Μετεμορφώθης
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΟΥΡΤΕΡΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026
Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (5ον)

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (5ον)
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως
Εν Θεσσαλονίκη τη 3η Σεπτεμβρίου 2026
Μέρος πέμπτον.
Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις μας πάνω στα συνοδικά κείμενα, για τα οποία έγινε λόγος στο προηγούμενο, τέταρτο μέρος, προχωρούμε σε κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με τη συγκρότηση και τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου από ιεράρχες, συλλογικούς φορείς, αγιορείτες πατέρες και λοιπούς κληρικούς.
Σχολιασμοί Αρχιερέων.
Αρχίζουμε με τον Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, ο οποίος σε παρέμβασή του στην έκτακτη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, (Νοέμβριος 2016), μεταξύ άλλων παρατηρεί τα εξής: «Η Σύνοδος η οποία συνήλθε στην Κρήτη, όπως επανειλημμένως έχω τονίσει, ήταν Συνοδος των Προκαθημένων με τις συνοδείες τους… Το κείμενο που απετέλεσε την βάση της Συνόδου ήταν το έκτο με τίτλο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον’. Το τελικό κείμενο έχει πολλά προβλήματα, παρά τις μερικές γενικές καλές διατυπώσεις….Στην Σύνοδο κυριαρχούσαν η θεωρία των κλάδων, η βαπτισματική θεολογία και κυρίως η αρχή της περιεκτικότητος, δηλαδή η διολίσθηση από την αρχή της αποκλειστικότητος στην αρχή της περιεκτικότητος…Παντως, παρατηρεί κανείς στο τελικό κείμενο αντιφαντικά σημεία. Κατά την γνώμη μου δεν είναι κείμενο θεολογικό, αλλά διπλωματικό».
Παρά κάτω σχολιάζοντας την αρχική απόφαση της Ιεραρχίας, (Μάΐος 2016), σχετικά με την 6η παράγραφο του 6ου κειμένου να μην αποδεχθή τον όρο «Εκκλησία» στους ετεροδόξους και να προτείνει την τροποποίησή της ως εξής: «η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Ομολογιών και Κοινοτήτων μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ' αυτής» και τη νέα πρόταση που τελικά πρότεινε: «η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών», μετά από αντιδρασεις που προκλήθηκαν από άλλες Εκκλησίες, παρατηρεί τα εξής: «Κατ’ αρχάς δεν είχαμε εξουσιοδότηση της Ιεραρχίας να διαπραγματευθούμε τις αποφάσεις της, όπως έλεγαν πολλοί από τούς Ιεράρχες που ήμασταν παρόντες…. Η λέξη ετερόδοξος σε σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία σημαίνει αιρετικός. Επομένως το να αποδίδει κανείς το επίθετο ετερόδοξος στην Εκκλησία δηλώνει αντιφατικότητα…Το σημαντικότερο όμως της υποθέσεως είναι ότι η νέα πρόταση, ενώ φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι είναι ακίνδυνη, εν τούτοις είναι αντορθόδοξη. … Έτσι, ή υπάρχει Εκκλησία χωρίς αιρετικές διδασκαλίες, η οποία σώζει τους ανθρώπους, ή είναι αιρετική ομάδα, που δεν μπορεί να αποκληθή Εκκλησία».
O Σεβ. Mητροπολίτης (πρώην) Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιος σε άρθρο του με τίτλο: «Η μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης πλήγωσε το σώμα της Ορθοδοξίας», σχολιάζοντας το 6ο συνοδικό κείμενο σημειώνει τα εξής: «Μετά τις αποφάσεις της Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης το Σύμβολο της πίστεως δυστυχώς έχει αλλοιωθεί…Μέχρι χθες γνωρίζαμε ότι η Εκκλησία είναι Μία, η Ορθόδοξος, εκ της οποίας αποσχίσθηκε η Ρώμη, εξ’ αυτής δε προήλθαν οι Παλαιοκαθολικοί, οι Αγγλικανοί, και οι Προτεστάντες. Μέχρι χθες όλες αυτές οι αποτμήσεις, τα κομμάτια και τα ‘αποκόμματα’, ονομάζονταν ‘Χριστιανικές Ομολογίες’. Από σήμερα δυστυχώς στην Κρήτη, έλαβαν τον τίτλο Εκκλησία! Αναγνωρίστηκαν ως ‘Εκκλησίες’.…Μάταια στην κατά μήνα Μάϊο 2016 προηγηθείσα έκτακτη Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας είχε αποκλεισθεί ο όρος ‘Εκκλησία’ για τις άλλες ομολογίες! Η Κρήτη μας απέρριψε! Έτσι όμως η αλήθεια πληγώθηκε! Η πλάνη επικράτησε! Διότι η Εκκλησία είναι μία και αυτή είναι μόνον η Ορθόδοξος Εκκλησία!».
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Κυθήρων κ. Σεραφείμ σε επιστολή του προς τον Μακ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και τα μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «Η 25μελης Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος υπό την προεδρίαν του Μακ. Αρχιεπισκόπου μας κ. Ιερωνύμου μετέβη εις Κρήτην δια να εκπροσωπήσει την Ι.Σ.Ι. και κομίσει τας αποφάσεις της επί των εξ (6) θεμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και όχι δια να διαπραγματευθή επί των αποφασισθέντων υπό της Ι.Σ.Ι.…Εν τοιαύτη περιπτώσει, όταν, [τους ετεροδόξους], τους χαρακτηρίζομεν ως Εκκλησίαν δεν τους αποκοιμίζομεν και δεν συντελούμεν εις τον εφησυχασμόν των καθώς τους αποκρύπτομεν την αλήθειαν, το φως του Χριστού; Και δεν θα λογοδοτήσωμεν ημείς οι Ορθόδοξοι εν ημέρα Κρίσεως διά την πνευματικήν αυτήν ‘βαβέλ’ και την νόθευσιν, ή απόκρυψιν της σωζούσης θείας αληθείας, της θεόθεν αποκαλυφθείσης διά των Προφητών και εν Χριστώ τω Θεώ και Σωτήρι ημών, ο οποίος είναι η Κεφαλή της Μίας και Μόνης Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και όχι και μιας εκάστης των άλλων φερομένων και αυτοαποκαλουμένων ως ‘Εκκλησιών’;».
Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κυρός Ιερεμίας σε ομιλία του σε σύναξη ιερατική των κληρικών της επαρχίας του παρατηρεί: «Παραδόξως δεν φαίνεται η Σύνοδος της Κρήτης να καταδικάζει αίρεσιν τινά, ούτε να ομιλεί περί αιρέσεων. Αντίθετα μάλιστα τας αιρέσεις καλεί ‘Εκκλησίας’…Βέβαια όπως μας είπαν στην Ιεραρχία του Νοεμβρίου και οι Πατέρες, Αρχιερείς της ελλαδικής μας Εκκλησίας, οι μετασχόντες στη Σύνοδο, ο όρος ‘Εκκλησία’ που ελέχθη για τους ετεροδόξους, δεν χρησιμοποιήθηκε με την κυρία του, την δογματική έννοια, αλλά χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικώς με την έννοια της θρησκευτικής κοινότητος. Ναι, άλλα ημείς στα θεολογικά κείμενά μας και τις θεολογικές εκφράσεις μας έχουμε άλλη έννοια περί ‘Εκκλησίας’, αυτήν που παρουσιάσαμε παρά πάνω. Και επειδή λοιπόν πρόκειται περί κειμένων Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, πρέπει να είμεθα πολύ ακριβείς στις εκφράσεις μας. Μετά από μας θα έλθουν άλλοι και άλλοι και θα βρουν έτοιμη την χρήση της έκφρασης ‘Εκκλησία’ για τους αιρετικούς και θα την χρησιμοποιήσουν λοιπόν αυτοί ελευθεριώτερον, με την σωστή μάλιστα δικαιολογία, ότι η έκφραση χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως από Σύνοδο. Δια τούτο και πολύ δικαίως έγινε εξέγερση ισχυρών θεολόγων κατά της εκφράσεως αυτής, το να ονομαστούν οι ετερόδοξοι ‘Εκκλησίες’ και θεώρησαν αυτήν λίαν ημαρτημένη διά συνοδικό μάλιστα κείμενο».
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Μαυροβουνίου κ. Αμφιλόχιος της Σερβικής Εκκλησίας σε συνέντευξή του αναφερόμενος στο 6ο συνοδικό κείμενο εδήλωσε ότι το έγγραφο αυτό προκάλεσε έντονες διαμάχες στη Σύνοδο, [της Κρήτης] και ότι ο ίδιος θεωρεί ότι ήταν ανεπαρκώς προετοιμασμένο, γεγονός που είχε επισημάνει η Αντιπροσωπεία της Σερβικής Εκκλησίας και κατά τις προπαρασκευαστικές συναντήσεις.
