Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Οι Όσιοι Διονύσιος και Μητροφάνης (+ 9 Ιουλίου)

 

Face
Μωυσής Αγιορείτης

1. Όσιος Διονύσιος ο Ρήτωρ (+1606)

Γεννήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνος. Έλαβε μεγάλη μόρφωση και γι’ αυτό του δόθηκε η επωνυμία του Ρήτορος. Μοναχός έγινε στην περίφημη μονή του Στουδίου. «Τελειοτέρας γλιχόμενος εν ησυχία ζωής, ανεχώρησεν εις το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».

Στην αρχή κατοίκησε στην σκήτη των Καρυών, έπειτα στη σκή­τη της Αγίας Άννης και τέλος στην ερημική περιοχή, όπου σήμε­ρα η σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης. Εκεί, μαζί με τον μαθητή του όσιο Μητροφάνη, ασκήθηκαν μέσα σε σπήλαιο, που σήμερα δια­μορφώθηκε σε ναό, για όλη τους τη ζωή. Θεωρούνται οι πρώτοι οικήτορες της σκήτης και τιμώνται ιδιαίτερα.

MAA-Spilaio_13

Ο θεοφώτιστος όσιος Διονύσιος, «συντονωτάτη κεχρημένος ησυ­χία και ασκήσει, ήρθη εις ύψος μυστικών θεωριών, και επλήσθη των αΰλων του Παρακλήτου ελλάμψεων, υπελθών τον άδυτον της χάριτος γνόφον. Και περιώνυμος εν λόγοις οφθείς, και εξακουστός εν ποικίλη σοφια και γνώσει, και ασφαλής υφηγητής πάσι μονασταίς και ασκηταίς, την δοθείσαν αυτώ χάριν, πολλαπλώς εκ χειλέων έβλυζεν, ως θείος διδάσκαλος, και εν δέλτοις ιεροίς διεχάραττε, ποθει­νότατος πάσι γεγονώς».

Η φήμη της αρετής του έφθασε μακρυά από τον ιερό Άθωνα. Στη βιβλιοθήκη της σκήτης της Αγίας Άννης σώζεται ιδιόγραφος κώδικάς του, καθώς και το Ψαλτήριο που χρησιμοποιούσε καθη­μερινώς. Ο όσιος περιγράφεται, «κατά τον τύπον του σώματος και την μορφήν, ικανώς εις ύψος εκτεινόμενος· είχε κεφαλήν μεγάλην και οιονεί τετράγωνον· παρειάς πλατείας· μέτωπον υψηλόν και πλα­τύ· μύστακα παχύν, προς τα κάτω νεύοντα· γενειάδα πλατείαν, τε­τράγωνον, μικρόν διχαζομένην και καθιμένην άχρι του στήθους· τρί­χωμα υπόλευκον· ην ημιφαλακρός, την επιδερμίδα σιτόχρους, και χαρακτήρ μεγαλοπρεπής… ».

Μέχρι τέλους αγωνιζόμενος ανεπαύθη εν ειρήνη στο σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα σώζεται, και το 1956 ανοικοδομήθηκε ωραίος ναός, όπου τιμάται πανηγυρικά με τον όσιο μαθητή του. Ο υμνογράφος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης υπήρξε συνθέτης της Ακολουθίας και του βίου τους και οικήτορας του τόπου των αγωνισμάτων τους.

 Η μνήμη του οσίου Διονυσίου του Ρήτορος τιμάται στις 9 Ιου­λίου.

2. Όσιος Μητροφάνης (+ αρχές 17ου αι.)

Πιστός μαθητής και συνασκητής του όσιου Διονυσίου του Ρήτορος. Έζησαν ασκητικώς στο μέχρι σήμερα σωζόμενο σπήλαιο στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης.

