Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

ΕΙΝΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ Η ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;



κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, 
τ. Καθηγητο
ῦ Δογματικῆς Θεολογίας 
το
ῦ Τμηματος Θεολογίας 
τ
ῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ  



Θεσσαλονίκη 29-8-2019


  
Μέ ἀφορμή τό θέμα πού δημιουργήθηκε στήν Κύπρο, ἐξαιτίας κάποιων ἀναφορῶν τοῦ Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου στήν ὁμοφυλοφιλία, θά ἤθελα νά δώσω τό θεολογικό πλαίσιο κατανοήσεως τῶν σαρκικῶν σχέσεων στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. 
Οἱ κατά φύση σαρκικές σχέσεις ἀνδρός καί γυναικός ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν τήν πλήρη πνευματική νομιμοποίησή τους, μόνο μέσα στό πλαίσιο τοῦ γάμου. Καί ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι καί ἡ κοίτη ἀμίαντος» (Ἑβρ. 13, 4). Γι’ αὐτό καί καταδικάζει τίς ἐκτός τοῦ γάμου σαρκικές ἐκτροπές, λέγοντας: «πόρνους καί μοιχούς κρινεῖ ὁ Θεός» (Ἑβρ. 13, 4). 

Ἐνῶ δηλαδή ἡ κατά φύση ψυχοσωματική σχέση τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας, στό πλαίσιο τοῦ γάμου, τούς καθιστᾶ μιά ἀνθρώπινη ὀντότητα, τούς ἑνοποιεῖ «εἰς σάρκα μίαν» (Μκ. 10, 8 καί Ἐφ. 5, 31), ὅταν ἡ σχέση αὐτή γίνεται ἐν Χριστῷ καί ὄχι ἐρήμην Του, ἡ ἕνωσή τους ἀποκτᾶ κατεξοχήν πνευματικό περιεχόμενο. Τοῦτο, πρακτικῶς, σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν Χάρη Του ἐμπλουτίζει ἀκτίστως αὐτήν τήν σχέση, ἡ ὁποία ἀπό κατά φύση δυαδική σχέση γίνεται χαρισματικῶς τριαδική σχέση. Γίνεται, δηλαδή, μία ὀντολογικοῦ χαρακτῆρα ἑνότητα ἀνδρός – γυναικός – καί Χριστοῦ. Ἡ ἑνότητα αὐτή, βέβαια, δέν ἔχει μηχανιστικό χαρακτῆρα, ἀλλά ὑπάρχει καί συντηρεῖται μυστηριακῶς, ἐνόσω οἱ σύζυγοι τηροῦν ἀγαπητικῶς τίς προδιαγραφές τοῦ εἶναι τους καί κατεξοχήν τήν ἐντολή τῆς ἀναφορᾶς τους «εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν» (Ἐφ. 5, 32), ἐπειδή ὁ θεμελιώδης παράγοντας τῆς ἑνότητάς τους σ’ αὐτήν τήν τριαδική πλέον σχέση εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός διά τῆς ἀκτίστου Χάριτός Του. 

Μέ βάση αὐτά τά προαπαιτούμενα τῶν σαρκικῶν σχέσεων, ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, ἀλλά ἀκόμη καί αὐτή ἡ σαρκική ἐπιθυμία τους [i] ἀκυρώνουν στήν πράξη τήν ὀντολογία τοῦ γάμου καί τόν σκοπό του, πού εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ τελείωση τῶν συζύγων μέ τήν καθημερινή ἄσκηση τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης μεταξύ τους. 

