Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΩΡΑΙΟΤΕΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΛΑΥΣΑΪΚΟΥ…

 

Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες.

Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.

Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή.

Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει. Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό; Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;

Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θύμιζαν κάτι απόμακρο.

Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.

Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νόμιζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της. Γιατί ακόμη κι όταν ο ίδιος ζει «καθώς πρέπει», πρέπει να μαρτυρήσει, πρέπει να ζήσει την μαρτυρία και το μαρτύριο.

Τελικά ποιος είναι το σκάνδαλο, ο άλλος ή εμείς; Μήπως εγώ είμαι αυτός που θέτω στον άλλο το προσωπείο που μου ταιριάζει να τον βλέπω; Μήπως γιατί φοβάμαι μην αποκαλυφθεί το δικό μου προσωπείο;

Και τελικά τι κάνουμε με το σκάνδαλο, ποιος το κουβαλά, ποιος θα «σώσει» το σκάνδαλο; Το ερώτημα είναι ουσιαστικό, γιατί το σκάνδαλο του άλλου έχει μια θεμελιακή λειτουργία: Γεμίζει τα δικά μας κενά, τα κενά του εγωισμού μας. Είναι εύκολο να κατηγορήσουμε, είναι εύκολο να γκρεμίσουμε, αλλά είναι δύσκολο να πούμε τον καλό λόγο, να δουλέψουμε για το κοινό καλό!

Υιοθετούμε επιλογές απάνθρωπες καταρχήν για τον εαυτό μας, που οδηγούν στην κάθε μορφής κρίση, η οποία δεν είναι υπόθεση ιδεολογίας, θεωρίας ή δομών, είναι πρωτίστως το αποτέλεσμα της λειτουργίας χωρίς πραγματικό σκοπό, η είσοδος σε έναν μηχανισμό κατάρρευσης και φθοράς. Σήμερα ζούμε με μοναδική ένταση την ποιοτική απώλεια των εσωτερικών κριτήριων μιας κοινωνίας που δεν «κοινωνεί», αλλά μόνο «επικοινωνεί» τα αδιάλειπτα κενά της.

Η «πραγματική ζωή» δεν είναι η δική μας, αλλά του αλλού. Εντούτοις οφείλουμε να αναζητήσουμε την δική μας ζωή, γιατί στην τελική Κρίση το δικό μας βιβλίο, της ζωής μας, θα είναι αδειανό….

ΠΗΓΗ

https://simeiakairwn.gr

https://paterikos.blogspot.com/2026/01/blog-post_863.html


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο Νταν Τζούρι Φροντίζοντας τον παπού του

 




Το 1974, ένας εικοσιτριάχρονος άντρας με το όνομα Νταν Τζούρι πήρε μια απόφαση που πήγαινε κόντρα σε όσα θεωρούνταν αυτονόητα για την ηλικία του.

