Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Ολοταχώς προς Ουνία;

 

proteio fanario1

Νικολάου Μάννη στην Romfea.gr
Εκπαιδευτικού


"Παρ' ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἠδυνήθησαν ποτέ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὑπερασπιστής τῆς Θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός"Εγκύκλιος Επιστολή των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής (1848)

Η στιγμή που πολλοί από εμάς προβλέπαμε πλησιάζει.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος στη δύση της ζωής του αποφάσισε να κάνει το μεγάλο του βήμα προς τη Δύση· ένα βήμα στα χνάρια της πορείας του ινδάλματός του (του Αθηναγόρα) και σχεδιασμένο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, κατά την οποία σπούδαζε στα έδρανα του "Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών Ρώμης".

Το εν λόγω "Ινστιτούτο", το οποίο, όπως το ίδιο αποκαλύπτει, αναλαμβάνει "την εκπαίδευση και την προετοιμασία μιας νέας γενιάς ηγετών" αφού "οι απόφοιτοι υπηρετούν ως επίσκοποι τόσο στην Ορθόδοξη όσο και στην Καθολική Εκκλησία" [1] ιδρύθηκε το 1917 και έχει εξαιρετική ομοιότητα με το περίφημο "Collegium Graecum" που είχε ιδρύσει ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ το 1577 ως προς τα εξής: α) και τα δύο είχαν ως σκοπό την εκπαίδευση "σχισματικών" που θα επιστρέφουν στις χώρες τους ως κήρυκες της Ουνίας [2] και β) αμφότερα συνδέονται οργανικά με το διαβόητο τάγμα των Ιησουιτών, οι οποίοι τα διοικούσαν (το Ινστιτούτο μέχρι και σήμερα, το Κολλέγιο μέχρι το 1897 που περιήλθε στη διοίκηση των Βενεδικτίνων).

Δεν προκαλεί λοιπόν καμία εντύπωση η κατάληξη της πορείας του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, ο οποίος προσφάτως (4 Σεπτεμβρίου 2026) ανέπτυξε δημοσίως τις θέσεις του και το σχέδιό του για το βήμα προς την Ουνία, στην ομιλία του στο 27ο Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας για το Δίκαιο των Ανατολικών Εκκλησιών στο Κέντρο Ορθόδοξου Χριστιανικού Διαλόγου «ΦΑΝΑΡΙΟΝ» στη Βουδαπέστη [3].

Οι θέσεις του είναι οι εξής:

1. Αποδέχεται ότι η Εκκλησία της Ρώμης έχει το Πρωτείο, το οποίο ο ίδιος κατανοεί ως "ένα πρωτείο αγαπητικής διακονίας, το οποίο ασκείται εντός και ποτέ υπεράνω της κοινωνίας των αδελφών Εκκλησιών" [4].

2. Γράφοντας ότι "ο θεσμός της Πενταρχίας —των πέντε μεγάλων αρχαίων Εδρών της Ρώμης, της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και των Ιεροσολύμων— αποτελούσε, κατά την πρώτη χριστιανική χιλιετία, το ίδιο το πλαίσιο εντός του οποίου η ενότητα της καθολικής Εκκλησίας έβρισκε την πιο ορατή εκκλησιαστική της έκφραση" [5], ουσιαστικά δέχεται δύο πράγματα: ότι μόνο η Πενταρχία είναι το πλαίσιο στο οποίο η Εκκλησία έχει περισσότερη ορατή έκφραση και πως η Πενταρχία καταλύθηκε με την έκπτωση της Ρώμης το 1054.

3. Θεωρεί ότι τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων "στέκονται ως ακλόνητοι πυλώνες και αρραγή θεμέλια της Αποστολικής Παράδοσης και, μαζί με την Εκκλησία της Πρεσβυτέρας Ρώμης, αποτελούσαν κατά την πρώτη χιλιετία την πεντάχορδη λύρα της παγκόσμιας Εκκλησίας, συμμετέχοντας ενεργά στις Επτά Άγιες Οικουμενικές Συνόδους και "ορθοτομώντας τον λόγον της αληθείας"" [6].

Και συνεχίζοντας, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος εκθέτει το σχέδιό του, στο οποίο αποκαλύπτει ότι έστειλε επιστολή στους Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων για να συναντηθούν στις 30 Νοεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να εξετάσουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το χριστεπώνυμο ποίμνιο, εκφράζοντας την ελπίδα για "την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας με την Εκκλησία της Ρώμης μέσα στο ένα Σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ώστε η Πενταρχία να γίνει και πάλι ολόκληρη και η "πεντάχορδη λύρα" της παγκόσμιας Εκκλησίας να αντηχήσει ξανά στην πληρότητα της αρχαίας της αρμονίας" [7]!

Εξετάζοντας τις παραπάνω θέσεις ας μου επιτραπεί η κατάθεση ορισμένων παρατηρήσεων:

1. Σχετικά με το Πρωτείο, το θέμα δεν είναι πως το κατανοεί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αλλά αφενός μεν πως το εκλαμβάνει ο ίδιος ο Πάπας Λέων ΙΔ΄, αφετέρου δε πως το βλέπουν οι Άγιοι Πατέρες με τους οποίους οφείλουμε να είμαστε σύμφωνοι, εάν θέλουμε να λεγόμαστε Ορθόδοξοι.

Και ο μεν πρώτος εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται το Πρωτείο ως εξουσία υπεράνω όλων των Εκκλησιών άνευ Συνοδικότητας (όπως απέδειξε και τον περασμένο Ιούλιο με τον αφορισμό της γνωστής "Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι΄" (SSPX), στον οποίο προέβη ως μονοκράτορας και χωρίς τη σύγκληση Συνόδου), οι δε Πατέρες σύσσωμοι ουδέποτε αποδέχθηκαν οποιοδήποτε Πρωτείο εξουσίας (έστω και μασκαρεμένο ως "διακονίας") για κανέναν Πάπα ή Πατριάρχη, αλλά θεωρούσαν ως Κεφαλή της (ορατής τε και αοράτου) Εκκλησίας τον Ιησού Χριστό, ανώτατο δε διοικητικό όργανο την Οικουμενική Σύνοδο [8].

2. Σχετικά με τον θεσμό της Πενταρχίας, αυτός ως προϊόν της εξέλιξης της Εκκλησίας είναι δυνατόν, όπως εμφανίστηκε, έτσι και να εξαφανιστεί ή ακόμα και να τροποποιηθεί (αλλάζοντας ακόμη και ο αριθμός της) εξαιτίας αλλαγών στην εκκλησιαστική ζωή Είναι απαράδεκτη η θεώρηση ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι λιγότερο ορατή χωρίς την Πενταρχία.

Αντιθέτως η ορατή έκφραση της Εκκλησίας δεν αυξομειώνεται, αλλά παραμένει ακέραιη, ορατή και πλήρης σε όσους διατηρούν την Ορθόδοξη Πίστη. Μήπως αυτό δεν συνέβη κατά τους τρεις πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, που δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί η Πενταρχία;

Μήπως αυτό δεν συνέβη και μετά την απόσχιση τεράστιων επαρχιών της (όπως στη Βόρεια Αφρική με τους Δονατιστές, ή στην Αίγυπτο και την Ασία με τους Αντιχαλκηδόνιους); Γιατί λοιπόν η έκπτωση της Ρώμης το 1054 και η κατάλυση της Πενταρχίας να σημαίνει μείωση της ορατής εκφράσεως της Εκκλησία;

Πόσο μάλλον όταν αυτή η κατάλυση της Πενταρχίας μετά το 1054 υπήρξε προσωρινή αφού υπήρξε αποκατάστασή της, πράγμα το οποίο ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αποσιωπεί!

Διότι είναι γνωστό, σε όλους τους ασχολούμενος με την Εκκλησιαστική Ιστορία ή το Εκκλησιαστικό Δίκαιο ότι η εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθόδοξος Σύνοδος του 1593 (με τη συμμετοχή των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίου Β΄ του Τρανού, Αλεξανδρείας Αγίου Μελετίου Πηγά - που εκπροσωπούσε και τον Αντιοχείας Ιωακείμ - και Ιεροσολύμων Σωφρονίου), αφενός μεν,με τον Η΄ Κανόνα της [9], ο οποίος ήταν ανανέωση του Α΄ Κανόνα της εν Αντιοχεία Συνόδου, απέκοψε επισήμως από το Σώμα της Εκκλησίας την, μόλις προ ολίγων ετών (1582) παραβάτρια του εν λόγω Κανόνος, Εκκλησία της Ρώμης, αφετέρου δε απεκατέστησε την Πενταρχία δίνοντας την πέμπτη θέση στην Εκκλησία της Ρωσίας αφού αποφάσισε "τὸν θρόνον τῆς εὐσεβεστάτης καὶ Ὀρθοδόξου πόλεως Μοσκόβου εἶναί τε καὶ λέγεσθαι Πατριαρχεῖον, διὰ τὸ βασιλείας ἀξιωθῆναι παρὰ Θεοῦ τὴν χώραν ταύτην, πᾶσάν τε Ρωσσίαν καὶ τὰ Ὑπερβόρεια μέρη ὑποτάττεσθαι τῷ Πατριαρχικῷ Θρόνῳ Μοσκόβου καὶ πάσης Ρωσσίας καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν, ἔχειν τὸν τόπον αὐτοῦ μετὰ τὸν παναγιώτατον Ἱεροσολύμων ἔν τε τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις καὶ ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς συνελεύσεσιν, ἵνα τοὺς προρρηθέντας τῶν ἁγίων Πατέρων κανόνας, ἀπαρασαλεύτους τηρήσωμεν, ὑπερέχειν τε ἐπισκόπων, μητροπολιτῶν, ἀρχιεπισκόπων, ἐν ὅλῃ τῇ καθολικῇ τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ, τῆς δὲ παροικίας ἐκείνης Μοσκόβου καὶ πάσης Ρωσσίας καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν κεφαλὴν εἶναι καὶ ἐπιγινώσκεσθαι... ἀδελφόν τε εἶναι καὶ λέγεσθαι τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν μετὰ ταύτης τῆς ἐπωνυμίας, ὁμοταγῆ καὶ σύνθρονον, ἴσον τε τῇ τάξει καὶ τῇ ἀξίᾳ ἐπιγράφεσθαί τε καὶ ὑπογράφεσθαι κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Πατριάρχης Μοσκόβου καὶ πάσης Ρωσσίας καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν" [10].

Μάλιστα το Πατριαρχείο Μόσχας είναι το μόνο νεώτερο Πατριαρχείο που έχει έγκριση Πανορθοδόξου Συνόδου σε αντίθεση με όλα τα άλλα νέα, και καταχρηστικώς λεγόμενα, Πατριαρχεία (Σερβίας, Βουλγαρίας κλπ).

Είναι μάλιστα θεμελιώδους σημασίας το γεγονός ότι η απόφαση του 1593 δεν έτυχε αναθεώρησης σε καμία μεταγενέστερη Σύνοδο.

Το να περιφρονεί λοιπόν την ήδη (από το 1593) αποκαταστημένη συνοδικώς Πενταρχία, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, και να προσπαθεί να ρυθμίσει το θέμα αυτό μόνος του (έστω και με τη σύμπραξη κάποιων Προκαθημένων), θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τον προηγούμενο Πατριάρχη που έπραξε ανάλογα.

Και, για όσους δεν γνωρίζουν, αναφέρομαι στον Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Ε΄ τον Καράκαλλο, ο οποίος περιφρονώντας την Πανορθόδοξο Σύνοδο του 1484, αλλά και την πλειοψηφία των ανά την Οικουμένη Αρχιερέων [11], επέβαλε μόνος του (με την, εκβιαστικώ τω τρόπω, έγκριση δύο ακόμη Προκαθημένων) τον Αναβαπτισμό των Λατίνων και των Αρμενίων.

Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Αφενός μεν ο "Όρος" του να απορριφθεί από την πλειοψηφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφετέρου να κατηγορηθεί από τους συνεπισκόπους του ως παπίσκος, όπως αποκαλύπτουν τα στηλιτευτικά κείμενα της εποχής (σε μορφή τροπαριών), εκ των οποίων σταχυολογώ ενδεικτικά ελάχιστα μεν, διαφωτιστικότατα δε: "Οὐκ ἔδει σε Κύριλλε τὸν παπισμὸν σφετερίσασθαι, καὶ μοναδικῶς ἀποφασίζειν. Εἰ βουλητόν σοι ἦν δείλαιε τὸ περὶ τῆς ὑποδοχῆς Ἀρμενίων καὶ Λατίνων ἀνακινῆσαι ζήτημα, ἐχρῆν τὴν σύνοδον ἐρωτῆσαι, καὶ ταύτῃ πεισθῆναι ὡς ὑποκειμένῳ. Οὐ γὰρ οἶδεν ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία κεφαλὴν τὸν πατριάρχην, ἀλλὰ τὸν νυμφίον αὐτῆς σωτῆρα Χριστόν, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν. ...Ὅροι καὶ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας διὰ συνόδων ἱερῶν ἐθεσπίσθησαν παράνομε πατριάρχα, καὶ οὐδέποτε δόγματα, ἢ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα μοναδικῶς ἀπεφάνθησαν· ὡμολόγηται γὰρ διὰ συνόδων λαλεῖν τὸ πανάγιον πνεῦμα. Εἰπὲ οὖν ἡμῖν πόθεν παρέλαβες τὸ ἐνδόσιμον ἀποβαλεῖν σύνοδον, καὶ ἰδικῶς ἀποφασίζειν; Ἀλλ’ ἡμεῖς τὴν παπικήν σου φρενοβλαβίαν ἀπορρίψαντες, τῇ συνόδῳ πεπείσμεθα, δι’ ἧς ὁ Κύριος λαλεῖ ἅτε αὐτῆς ἐν μέσῳ, ὁ ἔχων τὸ μέγα ἔλεος. ...Κύριλλος Ἐκκλησίας τοὺς ὅρους, ἠθέτησε σύνοδον θείων πατέρων ἀπώσας, καὶ ἀρχηγὸς παπολατρίας φανείς· καθελὼν γὰρ τῆς Ἐκκλησίας προνόμια, τὸ κράτος ἥρπασεν αὐτῆς, ὅθεν αἰώνιον ποινὴν ἐκ ταύτης ἔλαβε" [12].

