Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

OΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΒΑΪΑ

Αναμνηστική φωτογραφία ζηλωτών πατέρων την δεκαετία του 1970 στην περιοχή της Καψάλας μετά την ακολουθία και την θεία λειτουργία Κυριακής των Βαΐων. Από αριστερά προς τα δεξιά: +π. Αρτέμιος, +π. Καλλίνικος, κάποιος ταπεινός μοναχός που κρύβει το πρόσωπό του πίσω από τα βάια, π. Σάββας, +π. Θεοδώρητος , παπα- Ιωακείμ, διάκο- Ακάκιος, +π. Παντελεήμων και δύο μοναχοί που δυστυχώς δεν τους γνωρίζω και τον γέροντα δεν τον βοηθάει η μνήμη του. 
                           
 Ἁγίου Ἐπιφανίου , ἐπισκόπου Κύπρου


Χαῖρε μέ ἀσυγκράτητη χαρά, θυγατέρα τῆς Σιών. Ἀπόλαυσε βαθιά χαρά καί ἀναγάλλιασε, ὁλόκληρη τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία. Ἔρχεται πάλι σέ σένα ὁ Βασιλιάς. Ὁ νυμφίος σου ἔρχεται καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἄς βγοῦμε νά Τόν προϋπαντήσουμε. Ἄς βιαστοῦμε νά δοῦμε τή δόξα Του. Ἄς προλάβωμε νά τιμήσωμε τόν ἐρχομό Του μέ χαρά. Ἄλλη μιά φορά σωτηρία στόν κόσμο, πάλι ὁ Θεός ἔρχεται γιά νά σταυρωθῆ.

Ὁ Βασιλιάς τῆς Σιών, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, ξαναέρχεται σ᾽ αὐτήν καί χαρίζει πάλι τή σωτηρία στόν κόσμο. Τό φῶς ἄλλη μιά φορά μᾶς ἐπισκέπτεται καί ἡ πλάνη διαλύεται, ἡ ἀλήθεια λουλουδίζει, χορεύει ἡ Ἐκκλησία καί χηρεύει ἡ Συναγωγή. Πάλι ντροπιάζονται οἱ δαίμονες, σκορπίζει ἡ κατάρα, καί πάλι ταράζονται οἱ Ἑβραῖοι, συντρίβεται ὁ δράκοντας, χαίρονται τά Ἔθνη καί ἡ Σιών στολίζεται.

Ἔρχεται ὁ Χριστός καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἀναγαλλιάστε οὐρανοί. Ὑμνῆστε Ἄγγελοι. Εὐφρανθῆτε τά βουνά. Σκιρτῆστε λόφοι. Παφλάστε ποταμοί. Ὁ λαός τῆς Σιών χορέψετε, οἱ Ἐκκλησίες χαρῆτε. Ψάλλετε Ἱερεῖς, προφῆτες ἐλᾶτε πρῶτοι, εὐαγγελιστῆτε μαθηταί, ὑποδεχθῆτε λαοί. Τρέξτε μαζί καί οἱ γέροντες, χορέψετε μητέρες καί τά νήπια τραγουδῆστε. Φωνάξτε νέοι, οἱ φυλές μαζευτῆτε.

Κάθε πλάσμα, κάθε ὕπαρξη, κάθε τάξη, κάθε τι πού ἀναπνέει, ὅλη ἡ γῆ, κάθε ἀξίωμα, ὅλες οἱ ἡλικίες, ὅλες οἱ ἀρχές τῶν ἐθνῶν, ὅλες οἱ βασιλεῖες, ἄς ὑποδεχθοῦν βασιλικά τό βασιλιά τῶν βασιλέων, δεσποτικά τῶν δεσποτῶν τό Δεσπότη. Ἄς προσκυνήσωμε, ἄς τραγουδήσωμε θεϊκά τραγούδια στό Θεό τῶν Θεῶν, στόν αἰώνιο νυμφίο θεϊκούς νυφιάτικους χορούς, ἄς χορέψωμε. Χαρούμενοι ἄς ἀνάψωμε τίς χαρωπές λαμπάδες μας, τούς χιτῶνες τῶν ψυχῶν μας, ὅπως ταιριάζει γιά νά τιμήσουμε τόν Θεό, ἄς ἀλλάξωμε. Ἄς ἑτοιμάσωμε ὄμορφα τούς δρόμους τῆς ζωῆς, τά βαΐα τῆς νίκης ἄς κρατήσωμε γιά τό νικητή τοῦ θανάτου. Καί ἄς σείσωμε τούς βλαστούς τῆς ἐλιᾶς στό βλαστό τῆς Μαρίας. Ἀγγελικά ἄς ὑμνήσουμε τό Θεό τῶν Ἀγγέλων. Ἄς κραυγάσωμε μαζί μέ τά παιδιά, ὅπως πρέπει στό Θεό. Μαζί μέ τό πλῆθος καί ἐμεῖς τήν κραυγή τοῦ πλήθους ἄς ποῦμε: «Ὡσαννά, στόν οὐρανό. Εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ».



 Ὁ Θεός καί ὁ Κύριος φάνηκε σάν φῶς, ἔλαμψε σ᾽ ἐμᾶς πού καθόμασταν στό σκότος καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Ἐφάνηκε ἡ ἐπανόρθωση γιά ὅσους ἔπεσαν, φάνηκε ἡ σωτηρία τῶν αἰχμαλώτων, φάνηκε ἡ ἀνάβλεψη τῶν τυφλῶν, φάνηκε ἡ παρηγορία γιά ὅσους πενθοῦν, φάνηκε ἡ ἀνάπαυση ὅσων κοπιάζουν. Φάνηκε τῶν διψασμένων τό ξεδίψασμα. Φάνηκε ἡ δικαίωση τῶν ἀδικημένων. Φάνηκε τῶν ἀπελπισμένων ἡ λύτρωση. Φάνηκε ἡ ἕνωση τῶν χωρισμένων. Φάνηκε ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν. Φάνηκε ἡ γαλήνη ὅσων εἶχαν βρεθῆ σέ τρικυμία.

Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς μαζί μέ τό πλῆθος ἄς φωνάξωμε σήμερα στό Χριστό:«Ὡσαννά», πού θά πεῖ «Σῶσε μας ὁ οὐράνιος Θεός». Ὤ καινούργια πράγματα, θαύματα ἀνέλπιστα! Χτές ὁ Χριστός ἀνέστησε τό Λάζαρο, σήμερα ὁ Ἴδιος βαδίζει πρός τό θάνατο. Σέ ἄλλον χτές, σάν Ζωή, τή ζωή ἐχάρισε καί σήμερα ὁ ζωοδότης ἔρχεται στό θάνατο. Χτές ἔλυσε τά σάβανα τοῦ Λαζάρου, σήμερα ἔρχεται νά τυλιχτῆ στά σάβανα ὁ Ἴδιος, θεληματικά. Χτές ἀπό τό σκοτάδι ἔβγαλε τόν ἄνθρωπο.

Σήμερα γιά τόν ἄνθρωπο ἔρχεται νά μπῆ στά σκότη καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Χτές, ἕξι μέρες πρίν ἀπό τό Πάσχα, ζωντανό καί μέ τίς πέντε αἰσθήσεις, τόν τετραήμερο ὁ Τριήμερος, στίς δυό ἀδελφές τόν ἕνα ἀδελφό τους χαρίζει. Καί σήμερα βαδίζει στό Σταυρό. Στή Μαρία τόν τετραήμερο νεκρό χαρίζει, ἐνῶ στήν Ἐκκλησία τριήμερο χαρίζει τόν Ἑαυτό Του ὁ Χριστός. Ἐκεῖ μόνο ἡ Βηθανία θαυμάζει. Ἐδῶ ἑορτάζει ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Ἑορτάζει τήν ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἔχοντας στό μέσο τό βασιλιά τῶν ἀΰλων Δυνάμεων, ὡς Νυμφίο μαζί καί Βασιλιά. Ἑορτάζει ἑορτή, σάν ἐλιά κατάκαρπη στόν κῆπο τοῦ Θεοῦ, πού πυκνόφυλλη πάντα σκιάζει. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία ἑορτή, καί εἶναι σάν κρίνο ἀνοιξιάτικο, ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀληθινό κρίνο, τό θαλερό, πού δέν κρίνει ἀλλά σώζει τόν κόσμο. Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό γιατρευτικό βότανο, πού γιατρεύει ἀληθινά τά πάθη τῶν ἀρρώστων.

Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀμπέλι πού λέει: «Ἐγώ εἶμαι τό ἀμπέλι τό ἀληθινό.» Ὅπου ὁ ἐλαιώνας ὁ Ὁποῖος ἀληθινά ἐλεεῖ ὅσους ἐλπίζουν σ᾽ Αὐτόν. Ἐκεῖ εἶναι ὅπου ἐβλάστησε ὁ κλάδος ὁ προαιώνιος ἀπό τή ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, χωρίς νά καλλιεργήση καί νά σκάψη ὁ γεωργός. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἡ ἀέναη πηγή. Ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει Φυσών καί Γεών, Τίγρις καί Εὐφράτης, ἀλλά Ματθαῖος, Μᾶρκος, Λουκᾶς καί Ἰωάννης, πού ποτίζουν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τό περιβόλι. Ἐκεῖ ὅπου ὅλη σήμερα ἡ νεολαία, καθώς ἐλαία κατάκαρπη γεμάτη ἀπό ἐλιές, τόν ἐλεήμονα Χριστό παρακαλοῦμε. Φυτεμένοι στό κτῆμα τοῦ Χριστοῦ, ἀνοιξιάτικα μέσα στόν κῆπο Του ἀνθισμένοι, ἑορτάζομε τήν ἑορτή μας, βλέποντας ὅτι ἔχει ὑποχωρήσει ἡ χειμωνιά τοῦ Νόμου. Γιόρταζε, Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι τυπικά καί σωματικά, ἀλλά χορεύοντας χορό πνευματικό. Γιόρταζε τή γιορτή σου, βλέποντας τήν πτώση τῶν εἰδώλων καί ζώντας τή δική σου ἀνάσταση.

