Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Από τον βίο του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου

 

 

 Όταν ο μέγας Ιωάννης επέστρεψε από την Πάτμο, πήγε σε μία από τις κοντινές πόλεις και με τη διδαχή του ανέπαυσε πολύ τους αδελφούς που ήταν σε αυτήν. Εκεί βρήκε και έναν νεαρό ψηλό στο ανάστημα και όμορφο στην όψη. Με τη διορατική ενέργεια του Πνεύματος διέγνωσε την ευγένεια της ψυχής και την αθωότητα του χαρακτήρα του νέου, και γι’ αυτό του έδωσε την ευλογία του και τον δίδαξε και παρακίνησε στον αγώνα της αρετής. Επειδή όμως ήταν να φύγει, για να κηρύξει και σε άλλα μέρη το σωτήριο κήρυγμα, άφησε τον νέο ως παρακαταθήκη στον επίσκοπο της πόλης με μάρτυρες την Εκκλησία και τον Χριστό, και του έδωσε αυστηρές εντολές για τη μόρφωση και την αγωγή του.

Ο επίσκοπος δέχτηκε πρόθυμα και του υποσχέθηκε ότι θα τον ξεπεράσει στην επιμέλεια του νέου. Έπειτα ο Ιωάννης αναχώρησε για την Έφεσο, και ο επίσκοπος πήρε τον νέο στο σπίτι του, όπου τον έτρεφε, τον παιδαγωγούσε, τον φρόντιζε· τελικά, τον βάφτισε. Όταν όμως με το βάπτισμα τού έβαλε τη σφραγίδα του Κυρίου ως ασφαλές φυλαχτό, χαλάρωσε πλέον την επιτήρηση.

Καθώς ο νέος απέκτησε πρόωρη ελευθερία, τον πλησίασαν μερικοί συνομήλικοί του αχαλίνωτοι και κακοαναθρεμμένοι και τον προσέλκυσαν με πλούσια γεύματα και τραπέζια – το πρώτο μέσο για να οδηγηθεί κάποιος στην κακία. Και ποια ήταν η συνέχεια; Γιατί ο δρόμος της κακίας είναι πολύ κατηφορικός, και αν κάποιος κάνει την αρχή σε αυτόν, είναι πολύ εύκολο να τον διανύσει χωρίς εμπόδια όλον και να βρεθεί αμέσως κάτω στο πιο μεγάλο βάθος. Έτσι λοιπόν μια νύχτα που εκείνοι πήγαν για να κλέψουν, πήραν μαζί τους και τον νέο· και αυτός, που κρυφοκαιγόταν ήδη από τον έρωτα της ληστείας, ακόνισε με την ελπίδα των χρημάτων την επιθυμία του και δεν σκεφτόταν πλέον τίποτε, καθώς ήταν και μεγαλόσωμος. Έκανε λοιπόν με τους συντρόφους του μια συμμορία ληστών και αυτός ήταν ο αναμφισβήτητος αρχηγός τους.

Μετά από αυτά ξαναγύρισε στην πόλη ο μέγας Ιωάννης, και αφού τακτοποίησε όπως έπρεπε τα άλλα θέματα, για τα οποία ήρθε, είπε στον επίσκοπο: «Εμπρός, παράδωσέ μου την παρακαταθήκη που σου αφήσαμε εγώ και ο Χριστός με μάρτυρα την Εκκλησία». Εκείνος νόμισε ότι του ζητά χρήματα, και στην αρχή έμεινε έκπληκτος που του ζητούσε να δώσει αυτά που δεν θυμόταν να έχει πάρει, και ούτε να το πιστέψει μπορούσε, αφού δεν τα είχε, ούτε και να μην πιστέψει τον Ιωάννη. Όταν όμως αυτός του είπε: «Τον νέο σού ζητώ και την ψυχή του αδελφού», ο επίσκοπος στέναξε βαθιά με συγκίνηση, δάκρυσε από τη λύπη και απάντησε: «Ο νέος εκείνος πέθανε!» Και όταν ρωτήθηκε για το πότε και πώς και με τι είδους θάνατο, πρόσθεσε: «Πέθανε ως προς τον Θεό, επειδή διάλεξε να γίνει ληστής και να έχει κατοικία του το βουνό και όχι την Εκκλησία, και αντί για τη δική μου επιμέλεια και φροντίδα προτίμησε τη συμβίωση με τους κακούργους».

Ο Ιωάννης πόνεσε πάρα πολύ από το άκουσμα και είπε: «Καλό φύλακα σε άφησα της ψυχής του αδελφού! Όμως φέρτε τώρα ένα άλογο και δώστε μου οδηγό για τον δρόμο». Και αμέσως ανέβηκε στο άλογο και το κέντριζε με όλη του τη δύναμη, θεωρώντας ότι η ταχύτητά του δεν είναι τίποτε μπροστά στη δική του βιασύνη.

