρέας και το δέρμα του. Τότε εξεπλάγησαν όλοι και άρχισαν προσεκτικά να βγάζουν με τα δάκτυλα το χώμα από τον τάφο, έως ότου το υπόλοιπο σώμα του αγίου βγήκε όλο ακέραιο, πλήρες ευωδίας, και κατά κάποιον τρόπον στάθηκε όρθιο, όπως εκείνο του αγίου Σπυρίδωνος.

Λείψανο του Αγίου που βρίσκετε στο Ι.Η. Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος Μουρτερής



Τότε η φήμη του Ιερού Λειψάνου διαδόθηκε παντού και πολλοί χριστιανοί έτρεχαν σ’ αυτό, άλλοι μεν χάριν προσκυνήσεως, άλλοι δε για να ιατρεύσουν τα πάθη τους, και αμέσως λάμβαναν την θεραπεία τους. Και όχι μόνον οι χριστιανοί, αλλά και πολλοί τούρκοι πήγαιναν, και θεραπεύονταν από τον Άγιο.

Μετά από λίγα χρόνια, κατά την μεγάλη επιδρομή των Τουρκαλβανών στον Μωρέα, μετά την αποτυχημένη εξέγερση των Ορλωφικών (1770 μ.Χ.), «κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Κύριος», το ιερό Λείψανο διαλύθηκε και η Αγία Κάρα του Οσίου κλάπηκε μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα της Μονής.

Σήμερα στην Ιερά Μονή των Νοτενών σώζονται λίγα Λείψανα από το ιερό σκήνος του οσίου Ιωακείμ του Νέου, που ευωδιάζουν και κάνουν διάφορες θεραπείες στους πιστούς, ενώ εμπρός από το σπήλαιο, στο οποίο ασκήτευε, έχει οικοδομηθεί εκκλησία επ’ ονόματί του, όπου και η μνήμη τιμάται με λαμπρότητα στις 3 Ιουλίου.

https://www.saint.gr/664/saint.aspx