3. Ούτε τα Πατριαρχεία υπήρξαν πάντοτε "πυλώνες και αρραγή θεμέλια της Αποστολικής παράδοσης", ούτε η Εκκλησία της Ρώμης συμμετείχε ενεργά στις Επτά Οικουμενικές Συνόδους.

Τα μεν πρώτα αρκετές φορές, και για ικανά χρονικά διαστήματα, εξέπεσαν σε αιρέσεις (Αρειανισμό, Μονοθελητισμό, Εικονομαχία κ.ά.) και εδίωξαν την Ορθοδοξία, η δε Ρώμη κάθε άλλο παρά ενεργά συμμετείχε αφού: α) ο Επίσκοπός της δεν παρέστη αυτοπροσώπως σε καμία Οικουμενική Σύνοδο, β) στην Β΄ Οικουμενική δεν υπήρξε ούτε καν εκπροσώπησή της, γ) στην Ε΄ Οικουμενική ο τότε Πάπας Βιγίλιος, που βρισκότανε στην Κωνσταντινούπολη, αρνήθηκε να παραστεί και μόνο μετά από καιρό πιεζόμενος αποδέχθηκε τις αποφάσεις της, και δ) απέρριψε την εν Τρούλλω Πενθέκτη Σύνοδο.

Αν η Ρώμη επιθυμεί να επιστρέψει στην Εκκλησία του Χριστού (το οποίο εύχεται ολόψυχα κάθε Ορθόδοξος) τότε οφείλει, πρώτα από όλα, να επαναφέρει ως Κεφαλή της τον Ιησού Χριστό αντί του Πάπα και να δεχθεί να υποταχθεί στο ανώτατο εκκλησιαστικό όργανο, που είναι η Οικουμενική Σύνοδος.

Μια τέτοια Σύνοδος όμως ίσως θα πρέπει να δεχθεί την πρεσβυτέρα Ρώμη ως έκτη τη τάξει, όχι μόνο για να κάνει τον κανόνα της για την αιματοβαμμένη χιλιετή εωσφορική αποστασία της, αλλά και διότι μόνο τότε ο Προκαθήμενός της θα καταφέρει να αποδείξει ότι ο τίτλος που χρησιμοποιεί για τον εαυτό του ("Servus servorum Dei"!) δεν είναι υποκριτικός, ταπεινολογικός και χωρίς ουσιαστικό νόημα... Ένα τέτοιο ευαγγελικό Πρωτείο ταπείνωσης [13], θα ήταν το μόνο αρμόζον στην περίπτωση αυτή.

Ειδάλλως αν οι "τέσσερις αρχαίοι πατριαρχικοί θρόνοι" επιμείνουν να ακολουθήσουν την αμετανόητη Ρώμη στην πτώση της με μια ενδεχόμενη Ουνία, ο φύλακας λαός θα παραμείνει στην Ορθοδοξία προσδοκώντας σε μία Πανορθόδοξη Σύνοδο υπό την εναπομείνασα αρχή της Πενταρχίας, την Εκκλησία της Ρωσίας.

Βεβαίως δεν γνωρίζουμε τα σχέδια του Θεού, ο Οποίος μπορεί να διακόψει μια τέτοιου είδους προδοσία με κάποιον αιφνίδιο θάνατο, αλλά εμείς ευχόμαστε την μετάνοια όσων υψηλόβαθμων επιθυμούν να βυθίσουν στο χάος την Εκκλησία, ελπίζοντας στην επαλήθευση των λόγων του Αγίου Πορφυρίου: "Μπορεί όμως, με το σχέδιο τού Θεού, να έρθει, να έρθει ώστε οι άνθρωποι να αποκτήσουν μία επίγνωση, να ιδούνε το χάος ολόφωτο, ολοζώντανο μπροστά τους, να πούνε: Έεε! Πέφτουμε στο χάος, χανόμαστε. Όλοι πίσω, όλοι πίσω, γυρίστε πίσω, πλανηθήκαμε. Και να έρθουνε πάλι στο δρόμο του Θεού και να λάμψει η Ορθόδοξος πίστις" [14].

Και για όσους, τέλος, έχουν αμφιβολίες για το μήπως ο ενωτικός δρόμος που προτείνει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι τελικά ο ορθός, ας ανοίξουν τα συναξάρια και τα μηναία της Εκκλησίας μας· εκεί δεν θα συναντήσουν ούτε έναν "ενωτικό" Άγιο για δείγμα, αλλά αντιθέτως πληθώρα ανθενωτικών, σαν τον Μέγα Φώτιο, τον Μάρκο Ευγενικό, τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Κύριλλο Λούκαρι, τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως και τη λοιπή χορεία των Πατέρων, τους οποίους έχουμε ελπίδες να συναντήσουμε στη Βασιλεία των Ουρανών μόνο αν είμαστε ομόφρονες με αυτούς. Αμήν, γένοιτο!

[1] https://orientale.it/en

[2] Η πολωνολατινική λέξη Unia σημαίνει Ένωση, και οι Ουνίτες είναι οι ιδεολογικοί απόγονοι των Ενωτικών του Βυζαντίου.

[3] https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/78426-oikoumenikos-patriarxis-to-proteio-tis-romis-einai-diakonia-agapis-entos-tis-ekklisias

[4] "Α primacy of loving service, exercised within, and never above, the communion of sister Churches" (https://ec-patr.org/05/09/09/12/address-by-his-all-holiness-ecumenical-patriarch-bartholomew-to-the-participants-of-the-27th-international-congress-of-the-society-for-the-law-of-the-eastern-churches-at-the-fanarion/ )

[5] "The institution of the Pentarchy — the five great ancient Sees of Rome, Constantinople, Alexandria, Antioch, and Jerusalem — constituted, during the first Christian millennium, the very framework within which the unity of the universal Church found its most visible ecclesial expression" (στο ίδιο).

[6] "Stand as unshaken pillars and unbroken foundations of the Apostolic Tradition, and which, together with the Church of Elder Rome, constituted in the first millennium the five-stringed lyre of the universal Church, actively participating in the Seven Holy Ecumenical Councils and “rightly dividing the word of truth"." (στο ίδιο).

[7] "Τhe restoration of full communion with the Church of Rome within the one Body of the One, Holy, Catholic, and Apostolic Church, so that the Pentarchy may once again be whole, and the “five-stringed lyre” of the universal Church may again resound in the fullness of its ancient harmony" (στο ίδιο).

[8] Θεωρώ περιττό να παραθέσω ενταύθα τις πολυάριθμες μαρτυρίες των Πατέρων περί του Πρωτείου του Πάπα Ρώμης, από την στιγμή που υπάρχουν, προσβάσιμα στο διαδίκτυο, σχεδόν τα άπαντα των Αγίων, στα οποία μπορούν να ανατρέξουν οι αναγνώστες.

[9] "Ἀσάλευτον διαμεῖναι βουλόμεθα τὸ τοῖς Πατράσι διορισθὲν περὶ τοῦ ἁγίου καὶ σωτηρίου πάσχα, ἔχον οὕτως. ἅπαντας τοὺς τολμῶντας παραλύειν τοὺς ὅρους τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικής μεγάλης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς εὐσεβείας τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου περὶ τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους πάσχα, ἀκοινωνήτους καὶ ἀποβλήτους εἶναι τῆς ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρὸς τὰ καλῶς δεδογματισμένα. Καὶ ταῦτα εἰρήσθω περὶ τῶν λαϊκῶν. εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς ἐκκλησίας ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, μετὰ τὸν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπὶ διαστροφῇ τῶν λαῶν, καὶ ταραχῇ τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν, καὶ μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τὸ πάσχα, τοῦτον ἡ ἁγία Σύνοδος, ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς ἐκκλησίας. οἷς δὴ στοιχεῖν τῷ τῶν Πατέρων κανόνι μέχρι καὶ σήμερον Θεοῦ χάριτι, ὃν, καθὸ δὴ καὶ τὰ λοιπὰ ἡ Θεοῦ ἐκκλησία διαφυλάττει" (Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Αγάπης, Ιάσιο, 1698, σελ. 547).

[10] Στο ίδιο, σελ. 545.

[11] Mansi 38, 585-586.

[12] Ευαγγέλου Σκουβαρά, Στηλιτευτικά κείμενα του ΙΗ΄ αιώνος [Κατά των Αναβαπτιστών], Αθήνα, 1967, σελ. 194-195, 204).

[13] "Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος" (Μαρκ. θ΄ 35).

[14] https://www.youtube.com/watch?v=FCWB2LQd1dY

https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/78513-olotaxos-pros-ounia?fbclid=IwY2xjawUONF5wZG9mBWV4dG4DYWVtAjExAGJyaWQRMVNlYXBhTEpIMDhOQlBDdzBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeyb8WslX3KmsQLaJ-QqbbG7n9Z9xvGkgKnoNvljQiCJXBPIjnj84NDwBP8dU_aem_3LFf2GGanvudgWmB33G_-A#

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (6ον)

 

 ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (6ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 7η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος έκτον.

    Στο προηγούμενο, πέμπτο, μέρος παραθέσαμε κριτικούς σχολιασμούς σχετικά με τη συγκρότηση και τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου από Ιεράρχες, από την «Συνάξη κληρικών και μοναχών» και από αγιορείτες πατέρες, προερχομένους από Μοναστήρια, Σκήτες, Κελλιά και ασκητήρια του αγίου Όρους, οι οποίοι έστειλαν ανοικτή ομολογητική επιστολή προς την Ιερά Κοινότητα. Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα ακόμη αγιορειτικό κείμενο με τίτλο «‘Έμπονος κραυγή’ κελλιωτών αγιορειτών Πατέρων» και κατόπιν διαπιστώσεις και συμπεράσματα «Στρογγυλὴς Τράπεζας», που πραγματοποιήθηκε στη Μολδαβία.

«Έμπονος κραυγή» κελλιωτών αγιορειτών Πατέρων.

    Ένα ακόμη αγιορειτικό κείμενο είδε το φως της δημοσιότητος τον Μάρτιο του 2017 με τίτλο «‘Έμπονος κραυγή’ κελλιωτών Πατέρων του Αγίου Όρους», υπογεγραμένο από έξι μοναστικές συνοδείες κελλιωτών Πατέρων του Αγίου Όρους. Το κείμενο αυτό κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνο της «Ανοικτής επιστολής...», επισημαίνει πλείστες όσες κακόδοξες θέσεις, τόσο στο έκτο συνοδικό κείμενο, όσο και σε άλλα. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά αποσπάσματα: «Εισαγωγικώς και γενικώς, θα πρέπη να επισημανθή το γεγονός ότι εις τα κείμενα υπάρχουν και αρκεταί φράσεις, επιδεχόμεναι και Ορθόδοξον και αιρετικήν ερμηνείαν, όπως επίσης και μερικαί σαφώς Ορθοδοξόταται διατυπώσεις. Το τελευταίον αυτό, όμως, – πολλώ μάλλον το πρώτον – ουδόλως είναι ικανόν να μας καθησυχάση και επαναπαύση, εφ᾽ όσον – όπως θα δειχθή κατωτέρω – παραλλήλως συνυπάρχουν και αι αντίστοιχοι κακόδοξοι τοιαύται. Απλώς ευρισκόμεθα προ φαινομένου κλασσικής διγλωσσίας. …Οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες μας, όμως, άλλως έπραττον και άλλως μας εδίδαξαν. Ο λόγος των δεν ήτο ‘ναι και ου’, αλλά ‘ναι, ναι και ου, ου’, (Β´ Κορ. α´, 17-20 και Ιακ. ε´, 12). Εις τας Ιεράς Συνόδους δεν προσεπάθουν διά της διγλωσσίας να επαναπαύσουν εις την πλάνην των τους αιρετικούς, επιφέροντες ούτω και σύγχυσιν εις τους Ορθοδόξους, ούτε εφεύρισκον και εχρησιμοποίουν αμφισήμους διατυπώσεις, συστεγαζούσας αλήθειαν και πλάνην, προς επιτυχίαν μιας κακώς νοουμένης ψευδεπιγράφου ενότητος. Τουναντίον, ηγωνίζοντο μέχρις εσχάτων διά την εξάλειψιν και του παραμικρού ι (ιώτα), το οποίον θα συνετέλει εις αιρετικήν διατύπωσιν…

    Την λύπην αυτής της διαπιστώσεώς μας την διεσκόρπισεν η απόφασις της Ιεράς Συνόδου Πατριαρχείου Βουλγαρίας, η οποία εις τα σημεία που σχολιάζει τας §4, §5 και §12 του κειμένου ‘Σχέσεις…’, αναφέρει σχετικώς: ‘Η προσευχή της Εκκλησίας για ενότητα όλων δεν σημαίνει την αποκατάστασιν της ενότητος με άλλους χριστιανούς, λες και η ενότης είναι κάτι που έχει χαθή από την Εκκλησία, αλλά αυτό που εννοεί είναι η επιστροφή στους κόλπους της, όσων έχουν εκπέσει εξ’ αυτής, μέσα από το Βάπτισμα, το Χρίσμα και την Θεία Ευχαριστία. Επί πλέον, η Ιερά Σύνοδος, [του Πατριαρχείου Βουλγαρίας], δηλώνει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθή τις διάφορες θεωρίες περί αυτής της ενότητος που επικρατούν στους ετεροδόξους, όπως για παράδειγμα την θεωρία της “αοράτου Εκκλησίας”, την “θεωρία των κλάδων” και την θεωρία της “ισότητος των δογμάτων”, καθώς επίσης και την νεοσύστατη θεωρία της “βαπτισματικής θεολογίας”, σύμφωνα με την οποία υπάρχει μία αρχέγονη ενότητα σε ένα “κοινό βάπτισμα”. Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Βουλγαρίας εδήλωσε ότι όλες αυτές οι θεωρίες συνδέονται με την διδαχή περί “κτιστής χάριτος” του Αγίου Πνεύματος, η οποία έχει καταδικασθή από την Εκκλησία’.