Όταν έφτασε στο βουνό, τον έπιασε η φρουρά των ληστών, επειδή ούτε φυλαγόταν από αυτούς, ούτε προσπάθησε να φύγει. «Γι’ αυτό ήρθα», τους είπε, «πηγαίνετέ με στον αρχηγό σας». Μόλις εκείνος τον γνώρισε ότι είναι ο Ιωάννης, ντράπηκε και το έβαλε στα πόδια, αυτός όμως τον κυνηγούσε ξεχνώντας και γεράματα και σοβαρότητα. Έπειτα του φώναξε δυνατά με πίκρα: «Γιατί, παιδί μου, φεύγεις από εμένα, τον πατέρα σου; Σεβάσου τα άσπρα μου μαλλιά· λυπήσου τα νιάτα σου. Έχεις ακόμη ελπίδα ζωής, εγώ θα δώσω λόγο για εσένα. Στάσου εκεί που είσαι, παιδί μου· ο Χριστός με έστειλε σ’ εσένα».

Όταν τα άκουσε αυτά ο νέος, πρώτα στάθηκε, με το βλέμμα στραμμένο στο έδαφος, μη μπορώντας να σηκώσει το κεφάλι από την ντροπή. Έπειτα έριξε τα όπλα στη γη και άρχισε να κλαίει με πόνο, έτσι που προκαλούσε τον οίκτο· και μόλις ο γέροντας ήρθε κοντά του, τον αγκάλιασε· και για τους οδυρμούς και τα δάκρυά του ήταν πράγματι άξιος πολλών στεναγμών και θρήνων.

Ο Ιωάννης τότε, σαν πατέρας πάρα πολύ φιλόστοργος και σπλαχνικός, εγγυήθηκε στον νέο τη συγχώρηση και του υποσχέθηκε ότι ο Δικαστής θα δείξει έλεος· και αφού τον πήρε από το χέρι, τον φίλησε και τον επανέφερε στην Εκκλησία. Στη συνέχεια έκανε πολλή προσευχή και διαρκή νηστεία και καταπράυνε την ψυχή του νέου, χρησιμοποιώντας σαν φάρμακα διάφορα διδακτικά λόγια. Και δεν έφυγε από την πόλη, παρά μόνο αφού του χάρισε την προηγούμενη υγεία, αφήνοντας στη ζωή ένα μεγάλο υπόδειγμα μετανοίας και μιαν ανάμνηση της δικής του αγάπης και συμπόνιας.

 

Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Δ’, Υπόθεση Μ’ (40), σελ. 364. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2010.

https://www.koinoniaorthodoxias.org/agiologio-eortologio/apo-ton-vio-tou-agiou-ioanni-tou-theologou-2/

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΑ (2)

 

Η δεύτερη περίπτωση ήταν σε σχέση με έναν καλό παππού, ας τον πούμε κύριο Μάκη, Επτανήσιο την καταγωγή, ενενήντα δύο ετών, ο οποίος όμως, παρ’ όλη τη βαρυκοΐα και τη μειωμένη όρασή του, διακρινόταν κι αυτός για τη μεγάλη δυναμικότητά του και την καθαρότητα του μυαλού του. Έλληνας της Αμερικής πάνω από μισό αιώνα, με τα παιδιά και τα εγγόνια του στην Αμερική, σπουδαγμένος στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, Πολιτικός Μηχανικός, ένας από τους πολλούς μηχανικούς μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών που ανελάμβαναν τεράστια έργα ανά τα πέρατα του κόσμου. «Ήμουν ένας από τους μηχανικούς που έφτιαξαν το νησί στο Ντουμπάι, πάτερ», μου είπε για να μπορέσω να καταλάβω, για να συμπληρώσει ότι τα τελευταία πια χρόνια επέστρεψε μόνιμα στο όμορφο νησί του, ασχολούμενος με κάποιες επιχειρήσεις μαζί με τα παιδιά του που τον επισκέπτονται τακτικά. Τη δυναμικότητα και την ευφυΐα του τις έβλεπες, ιδίως όταν επικοινωνούσε με τα παιδιά και τους φίλους του στην Αμερική – ο τόνος της φωνής του, το χιούμορ του, οι «κατευθύνσεις» που ήθελε να δίνει απεκάλυπταν την πραγματικότητα. Από κοντά η πράγματι αρχοντική Ευρωπαία γυναίκα του, με καλή γνώση της ελληνικής, μία λεπτή και σεβάσμια λευκασμένη κυρία, η οποία παρ’ όλο το προχωρημένο της ηλικίας της – δεν απείχε και πάρα πολύ στα χρόνια από τον άνδρα της -  έδειχνε ότι ελέγχει κι αυτή την κατάσταση, όπως και μία βοηθός τους νέα κοπέλα, την οποία και οι δύο αντιμετώπιζαν περισσότερο από παιδί τους.

