Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

ΔΩΣ’ ΜΟΥ ΤΟ ΧΕΡΙ, ΓΙΟΚΑ ΜΟΥ…


«Τι να ’ναι τούτες οι φωνές π’ ακούγονται, με δάκρυα γεμάτες;

Γιατί βλέπω τα λάβαρα να υψώνουν το κορμί τους και σαν το κύμα

η γαλανόλευκη πασχίζει να αντισταθεί στον δυνατό αγέρα;

Πώς γίνεται να τρέχει ο νιος παρέα με τον γέρο, και πώς

μανάδες άφησαν μωρά, με γάλα μες στο στήθος για να

πετάξουν με φτερά και  να ’ναι μες στο πλήθος;»

«Για τη Μακεδονία, Γέροντα, γι’ αυτήν κραυγάζουν όλοι·

κλήρο γι’ αυτήνε ρίξανε, κι είπαν κερδίσαν ξένοι».

«Και μεις καθόμαστε εδώ, χωρίς να ροβολούμε;

Δώσ’ μου το χέρι, γιόκα μου, τράβα με για να έβγω,

κι ετοίμασε το καλπάκι μου και τη στολή μου βγάλε».

Σηκώθηκε ο επίγονος, με βάρος στην καρδιά του, δίχως απόκριση

καμιά στον Γέροντα να δώσει· τον Γέροντα τον ήρωα που ’χει

με αίμα βάψει την άγια Μακεδονική τη γη την τιμημένη.

Δεν τόλμησε το βλέμμα του πίσω του να το στρέψει.

Ασήκωτη ήταν η σκιά του μακεδονομάχου Παύλου,

μαζί και του δοξαστικού, του μέγα Αλεξάνδρου.

Επιστολή-κόλαφος από 12 πανεπιστημιακούς για τη συμφωνία των Πρεσπών


Ανοικτή επιστολή με την οποία αναλύουν τα γκρίζα σημεία της συμφωνίας για το «Μακεδονικό», στέλνουν 12 καθηγητές Πανεπιστημίου. Στην επιστολή που δημοσιεύει το in.gr οι πανεπιστημιακοί αναφέρονται στο όνομα «Βόρεια Μακεδονία», στα λάθη της ελληνικής διπλωματίας και στις αντιφάσεις της εξωτερικής πολιτικής.



Ανοικτή επιστολή με την οποία αναλύουν τα γκρίζα σημεία της συμφωνίας για το «Μακεδονικό», στέλνουν 12 καθηγητές Πανεπιστημίου. Στην επιστολή που δημοσιεύει το in.gr οι πανεπιστημιακοί αναφέρονται στο όνομα «Βόρεια Μακεδονία», στα λάθη της ελληνικής διπλωματίας και στις αντιφάσεις της εξωτερικής πολιτικής.

Αναλυτικά η επιστολή έχει ως εξής:
Η δημόσια συζήτηση για την αποδοχή και την αναγκαιότητα της συμφωνίας των Πρεσπών μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ περιλαμβάνει τρεις βασικές ανακρίβειες, οι οποίες πρέπει να αποκατασταθούν.
Το αδιέξοδο της διπλωματίας δεν οφειλόταν στην έλλειψη τόλμης ή ευφυΐας. Για 25 χρόνια το βάρος των διαπραγματεύσεων έπεσε στην εξεύρεση μιας μικτής ονομασίας, η οποία θα χαρακτήριζε και τη νέα χώρα και το έθνος που την κατοικεί και τη γλώσσα που ομιλείται, βάσει της αντίληψης ότι οι λαοί δίνουν την ονομασία τους στις χώρες και τις γλώσσες και όχι το αντίστροφο. Αυτή ήταν η κόκκινη γραμμή τής ελληνικής διπλωματίας και από πουθενά δεν προκύπτει ότι υπήρξε ποτέ διαφορετική προσέγγιση. Δεν μπορούσε να την παραβλέψει καμιά κυβέρνηση, διότι, ασχέτως των επιστημονικών προσεγγίσεων, η ιστορία αποτελεί, πέρα από κάθε αμφιβολία, τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού έθνους και θέμα εξαιρετικά μεγάλης ευαισθησίας στον ελληνικό Βορρά, στην ελληνική Μακεδονία.
Η πραγματικότητα αυτή δεν ανατρέπεται ούτε αναθεωρείται με συνοπτικές διαδικασίες. Η Αθήνα δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ένα μακεδονικό έθνος δίπλα στον δικό της μακεδονικό πληθυσμό, ασχέτως της ονομασίας του γειτονικού κράτους, για την οποία πάντοτε υπήρχαν προτάσεις και συζητήσιμες λύσεις.


Δεν είναι έντιμος συμβιβασμός
Η συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί έναν έντιμο συμβιβασμό. Στην προσπάθειά να προφυλαχθεί –και όχι να καταπολεμηθεί, όπως μερικοί πιστεύουν–, το εθνικό αφήγημα και των δύο κρατών, εντέλει υπονομεύθηκε ανεπανόρθωτα το προβεβλημένο αντίδωρο των Σκοπίων στην Αθήνα, δηλαδή η μικτή ονομασία erga omnes. Εφόσον, κατά το περίφημο 7ο άρθρο, με τον όρο «Μακεδονία» νοείται και η επικράτεια της ΠΓΔΜ, η διεθνής ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» θα συνυπάρχει χωρίς αντιρρήσεις με τη σκέτη «Μακεδονία», την οποία ουδόλως θα επισκιάσει.
Εξάλλου, η ελληνική παραδοχή πως με το επίθετο «μακεδονικός –ή –ό» μπορούν να προσδιορίζονται «η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά του, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά», συνιστά –για όσους πολιτικούς και εμπειρογνώμονες δεν το έχουν καταλάβει ακόμη– άμεση αναγνώριση από την Αθήνα μιας εθνότητας, που ονομάζεται «μακεδονική». Σε έναν κόσμο, όπου η άγνοια ιστορίας και γεωγραφίας είναι ο κανόνας, η ονομασία υπηκοότητας και εθνότητας συνάμα ως «μακεδονικών», δίνει στους γείτονες, εμμέσως πλην σαφώς, ασχέτως των όρων της συμφωνίας περί αρχαιότητας, απεριόριστη πρόσβαση στη μακεδονική κληρονομιά συνολικά και μάλιστα με την υπογραφή μας.


Είναι διάσπαση
Η συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί ουσιαστική συμβολή στην προσέγγιση των δύο γειτονικών λαών. Δεν επιλύει τη διαφωνία. Προσπαθώντας να δώσει ίσο βάρος σε δύο απολύτως αντιφατικές ιστορικές εκδοχές, παραβιάζει την κοινή λογική, αφού αναγνωρίζει ότι αμφότερες είναι κατ’ όνομα «μακεδονικές». Η συνωνυμία αυτή δεν αποτελεί επωφελή λύση, γι’ αυτό και την αντιμαχόμασταν ανέκαθεν. Εύκολα εκλαμβάνεται ως διάσπαση μιας και μοναδικής μακεδονικής ιστορικής ενότητας, ενώ ο εθνικός προσδιορισμός των «Βορείων» αναπόφευκτα υπερισχύει του τοπικού των «Νοτίων». Αφελής ήταν η αντίληψη των εμπνευστών της ότι οι δύο «αλήθειες» θα μπορούσαν να περιοριστούν και να ισχύουν μόνον μέσα στις αντίστοιχες επικράτειες.
Όπως προκύπτει από τις συνεχείς δηλώσεις των πολιτικών της ΠΓΔΜ, τα πρόσωπα αυτοπροσδιορίζονται εντός και εκτός της χώρας όπου διαμένουν με τον τρόπο που επιθυμούν. Επιπλέον, η ιστορία δείχνει ότι οι δύο εκδοχές δεν μπορούν να στεγανοποιηθούν μεταξύ τους. Η ελληνική εκδοχή της αρχαίας μακεδονικής ιστορίας αφορά και γεωγραφικό τμήμα της ΠΓΔΜ, ενώ, από την άλλη, οι λεγόμενοι «Αιγαιάτες» πολιτικοί πρόσφυγες και οι απόγονοί τους δεν πρόκειται να αποκηρύξουν τη δική τους ιστορική εκδοχή για τις «χαμένες πατρίδες» τους, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 36 στο αναθεωρημένο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ. Κοντολογίς η συζήτηση περί ιστορίας και ταυτοτήτων εντός του πλαισίου της συμφωνίας είναι ατελέσφορη και ασύμφορη.


Σφετερισμός
Όλα αυτά, ασχέτως των συναισθημάτων που προκαλούν, δεν είναι οι κύριοι λόγοι που είμαστε αντίθετοι στη συμφωνία των Πρεσπών. Είμαστε αντίθετοι όχι γιατί η υπογραφή του υπουργού των Εξωτερικών αδυνατεί να αποτρέψει με πειστικό τρόπο τον σφετερισμό ευαίσθητων ιστορικών δεδομένων, αλλά γιατί επιτρέπει ρητά αυτόν τον σφετερισμόˑ όχι γιατί αδυνατεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, αλλά γιατί καταφεύγει σε λογικούς ακροβατισμούς, ώστε να μας πείσει πως το πέτυχε. Είμαστε αντίθετοι όχι γιατί η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύθηκε, αλλά γιατί αδυνατεί να κατανοήσει ποια πράγματα είναι αδιαπραγμάτευτα. Αδυνατεί να κατανοήσει την ευαισθησία των πολιτών της για την ιστορική τους κληρονομιά, μιαν ευαισθησία που νοηματοδοτείται σε πολλές συνταγματικές διατάξεις και έρχεται ως συνέπεια δύο αιώνων δημόσιας εκπαίδευσης.
Είμαστε αντίθετοι, τέλος, λόγω της ασυνέπειας σε μια εθνική γραμμή, η οποία προσδιόρισε την εσωτερική πολιτική και τη διεθνή θέση τής χώρας για 25 χρόνια με τεράστιο κόστος, σε μια γραμμή η οποία συστράτευσε σχεδόν το σύνολο της κοινής γνώμης.
Κι αν το πρόβλημα είχε «κακοφορμίσει», όπως έγραψε πρόσφατα ο τ. υπουργός των Εξωτερικών, ποιος αποφάσισε ότι ο «ακρωτηριασμός» ήταν η δέουσα λύση για την Ελλάδα; Το κράτος μας αντιφάσκει με τον εαυτό του, χωρίς να προτείνει μια βιώσιμη εναλλακτική λύση, ενώ η κυβέρνηση έχει εναποθέσει τη δυναμική της συμφωνίας στις μελλοντικές επιλογές των Σκοπίων.