Ο Σεβ. Μητροπολίτης της επαρχίας Lovech της Βουλγαρικής Εκκλησίας κ. Γαβριήλ σε μήνυμά του στην μεγάλη, Θεολογική - Επιστημονική Ημερίδα, που πραγματοποιήθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας Πειραιώς στις 23 Μαρτίου 2016, με γενικό θέμα: «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος: Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες», παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε κατανοούσε την ‘ένωση των πάντων’ με την έννοια ότι εκείνοι οι οποίοι έχουν εκτραπεί στην αίρεση, ή στο σχίσμα, πρέπει πρώτα απ’ όλα να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Πίστη και να δηλώσουν υπακοή στην Αγία Εκκλησία και τότε μόνον μπορούν να γίνουν δεκτοί στην Εκκλησία, διά της μετανοίας.…Εκτός από την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχουν άλλες Εκκλησίες, παρά μόνον σχίσματα και αιρέσεις και επομένως το να ονομάζονται αυτές οι τελευταίες ‘εκκλησίες’ είναι εντελώς εσφαλμένο, από θεολογικής, κανονικής και δογματικής πλευράς».
Τέλος ο επίσκοπος της επαρχίας Μπάντσεν της Εκκλησιας της Ουκρανίας κ. Λογγίνος σε χαιρετισμό του στην παρά πάνω Ημερίδα εδήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «Αυτή η λεγόμενη ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδος’ είναι η πιο πονηρή, ληστρική, ψευδής σύνοδος, την οποία οι πιστοί της επαρχίας μου δεν πρόκειται ποτέ να την αναγνωρίσουν. Έχω συμμετάσχει στην προετοιμασία της Συνόδου. Είναι τρομερό αυτό που προετοιμάζεται. Διαπιστώνουμε την διγλωσσία της ‘Μεγάλης’ Συνόδου, όμως ξέρουμε ότι ο λόγος είναι ναι ή ου (Μτ. 5,37), και γι’ αυτό δεν θα την αναγνωρίσουμε ποτέ».
Η «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών».
Η εν λόγω «Σύναξη» δημοσίευσε κείμενό της υπό μορφήν «Ανοικτής Επιστολής –Ομολογίας» τον Σεπτέμβριο του 2016, στο οποίο παρατηρεί, μεταξύ άλλων, ότι η ψευδοσύνοδος εισάγει μια αιρετική εκκλησιολογία. Γράφουν: «….Η εκκλησιαστικότητα των Παπικών έχει ήδη αναγνωρισθή στο επαίσχυντο και προδοτικό κείμενο του Balamand του Λιβάνου (1993), στον Διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς, των δε Προτεσταντών και Μονοφυσιτών στις Γενικές Συνελεύσεις του λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, (2006) και στο Πουσάν της Ν. Κορέας (2013). Η αποφυγή από την ‘Σύνοδο’ της Κρήτης να κρίνει τα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων και την συμμετοχή μας στο ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών’, ενώ αντίθετα επαινεί και τα δύο, σημαίνει ότι ουσιαστικά εγκρίνει ότι οι Παπικοί έχουν Χάρη, Μυστήρια, Ιερωσύνη, Αποστολική Διαδοχή και ότι εμείς χωρισμένοι από τους Μονοφυσίτες, τους Παπικούς και τους Προτεστάντες δεν μπορούμε να είμαστε η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (Πόρτο Αλέγκρε, Πουσάν). Η μη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος στην συνέλευση του Balamand μεταβάλλεται τώρα σε συνενοχή με την έγκριση των κειμένων των Διαλόγων. Καθίσταται έτσι η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης σύμμαχος και προαγωγός της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αντίθετη προς όλες τις προηγούμενες συνόδους της Εκκλησίας, οι οποίες, αντί να εκκλησιοποιούν τις αιρέσεις, τις κατεδίκαζαν και τις αναθεμάτιζαν. Η λέξη αίρεση δεν υπάρχει ούτε μία φορά μέσα στα κείμενα της ‘Συνόδου’, η δε ορθή πρόταση του Αγίου Όρους να απαγορευθούν οι συμπροσευχές με τους αιρετικούς δεν έτυχε καμμίας προσοχής. Επομένως όχι μόνο ως προς την διαδικασία συγκλήσεως και λειτουργίας, αλλά και ως προς τις αποφάσεις της, ιδιαίτερα ως προς την συνοδική αναγνώριση του Οικουμενισμού και των αιρέσεων ως εκκλησιών, η συνέλευση μερικών επισκόπων στην Κρήτη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ούτε Σύνοδος, ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη».
Ανοικτή επιστολή αγιορειτών πατέρων προς την Ιερά κοινότητα.
Στις 3 Ιουλίου 2016, 59 αγιορείτες πατέρες προερχόμενοι από Μοναστήρια, σκήτες, κελλιά, και ασκητήρια του αγίου Όρους, έστειλαν ανοικτή ομολογητική επιστολή προς την Ιερά Κοινότητα, στην οποία μεταξύ άλλων επισημαίνουν τα εξής σχετικά με την ψευδοσύνοδο: «Η Σύνοδος αυτή αποδεικνύεται αντορθόδοξη, ληστρική και αιρετική, διότι:
Α) Ακολούθησε καινοφανείς μεθοδεύσεις στην θεματολογία και τις πρακτικές της.
Β) Απέκλεισε τους Επισκόπους και κατέλυσε την Ορθόδοξη συνοδικότητα και εν γένει χρησιμοποιήθηκαν αντορθόδοξοι μέθοδοι στον τρόπο λειτουργίας της.
Γ) Δεν υπήρχε επαρκής ενημέρωση του ορθοδόξου πληρώματος• αντίθετα υπήρχε απόκρυψη των αποφασιζομένων κατά την προσυνοδική διαδικασία.
Δ) Καθιερώνει την μεταπατερική θεολογία.
Ε) Νομιμοποιεί επίσημα και συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού.
ΣΤ) Επετεύχθη τελικά ο στόχος της εκκλησιαστικοποιήσεως των αιρέσεων, δηλαδή έγινε δεκτό ότι ο Παπισμός καθώς και λοιποί αιρετικοί είναι Εκκλησίες και όχι αιρέσεις.
Ζ) Υποβιβάζει τον Χριστιανισμό στο επίπεδο του κοινωνισμού («κοινωνικό ευαγγέλιο»).
Η) Δεν εκφράζει την αγιοπνευματική εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος.
Θ) Δεν ακολουθεί την αγιοπατερική Παράδοση της Εκκλησίας, μιας και δεν έγινε εξ’ αρχής αναγνώριση όλων των προηγουμένων συνόδων, και κυρίως αναγνώριση ως Οικουμενικών συνόδων της 8ης και της 9ης.
Ι) Καταλύει αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων.
ΙΑ) Αναγνωρίζει το Προτεσταντικό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.
ΙΒ) Παραγκωνίσθηκε και αγνοήθηκε ο ρόλος του Μοναχισμού και ιδιαίτερα η στάση των Αγιορειτών έναντι του Παπισμού και του Οικουμενισμού….
Τέλος σας δηλώνουμε, ως Αγιορείτες Πατέρες, ότι με την χάρι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού μας, την βοήθεια της Υπεραγίας Θεοτόκου, και όλων των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων, Οσιομαρτύρων, και Ομολογητών, ‘επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι’, κατόπιν όλων τούτων, εάν, ο μη γένοιτο, εσείς δεν καταδικάσετε την εν λόγω ψευδοσύνοδο και δεν διακόψετε το μνημόσυνο του Πατριάρχου, τότε, είμεθα υποχρεωμένοι, βάσει των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας και της διαχρονικής παραδόσεως του Ιερού ημών Τοπου, να πράξουμε εμείς αυτό το, αυτονόητο, καθήκον άμεσα….. Εξ’ άλλου ο Οικουμενικός πατριάρχης τυγχάνει και ο κύριος εμπνευστής και υποκινητής αυτής της Συνοδικής αποφάσεως, και, ως εκ τούτου, για εμάς τούς Αγιορείτες Πατέρες, και όλους τούς Ορθοδόξους Χριστιανούς κληρικούς και λαϊκούς, καθίσταται εν έργοις και λόγοις Αιρεσιάρχης, όπως ο Άρειος, ο Νεστόριος, ο Βέκκος κ.α., όπως το έχουν αποδείξει πολλοί επίσκοποι και θεολόγοι, μέχρι σήμερα, και όχι μόνον διά της Παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αλλά και διά της Πανθρησκείας, την οποίαν κηρύττει δια των συμπροσευχών. Διδάσκει αλλότρια δόγματα, αντορθόδοξα και αντιπατερικά˙ δια τούτο κατά την εντολήν του Κυρίου οι πιστοί ‘αλλοτρίω (ποιμένι) ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν’ (Ιωαν. Ιʹ,1-5)…. Οφείλουμε, επίσης να σας ενημερώσουμε ότι θα είναι αναπολόγητοι εν ημέρα κρίσεως όσοι θα υποκύψουν και θα αποδεχθούν τις αποφάσεις αυτής της αιρετικής ψευδοσυνόδου, και θα εξακολουθήσουν εν γνώσει να μνημονεύουν τον Πατριάρχη• όλοι αυτοί ας γνωρίζουν ότι θα διαιρέσουν την αγιορειτική μοναστική πολιτεία. Λυπούμεθα, πολύ για την αντορθόδοξη αυτή πορεία, όπως σας το είχαμε επισημάνει και στην Ανοικτή Επιστολή μας ως Αγιορείτες Πατέρες, (13 Μαΐου 2016). Θα αναμένουμε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, όπως εκάστη Ι. Μονή, Ι. Σκήτη και κάθε Αγιορείτης Μοναχός, λάβει θέση ξεκάθαρα και συνειδητά επί του θέματος».