Πήρε τον ογδονταενάχρονο παππού του, τον Φρανκ Τάγκεντ, από το γηροκομείο και τον έφερε να ζήσει στο μικρό του διαμέρισμα.
Ο Νταν ήταν νέος. Δεν είχε χρήματα να περισσεύουν. Δεν είχε ιατρική γνώση. Δεν είχε καμία εγγύηση ότι θα άντεχε όσα τον περίμεναν. Είχε όμως δει τον παππού του να σβήνει μέσα σε έναν θεσμό, περικυκλωμένο από ρουτίνες αντί για σχέσεις, από αποδοτικότητα αντί για τρυφερότητα. Και δεν μπορούσε να δεχτεί ότι έτσι θα τελείωνε η ζωή του ανθρώπου που είχε διαμορφώσει τα παιδικά του χρόνια.
Έτσι, τον πήρε στο σπίτι.
Από εκείνη τη στιγμή, ο Νταν έγινε φροντιστής με όλη τη σημασία της λέξης. Βοηθούσε τον Φρανκ να πλυθεί. Του έδινε τα φάρμακά του. Μαγείρευε, καθάριζε, τον σήκωνε, περίμενε, έμενε. Έμαθε τον αργό ρυθμό ενός γηρασμένου σώματος. Έμαθε πόσο εύθραυστη είναι η αξιοπρέπεια — και πόση φροντίδα χρειάζεται για να προστατευτεί.
Οι φίλοι της ηλικίας του έχτιζαν καριέρες, ερωτεύονταν, κυνηγούσαν την ανεξαρτησία. Ο Νταν άλλαζε σεντόνια, περνούσε ατέλειωτες νύχτες ξάγρυπνος, κρατούσε ένα χέρι όταν ο πόνος έκανε τις λέξεις περιττές. Κάποιοι του έλεγαν ότι θυσίαζε τη νιότη του.
Αργότερα, ο Νταν θα έλεγε πως εκείνα τα χρόνια τού έμαθαν περισσότερα για τη ζωή απ’ ό,τι οτιδήποτε άλλο.
Καθώς η υγεία του Φρανκ χειροτέρευε, ο Νταν άρχισε να φωτογραφίζει την καθημερινότητά τους. Όχι στημένες εικόνες. Όχι εξιδανικευμένα στιγμιότυπα. Ειλικρινείς εικόνες. Ένα εύθραυστο σώμα σε ανάπαυση. Ένας εγγονός σκυμμένος κοντά. Στιγμές εξάντλησης, τρυφερότητας, απογοήτευσης, χιούμορ και σιωπηλής σύνδεσης.
Τίποτα δεν κρύφτηκε.
Το 1978, ο Νταν και ο αδελφός του, ο Μαρκ, εξέδωσαν τις φωτογραφίες σε ένα βιβλίο με τίτλο Gramp. Ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι είχε συνηθίσει να βλέπει το αμερικανικό κοινό. Το γήρας συνήθως κρυβόταν πίσω από κλειστές πόρτες, αναλαμβανόταν από ιδρύματα, μαλακωνόταν ή εξαφανιζόταν από τη δημόσια εικόνα. Το Gramp έδειχνε την αλήθεια. Την ευαλωτότητα. Την οικειότητα. Την ανθρώπινη πλευρά του να πεθαίνεις στο σπίτι, δίπλα σε κάποιον που σε αγαπά.
Οι εικόνες ήταν δύσκολες. Ήταν όμως και βαθιά συγκινητικές.
Ο Φρανκ Τάγκεντ, που είχε ζήσει πόλεμο, μόχθο, στερήσεις και απώλειες, έγινε δάσκαλος στα τελευταία του χρόνια. Όχι με λόγια ή συμβουλές, αλλά με την παρουσία του. Με τον τρόπο που δεχόταν τη βοήθεια χωρίς να χάνει την αξιοπρέπειά του. Με τον τρόπο που επέτρεψε στον εαυτό του να φανεί, να φροντιστεί, να αγαπηθεί.
Έμαθε στον Νταν την υπομονή. Του έμαθε πώς η αγάπη εκφράζεται μέσα από μικρές, αφανείς πράξεις. Του έμαθε ότι η φροντίδα δεν είναι κάτι που αναθέτεις όταν η ζωή γίνεται άβολη.
Όταν ο Φρανκ πέθανε, ο Νταν δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος.
Η ιστορία τους άλλαξε αθόρυβα τον τρόπο με τον οποίο πολλοί σκέφτηκαν τη φροντίδα των ηλικιωμένων στην Αμερική. Αμφισβήτησε την ιδέα ότι τα ιδρύματα είναι πάντα η πιο ανθρώπινη λύση. Έδειξε ότι το να φροντίζεις έναν ηλικιωμένο συγγενή δεν είναι βάρος, αλλά μια σχέση που μπορεί να βαθαίνει και τις δύο ζωές.
Ο Νταν δεν έχασε τη νιότη του.
Την πέρασε μαθαίνοντας πώς να αγαπά χωρίς να αποστρέφεται το βλέμμα.
Και κάνοντάς το αυτό, βοήθησε κι εμάς να δούμε το γήρας όχι ως κάτι που πρέπει να κρυφτεί, αλλά ως ένα τελευταίο κεφάλαιο που αξίζει ακόμη τρυφερότητα, αξιοπρέπεια και ανθρώπινη παρουσία.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗ... ΣΥΝΗΘΕΙΑ!