Προσθέτω τή φωνή μου στήν ἱερή καί ἰσχυρή φωνή τοῦ Παύλου: «Πέρασαν τά παλιά• ὅλα ἰδού, ἔχουν γίνει καινούργια». Ἀλλά καί ἀνέλπιστα. Γι᾽ αὐτό χαρῆτε, χαρῆτε, νεολαία τοῦ Χριστοῦ. Εἶστε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γιόρταζε, ἡ Ἐκκλησία, ἡ κόρη τοῦ Θεοῦ καί ἀγαλλίασε. Δική σου εἶναι ἀκέραια ἡ δόξα, γνήσια κόρη τοῦ βασιλιᾶ Χριστοῦ. Καί δέν εἶσαι ἡ χήρα κάποιου ἀλλά τοῦ Θεοῦ ἡ σύζυγος, πού ἀνθίζεις, ὄχι στ᾽ ἀριστερά τοῦ Θεοῦ γιά τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά στά δεξιά.

Εἶσαι τό λουλούδι τῆς θεογνωσίας. Δέν σέ μολύνει αἷμα δουλικό, ἀλλά τοῦ Θεοῦ τό Αἷμα σέ σφραγίζει. Δέν λατρεύεις τόν Ὠβήλ ἀλλά τόν Ἐμμανουήλ. Δέν ἀνυμνεῖς τήν Τρωάδα ἀλλά τήν Τριάδα. Δέν τιμᾶς τόν Πλάτωνα παρά τόν Παντοκράτορα Θεό μας. Δέν τιμᾶς τόν ἀλεξίκακο Ἡρακλῆ, ἀλλά τόν Παράκλητο, τόν ποιητή τῶν ὅλων. Δέν προσκυνεῖς τόν Ἀριστοτέλη πού σ᾽ ἔκαμε σοφό, ἀλλά τόν Θεό πού σ᾽ ἔσωσε γιά ὅλους τούς αἰῶνες. Ἔπεσε ὁ Κρόνος γιατί προσέλαβε σάρκα ὁ Θεός Λόγος. Δέν γεννήθηκε μέ συνέργεια ἀνδρός ἀλλά γεννήθηκε μέ δύναμη Θεοῦ ἀπό τή Μαρία. Προσέξετε τή χάρη τῆς ἡμέρας. Δῆτε τή λαμπρότητα τῆς ἑορτῆς. Χαῖρε λοιπόν καί ἀγαλλίασε, τῆς Σιών κόρη. Γέμισε εὐφροσύνη καί ἀναγάλλιασε ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

 Γύρισε γύρω τά μάτια σου καί κοίταξε μαζεμένα τώρα, τά σκορπισμένα πρῶτα στά ἔθνη παιδιά σου. Δές τῆς γιορτῆς τήν εὐλάβεια. Δές τοῦ λαοῦ τούς σύμφωνους ὕμνους. Δές ὅλες τίς γλῶσσες ἑνωμένες, ὅλα τά στόματα σάν νά ᾽ναι ἕνα νά ἀναπέμπουν δοξολογικά τόν ἴδιο ὕμνο. Δές τά πρόβατα πού πρῶτα εἶχαν ξεγλιστρίσει ἔξω ἀπό τήν πόρτα σου νά εἶναι τώρα στήν ἀγκαλιά σου. Ἄκουσε τῶν ἐθνῶν τήν ἐπιφήμιση, πού εἶναι τῶν ἀσωμάτων Ἀγγέλων ἡ μίμηση. Πρόσεξε τήν ἁρμονία τῶν ἀγγελικῶν χορῶν. Πρόσεξε ἀνθρώπων πλῆθος πού μοιάζει μέ παρατάξεις Ἀγγέλων. Θεώρησε τούς ψαλμούς σάν ὕμνους Ἀγγέλων καί τά παιδιά σάν ἄκακα ἀρνάκια πού ψάλλουν στό Χριστό καί λένε: «Ὡσαννά στόν οὐράνιο Θεό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται.» Μαζί τους χτύπησε χαρούμενα καί πανηγυρικά καί τό χέρι σου καί φώναξε μέ καθαρή καί λιονταρήσια φωνή λόγους ἑόρτιους καί εὐχαριστήριους. Ἰδού ἐγώ καί τά παιδιά πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, σ᾽ ἐμένα πού ἤμουν κάποτε ἄτεκνη καί ἀσήμαντη στεῖρα. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε, ἀλλά καί πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Θεός μας καί Κύριος εἶναι καί φάνηκε γιά μᾶς Αὐτός πού ἔρχεται καί πού ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν μπορεῖ νά Τόν περικλείσει.

Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται χωρίς νά ἀπομακρύνεται ἀπό τόν οὐρανό. Εὐλογημένος ἄς εἶναι Αὐτός πού ἔρχεται ὡς ἄνθρωπος, καί πού θά ἔρθει πάλι ὡς Θεός. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε σ᾽ ἐμένα συμβολικά καβαλλικεύοντας σέ γαϊδουράκι σάν νά ᾽ταν πάνω σέ Χερουβίμ. Ἄκουσε τί μᾶς λέει ὁ ἱεροκήρυκας Εὐαγγελιστής τῆς ἑορτῆς. Ὅταν πλησίαζε ὁ Κύριος στή Βηθφαγή καί στή Βηθανία, κοντά στό βουνό πού λέγεται τῶν Ἐλαιῶν, ἔστειλε δύο ἀπό τούς μαθητάς Του παραγγέλλοντάς τους: «Πηγαίνετε στό ἀπέναντι χωριό καί καθώς μπαίνετε θά βρῆτε γαϊδουράκι δεμένο. Λύστε το καί φέρτε το ἐδῶ.» Ἔκαμαν οἱ Μαθηταί ὅπως τούς παράγγειλε ὁ Ἰησοῦς. Ἔστρωσαν τά ροῦχα τους στό γαϊδουράκι καί καβαλλίκεψε ὁ Ἰησοῦς. Καί ὅταν ἔφτασε στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, ὁ κόσμος πού εἶχε συναχτῆ γιά τήν ἑορτή, πῆραν κλαδιά φοινίκων καί βγῆκαν νά ὑποδεχθοῦν τόν Ἰησοῦ. Καί ὅσοι πήγαιναν μπροστά καί ὅσοι ἀκολουθοῦσαν φώναζαν: «Ὡσαννά στό γιό τοῦ Δαυΐδ, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου.»

 Αὐτή εἶναι ἡ Δεσποτική παρουσία στήν παροῦσα ἑορτή μας. Αὐτή εἶναι ἡ παλαιά καί ἡ νέα παραμονή στήν Σιών τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλέων. Αὐτή εἶναι ἡ πανηγυρική καί πάνδημη ἔλευση τῆς σημερινῆς ἡμέρας τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ὅλων. Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, τώρα, ὅλο τό πλῆθος πού ἤρθαμε στήν ἑορτή, ἄς βγοῦμε νά Τόν ὑποδεχτοῦμε, ὁρατοί καί ἀόρατοι ἑορτασταί, οἱ προφῆτες πού προηγοῦνται χρονικά, καί οἱ διδάσκαλοι καί ὅσοι ἀκολουθοῦν τό γαϊδουράκι, ὅλοι ὅσους δένει ἀναμεταξύ τους ἡ πίστη στό Θεό.

Σήμερα τά οὐράνια μέ τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια μαζί ἄς ψάλλουν. Κάθε στόμα καί πνεῦμα ἄς ἀνοίξη γιά τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τά Χερουβίμ βροντοφωνῆστε: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος ὁ Τρισάγιος, Σαβαώθ• ἀπό τή δόξα Του γεμᾶτος ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ.» Σεραφείμ, ὑμνῆστε, προφῆτες, κηρύξετε. Ἄς λέη ὁ ἄλλος:«Χαῖρε, Κόρη τῆς Σιών, διαλάλησε, Κόρη τῆς Ἱερουσαλήμ.» Καί ὁ ἄλλος ἄς κραυγάση ἀτενίζοντας τό βασιλέα Χριστό: «Ἰδού τό ἀρνί τοῦ Θεοῦ, πού σηκώνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.» Κι ἄλλος ἄς διαλαλήση γιά τόν Ἴδιο τόν Κύριο: «Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας• δέν θά σταθῆ ἄλλος κοντά Του.» Καί κάποιος ἄλλος ἄς προσθέση: « Ἰδού ὁ ἄνθρωπος μαζί καί Θεός, Ἀνατολή εἶναι τό ὄνομά Του.» Καί ὁ Δαυΐδ ἀτενίζοντας τό Χριστό πού προῆλθε ἀπό τή γενιά του, ἄς ψάλλη: « Εἶναι Θεός καί Κύριός μας καί παρουσιάστηκε γιά μᾶς.» Κάποιος ἄλλος τό γόνυ κλίνοντας ἄς πῆ στό Χριστό: «Ὁλόκληρη ἡ γῆ ἄς σέ προσκυνήση.» Καί ἄλλος ἄς προτρέψη τούς λαούς: «Συγκροτῆστε γιορτή στόν ἴσκιο ὡς τίς ἄκρες τοῦ θυσιαστηρίου.»