(Συνεχίζεται).
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026
Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (4ον)

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (4ον).
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως
Εν Θεσσαλονίκη τη 31η Αυγούστου 2026
Μέρος τέταρτον.
Συνεχίζοντας τον σχολιασμό μας στις Κριτικές παρατηρήσεις επί του έκτου συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», από το σημείο, όπου είχαμε σταματήσει στο προηγούμενο, τρίτο μέρος, σημειώνουμε τα εξής:
3. Η ψευδοσύνοδος μας δίδει μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα των μέχρι σήμερα διεξαχθέντων θεολογικών διαλόγων.
α) Στην 6η παράγραφο γίνεται επαινετική αναφορά στους μέχρι σήμερα διεξαχθέντες διαλόγους, (διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς), και τονίζεται «ότι δια του διαλόγου, [η Εκκλησία], δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής». Ωστόσο η πικρή αλήθεια είναι ότι δυστυχώς στους μέχρι σήμερα διεξαχθέντες διάλογους όχι μόνον «δυναμικήν μαρτυρίαν….» δεν μπορέσαμε να δώσουμε, όπως ισχυρίζεται ο συντάκτης, αλλά αντιθέτως φθάσαμε σε υποχωρήσεις και συμβιβασμούς ανεπίτρεπτους, σε δογματικής φύσεως θέματα, που ισοδυναμούν με προδοσία της πίστεως.
Οι μέχρι τώρα γενόμενοι Διάλογοι, όπως απέδειξαν τα πράγματα, υπηρέτησαν και εξακολουθούν να υπηρετούν και να προωθούν τα σκοτεινά σχέδια της Νέας Εποχής, την ομογενοποίηση όλων των θρησκειών, προκειμένου έτσι να οικοδομηθεί το νέο θρησκευτικό μοντέλο της πανθρησκείας, η οποία θα προετοιμάσει το έδαφος για την έλευση του Αντιχρίστου.Όπως είναι γνωστό, ο πρώτος και κύριος σκοπός της Νέας Εποχής είναι η δημιουργία των καταλλήλων προϋποθέσεων για την οικοδόμηση μιας Νέας Τάξεως Πραγμάτων, δηλαδή η ενοποίηση της ανθρωπότητος, πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική και η επίτευξη μιας παγκόσμιας κυβερνήσεως υπό την ηγεσία ενός νέου Μεσσία, ο οποίος θα είναι ταυτόχρονα πολιτικός ηγέτης και θρησκευτικός, της νέας παγκόσμιας θρησκείας που θα προέλθει από την ομογενοποίηση και τον συγκερασμό όλων των θρησκειών του κόσμου. Αυτήν όμως την ιδέα της συγκρητιστικού τύπου ομογενοποιήσεως της ανθρωπότητος, που οραματίζονται οι σχεδιαστές της Νέας Εποχής, ομολογούν επίσης οι πρωτεργάτες των Διαθρησκειακών Διαλόγων.
Παρά κάτω περιοριζόμαστε να παραθέσουμε μερικές μόνον αποκαλυπτικές δηλώσεις, αλλά και συγκεκριμένες πράξεις συμβολικού χαρακτήρα, ορισμένων εξ’ αυτών. Ο νυν Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, στην Παγκόσμια Διάσκεψη Θρησκείας και Ειρήνης στην Riva del Garda της Ιταλίας στις 4 Νοεμβρίου 1994, εδήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «…Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι, Προτεστάντες και Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ινδοί, Βουδιστές και Κομφουκιανοί, ήλθε ο καιρός όχι απλώς για προσέγγιση, αλλά για μια συμμαχία και συλλογική προσπάθεια προς τον σκοπόν της καθοδηγήσεως του κόσμου, μακράν των ψευδοπροφητών του εξτρεμισμού και της μισαλλοδοξίας». Τον Νοέμβριο του 2000 πραγματοποιήθηκε στο Καταμντού του Νεπάλ το 39ο Διεθνές Συνέδριο για το φυσικό περιβάλλον, στο οποίο συμμετείχαν εκπρόσωποι ένδεκα θρησκειών, οι οποίοι «προσέφεραν ιερά Δώρα στη γη». Στο συνέδριο συμμετείχε ως ομιλητής και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος προσέφερε ως ιερό δώρο στη γη μια μοναστηριακή έκταση στην περιοχή της Δωδεκανήσου. Σε άλλη ομιλία του, που εκφωνήθηκε στην Α΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Δεκέμβριο του 2001, εδήλωσε ενώπιον πολλών εκπροσώπων του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, ότι: «Εάν σταθώμεν με το προσήκον δέος απέναντι των προσωπικών αναζητήσεων εκάστης ψυχής, η οποία γεννηθείσα εις ορισμένην θρησκευτικήν παράδοσιν, ανοίγει τας πτέρυγάς της δια να πετάξει εις αναζήτησιν του Ηγαπημένου, αντιλαμβανόμεθα, ότι έχομεν ανθρώπινον χρέος να σεβασθώμεν απολύτως την προσωπικήν πορείαν έκαστου προς την υπερτάτην αγάπην. Τότε εναγκαλιζόμεθα εν ειρήνη την ψυχήν αυτήν και παρακολουθούμε εν άκρα σιωπή και προσευχή την πορείαν της, είτε συμβαδίζει με ημάς, [τους Χριστιανούς], είτε ακολουθεί άλλον δρόμον, [λόγου χάριν τον Ιουδαϊσμό η το Ισλάμ], διότι ο Ηγαπημένος την αναμένει και θα της δείξη τον δρόμον». Τον Οκτώβριο του 2009, μετέβη στην Αμερική, όπου επεσκέφθη την έδρα της Coca cola, όπου προσέφερε στον πρόεδρο της εταιρίας κ. Μουχτάρ, ως αναμνηστικό δώρο, αντί Αγίας Γραφής, όπως θα περίμενε κανείς, το Κοράνιο, το οποίο μάλιστα χαρακτήρισε ως «ιερό». Την ίδια εκείνη περίοδο, (Οκτώβριος 2009), επεσκέφθη επίσης και την Εβραϊκή Συναγωγή της Νέας Υόρκης, όπου ο αρχιραβίνος κ. Schneier τον ετίμησε, προσφέροντάς του κάποιο αναμνηστικό δώρο. Ο οικ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, αντιφωνώντας εξέφρασε την μεγάλη χαρά του για την παρουσία του στην Συναγωγή και εδήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «Αγαπητοί φίλοι, καλούμεθα να γίνωμεν προφητικαί κοινότητες μεταμορφώσεως εις ένα τελματωμένον κόσμον […] Ας πιαστούμε από τα χέρια όχι μόνον εις προσευχήν, αλλά και εις ένδειξιν αλληλεγγύης. Το οφείλομεν εις τον Θεόν μας, εις τους κοινούς πατριάρχας μας Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, εις όλους ημάς και εις τον κόσμον». Παρόμοια προσφορά ως αναμνηστικού δώρου του Κορανίου, είχαμε και από τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρο και Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλο. Ο πρώτος κατά την επίσκεψη του Προέδρου του Σουδάν κ. Ομάρ Αλ Μπασίρ στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον Φεβρουάριο του 2010 και ο δεύτερος κατά την επίσκεψη του Πρίγκηπος της Ιορδανίας κ. Εμίρ Γάζη στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τον Απρίλιο του 2012.
β) Ένα ακόμη τραγικό γεγονός που δυστυχώς αποσιωπήθηκε αδικαιολόγητα, (και γι’ αυτό αποτελεί ένα επί πλέον στοιχείο παραπληροφορήσεως), είναι το ότι πολλές προτεσταντικές ομολογίες έχουν διολισθήσει συν τω χρόνω σε νέες φοβερές πρακτικές, (χειροτονία γυναικών, αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, διαθρησκειακές συμπροσευχές, intercommunion, κ.α.), που καθιστούν το χάσμα μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδοξίας ακόμη μεγαλύτερο. Ενώ λοιπόν περιμέναμε η ψευδοσύνοδος να καταδικάσει τα παρα πάνω εκφυλιστικά φαινόμενα που συναντούμε στο Π.Σ.Ε., αυτή δυστυχώς δεν τα καταδίκασε, αλλά προτίμησε να τα αποσιωπήσει.