    Το αναφερόμενον εις την § 22 του κειμένου ‘Σχέσεις...’: ‘Η διατήρησις της γνησίας Ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος’ είναι πάντη καινοφανές και ξένον προς την διδασκαλίαν και την ζωήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εν πρώτοις, δι᾽ αυτού αντιφάσκει και προς εαυτήν η σύνοδος, καθόσον, εις την § 3 της ‘Εγκυκλίου’ της, αναγνωρίζει το κύρος της Συνόδου του 1484, της αποκηρυξάσης την Σύνοδον της Φλωρεντίας (1438-1439), και δικαιωσάσης τον Άγιον Μάρκον τον Ευγενικόν. Εάν ήθελεν η σύνοδος της Κρήτης να είναι συνεπής προς την ανωτέρω § 22 του συνοδικού κειμένου της, ώφειλεν, απεναντίας, να καταδικάση την Σύνοδον του 1484, ως περιφρονήσασαν το ‘συνοδικόν σύστημα (δηλαδή την Σύνοδον της Φλωρεντίας)... την ανωτάτην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως’ και δικαιώσασαν ‘άτομον’, (τον Άγιον Μάρκον), συντελέσαν εις την ‘διάσπασιν της ενότητος της Εκκλησίας, επί προφάσει τηρήσεως η δήθεν προασπίσεως της γνησίας Ορθοδοξίας’.

    Αντιτίθεται, φυσικά, διά της § 22 και προς την διαχρονικήν πράξιν της Εκκλησίας, την καταδικάσασαν συνόδους και χαρακτηρίσασαν αυτάς ως Αιρετικάς, Ληστρικάς και Ψευδοσυνόδους [ως λ.χ. την εν Εφέσω, (449), της Ιερείας (754), της Λυώνος (1274) κ. α.], και συγχρόνως αγιοκατατάξασαν τους αντιταχθέντας προς αυτάς και διωχθέντας και μαρτυρήσαντας υπ᾽ αυτών».

Στρογγυλή Τράπεζα στη Μολδαβία.

    Λίγες ημέρες μετά την ψευδοσύνοδο κάποιοι πατέρες από την Ελλάδα διοργάνωσαν στις 12 Ιουλίου 2016 στρογγυλή τράπεζα στο Κισινάου, πρωτεύουσα της Μολδαβίας, με αντικείμενο την πρόσφατη Σύνοδο στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Από τις εργασίες αυτής της στρογγυλής τράπεζας  προέκυψαν οι εξής βασικές θέσεις:

    Α) Η συνελθούσα στην Κρήτη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» από 16 έως 27 Ιουνίου του έτους 2016 διέψευσε και το όνομά της και τις προσδοκίες του υγιούς πληρώματος της Εκκλησίας.

    Β) Διέψευσε το όνομά της, διότι αποδείχθηκε, κρινόμενη θεολογικά, ότι δεν είναι ούτε σύνοδος, ούτε αγία, ούτε μεγάλη. Δεν είναι ορθόδοξη σύνοδος, διότι δεν ανταποκρίθηκε στα κριτήρια και στα μέτρα των αληθινών συνόδων, των γνωστών από την ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διακόπτει την παράδοση των ορθοδόξων συνόδων, δεν αποτελεί συνέχειά τους, αποτελεί συνοδικό πραξικόπημα και συνοδική καινοτομία. Οικοδόμησε ένα ‘νέο είδος συνόδου’. Είναι σύνοδος της Νέας Εποχής και του Οικουμενισμού.

    Γ) Δεν είναι αγία τυπικώς, κανονικώς και ουσιαστικώς, διότι έλαβε αποφάσεις αντίθετες προς τις αποφάσεις των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, ως προς την αντιμετώπιση των αιρέσεων. Μολονότι η σχέση της Μίας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τους ετεροδόξους αναδείχθηκε ως κεντρικό θέμα της Συνόδου, ωστόσο για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας Σύνοδος με τόσο μεγάλες φιλοδοξίες δεν κατονόμασε και δεν καταδίκασε αιρετικούς. Πουθενά μέσα στα κείμενα της Συνόδου αυτής δεν υπάρχει η λέξη ‘αίρεση’…. Νομιμοποιώντας, λοιπόν, την με κακό τρόπο διενεργούμενη συμμετοχή μας στους Διαλόγους και αποκρύποντας την μειοδοσία εκ μέρους των ορθοδόξων αντιπροσώπων, αποκρύπτει παραλλήλως και το ότι δεν έχει σημειωθεί έως σήμερα καμμία θεολογική πρόοδος προς την αλήθεια σε κανέναν απολύτως θεολογικό διάλογο. Επιπλέον, για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας, Σύνοδος εκάλεσε αιρετικούς ως παρατηρητές στις εργασίες της, με τους οποίους έγιναν και συμπροσευχές.

    Δ) Η Σύνοδος του Κολυμπαρίου ούτε και μεγάλη μπορεί να χαρακτηρισθεί, διότι δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος όλοι οι Επίσκοποι, και επομένως δεν εκπροσωπήθηκε μεγάλο μέρος του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η επιλογή των ολίγων κληθέντων δεν έγινε με κανονικό τρόπο εκλογής. Οι επιλεγέντες μετείχαν χωρίς δικαίωμα ψήφου και με δικαίωμα λόγου χρονικά περιορισμένου. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον οι 14 Προκαθήμενοι και επειδή από αυτούς απουσίαζαν οι 4, εψήφισαν τελικώς μόνον οι 10, δηλαδή ένα ογδοηκοστό (1/80) του συνόλου των Επισκόπων οι οποίοι έπρεπε να είναι παρόντες και να ψηφίσουν. Η πράξη αυτή είναι πρωτοφανής στην εκκλησιαστική ιστορία μας και αυθαίρετη, επειδή παραβιάζει κατάφωρα την εκκλησιολογία των Ορθοδόξων Συνόδων, οι οποίες προϋποθέτουν την ισότητα όλων των Αρχιερέων, πράγμα που εμφαίνεται στην ισότιμη ψήφο τους.

    Σε ανώτατο εκκλησιαστικό επίπεδο η απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας, (της πρώτης εξ αυτών πρεσβυγενούς), οι οποίες εκπροσωπούν περίπου το 70% των Ορθοδόξων Πιστών, καταδεικνύει πολύ περισσότερο την Σύνοδο ως όχι μεγάλη, αλλά μικρή, ούτε βεβαίως πανορθόδοξη, αλλ’ απλώς διευρυμένη διορθόδοξη Συνέλευση.

    Ε) Η Σύνοδος διέψευσε όχι μόνον το όνομά της, αλλά και τις προσδοκίες του πληρώματος της Εκκλησίας. Μεταξύ των προσδοκιών αυτών δύο θέματα είχαν μεγίστη προτεραιότητα για την θεραπεία παλαιών σχισμάτων προκληθέντων από πρωτοβουλίες της εκκλησιαστικής ηγεσίας και για την πρόληψη νέων διαιρέσεων και εντάσεων: Έπρεπε να επιλυθεί, με επαναφορά του παλαιού, πατρίου ημερολογίου, το θέμα του εκκλησιαστικού εορτολογίου. Και το σημαντικώτερο: Αυτό που έπρεπε να πράξει η Σύνοδος ήταν η απερίφραστη καταδίκη της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Αντιθέτως, η Σύνοδος του Κολυμπαρίου στο επίμαχο και αμφισβητούμενο κείμενο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’ προέβη σε μία ‘άμεικτη μείξη’ της Ορθοδοξίας με τις αιρέσεις. Ακόμη και οι διορθωτικές στο κείμενο προτάσεις ενισχύουν αυτό το μείγμα του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού. Έτσι, αντί της θεολογικής ακριβείας στα θέματα της Πίστεως, εισάγονται διατυπώσεις αντιφατικές και θεολογικά αυτοαναιρούμενες, σκόπιμη ασάφεια, η οποία σήμερα ωραιοποιείται ως ‘εκκλησιαστική διπλωματία’, ενώ αποτελεί πονηρή και εσπιλωμένη υποκρισία.

    Η διατύπωση αιρετικής εκκλησιολογίας, δηλαδή η προσεκτική αλλά καταφανής αποδοχή ‘ετεροδόξων εκκλησιών’ στο εν λόγω κείμενο, καταργεί αυτήν ταύτην την επιδίωξη της Συνόδου στο Κολυμπάρι, την επίδειξη της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών, διότι αρνείται την ενιαία δια μέσου των αιώνων και συνοδικώς διατυπωμένη ορθόδοξη εκκλησιολογία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εκκλησιαστικής ενότητας. Σύμφωνα με τους λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «όταν όλοι πιστεύουμε με όμοιο τρόπο, τότε υπάρχει ενότητα [...] Αυτό είναι ενότητα Πίστεως, όταν όλοι είμαστε ένα, όταν όλοι έχουμε με όμοιο τρόπο επίγνωση του συνδέσμου μας». 

    ΣΤ)… Η αδιαμαρτύρητη αποδοχή του εκκλησιολογικού αυτού κειμένου της Κρήτης, η μη επίσημη απόρριψή του, οδηγεί στη μεταφορά της παναιρέσεως του Οικουμενισμού απ’ ευθείας μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή στη συνύπαρξη δύο αντιθέτων δογματικών, (εκκλησιολογικών), παραδόσεων: εκείνης η οποία ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως περί Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και εκείνης της καινοτόμου, αλλοτρίας και αιρετικής, των πολλών «ετεροδόξων εκκλησιών».

    Η υποχρέωση μιας συνοδικής καταδίκης του κειμένου αυτού, αλλά και του Οικουμενισμού γενικώς, προκύπτει αβίαστα και από την διαπίστωση του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού προς τους Μονοθελήτες. Σύμφωνα με αυτήν δεν αρκεί η «εξαφάνιση» η «παρασιώπηση» ενός κειμένου αιρετικού το οποίο εγκρίθηκε συνοδικά, αλλά απαιτείται η συνοδική καταδίκη του, ώστε να μη βλάπτει τις ψυχές όσων το διαβάσουν: «Κατέβηκε από τους πέτρινους τοίχους, αλλά όχι από τις νοερές ψυχές. Να δεχθούν την κατάκριση αυτών, η οποία έγινε στη Ρώμη και εκτέθηκε συνοδικά, με ευσεβή δόγματα και κανόνες, και (τότε) έχει καταστραφεί το διαχωριστικό τείχος και δεν χρειαζόμαστε προτροπή».

(Συνεχίζεται).

https://aktines.blogspot.com/2026/09/2016-6.html

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Μία Σύντομος Ἀναφορά εἰς τό Ἱστορικόν Μεγαλεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης καί τούς Συγχρὀνους Πολεμίους της

 Μία Σύντομος Ἀναφορά εἰς τό Ἱστορικόν Μεγαλεῖον

τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης

καί τούς Συγχρὀνους Πολεμίους της


ὑπό


Ἰωάννου Ν. Καλλιανιώτου

Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Scranton


Σεπτέμβριος 2026

«Ὑμεῖς δὲ γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, 

λαὸς εἰς περιποίησιν, ὅπως τὰς ἀρετὰς ἐξαγγείλητε 

τοῦ ἐκ σκότους ὑμᾶς καλέσαντος εἰς τὸ θαυμαστὸν αὐτοῦ φῶς·» 

Α΄Πέτρ. β΄ 9


Ἡ γλῶσσα ἡμῶν, ἡ κορωνίς τῶν γλωσσῶν, ἡ Ἱστορική Ἑλληνική τοιαύτη, ἐμφανίζεται

εἰς τά ἀρχαιότερα ἐκ τῶν σῳζομένων γραπτῶν μνημείων, τά ὁποῖα εἶναι τά Ὁμηρικά Ἔπη (8 ος

αἰών π.Χ.). Ἕως τήν περίοδον τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου (4 ος αἰών π.Χ.) ὡμιλεῖτο αὕτη εἰς τήν

Κυρίως Ἑλλάδα καί τάς ἀποικίας της (παραλίων Μικρᾶς Ἀσίας καί Εὐξείνου Πόντου, Κάτω

Ἰταλίας, Σικελίας, κ. ἄ.). Διά τοῦ μεγάλου τούτου Ἕλληνος κατακτητοῦ καί ἐκπολιτιστοῦ, καί

δή διά τῆς θείας Προνοίας, ἐπεξετάθη ἡ Ἑλληνική γλῶσσα εἰς ὁλόκληρον τήν Ἀνατολήν, ἕως

τήν Ἰνδίαν. Ἡ γλῶσσα αὕτη εἶναι ἡ Κοινή Ἑλληνική γλῶσσα, ἡ Ἑλληνιστική, ἡ γλῶσσα τοῦ

Εὐαγγελίου, ἡ Κλασσική, ἡ ἁπλοποιημένη Ἀττική γλῶσσα (διάλεκτος). Κατά μικρόν ἀπέβη

παγκόσμιος γλῶσσα (lingua franca), ἀπαραίτητος διά πάντα πολιτισμένον ἄνθρωπον καί

ἔμπορον. Καθ’ ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχον ἐπιτελέσει καταπληκτικάς προόδους εἰς ὅλους τούς τομεῖς

τῶν τεχνῶν, τῶν ἐπιστημῶν (Μαθηματικῶν, Φυσικῆς, Ἰατρικῆς, κλπ.), τῆς φιλοσοφίας, τῆς

ποιήσεως καί λογοτεχνίας, καί πάσης ἀνθρωπίνης γνώσεως ἀπό τόν 15 ον αἰῶνα π.Χ., καί ἡ

μετάδωσίς των ἦτο δυνατή μόνον διά τῆς πλουσίας ταύτης γλώσσης. Ἡ οἰκουμενικότητα τοῦ

Ἑλληνιστικοῦ πολιτισμοῦ καθίσταται φανερή ἀπό τήν γνῶσιν καί χρῆσιν τῆς Ἑλληνικῆς

γλώσσης καί διά τῶν ἔργων φιλοσοφίας καί πασῶν τῶν ἐπιστημῶν ὄχι μόνον μεταξύ τῶν

Ἑλλήνων ἀλλά καί τῶν ὑπολοίπων λαῶν, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἐξελληνισμένοι, γνῶσται τοῦ

μεγάλου τούτου πολιτισμοῦ καί παιδείας.