Ἔτσι γινόταν παλαιά ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου μας μέ τό πουλάρι στή Σιών. Πάνδημη ὁμόνοια, οἱ χοροί τῶν Πατέρων, τῶν δικαίων ὁ λαός, τά πνεύματα τῶν προφητῶν, τά παιδιά τῶν Ἑβραίων, τά νήπια τῶν μητέρων, τά πλήθη τῶν Ἀγγέλων. Ἄλλοι ἅπλωναν τίς φτεροῦγες τους, ἄλλοι κρατοῦσαν τά βάγια κι ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν. Τοῦτοι ἔκοβαν κλαδιά, ἐκεῖνοι ἔπλεκαν στεφάνια, αὐτοί ἔλυναν τό γαϊδουράκι, ἄλλοι ἔστρωναν τά ροῦχα τους, ἄλλοι ἄνοιγαν τίς πύλες κι ἄλλοι καθάριζαν τού δρόμους. Αὐτοί ἑτοίμαζαν τό γαϊδουράκι κι ἐκεῖνοι διαλαλοῦσαν τή νίκη, ἄλλοι κουνοῦσαν τά κλαδιά κι ἄλλοι ἔλεγαν στά νήπια: «Ὑμνῆστε, παιδιά, τό Κύριο». Τά παιδιά ἀποκρίνονταν: «Ὡσαννά, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου.» Ὤ καινούργια πράγματα κι ἀνέλπιστα θαύματα τῆς ἑορτῆς. Τά παιδιά σάν θεολόγοι χαρακτηρίζουν ὡς Θεό τό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς τόν ὑβρίζουν. Τόν προσκυνοῦν παιδιά πού θηλάζουν, καί δείχνουν ἀσέβεια οἱ διδάσκαλοι. Τά παιδιά τραγουδοῦν «Ὡσαννά» καί οἱ Ἑβραῖοι κραυγάζουν νά σταυρωθῆ. Αὐτά ἔρχονται μέ τά βάγια στό Χριστό κι ἐκεῖνοι Τόν ζυγώνουν μέ μαχαίρια. Αὐτά κόβουν κλαδιά κι ἐκεῖνοι ἑτοιμάζουν τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ. Τά παιδιά στρώνουν τά ροῦχα τους στό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς σκίζουν τά ροῦχα τοῦ Χριστοῦ.

Τά παιδιά ἀνεβάζουν τό Χριστό στό γαϊδουράκι κι οἱ γέροντες ἀνεβάζουν τό Χριστό στό Σταυρό. Τά παιδιά προσκύνησαν τά πόδια τοῦ Χριστοῦ κι ἐκεῖνοι κάρφωσαν μέ τά καρφιά τά πόδια τοῦ Χριστοῦ.Τά παιδιά Τοῦ ἀφιερώνουν τόν ὕμνο κι αὐτοί Τοῦ προσφέρουν τό ξίδι. Τά παιδιά τήν τιμή καί τή χολή ἐκεῖνοι. Τά παιδιά κουνοῦν τά βάγια κι αὐτοί μέ τή ρομφαία Τόν τρυποῦν. Τά παιδιά ὑμνοῦν τό Χριστό πάνω στό πουλάρι κι αὐτοί Τόν ἀναβάτη τοῦ πουλαριοῦ πουλοῦν. «Τό βόδι κατάλαβε τόν Κύριό του, ὅταν πλησίασε στή φάτνη Του κι οἱ λαοί ἀναγνώρισαν τόν κατακτητή τους. Ὁ Ἰσραήλ μόνο δέν ἀναγνώρισε τό Χριστό τό Θεό του.»

Οἱ ἄγριες κάποτε φυλές, θεοφίλητες ἔγιναν, οἱ ἄνομοι ἔννομοι καί οἱ ἔννομοι παράνομοι. Ἄς εἶναι. Δέν ντράπηκες τούς προφῆτες, σκότωσες τούς ἱερεῖς, διέστρεψες τίς Γραφές, κατέλυσες τό Νόμο, καταπριόνισες τούς δικαίους, ἀψήφησες τό Μωυσῆ, κατέσφαξες τούς γιούς, ἐβεβήλωσες τό Ναό, παράτησες τό Θεό, δέν ἐπίστεψες στό Χριστό, ἐξευτέλισες τά θαύματα, δυσπίστησες γιά τό Λάζαρο, δέν ἐπίστεψες στούς τυφλούς πού ξαναβρῆκαν τό φῶς τους. Καλά ὅλα αὐτά. Τί ἔχεις ὅμως νά πῆς γι᾽ αὐτά τά παιδιά; Τί δογματίζεις γιά τόν ὕμνο τῶν νηπίων; Πές μου ποιός τά ἐφώτισε; Ποιός τά ἐδίδαξε; Ἤ ποιός τά παρώτρυνε καί τούς ἔδωσε τή γνώση; Ποιός ξαφνικά στ᾽ ἀμάθητα παιδιά ἔδωσε τό λόγο, ἄν ὄχι ὁ Χριστός ὁ προαιώνιος Λόγος; Τώρα οἱ νέοι καί τά παιδιά καί τά νήπια, πού μέ τό ἕνα χέρι κρατοῦν τό μητρικό μαστό, τόν ἀγγελικό ὕμνο ἀναμέλπουν. Κρατοῦνε τό μαστό μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο κουνοῦνε τά κλαδιά στό Χριστό. Τά παιδιά, ἡ φύση χωρίς νά ἔχη πεῖρα τοῦ λόγου, θεολογοῦν: ἀμέσως τό λόγο τόν προφητικό, τῶν Ἀγγέλων τόν ὕμνο προσφέρουν, σάν δῶρο στό Θεό καί κραυγάζουν : «Ὡσαννά στόν οὐρανό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα Κυρίου.

 Εἶναι ὁ Θεός καί Κύριός μας κι ἦρθε γιά μᾶς.» Μέσα στό ξέσπασμα τῆς χαρᾶς καί τῆς ἑορτῆς, παίρνοντας θάρρος ἀπευθύνω τίς ἐρωτήσεις μου σ᾽ αὐτά τά ἔνθεα παιδιά. Τί λέτε, παιδιά τοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ ὑμνολόγοι. Πῶς συγχρονίζετε τίς φωνές σας μέ τόν ὕμνο τῶν Χερουβίμ; Καί πῶς, ἐνῶ σάν ἄνθρωπο βλέπετε τό Χριστό στό γαϊδουράκι, κραυγάζετε ὅπως ταιριάζει στό Θεό «Ὡσαννά στόν οὐράνιο»; Ναί, μᾶς λένε τά παιδιά μέ τή θεία γλῶσσα. Στό γαϊδουράκι κάθεται ὁ Χριστός, χωρίς νά ἀπομακρύνεται καθόλου ἀπό τόν πατρικό κόλπο. Στό γαϊδουράκι κάθεται, ἀλλά τό θρόνο τῶν Χερουβίμ δέν ἐγκαταλείπει. Ἀλλά Αὐτός ὁ ἔνσαρκος πού ζεῖ ἀνάμεσα στούς θνητούς, ὁ Ἴδιος συγχρόνως καί στόν οὐρανό ὑπάρχει ἀληθινός Θεός, ὁ Κύριος τῶν πάντων, τοῦ κόσμου, τῶν ἐθνῶν. Εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὁ δωρητής.

Εἶναι ὁ δημιουργός καί ὁ ὁδηγός καί ὁ Σωτήρας ὅλων. Αὐτός κάμει τήν εἴσοδό Του στήν κάτω Ἱερουσαλήμ καί δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἀνωτέρω. Αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός τῶν αἰώνων. Ἔρχεται ἀπό τήν αἰωνιότητα καί πορεύεται στήν αἰωνιότητα. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος δημιουργός τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτός βαδίζει στή θάλασσα σάν νά εἶναι στή γῆ. Αὐτός τυλίγει τή θάλασσα μέ τήν ὁμίχλη. Αὐτός ἔβαλε κορωνίδα τοῦ κόσμου τόν ἄνθρωπο. Αὐτός ἐρρύθμισε τά ὅρια τῶν θαλασσῶν. Αὐτός ἅπλωσε τή γῆ μετέωρη στό κενό. Αὐτός φρόντισε τήν ὀμορφιά τῶν λουλουδιῶν. Αὐτός ἅπλωσε σάν ροῦχο τόν οὐρανό καί μέ λαμπρά τόν ἐστόλισε ἀστέρια. Αὐτόν τρέμουν τά Χερουβίμ καί τά Σεραφείμ φοβοῦνται. Αὐτόν ὑμνεῖ ὁ ἥλιος καί δοξολογεῖ ἡ σελήνη. Αὐτόν ψάλλουν τά ἄστρα κι ὑπηρετοῦν οἱ πηγές. Αὐτόν φοβοῦνται οἱ ἄβυσσοι, μπροστά Του τά τάρταρα δειλιάζουν.

Σ᾽ Αὐτόν ὑπακούουν τά θηρία τῆς θάλασσας κι οἱ δράκοντες τρέμουν. Αὐτόν ὑπηρετοῦν οἱ βροχές καί τά πνεύματα σέβονται. Αὐτός ἔδωσε στόν καθένα τό φυσικό του, ἐδημιούργησε τά πλάσματα, χώρισε τίς τάξεις. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός τῶν ὄντων τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ, ὁ Θεός καί Κύριός μας. Σ᾽ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς αἰῶνες. Ἀμήν.


ΠΗΓΗ

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

“Ενα ποιημα για την πραγματική φιλία”


«Ποίημα στους φίλους (του J.L.Borges)»

Δεν Μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωή σου.
Ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου.
Όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες
σου δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω
να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν κρίνω τις αποφάσεις
που παίρνεις στη ζωή σου.
Αρκούμαι να σε στηρίξω να σου δώσω κουράγιο
και να σε βοηθήσω αν μου το ζητήσεις.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
Όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
Όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
Και να μαζέψω τα κομμάτια
Για να τη φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ΄ αγαπώ όπως είσαι
Και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις μας.
Να αρπάζουμε
τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος
ο δεύτερος
ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις σαν φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.
J. L. Borges


ΠΗΓΗ

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Ανεξάλειπτο το μοναχικό Σχήμα

Το Αγγελικό Σχήμα των Μοναχών
Ο γερω-Μακάριος εγεννήθη στο Άργος το έτος 1892. Εκάρη μοναχός στην Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, αλλά έπειτα ο πειρασμός κατάφερε να τον βγάλει από την μετάνοιά του στον κόσμο και νυμφεύθηκε. Απέκτησε μάλιστα και ένα παιδάκι. Ζούσε λοιπόν εν λήθη των υποσχέσεών του, ώσπου μία μέρα ο Θεός του έδειξε σημείο και συγκλονίστηκε.