Κριτικές παρατηρήσεις επί του συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω».
Στο παρά πάνω συνοδικό κείμενο νομιμοποιείται συνοδικά η διαθρησκειακή συνεργασία της Ορθοδοξίας με τις άλλες θρησκείες με τη διοργάνωση διμερών καί πολυμερών Διαθρησκειακών Συναντήσεων και Διαλόγων. Συγκεκριμένα στο εν λόγω κείμενο, (κεφ. Α΄ §3-4), οι συντάκτες του κειμένου θεωρούν αναγκαία την συνεργασία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών με τις άλλες θρησκείες με σκοπό να συμβάλουν στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών: «Αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι είναι δυνατόν να συμβάλουν εις την διαθρησκειακήν συνεννόησιν και συνεργασίαν διά την ειρηνικήν συνύπαρξιν και κοινωνικήν συμβίωσιν των λαών, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οιονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν».
Στα μέχρι σήμερα διοργανωθέντα συνέδρια και συναντήσεις κυριάρχησαν κυρίως δύο βασικές αντιλήψεις, οι οποίες συν τω χρόνω κατέστησαν βασικές και θεμελιώδεις δογματικές αρχές: α) Η αρχή του δογματικού πλουραλισμού, και β) Η αρχή του δογματικού μινιμαλισμού. Με την πρώτη υιοθετήθηκε και νομιμοποιήθηκε η συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων και πίστεων. Σύμφωνα μ’ αυτήν καμία θρησκεία δεν έχει ολόκληρη την αλήθεια. Όλες οι θρησκείες, (μαζί και η Ορθοδοξία), έχουν μέρος μόνον της αληθείας. Οπότε όλες θα πρέπει να συνεισφέρουν το μερίδιό τους, ώστε η κάθε μία να εμπλουτίσει τις άλλες και να εμπλουτιστεί από αυτές. Με την δεύτερη καταβλήθηκε προσπάθεια να ελαχιστοποιηθούν οι μεταξύ των θρησκειών δογματικές διαφορές, και παράλληλα να προβληθούν οι δήθεν ομοιότητες και τα μεταξύ των θρησκειών κοινά στοιχεία, ώστε να μη μείνουν περιθώρια στην Ορθοδοξία να διεκδικεί την αποκλειστικότητα και την μοναδικότητα της σωτηρίας. Διακηρύχθηκε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν και ενεργεί κατά παρόμοιο τρόπο σ’ όλες τις θρησκείες. Απλώς εκφράζεται με διαφορετικά ονόματα. Στον Ιουδαϊσμό ως Σεχινά, στον Χριστιανισμό, ως Άγιο Πνεύμα, στον Ινδουϊσμό ως Άτμαν, ενώ στον Μουσουλμανισμό ως Ρουάχ. Κατ’ επέκταση υιοθετήθηκε και η άποψη ότι όλες οι θρησκείες είναι δρόμοι που μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στη σωτηρία.
Κυριάρχησε επίσης το πνεύμα του ανθρωποκεντρικού Ουμανισμού. Οι στόχοι και η μεθοδολογία των διαλόγων σφραγίστηκαν μ’ ένα έντονο εγκοσμιοκρατικό χαρακτήρα και προσανατολισμό. Μέσα στο πνεύμα αυτό καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι η προσέγγιση και ο διάλογος με τις άλλες θρησκείες, αποτελεί μία αναγκαιότητα προκειμένου έτσι να συστρατευθούν από κοινού σε μια κοινή μαρτυρία για το καλό του κόσμου. Για να καταπολεμίσουν, όπως ισχυρίζονται, τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα, όπως ο πόλεμος, η μόλυνση του περιβάλλοντος, η φτώχεια, η ανεργία ο θρησκευτικός φανατισμός, η τρομοκρατία κ.λ.π. Για να προωθήσουν την παγκόσμια ειρήνη, την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των θρησκειών στις σύγχρονες πολυθρησκευτικές κοινωνίες, την δικαιοσύνη, την ελευθερία και την αδελφοσύνη μεταξύ των λαών. Ας σημειωθεί εδώ ότι γύρω από τα παγκόσμια αυτά κοινωνικά προβλήματα κάνει εκτενή αναφορά όχι μόνο το συνοδικό κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», αλλά και το συνοδικό κείμενο της «Εγκυκλίου», όπως επίσης και αυτό του «Μηνύματος».
Ωστόσο συνεργασία σε διαθρησκειακό επίπεδο με βάση τον λόγο του Θεού, ούτε δυνατή είναι, ούτε επιτρεπτή. Διότι πως είναι δυνατόν να συνεργαστούμε με τις άλλες θρησκείες, που βρίσκονται στο σκότος της πλάνης, χωρίς να προσκρούσωμε τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄ Κορ. 6,14). Ποιά επικοινωνία, και κατά συνέπεια ποιάς μορφής συνεργασία μπορεί να υπάρχει μεταξύ του φωτός της Ορθοδοξίας και του σκότους των διαφόρων αιρέσεων και θρησκειών; Ασφαλώς καμία.
Κριτικές παρατηρήσεις στα συνοδικά κείμενα: «Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως» και «Εγκύκλιος τῆς Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Μελετώντας τα παρά πάνω συνοδικά κείμενα και αξιολογώντας αυτά με βάση την Ορθόδοξη Πατερική και Συνοδική μας Παράδοση, μπορούμε να καταλήξουμε στα παρακάτω συμπεράσματα, χωρίς ενδεχομένως να αποκλείονται και άλλα:
Α) Πέρα από τις αλληλοεπικαλήψεις και επαναλήψεις τα εν λόγω συνοδικά κείμενα είναι διαποτισμένα μ’ ένα έντονο κοινωνιολογικό χαρακτήρα καί προσανατολισμό. Τα ποικίλλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν σήμερα την ανθρωπότητα και ο τρόπος αντιμετωπίσεως αυτών, με βάση, (υποτίθεται), το Ευαγγέλιο, κυριαρχεί σε πολλά σημεία των κειμένων, έτσι ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι μοιάζουν περισσότερο με διακηρύξεις ενός παγκόσμιου πολιτικοκοινωνικού, ή ειρηνευτικού οργανισμού, ο οποίος προσπαθεί με ανθρώπινες μεθοδεύσεις να εξαλείψει κάθε κοινωνικό κακό και κάθε κίνδυνο, που απειλεί την ανθρωπότητα. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Το λάδι του θρησκευτικού βιώματος πρέπει να χρησιμοποιείται για να επουλώνει πληγές και όχι για να αναζωπυρώνει τη φωτιά των πολεμικών συρράξεων…», «Η Ορθόδοξος Εκκλησία καταδικάζει απεριφράστως την επέκταση της πολεμικής βίας…», «Καταγγέλλει την καταστροφή ναών, θρησκευτικών συμβόλων και μνημείων πολιτισμού….», κ.α.
Ωστόσο όλα τα παρά πάνω αναφερόμενα κοινωνικά κακά δεν θεραπεύονται με διακηρύξεις και φραστικές καταδίκες. Ο μέγας και ομολογητής και άγιος της εποχής μας Ιουστίνος ο Πόποβιτς, σε «Υπόμνημα» που υπέβαλε το 1971 προς την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τίτλο: «Περί την μελετωμένην “Μεγάλην Σύνοδον” της Ορθοδόξου Εκκλησίας», παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «…Εις την Εκκλησίαν, δια την οποίαν ο Θεάνθρωπος είναι το παν και τα πάντα, ουδέν επιτρέπεται να ρυθμίζεται “κατά άνθρωπον”, “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν”... Εάν και τα σύγχρονα προβλήματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν λύωνται με τον Θεάνθρωπον και κατά τον θεανθρώπινον, αποστολικόν, αγιοπατερικόν τρόπον, είναι αδύνατον να λυθούν ορθοδόξως και θεαρέστως».
(Συνεχίζεται).
https://aktines.blogspot.com/2026/08/2016-4.html
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026
ο Άγιος Σεραφείμ Ρόουζ αντιμέτωπος με την "υπέρ-ορθότητα"
Ο π.