Ήλθε στο Νοσοκομείο για το «όνομα» κάποιου σπουδαίου γιατρού, προκειμένου να υποβληθεί σε κάποια εγχείρηση και σύντομα να επανέλθει στη βάση του, οπότε εκεί αναφύηκε και το «πρόβλημα»! Η βοηθός του γνωστού ιατρού τον επισκέφτηκε για να του πει ότι η εγχείρηση πρέπει να γίνει με ολική νάρκωση για να είναι αποτελεσματική. Αντέδρασε! «Ολική νάρκωση στην ηλικία μου δεν κάνω», ξέκοψε τη φωνή της λογικής. «Μα, δεν γίνεται αλλιώς», προσπάθησε να εξηγήσει η γιατρός. «Θέλω τον ίδιο τον γιατρό να έλθει εδώ να μου εξηγήσει», απαίτησε ο παππούς! «Εγώ γι’ αυτόν ήλθα».

 Ήλθε ο γιατρός. Του εξήγησε κι αυτός με πολύ ευγενικό και ήπιο τρόπο ότι η πορεία είναι μονόδρομος. «Χωρίς ολική νάρκωση δεν θα καταφέρουμε τη θεραπεία σας», είπε με όλο το βάρος της γνώσης και της εμπειρίας του. Καθισμένος ο κύριος Μάκης δάκρυσε. «Ξέρω από άλλες περιπτώσεις ανθρώπων της ηλικίας μου που με την ολική νάρκωση δεν ξαναξύπνησαν», φάνηκε να μονολογεί. «Δεν είναι έτσι, κύριε Μάκη», είπε ο γιατρός. «Όμως θα σας στείλω και την αναισθησιολόγο να σας εξηγήσει λεπτομερέστερα πώς έχουν τα πράγματα».

Ο κύριος Μάκης εκμεταλλεύτηκε τον χρόνο για να συζητήσει με τη γυναίκα και την «κόρη» του, τη βοηθό του. Τα λέγανε στα Αγγλικά. Εκείνες τον αγκάλιασαν. Του πρότειναν να πάρει τηλέφωνο τα παιδιά του στην Αμερική. Το έκανε. Τα παιδιά του τον συμβούλευσαν να ακολουθήσει τις οδηγίες του γιατρού. Κάθισε αναποφάσιστος στο κρεβάτι. Το βλέμμα του κοιτούσε κάπου μακριά προς τον τοίχο – φαινόταν χαμένος.

Ήλθε η αναισθησιολόγος. Του εξήγησε κι εκείνη, αλλά μάλλον μάταια. Ο παππούς ήταν ανένδοτος. «Αν κάνω “μέθη” τι θα γίνει;» αντιπρότεινε. «Μπορεί να γίνει κι έτσι» είπε εκείνη, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του χειρουργού, «αλλά απλώς θα γίνει διάγνωση. Δεν θα έχουμε θεραπεία». Έφυγε χωρίς να πεισθεί ο παππούς. Ήλθε και πάλι η βοηθός του γιατρού, κρατώντας το έγγραφο που έπρεπε να υπογράψει ο κύριος Μάκης, ότι συμφωνεί να γίνει ολική νάρκωση. Δεν υπέγραφε. Καθόταν αναποφάσιστος στο κρεβάτι. Στράφηκε, σχεδόν με απόγνωση, προς εμένα. «Πάτερ, εσείς τι θα λέγατε;»

«Κύριε Μάκη», είπα, «βλέπω και κατανοώ τον προβληματισμό σας. Αλλά, θα σας πρότεινα να κάνετε τον σταυρό σας και να εμπιστευτείτε την κρίση των ιατρών. Είστε πιστός άνθρωπος  και οι άγιοί μας θα σας βοηθήσουν.

Η βοηθός του χειρουργού του πρότεινε και πάλι το έγγραφο για να υπογράψει. Φαινόταν να παλεύει μέσα του. «Κύριε Μάκη, υπογράψτε», ξαναείπα, «κι εγώ, όσο διαρκεί η επέμβαση, θα προσεύχομαι για εσάς. Θα κάνω για χάρη σας την Παράκληση στην Παναγία μας». Δάκρυσε ο παππούς και ενισχυμένος από την πίστη του είπε στη γιατρό: «Πού είναι να υπογράψω;» Υπέγραψε. «Εδώ θα σας περιμένουμε σε λίγη ώρα νικητή», του είπα συγκινημένος.

Τον πήραν και πήγαν στο χειρουργείο. Και πράγματι, μετά από δύο περίπου ώρες τον επανέφεραν, έχοντας τη μάσκα του οξυγόνου στο πρόσωπό του, αλλά και με καλή διάθεση. Τα είχε καταφέρει.

«Μπράβο, κύριε Μάκη. Τα καταφέρατε! Ο Θεός είδατε βοήθησε!» του είπε η πρεσβυτέρα που τον είχε ήδη γνωρίσει και είχε μάθει τα καθέκαστα. Η απάντησή του ήταν μέσα στην απλότητά του αποκαλυπτική. Σήκωσε το χέρι και με έδειχνε με το δάχτυλο, επαναλαμβάνοντας: «Ο πάτερ, ο πάτερ!» «Ο Θεός, κύριε Μάκη», είπα εγώ. «Εγώ απλώς προσευχόμουνα για εσάς. Αλλά ο Χριστός και οι άγιοι ήτανε μαζί σας, γιατί έχετε χρόνια μπροστά σας, έτσι καλός άνθρωπος που είστε». Το κλίμα υπήρξε πανηγυρικό. Η γυναίκα του παππού και η ψυχοκόρη του έστρεψαν το βλέμμα τους σ’ εμένα με ευγνωμοσύνη.