Οἱ ὁμοφυλοφιλικές σχέσεις καταδικάζονται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή (βλ. σχετ. Γέν. 19, 4-28, Λευιτ. 20, 13, Ρωμ. 1, 26-32, Α΄ Κορ. 6, 9-10, Α΄ Τιμ. 1, 10, Ἰούδ. 7) καί τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἐξίσου μέ τήν πορνεία καί τήν μοιχεία, ὄχι ἁπλῶς ὡς ἀκάθαρτες ἠθικῶς πράξεις, ἀλλά κυρίως καί πρωτίστως ὡς ἀντικείμενες στήν ὀντολογία τοῦ «γάμου» Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, τοῦ «γάμου» ἐκείνου πού εἰκονίζει ὁ γάμος τῶν πιστῶν –τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας- ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στό πνεῦμα αὐτό, γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Κορινθίους: «...τά μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη;» (Α΄ Κορ. 6, 15). Ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία καί ἡ ὁμοφυλοφιλία καταστρέφουν τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν μέ τόν Χριστό καί μεταξύ τους. Γι’ αὐτό, ἐνόσω παραμένουν σ’ αὐτές τίς ἄρρωστες σχέσεις οἱ πιστοί, δέν μποροῦν νά κληρονομήσουν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (βλ. σχετ. Α΄ Κορ. 6, 9-10), οὔτε καί νά ἔχουν τήν πρόγευσή της στήν παροῦσα ζωή τους. 

Ἑπομένως, εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ ἀπόρριψη τῶν παραπάνω σαρκικῶν σχέσεων ἀπό τούς πιστούς καί τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας, σέ καμμία περίπτωση δέν συνιστᾶ ρατσιστικοῦ χαρακτῆρα κατηγοριοποίηση τῶν πιστῶν, πού ἔχουν αὐτές τίς σχέσεις. Ἀπεναντίας, εἶναι ἀγαπητικοῦ χαρα-κτῆρα ἡ γνωστοποίηση τῆς Ἐκκλησίας γιά τίς ὀλέθριες σωτηριολογικές συνέπειες αὐτῶν τῶν ἁμαρτωλῶν ἐνεργειῶν. 

Ἐπιπροσθέτως, θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι, ἐνόσω κατηγορούμενη ὡς ἁμαρτία ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι μονομερῶς ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἀλλά ἐξίσου καί ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία καί αὐτή ἀκόμη ἡ σαρκική ἐπιθυμία, δέν εἶναι καθόλου λογικό νά ἀποδίδεται ρατσιστικός χαρακτήρας στήν καταδίκη τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Πολύ δέ περισσότερο, δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά ρατσιστική ἐπιλογή ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐνόσω ἡ Ἐκκλησία καταδικάζει πρωτίστως τήν σαρκική ἐπιθυμία, ὡς τήν θεμελιώδη προϋπόθεση τῆς ὁποιασδήποτε σαρκικῆς ἁμαρτίας. Καί ἐπειδή τό νό-σημα τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας ἀφορᾶ σχεδόν ὅλους τούς πιστούς, δέν ὑπάρχει καμμία κατηγοριοποίηση ρατσιστικοῦ χαρακτῆρα ἀπό τήν Ἐκκλησία. 

Ἄν μάλιστα λάβουμε σοβαρά ὑπόψη, ὅτι ὁ Θεός διά τῆς Ἐκκλησίας συγχωρεῖ καί θεραπεύει ὅλες τίς κατηγορίες τῶν ἁμαρτιῶν, ὅταν ὑπάρχει καρδιακή μετάνοια, τότε στήν συγκεκριμένη στάση τῆς Ἐκκλησίας πιστώνεται καί ἡ φιλανθρωπία της. 
Ἄς σημειωθεῖ ἀκόμη, ὅτι καί ἡ Ἰουδαϊκή θρησκεία –στηριζομένη στήν Παλαιά Διαθήκη- καταδικάζει τήν ὁμοφυλοφιλία, χωρίς νά ἔχει ποτέ κατηγορηθεῖ γιά ρατσισμό. 

Τέλος, μέσα στό πνεῦμα τῶν παραπάνω γραφομένων μου, τέθηκε καί ἡ πρό ἡμερῶν ὑπογραφή μου στήν Ἐπιστολή τῶν Ἐπιστημόνων γιά τήν στήριξη τοῦ Μητροπολίτη Μόρφου, κ. Νεοφύτου.