Σεραφείμ προσέδωσε σε αυτό το είδος στενότητας τον όρο «υπέρ-ορθότητα»,
αποκαλώντας την μερικές φορές και «ασθένεια ακρίβειας». Είδε πως θα μπορούσε να
έχει μία ισχυρή επίδραση στους νέους, τόσο σε νεοφωτίστους όσο και σε γηγενείς
δυτικούς ορθοδόξους. Οι νέες «υπέρ-ορθές» εξουσίες, παρατήρησε, «τους προσφέρουν
μερικές «απλές» απαντήσεις σε σύνθετες ερωτήσεις και αυτό είναι πολύ ελκυστικό
για εκείνους που είναι λίγο αβέβαιοι ή αμφίβολοι στην πίστη τους. Γνωρίζουμε
πολλούς νεοφωτίστους, οι οποίοι πιάνονται από «την ακρίβεια» όπως ένα μωρό στο
μπιμπερόν και σκέφτομαι ότι θα μπορούσαν να σώσουν τις ψυχές τους καλύτερα εάν
ήταν λίγο «ανακριβείς» αλλά ταπεινοί.
(π. Σεραφείμ
Ρόουζ η ζωή και τα έργα του τόμος β σελ.254)
Πηγαίνοντας
στην Ελλάδα η «υπέρ-ορθή» φατρία προσπάθησε να δημιουργήσει πολιτικούς δεσμούς
μεταξύ της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς και του πιο ακραίου όλων των
παλαιοημερολογιτικών (ζηλωτικών) ομάδων: τους « Ματθαιϊκούς», οι οποίοι
πίστευαν ότι, όχι μόνον όλες οι νέο-ημερολογίτικες εκκλησίες ήταν χωρίς χάρη,
αλλά και οποιαδήποτε εκκλησία είχε σχέση μαζί τους εστερείτο, επίσης, χάριτος.
Αυτό το σχέδιο απέτυχε αργότερα, διότι οι Ματθαιϊκοί έμαθαν ότι, αντίθετα προς αυτό
που ήταν μεθοδευμένο να γνωρίζουν, η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς ήταν πολύ «φιλελεύθερη»
για αυτούς.
Το 1976, η
αγγλόφωνη ορθόδοξη ιεραποστολή χτυπήθηκε όταν άνθρωποι (οι περισσότεροι
ανασφαλείς νεοφώτιστοι) που ήταν βαφτισμένοι σε άλλες κανονικές ορθόδοξες
εκκλησίες οδηγήθηκαν από την «υπέρ-ορθή» κοινότητα να ξαναβαπτισθούν στην
Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς. «Προσφάτως», έγραψε ο π. Σεραφείμ, «μερικοί
επεθύμησαν να δούν ένα τέτοιο «αναβαπτισμό» να πραγματοποιείται στη δυτική
αμερικανική επισκοπή μας∙ ο Αρχιεπίσκοπός μας Αντώνιος αρνήθηκε σοφά να το
επιτρέψει και τον υποστηρίξαμε πλήρως -διότι πράγματι, αυτό θα ήταν ισοδύναμο προς
μια ανοικτή δήλωση απουσίας χάριτος στην ελληνική Αρχιεπισκοπή».
Ο επίσκοπος
Νεκτάριος ανησύχησε πολύ όταν άκουσε για αυτήν την πρωτοφανή πρακτική. «Ίσως το
δεύτερο βάπτισμα», παρατήρησε, «απομακρύνει την χάρη του πρώτου βαπτίσματος».
Στο ζενίθ της
μανίας της ορθότητας, το 1976, ο π. Σεραφείμ εξήγησε σε ένα νεοφώτιστο γιατί η
πορεία του δεν θα μπορούσε να είναι σύμφωνη με έναν τέτοιου είδους «φανατισμό».
Η «αυστηρότητά τους» έγραψε, «τους αναγκάζει να αναμιχθούν κατά τέτοιο τρόπο
στην πολιτική των εκκλησιών, που οι πνευματικές ερωτήσεις έρχονται σε δεύτερη
θέση. Γνωρίζω από τον εαυτό μου, πως αν καθίσω και σκεφτώ για εμένα τον ίδιο
επακριβώς ποία απόχρωση των «ζηλωτών» είναι σωστή σήμερα, θα χάσω όλη την
ειρήνη του μυαλού μου και θα ανησυχώ συνεχώς με τα θέματα διακοπής της κοινωνίας,
πως αυτό θα φανεί στους άλλους, τι θα σκεφθούν οι Έλληνες (ποιοι Έλληνες;) και «τι
θα σκεφθεί ο μητροπολίτης;» Και δεν θα έχω το χρόνο ή την κλίση να εμπνέομαιαπό
την έρημο, τους αγίους πατέρες, τους θαυμάσιους Αγίους των αρχαίων και σύγχρονων
χρόνων που έζησαν σε έναν υψηλότερο κόσμο. Στην εποχή μας ειδικά, δεν είναι
δυνατό να αποξενωθείς εξ ολοκλήρου από αυτά τα ζητήματα, αλλά ας τοποθετήσουμε πρώτα
εκείνα τα πράγματα που έχουν προτεραιότητα».
Σε μια άλλη
επιστολή έγραψε: «Εμείς, που επιθυμούμε να παραμείνουμε στην αληθινή παράδοση της
ορθοδοξίας, θα πρέπει να είμαστε ενθουσιώδεις και σταθεροί στην ορθοδοξία μας χωρίς
να είμαστε φανατικοί και χωρίς να θέλουμε να διδάξουμε τους επισκόπους μας τι
πρέπει να κάνουν. Πρό πάντων, πρέπει να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε το
αληθινό άρωμα της ορθοδοξίας, που είναι τουλάχιστον λίγο «εκτός αυτού του
κόσμου», αποσυνδεδεμένο από όλες τις φροντίδες και την πολιτική ακόμη και αυτής
της εκκλησίας, τρέφοντας τους εαυτούς μας με την υπερκόσμια τροφή που η
εκκλησία μας δίνει σε τέτοια αφθονία».
(π. Σεραφείμ
Ρόουζ η ζωή και τα έργα του τόμος β σελ. 257-258)
Σάββατο 29 Αυγούστου 2026
Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (3ον)

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (3ον).
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως
Εν Θεσσαλονίκη τη 28η Αυγούστου 2026
Μέρος τρίτον.
Συνεχίζοντας τον σχολιασμό του αγιορειτικού «Μηνύματος» από το σημείο, όπου είχαμε σταματήσει στο προηγούμενο, δεύτερο μέρος, σημειώνουμε τα εξής: Αναφέρουν οι αγιορείτες ότι «Κατά τας εργασίας της Συνόδου οι αρχιερείς εξέφρασαν τας προσωπικάς των απόψεις. Κάποιοι εξ αυτών διετύπωσαν τας αντιρρήσεις των µέ σεµνόν τρόπον, χωρίς να διακόπτουν τας σχέσεις των µέ την Εκκλησίαν». Γιατί όμως αποσιωπούν το γεγονός ότι η «Σύνοδος» συγκλήθηκε και λειτούργησε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016; Γιατί αποσιωπούν το γεγονός ότι ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις σε όσους διαφώνησαν με ορισμένες αποφάσεις της; Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, αυτόπτης μάρτυς των διαδραματισθέντων στην ψευδοσύνοδο, σε δημοσίευμά του με τίτλο: «Γιατί δεν υπέγραψα» αποκάλυψε τα εξής: «Ένας ακόµη λόγος, που δεν είναι βέβαια και ουσιαστικός, αλλά έχει ένα ειδικό βάρος είναι ότι ασκήθηκε έντονη λεκτική κριτική προς την Εκκλησία της Ελλάδος για την απόφασή της. Βέβαια, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυµος απέρριψε µέ πολύ σηµαντικό λόγο την υβριστική αυτή τοποθέτηση. Τελικά, όµως, η αντίδραση αυτή έπαιξε έναν ψυχολογικό ρόλο στην διαµόρφωση της άλλης πρότασης. Τουλάχιστον εγώ προσωπικά δέχθηκα σοβαρή πίεση και υβριστική αντιµετώπιση από Ιεράρχες για την στάση µου, πληροφορήθηκα δε ότι πιέσεις δέχθηκαν και άλλοι Αρχιερείς της Εκκλησίας µας. Και επειδή πάντοτε ενεργώ µέ ψυχραιµία, νηφιαλιότητα και ελευθερία, δεν µπορούσα να αποδεχθώ τέτοιες υβριστικές πρακτικές».
Γιατί αποσιωπούν οι αγιορείτες παράνομες μεθοδεύσεις που θυμίζουν τις μεθοδεύσεις της ψευδοσυνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας; Δεν γνωρίζουν άραγε ότι κατά την διεξαγωγή των εργασιών της «Συνόδου» σημειώθηκαν κατά παράβαση του Κανονισμού λειτουργίας της αντικανονικές ενέργειες και πράξεις; Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από την εικοσιπενταμελή αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Σερβίας οι δεκαεπτά αρνήθηκαν να υπογράψουν το πιο προβληματικό κείμενο, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Επειδή όμως το εψήφισε ο Προκαθήμενος, θεωρήθηκε ψηφισμένο από όλους, μολονότι η πλειοψηφία το απέρριψε.