Παίζοντας μία μέρα με το παιδάκι του τον ρώτησε εκείνο όλο αθωότητα:
-Μπαμπά, τί είναι αυτά τα κόκκινα που έχεις πάνω σου;
Κοίταξε ο πατέρας το άσπρο πουκάμισό του και ρώτησε με απορία το μικρό.
-Ποια κόκκινα, παιδί μου; Τι βλέπεις;
-Να, αυτός ο κόκκινος σταυρός με τα σχέδια και τα γράμματα… Τι είναι;
Έντρομος ο πατέρας ξανακοίταξε στο στήθος του και κατάλαβε ότι έβλεπε ο μικρός την χάρι του Μ. Σχήματος.
Συγκλονίστηκε που η Χάρις και η αγάπη του Θεού δεν τον είχαν εγκαταλείψει παρ’ όλη την δική του αποστασία, και ευθύς μετανόησε.

Όπως έπαιζε με το μικρό του, το αγκάλιασε, το ασπάσθηκε και αμέσως έφυγε για το Άγιον Όρος.
Γύρισε στην μετάνοιά του, όπου έγινε υπόδειγμα μετανοίας. Σε όσους τον γνώρισαν έκανε εντύπωση η μειλίχια σοβαρότης του, η σύννοια, η σιωπή, το αρχοντικόν του χαρακτήρος του και η αγάπη που εκδηλωνόταν έμπρακτα στην διακονία του στο Αρχονταρίκι.

Έζησε στην Μονή πολλά χρόνια και εκοιμήθη το έτος 1975 αφήνοντας μνήμη εναρέτου μοναχού και υπόδειγμα μετανοίας.

«ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ»   

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Ο βίος και η θεολογία του (1296-1359). Άγιον Όρος - Θεσσαλονίκη 1976

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Πως ασκούνταν ο Όσιος Συμεών ο νέος Θεολόγος


Από τότε ο μακάριος Συμεών επέτυχεν έργα αρετής τελειοτέρας. Αφωσιώθη όλως διόλου εις μόνην την ησυχίαν, την ανάγνωσιν και την προσευχήν και μετελάμβανε καθ’ εκάστην των Θείων Μυστηρίων. Έτρωγεν όλην την εβδομάδα λαχανικά και όσπρια, τας δε εορτάς και Κυριακάς συνέτρωγε με τους λοιπούς αδελφούς. Εκοιμάτο κατά γης επάνω εις μίαν ψάθαν και εις έν δέρμα προβάτου. Τας Κυριακάς και εορτάς ηγρύπνει αφ’ εσπέρας μάχρι πρωΐας, όμως ούτε και την πρωΐαν εκοιμάτο, ως ο Μέγας Αρσένιος, αλλ’ ευθύς μόλις αωέτελλεν ο ήλιος, ίστατο πάλιν εις προσευχήν. Δεν ηργολόγει καθόλου. Ήτο όλως διόλου προσεκτικός εις τον εαυτόν του. Καθ’ όλην την ημέραν ήτο κλεισμένος εις το κελλίον του. Όταν δε εξήεχετο και εκάθητο εις το έξω κάθισμα, εφαίνετο ως να ήτο λουσμένος από τα δάκρυα, και ως από φλόγα πυρός, από την προσευχήν. Ανεγίνωσκε τους Βίους των Αγίων και μετά την ανάγνωσιν έκαμνεν εργόχειρον, την καλλιγραφίαν. Όταν έκρουε το σήμαντρον, ευθύς επήγαινεν εις την Εκκλησίαν και ηκροάτο με προσοχήν την Ακολουθίαν και όταν ετελείτο η θεία Λειτουργία, μετά το Ευαγγέλιον, εισήρχετο εις έν παρεκκλήσιον του Ναού και κλείων την θύραν ηκροάζετο του Ιερέως και μετελάμβανε. Μετά την απόλυσιν της θείας Λειτουργίας μετέβαινεν εις το κελλίον του και έτρωγε την συνηθισμένην του τροφήν. Ηγρύπνει έως το μεσονύκτιον και κοιμώμενος ολίγον πάλιν εσηκώνετο και προσηύχετο μαζί με τους λοιπούς αδελφούς. Την αγίαν Τεσσαρακοστήν διήρχετο καθ’ όλην την εβδομάδα άσιτος, το δε Σάββατον και την Κυριακήν έτρωγεν εις την τράπεζαν ότι έτρωγαν και οι λοιποί αδελφοί. Εις το πλευρόν  δεν εκοιμάτο ποτέ, αλλά κλίνων την κεφαλήν επάνω εις την χείρα του έπαιρνεν ολίγον ύπνον έως μίαν ώραν.
Τοιούτοι ήσαν οι πρώτοι και μεσαίοι αγώνες του Συμεών. Μετά από δύο χρόνους, έφθασεν εις την τελειότητα, ηννόει τας αιτίας και τους λόγους των κτισμάτων του Θεού και ενεδυναμώθη από την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος και έλεγε λόγους αγαθούς εν μέσω της του Χριστού Εκκλησίας. Βλέπων δε τούτον ο Πνευματικός του Πατήρ, ότι έφθασεν εις άνδρα τέλειον, εσκέφθην φρονίμως να τον χειροτονήση Ιερέα, διά να τον φέρη ως λύχνον επί την λυχνίαν της Εκκλησίας, ίνα πάντας φωτίζη. Μετά την σκέψιν ταύτην παρήλθεν ολίγος χρόνος και εκοιμήθη ο Ηγούμενος. Τότε με την ψήφον του Πατριάρχου Νικολάου Β’  του Χρυσοβέργη (984-996) και των μοναχών του μοναστηρίου χειροτονείται ο Συμεών ιερεύς και γίνεται Ηγούμενος των  εν τη μονή του Αγίου Μάμαντος μοναχών, όμως όχι χωρίς κλαυθμόν και την επαινετήν πρώτον αντίστασιν, διότι ηυλαβείτο πολύ το αξίωμα της Ιερωσύνης και εφοβείτο το βάρος της Ηγουμενίας. Καθ’ όν δε χρόνον ο Αρχιερεύς έλεγε την ευχήν επί της κεφαλής του και αυτός ήτο γονατιστός, είδε το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον κατήλθεν ως φως απλούν και ασχημέτιστον και εσκέπασε την πανίερον αυτού κεφαλήν, το φως δε τούτο έβλεπε πάντοτε καθ’ όλους τους τεσσαράκοντα οκτώ χρόνους της ιερουργίας του, όπερ κατήρχετο ότων ετέλει την θείαν Λειτουργίαν, καθώς το έλεγεν ο ίδιος διηγούμενος τούτο, ως δήθεν διά άλλον  τινά, κρύπτων τον εαυτόν του εκ ταπεινοφροσύνης και αποστρεφόμενος την δόξαν των ανθρώπων.


"Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ"

Ιερομόναχος Ιερόθεος Κερασιώτης († 1902 – 25 Μαρτίου)

Ο Γέροντας Ιερόθεος Κερασιώτης με την ευλαβέστατη συνοδεία του

Ο σπουδαίος και μεγάλος αυτός Γέροντας γεννήθηκε στη Σκιάθο. Είχε Κολλυβαδικές ρίζες. Αναγεννήθηκε σ’ ένα άλλο νησί του Αιγαίου, στα Ψαρά. Στο εκεί μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εκάρη μοναχός το 1855. Λόγω κάποιων προβλημάτων αναχώρησε για τη Θάσο, όπου για ένα διάστημα ασκήτεψε μ’ ένα παραδελφό του. Κατόπιν πήγε στη Χίο και κατοίκησε σ ένα ερημητήριο μ έναν πνευματικό αδελφό του. Στη συνέχεια σ ένα μοναστηράκι της Παναγίας έμεινε για λίγο καιρό. Με την προσευχή του θεράπευσε μία γυναίκα δαιμονισμένη. Όταν τον κατηγόρησε κάποιος χωρικός ότι είχε σχέση με κάποια γυναίκα, αποδείχθηκε η αθωότητά του κατά θαυμαστό τρόπο. Ο χωρικός εκείνος κρατώντας τον αγκαλιά για να τον κατεβάσει από το ζώο αισθάνθηκε να μην πατά στη γή. Έτσι κατανόησε ότι επρόκειτο περί αγίου ανθρώπου.

Ο Γέροντας Ιερόθεος ήταν ένας ενάρετος, φιλήσυχος και άκρως νηστευτής. Η συνοδεία τους είχαν απαράβατο κανόνα να μην καταλύουν ούτε λάδι. Ο κόσμος θαύμαζε για τη μεγάλη τους άσκηση. Ακόμη και ο επιχώριος επίσκοπος τους είχε παρεξηγήσει. Έτσι αναχώρησαν ξανά για το μοναστήρι των Ψαρών, όπου έγιναν δεκτοί με πολλή χαρά.

Το 1885 αναχώρησαν για μεγαλύτερη άσκηση για τον ιερό Άθωνα, την ερημική και ησυχαστική Κερασιά. Κατοίκησαν στο Κελλί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Λίγο μετά κάηκε ολοσχερώς από πυρκαϊά και μόνο ο ναός σώθηκε. Μετά τριών ετών αγώνες κι εράνους ξανάκτισαν το Κελλί. Η συνοδεία αριθμούσε εφτά μέλη. Ασχολούνταν και με τη βοτανοθεραπεία.

Ο μακάριος Γέροντας Ιερόθεος είχε προοδεύσει αρκετά στην πνευματική ζωή. Πολλοί μιλούσαν για τη διάκριση, διόραση και προόραση που τον κοσμούσαν. Άνθρωπος προσευχής και ταπεινώσεως υψηλής και μεγάλης. Όταν κάποτε τον επισκέφθηκαν Ρώσοι προσκυνητές, τους προείπε ότι θα κινδυνεύσει ο τσάρος και η οικογένειά του από δολοφονική απόπειρα εναντίον τους. Πράγματι ο τσάρος ειδοποιήθηκε και σώθηκε. Ο μοναχός Αθανάσιος Λαυριώτης († 1940) θέλησε να τον πείσει να καταλύσει λάδι, μη τυχόν και τον βλάψει λογισμός υπερηφάνειας και χάσει τη σωτηρία του. Ο Γέροντας υπάκουσε. Εκοιμήθη ειρηνικά στις 25.3.1902, εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, την οποία από παιδί αγάπησε ένθερμα. Μετά τρία έτη έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του.