Με την ευλογία του Γέροντά του, κατόπιν προσκλήσεως, κρίθηκε άξιος ο όσιος Μητροφάνης να εξέλθει στα πλησιόχωρα του Αγίου Όρους, για εξομολόγηση και διόρθωση των χριστιανών της Χαλκιδικής. Στο χωριό Ίσβορος (σημερινά Στρατονίκη της Χαλκιδικής) συνάντησε τον ευλαβή χριστιανό Δημήτριο, που είχε δει τις ήμερες εκείνες θαυμαστή οπτασία περί της αιωνίου ζωής, την οποία κα­τέγραψε ο όσιος και έτσι διασώθηκε προς ωφέλεια πολλών μέχρι σήμερα. Στις ήμερες μας κτίσθηκε ναός προς τιμή του οσίου στη Στρατονίκη.

Ο όσιος Μητροφάνης «ήτο κατά τον τύπον του σώματος μέτριος, έχων κεφαλήν στρογγύλην, κόμην παχείαν, μέλαιναν, γενειάδα στρογ­γύλην, μικράν, τρίχωμα ούλον, ωσαύτως οφρύας και οφθαλμούς στρογ­γύλους· ην ημιφαλακρός. μετ’ επιδερμίδος επί το λευκότερον, και γενικώς μελανόθριξ, ομοιάζων και ούτος τω αγίω Νικολάω, πλην της ηλικίας και της χροιάς του τριχώματος· ην γαρ τη ηλικία νεώτερος, έχων το τρίχωμα μέλαν».

Ανεπαύθη λίγο μετά την κοίμηση του οσίου διδασκάλου του, μετά του οποίου συντιμάται στις 9 Ιουλίου.


(Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, έκδ. Μυγδονία 2008, σ. 423-425).
https://www.pemptousia.gr/2014/07/i-osii-dionisios-ke-mitrofanis-9-io/

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Όσιος Ιωακείμ ο νέος ο θεοφόρος της Ιεράς Μονής των Νοτενών



 Ο Όσιος Ιωακείμ γεννήθηκε στα μέσα του 17ου αιώνα μ.Χ. (ή σύμφωνα με άλλες πηγές στα τέλη του 16ου αιώνα μ.Χ), στο χωριό Σκιαδά που βρίσκεται στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του όρους Ερύμανθος, στη περιοχή της σημερινής Τριταίας, της επαρχίας των Παλαιών Πατρών (Αχαΐα). Σε νεαρή ηλικία και παρά τη θέληση του, αρραβωνιάστηκε μια ευσεβή νέα, που καταγόταν από το ίδιο χωριό.


Ο Ιωακείμ όμως, φλεγόμενος του πόθου της μοναχικής ζωής, εγκατέλειψε γονείς και αρραβωνιαστικιά και έγινε μοναχός στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Δίβρη του νομού Ηλείας. Στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής ο Άγιος έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητας, ώστε κρίθηκε άξιος από τον Ηγούμενο της Μονής για να λάβει το μέγα αξίωμα της Ιεροσύνης. Ζώντας έτσι ταπεινά μέσα στην αδελφότητα, μετά την κοίμηση του Καθηγούμενου της Μονής, εκλέγεται Ηγούμενος.

Εν συνεχεία πήγε στη Μονή των Νοτενών, που βρίσκεται κοντά στη γενέτειρά του και τιμάται απ’ ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και έγινε Καθηγούμενος της. Δεν παρήλθαν, όμως, πολλά χρόνια και, φλεγόμενος από τον πόθο της ησυχίας, παραιτήθηκε από το αξίωμα του ηγουμένου, και αποσύρθηκε σε κάποιο σπήλαιο, που υπήρχε κοντά στο Μοναστήρι.

Στο μικρό εκείνο σπήλαιο, ο όσιος επιδόθηκε σε σκληρή άσκηση, με διαρκείς προσευχές, νηστείες και αγρυπνίες, υπομένοντας κάθε σκληραγωγία και στενοχώρια της ασκητικής πολιτείας, προκειμένου να καθαρίσει τον εαυτό του από τα πάθη και να γίνει εύχρηστο σκεύος του Αγίου Πνεύματος. Η τροφή του ήταν χυλός αλεύρου βρασμένου με μέλι, ή άγρια χόρτα βρασμένα.