Κατά τήν διάρκειαν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας (330-1453), ἡ Ἑλληνική γλῶσσα

ἦτο ἡ κυρίαρχος γλῶσσα εἰς τήν Ἀνατολήν, παρ’ ὅλην τήν ἐμφάνισιν τῶν Μωαμεθανῶν ἀλλά

καί τῆς ὑποδεεστέρας γλώσσης τούτων. Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ἐσινεχίσθη νά ὀμιλεῖται καί κατά

τήν περίοδον τῆς Ὀθωμανικῆς κατοχῆς ἀπό τούς Ἕλληνας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς σημερινῆς

Ἑλλάδος, τῶν νήσων, καί τά παρἀλια τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα τήν περίοδον

ταύτην ἐγνώρισεν μεγάλην αὔξησιν καί ἄνθησιν εἰς τήν Δύσιν. Πλεῖστοι λόγιοι τοῦ Βυζαντίου

μετηνάστευσαν, μετά τήν πτῶσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἰς τήν Εὐρώπην. Οἱ Ἕλληνες οὗτοι,

διά τῆς διδασκαλίας των εἰς τούς Εὐρωπαίους μαθητάς των προώθησαν τήν ἐκμάθησιν τῆς

ὀρθῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, καθ’ ὡς καί τήν μελέτην τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί Παιδείας.

Ἡ γλῶσσα αὕτη καί ὁ Ἑλληνικός Πολιτισμός διεμόρφωσαν τήν Εὐρώπην καί τήν ὡδήγησαν ἀπό


2

τόν χιλιετῆ Μεσαίωνά της εἰς τήν Ἀναγέννησιν. Τό θεῖον Ἑλληνικόν φῶς διέλυσε τά σκότη τοῦ

Εὐρωπαϊκοῦ Μεσαίωνος. Τά πάντα εἰς τήν Δύσιν εἶναι πλέον Ἑλληνικά!

Ἡ ἀπόλυτος ὅμως κυριαρχία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης περιωρίσθη ἀφ’ ὅτου

ἐνεφανίσθησαν τά βαρβαρικά Γερμανικά φῦλα εἰς τήν Δύσιν καί τά Μουσουλμανικά εἰς τήν

Ἀνατολήν. Ἀλλά διετηρήθη αὕτη καί μετά τό 1453, καθ’ ὅτι καί πρό τινος ἦτο ἡ ἐπικρατοῦσα

γλῶσσα εἰς τά παράλια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τό Αἰγαῖον, τήν Κύπρον, καί τήν Μαύρην Θάλασσαν.

Εἰς δέ τήν Δύσιν εἶχεν τώρα καί εἰς τό ἑξῆς τεραστίαν ἄνθησιν. Οἱ δεδιωγμένοι λόγιοι τοῦ

Βυζαντίου μετηνάστευσαν, ἰδίᾳ μετά τήν πτῶσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τήν Δύσιν, ὅπου

διά τῆς διδασκαλίας των καί διά τῆς διδασκαλίας τῶν μαθητῶν των κατόπιν, ἔδοσαν τεραστίαν

ὤθησιν εἰς τήν ἐκμάθησιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καί τήν μελέτην καί σπουδήν τοῦ κλασσικοῦ

Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ, ὥστε ἐπηκολούθησεν ἡ ἀναμορφώσασα τήν Εὐρώπην καί δι’ αὐτῆς τόν

κόσμον σύμπαντα ἐποχή τῆς Ἀναγεννήσεως. Τό Ἀρχαῖον Ἑλληνικόν φῶς καί ἡ λελησμένη

φιλοδυτική Ὀρθοδοξία μας διέλυσαν τό σκότος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Μεσαίωνος. Ἐάν δέν ἠτύχει (ἤ

ὑπετάχθη λόγῳ τῶν πολλῶν καί συνεχιζομένων ἁμαρτιῶν μας) τότε ἡ Ἑλλάς, δέν θά

ἐδημιουργεῖτο ἡ Ἀναγέννησις καί δέν θά ὁμιλῶμεν διά τόν Δυτικόν πολιτισμόν, τόν

ἐπεκτεινόμενον Ἑλληνικόν Πολιτισμόν, τόν ὁποῖον καταδιώκουν σήμερον οἱ ἄθεοι καί

ἀνθέλληνες παγκοσμιοποιηταί καί οἱ πράκτορές των ἐν Ἑλλάδι (cancel culture).

Κατά τήν διαδρομήν τῆς τρισχιλιετοῦς ἱστορίας της, ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ὑπέστη

ὡρισμένας ἀλλοιώσεις (οὐσιαστικῶς, βελτιώσεις) καί «ἐξελίξεις». Ἐκεῖνο ὅμως, τό ὁποῖον

ἐκυριάρχησεν ἐπί ὅλων τῶν ἄλλων φάσεων τῆς γλώσσης καί ἐπί τοῦ ὁποίου ἐβασίσθη ἡ σπουδή

καί ἡ διαιώνισις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι ἡ Ἀττική διάλεκτος. Ὀρθόν δέ καί δίκαιον ἐστί

τοῦτο, καθ’ ὅτι κατά τούς δύο τούτους αἰῶνας (5 ον καί 4 ον π.Χ.), τούς ὁποίους καλύπτει ἡ

διάλεκτος αὕτη, καί μάλιστα εἰς Ἀθήνας, διέλαμψε τό Ἀρχαῖον Ἑλληνικόν πνεῦμα κατά τρόπον

μοναδικόν καί παραμένει ἕως σήμερον εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀκμαζούσης ἀνθρωπότητος. Τήν

περίοδον ταύτην ἔζησαν καί ἐδημιούργησαν τόν πρωτοφανῆ πολιτισμόν μας καί παιδείαν οἱ

μέγιστοι φιλόσοφοι ὅλων τῶν αἰώνων (Σωκράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης κ. ἄ.), πρωτοπόροι

ἱστορικοί, ὡς ὁ «Πατήρ τῆς Ἱστορίας» Ἡρόδοτος, Θουκυδίδης, εὑρηματικοί οἰκονομολόγοι, ὡς

ὁ «Πατήρ τῆς Οἰκονομίας» Ξενοφῶν, οἱ τραγικοί ποιηταί (Αἰσχύλος, Εὐριπίδης, Σοφοκλῆς, κ.

ἄ.), καλλιτέχναι (Φειδίας, Πραξιτέλης, κ. ἄ.), πρότυποι μαθηματικοί (Θαλῆς, Πυθαγόρας,

Εὐκλείδης, Ἀρχιμήδης, κ. ἄ.) ἐπινοητικοί μαθηματικοἰ καί ἀστρονόμοι (Σωσιγένης, ὁ

δημιουργός τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τῶν Ὀρθοδόξων, κ. ἄ.), καινοφανεῖς πολιτικοί τῆς

ὁλκῆς τοῦ Περικλέους, ἐπιστήμονες ὡς ὁ ἐπιφανέστερος τῶν Ἑλλήνων ἰατρῶν, ὁ Ἱπποκράτης, ὁ

Διοκλῆς ὁ Καρύστιος, καί πλεῖστοι ἄλλοι εἰς ἅπαντας τούς τομεῖς τῶν ἐπιστημῶν, τεχνῶν, καί

ἀνθρωπίνης γνώσεως. Μία πόλις, αἱ Ἀθῆναι, καί εἷς λαός, οἱ Ἕλληνες, μέσα εἰς δύο αἰῶνας

παρήγαγον τόσους κορυφαίους ἐκπροσώπους τοῦ πνεύματος, ὅσους δέν παρήγαγεν ἔκτοτε ἡ

ἀνθρωπότης ὁλόκληρος.

Δι’ ὅλα ταῦτα, ἡ τιμή καί ἡ δόξα πρός τούς προγόνους μας, τό χρέος μας, ἡ ὑποχρέωσίς

μας, καί ἡ ὑπόσχεσίς μας θά πρέπει νά εἶναι «ἄμμες δέ γ’ ἐσσόμεσθα πολλῷ κάρρονες». Οἱ

ἐπιγενόμενοι τούτων ἐκληρονόμησαν τόν θησαυρόν τῆς πνευματικῆς ἐκείνων παραγωγῆς, τόν

ὁποῖον ἐκεῖνοι παρήγαγον ἐντελῶς πρωτοτύπως, οὐδαμοῦ στηριχθέντες καί οὐδεμιᾶς οὐδαμόθεν

βοηθείας τυχόντες. Κατά τήν περίοδον ἐκείνην, τῶν δύο τούτων «χρυσῶν» αἰώνων καί διά τῆς

περιβλέπτου Ἀττικῆς διαλέκτου ἐδημιουργήθη ἡ βάσις τοῦ φιλοσοφικοῦ, ἐπιστημονικοῦ,

καλιτεχνικοῦ, τεχνικοῦ, καί παντός ἄλλου πολιτισμοῦ τῆς ἐποχῆς μας.

Οὕτως, ἡ ὑπό πάντων θαυμαζομένη Ἀττική διάλεκτος κατέστη τό κέντρον τῆς

γλωσσικῆς διδασκαλίας καί ὁ γιγνώσκων ταύτην καθίσταται μεμορφωμένος. Ὁ κατέχων τήν

διάλεκτον ταύτην κατανοεῖ εὐκόλως καί τάς ἄλλας διαλέκτους, καί δή τήν ἀρχαίαν Ἰωνικήν (τήν


3

τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν), τήν νεωτέραν Ἰωνικήν (τήν τοιαύτην τοῦ Ἡροδότου), καί τέλος τήν

Κοινήν Ἑλληνικήν, τήν γλῶσσαν τῆς Καινῆς Διαθήκης, τοῦ Εὐαγγελίου (κληθείσαν Κοινήν,

διότι ἀπετέλει κρᾶμα ὅλων τῶν διαλέκτων, μέ βάσιν τήν Ἀττικήν διάλεκτον). Τῆς Κοινῆς

ἐκείνης γλώσσης συνέχεια ἀποτελεῖ ἡ σημερινή Καθαρεύουσα μέ τό περίτεχνον,

ἀριστουργηματικόν, ἱστορικόν καί φιλολογικώτατον πολυτονικόν της σύστημα, ἰδίᾳ ἐν τῷ

ἐπισήμῳ γραπτῷ λόγῳ.

Ἐκτός τῆς Ἀττικῆς διαλέκτου, ἡ Ἀρχαία Ἑλληνική εἶχε καί ἄλλας διαλέκτους, αἱ ὁποῖαι

εἶναι εὐδιάκριται καί εἰς αὐτά τά ἀρχαιότατα ἐκ τῶν σῳζομένων γραπτῶν μνημείων, εἰς τά

Ὁμηρικά Ἔπη˙ ἤδη εἰς τήν Ἰλιάδα καί τήν Ὀδύσσειαν διακρίνομεν στοιχεῖα Ἰωνικά καί

Αἰολικά. Αἱ διάλεκτοι αὗται ἦσαν τῆς Κάτω Ἰταλίας (Τάραντος καί Ἡρακλείας), τῶν Μεγάρων

(Σελινοῦντος καί Βυζαντίου), τῆς Κρήτης, τοῦ Ἁκράγαντος, τῆς Δωρικῆς Σικελίας, καί ἄλλαι εἰς

τάς λοιπάς Ἑλληνικάς πόλεις καί νήσους, ἀλλά ἡ Ἀττική τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπίσημος δεσπόζουσα

διάλεκτος. Τοιουτοτρόπως, σήμερον, ἡ μεγαλειώδης ἱστορική Καθαρεύουσα θά πρέπει νά εἶναι

ἡ ἐπίσημος διδασκομένη, κυρία, λογία, γραφομένη, καί ὀμιλουμένη διάλεκτος˙ αἱ δέ τοπικαί

διάλεκτοι καί γραφαί ἄς ἀκολουθοῦν τά μή ἐπίσημα τοπικά καί ἀπλοποιημένα ἰδιόματα. Εἶναι

ἅπασαι ἀποδεκταί, ἐγνωσμέναι τοῖς πᾶσι ἐκ τῶν πάππων καί γιαγιάδων ἡμῶν καί εὐπρόσδεκτοι.

Τά παιδιά μας θά πρέπει νά διδάσκωνται καί νά μανθάνουν πρώτιστα τήν ὀρθήν Κοινήν

Καθαρεύουσαν, τήν Ἱστορικήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν, μέ τήν ὀρθογραφίαν της, τό πλουσιώτατον

λεξιλόγιόν της, τήν Γραμματικήν της καί τό Συντακτικόν της. Οἱ τόνοι καί οἱ κανόνες τονισμοῦ,

τά πνεύματα, τά σημεῖα στίξεως, τά ἄρθρα, αἱ κλίσεις, τά οὐσιαστικά, τά ἐπίθετα, τά ρήματα, καί

τά ἄλλα σύμβολα ἀναγνώσεως καί ὀρθῆς γραφῆς, καθ’ ὡς καί ὁ πλοῦτος τῶν λέξεων εἶναι

ἅπαντα ἀπαραίτητα καί ἀναπτύσσουν τήν διανοητικήν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτά ὅλα

προάγουν τήν γνῶσιν, ἀποδεικνύουν τήν Ἱστορικήν ἡμῶν συνέχειαν, βεβαιώνουν τόν σεβασμόν

μας πρός τούς προγόνους ἡμῶν, καί διαφυλάττουν τήν πραγματικήν Ἑλληνορθόδοξον Παιδείαν.

Ἡ θεόσδοτος Ἀττική διάλεκτος εἶναι κυρίως ἡ διάλεκτος τῶν Ἀθηναίων, εἰς τήν ὁποίαν

ἔχουν γραφῆ τά ὑπεροχώτερα ἔργα τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας. Ἡ Ἀττική διάλεκτος ἤρχισεν ἀπό

τοῦ 5 ου π.Χ. αἰῶνος νά ἐξαπλώνεται πολύ πέραν τῶν ὁρίων τῆς Ἀττικῆς, ὥσπου διά τοῦ Ἕλληνος

μεγάλου ἐκπολιτιστοῦ καί ἐκπληρωτοῦ τοῦ θείου σχεδίου, τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, κατέστη

αὕτη ἡ κοσμική γλῶσσα τῆς Ἀνατολῆς, ἀποκληθεῖσα ἔκτοτε Ἑλληνική Κοινή γλῶσσα. Παντοῦ

καί πάντοτε δεσπόζει ἡ Θεία Πρόνοια˙ ἡ δέ τήν περίοδον ταύτην ἀναμονή τοῦ Μασσίου, τοῦ

Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶχεν ἀνάγκην καί τήν γνῶσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λόγου, τῆς Κοινῆς

Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἡ ὁποία κατέστη ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν Πατέρων. Εἰς ταύτην

μετεφράσθη καί ἡ Παλαιά Διαθήκη καί οὕτως διεσώθη ἀναλοίωτος ἡ ὀρθότης ταύτης ἀπό τήν

Νέαν Ἑβραϊκήν ἄντίχριστον Kabbalah. Τά Ἀττικά στοιχεῖα ἀποτελοῦν τό μέγιστον μέρος τῆς

Κοινῆς, ἀλλά δέν εἶναι τά μόνα, περιέχονται ἐν αὐτῇ πάρα πολλά στοιχεῖα εἰλημμένα ἐκ τῆς

Ἰωνικῆς, Δωρικῆς, καί ὀλιγώτερα ἐξ ἄλλων διαλέκτων.