Ο Ά. Μωραϊτίδης γράφει περί αυτού ότι ανεβαίνοντας ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ για την κορυφή του Άθωνα «θα σταθμεύση επί μικρόν εις το ευρύτατον ως Μονήν αναπαυτικώτατον ησυχαστήριον του συμπολίτου μου Ιεροθέου, εις τα Χιώτικα -ούτω καλούμενον κοινώς- επάνω εις την τερπνοτάτην και κατάφυτον κοιλάδα της Κερασιάς, όπου και τον Αύγουστον ακόμη η γη ανθοβολεί. Εκεί ο ασκητικώτατος Ιερόθεος με τους πέντε ιερείς του, όλους αλάδωτους, το έχει καύχημά του να φιλοξενή τον Πατριάρχην. Καλούνται αλάδωτοι, διότι πάσας τας ημέρας, καθ’ όλον το έτος ού καταλύουσιν έλαιον, και αυτήν την Λαμπράν.

Ο εγκρατέστατος ούτος ασκητής, εκ Σκιάθου μέν έλκων την καταγωγήν, αλλ’ ως επί μακρά έτη προ της εν Άθωνι αφίξεώς του εγκαταβιώσας εν Χίω, Χιώτης αποκαλούμενος, απέθανε προ τινων ετών εν ειρήνη».

Πήγες – Βιβλιογραφία

Α. Μωραϊτίδου, Με του βορηά τα κύματα, Αθήναι 1927, σ. 82. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείτικες διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 45- 46. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 2001, σσ. 128-133 (απ’ όπου η φωτογραφία).

Πηγή. Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Α΄ 1901-1955, σελ. 39-40, Εκδόσεις Μυγδονία.
ΠΗΓΗ

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Ήταν τρεις φίλοι, ο ειρηνοποιός, ο παρηγορητής και ο ησυχαστής.


Τρεις ευσεβείς νέοι, φίλοι μεταξύ τους, ακολούθησαν τρείς διαφορετικούς δρόμους για την αγάπη του Χριστού.
Ο ένας αποφάσισε ν’ αφιερώσει τη ζωή του στο να συμφιλιώνει μεταξύ τους τους εχθρούς και αντιπάλους. Τον συγκινούσε βαθιά το έργον του ειρηνοποιού.
Ο άλλος, δοσμένος ολόψυχα στην αγάπη του πλησίον, πήγαινε βάλσαμο παρηγοριάς στους δυστυχισμένους.
Ο τρίτος, φλογερός εραστής της ησυχίας, πήγε στην έρημο, να ζήση ξένος κι’ άγνωστος ανάμεσα στους ασκητές και ερημίτες.
Πέρασαν μερικά χρόνια. Ο πρώτος αηδιασμένος από τις δολοπλοκίες, τις αντιθέσεις, τις διαμάχες των ανθρώπων, που δεν είχαν ποτέ σταματημό, πήγε να βρει το σύντροφό του να ιδεί μήπως εκείνος είχε πιο επιτυχία στο έργο του. Αλλά κι’ εκείνος ήταν απογοητευμένος. Η δυστυχία κι’ η κακομοιριά των συνανθρώπων του ήταν τόσο μεγάλη που δεν έφθανε να την ανακουφίσει, καθώς ήθελε. Κι’ οι δύο  μαζί τότε ξεκίνησαν να συναντήσουν  τον παλιό τους φίλο, να ιδούν τι κέρδος είχε εκείνος από την ξενιτεία του. Τον βρήκαν στο ερημητήριο του κι’ αφού του διηγήθηκαν τα βάσανά τους, τον ρώτησαν τι απόκτησε ζώντας τόσα χρόνια αποτραβηγμένος από τον κόσμο. Εκείνος αντί να τους αποκριθεί  με λόγια, έκανε τούτο το παράξενο: Πήρε ένα δοχείο, το γέμισε νερό κι’ είπε στους φίλους του να κοιτάξουν μέσα.
-Βλέπετε τίποτε; Τους ρώτησε.
-Νερό ταραγμένο.
Ύστερα από λίγο, όταν το νερό είχε ηρεμήσει πιά, τους είπε να ξανακοιτάξουν μέσα.
-Τι βλέπετε;
-Τα πρόσωπά μας, αποκρίθηκαν εκείνοι.
-Να, λοιπόν, τι απόκτησα στην ηρεμία της ερήμου, είπε τότε ο ησυχαστής. Βλέπω κάθε μέρα και γνωρίζω καλύτερα τον εαυτό μου, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες μου. Αγωνίζομαι να διορθωθώ και ποτέ δεν ένοιωσα κόπο κι’ απογοήτευση.
Οι άλλοι δύο συμφώνησαν πως ο ερημίτης είχε δίκαιο.

«ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ»


Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

ΤΟ 1821, Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός Επιστήμων

Το Ορθόδοξο Χριστιανικό και πατριωτικό φρόνημα των επαναστατών του 1821 καταδεικνύει αριστοτεχνικά με τα κείμενά του ο Στρατηγός Ιωάννης Μκρυγιάννης. Γεννήθηκε το 1797 σε ένα χωριό κοντά στο Λιδωρίκι Φωκίδος και πέθανε το 1864 στην Αθήνα. Μετέσχε σε πολλές μάχες του Αγώνος και πρωτοστάτησε στις 3 Σεπτεμβρίου 1843 στην εξέγερση που είχε ως αποτέλεσμα την παραχώρηση Συντάγματος από τον Βασιλέα Όθωνα.

Η ελληνορθόδοξη συνείδησή του εκφράζεται γλαφυρά, παρά την έλλειψη στοιχειώδους παιδείας, στα δύο κείμενα που μάς άφησε. Το πρώτο βιβλίο είναι τα Απομνημονεύματα, τα οποία εξυμνήθηκαν από τον Νομπελίστα ποιητή μας Γιώργο Σεφέρη. Το δεύτερο, το οποίο εξεδόθη το 1983, έλαβε από τον επιμελητή τον τίτλο «Οράματα και Θάματα» και αναφέρεται στην περίοδο μετά την Ελληνική Επανάσταση.

Στο τέλος των Απομνημονευμάτων γράφει τα εξής χαρακτηριστικά που καθιστούν εμφανή τον σεβασμό του στην πατρίδα και στη θρησκεία:

«Κι ὅσα σημειώνω τὰ σημειώνω γιατί δὲν ὑποφέρω νὰ βλέπω τὸ ἄδικο νὰ πνίγει τὸ δίκιο. Γιὰ κεῖνο ἔμαθα γράμματα στὰ γεράματα καὶ κάνω αὐτὸ τὸ γράψιμο τὸ ἀπελέκητο, ὅτι δὲν εἶχα τὸν τρόπον ὄντας παιδὶ νὰ σπουδάξω: ἤμουν φτωχὸς κι ἔκανα τὸν ὑπηρέτη καὶ τιμάρευα ἄλογα, κι ἄλλες πλῆθος δουλειὲς ἔκανα, νὰ βγάλω τὸ πατρικό μου χρέος ποὺ μᾶς χρέωσαν οἱ χαραμῆδες, καὶ νὰ ζήσω κι ἐγὼ σὲ τούτη τὴν κοινωνία, ὅσο ἔχω τ᾿ ἀμανέτι τοῦ Θεοῦ στὸ σῶμα μου. Κι ἀφοῦ ὁ Θεὸς θέλησε νὰ κάμει νεκρανάσταση στὴν Πατρίδα μου, νὰ τὴ λευτερώσει ἀπὸ τὴν τυραγνία τῶν Τούρκων, ἀξίωσε κι ἐμένα νὰ δουλέψω κατὰ δύναμη, λιγότερον ἀπὸ τὸν χερότερο πατριώτη μου Ἕλληνα. Γράφουν σοφοὶ ἄντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, καὶ ξένοι διαβασμένοι γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἕνα πρᾶμα μόνο μὲ παρακίνησε κι ἐμένα νὰ γράψω: ὅτι τούτη τὴν πατρίδα τὴν ἔχομεν ὅλοι μαζί, καὶ σοφοὶ κι ἀμαθεῖς, καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοί, καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, καὶ οἱ πλέον μικρότεροι ἄνθρωποι. Ὅσοι ἀγωνιστήκαμεν, ἀναλόγως ὁ καθείς, ἔχομεν νὰ ζήσομεν ἐδῶ. Τὸ λοιπὸν δουλέψαμεν ὅλοι μαζὶ νὰ τὴ φυλᾶμε κι ὅλοι μαζί, καὶ νὰ μὴ λέγει οὔτε ὁ δυνατὸς «ἐγώ», οὔτε ὁ ἀδύνατος. Ξέρετε πότε νὰ λέγει ὁ καθεὶς «ἐγώ»; ὅταν ἀγωνιστεῖ μόνος του καὶ φκιάσει ἢ χαλάσει, νὰ λέγει «ἐγώ»· ὅταν ὅμως ἀγωνίζονται πολλοὶ καὶ φκιάνουν, τότε νὰ λένε «ἐμεῖς». Εἴμαστε στὸ «ἐμεῖς» κι ὄχι στὸ «ἐγώ». Καὶ στὸ ἑξῆς νὰ μάθομε γνώση, ἂν θέλομε νὰ φκιάσομε χωριὸ νὰ ζήσομε ὅλοι μαζί. Ἔγραψα γυμνὴ τὴν ἀλήθεια, νὰ ἰδοῦνε ὅλοι οἱ Ἕλληνες ν᾿ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν πατρίδα τους, γιὰ τὴ θρησκεία τους· νὰ ἰδοῦνε καὶ τὰ παιδιά μου καὶ νὰ λένε: «Ἔχομε ἀγῶνες πατρικούς, ἔχομε θυσίες -ἂν εἶναι ἀγῶνες καὶ θυσίες. Καὶ νὰ μπαίνουν σὲ φιλοτιμία καὶ νὰ ἐργάζονται στὸ καλό της πατρίδας τους, τῆς θρησκείας τους καὶ τῆς κοινωνίας- ὅτι θὰ εἶναι καλὰ δικά τους.»