[i] Ἐπειδή δέχτηκα εὔλογα ἐρωτήματα ἀπό ἀγαπητούς ἀναγνῶστες αὐτοῦ τοῦ κειμένου μου, θά ἤθελα νά κάνω τήν ἑξῆς διευκρίνιση, σχετικά μέ τήν σαρκική ἐπιθυμία.
Ἡ σαρκική ἐπιθυμία εἶναι ἁμαρτία ἰσοβαρής μέ τήν πορνεία καί τήν μοιχεία, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ στήν Ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του: «πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Μθ. 5, 28). Ἐδῶ ὁ Χριστός, ὡς σαρκική ἐπιθυμία ἐννοεῖ τήν αὐτονομημένη ἐπιθυμία τῆς ἡδονῆς, εἴτε ἐκτός τοῦ γάμου εἴτε ἐντός τοῦ γάμου, ἐνόσω δηλαδή αὐτή αὐτονομεῖται ἀπό τήν ἐκκλησιαστικῶς νομιμοποιημένη ψυχοσωματική σχέση τῶν συζύγων.
ΠΗΓΗ: http://epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com/

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Ἡ κοίμησή της Θεοτόκου





Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς ΠΘ





«Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείω τίθεται

καὶ κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται».

(Προσόμοιον Μ.Ἑσπερινοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου).

Σήμερα, ὅπως καὶ σὲ κάθε γιορτὴ ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, κάνουμε κάτι πού φαίνεται παράδοξο·γιορτάζουμε τὸν θάνατο. Καὶ τὸ κάνουμε αὐτό, ὄχι γιατί χαιρόμαστε γιὰ τὸν θάνατο, ἀλλὰ γιατί χαιρόμαστε γιὰ τὴν δύναμη πού μᾶς παρέχει ἡ Ἐκκλησία νὰ ὑπερνικήσουμε τὸν θάνατο.

Γιορτάζουμε τὸν θάνατο ὡς πρόσκαιρη κοίμηση. Τὸν γιορτάζουμε ὄχι ὡς κάθοδο στὸν ἅδη, ἀλλὰ ὡς ἄνοδο στὸν οὐρανό. Καὶ ὅλοι μας ἔχουμε τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ νὰ ζήσουμε ὡς κοίμηση τὸν θάνατο· δωρεὰ πού πρώτη δέχθηκε ἡ Παναγία μὲ τὴν πρόθυμη αὐτοπροσφορά της στὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, νὰ δεχθεῖ νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ αὐτὴν ὁ Χριστός: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1, 38). Καὶ μὲ τὴν ἀπόλυτη αὐτὴ ὑπακοή της ἡ Παναγία ἔκανε προσιτὴ σὲ ὅλους μας τὴν δωρεὰ τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ ὁ Χριστός, πού γεννήθηκε «ἐφάπαξ κατὰ σάρκα» ἀπὸ τὴν Παναγία, γεννιέται ἔκτοτε διαρκῶς «κατὰ πνεῦμα» ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν καθένα πού εἶναι πρόθυμος νὰ τὸν δεχθεῖ· γίνεται βρέφος καὶ μορφοποιεῖται μέσα του μὲ τὶς ἀρετὲς (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα 1,8, PG 90,1181AB).

Ἀντίστοιχα καὶ ὁ πιστὸς παίρνει πνευματικὰ τὴν θέση τῆς Παναγίας καὶ γίνεται μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως γίνεται καὶ ἀδελφός του καὶ μέλος τοῦ ἴδιου τοῦ σώματός του μὲ τὴν εἴσοδό του στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν συμμετοχή του στὸ Βάπτισμα καὶ τὴν Θεία Εὐχαριστία. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε: «Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοι εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτὸν» (Λουκ. 8,21). Μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι αὐτοὶ πού ἀκούουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν.

Ὅπως γιὰ τὸν Χριστό, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν Παναγία καὶ γιὰ τὸν κάθε πιστό, ὁ θάνατος δὲν εἶναι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, δὲν εἶναι ἀφανισμός του· εἶναι κοίμηση καὶ ἀπαρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς· ζωῆς ἀληθινῆς, ζωῆς αἰώνιας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παναγία, ὅπως λέγεται καὶ σὲ ὕμνο της πού ψάλλεται σήμερα στὴν Ἐκκλησία, «θνήσκουσα, σὺν τῷ Υἱῷ ἐγείρεται διαιωνίζουσα»(Κοσμᾶ Μελωδοῦ, Κανών, ὠδὴ α΄). Πεθαίνοντας δηλαδή, ἀνασταίνεται καὶ ζεῖ αἰώνια μὲ τὸν Υἱό της. Ὡς μητέρα τῆς Ζωῆς ζεῖ τὴν αἰώνια ζωὴ μὲ τὸν Ἀρχηγὸ τῆς Ζωῆς.

Ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς πού ζεῖ μὲ πίστη στὸν Χριστὸ μπαίνει μὲ τὸν θάνατό του σὲ μία νέα προοπτικὴ ἀθάνατης καὶ οὐράνιας ζωῆς. Αὐτὸ λοιπὸν πού ἴσχυσε γιὰ τὴν Παναγία, αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ κάθε πιστὸ πού δέχεται καὶ ἐφαρμόζει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ· ἰσχύει γιὰ κάθε πιστὸ πού σαρκώνει στὴ ζωὴ του τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ μιμεῖται τὴν ταπείνωση τῆς Παναγίας. Ἀλλὰ καὶ ὅπως μὲ τὴν Παναγία πραγματοποιήθηκε «ἐφάπαξ» ἡ κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει σὲ κάθε ἄνθρωπο ἡ κατὰ πνεῦμα γέννησή του, ἔτσι συντελέσθηκε μὲ αὐτὴν ἡ μετάστασή της στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει γιὰ κάθε ἄνθρωπο ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ μετάστασή του στὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Υἱοῦ της.

Ἡ θεώρηση τοῦ θανάτου ὡς κοιμήσεως ἢ ὡς φαινομένου πού μεταφέρει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν παροῦσα πραγματικότητα στὴν μέλλουσα, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωὴ σὲ μιὰν ἄλλη ζωή, καὶ μάλιστα σὲ μιὰ ζωὴ ἀνώτερη καὶ πιὸ ἀληθινή, ὅπως πιστεύει ἀκράδαντα καὶ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, ὑπῆρχε ὡς ὑποψία στον καθημερινῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν πρώτη ἐπιστολὴ του γράφει: «Ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι ἔχουμε περάσει ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν ζωή, γιατί ἀγαπᾶμε τοὺς ἀδελφοὺς μας·ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ τὸν ἀδελφό του παραμένει στὸν θάνατο» (Α΄ Ἰω.3, 14).

Μὲ τὴν ἀγάπη ἀνασταίνουμε τούς ἄλλους μέσα μας, ἔστω καὶ ἂν αὐτοὶ ἔχουν ἀπὸ καιρὸ πεθάνει. Ὅπως καὶ αὐτοὶ πού μᾶς ἀγαποῦν μᾶς ἔχουν μέσα τους ζωντανοὺς ὄχι μόνο πρὶν ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν θάνατό μας.

Ἡ γιορτὴ λοιπὸν τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας εἶναι γιορτὴ τῆς ἀναστάσεώς της καὶ προάγγελός τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. Καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ λαὸς μας χαρακτηρίζει τὴν σημερινὴ γιορτὴ ὡς «καλοκαιρινὸ Πάσχα». Μὲ τὸ «ἀνοιξιάτικο Πάσχα» γιορτάζουμε τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τὴν νίκη του ἐναντίον τοῦ θανάτου, πού ἄνοιξε στὸν κόσμο τὴν ὁδὸ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.

Μὲ τὸ «καλοκαιρινὸ Πάσχα» γιορτάζουμε τὴν πορεία τῆς Μητέρας τοῦ Χριστοῦ μας, τῆς Παναγίας, ἐπάνω στὴν ὁδὸ πού ἄνοιξε ὁ Υἱός της, ὁ Χριστός, γι’ αὐτὴν καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.

Μὲ τὸ ἀνοιξιάτικο καὶ τὸ καλοκαιρινὸ Πάσχα θεμελιώνεται καὶ ὑποδηλώνεται στὸν κάθε Χριστιανὸ τὸ αἰώνιο Πάσχα, ἡ αἰώνια ἀνάσταση, πού προσφέρεται στὸν καθένα καὶ μπορεῖ νὰ βιωθεῖ ἀπὸ τὸν καθένα ὄχι μόνο ὡς προσδοκία, ἀλλὰ καὶ ὡς καθημερινὴ ἐμπειρία ζωῆς, ὡς ἐμπειρία ἀγάπης.

ΠΗΓΗ: https://www.imaik.gr/