Περιττό βεβαίως να πω ότι τα επόμενα λεπτά με το τηλέφωνο η… Αμερική είχε μάθει ότι ένας παππάς στο Νοσοκομείο βοήθησε τον κύριο Μάκη να προχωρήσει τη θεραπεία του. Ευτυχώς, έγκαιρα δόθηκε η εξήγηση σε μία διαστρέβλωση: ο παππάς δεν ήταν του Νοσοκομείου, που ήλθε να «διαβάσει» τον παππού στα τελευταία του, αλλά ήταν κι εκείνος ένας ασθενής που έτυχε να βρίσκεται στον ίδιο θάλαμο με τον κύριο Μάκη.  

https://pgdorbas.blogspot.com/2026/09/2.html

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΑ (1)

 


Η Αγάπη του Κυρίου, μέσα στην απερινόητη Πρόνοια και Αγαθότητά Του, θέλησε προ καιρού να με «επισκεφτεί» ιδιαιτέρως, οπότε και βρέθηκα σ’ ένα από τα Νοσοκομεία της Αττικής. Και η επίσκεψή Του αυτή ήταν διπλής όψεως: μέσα από το δικό μου πρόβλημα ασθενείας, «λόγω των πολλών μου αμαρτιών», όπως ψάλλουμε στην Εκκλησία μας, αλλά και μέσα από τη συνάντησή μου με άλλους αναγκεμένους συνανθρώπους μας, οι οποίοι έγιναν η αφορμή για να δω με μεγάλη ενάργεια την Πρόνοια του Θεού στις περιπτώσεις τους.

Η πρώτη περίπτωση ήταν σε σχέση με τον κύριο – ας τον πούμε έτσι – Κώστα. Βρισκόταν εκεί, κι ετοιμαζόταν να φύγει, προκειμένου να κάνει την προβλεπόμενη γι’ αυτόν χημειοθεραπεία. Είχε κομμένο το ένα πόδι του, μέχρι πάνω από το γόνατο, περπατούσε με πατερίτσες, αλλά η διάθεσή του και η όλη ενέργειά του ήταν πολύ καλές. Φαινόταν όχι μόνο να έχει αποδεχτεί το πρόβλημά του, αλλά να το έχει ήδη ξεπεράσει, κάτι που φαινόταν από τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του, πολύ ζωντανές πράγματι, και από τον προγραμματισμό της περαιτέρω ζωής του. Εξηντάρης περίπου ο κύριος Κώστας «οραματιζόταν» με μεγάλη αισιοδοξία το «καινούργιο» πόδι που θα έβαζε, γιατί ο γιος του, στην Αμερική ευρισκόμενος, ήδη το είχε παραγγείλει, «πινελιά» καθώς του έλεγε της πιο προηγμένης τεχνολογίας στα θέματα αυτά.

Από κοντά κι η σύζυγός του – ας την πούμε Ελένη – η οποία κι εκείνη λειτουργούσε με τον ίδιο αισιόδοξο τρόπο, με αναφορά όμως ξεχωριστή στην πίστη της στον Χριστό και την Παναγία. «Εγώ, πάτερ, δεν είμαι τόσο της Εκκλησίας, η γυναίκα μου όμως είναι πάρα πολύ. Κι ίσως να μπορέσετε να μας διευκρινίσετε κάτι που για εμένα και τη γυναίκα μου είναι ένα θαύμα!»

«Θαύμα;» ρώτησα.

«Ναι, γιατί δεν ξέρω πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω αυτό που μου συνέβη με το πόδι μου».

«Τι συνέβη;» ρώτησα με μεγάλο ενδιαφέρον.

«Εγώ, πάτερ, μέχρι πριν δέκα χρόνια ασχολιόμουνα με τον αθλητισμό, και μάλιστα με κάποιους φίλους μου κατά καιρούς, σχεδόν δηλαδή κάθε εβδομάδα, πηγαίναμε για να ξεδώσουμε και να χαλαρώσουμε σε γήπεδα 5Χ5 που λένε, και παίζαμε μπάλα. Λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα άρχισε λίγο να με πονάει το πόδι μου, αυτό το κομμένο που βλέπετε. Δεν έδινα σημασία, γιατί έλεγα ότι μέσα στο παιχνίδι κάποιος θα με είχε κλωτσήσει. Ο πόνος συνεχιζόταν, αλλά κι εγώ συνέχιζα να το αντιμετωπίζω αδιάφορα. Μέχρις ότου, κάποια φορά περπατώντας στον δρόμο ήρθε ένα μηχανάκι κι έπεσε, από αδεξιότητα του οδηγού, πάνω μου. Με πέταξε αρκετά μέτρα μακριά, αλλά διαπίστωσα ότι σηκώθηκα σχεδόν αμέσως, χωρίς να έχω ούτε μία γρατσουνιά. Μαζεύτηκε κάποιος κόσμος, γιατί είδαν αρκετοί το τι συνέβη, οπότε κλήθηκε και η τροχαία, πήγαμε δε και σε νοσοκομείο προς επιβεβαίωση ότι είμαι πράγματι καλά, και από πλευράς εσωτερικής. Κι εκεί άρχισε η συνειδητοποίηση του… θαύματος!»