Ο Μακρυγιάννης όπως και όλοι οι αγωνιστές είχε συνείδηση της διαχρονικής συνέχειας του Ελληνισμού. Ο σεβασμός του στην Αρχαία Ελλάδα φαίνεται από την ακόλουθη διήγησή του:

«Εἶχα δυὸ ἀγάλματα περίφημα, μία γυναῖκα κι ἕνα βασιλόπουλο, ἀτόφια -φαίνονταν οἱ φλέβες, τόση ἐντέλειαν εἶχαν. Ὅταν χάλασαν τὸν Πόρο, τὰ ῾χαν πάρει κάτι στρατιῶτες, καὶ στ᾿ Ἄργος θὰ τὰ πουλοῦσαν κάτι Εὐρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν […]. Πῆρα τοὺς στρατιῶτες, τοὺς μίλησα: ῾Αὐτά, καὶ δέκα χιλιάδες τάλαρα νὰ σᾶς δώσουνε, νὰ μὴν τὸ καταδεχτεῖτε νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν πατρίδα μας. Γι᾿ αὐτὰ πολεμήσαμε.»

Γι’ αυτά πολέμησαν οι αγωνιστές του 1821. Για την Αρχαία Ελλάδα, για τη Βυζαντινή Ρωμηοσύνη, αλλά και για τη διαφύλαξη της Ορθοδοξίας μας. Ο Μακρυγιάννης αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ευλαβούς Ορθοδόξου. Πίστευε, όπως οι περισσότεροι αγωνιστές, στη Θεία Πρόνοια. Η ακόλουθη συνομιλία του με τον Γάλλο Ναύαρχο Δεριγνύ στους Μύλους της Αργολίδος είναι αποκαλυπτική του ήθους του 1821:

«Ἐκεῖ πού ῾φκιανα τὶς θέσεις στοὺς Μύλους, ἦρθε ὁ Ντερνὺς νὰ μὲ ἰδεῖ: Μοῦ λέγει:

»- Τί κάνεις αὐτοῦ; Αὐτὲς οἱ θέσες εἶναι ἀδύνατες· τί πόλεμο θὰ κάνετε μὲ τὸν Μπραΐμη αὐτοῦ;

»Τοῦ λέγω:

»- Εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσες κι ἐμεῖς. Ὅμως εἶναι δυνατὸς ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς προστατεύει, καὶ θὰ δείξομε τὴν τύχη μας σ᾿ αὐτὲς τὶς θέσες τὶς ἀδύνατες. Κι ἂν εἴμαστε ὀλίγοι στὸ πλῆθος τοῦ Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ᾿ ἕναν τρόπο· ὅτι ἡ τύχη μας ἔχει τοὺς Ἕλληνες πάντοτε ὀλίγους. Ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος παλαιόθε καὶ ὡς τώρα, ὅλα τὰ θεριὰ πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε καὶ δὲν μποροῦνε. Τρῶνε ἀπὸ μᾶς καὶ μένει καὶ μαγιά. Καὶ οἱ ὀλίγοι ἀποφασίζουν νὰ πεθάνουν. Καὶ ὅταν κάνουν αὐτήνη τὴν ἀπόφαση, λίγες φορὲς χάνουν καὶ πολλὲς κερδαίνουν. Ἡ θέση ὅπου εἴμαστε σήμερα ἐδῶ εἶναι τοιούτη. Καὶ θὰ ἰδοῦμε τὴν τύχη μας οἱ ἀδύνατοι μὲ τοὺς δυνατούς.

»- Τρὲ μπιέν, λέγει κι ἀναχώρησε ὁ ναύαρχος».

Είμαστε αδύνατοι, αλλά είναι δυνατός ο Θεός μας, διδάσκει ο Μακρυγιάννης. Και με αυτή την πίστη νίκησε τον Ιμπραήμ. Ενδιαφέρον δίδαγμα και για τους σύγχρονους Έλληνες. Με πίστη στον Θεό και επίγνωση της Ιστορίας μας θα γίνουμε πιο δυνατοί για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες!

Άρθρο στην ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 21.3.2018


Κωνσταντίνος Χολέβας

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΆΓΙΟ ΧΡΥΣΌΣΤΟΜΟ ΤΟΝ ΝΈΟ ΟΜΟΛΟΓΗΤΉ


ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΝΗ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΑΒΟΥΡΙΔΟΥ.







Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Για τρεις αφανείς αναχωρητές αγίους στον Άθωνα και τον άγγελο που τους υπηρετούσε


Ο μακάριος Γέρων, παπά Γρηγόριος (†1899) διηγόταν στα τελευταία του το έξης περιστατικό, σχετικά με το λεγόμενο ότι στον καιρό μας δεν υπάρχουν άνθρωποι αγωνιστές, όπως οι παλαιοί Πατέρες. Λειτουργούσα, έλεγε, την Μεγάλη Πέμπτη, και προς το τέλος της Λειτουργίας παρουσιάστηκε στο ναύδριον της Καλύβας μου ένας νέος μοναχός βαστώντας αναμμένο φαναράκι. Αφού μπήκε στο Ιερό Βήμα μου είπε, «να μη καταλύσεις όλην την κοινωνίαν, άγιε Πνευματικέ.
Είναι ανάγκη να έλθεις, να κοινωνήσεις τρεις αδελφούς, που μένουν εδώ πιο πάνω. Γι’ αυτό ήλθα να σε πάρω».

Συμμορφώθηκα χωρίς να ρωτήσω περισσότερα, και βαδίζοντας αυτός εμπρός, εγώ ακολουθούσα βαστώντας τα άγια Μυστήρια. Μετά από λίγο και παρ’ όλο τον απότομο ανήφορο και την γεροντική μου ηλικία, φτάσαμε σε ένα ευρύχωρο σπήλαιο, στο οποίο μας ανέμεναν τρεις αδελφοί μοναχοί.
Εκοινώνησαν αμέσως και αφού με ευχαρίστησαν, μου είπαν παρακλητικά «να έλθεις και του χρόνου, άγιε πάτερ, την Μεγάλην Πέμπτην να μας κοινωνήσης. Όμως να μην πεις τίποτε σε κανένα γι αυτό, και ό,τι είδες εδώ».

Εννοείται ότι από αυτά που είδα και άκουσα δεν ρώτησα τίποτε, και με τη συνοδεία του νέου κατέβηκα λίγο. Και αφού εκείνος έβαλε μετάνοια και ασπάστηκε το άγιο αρτοφόριο με κατευόδωσε, λέγοντας ότι θα επιστρέψει. Αφού περπάτησα λίγο, κοίταξα πίσω για να τον δω να ανεβαίνει, αλλά δεν φαινόταν. Όλα αυτά με συγκλόνισαν, τηρώντας όμως την εντολήν τους δεν είπα τίποτε σε κανένα.

Τι συνέβη όμως; Στην Σκήτη μας συνηθίζεται όπως το Σάββατο του Λαζάρου να συγκεντρώνωνται όλοι οι Πατέρες για την αγρυπνία των Βαΐων στο Καθολικό [ο κεντρικός ναός της σκήτης], σύμφωνα με το «Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος ημάς συνήγαγε». Το πρωί δε της Κυριακής, κατά τη συνήθεια, ανεβήκαμε όλοι οι λειτουργοί και οι Γέροντες των Καλυβών στο Συνοδικό για κέρασμα και μετά αναχώρηση καθενός μας στα ίδια. Εκεί γενομένης πνευματικής συνομιλίας, κάποιος από την ομήγυρη είπε, «πως εξέπεσε η καλογηρική σήμερα, δεν υπάρχουν αναχωρητές Πατέρες, όπως τον παλαιόν καιρόν». Τότε από απροσεξία ή γιατί παρασύρθηκα, είπα και εγώ, «και σήμερα υπάρχουν χάριτι Χριστού»! Και σε ερώτηση πού, «να εδώ επάνω στον Αίμονα (πρόβουνο του Άθω)» και έδειξα και με το χέρι μου.

Σε όλους έκαμε αίσθηση η ομολογία μου, αλλά δεν με ρώτησαν περισσότερα, διότι ήταν κατάκοποι από την ολονύκτια αγρυπνία και εξαντλημένοι από την νηστείαν της Τεσσαρακοστής έσπευδαν να αναχωρήσουν. Μεταμελημένος για την αποκάλυψη μου αναχώρησα και εγώ για το ερημητήριό μου.
Την Μεγάλη Πέμπτη κατά τη λειτουργία φάνηκε και πάλιν ο νέος μοναχός, και διά νεύματος μου εξήγησε τον σκοπό. Όταν τέλειωσε η λειτουργία έλαβα τα άγια και ακολουθώντας τον φτάσαμε και πάλιν στο σπήλαιον. Αφού μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων, ο γεροντότερος από αυτούς μου είπε, «διατί, άγιε Πνευματικέ, παρέβης την εντολήν μας και μας αποκάλυψες εις τους αδελφούς»;
Και αφού εγώ δεν αποκρινόμουν, «δεν πειράζει», είπε, «αλλά διά την απερίσκεπτη αυτήν φλυαρία σου να μη έλθεις του χρόνου με τα άγια μυστήρια. Εάν δε έλθεις, θα μας βρεις, όπως θέλει ο πανάγαθος Θεός, αλλά σε παρακαλούμεν να μη μας αποκαλύψεις και πάλιν».

Έφυγα μόνος μου πλέον και έκπληκτος διά τα παράδοξα ταύτα πρόσωπα και πώς έμαθαν τα λεχθέντα από μένα στο Κυριακό της Σκήτης και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί αγίων ανδρών. Το επόμενο έτος αφού πήρα μόνον αντίδωρο και αγιασμό, ανέβηκα με μεγάλο κόπο στο σπήλαιον και τους βρήκα και τους τρεις νεκρούς. Ασφαλώς ο νέος ήταν άγγελος Κυρίου που τους υπηρετούσε. Ήσαν τακτοποιημένοι όπως ταιριάζει σε ύπτια στάσει και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Γονάτισα και τα ασπάστηκα, όπως και τα μέτωπά των, και όπως συμπέρανα από την ξηρότητα των αγίων λειψάνων των, είχαν φύγει για τις αιώνιες μονές την ίδια ημέρα της Μεγάλης Πέμπτης, όταν δηλαδή είχαν μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων.

Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Γαβριήλ Διονυσιάτη,
“Από τον κήπο του παππού, Αγιορειτικές διηγήσεις” των εκδόσεων “Το Περιβόλι της Παναγίας”.
Το κείμενο διασκευάστηκε στην καθομιλουμένη.


Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟΝ ΒΊΟ ΤΟΥ ΟΣΊΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΏΝ ΜΆΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΊΟΥ


Διάλογος οσίου Μάρκου του Αθηναίου με τον όσιο Σεραπίων

…«Ιδού, τέκνον, ενενήκοντα πέντε έτη έχω εις ταύτην την φωλέαν και οι οφθαλμοί μου δεν είδον θηρίον, ούτε όρνεον, ούτε έφαγον άρτον κατασκευασθέντα εκ χειρών ανθρωπίνων, ουδέ κοσμικόν ένδυμα ενεδύθην. Επί τριάκοντα έτη έζησα με μεγάλην  ανάγκην και πολλήν στενοχωρίαν από πείναν, την δίψαν και την γυμνότητα. Δεν ήρκουν δε μόνον ταύτα, αλλ’ είχον και τους δαίμονας να με ενοχλούν, να ενεδρεύουν και να μου στήνουν παγίδας, τας οποίας είναι αδύνατον να σου διηγηθώ. Και έφαγον , τέκνον μου, χώμα από την πολλήν πείναν και έπιον θαλάσσιον ύδωρ επι είκοσιν έτη. Και έζων εν γυμνότητι και μεγάλη στενοχωρία. Μυριάκις ωρκίσθησαν μεταξύ των οι δαίμονες να με πνίξωσιν εις την θάλασσαν. Πολλάκις με έσυραν μέχρι του χαμηλοτέρου σημείου του όρους, έως ότου δεν απέμεινεν εις εμέ ούτε δέρμα, ούτε σάρξ και εφώναζον λέγοντες: ‘’ Φύγε από το έδαφός μας. Απ’ αρχής κόσμου δεν ήλθεν εδώ άλλος κανείς και συ, πως έλαβες την τόμην να έλθης;’’
Παρέμεινα λοιπόν, συνέχισε να λέγη ο Όσιος, με μεγάλην υπομονήν, τα τριάκοντα αυτά έτη, πεινών και διψών και γυμνητεύων, καθώς σου είπον και τον αφόρητον πόλεμον των δαομόνων υφιστάμενος. Αλλ’ αφού παρήλθον τριάκοντα έτη επεφοίτησεν εις εμέ η Χάρις του Θεού εν τη πολλή αυτής ευσπλαγχνία και με την προσταγήν Εκείνου ήλλαξεν η σωματική μου κατάστασις και εφύτρωσαν τρίχες εις το σώμα μου έως ου εβάρυνα εξ αυτών και τροφή πνευματική συνεχώς μου απεστέλλετο και Άγγελοι κατήρχοντο προς την αθλιότητά μου και είδον , τέκνον μου, τας εκτάσεις της Βσιλείας των ουρανών και τας Μονάς των Δικαίων. Είδον τον Παράδεισον του Θεού και μου έδειξαν το ξύλον της Γνώσεως, από του οποίου τον καρπόν έφαγον οι Προπάτορες. Είδον τον Ενώχ και τον Ηλίαν εν γη ζώντων. Δεν υπάρχει τίποτε, τέκνον μου, το οποίον εζήτησα να μου ερμηνευθή παρά Θεού και να μη μου το έδειξεν ο Φιλάνθρωπος».

Αφού διηγήθη ταύτα ο Άγιος, τον ηρώτησα: «’Ειπέ μου, Πάτερ, πόθεν είσαι και πως συνέβη να έλθης εδώ;» Τότε ο Όσιος απεκρίθη « Εγώ τέκνον μου, είμαι από τας Αθήνας, Έλλην ειδωλολάτρης. Οι γονείς μου ήθελον να γίνω φιλόσοφος, όπως γίνονται οι μάταιοι άνθρωποι της πατρίδος μου, δι’ αυτό εξεπαιδευόμην συναναστρεφόμενος τους φιλοσόφους. Ο Κύριος όμως με ηλέησε και γνωρίσας την αλήθειαν εβαπτίσθην και έγινα Χριστιανός. Αφού δε απέθανον οι γονείς μου, εσκέφθην ότι και θνητός είμαι, όπως οι πρόγονοί μου. Ποίον  λοιπόν θα είναι το όφελος αν απολαύσω τον μάταιον κόσμον και χάσω τον ουράνιον; Ας αναχωρήσω εκ του κόσμου προτού έλθωσι και με αρπάσωσιν οι Άγγελοι του Θεού. Ενεδύθην λοιπόν τα ιμάτιά μου και αφού εκάθισα επι μιάς σανίδος ερρίφθην εις την θάλασσαν. Οδηγηθείσα δε η σανίς διά χειρός Αγγέλου, με έφερεν εις τους πρόποδας του όρους τούτου, όπου, περιπλανηθείς εδώ και εκεί, εύρον το σπήλαιον τούτο,  εις το οποίον εισελθών, όπως προηγουμένως σου είπον, διήνυσα τον πολυώδυνον και τραχύτατον δρόμον της εδώ παροικίας μου μέχρι σήμερον».

«Ταύτα και άλλα περισσότερα διηγουμένου του Οσίου, εξημέρωσεν. Ιδών τότε εγώ το σώμα αυτού κεκαλυμμένον δια τριχών, ως να ήτο θηρίον, εταράχθην και εφοβήθην πολύ μη βλέπων εις αυτόν μορφήν ανθρώπου. Διότι εξ άλλου σημείου δεν ήτο δυνατόν να αναγνωρίση τις αυτόν ότι ήτο άνθρωπος, παρεκτός μόνον από της ομιλίας. Αντιληφθείς τότε ο Όσιος ότι τόσον εφοβήθην, μου είπε «Διατί εφοβήθης, τέκνον μου, εκ της θέας του δυστυχούς τούτου σώματος; Τίποτε άλλο δεν είναι παρά σώμα φθαρτόν εκ του σώματος φθαρτού καταλήξαν εις το σχήμα τούτο». Θέλων δε ο Άγιος να πληροφορηθή τα περί του κόσμου με ηρώτησε «Υπάρχει ακόμη κόσμος και είναι ανθηρός όπως κατά την παλαιάν εποχήν;» Απεκρίθην εγώ «Ναι, Πάτερ, και κόσμος υπάρχει με την Χάριν του Χριστού, και περισσότερον από την παλαιάν εποχήν ακμάζει σήμερον».


«Κατόπιν με ηρώτησε πάλιν ο Όσιος «Υπάρχει ειδωλολατρία ή διωγμός των Χριστιανών ακόμη;» Απεκρίθην εγώ « Με την βοήθειαν των ευχών σου, Πάτερ, έχει παύσει πλέον ο διωγμός, ούτε ειδωλολατρία υπάρχει πολιτευομένη εκ του εμφανούς». Τούτο ακούσας ο Γέρων πολύ ηυχαριστήθη και συνέχισεν ερωτών με « Υπάρχουν Άγιοι εις τον κόσμον σήμερον, κατορθούντες υπερ φυσικά φαινόμενα και θαύματα, όπως είπεν ο Χριστός εις τα Ευαγγέλια, ότι « Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται» (Ματθ. Ιζ’ 20 ) και «Άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν και γενήσεται;» (Ματθ. Κα’ 21). Τούτο ειπόντος του Οσίου και δεικνύοντος το όρος, ανεσηκώθη αμέσως εκείνο περί τους πέντε πήχεις και μετετοπίζετο προς την θάλασσαν. Εγείρας δε τους οφθαλμούς του ο Όσιος και ιδών αυτό να περιπατή, κτυπήσας το πρόσωπον διά της χειρός του, είπε « Τί σου συνέβη, όρος; Εγώ δεν σου είπον να μετακινηθής, μείνε εις την θέσιν σου». Παρευθύς τότε επανήλθε το όρος εκεί οπόθεν είχεν απομακρυνθή».
«Το θαυμάσιον τούτο ευθύς ως είδον εγώ, έπεσον κάτω από τον φόβον. Ο δε Όσιος, κρατήσας με εκ της χειρός, με ανεσήκωσεν, ειπών: «Δεν είδες τοιαύτα θαύματα εις τας ημέρας σου;» Διακατεχόμενος δε ακόμη εγώ υπό του τρόμου απεκρίθην  «Όχι». Στενάξας δε ο Γέρων έκλαυσε και είπεν « Αλλοίμονον εις την γην, διότι οι Χριστιανοί μόνον κατά το όνομα είναι Χριστιανοί όχι δε και κατά τα έργα. Ευλογητός ο Θεός ο οδηγήσας με εις τον άγιον τούτον τόπον δια να μη αποθάνω εις την πατρίδα μου και ταφώ εις γην μεμιασμένην εκ των πολλών αμαρτιών»….

«Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»  

Η μοναχική ζωή κατά τους αγίους πατέρας (Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης)

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

“Εσύ, μπαμπά, γιατί δεν κοινώνησες;”


Πολλά χρόνια στην Εκκλησία. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Από μικρό στα χέρια και την αγκαλιά και μετά με το σχολείο στις Κυριακές και τις γιορτές. Παπαδάκι στο Ιερό τα τελευταία χρόνια του Δημοτικού και τα πρώτα του Γυμνασίου.


Κάποιοι πρόλαβαν και την… μακαρία εκείνη εποχή που ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτική εκδήλωση σχολικής δραστηριότητας! Τότε που «παίρναν» απουσίες όσοι κοιμόντουσαν ή το σκάγαν καθ’ οδόν! Τότε που ήταν η Εκκλησία στοιχείο κοινωνικής ευπρέπειας και τάξεως! Μερικοί ακόμα τα θυμούνται με νοσταλγία! Υπήρχε… τάξη, σεβασμός, γινόταν το… σωστό, τώρα όλα… διαλύθηκαν, λένε!.