Παρά κάτω γράφει: «Η Εκκλησία πάντοτε παραµένει ‘στύλος και εδραίωµα της αληθείας’. Η Εκκλησία κατά τον Άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστοµον ‘χειµάζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται• κλυδωνίζεται, αλλ’ ου γίνεται υποβρύχιος• δέχεται βέλη, αλλ' ου δέχεται τραύµατα’• είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος». Όλα τα παρά πάνω είναι βέβαια πολύ σωστά. Το ερώτημα όμως είναι: Που οφείλεται στην παρούσα χρονική συγκυρία ο «κλυδωνισμός» της Εκκλησίας, οι διασπάσεις, οι αποτειχίσεις, όλη αυτή η κρίση στην ενότητα της Εκκλησίας; Από που προέρχονται τώρα τα «βέλη», που δέχεται η Εκκλησία; Από που αλλού παρά από την ψευδοσύνοδο; Η Εκκλησία όντως δεν καταποντίζεται, καταποντίζονται όμως ψυχές αθάνατες, παρασυρόμενες στην παναίρεση του Οικουμενισμού, τώρα και από τις κακόδοξες αποφάσεις της ψευδοσυνόδου. Για τις ψυχές αυτές θα μας ζητήσει λόγο ο Θεός. Και στο σημείο αυτό οι αγιορείτες Πατέρες δεν τολμούν να μπουν στην ουσία του προβλήματος και να θέσουν «τον δάκτυλον εις τον τύπον των ύλων».
Αναφέρουν επίσης ότι «όλοι οι Άγιοι ζώντες εν Χριστώ µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν και µάς αναπαύουν». Οι άγιοι όντως «µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν». Μας παραπέμπουν όμως και στους αγώνες τους, τους αντιαιρετικούς, στους οποίους δεν φαίνονται πρόθυμοι να μας παραπέμψουν οι αγιορείτες Πατέρες, διότι οι αγώνες των είναι γι’ αυτούς ένας έλεγχος δριμύτατος. Οι άγιοι, επειδή ακριβώς εγνώριζαν ότι η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωµα της αληθείας», (Α΄ Τιμ. 3,15), μεγάλους αγώνες έκαναν και σε πολλές θυσίες υποβλήθηκαν, για να διαφυλάξουν την αλήθεια της πίστεως από τις πλάνες των αιρέσεων. Οι σημερινοί αγιορείτες Καθηγούμενοι σε πόσες θυσίες υποβλήθηκαν, πόσες καθαιρέσεις και πόσους διωγμούς υπέμειναν για να διαφυλάξουν την αλήθεια της πίστεως από την παναίρεση του Οικουμενισμού;
Παρά κάτω γράφει: «Το Πνεύµα το Άγιον όλον συγκροτεί τον θεσµόν της Εκκλησίας. Αυτό τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί. Παραµένοντες εις την Εκκλησίαν και αισθανόµενοι ελλιπείς και ασθενείς δεχόµεθα την θεραπείαν και την υγείαν. Εάν ως άνθρωποι παρεκκλίνωµεν, η χάρις του Πνεύµατος µάς επαναφέρει εις τον ορθόν δρόµον. Δι’ αυτὸ κάθε φόβος είναι περιττός, ως φανέρωσις ολιγοπιστίας, εφ' όσον ευρισκώµεθα εντός της Εκκλησίας του Χριστού». Εδώ γίνεται λόγος για «ασθενή», για «ελλείποντα» και για «παρεκκλίσεις από τον ορθόν δρόμον». Με τους χαρακτηρισμούς αυτούς ο συντάκτης αναφέρεται, με πολύ συγκεκαλυμμένο τρόπο, στις κακόδοξες δογματικές αποφάσεις της ψευδοσυνόδου, τις οποίες χαρακτηρίζει ως «ασθενή», «ελλείποντα» και «παρεκκλίσεις από τον ορθόν δρόμον». Οι αγιορείτες πιστεύουν ότι όλα τα «ασθενή» και τα «ελλείποντα» θα θεραπευθούν μέσα στην Εκκλησία, ενώ οι «παρεκκλίσεις» θα βρουν το σωστό δρόμο τους με την Χάρη του αγίου Πνεύματος. Μ’ άλλα λόγια πιστεύουν ότι οι δογματικές πλάνες της ψευδοσυνόδου θα θεραπευτούν από μόνες τους, ως δια μαγείας, με ένα αυτόματο τρόπο, με την Χάρη του αγίου Πνεύματος, χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες, χωρίς κόπους και θυσίες. Ωστόσο η Εκκλησιαστική Ιστορία μας διδάσκει, ότι καμία αίρεση δεν κατανικήθηκε ως δια μαγείας, ή μόνον με την Χάρη του αγίου Πνεύματος, χωρίς την συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, χωρίς αγώνες και θυσίες.
Παρά κάτω γράφει: «Ζώντες εν Αγίω Όρει πολιτευόµεθα ‘κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα’… Παραµένοµεν ευγνώµονες και άγρυπνοι κρατούντες τας παραδόσεις». Ρωτάμε τους αγιορείτες: Τα όσα κακόδοξα νομοθετήθηκαν είναι σύμφωνα με τας «των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα»; Αφού λοιπόν δεν είναι, γιατί άραγε εσιώπησαν και δεν εξέφρασαν με θάρρος και παρρησία την διαφωνία τους; Γιατί δεν εκαυτηρίσαν και δεν ανέτρεψαν τις κακοδοξίες, που νομοθετήθηκαν στην ψευδοσύνοδο; Και πως μπορούν να καυχώνται ότι πολιτεύονται «κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα» και ότι παραµένουν «άγρυπνοι κρατούντες τας παραδόσεις», καθ’ ον χρόνον δεν έπράξαν το καθήκον τους;
Κριτικές παρατηρήσεις επί του έκτου συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον».
Όπως ελέχθη, το κείμενο αυτό λόγω του δογματικού του περιεχομένου υπήρξε, τρόπον τινά, η «καρδιά» της ψευδοσυνόδου. Έδωσε το στίγμα της συνοδικής νομιμοποιήσεως της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις και θεολογικές αντιπαραθέσεις όσο κανένα άλλο κείμενο. Και τούτο διότι:
1. Παρουσιάζει κενά και παραλείψεις.
Α) Ένα σοβαρότατο κενό είναι η απουσία μιάς αναλυτικής και λεπτομερούς κριτικής αξιολογήσεως της πορείας όλων των μέχρι τώρα διμερών θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους. Η αναγκαιότης της αξιολογήσεως αυτής υπήρξε επιτακτική για τους εξής κυρίως λόγους: 1) Οι διάλογοι αυτοί διεξάγονται εδώ και πολλές δεκαετίες και επομένως η ψευδοσύνοδος είχε ύψιστο καθήκον και χρέος να προχωρήσει στο έργο αυτό, προκειμένου να αποφασίσει για την μελλοντική πορεία τους, ή την διακοπή τους. Και 2) Κατά την διεξαγωγή των παρήχθησαν κείμενα, όπως αυτό του Μπαλαμάντ, (1993), της Ραβέννας, (2007), του Πόρτο Αλέγκρε, (2006), του Πουσάν, (2013) και τα κείμενα των Κοινών Δηλώσεων του 1989 και 1990 με τους Μονοφυσίτες, τα οποία περιέχουν κακόδοξες διδασκαλίες και επομένως θα έπρεπε να εξετασθούν και να αποριφθούν από την ψευδοσύνοδο.
Β) Ένα άλλο σοβαρότατο κενό υπήρξε η απουσία μελέτης και εξετάσεως της νομιμότητος της εισόδου και της παραμονής, ως ισοτίμων μελών, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε., (Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών), επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων. Και τούτο διότι αυτή καθ’ εαυτήν η ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Π.Σ.Ε. και η συνύπαρξη και συνεργασία της με την αίρεση συνιστά παραβίαση της κανονικής τάξεώς της και αθέτηση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της. Ο μεγάλος δογματολόγος και άγιος της Εκκλησίας μας, Ιουστίνος ο Πόποβιτς παρατηρεί σχετικά: «Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Π.Σ.Ε.; Αλλοίμονον, ανήκουστος προδοσία».
Γ) Ένα ακόμη κενό υπήρξε η απουσία κριτικής αξιολογήσεως από ορθοδόξου απόψεως, της «Δηλώσεως του Τορόντο», διότι θεωρήθηκε «κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ορθόδοξον συμμετοχήν εις τό Συμβούλιον, [ΠΣΕ]». Η δήλωση αυτή με τίτλο «Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», μεταξύ άλλων λέγει: «Οι Εκκλησίες αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί μέλος της ίδιας του της εκκλησίας» (Δήλωσις του Toronto, § 2).