Η προσοχή μου ήταν τεταμένη κι έδειχνα στον κ. Κώστα ότι περιμένω τη συνέχεια με μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν είπα τίποτε.

«Λοιπόν, εκεί στο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι ο πόνος στο πόδι δεν είχε αιτία κάποια «κλωτσιά», όπως νόμιζα, αλλά έναν καρκίνο, ο οποίος είχε «φάει» σχεδόν όλο το εσωτερικό του ποδιού, με κίνδυνο πια για την ίδια μου τη ζωή. Το πόδι ήταν σχεδόν σάπιο. Κι έγινε το «ατύχημα» να φανερωθεί με τον πιο καθαρό τρόπο το τι συνέβαινε». Σταμάτησε ο κ. Κώστας. «Πώς το βλέπετε;» ρώτησε. «Δεν είναι θαύμα;»

«Κύριε Κώστα» είπα συγκλονισμένος, «μολονότι για την πίστη της Εκκλησίας όλα στη ζωή μας είναι ένα θαύμα, γιατί ο Θεός μάς φροντίζει μέχρι λεπτομέρειας  - και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες, κατά τον Ιησού Χριστό –, όμως στην περίπτωσή σας νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’  ένα «καραμπινάτο» θαύμα που λέμε. Κι έχω την εντύπωση πως ο Χριστός πρέπει να σας αγαπάει ιδιαίτερα, όπως όλους μας άλλωστε, για να χρησιμοποιήσει αυτό το μέσον, να σας κτυπήσει μηχανάκι, για να σας οδηγήσει στο Νοσοκομείο και την αντιμετώπιση του προβλήματος».

«Και βλέπετε, πάτερ», συμπλήρωσε ο κ. Κώστας, «τα πράγματα δεν ήταν απλά. Χρειάστηκε επέμβαση μεγάλη, να μου κόψουνε όλο σχεδόν το πόδι, για να συνεχιστεί η όποια θεραπεία και η όση ζωή μου απομένει. Και να ολοκληρώσω. Με κάλεσαν στην Αστυνομία για να υποβάλω μήνυση κατά του παλληκαριού. Κοντοστάθηκα. «Πώς να μηνύσω τον «ευεργέτη μου;» σκέφτηκα. Κοίταξα ότι στο γραφείο του ο αστυνομικός, σε μία γωνιά, είχε κάτι εικόνες. Του Χριστού και της Παναγίας. Τις έδειξα στον αστυνομικό.

«Κύριε αστυνόμε» είπα, δείχνοντας τις εικόνες με το βλέμμα μου. «Βλέπω ότι πιστεύετε στον Θεό. Λοιπόν, για μένα, χωρίς να είμαι πολύ της Εκκλησίας, αυτό που μου συνέβη είναι ένα θαύμα. Και το παλληκάρι που με χτύπησε είναι ένας ευεργέτης μου, γιατί χωρίς αυτόν θα συνέχιζα χωρίς να δίνω σημασία στο πόδι μου. Οπότε μάλλον το τέλος μου θα ήταν πολύ χειρότερο από το χτύπημα».

«Λοιπόν;» έδειξε συγκινημένος και ο αστυνομικός.

«Λοιπόν, δεν πρόκειται να υποβάλω μήνυση. Τον ευεργέτη σου τον τιμάς, δεν τον κυνηγάς!»

«Τότε στο καλό να πάτε» είπε ο αστυνόμος, «και καλή συνέχεια με το πόδι σας». Υπέγραψα ό,τι μου πρότεινε κι έφυγα ελαφρωμένος.

«Πράγματι, κ. Κώστα» είπα κι εγώ. «Για μένα, το παλληκάρι με το μηχανάκι μπορεί να θεωρηθεί ένας «άγγελος Κυρίου». Και το θαύμα; Καραμπινάτο!»  

https://pgdorbas.blogspot.com/2026/09/1.html

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (13ον- Τελευταίον)

 

 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (13ον - Τελευταίον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 23η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος δέκατον τρίτον- Τελευταίον

    Μετά τα όσα ελέχθησαν στο προηγούμενο μέρος για τη στάση που τήρησαν οι παπικοί απέναντι στην ψευδοσύνοδο, θα κλείσουμε τη σειρά των δημοσιεύσεών μας με ένα άλλο, εξ’ ίσου σοβαρό θέμα, που αναφέρεται στον κοινό βηματισμό της ψευδοσυνόδου με την Β΄ Βατικανή «Σύνοδο», το οποίο βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με το προηγούμενο θέμα.