 

«Μη συνηθίζεις να ηττάσαι στον πνευματικό πόλεμο, γιατί η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση στον άνθρωπο» (όσιος Εφραίμ ο Σύρος).

Μία βαθειά ψυχολογική αλλά και πνευματική παρατήρηση κάνει με τη φράση του ο μέγας όσιος Πατήρ Εφραίμ ο Σύρος. Μία παρατήρηση που την αλήθεια της τη διαπιστώνουμε όλοι στην καθημερινότητά μας: ποιος αμφιβάλλει για τη δύναμη της συνήθειας; Ό,τι κάναμε μία φορά και το επαναλάβαμε έπειτα, είναι δύσκολο να το σταματήσουμε. Τόσο που η επανάληψή του που μας έγινε συνήθεια καταστάθηκε τελικώς δεύτερη φύση μας – η προσπάθεια να σταματήσουμε μία συνήθειά μας βιώνεται συχνά ως... ξεριζωμός! Κι εδώ αναδεικνύεται η σημασία της συνήθειας στον πνευματικό πόλεμο, τον αγώνα δηλαδή του πιστού ανθρώπου να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού και όχι κατά το δικό του αμαρτωλό θέλημα: αν ο πιστός είναι χαλαρωμένος πνευματικά και ηττάται διαρκώς ή πολύ συχνά στη χριστιανική του πορεία – δεν μιλάμε για μία ήττα περιστασιακή που υφίσταται σε όλους και έχει γρήγορη μετάνοια -, τότε δυστυχώς η συνήθεια της ήττας του τον κάνει να βρίσκεται σχεδόν μόνιμα σε αντίθεση προς τον Θεό, που θα πει ότι τα πάθη και οι αδυναμίες του τον έχουν υποδουλώσει, όπως το δηλώνει και ο λόγος του αποστόλου: «σε ό,τι κανείς έχει ηττηθεί, σ’ αυτό και έχει υποδουλωθεί». Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με το ξερίζωμα ενός φυτού: όσο είναι μικρό εύκολα ξεριζώνεται, όσο βγάζει ρίζες βαθειές και μεγαλώνει, τα πράγματα δυσκολεύουν μέχρι πλήρους αδυναμίας. Οπότε καταλαβαίνει κανείς την αξία του λόγου του οσίου Εφραίμ: μη συνηθίζεις την πτώση στην αμαρτία σου, γιατί όταν θελήσεις να την ξεπεράσεις θα δυσκολευτείς απεριόριστα – είναι σαν να πολεμάς πια τον βαθύτερο εαυτό σου!

Από την άλλη όμως υπάρχει το θετικό στοιχείο: όταν κανείς επιμένει στο θέλημα του Θεού, έστω και διά της βίας, τότε η συνήθεια της επιμονής και της υπομονής του αυτής τον κάνει να νικά τον εαυτό του, οπότε η πνευματική του ζωή γίνεται διαρκώς και ευκολότερη. Μπορεί ο πονηρός διάβολος, κατά θεία παραχώρηση, να πολεμά περισσότερο έναν τέτοιο χριστιανό, όμως και η χάρη του Θεού τον ενισχύει αντιστοίχως, συνεπικουρούμενη από την αυτοκυριαρχία πια του χριστιανού – η συνήθεια της θετικής προς τον Θεό πορείας του καθιστά τη χριστιανοσύνη του πορεία από δόξης εις δόξαν, μία άνοδο δηλαδή χωρίς σταματημό.