Όλα αυτά που όντως γίνονταν και λειτουργούσαν, όχι μόνο τώρα, αλλά και τότε, ήταν απαράδεκτα! Ήταν η τάξη του… Γυμνασιάρχη, όχι του Θεού! Υπήρχε σύγχυση λόγων και κινήτρων. Η διδασκαλία της πίστεως γινόταν αναγκαστική πορεία. Η ελευθερία του Χριστού (Όστις θέλει…) καταργούνταν χάριν της χρησιμοθηρικής «ωφελείας». Η Εκκλησία ήταν ένας διδακτισμός: Τι πρέπει να ξέρεις! Όχι τι πρέπει να ζήσεις..!

Η συνήθεια για κάμποσα χρόνια και για… κάμποσους, λειτούργησε. Δούλεψε ως ασυνείδητη εξάρτηση και κράτησε τα πράγματα. Βέβαια σε μια ασάφεια και απροσδιοριστία. Αυτοί που εκκλησιάζονταν συζητούσαν για το… καθήκον του εκκλησιασμού. Βρίσκονταν κάθε Κυριακή στο Ναό, αλλά δεν μπορούσαν να πουν για ποιό λόγο βρίσκονταν εκεί. Δεν είχαν δυνατότητα να «παρουσιάσουν» την… «εν ημίν ελπίδα». Ούτε γιατί ο Χριστός είναι Θεός της ζωής τους μπορούσαν να «δικαιολογήσουν». Σ’ όλα αυτά επιπρόσθετα η δυσκολία της γλώσσας έκανε την υπόθεση… «θέατρο»! Συνήθειες (ίσως) ιερές αποκτούσαν οι άνθρωποι. Συνείδηση όμως πώς να «βλέπουν» και πώς να ακούνε τον λόγο του Χριστού, σπανίως και λίγοι! Έτσι και όλα όσα έχουν σχέση με την Εκκλησία και τον Χριστό έμπαιναν τελικά στο χώρο της ασάφειας και της θρησκοληψίας! Φόβοι, αγωνίες, θεολογική ασυναρτησία ήταν (μήπως και είναι;) τα κίνητρα της σχέσεως.

Μέσα σ’ αυτήν τη σύγχυση και το κατ’ ουσίαν Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας έχασε, περνώντας τα χρόνια, τον δυναμισμό της κοινής προσφοράς και έγινε… θέαμα και ακρόαμα ακατανόητο. Θέαμα αφού οι χριστιανοί απλώς παρακολουθούν (σαν από… κερκίδες) χωρίς συμμετοχή ουδέ στο ΑΜΗΝ, που λέει ο Απόστολος (Α’ Κόρ. 14, 16)! Άγνωστοι, εν πολλοίς, μεταξύ τους… Χάθηκε η κοινότητα και η Εκκλησία έγινε… «τεκές»… προσευχομένων (υποτίθεται). Ο παπάς έπρεπε να τα τελεί όλα τυπικώς και οπωσδήποτε να κοινωνάει αφού δεν ξέραμε… τί να κάνουμε τα ΔΩΡΑ της Ευχαριστίας που τελέσθηκε!

Κατέληξε η Θεία Ευχαριστία ακρόαμα μουσικής πανδαισίας που «κάλυψε» το κενό της ακατανόητης γλώσσας με ηχητική ανακούφιση. Έγιναν τα ψαλλόμενα ένα λειτουργικό soundtrack! Μουσική χωρίς λόγια.

Όλα αυτά έσπρωξαν τον χριστιανό στον χώρο της ατομικής ευλάβειας. Έκαναν την υπόθεση προσωπική φιλοτιμία και ανάγκη. Η κοινότητα χάθηκε, και κάτω από το βάρος της ασυντόνιστης… ευσέβειας, δημιουργήθηκαν οι… θεούσες και οι άσχετοι! Η Μετάληψη έγινε αξιομισθία προσωπικής διαθέσεως. Χάθηκε αφού έγινε εκδήλωμα για δύο-τρείς φορές το χρόνο.

Πρέπει όμως όλοι να κοινωνάμε (οι χωρίς εμπόδιο πολύ μεγάλης αμαρτίας που μάς αποκόπτει από το σώμα της Εκκλησίας) όπως σαφέστατα φαίνεται στις ίδιες τις ευχές της Λειτουργίας: «…αξίωσέ μας με το δικό σου παντοδύναμο χέρι να μεταλάβουμε το άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα σου, και μέσω ημών και όλος ο λαός». Γι’ αυτό, όπως είπαμε πηγαίνουμε στο Ναό, για να ενωθούμε με τον Χριστό και τούς αδελφούς μας. Αυτά είναι και το σωστό φρόνημα και η υγιής σχέση με την Ευχαριστία.

Το “σήμερα” δυστυχώς είναι οδυνηρό. Κοινωνεί ο παπάς και τα παιδάκια! Οι υπόλοιποι… Χριστιανοί κοιτάζουν από μακριά! Άραγε τί θα πείτε στα παιδιά σας που τυχόν θα σάς ρωτήσουν:
–Εσύ μπαμπά-μαμά γιατί δεν κοινωνείς;
Ότι εσείς μεγαλώσατε; Ότι η μετάληψη αφορά μόνο τους μικρούς; Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι πείθετε με τέτοια… επιχειρήματα τα παιδιά; Εσείς πείθεστε;

Ας ξαναρχίσουμε μία σοβαρή σχέση με την Εκκλησία. Ας φύγουμε από τα… καθήκοντα και ας πάμε στη Ζωή που είναι ο Χριστός. Ας βάλουμε στόχο μια συνειδητή σχέση μαζί Του που αρχίζει με ειλικρινή αντιμετώπιση της πορείας και των πτώσεων κατ’ αυτήν (εξομολόγηση) και συνεχίζεται με την όσο γίνεται συχνότερη (γιατί όχι κάθε Κυριακή;) συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία. Όχι για να κάνουμε… ενέσεις αγιωσύνης με τη μετάληψη, αλλά να σχετισθούμε μ’ Αυτόν που θα μας οδηγήσει στον δρόμο του αγιασμού και της «ταύτισης» της καρδιάς μας με το δικό Του θέλημα και την δική Του καρδιά.

Σ’ όλη την Γραφή ο Χριστός αυτό και μόνο φωνάζει: Δος μου την καρδιά σου. Σε μας μένει η απάντηση: Γεννηθήτω το θέλημά Σου. ΑΜΗΝ.

Εφημέριου Ιερού Ναού Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης, π. Θεοδοσίου
πηγή

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Διηγείτο ο μακαριστός Δεσπότης Ευρίπου Παΐσιος...



Ο Μακαριστός Δεσπότης Ευρίπου των γνησίων ορθοδόξων χριστιανών Παΐσιος
Διηγείτο ο μακαριστός Δεσπότης Ευρίπου των γνησίων ορθοδόξων χριστιανών Παΐσιος, ότι όταν ήταν ακόμα αρχιμανδρίτης, μία γυναίκα η οποία όσο ζούσε φαινόταν ευλαβείς, πέθανε την κηδεύσαν και μετά από   λίγα χρόνια που πήγαν  και την ξέθαψαν την βρήκαν άλιωτη και σε όχι καλή κατάσταση.
Οι συγγενείς της προβληματισμένοι και συζητώντας μεταξύ τους γιατί μπορεί να συνέβη αυτό, θυμήθηκαν πως κάποτε είχε διαπληκτιστεί με τον Γερμανό Βαρυκόπουλο επίσκοπο Κυκλάδων και ενδεχομένως να την είχε επιτιμήσει και όσο ζούσε εκείνη δεν είχε φροντίσει να ζητήσει συγχώρηση.

Ο  Κυκλάδων Γερμανός
Ο  Κυκλάδων Γερμανός  κρατείτο στις φυλακές Χαλκίδος για τον λόγο της δίωξης που υφίστανται τότε οι γ.ο.χ, δηλαδή το ημερολογιακό.

Έστειλαν άνθρωπο  λοιπόν οι συγγενείς της γυναίκας, να τον ενημερώσουν για το τι είχε συμβεί και να ρωτήσουν τι πρέπει να κάνουν.

Ο Δεσπότης μόλις πληροφορήθηκε το συμβάν λυπήθηκε, φώναξε αμέσως τον τότε π. Παΐσιο  και του είπε να πάει  και να διαβάσει ευχέλαιο,όπου στο καντήλι θα έβαζε σκέτο λάδι, δηλαδή δεν θα περιείχε  νερό ή κρασί, και κάποιες συγκεκριμένες ευχές, τις οποίες κανονικά διαβάζει μόνο αρχιερέας,  αλλά λόγω της κράτησης του δεν μπορούσε να πάει ο ίδιος να τις διαβάσει πάνω στην νεκρή.

Ο π. Παΐσιος έκανε υπακοή και πήγε και διάβασε τις ευχές επάνω από το άλιωτο σώμα. Στο τέλος είχε και το καντήλι μόνο με λάδι όπως χαρακτηριστικά του είχε τονίσει ο Δεσπότης, το οποίο το έχυσε σταυροειδώς επάνω στην νεκρή. Με το που έριξε το λάδι η σάρκα της νεκρής άρχισε να αποσυντίθεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων! Μέχρι που παρέμειναν μόνο τα οστά! ( Σε αυτό το σημείο ο μακαριστός Δεσπότης Παΐσιος σήκωνε το μανίκι του  και έδειχνε τις τρίχες του χεριού του που ήταν όρθιες!).

Το ιστορικό αυτό μας το δηγήθηκε ο  π. Τιμόθεος Βλάχος εφημέριος του Ι.Ν Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Χαλκίδος των Γ.Ο.Χ. 

Ο μακαριστός Ευρίπου Παΐσιος επισκεπτόταν συχνά την οικία της οικογένειας Βλάχου όπου και τους διηγήθηκε το περιστατικό.