    Τον κοινό βηματισμό μεταξύ της ψευδοσυνόδου και της Β΄ Βατικανής ανέπτυξε σε μια υπέροχη ομιλία του με τίτλο: «Από την Β΄ Βατικανή (1965) στην πανορθόδοξη Σύνοδο, (Κρήτη 2016)»[1]  ο πρωτοπρ. π. Πέτρος Χιρς, Διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. και βαθύς γνώστης των αποφάσεων της Β΄ Βατικανής, (1962-65). Ο π. Πέτρος με βάση τη σχετική έρευνά του απέδειξε ότι  μεταξύ της ψευδοσυνόδου και της Β΄ Βατικανής υφίσταται μια βαθειά εσωτερική σχέση. Πιο συγκεκριμένα απέδειξε με αδιάσειστα στοιχεία, ότι μεταξύ των δύο αυτών συνόδων υφίσταται μια καταπληκτική ομοιότης και ως προς την οργάνωση και ως προς την θεματολογία και ως προς τις αποφάσεις, έτσι ώστε αβίαστα να βγαίνει το συμπέρασμα, ότι η  ψευδοσύνοδος σχεδόν αντιγράφει την Β΄ Βατικανή. Από την παραπάνω μελέτη του π. Πέτρου θα αντλήσουμε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επιβεβαιώνουν αυτή την τραγική πραγματικότητα.

    Ένα πρώτο αποδεικτικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι η ψευδοσύνοδος συγκλήθηκε, όπως και η Β΄ Βατικανή, όχι για να αντιμετωπίσει δογματικά ζητήματα, ή να καταδικάσει σύγχρονες αιρέσεις της εποχής μας, όπως συνέβη με όλες τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, αλλά για να επιφέρει «εκσυγχρονισμό  και  αναδιοργάνωση της Εκκλησίας». Όπως είναι γνωστό οι άγιοι Πατέρες σε κάθε εποχή και σε κάθε τοπική, ή Οικουμενική Σύνοδο, είχαν ως βασικό τους μέλημα την αφύπνιση της εκκλησιαστικής συνείδησης. Φρόντιζαν να εφιστούν την προσοχή του πληρώματος της Εκκλησίας στη νόθευση και αλλοίωση της ευαγγελικής αποκαλύψεως από τους «βαρείς λύκους», (Πραξ.20,29), τους «λαλούντας διεστραμμένα», (Πραξ.20,30), τους «ψευδοδιδασκάλους», (Β΄Πετρ.2,1), τις «αιρέσεις απωλείας», (Β΄ Πετρ.2,1). Αντίθετα μ’ αυτήν την πάγια αποστολική, Πατερική και συνοδική πρακτική της Εκκλησίας τόσο η Β΄ Βατικανή όσο και η ψευδοσύνοδος δεν επεσήμαναν καμία πλάνη, καμία αίρεση,  καμία διαστροφή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής! Ήδη έχει επισημανθεί από πολλους ότι η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της ψευδοσυνόδου. Απεναντίας μάλιστα, στο κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» οι αιρετικές παρεκκλίσεις από τη διδασκαλία των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζονται απλώς «παραδεδομένες θεολογικές διαφορές, ή  τυχόν νέες διαφοροποιήσεις» (παρ.11), τις οποίες καλούνται η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ετεροδοξία να  «υπερβούν» (παρ.11) Είναι, λοιπόν, εμφανέστατος ο επηρεασμός από την Β΄ Βατικανή και πιο συγκεκριμένα από το περί Οικουμενισμού διάταγμά της![2]

    Μιμουμένη, λοιπόν, η ψευδοσύνοδος σχεδόν εξ’ ολοκλήρου την Β΄ Βατικανή ως προς το αντικείμενό της, εμφανίζει να έχει ως λόγον ύπαρξης αυτής, την ανανέωση και ανακαίνιση της εσωτερικής ζωής και οργάνωσης της Εκκλησίας. Την αλήθεια αυτή διακήρυξε ξεκάθαρα ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος  σε παλαιότερο δημοσίευμά του στο Ρωμαιοκαθολικό περιοδικό The National Catholic Reporter έγραψε τα εξής αποκαλυπτικά των προθέσεών του για την ψευδοσύνοδο: «Οι δικοί μας στόχοι είναι ίδιοι με αυτούς του πάπα Ιωάννη 23ου, να εκσυγχρονίσουμε την Εκκλησία και να προωθήσουμε την ενότητα των Χριστιανών. Επίσης η Σύνοδος θα σημάνει το άνοιγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις μη Χριστιανικές θρησκείες και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτό σημαίνει μία νέα στάση έναντι του Ισλάμ, του Βουδισμού, του σύγχρονου πολιτισμού και όσον αφορά τις επιδιώξεις για αδελφότητα χωρίς ρατσιστικές διακρίσεις…Με άλλα λόγια θα σημάνει το τέλος δώδεκα αίώνων απομόνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας…».[3]