Κι ένα στοιχείο που συντελεί στην αδιάκοπη καλή συνήθεια του «γενηθήτω το θέλημά Σου» και όχι στην επιπόλαιη χαλαρή αντιμετώπιση της πνευματικής ζωής είναι η υπενθύμιση ότι στην πνευματική αυτή ζωή διαλείμματα και στάσεις δεν υπάρχουν – ή προχωρεί κανείς μαζί με τον Χριστό ή Τον εγκαταλείπει και αρχινά την κατακρύλα ως δέσμιος του πονηρού. Ο λόγος του Ίδιου ακούγεται με τον πιο ηχηρό τρόπο και επιβεβαιώνεται καθημερινά από κάθε πιστό: «όποιος δεν είναι μαζί Μου είναι εναντίον Μου και όποιος δεν μαζεύει μαζί Μου σκορπίζει».

 Και το παρήγορο βεβαίως στοιχείο: ακόμη και στη μεγαλύτερη κακή συνήθεια υπάρχει ελπίδα, όταν ο άνθρωπος μετανοήσει με την καρδιά του. Τότε αν ζητήσει τη βοήθεια του Θεού με πόνο και πόθο, τότε η δύναμη Εκείνου θα επιτελέσει το ακατόρθωτο: ο άνθρωπος θα απεμπλακεί από το κακό στρεφόμενος προς το Αγαθό. Διότι «τα αδύνατα στους ανθρώπους είναι δυνατά στον Θεό».

https://pgdorbas.blogspot.com/2026/01/blog-post_14.html

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝ ΕΡΕΘΙΖΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΕΞΗ ΣΟΥ!

 

«Απόφευγε σαν μάστιγα τους τόπους των πτώσεων. Διότι όταν δεν υπάρχει εμπρός μας ένα οπωρικό, δεν ερεθίζεται και τόσο η όρεξή μας» (Άγ. Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. γ´, 10)

«Εκ του οράν το εράν», από την όραση πηγάζει η επιθυμία. Ένα παλιό γνωμικό που καταγράφει αυτό που συμβαίνει με την ανθρώπινη φύση:  αυτό που έχω μπροστά μου, προκαλεί την επιθυμία μου για να το γευθώ. Κι όχι μόνο η όραση, κατεξοχήν βεβαίως αυτή, αλλά και οι άλλες αισθήσεις:  προκαλούμενες εξάπτουν την επιθυμία στον άνθρωπο. Εκεί δεν στηρίζεται και όλη η επιστήμη με τις διαφημίσεις;  Σου φέρνουν το προϊόν μπροστά σου, με ωραίο περιτύλιγμα, εξωραϊσμένο στο ανώτερο δυνατό, ολοζώντανο, ντυμένο και με την κατάλληλη μουσική, και χωρίς να το χρειάζεσαι σε προκαλούν να το πάρεις, να το δοκιμάσεις. Σε κάνουν να το θεωρείς απαραίτητο στη ζωή σου. Γιατί έχουν σπουδάσει την ψυχολογία του ανθρώπου. Γιατί τελικά σε ξέρουν.

Μην υπερτιμάς λοιπόν τις δυνάμεις σου. Δεν είναι τυχαίο αυτό που κηρύσσει η Γραφή και όλη η Πατερική Παράδοση, ότι ο χριστιανός «πάντα εγκρατεύεται». Η εγκράτεια, ως αυτοσυγκράτηση, ως διαρκής έλεγχος των επιθυμιών μας, είναι γενική αρετή που διατρέχει τη ζωή του πιστού  καθημερινά και διαπαντός:  στα μάτια πρώτα και σε όλες τις αισθήσεις έπειτα. Λοιπόν, εκεί που έχει υπάρξει πτώση, μην ξαναπάς. Ή αν βρεθείς εξ ανάγκης, να είσαι σε επιφυλακή. Μην ξανοίγεσαι. Και μάλιστα, όταν ξέρεις ότι αυτό που έχει συμβεί μία φορά, είναι εύκολο να γίνει και δεύτερη, και τρίτη. Γιατί συνδράμει την κατάσταση αυτή η συνήθεια που είναι δευτέρα φύση για τον άνθρωπο. Όπως το λέει το πατερικό λόγιο:  «Μη συνηθίσης ήτταν εν πολέμω. Η γαρ συνήθεια δευτέρα φύσις εστίν».