Οι μεγάλοι του πνευματικοί αγώνες ήταν κρυφοί, γιατί φοβόταν ότι «η φανερή αρετή χάνεται, καθώς ο θησαυρός ο φανερός κλέπτεται». Έτσι όλες τις νύκτες κοιμόταν όρθιος, κρεμασμένος με σχοινιά από τις μασχάλες του, έχοντας εμπρός του ένα Τετραευάγγελο ανοικτό.

Αν και όταν εντελώς αγράμματος, εν τούτοις τόσο πολύ κατανοούσε την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των θείων Πατέρων, ώστε και ο τότε Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Παρθένιος Ε' (1750-56 και 1759-70 μ.Χ.), ο οποίος ήταν πολύ πεπαιδευμένος στην ελληνική σοφία, καταδεχόταν να πηγαίνει σ’ αυτόν και να τον συμβουλεύεται.

Έτσι, λοιπόν, ζούσε και αγωνιζόταν όλες τις ημέρες της ζωής του ο όσιος Ιωακείμ, έως ότου έφθασε «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. δ΄ 13), περί τα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ. Τότε, καταλαβαίνοντας την ώρα της εκδημίας του, κάλεσε τους πατέρες της Μονής και τους νουθέτησε πως να πολιτεύωνται και να ζουν εν ειρήνη, κατά το μοναχικό τους πολίτευμα. Έπειτα, αφού έκαμε το σημείο του Σταυρού, είπε: «Εἰς χεῖράς σου, Χριστέ, παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου», και έτσι απέπνευσε. Ενταφιάσθηκε ευλαβώς στον νάρθηκα του Ιερού ναού, στο μοναστήρι.

Τρία χρόνια μετά την κοίμηση του οσίου (ή σύμφωνα με άλλες πηγές δέκα χρόνια μετά), ο ανωτέρω Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών θέλησε να κάνει την ανακομιδή των Λειψάνων του. Ένας, όμως, από εκείνους που έσκαβαν, τραβώντας απρόσεκτα, έβγαλε κομμένο από τους ώμους το δεξιό χέρι του Οσίου με όλο το κρέας και το δέρμα του. Τότε εξεπλάγησαν όλοι και άρχισαν προσεκτικά να βγάζουν με τα δάκτυλα το χώμα από τον τάφο, έως ότου το υπόλοιπο σώμα του αγίου βγήκε όλο ακέραιο, πλήρες ευωδίας, και κατά κάποιον τρόπον στάθηκε όρθιο, όπως εκείνο του αγίου Σπυρίδωνος.

Λείψανο του Αγίου που βρίσκετε στο Ι.Η. Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος Μουρτερής



Τότε η φήμη του Ιερού Λειψάνου διαδόθηκε παντού και πολλοί χριστιανοί έτρεχαν σ’ αυτό, άλλοι μεν χάριν προσκυνήσεως, άλλοι δε για να ιατρεύσουν τα πάθη τους, και αμέσως λάμβαναν την θεραπεία τους. Και όχι μόνον οι χριστιανοί, αλλά και πολλοί τούρκοι πήγαιναν, και θεραπεύονταν από τον Άγιο.

Μετά από λίγα χρόνια, κατά την μεγάλη επιδρομή των Τουρκαλβανών στον Μωρέα, μετά την αποτυχημένη εξέγερση των Ορλωφικών (1770 μ.Χ.), «κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Κύριος», το ιερό Λείψανο διαλύθηκε και η Αγία Κάρα του Οσίου κλάπηκε μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα της Μονής.