    Σε αντίθεση με αυτήν την προσέγγιση του κ. Βαρθολομαίου ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς εξηγεί:  «Τυγχάνει αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι Άγιες και Θεοσύλλεκτες Σύνοδοι των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων είχαν πάντοτε ενώπιόν τους ένα συγκεκριμένο πρόβλημα το πολύ δε δύο, ή τρία προβλήματα, που ετίθεντο ενώπιον της Εκκλησίας εκ μέρους των μεγάλων αιρέσεων και σχισμάτων και γενικώς εκείνων οι οποίοι διέστρεφαν την ορθή πίστη, έσχιζαν και διασπούσαν την ενότητα της Εκκλησίας και έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο τη σωτηρία των πιστών, τη σωτηρία του ευσεβούς και περιούσιου λαού του Θεού και ολοκλήρου της κτίσεως. Διά τούτο οι Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως όλοι γνωρίζουμε, είχαν πάντοτε χριστολογικό, σωτηριολογικό, εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό σημαίνει, ότι το κεντρικόν τους θέμα και το κύριον ευαγγέλιόν τους ήταν πάντοτε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός και η εν Αυτώ σωτηρία μας, η εν Αυτώ θέωσίς μας».[4]

    Ένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι η ψευδοσύνοδος, σε ευθεία αντίθεση με την Συνοδική μας Παράδοση, βρίσκεται σε κοινό βηματισμό με την Β΄ Βατικανή όχι μόνο σε μία συνοδική νομιμοποίηση του Οικουμενισμού, αλλά και σε μια σχεδόν πλήρη εναρμόνιση με την νέα οικουμενιστική εκκλησιολογία της. Όπως είναι γνωστό η Β΄ Βατικανή με το περί οικουμενισμού διάταγμά της έβαλε τα θεμέλια του παπικού Οικουμενισμού, νομοθέτησε δε μια νέα Εκκλησιολογία και μια νέα αντίληψη σχετικά με την εκκλησιολογική θέση των ετεροδόξων, αλλά και με την  φύση της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας» καθ’ εαυτήν. Πιο συγκεκριμένα «η εικόνα της Εκκλησίας που αναδύεται από τα κείμενα της Β΄ Βατικανής είναι μία ιδιάζουσα Εκκλησία δύο βαθμίδων με δύο είδη βαπτίσματος, ή δύο αποτελέσματα εκ του ενός βαπτίσματος. Σύμφωνα με τη διδασκαλία αυτή οι κατέχοντες μόνο το βάπτισμα, χωρίς την πραγματικότητα της Ευχαριστίας, δηλαδή οι περισσότεροι Προτεστάντες, ενσωματώνονται αληθινά στο Σώμα του Χριστού με το βάπτισμα, χωρίς όμως να μετέχουν στο Αίμα του Χριστού, στην Ευχαριστία. Όσοι θεωρούνται πως κατέχουν μια έγκυρη Ευχαριστία, επειδή έχουν Αποστολική Διαδοχή, δηλαδή οι Ορθόδοξοι, αυτοί παρ’ ότι συμμετέχουν αληθινά στο Σώμα και Αίμα του Χριστού, εν τούτοις παραμένουν ‘τραυματισμένοι’, στερούμενοι όχι το πλήρωμα του Χριστού, αλλά το πλήρωμα της κοινωνίας με τον εκπρόσωπο Αυτού, τον Ανώτατο Ποντίφικα».[5] Η παραπάνω δογματική διδασκαλία, μπορούμε να πούμε ότι εναρμονίζεται πλήρως με την απόδοση εκκλησιολογικής υποστάσεως στους ετεροδόξους αιρετικούς από την ψευδοσύνοδο. Όπως είναι γνωστό στο δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» η ψευδοσύνοδος αντί να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών και αντί να τους καλέσει σε μετάνοια και επιστροφή στην Ορθοδοξία, αναγνώρισε την ιστορική ονομασία τους ως «Εκκλησιών»,  νομιμοποιώντας συνοδικά, και αποδίδοντας σ’ αυτούς εκκλησιαστικότητα και διαγράφοντας έτσι μια Συνοδική Παράδοση δέκα αιώνων.

    Ένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο κοινού βηματισμού είναι ο κυρίαρχος και καθοριστικός ρόλος των ακαδημαϊκών θεολόγων τόσο στην ψευδοσύνοδο όσο και στην Β΄ Βατικανή. Όπως προκύπτει τόσο από τα πρακτικά της Β΄ Βατικανής, όσο και από την προπαρασκευαστική διαδικασία της συγκροτήσεώς της, οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι ήταν οι σχεδιαστές των μεγάλων μεταρρυθμίσεων που εγκαινιάστηκαν σ’ αυτήν. Η συμβολή τους χαρακτηρίστηκε «αξιοσημείωτη». Τόσον ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ όσο και οι επίσκοποι της Β΄ Βατικανής είχαν επίγνωση της σπουδαιότητας των θεολόγων της. Η «Σύνοδος» αναγνώρισε επισήμως τις επί δεκαετίες εργώδεις προσπάθειες των για την αναμόρφωση της θεολογίας, ιδιαιτέρως δε της εκκλησιολογίας της.