Βασίλης Κ. Γούναρης, Α.Π.Θ.
Μάνος ΚαραγιάννηςKings College London.
Σταύρος Κάτσιος, Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Α.Π.Θ.
Κώστας Α. Λάβδας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Δημήτρης Ξενάκης, Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Δημήτρης Σκιαδάς, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
Άγγελος Συρίγος, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Μιχάλης Ι. Τσινισιζέλης, Ε.Κ.Π.Α.
Κώστας Υφαντής, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Ι. Κ. Χασιώτης, Α.Π.Θ.
Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Ε.Κ.Π.Α

ΠΗΓΗ:http://epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Μ Ε Ρ Ο Σ Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο Ν 1.Περί του ΙΕ’ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Μ Ε Ρ Ο Σ   Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο Ν
1.Περί του ΙΕ’ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Κατ’ αρχήν, ο π. Επ. δέχεται και προσπαθεί να τον αποδείξη ως κανόνα  δ υ ν η τ ι κ ό ν. Δηλ. εάν διακόψης το μνημόσυνον καλώς ποιείς, εάν δε όχι, ουχ αμαρτάνεις! Ιδού, αδελφέ Νάστορ, τα αποτελέσματα των μεγάλων εισαγωγών, των καπνογόνων επιχειρημάτων, των πόρρω απεχόντων της Ευαγγελικής απλότητος και σαφηνείας. Εν συνεχεία, τον  έ π α ι ν ο ν  του Κανόνος δι’ αυτούς που θα αντισταθούν τω αιρετικώ επισκόπω των  τον υποβιβάζει εις «μη κατάκρισιν», όπερ αποτελεί το έσχατον της ερμηνευτικής παραποιήσεως εν τη διατριβή του.

Συνεχίζων δέχεται ότι  ε ί ν α ι   δ υ ν α τ ό ν   και  υ π ο χ ρ έ ω σ ι ν   να καθιεροί ο Κανών και όχι δικαίωμα! Σκέψου π. Νέστορ τας μεταπτώσεις του π. Νικοδήμου!  Αποθαύμασον όμως τώρα πως μία απλή ψυχή, αθλούσα εν τη ερήμω του Άθωνος, ερμηνεύει τα ανωτέρω:
«Εφ’ όσον ο Κανών επαινεί και κρίνει αξίους τιμής τους πρό Συνοδικής διαγνώσεως αποκόπτοντας το μνημόσυνον, είναι πρόδηλον ότι  ψ έ γ ε ι   και κατηγορεί και επιφορτίζει με ατιμίαν και όνειδος τους μη αποκόπτοντας αλλά αναμένοντας την Συνοδικήν διαγνώμην. Διότι εις πάσαν υπόθεσιν το εναντίον πρόδηλον.

Επειδή, εάν οι αποκόπτοντες σπουδάζωσι να ελευθερώσωσι την Εκκλησίαν από τα σχίσματα και τους μερισμούς,οι μη αποκόπτοντες δήλον ότι ποιούσι μερισμούς και σχίσματα. Και εάν οι πρώτοι χωρίζωνται από λύκου και ψευδεπισκόπου, οι δεύτεροι συντάσσονται μετά λύκου και αιρετικού  ψευδεπισκόπου.

Ει δε και απορήση τινάς διατί δεν καθορίζει ο Κανών και την τύχην  των αναμενόντων την Συνοδικήν διαγνώμην, ευκόλως εννοείται τούτο, όταν ορθώς και ουχί σφαλερώς εξηγήθη το νόημα του κανόνος. Διότι, ο Κανών εν προκειμένω,  μ ό ν ο ν  διά τους αποκόπτοντας ομιλεί και ουχί διά τους μη αποκόπτοντας. Πλείστα δε και άπειρα έχομεν τα παραδείγματα από την αγίαν Γραφήν εις παρομοίας περιστάσεις.

Ούτω, επί παραδείγματι, ακούομεν το αψευδέστατον στόμα του Κυρίου ημών Χριστού να εκφωνή το «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται». Εδώ αποσιωπούνται οι ταραχοποιοί, αλλά ουδείς σώας έχων τας φρένας θα φθάση ποτέ εις τοσαύτην παραπληξίαν ώστε να υπολάβη ότι και οι ταραχοποιοί αν δεν είναι μακάριοι, δεν είναι όμως και άθλιοι. Διότι ο τοιαύτην εξήγησην προσάγων εκ  δ ι α σ τ ρ ο φ ή ς  του νου ή εκ κακής προθέσεως παραλογίζεται…».

Τας κρίσεις σου μεταξύ των δύο ερμηνειών σε αφήνω μόνος σου να τις εξαγάγης.

Σου παραθέτω τώρα και την εν προκειμένω θέσιν του π. Βασιλείου, η οποία τυγχάνει ηλίου διαυγεστέρα.

«Πως τολμάτε να παρουσιάσετε αμέσως ή εμμέσως ως ΄΄σχισματικούς΄΄ τους αποξενούντας εαυτούς της των αιρετικών κοινωνίας, την στιγμήν που οι θείοι και ιεροί Κανόνες, ουχί μόνον  α π α λ λ ά σ σ ο υ ν  αυτούς πάσης υποψίας σχίσματος, αλλά ομολογούν τους τοιούτους  υ π ο σ τ η ρ ι κ τ ά ς  της ενότητος της Εκκλησίας;»… και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι». Διά ποιους τα λέγει αυτά ο κανών, πάτερ; Γι’ αυτούς που χωρίζουν τας ευθύνας των, ή γι’ αυτούς που, όπως θέλετε σεις, κάνουν «στραβά μάτια» και κοινωνούν με τους αιρετικούς, διά να μη γίνη σχίσμα; Που το βρήκατε γραμμένο να δικολαβείτε, ότι ο κανών είναι δυνητικός και όχι υποχρεωτικός; Τι θα πη δυνητικός; Μήπως τάχα και ο κανών λέγει πουθενά αν ένας επίσκοπος πέση σε αίρεση, όσοι θέλουν ας τον μνημονεύουν και όσοι θέλουν, ας χωρισθούν από την κοινωνίαν του; Το να χωριζόμεθα από τους αιρετικούς είναι λοιπόν δυνητικόν και όχι υποχρεωτικόν;!

Να μας αποδείξητε ότι ο Αθηναγόρας δεν εκήρυξε «αιρέσεις κατεγνωσμένας υπό των Συνόδων και των Πατέρων», ότι δεν εκήρυξε αυτάς γυμνή τη κεφαλή εν μέσω της Εκκλησίας, και τότε μόνον να μας πήτε ότι είμεθα σχισματικοί, εάν χωρισθούμε από την κοινωνίαν του. Εάν όμως ο πατριάρχης Αθηναγόρας είναι ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ (και ο Δημήτριος πιστός κατά πάντα οπαδός του και συνεπώς όμοιός του, προσθέτομεν ημείς σήμερον!) (και ημείς προσθέτομε δια τον Βαρθολομαίο!) τότε, όχι εσείς, όχι πάνδημος της Ιεραρχίας απόφασις, αλλά ούτε άγγελος εξ ουρανού δεν δύναται να μας υποχρεώση να τον μνημονεύουμε και να κοινωνούμε μαζί του. Εάν όμως δεν μπορήτε ν’ αρνηθήτε την τραγικήν πραγματικότητα ότι ο κ. Αθηναγόρας είναι αιρετικός, τότε πως τολμάτε και τίνι δικαιώματι, και ποιος σας εξουσιοδότησε, και δυνάμει ποίας παραδόσεως και ποίας πατερικής διδασκαλίας, και δυνάμει τίνος κανόνος, εμποδίζετε και θεωρείτε σχισματικούς εκείνους, οίτινες χωρίζουν εαυτούς της των αιρετικών κοινωνίας;!.. Όχι, πάτερ, τα πράγματα δεν έχουν όπως τα παρουσιάζετε! Ο ΙΕ’ Κανών της Πρωτοδευτέρας δεν είναι δυνητικός, αλλ’ είναι όλως δι’ όλου  υ π ο χ ρ ε ω τ ι κ ό ς.  Ο χωρισμός εκ των αιρετικών ουδέποτε είναι δυνητική πράξις… Ο Κανών κάνει απλώς αντιδιαστολήν μεταξύ των δύο περιπτώσεων χωρισμού από της προς τον πρόεδρον κοινωνίας και λέγει, ότι εάν μεν διά προσωπικόν αμάρτημα χωρισθώμεν απ’ αυτού πρό συνοδικής διαγνώσεως είμαστε σχισματικοί («σχίσμα ποιήσει»), ενώ, εάν διά περίπτωσιν γνωστής αιρέσεως χωρισθούμε, δεν είμαστε σχισματικοί («ου σχίσματι την ένωσιν της εκκλησίας κατέτεμον»).