Ἡ γραμματική ἔρευνα τῆς γλώσσης ἀπησχόλησε τούς φιλοσόφους κατά πρῶτον καί

κατόπιν τούς συστηματικούς φιλολόγους. Πρῶτος ὁ Πλάτων εἰς τόν «Κρατύλον» ἐξετάζει τήν

προἐλευσιν, τήν ἐτυμολογίαν, τήν ὀρθότητα τῶν ὀνομάτων, καί τήν φωνητικήν προσέγγησιν τῆς

Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ὁ Πλάτων, ὁ πρό Χριστοῦ Χριστιανός, ἦτο οὗτος ὁ ὁποῖος ἔθηκε τά

θεμέλια τῆς ἐπιστήμης τῆς Ἐτυμολογίας, διά τῆς ὁποίας ἠρεύνησε τό πρόβλημα τῆς σχέσεως τῆς

ὑφισταμένης μεταξύ τῆς λέξεως καί τοῦ δι’ αὐτῆς σημαινομένου ἀντικειμένου, ἐάν αἱ σημασίαι

τῶν λέξεων κεῖνται φύσει (κατά φυσικήν ἀναγκαιότητα ὑπάρχουσαν μεταξύ λέξεως καί

σημαινομένου δι’ αὐτῆς) ἤ θέσει (ἀποδιδομένης εἰς ἑκάστην λέξιν τῆς σημασίας της αὐθαιρέτως

καί κατόπιν κοινῆς συμφωνίας τῶν ἀνθρώπων). Ὑπῆρξε δέ καί ἔρευνα καθαρῶς γλωσσολογικῶν

θεμάτων, ἀφ’ οὗ ἐν τῷ Κρατύλῳ ὁ Σωκράτης ἀναπτύσσει τάς θεμελιώδεις ἀρχάς τῆς


4

περιγραφικῆς φωνητικῆς. Οἱ Σοφισταί καί ὁ Ἀριστοτέλης, καθ’ ὡς καί οἱ Στωικοί, εἰς τήν

προσπάθειάν των νά διατυπώσουν τάς βάσεις τῆς τυπικῆς Λογικῆς, καθώριζον τά έπί μέρους

τμήματα τοῦ λόγου («μέρη τῆς λέξεως») καί τάς πτώσεις.

Ἡ συστηματική ὅμως Γραμματική ἔρευνα τῆς γλώσσης ἤρχισεν ἀπό τοῦ 3 ου αἰῶνος π.Χ.,

καί ἠσκήθη ὑπό τῶν Πτολεμαίων φιλολόγων τῆς Ἀλεξανδρείας, τούς ἀπογόνους τοῦ Μεγάλου

Ἀλεξάνδρου. Ἀπησχόλησε δέ τούτους ὄχι μόνον ἡ γλῶσσα, ἀλλά καί ὁ τρόπος καθ’ ὅν ἕκαστος

τῶν Συγγραφέων χειρίζεται ταύτην. Ὁ σημερινός χειρισμός τῆς γλώσσης μας ὑπό τοῦ ἐπισήμου

κράτους, τῶν σχολείων καί Πανεπιστημίων, καί φυσικά ὑπό τῶν ΜΜΕ εἶναι ἀπαράδεκτος,

πραγματική κακοποίησις τοῦ μεγαλείου αὐτοῦ τοῦ παγκοσμίου πολιτισμοῦ. Περί τό 100 π.Χ., ὁ

φιλόλογος τῆς Ἀλεξανδρείας, Διονύσιος ὁ Θρᾷξ, εἰς τό ἔργον του «Γραμματική Τέχνη»,

καθορίζει τό ἔργον τῶν Γραμματικῶν ὡς ἑξῆς: «Γραμματική ἐστιν ἐμπειρία τῶν παρά Ποιηταῖς

τε καί Συγγραφεῦσιν ὡς ἐπί τό πολύ λεγομένων». Διά τῶν συστηματικῶν ἐρευνῶν τῶν

φιλολόγων τούτων, ἡ Γραμματική ἐξυψώθη συντόμως εἰς αὐτοτελῆ ἐπιστήμην.

Ἐπίσης, ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Δύσκολος (2 ον αἰῶνα μ.Χ.) συνέβαλε τά μέγιστα εἰς τήν

ὁλοκλήρωσιν τῆς Γραμματικῆς ἐπιστήμης, καθορίσας τήν Σύνταξιν ὡς ἰδιαίτερον τμῆμα τῆς

Γραμματικῆς, ἐν ἀντιδιαστολῇ πρός τό Τυπικόν. Ὁ δέ υἱός τούτου, ὁ Ἡρωδιανός, ἀσχοληθείς

κυρίως μέ θέματα ὀρθρογραφικά καί προσῳδιακά, εἶναι ὁ τελευταῖος τῶν Γραμματικῶν τῆς

Ἀλεξανδρείας. Ἡ ἐργασία τῶν Ἑλλήνων Γραμματικῶν τῆς Ἀλεξανδρείας ἐξακολουθεῖ καί

σήμερον ἀκόμη νά θεωρῆται βασική διά τήν Γλωσσολογικήν ἐπιστήμην. Οἱ ἐχθρικῶς

διακείμενοι πρός τήν Ἱστορικήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν (ΠΑΣΟΚοι) πολέμιοί της καί οἱ

(ΣΥΡΙΖΑῖοι) ἀνθέλληνες καί ἄθεοι, προδόται τῆς Μακεδονίας μας, δέν θά ἔπρεπε νά γνωρίζουν

ὅλα αὐτά τά ἱστορικά γεγονότα καί τήν ἀλήθειαν διά τήν καταγωγήν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου,

τήν Ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας καί τοῦ ἐν γένει πολιτισμοῦ μας, καί τῆς συνεχείας τοῦ

Ἑλληνισμοῦ; Ὁ ἐν ἀγνοίᾳ Ἑλληνας ψηφοφόρος εἶναι συνυπεύθυνος δι’ ὅλα αὐτά τά ἔκτροπα

δεινά, τά ὁποῖα ἀντιμετωπίζει σήμερον ἡ χώρα μας καί δυστυχῶς, εἰς ἅπαντας τούς τομεῖς,

πολιτείαν, παιδείαν, ἐκκλησίαν, κοινωνίαν, γεωπολιτικήν, κ.λπ.

Ἅπαντες οἱ Εὐρωπαῖοι γλωσσολόγοι διατηροῦν τήν ὁρολογίαν τῶν Ἑλλήνων

Γραμματικῶν τῆς Ἀλεξανδρείας. Οἱ Λατῖνοι Γραμματικοί ἐξελατίνισαν ἁπλῶς τούς ὅρους τῶν

Ἀλεξανδρινῶν, ἀλλά μέ ἀρκετάς παρανοήσεις πολλάκις. Ἡ «Γραμματική Τέχνη» τοῦ Διονυσίου

τοῦ Θρᾳκός ἤσκησε βασικήν ἐπίδρασιν ἐπί τῆς Γραμματικῆς ἐπεξεργασίας ὅλων τῶν ἐπί μέρους

γλωσσῶν παγκοσμίως. Ἡ δέ Γραμματική τῆς Συριακῆς καί Ἀρμενικῆς γλώσσης ἀρχίζει μέ μίαν

μετάφρασιν τοῦ βιβλιαρίου τοῦ Διονυσίου Θρᾳκός. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τό κεφάλαιον τῆς

Συντάξεως, οἱ Ἕλληνες Γραμματικοί κατέχουν τά σκῆπτρα. Αἱ Γραμματικαί σπουδαί

ἀπησχόλησαν μετά τόν 14ον αἰῶνα καί τούς Γραμματικούς τῆς Ἀναγεννήσεως,

χρησιμοποιοῦντες τάς παραληφθείσας τεχνικάς ἐκφράσεις τῆς Ἀρχαιότητος, λόγῳ τῆς

ἀναζωπυρήσεως τῶν κλασσικῶν σπουδῶν. Ἀλλά ἀπό μεθοδικῆς ἀπόψεως οἱ Ἕλληνες

Γραμματικοί τῆς Ἀλεξανδρείας παρέμειναν ἀνυπέρβλητοι.

Τέλος, ἀπό τοῦ 19ου αἰῶνος, ἡ Γραμματική τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης (τῆς ὑπερτάτης

θείας γλώσσης πασῶν τῶν γλωσσῶν) δέν ἀπασχολεῖ μόνον τούς κλασσικούς φιλολόγους, ἀλλά

καί τούς γλωσσολόγους τῆς Ἱστορικοσυγκριτικῆς Γλωσσολογίας. Τούς μέν φιλολόγους

ἐνδιαφέρει κυρίως ἡ κριτική ἐπεξεργασία τῶν Κειμένων καί ἡ ἐξέλιξις τῶν ἐπί μέρους γλωσσῶν

κατά τήν Ἱστορικήν περίοδον, τούς δέ συγκριτικούς γλωσσολόγους τούς ἐνδιαφέρουν αἱ μεταξύ

τῶν διαφόρων γλωσσῶν σχέσεις. Ἀκόμη καί ἡ UNESCO ἔχει ἀναγνωρἰσει τήν παγκόσμιον

ἀξίαν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καί ἔχει διακηρύξει τήν 9 ην Φεβρουαρίου, ὡς Ἡμέραν τῆς

Ἑλληνικῆς Γλώσσης. Ἡ ἀπορία ἡμῶν σήμερον εἶναι ἡ ἑξῆς˙ ποῦ ὀφείλεται ἡ κρίσις καί ἡ

ἀπέχθεια τῶν Ἑλλήνων πολιτικοποιημένων φιλολόγων, γλωσσολόγων, καί Ὑπουργείου


5

Παιδείας κατά τῆς μεγαλειώδους θείας Ἑλληνικῆς γλώσσης; Παρεποίησαν, οἱ «σοφοί

ἐπαΐοντες» τῆς σήμερον, τήν ὀθήν παναρχαίαν ἱστορικήν καί πλουσιωτάτην Ἑλληνικήν ἡμῶν

γλῶσσαν (τῶν ὀκτώ ἑκατομμυρίων λέξεων) καί ἐπέβαλλον διά νόμου εὶς τά σχολεῖα τῆς χώρας

ἕν ἀκαλαίσθητον, ἀνορθόγραφον, πρωτόγονον, μονοτονικόν ἤ ἄτονον, ἄνευ Γραμματικῆς καί

Συντακτικοῦ ἀντεπιστημονικόν κατασκεύασμα ὡς ἐπίσημον «νεοελληνική γλώσσα», καθ’ ὡς

καί εἰς τήν ἔξωθεν κατευθυνομένην πολιτείαν, τήν κοινωνίαν ὁλόκληρον˙ ἀκόμη δέ καί εἰς τήν

ἐκκλησίαν (τούς μοντερνιστάς κακοδόξους, σχισματικούς καί αἱρετικούς).

Ἐν κατακλείδι, καί ὡς συμπέρασμα ἀναφέρω τί ἔχουν εἴπει οἱ ξένοι διά τήν Ἑλληνικήν

Γλῶσσαν, πρός γνῶσιν τῶν πολεμίων ἀνθελλήνων πολιτικῶν καί τῶν ἐν ἀγνοίᾳ καί ἀφροσύνῃ

ἀκαδημαϊκῶν τῆς Ἑλλάδος. 1 Συνεπῶς, ὁ ἀστείρευτος πλοῦτος καί τό Ἱστορικόν μεγαλεῖον τῆς


1 -Μᾶρκος Τίλλιος Κικέρων (Ὁ ἐπιφανέστερος ἄνδρας τῆς ἀρχαίας Ρώμης, 106-43 π.Χ.) «Ἐάν οἱ θεοί

μιλοῦν, τότε σίγουρα χρησιμοποιοῦν τήν γλῶσσαν τῶν Ἑλλήνων.»

- Ὁ Ρωμαῖος ρήτορας, Κικέρων (Cicero) ἔλεγε: “Lingua, deorum est lingua Graecorum”. “The language

of the Gods is the language of the Greeks”. (= Ἡ γλῶσσα τῶν θεῶν εἶναι ἡ Ἑλληνική γλῶσσα).

- “Damned Greek, you found everything; philosophy, geometry, physics, astronomy… you left nothing for

us” (= Καταραμένε Ἕλληνα ἀνεκάλυψες τά πάντα, φιλοσοφία, γεωμετρία, φυσική, ἀστρονομία… δεν

ἄφησες τίποτα γιά ἐμᾶς), Johann Christoph Friedrich von Schiller (1759-1805), [Γερμανός ποιητής,

φιλόσοφος καί Ἱστορικός].

- Totum Graecorum est” (Ὅλα εἶναι Ἑλληνικά) [Ὅλα προέρχονται ἀπό τούς Ἕλληνες]. Ἀκόμη, “Nihil

Graeciae humanum, nihil sanctum” (Τίποτα δέν εἶναι πιό ἀνθρώπινο, πιό ἱερό ἀπό τήν Ἑλλάδα) Marcus

Tullius Cicero (106 B.C. – 43 B.C.) [Λατίνος κλασικός].

- “‘Though Greece was conquered, she defeated the conqueror and imported the arts in the uncivilized

Latium”” (Παρ’ ὅτι ἡ Ἑλλάς κατακτήθηκε, αὐτή ἐνίκησε τόν κατακτητήν καί εἰσήγαγε τίς τέχνες στό

ἀπολίτιστο Λάτιο) Quintus Horatius Flaccus (65 B.C.– 8 B.C.) [Ρωμαῖος λυρικός ποιητής].