Σήμερα στην Ιερά Μονή των Νοτενών σώζονται λίγα Λείψανα από το ιερό σκήνος του οσίου Ιωακείμ του Νέου, που ευωδιάζουν και κάνουν διάφορες θεραπείες στους πιστούς, ενώ εμπρός από το σπήλαιο, στο οποίο ασκήτευε, έχει οικοδομηθεί εκκλησία επ’ ονόματί του, όπου και η μνήμη τιμάται με λαμπρότητα στις 3 Ιουλίου.

https://www.saint.gr/664/saint.aspx


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

 


Σχετική εικόνα
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
      Η ρωσική Ορθοδοξία έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο νέφος αγίων, το οποίο κοσμεί το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ιδιαίτερα ανάδειξη αγίων έχουμε στα νεώτερα χρόνια, όταν η Ρωσική Εκκλησία είχε εισέλθει στις γνωστές ιστορικές της περιπέτειες. Ένα από τους σύγχρονους επιφανείς Ρώσους αγίους είναι και ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Επίσκοπος Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, της ορθοδόξου ρωσικής διασποράς.
      Γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ στη Νότια Ρωσία. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα και ήταν απόγονοι της ονομαστής αριστοκρατικής και ευσεβούς οικογένειας Μαξίμοβιτς. Μάλιστα ένα μέλος της οικογένειας, ο Ιωάννης Μαξίμοβιτς, υπήρξε ονομαστός Ιεράρχης, Επίσκοπος Τομπόλσκ, ο οποίος έγινε άγιος (εορτάζει στις 10 Ιουνίου) και το τίμιο λείψανό του, παραμένει άφθορο στην πόλη  Τομπόλσκ.
        Οι ευσεβείς γονείς του τον  μεγάλωσαν με την πίστη στο Θεό και την ευλάβεια στην Ορθοδοξία. Αλλά και ο ίδιος έδειχνε από μικρός μια ασυνήθιστη αγάπη για το Θεό και ισχυρή ροπή να ζει την εκκλησιαστική ζωή. Αν και φιλάσθενος, έτρωγε λίγο και τηρούσε όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Του άρεσε να συχνάζει στην Εκκλησία και όταν έπαιζε με τα στρατιωτάκια του τα έντυνε μοναχούς. Προσευχόταν με κατάνυξη πολλές ώρες, στεκούμενος όρθιος. Του άρεσε να συλλέγει εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και να διαβάζει βίους αγίων. Φρόντιζε δε να τους διηγείται στα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του. Με τον εαυτό του ήταν πολύ αυστηρός και εφάρμοζε με ακρίβεια τις εκκλησιαστικές και εθνικές παραδόσεις. Η παιδαγωγός του Γαλλίδα, εντυπωσιάστηκε τόσο από τη βίωση της Ορθοδοξίας του μαθητή της, του Μιχαήλ, με αποτέλεσμα να μεταστραφεί και να βαπτιστεί ορθόδοξη!   
      Στα 1907, σε ηλικία έντεκα ετών, οι γονείς του έστειλαν τον Μιχαήλ να σπουδάσει στην Στρατιωτική Σχολή της πόλης Πολτάβα. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε μαζί του τον σεβάσμιο Επίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ο οποίος ενθουσίασε τον Μιχαήλ και άσκησε μεγάλη επιρροή στην ψυχή του. Του ενέπνευσε ισχυρή πίστη στο Θεό. Σε κάποια στρατιωτική παρέλαση, ενώ περνούσε μπροστά από τον Καθεδρικό ναό της πόλεως, ο νεαρός Μιχαήλ έκαμε το σταυρό του, κάτι που απαγόρευε το στρατιωτικό πρωτόκολλο την ώρα της παρέλασης. Οι συμμαθητές του τον περιγέλασαν και οι καθηγητές αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν. Όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, που ήταν έφορος της σχολής πρότεινε να μην τιμωρηθεί, διότι διέγνωσε σ’ αυτόν βαθειά θρησκευτική πίστη.
      Στα 1914 αποφοίτησε από την στρατιωτική ακαδημία, αλλά επειδή δεν ήθελε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, εξεδήλωσε την επιθυμία να σπουδάσει Θεολογία, στη Θεολογική Σχολή του Κιέβου. Οι γονείς του αντέδρασαν και έτσι αναγκάστηκε να σπουδάσει νομικά και έτσι γράφηκε στη Νομική Σχολή.