Από αυτού όμως του σημείου μέχρι του να λέγωμεν ότι τάχα ο Κανών επαφίει εις την κρίσιν μας το εάν πρέπει να χωρισθούμε ή όχι από τους αιρετικούς, και να βαπτίζομεν τον Κανόνα ως δυνητικόν η απόστασις τυγχάνει αστρονομική. Η παραποίησις  ψ υ χ ο φ θ ό ρ ο ς! Τουναντίον ο κανών σαφέστατα διδάσκει πότε ο χωρισμός αποτελεί σχίσμα και πότε δεν αποτελεί. Πότε δυνάμεθα και πότε δεν δυνάμεθα. Όταν όμως δυνάμεθα δεν σημαίνει ότι τάχα δεν είμαστε υποχρεωμένοι, αλλά τουναντίον η δυνατότης αναφυεί την ηθικήν υποχρέωσιν.

Ο Αθηναγόρας είναι αιρετικός και ως τοιούτον τον κατατάσσομεν μεταξύ των προγενεστέρων αιρετικών πατριαρχών της Κων/λεως… Τις λοιπόν προξενεί το σχίσμα, Αυτός ή ημείς; Τίνες τυγχάνουσι σχισματικοί, οι τούτου χωριζόμενοι ή οι τούτω κοινωνούντες;»

Εν συνεχεία ο π. Επ. προσθέτει τα εξής:

«Ο παύων το μνημόσυνον του οικείου επισκόπου Κληρικός, αρκείται εις τούτο, αποφεύγη να μνημονεύση ετέρου και αναμένει εν ηρεμία συνειδήσεως την κρίσιν Συνόδου» Δηλ. ενώ προηγουμένως ετόνιζε ότι:

«Εφ’ όσον η Εκκλησία δεν προέβη εις καθαίρεσιν αυτών, ημείς δεν πρέπει να αποκηρύξωμεν αυτούς και να παύσωμεν το μνημόσυνον αυτών», νυν, πιεσθείς από την διαυγή σαφήνειαν του κανόνος ηναγκάσθη να τον ερμηνεύση πλην μόνον  ε ρ μ η ν ε ύ σ η, ουχί δε και να  π ρ ο τ ρ έ ψ η  την εφαρμογήν του δειλιάσας(;) διά τας συνεπείας της προτροπής, η οποία θα αναιρούσε την θέσιν του επί του προκειμένου, την διατρέχουσαν άπασαν την διατριβήν.

Και διά να αληθεύωμεν περισσότερον, και η νέα του αύτη «ερμηνευτική» έχει καταποθή από το πέλαγος των παραπετασμάτων και το επαναλαμβανόμενον σύνθημα: Δεν πρέπει να παύωμεν το μνημόσυνον αυτών, δι’ όσους η Εκκλησία εφαρμόζει οικονομία και δεν έχει καθαιρέσει.

(Το αν ο π. Νικόδημος θα υπαχθή εις τους Γ.Ο.Χ. ή όχι, τούτο είναι θέμα καθαρώς εκλογής, λόγω των «οικουμενικών» ημερών μας, δεδομένου ότι οι Γ.Ο.Χ. δεν αποτελούν παρασυναγωγήν, ως διατείνονταί τινες, αλλά την συνέχειαν της ακαινοτομήτου Ελλαδικής Εκκλησίας).

Και συνεχίζομεν με την εξής πρότασιν του π. Επιφανίου:

«Εφ’ όσον όμως η Εκκλησία δεν προέβη εις καθαίρεσιν αυτών, ημείς δεν πρέπει να αποκηρύξωμεν αυτούς και να παύσωμεν το μνημόσυνον αυτώ». Κατ’ αρχήν, η διακοπή του μνημοσύνου αποτελεί  έ μ μ ε σ ο ν  αποκήρυξιν, π. Νέστορ, διότι είναι φανερόν ότι αποκήρυξιν ενεργόν και άμεσον μόνον μία Σύνοδος δύναται να εκτελέση.

Αλλά το θαυμαστόν είναι ότι όχι μόνον πρό Συνοδικής διαγνώμης, ως θα σου αποδείξουν τα παραδείγματα, αλλά και  μ ε τ ά  από Συνοδικήν διαγνώμην αθωωτική του δράστου, επιτρέπεται ν’ αντιδράση τις όταν πληροφορηθή και βεβαιωθή ότι καπηλεύουν την αλήθειαν οι αθωώσαντες τον ένοχον Συνοδικοί!

Ιδού τι γράφει ο άγιος Νικόδημος:

«Και εν τη καθ’ ημάς γαρ Ιεραρχία του Ιερέως και Ιεράρχου ατακτούντος και κακώς φρονούντων, και διάκονος και Μοναχός ευτακτούντες και ορθώς φρονούντες δύναται νουθετήσαι και ευτακτήσαι αυτούς, καθώς τα παραδείγματα εισί πάμπολλα».

Ο γνωστός επίσης Σέρβος Κανονολόγος Επίσκοπος Νικόδημος Μίλας, αναφερόμενος δι’ ειδικής μελέτης του εις τον ΙΕ’ Κανόνα της  ΑΒ Συνόδου, γράφει τα εξής χαρακτηριστικά, χωρίς τας διαστροφικάς προσπαθείας του π. Επιφανίου.

«Εάν Επίσκοπος ή Μητροπολίτης ή Πατριάρχης άρξηται να διακηρύττη δημόσια επ’ Εκκλησίας αιρετικήν τινα διδαχήν αντικειμένην προς την Ορθοδοξίαν, τότε οι υποτασσόμενοι αυτώ κέκτηνται  δ ι κ α ί ω μ α  άμα και  χ ρ έ ο ς  να αποσχοινισθώσι  π ά ρ α υ τ α  εκείνου… διό ου μόνον εις ουδεμίαν θέλουσιν υποβληθή κανονικήν ποινήν, αλλά θέλουσι και  ε π α ι ν ε θ ή  εισέτι, καθ’ όσον διά τούτου, δεν κατέκριναν και δεν επανεστάτησαν εναντίον των νομίμων επισκόπων, αλλ’ εναντίον  ψ ε υ δ ε π ι σ κ ό π ω ν  και  ψ ε υ δ ο δ ι δ α σ κ ά λ ω ν.  ούτε και εδημιούργησαν τοιουτοτρόπως σχίσμα εν τη Εκκλησία, αλλ’ αντιθέτως  α π ή λ λ α ξ α ν  την Εκκλησίαν, εν όσω ηδυνήθησαν μέτρω, του σχίσματος και της διαιρέσεως». (PRAVILA PRAVOSLAVNE CZORNE S TUMACENJIMA, II, NOVISAD, 189, 66, 290, 291).

Εν συνεχεία σου παραθέτω τι συμβουλεύει επί των ανωτέρω και ο Μ. Αθανάσιος, ο πρωταγωνιστής ούτος της πίστεως και ευσεβείας.

«Βαδίζοντες την απλανή και ζωηφόρον οδόν, οφθαλμόν μεν εκκόψωμεν σκανδαλίζοντα, μη τον αισθητόν αλλά τον νοητόν. Οίον εάν ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας κακώς αναστρέφονται και σκανδαλίζωσι  τον λαόν,  χ ρ ή  α υ τ ο ύ ς   ε κ β ά λ λ ε σ θ α ι.  Συμφέρον γαρ εστιν άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ’ αυτών εμβληθήναι ως μετά Άννα και Καϊάφα εις την γέενναν του πυρός (Μ.Ρ. 35, 22).

Στο τέλος της παρούσης θα ίδης εν μια θαυμασία όντως επιστολή του αγίου Κυρίλου  ό λ α ς  τας ανωτέρω θέσεις εις την πράξιν. Αλλά πρίν αναγνώσωμεν τον υπέροχον αυτής κείμενον, σου αναφέρω της ιδίας εποχής και επί του ιδίου αιρετικού Νεστορίου, γεγονός, το οποίον τα μέγιστα θα πληροφορήση την αγάπην  σου.

«Α ν α φ ο ρ ά  Βασιλείου διακόνου και Αρχιμανδρίτου και Θαλασσίου αναγνώστου και μονάζοντος και λοιπών χριστιανών Μοναχών»… προς τους Βασιλείς Θεοδόσιον και Ουαλεντινιανόν κατά του αιρεσιάρχου Αρχ/που Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου κηρύσσοντος την κατά της Θεοτόκου βδελυράν αυτού αίρεσιν.

«…Τούτου ένεκα», γράφει ο αρχιμανδρίτης, «του αληθούς δόγματος του εν τη αγιωτάτη Εκκλησία ακριβώς κηρυττομένου και του αιρετικού Παύλου (Σαμοσατέως) δικαίως εξωσθέντος, εγένοντο  σ χ ί σ μ α τ α   λ α ώ ν,   α κ α τ α σ τ α σ ί α ι   ι ε ρ έ ω ν,  ταραχή ποιμένων. Όθεν και νυν κατά πρόσωπον του εγχειρισθέντος τον της επισκοπής θρόνον Νεστορίου, ει δει ειπείν επίσκοπον, εν τω Συνεδρίω πολλάκις τινές των ευλαβεστάτων πρεσβυτέρων ήλεγξαν και διά την απείθειαν αυτού, το μη λέγειν Θεοτόκον την αγίαν Παρθένον, και Θεόν όντα φύσιν αληθινόν τον Χριστόν,  τ η ς  α υ τ ο ύ   κ ο ι ν ω ν ί α ς   ε α υ τ ο ύ ς   ε ξ έ β α λ ο ν   κ α ι   κ α τ έ χ ο υ σ ι   έ ω ς   ά ρ τ ι.   τ ι ν έ ς   δ ε   λ ά θ ρ α   ο μ ο ί ω ς   τ η ς   α υ τ ο ύ   κ ο ι ν ω ν ί α ς   σ τ έ λ λ ο ν τ α ι.