Ισχύει όμως και το αντίστροφο. Αφού προκαλούμαστε στην επιθυμία μας με την όρασή μας και με ό,τι μας φέρνει στη μνήμη ο τόπος μιας πτώσεως, ας επιλέγουμε εκείνους τους τόπους, εκείνες τις καταστάσεις, εκείνους τους ανθρώπους, που μας προκαλούν στο αγαθό. Έλεγε ο άγιος Επιφάνιος ότι και μόνη η θέα της Αγίας Γραφής για παράδειγμα μας ωθεί στο αγαθό. Πόσες φορές μία εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, ενός αγίου δεν μας έκαναν να θελήσουμε να προσευχηθούμε;  Πόσες φορές ένας αγιασμένος τόπος:  ένας ναός, ένα μοναστήρι ακόμη περισσότερο, δεν μας οδήγησαν σε κατάνυξη;  Κι ακόμη:  πόσες φορές η συνάντηση με έναν γνήσιο άνθρωπο του Θεού δεν μας έδωσε την αφορμή μετανοίας μας και εσωτερικής αλλαγής;

https://pgdorbas.blogspot.com/2026/01/blog-post_59.html

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

ΥΠΕΡ ΚΑΜΝΟΝΤΩΝ

 

«Έλεγε ο μακαριστός άγιος Γέρων π. Γεώργιος Κρητικός: -  Όλα τα αιτήματα της Εκκλησίας είναι εμπνευσμένα από τον Κύριο προς ευεργεσία και αποκατάσταση ημών των ανθρώπων, που αγωνιζόμαστε στον κόσμο τούτο με όλα τα προβλήματά μας. Εκείνο όμως που κάνει συχνά τη δική μου καρδιά να συγκινείται και να δακρύζει είναι το αίτημα «υπέρ των καμνόντων». Γιατί είναι εκείνοι που νιώθουν κουρασμένοι και αποκαμωμένοι, ηττημένοι θα έλεγε κανείς από τις μάχες της ζωής, σαν να έχουν χάσει τη μόνη δύναμη του ανθρώπου, την ελπίδα».

Το ακούμε αδιάκοπα στα ειρηνικά που εκφωνεί ο ιερέας σε κάθε ακολουθία κι ίσως το έχουμε συνηθίσει. «Ὑπέρ… καμνόντων… καί τῆς σωτηρίας αὐτῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Γι’ αυτό μπορεί και να μην του δίδουμε και την πρέπουσα σημασία – σαν το νερό που ρέει σ’ ένα ήσυχο ποταμάκι. Όμως πόση ενέργεια κρύβουν οι αιτήσεις του πιστού λαού διά στόματος του ιερέα, όπως η συγκεκριμένη για την οποία μιλούσε ο άγιος Γέροντας. Διότι πρόκειται για ενέργεια του ίδιου του Πνεύματος του Θεού που περικλείεται μέσα στα λόγια της προσευχόμενης Εκκλησίας. Αδιάκοπα η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει τη βαθιά αυτήν πραγματικότητα: οι προσευχές της αποτελούν χάρισμα του Κυρίου, «του διδόντος ευχήν τω ευχομένω», ιδίως σε κάθε Θεία Λειτουργία: «Συ που χάρισες τις κοινές αυτές και σύμφωνες με τη φύση μας προσευχές, συ που υποσχέθηκες να εκπληρώνεις τα αιτήματα και των δύο και των τριών που συμφωνούν στο όνομά σου».