    Αλλά και στην ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου καθιερώθηκε παρόμοια τακτική. Τόσο κατα το στάδιο προπαρασκευής της, όσο και κατά την διεξαγωγή των εργασιών της κυρίαρχο ρόλο είχαν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, χωρίς να παραθεωρούνται και ελάχιστες επαινετές εξαιρέσεις.  Οι Επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, οι μοναχοί, ακόμα και οι Ιεραρχίες των τοπικών Εκκλησιών, κρατήθηκαν ουσιαστικά και σε μεγάλο βαθμό εκτός της προπαρασκευαστικής διαδικασίας. Μόνο μία μικρή ομάδα ακαδημαϊκών θεολόγων και συγκεκριμένων επισκόπων καθοδήγησαν και διαμόρφωσαν τα υποβληθέντα προς επικύρωση κείμενα στην ψευδοσύνοδο. Είναι επίσης γνωστός ο κυριάρχος ρόλος του μακαριστού επισκόπου Περγάμου και καθηγητού κυρού Ιωάννη Ζηζιούλα κατά την διάρκεια των εργασιών της ψευδοσυνόδου. Αυτό σημαίνει ότι η λογικοκρατούμενη σκέψη και η ακαδημαϊκή θεολογία έρχονται ουσιαστικά να αντικαταστήσουν την εμπειρία της θεώσεως. Παύει δηλαδή να προέχει η αναζήτηση αγίων και θεοφόρων ανδρών, με θείο φωτισμό, με αληθινά Ορθόδοξο, ομολογητικό, μαρτυρικό φρόνημα, ενώ επιλέγονται  πρόσωπα με πανεπιστημιακές επιδόσεις και περγαμηνές, που εμπνέονται και εκφράζουν το οικουμενιστικό πνεύμα του θρησκευτικού συγκρητισμού της Νέας Εποχής. Για την Ορθόδοξη Θεολογία, για την οποία αληθής θεολόγος είναι αυτός που προσεύχεται αληθινά, το να καθοδηγούν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι την προπαρασκευή και τις εργασίες της ψευδοσυνόδου είναι ξένο προς την Ορθόδοξη συνοδική μας παράδοση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε όλες τις άγιες Οικουμενικές και Τοπικές συνόδους η Ορθόδοξη πίστη ανακηρύχθηκε και ειπώθηκε από ασκητικούς επισκόπους και όχι από φιλοσοφίζοντες σχολαστικούς ακαδημαϊκούς, που δεν είχαν σχέση με τη νηπτική θεολογία και πράξη.

    Σήμερα, δέκα χρόνια μετά την ψευδοσύνοδο, είμαστε πλέον σε θέση να αξιολογήσουμε καλύτερα και να βγάλουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα γύρω από την οικουμενιστική ταυτότητα της ψευδοσυνόδου. Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα, ότι ένας από τους κύριους στόχους της ψευδοσυνόδου ήταν να προωθήσει την «ενότητα των χριστιανών» κατά τα πρότυπα της οικουμενιστικής πορείας την οποία χάραξε και εφάρμοσε η Β΄ Βατικανη «Σύνοδος».

    Το γεγονός ότι αυτός ο στόχος δεν επετεύχθη μέχρι σήμερα, οφείλεται κατά την ταπεινή μου γνώμη, στη σθεναρή αντίσταση του πιστού λαού του Θεού και προ πάντων στην ευλογημένη αποτείχιση. Σε όλους δηλαδή εκείνους που με παλληκαριά και ομολογιακό φρόνημα ύψωσαν «τείχος», (εξ ού και αποτείχιση), ορθοδόξου αντιστάσεως απέναντι στα σκοτεινά σχέδια των οικουμενιστών, γενόμενοι μιμητές των αγίων Πατέρων. Είναι ενθαρυντικό το γεγονός ότι το «τείχος» αυτό ημέρα με την ημέρα αυξάνει και γιγαντώνεται όλο και περισσότερο, καθώς πληροφορούμεθα ότι όλο και περισσότεροι εν Χριστώ αδελφοί προστίθενται στην ευλογημένη αποτείχιση και καθίστανται «θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου». Περιμέναμε αυτό το «τείχος» να το υψώσει πρώτη η Διοικούσα Εκκλησία, ακυρώνοντας συνοδικά τις κακόδοξες αποφάσεις της ψευδοσυνόδου και μιμούμενη το παράδειγμα των τεσσάρων Εκκλησιών, που δεν έλαβαν μέρος σ’ αυτήν. Δυστυχώς όμως διαψευσθήκαμε.  Δυστυχώς!



[1] Βλ. περιοδ. «Θεοδρομία», «Ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη, ούτε Σύνοδος», έτος ΙΗ΄ τεύχη 3-4, Δεκέμβριος 2016, σελ. 577-596.

[2] Unitatis Redintergratιo παρ. 3,4 και Π. Χιρς, «Η εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής  Συνόδου»,  εκδ. Uncut Mountain Press, 2014 σ.287-292

[3] Council Coming  for  Orthodox” interview  by  Desnond O΄Grady, The National Catholic Reporter, in the January 21,1977

[4] Βλ.  Ορθόδοξος Τύπος , 304/10.2.1978, σ.3