Άλλοι δε των ευλαβεστάτων πρεσβυτέρων, διά το λεγόμενον, εν τη αγία ταύτη Εκκλησία, Ειρήνη τη παραθαλασσία, και του ανανεωθέντος δόγματος, του λέγειν εκωλύθησαν. Όθεν επεβόα ο λαός ζητών της Ορθοδοξίας συνήθη διδασκαλίαν, λέγων: Βασιλέα έχομεν,  Ε π ί σ κ ο π ο ν   ο υ κ   έ χ ο μ ε ν…» (Πρακτικά Συνόδων, Τομ. Α’, σ. 462).

Αναρίθμητα τυγχάνουν, αδελφέ μου, τα παράλληλα γεγονότα της Ιστορίας και αι γνώμαι των αγίων Πατέρων. Ο ανωτέρω αναφερθείς Μ. Φώτιος γράφει που σχετικώς:
«Αιρετικός εστιν ο ποιμήν; Λύκος εστιν. Φυγείν εξ αυτού και αποπηδάν δεήσει, μηδ’ απατηθήναι προσελθείν καν ήμερον περισαίνειν  δοκεί. Φύγε την κοινωνίαν αυτού και την προς αυτόν ομιλίαν, ως ιόν όφεως».

Η διάκρισις ήν ποιεί ο π. Επ. εις ποιμένας και πρόβατα εν τη προκειμένη περιπτώσει, δεν έχει ουδεμίαν ισχύν. Ο λαός, ως  φ ρ ο υ ρ ό ς   της Ορθοδοξίας, έναντι της προδιδομένης πίστεως, θα έχη πάντοτε κυριαρχικά δικαιώματα.

«Και ούτω πως εννοεί και μέχρις εσχάτων ακόμη η Ορθόδοξος Εκκλησία τα δικαιώματα του λαϊκού πληρώματος και τα καθήκοντα αυτού. Ούτως εις την προς Πίον τον Θ’ απάντησιν αυτών το 1848 οι Ορθόδοξοι Πατριάρχαι της Ανατολής διεκήρυξαν, ότι «παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι, ούτε Σύνοδοι ηδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της Θρησκείας εστιν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι,  α υ τ ό ς   ο   λ α ό ς,  όστις εθέλει  το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού».

Κατά συνέπειαν, π. Νέστορ, το λεγόμενον υπό του επιστολογράφου ότι «είναι εσχάτη πλάνη η γνώμη ότι ΄΄ημείς είμεθα ασφαλείς γνώσται της ψήφου του Θεού΄΄, υπό το πνεύμα όπου τίθεται εν τη επιστολή του, δεν έχεται ουδόλως της αληθείας! Η συνείδησις του λαϊκού πληρώματος, εκφραζομένη ιδία εν γενικαίς διαμαρτυρίαις, πολλάκις δε αντιπροσωπευμένη υπό ελαχίστης μειονότητος, ως και υπό ενός λαϊκού ή μοναχού, ως παρακατιών θα σου αναφέρω, ουδόλως σφάλλει  ο ύ τ ω ς  ενεργούσα, ως φρονεί ο π. Επιφάνιος.

Διότι συνεχίζων γράφει: «Ουαί, χιλιάκις ουαί, τη Εκκλησία, όταν τα άτομα, και μάλιστα οι λαϊκοί, κηρύττουσιν επαναστάσεις του είδους αυτού. Αυτός είναι καθηρημένος υπό του Θεού. Ποίαν σημασίαν έχει αν δεν καθηρέθη υπό Συνόδου; Φύγωμεν απ’ αυτού!..».

Μάλιστα, Πανοσιολογιώτατε, εάν όντως η λαϊκή συνείδησις εγερθή, διά την αβελτηρίαν των επί τούτω τεθέντων ως βιγλατόρων της ακεραιότητος της Εκκλησίας, και οίτινες αδιαφορούν ή σιωπούν ή ανέχονται κακούργως, τότε η φυγή του λαού και η απομάκρυνσίς του εκ τοιούτων ψευδοποιμένων, καίτοι δεν εκδίδει επίσημον πράξιν αποκηρύξεως,  τ η   ο υ σ ί α   ό μ ω ς   ε ί ν α ι   η   α π ο κ ή ρ υ ξ ι ς   τ η ς   α λ η θ ο ύ ς   Ε κ κ λ η σ ί α ς   κ α τ ά   τ ο υ   ψ ε υ δ ο ύ ς   μ έ λ ο υ ς   τ η ς,   π ο ι μ έ ν ο ς,  ή   Σ υ ν ό δ ο υ   ο λ ο κ λ ή ρ ο υ. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει σχετικώς: «Επειδή πας ορθοδοξών κατά πάντα, πάντα αιρετικόν δυνάμει, καν ου ρήματι, αναθεματίζει» (Μ.P.G. 99, 1088).

Δεν αμαρτάνουν, λοιπόν, αναφέροντες ταύτα, υπό την προϋπόθεσιν λέγομεν και πάλιν, ότι ο Επίσκοπός των όντως κηρύττει γυμνή τη κεφαλή αίρεσιν. Και τούτο διότι η ευθύνη επιρρίπτεται εις τον αιρεσιάρχην και τους συμποιμένας αυτού, οίτινες συμποιμένες πρώτοι εκείνοι έπρεπεν να αποκόψουν αυτόν της τιμίας των χορείας, και όχι να τω χαρίζωνται συνεχώς, ανεχόμενοι και ενοχοποιούντες ούτω την αθώαν λαϊκήν ψυχήν, ήν παρουσιάζουν συμφρονούσαν και οιονεί επιθυμούσαν την κοινωνίαν της πλάνης.

Αλλά πλείονα περί τούτων εις το κλασσικόν κειμένου του αγίου Κυρίλλου.

Ο δε Άγιος Μελέτιος ο Ομολογητής, ως εξής περιγράφει την υποχρέωσιν  π ά ν τ ω ν  έναντι της κηρυττομένης κακοδοξίας.

«Μη πείθεσθε μονάζουσι, μηδέ τοις πρεσβυτέροις,
Εφ’ οις ανόμως λέγουσι, κάκιστα εισηγούνται.
Και τι φημί μονάζουσι, και τι τοις πρεσβυτέροις;
Μηδ’ επισκόποις είκετε, τα μη λυσιτελούντα,
Πράττειν και λέγειν και φρονείν δολίως παραινούσιν.
Τις ευσεβής σιγήσειεν, τις όλως ηρεμήσει;
Και γαρ την συγκατάθεσιν η σιωπή σημαίνει
Και τούτο δείκνυσι σαφώς ο Πρόδρομος Κυρίου,
Και Μακκαβαίοι συν αυτώ μικράς νομοθεσίας,
Προκινδυνεύσαντες στερρώς μέχρι αυτού θανάτου,
Και μήτε το βραχύτατον του νόμου παριδόντες.
Επαινετός ο πόλεμος γνωρίζεται πολλάκις,
Και μάχη κρείττων δείκνυται ψυχοβλαβούς ειρήνης.
Βέλτιον γαρ αφίστασθαι τοις ου καλώς φρονούσι
Ή τούτοις επακολουθείν κακώς ομονοούντες,
Χωριζομένους του Θεού και τούτοις ενουμένους.»

Ως βλέπεις, π. Νέστορ, τα πράγματα είναι τελείως  δ ι α υ γ ή  και  α π λ ά.  Διά να μη νομίσης ότι αι γνώμαι μου, ή μάλλον τα αναφερόμενα είναι πολύ «τραβηγμένα», σου παραθέτω κείμενον του αθανάτου αγίου Χρυσοστόμου, όπερ τυγχάνει εισέτι αυστηρότερον.

Τα γραφόμενά του αποτελούν αληθές μαστίγωμα των «σιωπώντων» κατακεραυνών τους περί πολλά έτερα μεριμνώντας, ήτοι διά Ορφανοτροφεία, Γηροκομεία, Οικοτροφεία κλπ., της αληθείας εις τέλος λυμαινομένης.

«Όταν γαρ αυτοί μεν οι άπιστοι και αιρετικοί τω ψεύδει συνιστάμενοι πάντα πράττουσι ώστε συσκιάσαι των δογμάτων την ισχύν, ημείς δε οι της αληθείας θεραπευταί, μηδέ το στόμα διάραι δυνάμεθα, πως ου πολλήν του δόγματος καταγνώσονται την ασθένειαν; Πως ουκ απάτην και μωρίαν τα υμέτερα υποπτεύσωσι; Πως ου βλασφημήσουσι τον Χριστόν ως είρωνα και απατεώνα;

Ταύτης δε ημείς αίτιοι της βλασφημίας, ούκ εθέλοντες αγρυπνείν εν τοις υπέρ ευσεβείας λόγοις, αλλά πάρεργα τιθέμεθα ταύτα τα της γης μεριμνώντες…» (Ομιλ. ΝΖ εις το κατά Ιωάννην).

Συνεχίζεται...
4. Επιτρεπομένη οικονομία 5. Το Παλαιοημερολογιτικόν. 6. Η χειροτονία των επισκόπων εν Αμερική. 7.Αντικανονικότητες του παρελθόντος και σύγχρονοι αιρετικοί.