- “It is great to descent from Greece, the land that gave the light to the world” (Είναι σπουδαίο να

κατάγεσαι από την Ελλάδα, τη χώρα που έδωσε το φως στον κόσμο). Victor Hugo (1802-1855) [Γάλλος

ποιητής].

- “We are children of the Greeks” (Είμαστε παιδιά των Ελλήνων.) Frederich II Βασιλιάς της Πρωσσίας

(1712-1786).

-Ὁ γνωστός Γάλλος Βολταῖρος εἶχε πεῖ «Εἴθε ἡ Ἑλληνική γλῶσσα νά γίνῃ κοινή ὅλων τῶν λαῶν.»

-Ἡ Μαριάννα Μακ Ντόναλντ, καθηγήτρια τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Καλιφόρνιας καί ἐπικεφαλής τοῦ TLG

δήλωσε «Ἡ γνώση τῆς Ἑλληνικῆς εἶναι ἀπαραίτητο θεμέλιο ὑψηλῆς πολιτιστικῆς καλλιέργειας.»

-Ἰωάννης Γκαίτε (Ὁ μεγαλύτερος ποιητής τῆς Γερμανίας, 1749-1832) «Ἄκουσα στόν Ἅγιο Πέτρο τῆς

Ρώμης τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλες τίς γλῶσσες. Ἡ Ἑλληνική ἀντήχησε ἄστρο λαμπερό μέσα στή νύχτα.»

-Φρειδερῖκος Σαγκρέδο (Βάσκος καθηγητής γλωσσολογίας – Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀκαδημίας τῆς

Βασκωνίας) «Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα εἶναι ἡ καλύτερη κληρονομιά πού ἔχει στή διάθεσή του ὁ ἄνθρωπος γιά

τήν ἀνέλιξη τοῦ ἐγκεφάλου του. Ἄπέναντι στήν Ἑλληνική ὅλες, καί ἐπιμένω ὅλες οἱ γλῶσσες εἶναι

ἀνεπαρκεῖς.» «Ἡ ἀρχαία Ἑλληνική γλῶσσα πρέπει νά γίνῃ ἡ δεύτερη γλῶσσα ὅλων τῶν Εὐρωπαίων,

εἰδικά τῶν καλλιεργημένων ἀτόμων.» «Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα εἶναι ἀπό οὐσία θεϊκή.»

-Ἐρρίκος Σλήμαν (Διάσημος ἐρασιτέχνης ἀρχαιολόγος, 1822-1890) «Ἐπιθυμούσα πάντα μέ πάθος νά

μάθω Ἑλληνικά. Δέν τό εἶχα κάνει γιατί φοβόμουν πώς ἡ βαθειά γοητεία αὐτῆς τῆς ὑπέροχης γλῶσσας θά

μέ ἀπορροφοῦσε τόσο πολύ πού θά μέ ἀπομάκρυνε ἀπό τίς ἄλλες μου δραστηριότητες.»

-Ἴμπν Χαλντούν (Ὁ μεγαλύτερος Ἄραβας ἱστορικός) «Ποῦ εἶναι ἡ γραμματεία τῶν Ἀσσυρίων, τῶν

Χαλδαίων, τῶν Αἰγυπτίων; Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει κληρονομήσει τήν γραμματεία τῶν Ἑλλήνων μόνον.»

-Φρανγκῖσκος Λιγκόρα (Σύγχρονος Ἰταλός καθηγητής Πανεπιστημίου καί Πρόεδρος τῆς Διεθνοῦς

Ἀκαδημίας πρός διάδοσιν τοῦ πολιτισμοῦ) «Ἕλληνες νά εἶστε περήφανοι πού μιλᾶτε τήν Ἑλληνική

γλῶσσα ζωντανή καί μητέρα ὅλων τῶν ἄλλων γλωσσῶν. Μήν τήν παραμελεῖτε, ἀφοῦ αὐτή εἶναι ἕνα ἀπό

τά λίγα ἀγαθά πού μᾶς ἔχουν ἀπομείνει καί ταυτόχρονα τό διαβατήριό σας γιά τόν παγκόσμιο πολιτισμό.»

-Μάικλ Βέντρις (Ὁ ἄνθρωπος πού ἀποκρυπτογράφησε τήν Γραμμική γραφή Β’) «Ἡ ἀρχαία Ἑλληνική

Γλῶσσα ἦτο καί εἶναι ἀνωτέρα ὅλων τῶν παλαιοτέρων καί νεοτέρων γλωσσῶν.»

-Ζακ Λάνγκ (Γάλλος Ὑπουργός Παιδείας) «Θά ἤθελα νά δῶ νά διδάσκονται τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, μέ τόν

ἴδιο ζῆλο πού ἐπιδεικνύουμε ἐμεῖς, καί στά Ἑλληνικά σχολεῖα.»


6

πλουσίας Ἑλληνικῆς γλώσσης κατέστησαν ταύτην τόν μέγαν δανειστήν χιλιάδων λέξεων εἰς

ἁπάσας τάς ξένας γλώσσας. Παρ’ ὅλην τήν προσπάθειαν καταργήσεως ταύτης, ἐξακολουθεῖ νά

ὑφίσταται καί νά χρησιμοποιεῖται ὀρθῶς καί παγκοσμίως, ἐκτός ἐντός τῆς Ἑλλάδος, διότι τήν

Ἱστορικήν ὀρθότητά της τήν ἀπαγορεύουν οἱ ἀνθέλληνες μασόνοι ψευδο-πολιτικοί καί

«ἐπαΐοντες» ψευδο-ἀκαδημαϊκοί τῆς χώρας. Εὐχόμεθα τήν τῶν τοιούτων ἀνάνηψιν καί

φωτισμόν ἤ τόν ἐξοστρακισμόν. Δυστυχῶς, οἱ δουλοπρεπεῖς ψευδο-πολιτικοί μας δέν

ἀντιλαμβάνονται τήν πνευματικήν καταστροφήν τήν ὁποίαν ἐπέφερον εἰς τήν Ἑλλάδα καί εἰς

τόν παγκόσμιον πολιτισμόν μέ τήν κατάργησιν τῆς (Κοινῆς) Καθαρευούσης Ἱστορικῆς

Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αὐτά τά τρία κόμματα τῆς συμφορᾶς, τῆς μάστιγος, τῆς θείας ὀργῆς, καί ἡ

μεγίστη πληγή τῆς χώρας ἀπό τό 1980 (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, καί Ν.Δ.= Κεντρῷοι) ἕως σήμερον,

δέν ἠμποροῦν πλέον νά ἐκλέγωται εἰς τήν Ἑλλάδα. Τά Ἑλληνόπουλα δέ θά πρέπει νά

διδάσκωνται, ὑποχρεωτικῶς, καί Ἀρχαῖα Ἑλληνικά εἰς τά σχολεῖά μας καί ὄχι μόνον τά

«κορακίστικα» τῆς ἐπιχρίστου ΠΑΣΟΚυίας περιόδου καί ξένας γλώσσας.


-Σύμφωνα μέ τόν Μπίλ Γκέιτς «Ἡ Ἑλληνική μέ τήν μαθηματικήν δομήν της, εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς

πληροφορικῆς καί τῆς νέας γενιᾶς τῶν ἐξελιγμένων ὑπολογιστῶν, διότι μόνο σ’ αὐτήν δέν ὑπάρχουν ὅρια.»

-Εἶναι γνωστή ἡ ἔκφραση πού χρησιμοποιοῦν οἱ Ἀγγλοαμερικάνοι ὅταν ψάχνουν νά βροῦν τήν κατάλληλη

λέξη γιά κάποια ἔννοια. «Οἱ Ἕλληνες θά ἔχουν μία λέξη γιά αὐτό».

-Οἱ Κινέζοι ἀποκαλοῦν τόν Ἑλληνικόν πολιτισμόν «Sila», τοῦτ’ ἔστιν, «ὁ ἄλλος μεγάλος πολιτισμός».

-Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερος πολιτισμός ἀπό τόν Ἑλληνικόν. Ὅρα, Chrysopoulos, Philip (2026), “Delphic

Maxims, Ancient Greece’s Equivalent of the Ten Commandments”, August 25, 2026,

https://greekreporter.com/2026/08/25/god-commandments-ancient-

greeks/?utm_source=newsletter&utm_medium=email&utm_term=2026-08-

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (5ον)

 


 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (5ον)

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 3η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος πέμπτον.

    Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις μας πάνω στα συνοδικά κείμενα, για τα οποία έγινε λόγος στο προηγούμενο, τέταρτο μέρος, προχωρούμε σε κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με τη συγκρότηση και τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου από ιεράρχες, συλλογικούς φορείς, αγιορείτες πατέρες και λοιπούς κληρικούς.

Σχολιασμοί Αρχιερέων.

    Αρχίζουμε με τον Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, ο οποίος σε παρέμβασή του στην έκτακτη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, (Νοέμβριος 2016), μεταξύ άλλων παρατηρεί τα εξής: «Η Σύνοδος η οποία συνήλθε στην Κρήτη, όπως επανειλημμένως έχω τονίσει, ήταν Συνοδος των Προκαθημένων με τις συνοδείες τους… Το κείμενο που απετέλεσε την βάση της Συνόδου ήταν το έκτο με τίτλο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον’. Το τελικό  κείμενο  έχει  πολλά  προβλήματα,  παρά  τις  μερικές  γενικές  καλές διατυπώσεις….Στην Σύνοδο κυριαρχούσαν η θεωρία των κλάδων,  η  βαπτισματική  θεολογία  και  κυρίως  η  αρχή  της   περιεκτικότητος, δηλαδή  η  διολίσθηση  από  την  αρχή  της  αποκλειστικότητος  στην  αρχή  της περιεκτικότητος…Παντως, παρατηρεί κανείς στο τελικό κείμενο αντιφαντικά σημεία. Κατά την  γνώμη  μου  δεν  είναι  κείμενο  θεολογικό,  αλλά  διπλωματικό». 

    Παρά κάτω σχολιάζοντας την αρχική απόφαση της Ιεραρχίας, (Μάΐος 2016), σχετικά με την 6η παράγραφο του 6ου κειμένου να μην αποδεχθή τον όρο «Εκκλησία» στους ετεροδόξους και να προτείνει  την τροποποίησή της ως εξής: «η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει  την  ιστορικήν  ύπαρξιν  άλλων  Χριστιανικών  Ομολογιών  και  Κοινοτήτων μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ' αυτής» και τη νέα πρόταση που τελικά πρότεινε: «η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών», μετά από αντιδρασεις που προκλήθηκαν από άλλες Εκκλησίες, παρατηρεί τα εξής: «Κατ’  αρχάς  δεν  είχαμε  εξουσιοδότηση  της  Ιεραρχίας  να  διαπραγματευθούμε  τις  αποφάσεις  της,  όπως  έλεγαν  πολλοί  από τούς  Ιεράρχες που ήμασταν παρόντες…. Η λέξη ετερόδοξος σε σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία σημαίνει αιρετικός. Επομένως το να αποδίδει κανείς το επίθετο ετερόδοξος στην Εκκλησία δηλώνει αντιφατικότητα…Το σημαντικότερο όμως της υποθέσεως είναι ότι η νέα πρόταση, ενώ φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι είναι ακίνδυνη, εν τούτοις είναι αντορθόδοξη. … Έτσι, ή υπάρχει Εκκλησία χωρίς αιρετικές διδασκαλίες, η οποία σώζει τους ανθρώπους, ή είναι αιρετική ομάδα, που δεν μπορεί να αποκληθή Εκκλησία».  

    O Σεβ. Mητροπολίτης (πρώην) Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιος σε άρθρο του με τίτλο: «Η μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης πλήγωσε το σώμα της Ορθοδοξίας», σχολιάζοντας το 6ο συνοδικό κείμενο σημειώνει τα εξής: «Μετά τις αποφάσεις της Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης το Σύμβολο της πίστεως δυστυχώς έχει αλλοιωθεί…Μέχρι χθες γνωρίζαμε ότι η Εκκλησία είναι Μία, η Ορθόδοξος, εκ της οποίας αποσχίσθηκε η Ρώμη, εξ’ αυτής δε προήλθαν οι Παλαιοκαθολικοί, οι Αγγλικανοί, και οι Προτεστάντες. Μέχρι χθες όλες αυτές οι αποτμήσεις, τα κομμάτια και τα ‘αποκόμματα’, ονομάζονταν ‘Χριστιανικές Ομολογίες’. Από σήμερα δυστυχώς στην Κρήτη, έλαβαν τον τίτλο Εκκλησία! Αναγνωρίστηκαν ως ‘Εκκλησίες’.…Μάταια στην κατά μήνα Μάϊο 2016 προηγηθείσα έκτακτη Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας είχε αποκλεισθεί ο όρος ‘Εκκλησία’ για τις άλλες ομολογίες! Η Κρήτη μας απέρριψε! Έτσι όμως η αλήθεια πληγώθηκε! Η πλάνη επικράτησε! Διότι η Εκκλησία είναι μία και αυτή είναι μόνον η Ορθόδοξος Εκκλησία!».

    Ο Σεβ. Μητροπολίτης Κυθήρων κ. Σεραφείμ σε επιστολή του προς τον Μακ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και τα μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «Η 25μελης Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος υπό την προεδρίαν του Μακ. Αρχιεπισκόπου μας κ. Ιερωνύμου μετέβη εις Κρήτην δια να εκπροσωπήσει την Ι.Σ.Ι. και κομίσει τας αποφάσεις της επί των εξ (6) θεμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και όχι δια να διαπραγματευθή επί των αποφασισθέντων υπό της Ι.Σ.Ι.…Εν τοιαύτη περιπτώσει, όταν, [τους ετεροδόξους], τους χαρακτηρίζομεν ως Εκκλησίαν δεν τους αποκοιμίζομεν και δεν συντελούμεν εις τον εφησυχασμόν των καθώς τους αποκρύπτομεν την αλήθειαν, το φως του Χριστού; Και δεν θα λογοδοτήσωμεν ημείς οι Ορθόδοξοι εν ημέρα Κρίσεως διά την πνευματικήν αυτήν ‘βαβέλ’ και την νόθευσιν, ή απόκρυψιν της σωζούσης θείας αληθείας, της θεόθεν αποκαλυφθείσης διά των Προφητών και εν Χριστώ τω Θεώ και Σωτήρι ημών, ο οποίος είναι η Κεφαλή της Μίας και Μόνης Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και όχι και μιας εκάστης των άλλων φερομένων και αυτοαποκαλουμένων ως ‘Εκκλησιών’;». 

    Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κυρός Ιερεμίας σε ομιλία του σε σύναξη ιερατική των κληρικών της επαρχίας του παρατηρεί: «Παραδόξως δεν φαίνεται η Σύνοδος της Κρήτης να καταδικάζει αίρεσιν τινά, ούτε να ομιλεί περί αιρέσεων. Αντίθετα μάλιστα τας αιρέσεις καλεί ‘Εκκλησίας’…Βέβαια όπως μας είπαν στην Ιεραρχία του Νοεμβρίου και οι Πατέρες, Αρχιερείς της ελλαδικής μας Εκκλησίας, οι μετασχόντες στη Σύνοδο, ο όρος ‘Εκκλησία’ που ελέχθη για τους ετεροδόξους, δεν χρησιμοποιήθηκε με την κυρία του, την δογματική έννοια, αλλά χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικώς με την έννοια της θρησκευτικής κοινότητος. Ναι, άλλα ημείς στα θεολογικά κείμενά μας και τις θεολογικές εκφράσεις μας έχουμε άλλη έννοια περί ‘Εκκλησίας’, αυτήν που παρουσιάσαμε παρά πάνω. Και επειδή λοιπόν πρόκειται περί κειμένων Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, πρέπει να είμεθα πολύ ακριβείς στις εκφράσεις μας. Μετά από μας θα έλθουν άλλοι και άλλοι και θα βρουν έτοιμη την χρήση της έκφρασης ‘Εκκλησία’ για τους αιρετικούς και θα την χρησιμοποιήσουν λοιπόν αυτοί ελευθεριώτερον, με την σωστή μάλιστα δικαιολογία, ότι η έκφραση χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως από Σύνοδο. Δια τούτο και πολύ δικαίως έγινε εξέγερση ισχυρών θεολόγων κατά της εκφράσεως αυτής, το να ονομαστούν οι ετερόδοξοι ‘Εκκλησίες’ και θεώρησαν αυτήν λίαν ημαρτημένη διά συνοδικό μάλιστα κείμενο». 

    Ο Σεβ. Μητροπολίτης Μαυροβουνίου κ. Αμφιλόχιος της Σερβικής Εκκλησίας σε συνέντευξή του αναφερόμενος στο 6ο συνοδικό κείμενο εδήλωσε ότι το έγγραφο αυτό προκάλεσε έντονες διαμάχες στη Σύνοδο, [της Κρήτης] και ότι ο ίδιος θεωρεί ότι ήταν ανεπαρκώς προετοιμασμένο, γεγονός που είχε επισημάνει η Αντιπροσωπεία της Σερβικής Εκκλησίας και κατά τις προπαρασκευαστικές συναντήσεις. 

    Ο Σεβ. Μητροπολίτης της επαρχίας Lovech της Βουλγαρικής Εκκλησίας κ. Γαβριήλ σε μήνυμά του στην μεγάλη, Θεολογική - Επιστημονική Ημερίδα, που πραγματοποιήθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας Πειραιώς στις 23 Μαρτίου 2016,  με γενικό θέμα: «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος: Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες», παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε κατανοούσε την ‘ένωση των πάντων’ με την έννοια ότι εκείνοι οι οποίοι έχουν εκτραπεί στην αίρεση, ή στο σχίσμα, πρέπει πρώτα απ’ όλα να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Πίστη και να δηλώσουν υπακοή στην Αγία Εκκλησία και τότε μόνον μπορούν να γίνουν δεκτοί στην Εκκλησία, διά της μετανοίας.…Εκτός από την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχουν άλλες Εκκλησίες, παρά μόνον σχίσματα και αιρέσεις και επομένως το να ονομάζονται αυτές οι τελευταίες ‘εκκλησίες’ είναι εντελώς εσφαλμένο, από θεολογικής, κανονικής και δογματικής πλευράς». 

    Τέλος ο επίσκοπος της επαρχίας Μπάντσεν της Εκκλησιας της Ουκρανίας κ. Λογγίνος σε χαιρετισμό του στην παρά πάνω Ημερίδα εδήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «Αυτή η λεγόμενη ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδος’ είναι η πιο πονηρή, ληστρική, ψευδής σύνοδος, την οποία οι πιστοί της επαρχίας μου δεν πρόκειται ποτέ να την αναγνωρίσουν. Έχω συμμετάσχει στην προετοιμασία της Συνόδου. Είναι τρομερό αυτό που προετοιμάζεται. Διαπιστώνουμε την διγλωσσία της ‘Μεγάλης’ Συνόδου, όμως ξέρουμε ότι ο λόγος είναι ναι ή ου (Μτ. 5,37), και γι’ αυτό δεν θα την αναγνωρίσουμε ποτέ».

Η «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών».

    Η εν λόγω «Σύναξη» δημοσίευσε κείμενό της υπό μορφήν «Ανοικτής Επιστολής –Ομολογίας» τον Σεπτέμβριο του 2016, στο οποίο παρατηρεί, μεταξύ άλλων, ότι η ψευδοσύνοδος εισάγει μια αιρετική εκκλησιολογία. Γράφουν: «….Η εκκλησιαστικότητα των Παπικών έχει ήδη αναγνωρισθή στο επαίσχυντο και προδοτικό κείμενο του Balamand του Λιβάνου (1993), στον Διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς, των δε Προτεσταντών και Μονοφυσιτών στις Γενικές Συνελεύσεις του λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, (2006) και στο Πουσάν της Ν. Κορέας (2013). Η αποφυγή από την ‘Σύνοδο’ της Κρήτης να κρίνει τα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων και την συμμετοχή μας στο ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών’, ενώ αντίθετα επαινεί και τα δύο, σημαίνει ότι ουσιαστικά εγκρίνει ότι οι Παπικοί έχουν Χάρη, Μυστήρια, Ιερωσύνη, Αποστολική Διαδοχή και ότι εμείς χωρισμένοι από τους Μονοφυσίτες, τους Παπικούς και τους Προτεστάντες δεν μπορούμε να είμαστε η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (Πόρτο Αλέγκρε, Πουσάν). Η μη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος στην συνέλευση του Balamand μεταβάλλεται τώρα σε συνενοχή με την έγκριση των κειμένων των Διαλόγων. Καθίσταται έτσι η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης σύμμαχος και προαγωγός της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αντίθετη προς όλες τις προηγούμενες συνόδους της Εκκλησίας, οι οποίες, αντί να εκκλησιοποιούν τις αιρέσεις, τις κατεδίκαζαν και τις αναθεμάτιζαν. Η λέξη αίρεση δεν υπάρχει ούτε μία φορά μέσα στα κείμενα της ‘Συνόδου’, η δε ορθή πρόταση του Αγίου Όρους να απαγορευθούν οι συμπροσευχές με τους αιρετικούς δεν έτυχε καμμίας προσοχής. Επομένως όχι μόνο ως προς την διαδικασία συγκλήσεως και λειτουργίας, αλλά και ως προς τις αποφάσεις της, ιδιαίτερα ως προς την συνοδική αναγνώριση του Οικουμενισμού και των αιρέσεων ως εκκλησιών, η συνέλευση μερικών επισκόπων στην Κρήτη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ούτε Σύνοδος, ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη». 

Ανοικτή επιστολή αγιορειτών πατέρων προς την Ιερά κοινότητα.

    Στις 3 Ιουλίου 2016, 59 αγιορείτες πατέρες προερχόμενοι από Μοναστήρια, σκήτες, κελλιά, και ασκητήρια του αγίου Όρους, έστειλαν ανοικτή ομολογητική επιστολή προς την Ιερά Κοινότητα, στην οποία μεταξύ άλλων επισημαίνουν τα εξής σχετικά με την ψευδοσύνοδο: «Η Σύνοδος αυτή αποδεικνύεται αντορθόδοξη, ληστρική και αιρετική, διότι:

Α)  Ακολούθησε καινοφανείς μεθοδεύσεις στην θεματολογία και τις πρακτικές της.

Β) Απέκλεισε τους Επισκόπους και κατέλυσε την Ορθόδοξη συνοδικότητα και εν γένει χρησιμοποιήθηκαν αντορθόδοξοι μέθοδοι στον τρόπο λειτουργίας της.

Γ) Δεν υπήρχε επαρκής ενημέρωση του ορθοδόξου πληρώματος• αντίθετα υπήρχε απόκρυψη των αποφασιζομένων κατά την προσυνοδική διαδικασία.

Δ) Καθιερώνει την μεταπατερική θεολογία.

Ε) Νομιμοποιεί επίσημα και συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού.

ΣΤ) Επετεύχθη τελικά ο στόχος της εκκλησιαστικοποιήσεως των αιρέσεων, δηλαδή έγινε δεκτό ότι ο Παπισμός καθώς και λοιποί αιρετικοί είναι Εκκλησίες και όχι αιρέσεις.

Ζ) Υποβιβάζει τον Χριστιανισμό στο επίπεδο του κοινωνισμού («κοινωνικό ευαγγέλιο»).

Η) Δεν εκφράζει την αγιοπνευματική εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος.

Θ) Δεν ακολουθεί την αγιοπατερική Παράδοση της Εκκλησίας, μιας και δεν έγινε εξ’ αρχής αναγνώριση όλων των προηγουμένων συνόδων, και κυρίως αναγνώριση ως Οικουμενικών συνόδων της 8ης και της 9ης.

Ι) Καταλύει αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων.

ΙΑ) Αναγνωρίζει το Προτεσταντικό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο  Εκκλησιών.

ΙΒ) Παραγκωνίσθηκε και αγνοήθηκε ο ρόλος του Μοναχισμού και ιδιαίτερα η στάση των Αγιορειτών έναντι του Παπισμού και του Οικουμενισμού….

    Τέλος σας δηλώνουμε, ως Αγιορείτες Πατέρες, ότι με την χάρι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού μας, την βοήθεια της Υπεραγίας Θεοτόκου, και όλων των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων, Οσιομαρτύρων, και Ομολογητών, ‘επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι’, κατόπιν όλων τούτων, εάν, ο μη γένοιτο, εσείς δεν καταδικάσετε την εν λόγω ψευδοσύνοδο και δεν διακόψετε το μνημόσυνο του Πατριάρχου, τότε, είμεθα υποχρεωμένοι, βάσει των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας και της διαχρονικής παραδόσεως του Ιερού ημών Τοπου, να πράξουμε εμείς αυτό το, αυτονόητο, καθήκον άμεσα….. Εξ’ άλλου ο Οικουμενικός πατριάρχης τυγχάνει και ο κύριος εμπνευστής και υποκινητής αυτής της Συνοδικής αποφάσεως, και, ως εκ τούτου, για εμάς τούς Αγιορείτες Πατέρες, και όλους τούς Ορθοδόξους Χριστιανούς κληρικούς και λαϊκούς, καθίσταται εν έργοις και λόγοις Αιρεσιάρχης, όπως ο Άρειος, ο Νεστόριος, ο Βέκκος κ.α., όπως το έχουν αποδείξει πολλοί επίσκοποι και θεολόγοι, μέχρι σήμερα, και όχι μόνον διά της Παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αλλά και διά της Πανθρησκείας, την οποίαν κηρύττει δια των συμπροσευχών. Διδάσκει αλλότρια δόγματα, αντορθόδοξα και αντιπατερικά˙ δια τούτο κατά την εντολήν του Κυρίου οι πιστοί ‘αλλοτρίω (ποιμένι) ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ  αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν’ (Ιωαν. Ιʹ,1-5)…. Οφείλουμε, επίσης να σας ενημερώσουμε ότι θα είναι αναπολόγητοι εν ημέρα κρίσεως όσοι θα υποκύψουν και θα αποδεχθούν τις αποφάσεις αυτής της αιρετικής ψευδοσυνόδου, και θα εξακολουθήσουν εν γνώσει να μνημονεύουν τον Πατριάρχη• όλοι αυτοί ας γνωρίζουν ότι θα διαιρέσουν την αγιορειτική μοναστική πολιτεία. Λυπούμεθα, πολύ για την αντορθόδοξη αυτή πορεία, όπως σας το είχαμε επισημάνει και στην Ανοικτή Επιστολή μας ως Αγιορείτες Πατέρες, (13 Μαΐου 2016). Θα αναμένουμε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, όπως εκάστη Ι. Μονή, Ι. Σκήτη και κάθε Αγιορείτης Μοναχός, λάβει θέση ξεκάθαρα και συνειδητά επί του θέματος».

(Συνεχίζεται).

https://aktines.blogspot.com/2026/09/2016-5.html

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (4ον)

 


 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (4ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 31η Αυγούστου 2026

Μέρος τέταρτον.

    Συνεχίζοντας τον σχολιασμό μας στις Κριτικές παρατηρήσεις επί του έκτου συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», από το σημείο, όπου είχαμε σταματήσει στο προηγούμενο, τρίτο μέρος, σημειώνουμε τα εξής:

3. Η ψευδοσύνοδος μας δίδει μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα των μέχρι σήμερα διεξαχθέντων θεολογικών διαλόγων.

    α) Στην 6η παράγραφο γίνεται επαινετική αναφορά στους μέχρι σήμερα διεξαχθέντες διαλόγους, (διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς),  και τονίζεται «ότι δια του διαλόγου, [η Εκκλησία], δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής». Ωστόσο η  πικρή αλήθεια είναι ότι δυστυχώς στους μέχρι σήμερα διεξαχθέντες διάλογους όχι μόνον «δυναμικήν μαρτυρίαν….» δεν μπορέσαμε να δώσουμε, όπως ισχυρίζεται ο συντάκτης, αλλά αντιθέτως φθάσαμε σε υποχωρήσεις και συμβιβασμούς ανεπίτρεπτους, σε δογματικής φύσεως θέματα, που ισοδυναμούν με προδοσία της πίστεως.