Δ) Τέλος σε κανένα συνοδικό κείμενο δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὴν ανάγκη απαγορεύσεως των συμπροσευχών με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, οι οποίες όμως ρητὰ απαγορεύονται απὸ τοὺς Ιεροὺς Κανόνες, (βλ. ενδεικτικώς ΞΕ΄ των αγίων Αποστόλων κ.α.).
2. Παρουσιάζει κακόδοξες διατυπώσεις, αντιφάσεις και ασάφειες.
Πιο συγκεκριμένα:
α) Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση. Στην 6η παράγραφο του 6ου Συνοδικού Κειμένου διατυπώνεται: «Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Η προσπάθεια των οικουμενιστών να δικαιολογήσουν τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικό όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε στο παρελθόν, σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί Πατέρες φρόντιζαν να διατυπώσουν τις δογματικές αληθειες της πίστεως με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Μια άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με την φράση «ιστορική ονομασία», αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο δεν ευσταθεί, διότι η φράση αυτή ισοδυναμεί με τη φράση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει.
β) Παρουσιάζεται η Εκκλησία ως μία και αδιαίρετη και ταυτόχρονα ως διεσπασμένη. Ενώ δηλαδή στην 6η παράγραφο διατυπώνεται: «Κατά τήν οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον νά διαταραχθή», παράλληλα διατυπώνεται η ύπαρξη και άλλων «Εκκλησιών» με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Όμως η απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις «άλλες» αυτές «Εκκλησίες» υποδηλώνει διαίρεση και διάσπαση. Παραλληλα ενώ στο κείμενο γίνεται κατά κόρον λόγος για «αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος», πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια των ετεροδόξων, απάρνηση των κακοδοξιών των και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που φανερώνει ότι το ζητούμενο είναι η ενότητα των «Εκκλησιών» παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές και όχι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.
δ) Τα θεολογικά κείμενα που παρήγαγε το Π.Σ.Ε. αξιολογούνται μεν θετικώς, αλλά ταυτόχρονα εκφράζονται επιφυλάξεις γι’ αυτά. Πρόκειται για κραυγαλέα αντίφαση, για την οποία θεωρούμε ότι είναι περιττός κάθε περαιτέρω σχολιασμός.
(Συνεχίζεται)
Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026
Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (2ον)

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (2016).
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως
Εν Θεσσαλονίκη τη 27η Αυγούστου 2026
Μέρος δεύτερον
Ας έρθουμε τώρα στις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου, αλλά και στην κριτική που ασκήθηκε σ’ αυτές από τοπικές Εκκλησίες, συλλογικούς φορείς, κληρικούς και λαϊκούς. Στο σημείο αυτό σημειώνουμε παρενθετικά, ότι όλες οι δημοσιεύσεις μας έχουν συνοπτικό χαρακτήρα. Όσοι αναζητούν περισσότερες λεπτομέρειες, μπορούν να ανατρέξουν στην μνημονευθείσα στο πρώτο μέρος εργασία μας με τίτλο «Η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης- Προπαρασκευή, συγκρότηση, αποφάσεις, συνέπειες». Εκεί θα βρουν και τις σχετικές παραπομπές προς τις πηγές, στις οποίες καταφύγαμε για την συγγραφή του βιβλίου.
Τα οκτώ συνοδικά κείμενα που παρήγαγε η Ψευδοσύνοδος
Οι αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου συνοψίζονται στα οκτώ συνοδικά κείμενα τα οποία αυτή παρήγαγε, εκ των οποίων τα μεν έξι προετοιμάσθηκαν στις πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις που προηγήθηκαν, ενώ τα υπόλοιπα δύο, η «Εγκύκλιος» και το «Μήνυμα», ολίγον προ της διεξαγωγής της. Τα εν λόγω κείμενα είναι διαποτισμένα σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από την γνωστή οικουμενιστική ιδεολογία. Είναι γεμάτα από κακόδοξες θέσεις, από αποφάσεις που έρχονται σε αντίθεση με τους Ιερούς Κανόνες, ενώ παράλληλα συναντούμε σε πολλά σημεία αντιφάσεις, ασάφειες και διφορούμενες εκφράσεις, που επιδέχονται ετερόκλητες ερμηνείες. Ειδικότερα τα κείμενα «Εγκύκλιος» και «Μήνυμα» σε πολλά σημεία αλληλοεπικαλύπτονται. Τα κείμενα υπάρχουν στο διαδίκτυο και ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να τα διαβάσει. Προχωρούμε στη συνέχεια στο συνοπτικό σχολιασμό τους ξεκινώντας από τις τέσσερις Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στην ψευδοσύνοδο.
Η στάση των τεσσάρων Ορθοδόξων Εκκλησιών που δεν έλαβαν μέρος στην Ψευδοσύνοδο απέναντι στις αποφάσεις της.
Τα μέλη της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Αντιοχείας στις 27 Ιουνίου 2016 απεφάσισαν μεταξύ άλλων: «Να θεωρήσουν την Συνάντηση της Κρήτης ως μια προκαταρκτική Συνέλευση της Πανορθοδόξου Μεγάλης Συνόδου, επομένως και να θεωρήσουν ότι τα έγγραφά της δεν είναι τελικά, αλλά ανοιχτά προς συζήτηση και προς τυχόν τροποποιήσεις, όταν συγκληθεί η Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την παρουσία και συμμετοχή όλων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών».
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας συνήλθε στις 2 Δεκεμβρίου 2017, και απεφάσισε μεταξύ άλλων: «Η εν λόγω Σύνοδος, [της Κρήτης], δεν δύναται να θεωρείται πανορθόδοξη, ούτε και οι αποφάσεις της ως δεσμευτικές για όλο το Ορθόδοξο πλήρωμα, επειδή η μη εξασφάλιση της σύμφωνης γνώμης των ορισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών για τη σύγκλησή της στις προκαθορισμένες ημερομηνίες παραβίασε την αρχή της ομοφωνίας….Η ανάλυση των κειμένων της εν Κρήτη Συνόδου…απέδειξε ότι ορισμένα εξ’ αυτών περιλαμβάνουν ασαφείς και διφορούμενες διατυπώσεις, κάτι το οποίο δεν επιτρέπει να τα θεωρούμε ως υποδειγματική έκφραση των αληθειών της Ορθοδόξου πίστεως και της Παραδόσεως της Εκκλησίας».
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Βουλγαρίας με συνοδική απόφασή της την 15η Νοεμβρίου 2016, απεφάσισε μεταξύ άλλων: «Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των κειμένων που υιοθετήθηκαν από την Σύνοδο της Κρήτης η Ιερά Σύνοδος έχει καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι περιέχουν αποκλίσεις από την Ορθόδοξη Παράδοση, από την δογματική και Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας και από το πνεύμα και το γράμμα των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων».
Τέλος η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Γεωργίας με συνοδική απόφασή της στις 22 Δεκεμβρίου 2016 απεφάσισε μεταξύ άλλων: «Επειδή στην Σύνοδο της Κρήτης δεν συμμετείχαν τέσσερις Ορθόδοξες Εκκλησίες, η Σύνοδος δεν μπορεί να θεωρηθεί Καθολική… Επομένως οι αποφάσεις και τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης δεν είναι δεσμευτικά για την Εκκλησία….Είναι απαραίτητη η διόρθωση σε σημεία, ή και η πλήρης αντικατάσταση των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης».
Η στάση του Άγίου Όρους απέναντι στις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου.
Στις 30 Ιουνίου 2017 η Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους δημοσίευσε κείμενο με τίτλο: «Μήνυµα του Αγίου Όρους περὶ της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτῃ Συνόδου», το οποίο εκφράζει την επίσημη στάση του Αγίου Όρους απέναντι στην Ψευδοσύνοδο. Οι περισσότερες Ιερές Μονές το ψήφισαν, ενώ πέντε μόνο, οι Ιερές Μονές Ξηροποτάμου, Γρηγορίου, Καρακάλου, Φιλοθέου και Κωνσταμονίτου, το απέρριψαν. Ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να το βρεί στο διαδίκτυο. Εδώ περιοριζόμαστε μόνο σε ένα σύντομο σχολιασμό του.