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

Το «να ‘σαι ο εαυτός σου»



Το «να ‘σαι ο εαυτός σου», που ακούμε συχνά από πολλούς συνανθρώπους μας, πρέπει να μας προβληματίζει. Διότι πρέπει να ξέρει κανείς καλά τον άνθρωπο για να λέει τι πρέπει να είναι και τι μπορεί να γίνει. Συνήθως οι πολλοί που το προτείνουν έχουν στο μυαλό τους τον άνθρωπο που κέντρο του έχει το εγώ του και τα πάθη του. Με αποτέλεσμα βεβαίως την καλλιέργεια του εγωισμού και του πνεύματος χωρισμού και διάσπασης των ανθρώπων. Διότι «όπου ο εγωισμός, κι ο χωρισμός». Κατά τη χριστιανική πίστη το να ‘μαστε ο εαυτός μας σημαίνει ότι τον κατανοούμε ως κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένο, που θα πει κατ’ εικόνα Χριστού – Εκείνος είναι ο αληθινός τύπος του ανθρώπου – συνεπώς είμαστε ο εαυτός μας όταν προσπαθούμε με τη χάρη Του να είμαστε Εκείνος, ζώντας τη ζωή Του ως δική μας. Κι ακόμη· ότι ακριβώς γι’ αυτό, τον εαυτό μας τον βρίσκουμε στα πρόσωπα των άλλων συνανθρώπων μας, κατά την εντολή μάλιστα του Δημιουργού «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Είμαστε λοιπόν ο εαυτός μας όταν τον άλλον, τον κάθε άλλον, τον θεωρούμε κομμάτι μας και δικό μας, οπότε τότε, κατά την υπόσχεση του Κυρίου, βρίσκουμε πράγματι τον αληθινό εαυτό μας και κυρίως τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό αναπαυόμενο στην ύπαρξή μας.


ΠΗΓΗ:pgdorbas.blogspot.com

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Είπε γέρων. Λόγοι για την Μετάνοια


  

v  Αμαρτία είναι η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό. Είναι βαρειά προσβολή, κατά του Θεού Δημιουργού. Και αυτό που κάνει τον άνθρωπο να θέλει να απομακρυνθεί από την πηγή της Ζωής, τον Θεό, είναι ο εγωισμός του. Είναι η θέληση του ανθρώπου να αυτονομηθεί από τον Θεό, πιστεύοντας ότι μπορεί να ζήσει μόνος του.

v  Τι είναι η κακία; Είναι η στρέβλωση της ψυχής, είναι η πονηριά της ψυχής.

v  Ο άνθρωπος με την πτώση του, έχασε το κριτήριο της ιεραρχήσεως των αξιών. Δεν μπορεί να ιεραρχήσει και έπαθε σύγχυση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κρίνει, τί έχει περισσότερη αξία και τι λιγότερη. Στην σύγχυσή του αυτή, έπαθε και κάτι χειρότερο. Άρχισε να απολυτοποιεί, ότι είναι σχετικό και να σχετικοποιεί, ότι είναι απόλυτο.

v  Η κακή επιθυμία είναι η πηγή όλων των κακιών. Όλες οι αμαρτίες, έχουν κοινή ρίζα, την επιθυμία. Όταν δεν υπάρχει αυτή η επιθυμία, δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η αμαρτία, όπως δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί το φυτό, εάν δεν έχει ρίζα.

v  Όλοι οι πονηροί άνθρωποι είναι παιδιά του διαβόλου, γιατί ο πάτρωνάς τους, ο δάβολος είναι πονηρός. Είναι δηλαδή πονηρός ο διάβολος και επομένως πονηρά είναι και τα όργανά του Γι’ αυτό και πίσω από κάθε πονηρό άνθρωπο, κρύβεται και ενεργεί εκ του ασφαλούς ο διάβολος.

v  Δεν υπάρχουν μικρές και μεγάλες αμαρτίες. Όλες έχουν το μέγεθος «ταλάντου», δηλαδή είναι μεγάλες αμαρτίες. Βέβαια θα μου πείτε, ότι υπάρχουν μικρές και μεγάλες αμαρτίες, γιατί το ίδιο πράγμα είναι να σκοτώσεις και το ίδιο να πείς ένα μικρό ψεματάκι; Αγαπητοί προσέξτε…! Οπωσδήποτε στην Αγία Γραφή βλέπουμε μία κλιμάκωση των αμαρτιών, αλλά πουθενά στην Γραφή δεν υπάρχει ο χαρακτηρισμός «μικρή» και «μεγάλη» αμαρτία. Και όσο αγιότερος γίνεται ο άνθρωπος, τόσο βλέπει και την πιο «μικρή» αμαρτία σαν μεγάλη. Συνεπώς ο χαρακτηρισμός μικρής και μεγάλης αμαρτίας, είναι θέμα πνευματικής οράσεως, το πως βλέπει κανείς τον εαυτόν του και τις αμαρτίες του… Όταν ο Απόστολος Παύλος έλεγε, ότι είναι αμαρτωλότερος πάντων των ανθρώπων, ήταν τεράστια ανοιχτά τα πνευματικά του μάτια, για να μπορούσε να το λέει αυτό. Και δεν ήταν κάτι που έτσι απλά το έλεγε, αλλά πραγματικά το έβλεπε και το ένοιωθε.

v  Κάθε φορά που αμαρτάνω, προσβάλλω (χαστουκίζω) τον Κύριο, και επειδή ο Θεός είναι Άπειρος και Αιώνιος, η αμαρτία μου παίρνει διαστάσεις άπειρες και αιώνιες. Γι’ αυτό και η τιμωρία της αμαρτίας είναι φοβερά μεγάλη και αμοίβεται με αιώνια κόλαση. Το αντίστοιχο συμβαίνει και με το καλό (αρετή), το οποίο αν και έλαβε χώρα εν στιγμή χρόνου, επειδή και αυτό στρέφεται προς τον Θεό, παίρνει τις διαστάσεις του απείρου και του αιωνίου. Γι’ αυτό και η Βασιλεία του Θεού είναι άπειρος αιώνιος.

v  Είτε αμαρτάνω στον εαυτόν μου, είτε αμαρτάνω απέναντι στον άλλον, οι αμαρτίες μου στον  Θεό αποτείνονται και Αυτόν προσβάλλω.

v  Η αμαρτία, ενώ φαίνεται ότι είναι ελευθερία, όμως στην πραγματικότητα είναι αιχμαλωσία… και κάτι χειρότερο. Η αμαρτία, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, αποφέρει τον θάνατο: «Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» ( Ρωμ.6, 23). Αφού λοιπόν η αμαρτία είναι το έσχατο κακό, μόνο αυτήν να φοβόμαστε και τίποτε άλλο! Ούτε τις απειλές να φοβόμαστε, ούτε τις αδικίες, ούτε την αφαίρεση της ζωής μας, όσο την αμαρτία. Ο Ιερός Χρυσόστομος μόνο αυτήν φοβόταν, γι’ αυτό και ήταν γενναίος σε όλες τις περιπέτειες της ζωής του.

v  Η αμαρτία ξεκινάει από την ψυχή. Πρώτα πορνεύει η ψυχή και ακολουθεί το σώμα. Με την πορνεία, προσφέρω θυσία στον διάβολο, ενώ με την αγνότητα προσφέρω θυσία στον Θεό. Γι’ αυτό το λέει ο Απόστολος Παύλος, να προσφέρετε θυσία ζωντανή τα σώματά σας. Δεν είπε τις καρδιές σας, αλλά τα σώματά σας… Δεν μπορώ να πηγαίνω στην Εκκλησία και να πέφτω στην πορνεία. Διότι προσφέρω θυσία στον διάβολο και δεν το καταλαβαίνω.

v  Η μετάνοια δεν είναι δυνατή στον διάβολο, αλλά είναι δυνατή στον άνθρωπο, διότι ο διάβολος επινόησε το κακό και την αμαρτία, ενώ ο άνθρωπος πλανήθηκε από το κακό.

v  Πραγματικά έξυπνος άνθρωπος είναι εκείνος που αποφεύγει την αμαρτία.

v  Ποιος σας είπε, ότι το να πεις το «όχι» ιδίως στους σαρκικούς πειρασμούς, ότι αυτό δεν αποτελεί ένα μαρτύριο και μάλιστα μαρτύριο ισότιμο με εκείνο των Μαρτύρων;

v  Αποφασίζεις να μετανοήσης, αδερφέ μου, αποφασίζεις να ζήσης μία πνευματική ζωή. Ξεκινάς λοιπόν. Αρχίζεις να πηγαίνης στην Εκκλησία. Αρχίζεις να εξομολογήσαι. Αρχίζεις να συγκεντρώνης τον εαυτό σου, για να γνωρίσης τον Ιησούν Χριστόν. Δεν μετέχεις στα ιερά Μυστήρια κατά ένα τυπικόν τρόπον, αλλά νιώθεις ότι είναι δίαυλοι, που μας οδηγούν στη ζωή. Είναι κανάλια που μας οδηγούν στη ζωή, στον Θεό.

v  Ο καλύτερος τρόπος διατηρήσεως της πνευματικής καταστάεως είναι η άνοδος.
 Θέλεις να διατηρής την πνευματικότητά σου; Φρόντιζε να ανεβαίνης.
 Θέλεις να διατηρήσαι; Φρόντιζε να ανεβαίνης!
 Γι’ αυτό τον λόγο, χρειάζεται μία διαρκής επαγρύπνησις επί του εαυτού μας, και ακόμη μία διαρκής αυτοκριτική.

v  Δεν μπορείς να γνωρίσης τον πλησίον, εάν δεν έχεις γνωρίσει τον εαυτόν σου. Δεν μπορείς να βοηθήσης τον πλησίον, εάν δεν έχεις κάνει κάθαρση του εαυτού σου. Και για να κάνης κάθαρση του εαυτού σου, πρέπει να έχης γνωρίσει τον Θεό. Επομένως η Θεογνωσία οδηγεί στην αυτογνωσία και αυτή με την σειρά της οδηγεί στην αδελφογνωσία.

v  Αν η αγάπη μας προς τον πλησίον, δεν περνάει πρώτα από την αγάπη μας προς τον Χριστό δεν είναι αγάπη πραγματική, αλλά υποκριτική. Αν εξορίσαμε ή αγνοήσαμε την αγάπη μας προς τον Χριστό, τότε η αγάπη μας προς τον πλησίον είναι μία ουτοπία… για να μην πω, ότι επιφέρει ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Την αγάπη προς τον Χριστό πρέπει πρώτα να καλλιεργούμε και μετά έρχεται η αγάπη προς τον πλησίον.

«ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ» π. Αθανασίου Μυτιληναίου Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Γιατί στης 7 Ιανουαρίου είναι κλειστά τα σχολεία;


Έχει ακουστεί  αυτό το ερώτημα κάποιες φορές. Γιατί στης 7 Ιανουαρίου είναι κλειστά τα σχολεία; Είναι τόσο μεγάλη εορτή η σύναξης του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου; Μάλιστα πρίν κάποια χρόνια το είχαμε ακούσει από τον κ. Πορτοσάλτε δημοσιογράφο του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ.

Επειδή αρκετοί δεν το γνωρίζουν, να τους ενημερώσουμε ότι  7 Ιανουαρίου με το νέο ημερολόγιο (Γρηγοριανό), αντιστοιχεί με της 25 Δεκεμβρίου του παλαιού ημερολογίου (Ιουλιανό). Δηλαδή εκατομμύρια Ορθόδοξοι Χριστιανοί που ζούνε στην Ρωσία, Σερβία, Γεωργία, Ιεροσόλυμα, αλλά και πλήθος ανθρώπων που ζούνε στην Αμερική, στη Βουλγαρία, στην Ρουμανία αλλά και στην Ελλάδα γιορτάζουν τα Χριστούγεννα!

 Από το 1924 που άλλαξε η Εκκλησία της Ελλάδος το ημερολόγιο, οι αργίες  των  Χριστουγέννων, Περιτομής Του Κυρίου και Θεοφανίων  άρχιζαν στα σχολεία από της 24 Δεκεμβρίου ν.η. έως της 8 Ιανουαρίου ν.η. που ξανά πήγαιναν τα παιδιά στο σχολείο. Έτσι και τα παιδιά που ακολουθούσαν το παλαιό ημερολόγιο προλάβαιναν και γιόρταζαν τουλάχιστον Χριστούγεννα.

Το 1981 η τότε κυβέρνηση μείωσε την περίοδο των εορτών κατά μία μέρα, έτσι τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο στης 7 Ιανουαρίου ν.η., με αποτέλεσμα τα παιδιά που ακολουθούσαν το παλαιό ημερολόγιο να αναγκάζονται να μην πηγαίνουν στα μαθήματά τους και να χρεώνονται απουσίες, για να μπορέσουν να εορτάσουν μαζί με τις οικογένειές τους τα Χριστούγεννα.

Το 1992 στης 7 Ιανουαρίου με το νέο ημερολόγιο, 25 Δεκεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο Χριστούγεννα, επισκέφτηκε τον Ι.Ν. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου παλαιοημερολογιτών  Χαλκίδος, ο τότε βουλευτής Ευβοίας κ. Ιωάννης Σπανός για να χαιρετήσει τους εκεί πιστούς που εόρταζαν. Μετά τον εκκλησιασμό οι πιστοί προσέφεραν κέρασμα στην διπλανή αίθουσα από τον ναό και στην συζήτηση που ανοίχτηκε  ρώτησαν οι εντόπιοι ενορίτες μεταξύ άλλων:

-Γιατί κύριε Σπανέ τα παιδιά μας να παίρνουν απουσία από το σχολείο για να εορτάσουν τα Χριστούγεννα; κλπ.προβλήματα.

Ο κύριος Βουλευτής κατανόησε το πρόβλημα και την επόμενη ημέρα 8 Ιανουαρίου 1992 με το νέο ημερολόγιο κατέθεσε ερώτηση στην Βουλή στον αρμόδιο υπουργό. Την ερώτηση υπέγραψε και ο Βουλευτής Σερρών Θεόδωρος Παπαδόπουλος.

Παραθέτουμε και την φωτοτυπία της ερώτησης που κατατέθηκε στην βουλή και η οποία βρίσκετε  στα αρχεία του Ι.Ν. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου παλαιοημερολογιτών Χαλκίδος , από όπου και την προμηθευτήκαμε.


Βέβαια παραμένουν  πλήθος άλλες αδικίες κατά των γνησίων ορθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος, αλλά μιάς και ασχοληθήκαμε για της αργίες των σχολείων ας παραμείνουμε σε αυτές. Ας κάνει κάτι το υπουργείο παιδείας και για της αργίες της πρωτοχρονιάς και των Θεοφανίων με το παλαιό ημερολόγιο όπου εορτάζονται από τους πιστούς στις 14 και 19 Ιανουαρίου ν.η. αντίστοιχα.

Επειδή κάποια στιγμή έπεσε στην αντίληψή μας, ότι η πολιτεία για λόγους οικονομίας θέλει να διευρύνει την τουριστική περίοδο, σαν πρόταση λέμε ότι θα μπορούσε  να συνεχίσει την εορταστική περίοδο έως και την 19 Ιανουαρίου ν.η. Έτσι θα είχε μία παρατεινόμενη εορταστική περίοδο που θα άγγιζε σχεδόν τον ένα μήνα. Και το έλλειμμα χρόνου στην διδακτέα ύλη στα σχολεία θα μπορούσε να καλυφτεί ανοίγοντας τα σχολεία μία εβδομάδα πιο νωρίς τον Σεπτέμβριο και να κλείνουν μία εβδομάδα αργότερα τον Μάιο ή τον Ιούνιο.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

7.Αντικανονικότητες του παρελθόντος και σύγχρονοι αιρετικοί.


7.Αντικανονικότητες του παρελθόντος και σύγχρονοι αιρετικοί.

Εις την σελ.(69), ερωτά: «Τι λοιπόν να πράξωμεν τότε; Θα με ερωτήσης: Που θα πορευθώμεν; Ποίου θα μνημονεύσωμεν;»

Αυτά δηλ. π. Νέστορ, που απήτουν απάντησιν από την πρώτην σελίδα, επί τέλους, μετά από διαδρομήν ένδεκα σελίδων και ένδεκα αιώνων ιστορίας της Εκκλησίας, έρχεται τώρα να απαντήση. Σου παραθέτω αυτολεξεί το πιστεύω του.

«Ευχής έργον θα ήτο να υπήρχον ποιμένες εις ούς η υποταγή μόνον ‘’μετά χαράς’’ θα εγίνετο. Αλλ’ όταν τούτο δεν είναι εφικτόν, ας υποτασσώμεθα ‘’στενάζοντες’’. Λέγων, υποταγήν, δεν εννοώ βεβαίως -πολού γε και δει- να επικροτώμεν πάσαν ενέργειαν αυτών και να φρονώμεν εν παντί ότι φρονούσι και αυτοί. Όχι! Εννοώ, απλώς να μη αποσπώμεθα απ’ αυτών, να μη διαρρηγνύωμεν την απ’ αυτών κανονικήν εξάρτησιν. Κατά τα λοιπά και θα διαφωνήσωμεν και θα διαμαρτυρηθώμεν και θα αντιταχθώμεν. Εφ’ όσον όμως η Εκκλησία δεν προέβη εις καθαίρεσιν αυτών, ημείς δεν πρέπει να αποκηρύξωμεν αυτούς και να παύσωμεν το μνημόσυνον αυτών».

Ιδού π. Νέστορ, το αντιπαραδοσιακόν συμπέρασμα του π. Επιφανίου. Διά την ανασκευήν του όρα τα λεγόμενα κατωτέρω εις την Ερμηνείαν του ΙΕ’ της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Παραπέμπων εν συνεχεία εις το Εβρ. 13, 17 όπου ο λόγος περί των ηγουμένων, ελησμόνησε να ίδη ανωτέρω, εις τον στίχον 8, ένθα αναφέρονται τα εξής: «… ων αναθεωρούντες την έκβασιν μιμείσθε την πίστιν».

Και εξηγεί ο χρυσούς την γλώτταν Ι. Χρυσόστομος: «Πως ουν Παύλος φησίν πείθεσθε τοις ηγουμένοις ημών και υπείκετε; Ανωτέρω ειπών ων αναθεωρούντες την έκβασιν της  α ν α σ τ ρ ο φ ή ς, τότε είπε πείθεσθε τοις ηγουμένοις ημών και υπείκετε. Τι ουν φησίν, όταν πονηρός ή και μη πειθώμεθα; Πονηρός πως λέγεις;  Ε ι   μ ε ν   π ί σ τ ε ω ς   έ ν ε κ ε ν  φ ε ύ γ ε   και παραίτησαι, μη μόνον αν άνθρωπος η, αλλά καν άγγελος εξ ουρανού κατιών». (Ομιλ. Λς΄ προς Εβρ.).