Ένα τέτοιο λοιπόν αίτημα προς τον Κύριο, χάρισμα πράγματι του Ίδιου προς τα μέλη Του, είναι κι αυτό που έκανε τον μακαριστό άγιο Γέροντα π. Γεώργιο να δακρύζει: «Υπέρ…καμνόντων». Γιατί, όπως εξηγούσε˙ «οι κάμνοντες είναι οι κουρασμένοι και αποκαμωμένοι, οι «ηττημένοι», αυτοί που έχουν χάσει τη μεγαλύτερη δύναμη, την ελπίδα». Και δεν είναι τυχαίο, ας προσθέσουμε, ότι «κεκμηκότες» κατά την αρχαία εποχή χαρακτηρίζονταν οι νεκροί. Σαν να μας λέει δηλαδή η λέξη ότι εκείνος που νιώθει αποκαμωμένος ψυχικά βιώνει ένας είδος θανάτου ευρισκόμενος ακόμη εν ζωή. Κι ο μακαριστός Γέροντας «σπαρταρούσε» εσωτερικά, γιατί μιλώντας για τους «κάμνοντας» είχε νοερώς ενώπιόν του πλήθος από πιστούς που στο εξομολογητάριο είχαν καταθέσει τον πόνο τους, το αποκάμωμά τους, την κούρασή τους είτε λόγω αμαρτημάτων είτε λόγω δοκιμασιών ποικίλων, εσωτερικών και εξωτερικών, δικών τους ή του περιβάλλοντός τους. Κι ίσως να εξέφραζε ο άγιος Γέρων, με τη μεγάλη και ευαίσθητη καρδιά, και τη δική του ψυχική κατάσταση κάποιες φορές, αφού πάντοτε μετείχε εν αισθήσει στα προβλήματα και τις δοκιμασίες των πνευματικών του τέκνων, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου: «κλαίειν μετά κλαιόντων» ή «τις ασθενεί και ουκ ασθενώ; Τις σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι;»

Ένδακρυς λοιπόν μιλούσε για τους «κάμνοντας» αυτούς, με τους οποίους ταυτίζονταν ουκ ολίγοι, αλλά για να γίνει η διαπίστωση της πεσμένης καταστάσεώς τους αφορμή για υπόδειξη του δρόμου προς υπέρβαση. Δεν έμενε δηλαδή ο μακαριστός διαπρύσιος κήρυκας του Ευαγγελίου σε μία «ανακύκλωση» των προβλημάτων, σε μία συναισθηματική «αγγύλωση», κατά την οποία τελικώς «ευχαριστείται» κανείς να θρηνεί τον εαυτό του «θυματοποιώντας» τον – τούτο συνιστά μάλλον ψυχική αρρώστια – αλλά αναγνωρίζοντας το πρόβλημα και τις πολυποίκιλες δυσκολίες της ζωής «ήρε», σήκωνε το πρόβλημα ως μέτοχος του Σταυρού του Κυρίου και άνοιγε τις προοπτικές της Αναστάσεως για όλους. Και δεν μπορεί να είναι αλλιώς για τους πιστούς τελικώς της Εκκλησίας, διότι ο Χριστός ζώντας το Πάθος του Σταυρού αναστήθηκε τριήμερος, που θα πει ότι έκτοτε κάθε πιστό μέλος Του, βαπτισμένο και χρισμένο στο όνομά Του, ακολουθεί μαζί Του την ίδια διαδικασία.