    Οι μέχρι τώρα γενόμενοι Διάλογοι, όπως απέδειξαν τα πράγματα, υπηρέτησαν και εξακολουθούν να υπηρετούν και να προωθούν τα σκοτεινά σχέδια  της Νέας Εποχής, την ομογενοποίηση όλων των θρησκειών, προκειμένου έτσι να οικοδομηθεί το νέο θρησκευτικό μοντέλο της πανθρησκείας, η οποία θα προετοιμάσει το έδαφος για την έλευση του Αντιχρίστου.Όπως είναι γνωστό, ο πρώτος και κύριος σκοπός της Νέας Εποχής είναι η δημιουργία των καταλλήλων προϋποθέσεων για την οικοδόμηση μιας Νέας Τάξεως Πραγμάτων, δηλαδή η ενοποίηση της ανθρωπότητος, πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική και η επίτευξη μιας παγκόσμιας κυβερνήσεως υπό την ηγεσία ενός νέου Μεσσία, ο οποίος θα είναι ταυτόχρονα πολιτικός ηγέτης και θρησκευτικός, της νέας παγκόσμιας θρησκείας που θα προέλθει από την ομογενοποίηση και τον συγκερασμό όλων των θρησκειών του κόσμου. Αυτήν όμως την ιδέα της συγκρητιστικού τύπου ομογενοποιήσεως της ανθρωπότητος, που οραματίζονται οι σχεδιαστές της Νέας Εποχής, ομολογούν επίσης οι πρωτεργάτες των Διαθρησκειακών Διαλόγων.

    Παρά κάτω περιοριζόμαστε να παραθέσουμε μερικές μόνον αποκαλυπτικές δηλώσεις, αλλά και συγκεκριμένες πράξεις συμβολικού χαρακτήρα, ορισμένων εξ’ αυτών. Ο νυν Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, στην Παγκόσμια Διάσκεψη Θρησκείας και Ειρήνης στην Riva del Garda της Ιταλίας στις 4 Νοεμβρίου 1994, εδήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «…Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι, Προτεστάντες και Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ινδοί, Βουδιστές και Κομφουκιανοί, ήλθε ο καιρός όχι απλώς για προσέγγιση, αλλά για μια συμμαχία και συλλογική προσπάθεια προς τον σκοπόν της καθοδηγήσεως του κόσμου, μακράν των ψευδοπροφητών του εξτρεμισμού και της μισαλλοδοξίας». Τον Νοέμβριο του 2000 πραγματοποιήθηκε στο Καταμντού του Νεπάλ το 39ο Διεθνές Συνέδριο για το φυσικό περιβάλλον, στο οποίο συμμετείχαν εκπρόσωποι ένδεκα θρησκειών, οι οποίοι «προσέφεραν ιερά Δώρα στη γη». Στο συνέδριο συμμετείχε ως ομιλητής και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος προσέφερε ως ιερό δώρο στη γη μια μοναστηριακή έκταση στην περιοχή της Δωδεκανήσου. Σε άλλη ομιλία του, που εκφωνήθηκε στην Α΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Δεκέμβριο του 2001, εδήλωσε ενώπιον πολλών εκπροσώπων του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, ότι: «Εάν σταθώμεν με το προσήκον δέος απέναντι των προσωπικών αναζητήσεων εκάστης ψυχής, η οποία γεννηθείσα εις ορισμένην θρησκευτικήν παράδοσιν, ανοίγει τας πτέρυγάς της δια να πετάξει εις αναζήτησιν του Ηγαπημένου, αντιλαμβανόμεθα, ότι έχομεν ανθρώπινον χρέος να σεβασθώμεν απολύτως την προσωπικήν πορείαν έκαστου προς την υπερτάτην αγάπην. Τότε εναγκαλιζόμεθα εν ειρήνη την ψυχήν αυτήν και παρακολουθούμε εν άκρα σιωπή και προσευχή την πορείαν της, είτε συμβαδίζει με ημάς, [τους Χριστιανούς], είτε ακολουθεί άλλον δρόμον, [λόγου χάριν τον Ιουδαϊσμό η το Ισλάμ], διότι ο Ηγαπημένος την αναμένει και θα της δείξη τον δρόμον».  Τον Οκτώβριο του 2009, μετέβη στην Αμερική, όπου επεσκέφθη την έδρα της Coca cola, όπου προσέφερε στον πρόεδρο της εταιρίας κ. Μουχτάρ, ως αναμνηστικό δώρο, αντί Αγίας Γραφής, όπως θα περίμενε κανείς, το Κοράνιο, το οποίο μάλιστα χαρακτήρισε ως «ιερό». Την ίδια εκείνη περίοδο, (Οκτώβριος 2009), επεσκέφθη επίσης και την Εβραϊκή Συναγωγή της Νέας Υόρκης, όπου ο αρχιραβίνος κ. Schneier τον ετίμησε, προσφέροντάς του κάποιο αναμνηστικό δώρο. Ο οικ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, αντιφωνώντας εξέφρασε την μεγάλη χαρά του για την παρουσία του στην Συναγωγή και εδήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «Αγαπητοί φίλοι, καλούμεθα να γίνωμεν προφητικαί κοινότητες μεταμορφώσεως εις ένα τελματωμένον κόσμον […] Ας πιαστούμε από τα χέρια όχι μόνον εις προσευχήν, αλλά και εις ένδειξιν αλληλεγγύης. Το οφείλομεν εις τον Θεόν μας, εις τους κοινούς πατριάρχας μας Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, εις όλους ημάς και εις τον κόσμον». Παρόμοια προσφορά ως αναμνηστικού δώρου του Κορανίου, είχαμε και από τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρο και Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλο. Ο πρώτος κατά την επίσκεψη του Προέδρου του Σουδάν κ. Ομάρ Αλ Μπασίρ στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον Φεβρουάριο του 2010 και ο δεύτερος κατά την επίσκεψη του Πρίγκηπος της Ιορδανίας κ. Εμίρ Γάζη στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τον Απρίλιο του 2012.

    β) Ένα ακόμη τραγικό γεγονός που δυστυχώς αποσιωπήθηκε αδικαιολόγητα, (και γι’ αυτό αποτελεί ένα επί πλέον στοιχείο παραπληροφορήσεως), είναι το ότι πολλές προτεσταντικές ομολογίες έχουν διολισθήσει συν τω χρόνω σε νέες φοβερές πρακτικές, (χειροτονία γυναικών, αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, διαθρησκειακές συμπροσευχές, intercommunion, κ.α.), που καθιστούν το χάσμα μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδοξίας ακόμη μεγαλύτερο. Ενώ λοιπόν περιμέναμε η ψευδοσύνοδος να καταδικάσει τα παρα πάνω εκφυλιστικά φαινόμενα που συναντούμε στο Π.Σ.Ε., αυτή δυστυχώς δεν τα καταδίκασε, αλλά προτίμησε να τα αποσιωπήσει. 

Κριτικές παρατηρήσεις επί του συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω».

    Στο παρά πάνω συνοδικό κείμενο νομιμοποιείται συνοδικά η διαθρησκειακή συνεργασία της Ορθοδοξίας με τις άλλες θρησκείες με τη διοργάνωση διμερών καί πολυμερών Διαθρησκειακών Συναντήσεων και Διαλόγων. Συγκεκριμένα στο εν λόγω κείμενο, (κεφ. Α΄ §3-4), οι συντάκτες του κειμένου θεωρούν αναγκαία την συνεργασία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών με τις άλλες θρησκείες με σκοπό να συμβάλουν στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών: «Αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι είναι δυνατόν να συμβάλουν εις την διαθρησκειακήν συνεννόησιν και συνεργασίαν διά την ειρηνικήν συνύπαρξιν και κοινωνικήν συμβίωσιν των λαών, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οιονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν».

    Στα μέχρι σήμερα διοργανωθέντα συνέδρια και συναντήσεις κυριάρχησαν κυρίως δύο βασικές αντιλήψεις, οι οποίες συν τω χρόνω κατέστησαν βασικές και θεμελιώδεις δογματικές αρχές: α) Η αρχή του δογματικού πλουραλισμού, και β) Η αρχή του δογματικού μινιμαλισμού. Με την πρώτη υιοθετήθηκε και νομιμοποιήθηκε η συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων και πίστεων. Σύμφωνα μ’ αυτήν καμία θρησκεία δεν έχει ολόκληρη την αλήθεια. Όλες οι θρησκείες, (μαζί και η Ορθοδοξία), έχουν μέρος μόνον της αληθείας. Οπότε όλες θα πρέπει να συνεισφέρουν το μερίδιό τους, ώστε η κάθε μία να εμπλουτίσει τις άλλες και να εμπλουτιστεί από αυτές. Με την δεύτερη καταβλήθηκε προσπάθεια να ελαχιστοποιηθούν οι μεταξύ των θρησκειών δογματικές διαφορές, και παράλληλα να προβληθούν οι δήθεν ομοιότητες και τα μεταξύ των θρησκειών κοινά στοιχεία, ώστε να μη μείνουν περιθώρια στην Ορθοδοξία να διεκδικεί την αποκλειστικότητα και την μοναδικότητα της σωτηρίας. Διακηρύχθηκε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν και ενεργεί κατά παρόμοιο τρόπο σ’ όλες τις θρησκείες. Απλώς εκφράζεται με διαφορετικά ονόματα. Στον Ιουδαϊσμό ως Σεχινά, στον Χριστιανισμό, ως Άγιο Πνεύμα, στον Ινδουϊσμό ως Άτμαν, ενώ στον Μουσουλμανισμό ως Ρουάχ. Κατ’ επέκταση υιοθετήθηκε και η άποψη ότι όλες οι θρησκείες είναι δρόμοι που μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στη σωτηρία. 

    Κυριάρχησε επίσης το πνεύμα του ανθρωποκεντρικού Ουμανισμού. Οι στόχοι και η μεθοδολογία των διαλόγων σφραγίστηκαν μ’ ένα έντονο εγκοσμιοκρατικό χαρακτήρα και προσανατολισμό. Μέσα στο πνεύμα αυτό καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι η προσέγγιση και ο διάλογος με τις άλλες  θρησκείες, αποτελεί μία αναγκαιότητα προκειμένου έτσι να συστρατευθούν από κοινού σε μια κοινή μαρτυρία για το καλό του κόσμου. Για να καταπολεμίσουν, όπως ισχυρίζονται, τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα, όπως  ο πόλεμος, η μόλυνση του περιβάλλοντος, η φτώχεια, η ανεργία ο θρησκευτικός φανατισμός, η τρομοκρατία κ.λ.π. Για να προωθήσουν την παγκόσμια ειρήνη, την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των θρησκειών στις σύγχρονες πολυθρησκευτικές κοινωνίες, την δικαιοσύνη, την ελευθερία και την αδελφοσύνη μεταξύ των λαών. Ας σημειωθεί εδώ ότι γύρω από τα παγκόσμια αυτά κοινωνικά προβλήματα κάνει εκτενή αναφορά όχι μόνο το συνοδικό κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», αλλά και το συνοδικό κείμενο της «Εγκυκλίου», όπως επίσης και αυτό του «Μηνύματος».

    Ωστόσο συνεργασία σε διαθρησκειακό επίπεδο με βάση τον λόγο του Θεού, ούτε δυνατή είναι, ούτε επιτρεπτή. Διότι πως είναι δυνατόν να συνεργαστούμε  με τις άλλες θρησκείες, που βρίσκονται στο σκότος της πλάνης, χωρίς να προσκρούσωμε τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄ Κορ. 6,14). Ποιά επικοινωνία, και κατά συνέπεια ποιάς μορφής συνεργασία μπορεί να υπάρχει μεταξύ του φωτός της Ορθοδοξίας και του σκότους των διαφόρων αιρέσεων και θρησκειών; Ασφαλώς καμία.

Κριτικές παρατηρήσεις στα συνοδικά κείμενα: «Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως» και «Εγκύκλιος τῆς Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

    Μελετώντας τα παρά πάνω συνοδικά κείμενα και αξιολογώντας αυτά με βάση την Ορθόδοξη Πατερική και Συνοδική μας Παράδοση, μπορούμε να καταλήξουμε στα παρακάτω  συμπεράσματα, χωρίς ενδεχομένως να αποκλείονται και άλλα:

    Α) Πέρα από τις αλληλοεπικαλήψεις και επαναλήψεις τα εν λόγω συνοδικά κείμενα είναι διαποτισμένα μ’ ένα έντονο κοινωνιολογικό χαρακτήρα καί προσανατολισμό. Τα ποικίλλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν σήμερα την ανθρωπότητα και ο τρόπος αντιμετωπίσεως αυτών, με βάση, (υποτίθεται), το Ευαγγέλιο, κυριαρχεί σε πολλά σημεία των κειμένων, έτσι ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι μοιάζουν περισσότερο με διακηρύξεις ενός παγκόσμιου πολιτικοκοινωνικού, ή ειρηνευτικού οργανισμού, ο οποίος προσπαθεί με ανθρώπινες μεθοδεύσεις να εξαλείψει κάθε κοινωνικό κακό και κάθε κίνδυνο, που απειλεί την ανθρωπότητα. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Το λάδι του θρησκευτικού βιώματος πρέπει να χρησιμοποιείται για να επουλώνει πληγές και όχι για να αναζωπυρώνει τη φωτιά των πολεμικών συρράξεων…», «Η Ορθόδοξος Εκκλησία καταδικάζει απεριφράστως την επέκταση της πολεμικής βίας…», «Καταγγέλλει την καταστροφή ναών, θρησκευτικών συμβόλων και μνημείων πολιτισμού….», κ.α.

    Ωστόσο όλα τα παρά πάνω αναφερόμενα κοινωνικά κακά δεν θεραπεύονται με διακηρύξεις και φραστικές καταδίκες. Ο μέγας και ομολογητής και άγιος της εποχής μας Ιουστίνος ο Πόποβιτς, σε «Υπόμνημα» που υπέβαλε το 1971 προς την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τίτλο: «Περί την μελετωμένην “Μεγάλην Σύνοδον” της Ορθοδόξου Εκκλησίας», παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «…Εις την Εκκλησίαν, δια την οποίαν ο Θεάνθρωπος είναι το παν και τα πάντα, ουδέν επιτρέπεται να ρυθμίζεται “κατά άνθρωπον”, “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν”... Εάν και τα σύγχρονα προβλήματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν λύωνται με τον Θεάνθρωπον και κατά τον θεανθρώπινον, αποστολικόν, αγιοπατερικόν τρόπον, είναι αδύνατον να λυθούν ορθοδόξως και  θεαρέστως».

(Συνεχίζεται).

https://aktines.blogspot.com/2026/08/2016-4.html