Τώρα σε ερωτώ π. Νέστορ, ποίων αγίων θέλει ο π. Επ. να θεωρήσωμεν τον αποστολικόν βίον, των 8 πρώτων αιώνων, των επί Τουρκοκρατίας αγίων ψυχών, ή των «αγίων» του 20ου αιώνος;

Αναλόγησαι συ μόνος και μιμήθητι, εγώ δεν βλέπω ουδεμίαν δυσκολίαν περί την εκλογήν. Εν τη σελίδι (70) θα παρετήρησες ότι αρχίζει νέος χορός επιχειρημάτων με την εξής βαρύγδουπον εισαγωγήν. «Ας μη σπεύδωμεν, αδελφέ. Τα θέματα ταύτα άπτονται της αιωνίου ζωής και χρήζουσι μεγάλης περισκέψεως».

Εν άλλοις λόγοις ο π. Επ. επιθυμεί τα θέματα ταύτα που «άπτονται της αιωνίου ζωής» να τα λύωμεν ακολουθούντες μόνον την εαυτού διδασκαλίαν και πλέον ουδέν!  Διότι, ως θα επρόσεξε η οσιότης σου, ουδεμία αγωνία τον διακρίνει, ως πάντα διδάσκαλον τοιαύτης φύσεως θεμάτων, αλλ’ αυτοπεποίθησις και  δ ι α λ ε κ τ ι κ ό ς,  θα έλεγον, ναρκισσισμός, όστις τον καθιστά αφεύκτως   δ ι α λ λ α κ τ ι κ ό ν   αντίπαλον, με βέβαιον το επόμενον βήμα της  σ υ ν α λ λ α γ ή ς   των τιμίων έναντι αβροφροσυνών τινων παρά των «μεγάλων» της σήμερον.

Συνεχίζω, π. Νέστορ, με το παράδειγμα που τοποθετεί εν τη σελίδι (70), την οικουμενιστικήν συμπροσευχήν που έλαβε χώραν εν Καΐρω τω 1934. Το συμπέρασμα που εξάγει εξ αυτού είναι τελείως ανιστόρητον και αβαθές.

Διότι γράφει: «Ενώ δε η ενέργεια εκείνη του Πατριάρχου εις ουδεμίαν ένωσιν ωδήγησεν, συν τη παρόδω δε του χρόνου ελησμονήθη τελείως, το σχίσμα όμως θα υπήρχε μέχρι σήμερον και θα συνεκλόνιζε την Εκκλησίαν Αλεξανδρείας». Εύγε των συμπερασμάτων του Πανοσιολογιωτάτου! Πόθεν συνάγει το ότι «συν τη παρόδω του χρόνου ελησμονήθη  τ ε λ ε ί ω ς; διατί α π ο μ ο ν ώ ν ε ι   τόσον εγκληματικώς τα γεγονότα τα λαμβάνοντα χώραν εις τον ζώντα οργανισμόν της Εκκλησίας;  Αυτό και τα παρόμοια τούτω  δ ε ν   ε γ έ ν ν η σ α ν   τ ο   τ έ ρ α ς   της σημερινής καταστάσεως; Άρα ήτο αδιάφορον και τελείως «ελησμονήθη» το γεγονός του 1934; Δυστυχώς όχι, μυριάκις όχι!

Και εάν εγίνετο, ποιος τον βεβαιοί ότι θα συνεκλόνιζεν μέχρι σήμερον την Εκκλησίαν των Αλεξανδρέων, αλλ’ εξ αντιθέτου δεν θα εγίνετο ευλογημήνη απαρχή διακοπής όλων των επαράτων μίξεων και συμπροσευχών και δεν θα εκαθήλουν τον σημερινόν «Προφηταπόστολον», όστις τα πάντα ισοπέδωσε;

Και όμως, έχει την απαίτησιν, π. Νέστορ, ο τοιούτος ερμηνευτής των Εκκλ. Γεγονότων να του έχωμεν εμπιστοσύνην και τυφλοίς όμμασι να υπείκωμεν εις τα «θέσφατα» του! Δυστυχώς όμως, δεν δυνάμεθα να του κάμωμεν  αυτήν την «αβροφροσύνην», ότι εγγύς της αφροσύνης ήθελε είναι και αρνήσεως των τιμίων.

Τα λοιπά παραδείγματα μέχρι την απαρχήν της σελίδος (74) ευρισκόμενα, ερμηνεύονται από ορθοδόξου επόψεως με βάσιν τας ανωτέρω παρατηρήσεις περί της συμπροσευχής του 1934 εν Καΐρω συν τας κάτωθι παρατηρήσεις και συμπληρώσεις.

1)Όλα εγένοντο «μεμονωμένως», ήτοι υπό ιερέως ή επισκόπου τινός, ουδέν δε υπό ολοκλήρου Εκκλησίας, εν επισήμοις τελεταίς, ως σήμερον. (όρα Συμπροσευχήν εν Ρώμη και άρσιν αναθέματος 1054, με προγράμματα και ανακοινώσεις παγκοσμίου κλίμακος).

Άρα, διαφέρει σφόδρα, το «ανάλογον» των ανωτέρω επιχειρημάτων και των της σήμερον.

Διότι με την ανωτέρω λογικήν θα καταλήξωμεν ότι, όταν δύο κληρικοί δύο οιωνδήποτε Εκκλησιών  τ η   ι δ ί α   α υ τ ώ ν  πρωτοβουλία συμπράτουν, άνευ επισήμου εντολής της Εκκλησίας των, είναι το  ί δ ι ο ν  ωσεί να συμπράττουν αι Εκκλησίαι των!!

Δηλαδή, εάν εγώ αύριον συγκοινωνήσω με αιρετικούς, θα καταστήσω αιρερικήν την Εκκλησίαν μου;

Εις τον Άγιον Πέτρον, δύναται να μας είπη ο Πανοσιολογιώτατος, π ο ί ο ς  συνεπροσευχήθη με τον Πάπαν, ο Αθηναγόρας ή η Ορθόδοξος Εκκλησία;

2)Τα κηρυχθέντα, τότε, ή πραχθέντα, διότι πράξεις μόνον σχεδόν μας μνημονεύει, με τα της σήμερον τελούμενα, διαφέρουν όσον το βάρος πτηνού και βουβάλου!

Και όμως, παρ’ όλας τας τραγικάς αντιθέσεις που είχε ν’ αντιμετωπίση υπερασπίζοντας οίαν θέσιν υπερασπίζει, πεποιθώς τη διαλεκτική του εχώρησε, πλην εβυθίσθη και κατεποντίσθη εν τω πελάγει της των πατέρων διδασκαλίας, οίτινες ανέτρεψαν άρδην την σχεδίαν μεθ’ ής έπλεεν, χρώμενος ως κώπας τον νούν και την στρεψόδικον ερμηνευτικήν του!

Ο γνωστός σου π. Βασίλειος, αναφερόμενος εις τα παρόντα γράφει τα εξής:

… «Και όμως πάτερ, έτσι που παρουσιάζετε τα πράγματα, είναι σαν να μας λέτε: «σ υ ν η θ ι σ μ έ ν α   π ρ ά γ μ α τ α». Μήπως και θα θέλατε όλα αυτά τα ατοπήματα να τα δεχθούμε τάχα ως δευτέραν παράδοσιν της Εκκλησίας μας δορυφορούσαν την πρώτην; Και τις ισχυρίσθη ποτέ ότι τάχα η  ε π α ν ά λ η ψ ι ς   και το  μ α κ ρ ο χ ρ ό ν ι ο ν   της παρανομίας και της αποστασίας τας καθιστούν νομίμους; Και τις σας είπε ότι τάχα διαμαρτυρόμεθα μόνον διά τας τωρινάς παρανομίας; Διαμαρτυρόμεθα και χωρίζομεν τας ευθύνας μας με πάσαν παρανομίαν, οπουδήποτε, οποτεδήποτε και υφ’ οιουδήποτε και αν διεπράχθη. Ούτε ο χρόνος ούτε η συνήθεια αλλάζουν ποτέ το ψεύδος εις αλήθειαν!