Κι είναι ευνόητο: πώς μπορεί κανείς να είναι χριστιανός χωρίς να αγωνίζεται αδιάκοπα να μένει στις άγιες εντολές του Χριστού; Δηλαδή πώς ο χριστιανός μπορεί να κρατάει την ταυτότητά του χωρίς να βρίσκεται εσαεί σε μία κίνηση υπέρβασης και «μετανάστευσης»; Διότι κίνηση και υπέρβαση της όποιας καταστάσεώς του είναι η ακολουθία του Χριστού. «Απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Χριστιανός με άλλα λόγια που καθηλώνεται από τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς της εδώ ζωής, πεσμένος και ηττημένος και αποκαμωμένος, δεν μπορεί να υπάρχει. Καμία δοκιμασία δεν υπέρκειται του χριστιανού. Διότι δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο η Πρόνοια του Πανάγαθου Θεού μας. Δεν το λέει απόλυτα ο απόστολος Παύλος; «Δεν θα μας αφήσει ο Θεός να δοκιμαστούμε παραπάνω από όσο αντέχουμε, αλλά θα δώσει μαζί με τον πειρασμό και τη διέξοδο για να αντέξουμε». Κάθε δηλαδή πειρασμός είναι «κάτω» από εμάς, το σημειώνει και πάλι ο απόστολος, όταν δέχεται τα παράπονα πιστών που διεκτραγωδούσαν τη ζωή τους. Ο πειρασμός που μου γράφετε, λέει, είναι απλώς «ανθρώπινος». Διότι για τον απόστολο ο μόνος που βρίσκεται υπεράνω του πιστού και τον έχει στην αγκαλιά Του και τον ενισχύει με επίγνωσή του ή όχι είναι ο Κύριος Ιησούς.

Οπότε ο μακαριστός Γέροντας κηρύσσοντας την πνευματική αυτήν πραγματικότητα επεσήμαινε και το αίτιο του αποκαμώματος: την απώλεια της ελπίδας, πάει να πει την απώλεια της πίστης. Το να αποκάμει κάποιος και να παραμένει στην κατάσταση αυτή χωρίς αντίδρασή του δηλώνει ότι μάλλον δεν έχει πίστη, αφού το χαρακτηριστικό της αληθινής πίστης πέραν της αγάπης είναι η ελπίδα. «Πίστις εστίν ελπιζομένων υπόστασις» - ζεις με ελπίδα όταν πιστεύεις. Κι ερχόταν λοιπόν ως συν-κυρηναίος του αποκαμωμένου ο Γέροντας Γεώργιος για να του κάνει «ένεση» ζωής, στρέφοντάς τον σ’ Εκείνον που ακριβώς ήλθε στον κόσμο για να θεραπεύσει τα πάθη των ανθρώπων: «ιώμενος τα πάθη των ανθρώπων». «Σε καταλαβαίνω, παιδί μου» ήταν σαν να έλεγε ο μακαριστός, «αλλά ενεργοποίησε την πίστη σου. Ζήτησε από τον Κύριο την ενίσχυσή Του, γιατί Εκείνος είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο» - το πρόβλημα δηλαδή ήταν η πνευματική χαλάρωση ως αλλοίωση της προτεραιότητας του χριστιανού: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού».

Η Εκκλησία μας γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, γνωρίζει δηλαδή ότι συχνά τα προβλήματα της ζωής μας καταβάλλουν και μας «ρίχνουν» και σωματικά αλλά και ψυχικά. Η λύση όμως είναι να καταθέτουμε την αδυναμία αυτή στον παντοδύναμο Κύριο, του Οποίου η χαρά είναι ακριβώς η ενίσχυσή μας και η σωτηρία μας. Αυτό ακριβώς με μεγάλη ενσυναίσθηση επιτελούσε αδιάκοπα ο μακαριστός άγιος Γέροντας. Δάκρυζε για την ανθρώπινη αδυναμία, χαιρόταν όμως προσβλέποντας στη θεϊκή παντοδυναμία. Και ο πιστός λαός που έβλεπε την αλήθεια αυτή της καρδιάς του πράγματι παρηγοριόταν και αναθαρρούσε.

https://pgdorbas.blogspot.com/2026/01/blog-post_70.html