Το «Μήνυμα» απευθύνεται προς τον πιστό λαό του Θεού, «εξ’ αισθήµατος ευθύνης και σεβασµού προς την Αγίαν ηµών Εκκλησίαν και το πλήρωµα Αυτής». Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο ξεκάρφωτο και άσχετο με προηγούμενα αγιορειτικά κείμενα. Με ένα κείμενο, που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του αναγνώστη να πληροφορηθεί υπεύθυνα και ξεκάθαρα, ποιά είναι η φωνή του αγίου Όρους γύρω από την Ψευδοσύνοδο. Να μάθει, δηλαδή, ποιά απάντηση έχει να δώσει το Άγιον Όρος πάνω σε ορισμένα πολύ απλά και καυτά ερωτήματα: Τελικά τι ήταν αυτή Σύνοδος; Ήταν μια αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, ή ψευδοσύνοδος; Έλαβε Ορθόδοξες αποφάσεις, ναι ή όχι; Μπορούμε να πούμε ότι η Ψευδοσύνοδος αποτελεί οργανική συνέχεια των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων; Μπορούμε να πούμε ότι οι συνοδικοί αρχιερείς εδογμάτισαν Ορθοδόξως και οι αποφάσεις των είναι καρπός θείου φωτισμού και εμπνεύσεως του αγίου Πνεύματος;
Σε τελική ανάλυση εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο, το οποίο κινείται σε μια εντελώς άλλη ατμόσφαιρα, την ατμόσφαιρα της αναστάσεως, στην οποία συρράπτονται στοιχεία Εκκλησιολογίας, Σωτηριολογίας, Χριστολογίας και Εσχατολογίας. Ο συντάκτης με διπλωματικό τρόπο αποφεύγει να απαντήσει στα παρά πάνω απλά και καυτά ερωτήματα, ακριβώς γιατί, αν απαντήσει, είτε θα εξοργίσει το Φανάρι, είτε θα έρθει σε αντίθεση με προηγούμενα αγιορειτικά κείμενα, είτε τέλος θα έρθει σε κραυγαλέα αντίθεση με πλήθος μελετών και δημοσιεύσεων, που αποδεικνύουν τετραγωνικά, ότι η Σύνοδος αυτή δεν ήταν αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, οπότε θα εξοργίσει τον πιστό λαό του Θεού.
Παρακάτω ο συντάκτης γράφει: «Διαρκώς παρατηρείται μια υποβόσκουσα ταραχή προκαλουμένη από αντιδράσεις κατά αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Προτείνονται αποτειχίσεις και διακοπαί του μνημοσύνου των οικείων επισκόπων. Επειδή είμεθα αποδέκται αυτών των ανησυχιών και ευρισκόμενοι εντός της Εκκλησίας, απευθύνομεν προς όλους τον χαιρετισμόν του Αναστάντος Χριστού: Ειρήνη υμίν. Δεν υπάρχει λόγος ταραχής, εφ’ όσον ευρίσκεται μεθ’ ημών ο Αναστάς Κύριος». Κατά τον συντάκτη διαπιστώνονται μεν ταραχές και αντιδράσεις, ακόμη και αποτειχίσεις, αλλά αυτές δεν δικαιολογούνται, διότι βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία και έχουμε μαζί μας τον Αναστάντα Κύριο. Ο συντάκτης αποφεύγει να αναφερθεί στην αιτία των αντιδράσεων και των αποτειχίσεων, ότι δηλαδή αυτές οφείλονται σε κακόδοξες αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου, αλλά μ’ αυτές δεν θέλει επ’ ουδενί λόγω να καταπιαστεί. Γι’ αυτό και καταφεύγει στον Αναστάντα Κύριο, ο Οποίος καλείται να τον βγάλει από το αδιέξοδο. Δεν γνωρίζουν άραγε οι αγιορείτες Πατέρες, που υιοθέτησαν αυτό το κείμενο, ότι τότε μόνον «ευρισκόμεθα εντός της Εκκλησίας» και ο Αναστάς Κύριος βρίσκεται όντως μαζί μας, όταν εμείς κρατούμε την αλήθεια της πίστεως ανόθευτη και απαραχάρακτη και με θάρρος την ομολογούμε προς πάσαν κατεύθυνση, έτοιμοι να υποστούμε διωγμούς και θλίψεις; Δεν διάβασαν ποτέ τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ότι «οι της του Χριστού Εκκλησίας, της αληθείας εισί και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί»; Δεν γνωρίζουν ότι σε καμιά περίπτωση δεν βρίσκεται ο Αναστάς Κύριος, εκεί όπου υπάρχει η αίρεση, εκεί όπου συγκροτούνται ψευδοσύνοδοι, εκεί όπου υπογράφονται κακόδοξες αποφάσεις, εκεί όπου υπάρχει συμπόρευση με την αίρεση, ή ένοχη σιωπή απέναντι στην αίρεση; Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χαρακτηρίζει την αποσιώπηση των αληθειών της πίστεως προς ανατροπήν της πλάνης ως τρίτο είδος αθεΐας. Γράφει: «Τρίτον δε εστί είδος, [αθεΐας], ου πόρω της ανωτέρω πονηράς ξυνωρίδος, το παραιτείσθαι τι λέγειν των δεδογμένων περί Θεού…και το τας των ιερών πατέρων θεολογίας μη τοις ουκ ειδόσιν εξηγείσθαι…».
Παρά κάτω γράφουν: «Η Σύνοδος έγινε µετά από πολυχρόνιον προετοιµασίαν. Προ της Συνόδου τα προετοιµασθέντα κείµενα εκοινοποιήθησαν προς γνώσιν των πιστών και µέ την δυνατότητα εκφράσεως κάποιας γνώµης. Το Άγιον Όρος επί σειράν ετών µετά σαφηνείας διετύπωσε τας απόψεις του δια τους γινοµένους διαλόγους µετά των ετεροδόξων Χριστιανών. Κατά τας εργασίας της Συνόδου οι αρχιερείς εξέφρασαν τας προσωπικάς των απόψεις. Κάποιοι εξ’ αυτών διετύπωσαν τας αντιρρήσεις των µέ σεµνόν τρόπον, χωρίς να διακόπτουν τας σχέσεις των µέ την Εκκλησίαν. Όλα είναι καταγεγραµµένα». Το ότι «το Άγιον Όρος επί σειράν ετών µετά σαφηνείας διετύπωσε τας απόψεις του….» αυτό είναι αληθές. Όπως επίσης είναι αληθές ότι τα κατά καιρούς αποσταλέντα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Υπομνήματα, εις ό,τι αφορά τους διαλόγους, υπήρξαν ορθοδοξότατα. Ορθοδοξότατο επίσης υπήρξε και το τελευταίο κείμενο πριν από την Ψευδοσύνοδο, το οποίο απέστειλε η Ιερά κοινότης του Αγίου Όρους υπό μορφήν επιστολής στις 25.5.2016 προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλες τις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Σ’ αυτήν η Ιερά Κοινότης καταθέτει αξιόλογες παρατηρήσεις και αιτήματα μεταξύ των οποίων:
1) Να μην αναγνωρισθούν οι ετερόδοξοι ως Εκκλησίες,
2) Να τονισθή ότι οι διάλογοι με τους ετεροδόξους σκοπεύουν στην επιστροφή των στην Ορθοδοξία και στην αγιοπνευματική ενότητα της Εκκλησίας.
3) Να ληφθούν υπ’ όψιν οι εύλογες αντιρρήσεις της Ιεράς Κοινότητος για τη συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε., καθώς και την σαφή αντίθεσή της στις συμπροσευχές, τους λειτουργικούς ασπασμούς και οτιδήποτε άλλο δίνει την εντύπωση «ότι είμεθα το ίδιο», και
4) Να διατυπωθή με ευκρίνεια ότι η εκκλησιαστική παράδοσις αναγνωρίζει ως «έσχατο κριτή» επί θεμάτων πίστεως την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας.
Το ερώτημα είναι: Έγιναν δεκτές οι προτάσεις αυτές του αγίου Όρους σχετικά με τους Διαλόγους; Ασφαλώς όχι. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, κανένα από τα παρά πάνω ουσιαστικά αιτήματα των αγιορειτών δεν έγινε αποδεκτό από την Ψευδοσύνοδο. Γιατί λοιπόν οι αγιορείτες Πατέρες δεν διακηρύσσουν με θάρρος και παρρησία στο λαό, ότι οι κατά πάντα Ορθόδοξες προτάσεις τους σχετικά με τους Διαλόγους και όχι μόνον, δεν έγιναν δεκτές από την Ψευδοσύνοδο;
Κάνουν επίσης λόγο για την δυνατότητα που δόθηκε στους πιστούς να εκφράσουν τη γνώμη τους προ της Ψευδοσυνόδου. Ο κλήρος, ο λαός και ένα μεγάλο μέρος του μοναχικού κόσμου πράγματι εξέφρασε τις απόψεις του, και μάλιστα με επίσημο και πανηγυρικό τρόπο, στην πολύ σημαντική Ημερίδα, πανορθοδόξου εμβελείας, που διοργάνωσαν οι Ιερές Μητροπόλεις Γλυφάδας, Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, Κυθήρων και Πειραιώς, καθώς και η «Σύναξις Κληρικών και Μοναχών», στις 23 Μαρτίου 2016, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας Πειραιώς. Τι από όσα ελέχθησαν στην Ημερίδα έλαβε υπ’ όψη της η Ψευδοσύνοδος ; Τίποτε απολύτως.
(Συνεχίζεται).