Και πως θα θεραπευθούν τα τοιαύτα; Προτείνετε να ερωτηθούν εγγράφως οι αρχιερείς της Ελλαδικής Εκκλησίας περί της ομολογίας της πέστεως των. Και τι θα τους κοστίση, πάτερ, να μας δώσουν μίαν ομολογίαν πίστεως ορθοδοξοτάτην, κατά τους τύπους και την διατύπωσιν; Παρήλθεν ο καιρός όπου οι αιρετικοί ήσαν συνεπείς με τας αιρέσεις των και τας εκήρυττον αυτάς «γυμνή τη κεφαλή» εν μέσω της Εκκλησίας και υπερασπίζοντο αυτάς ως έκφρασιν αληθείας, λέγοντες τουλάχιστον «τα σύκα σύκα και την σκάφην σκάφην». Παρήλθεν ο καιρός που οι αιρέσεις ξεφύτρωναν δίκην  μ α ν ι τ α ρ ί ω ν  ποικιλοχρώμων, ερεθίζοντα τους οφθαλμούς και τα αισθητήρια των πιστών. Οι νέες αιρέσεις του σκεπτικισμού, ορθολογισμού, συγκρητισμού και οικουμενισμού δεν αρέσκονται εις ωρισμένα σχήματα και αποφεύγουν  όσον το δυνατόν τας διατυπώσεις. Δεν είναι, επαναλαμβάνω, αιρέσεις μανιτάρια, είναι αιρέσεις  χ α μ α ι λ έ ο ν τ ε ς  που δύνανται να προσαρμοσθούν σε οποιαδήποτε δογματική διατύπωση ακόμη και την πλέον ορθόδοξον! Οι νέες αιρέσεις οικουμενιστικού χαρακτήρος οι οποίες προετοιμάζουν την έλευση του Αντιχρίστου, αποσκοπούν να επιβληθούν επί των μαζών  δ ι α β ρ ω τ ι κ ώ ς  και αφανώς, είτε διά της οδού της συγχύσεως και των διφορουμένων διατυπώσεων τύπου Πυθείας, αποφεύγουσαι τον σκανδαλισμόν του όχλου, ελισσόμεναι κατά τρόπον θαυμαστόν, ώστε να διατηρηθή ανέπαφος η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΝΟΤΗΣ και η συνοχή των μαζών, πράγμα το οποίον κατέστη πλέον αυτοσκοπός. Έτσι λοιπόν πολλάκις θα διατηρηθούν σχεδόν ανέπαφοι οι εξωτερικοί θεσμοί, τα έθιμα και οι διατυπώσεις, αρκεί μόνον «ν α   ε ξ ο υ θ ε ν ω θ ή   η   π ρ ο φ η τ ε ί α   κ α ι    ν α    σ β ε σ  θ ή   τ ο   Π ν ε ύ μ α». Οι νέες αιρέσεις διαβάζονται ανάμεσα στις γραμμές, με άυλα και ασχημάτιστα γράμματα των κειμένων των επισήμων ομολογιών πίστεως. Διδάσκονται και διαδίδονται πολλάκις με κλειστό το στόμα, χωρίς γραφίδα, χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη που να προδίδουν και να ενοχοποιούν τους αιρεσιάρχας. Δυστυχώς αναρίθμητοι ιεράρχαι της σήμερον παίζουν  δ ι π λ ό    π α ι χ ν ί δ ι   εις τον τομέα αυτόν. Δεν θα χάσουν «ούτε τσόχα ούτε ραπτικά» διά να υπογράψουν ομολογίας πίστεως κατ’ αντιγραφήν του Μ. Φωτίου και του αγίου Μάρκου Ευγενικού, πράγμα το οποίον ουδόλως θα τους εμποδίση αλλού και εις άλλους να κηρύξουν ακριβώς τα αντίθετα! Ιδού διατί αι ομολογίαι μόναι δεν μας αρκούν. Θέλομεν βεβαίως και τας τυπικάς ομολογίας, αλλά μόνον υπό τον όρον να φέρουν την σφραγίδα της ΣΥΝΕΠΕΙΑΣ». (σ.11-12).

Πριν πλησιάση εις την εξέτασιν του περιφήμου ΙΕ΄της Πρωτοδευτέρας Συνόδου θέτει άλλα τρία επιχειρήματα – διλήμματα, ή άλλως  π ρ ο τ ά σ ε ι ς  -  ν ά ρ κ α ς   ενώπιον του π. Νικοδήμου.
Τα συνοψίζω:
Α) «Αγών συνεχής και ακατάπαυστος κατά των ενεργειών του Πατριάρχου, ΝΑΙ! Σχίσμα όμως, ΟΧΙ»!
Β) Το χωρίον του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου «Τι σεαυτόν ποιείς ποιμένα, πρόβατον ών,» κλπ.
Και γ) Την στάσιν του π. Ιουστ. Πόποβιτς έναντι των τελουμένων σήμερον εις βάρος της Ορθοδοξίας (σελ.74-5).

Αφήνω τα δύο πρώτα να τα εξετάσω στο Β΄Μέρος της απαντήσεώς μου, μαζί με όλα εκείνα που έχω φυλάξει διά την ερμηνείαν του ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας και σου γράφω ολίγα περί του γ) παραδείγματος:

Τι σημασία έχει δι’ ημάς, εις την προκειμένην περίπτωσιν, το παράδειγμα ενός αρχιμανδρίτου ή μάλλον η στάσις του, έστω λογίου και ευσεβούς, ενώπιον των παραγγελμάτων Οικουμενικών Συνόδων, διδαγμάτων Εκκλ. Ιστορίας και αγίων Πατέρων, οίτινες κατηγορηματικώς βοούν:

«Π α ς   ο   λ έ γ ω ν   π α ρ ά   τ α   δ ι α τ ε τ α γ μ έ ν α,   κ α ν   ν η σ τ ε ύ η,   κ α ι   π α ρ θ ε ν ε ύ η,   κ α ν   π ρ ο φ η τ ε ύ η,   κ α ν   σ η μ ε ί α   π ο ι ή,   λ ύ κ ο ς   σ ο ι   φ α ι ν έ σ θ ω   ε ν   π ρ ο β ά τ ο υ   δ ο ρ ά   φ θ ο ρ ά ν   π ρ ο β ά τ ω ν   κ α τ ε ρ γ α ζ ό μ ε ν ο ς».

Αφήνω την περίπτωσιν της υπό κατοχήν τελούσης πατρίδος του, στεναζούσης υπό το Κομουνιστικόν πέλμα και ασφαλώς και της Σερβικής Εκκλησίας μη δυναμένης να δράση ελευθέρως, άρα και ο π. Ιουστίνος, ως και το γεγονός ότι ηκολούθει το παλαιόν ημερολόγιον!

Αλλ’ ανεξαρτήτως των ανωτέρω, τι σημαίνει το παράδειγμα  ε ν ό ς   ανθρώπου εις την προκειμένην περίπτωσιν, όταν και πάλι το τονίζω, κηρύσσεται η φοβερά αίρεσις του «Ο ι κ ο υ μ ε ν ι σ μ ο ύ» και πάντες υποχρεούμεθα ν’ αντιδράσωνεν έως θανάτου;

«Ακούσατε, πάτερ», γράφει ο π. Βασίλειος: «Πολλοί ως ο Πόποβιτς, εσείς, ο άγιος Φλωρίνης, γίνεσθε δυστυχώς οι θεωρητικοί της ημετέρας παρατάξεως», κηρύττοντες και αδοκιμούντες», πλην σκορπίζοντες πολλήν μεγαλυτέραν σύγχυσιν εις το πλήρωμα από τους καθ’ αυτό ενωτικούς! Διότι εφεύρατε παράδοξον εκκλησιολογίαν, ότι δηλ. δυνάμεθα να ομολογούμεν ότι ένας Πατριάρχης είναι  α ι ρ ε τ ι κ ό ς  και ταυτόχρονα να τον μνημονεύουμε στα δίπτυχα ως ορθοτομούντα!.. για ν’ αποφύγωμε τα σχίσματα». Διαμαρτυρία ναι, σχίσμα όμως όχι»! Και ερωτώμεν: Που ευρήκατε αυτήν την στάσιν; Τις των Πατέρων εδίδαξε ποτέ ότι χωριζόμενοι των αιρετικών δημιουργούμε σχίσμα;» (σ.37).

Ταύτα όμως ουδόλως υπολογίζει ο π. Επ. διό και καταλήγει με το μορμολύκειον της απειλής άμα και αυθεντίας: «Αδερφέ, Νικόδημε, προσοχή μη κολασθώμεν»!

Αλλά μη φοβού, π. Νέστορ, διότι ο μέν π. Νικόδημος βεβαιότερον είναι ότι ζαλισθείς από την δοκησισοφίαν κινδυνεύει μάλλον από δύσπνοιαν, παρά να κολασθή εμμένων ταις αρχαίς και παραδόσεσι των Αγίων Πατέρων, ιδιαίτατα δε των αγιορειτών ηρώων και Ομολογητών! (Μνήσθητι αγιορειτών Μαρτύρων επί Βέκκου, και των απ’ εναντίας τυμπανιαίων της Μ. Λαύρας!).

Διότι είναι γνωστόν τοις πάσι ότι,  ο ι   μ η   υ π α κ ο ύ σ α ν τ ε ς   εις τον φιλενωτικόν Πατριάρχην, επροτίμησαν να πνιγούν υπό των διωκτών τους, να καούν ζώντες ή να κρεμασθούν, παρά να  σ υ λ λ ε ι τ ο υ ρ γ ή σ ο υ ν  με τους απεσταλμένους του Βέκου. Οι δε άλλοι, υποχωρήσαντες από δειλίαν ή ανθρωπαρέσκειαν, κείνται πτώμα δεινόν και εξαίσιον ομού με τα λοιπά δεινά της Ι. Μονής Ξηροποτάμου, άτινα η οσιότης σου γνωρίζει καλλίτερον εμού.

Αλλά καιρός πλέον, αγαπητέ μου αδελφέ, να εισέλθωμεν εις το κρίσιμον ερώτημα: Τι λέγουσι οι Κανόνες διά παρομοίας περιπτώσεις; Τι λέγουσι οι άγιοι Πατέρες; Και να αφήσωμεν τας νοητικάς ακροβασίας, τας πλήρεις «προτεσταντικού υποκειμενισμού».

Αυτό δηλ. που έπρεπε να συζητήση εξ υπαρχής ο π. Επ. με τον π. Νικόδημον, έρχεται εν τω τέλει της πραγματείας του να το είπη.

Το  π ω ς  δε το λέει, θα το ίδη σαφώς η οσιότης σου, και κατανοήσασα ευκόλως την διαστροφήν, θα θαυμάση τας παγίδας και πτώσεις του νού του απατεώνος!  


Συνεχίζεται...

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ (ΔΥΟ ΑΚΡΑ, σ σ. 58-96) 1. Αξιωματικοί και στρατιώται. 2. Περί οικονομίας. 3. Ο Μ. Φώτιος και ο πάπας Ιωάννης Η΄. 4. Επιτρεπομένη οικονομία 5. Το Παλαιοημερολογιτικόν.  6. Η χειροτονία των επισκόπων εν Αμερική.  Μ Ε Ρ Ο Σ Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο Ν 1.Περί του ΙΕ’ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.