       Το 1917 ξέσπασε η οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία και η χώρα κατελήφθη από τους αθέους μαρξιστές. Στα 1921 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος ανάγκασε πολλούς Ρώσους να καταφύγουν στο εξωτερικό. Μαζί με αυτούς, έφυγε και η οικογένεια του Μιχαήλ και εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία. Ο Μιχαήλ γράφηκε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ενώ παράλληλα πωλούσε εφημερίδες για να ζήσει.
      Μέσα του γεννήθηκε η επιθυμία να γίνει κληρικός και να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι το 1924 χειροθετήθηκε αναγνώστης από τον Επίσκοπο Αντώνιο της Ρωσικής Εκκλησίας στο Βελιγράδι. Δύο χρόνια μετά, το 1926, χειροτονήθηκε διάκονος και εκάρη μοναχός, με το όνομα Ιωάννης, στην Ιερά Μονή Μίλκοβ και εν συνεχεία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
      Το 1934 διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή  στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και στη συνέχεια εκλέχτηκε Επίσκοπος Σαγκάης. Στην αρχή αρνήθηκε, λόγω κάποιου προβλήματος στην ομιλία του. Όμως τελικά πείστηκε, διότι αυτό το θεώρησε κλήση από το Θεό, να εργαστεί για τον ευαγγελισμό της αχανούς ειδωλολατρικής χώρας της Κίνας.  Στις 21 Νοεμβρίου του 1934 έφτασε στην Σαγκάη, βρίσκοντας έναν ημιτελή ναό και ένα μικρό ποίμνιο διχασμένο από εθνικές έριδες. Ρίχτηκε με πάθος στον αγώνα να οργανώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατόρθωσε να μονιάσει τους πιστούς, αποτέλειωσε το ναό και  ίδρυσε ορφανοτροφείο, στο όνομα του Αγίου Τύχωνα του Ζαντίσκο, για τα ορφανά της περιοχής τα οποία δυστυχούσαν και πέθαιναν από εγκατάλειψη. Περιμάζεψε περισσότερα από 3.500!  Λειτουργούσε, κήρυττε και μετέστρεφε στην Ορθοδοξία πλήθος ανθρώπων.
     Όμως ξέσπασε η κομμουνιστική επανάσταση και άρχισε ένας απηνής διωγμός κατά της θρησκείας. Ο άγιος Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει, παίρνοντας μαζί του και τα ορφανά στις Φιλιππίνες και αργότερα στην Αμερική και στην Αυστραλία. Το 1951 βρίσκεται εγκατεστημένος στις Η.Π.Α. Οι εκεί Ρώσοι Επίσκοποι τον έστειλαν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Ο Ιωάννης δέχτηκε. Εκεί σημείωσε ένα αξιόλογο ποιμαντικό έργο, κάνοντας γνωστή την Ορθοδοξία στην Ευρώπη. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει τους Πατέρες και να συγγράψει τους βίους των Αγίων, πριν την απόσχιση του παπισμού από την Εκκλησία. Για πρώτη φορά γνώρισαν οι ευρωπαίοι τους αγίους της Ορθόδοξης Ανατολής και την ορθόδοξη πνευματικότητα.
     Το 1962 επέστρεψε στις Η.Π.Α. και εξελέγη Επίσκοπος του Σαν Φρανσίσκο, της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς. Εκεί επιτέλεσε ένα αξιοθαύμαστο ποιμαντικό έργο και έγιναν γνωστές οι αρετές του και η αγιότητά του. Στις 2 Ιουλίου 1966, συνόδευσε στο Σιάτλ των Η.Π.Α. τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, έμεινε στο Ιερό Βήμα προσευχόμενος για τρεις ώρες. Κατόπιν αποσύρθηκε στο δωμάτιό του να αναπαυθεί. Κάθισε σε μια πολυθρόνα. Εκεί τον άφησε ήρεμα την τελευταία του πνοή. Η αγιασμένη ψυχή του πέταξε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, που τόσο αγάπησε και πόθησε στην επίγεια ζωή του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ο άγιος είχε προγνώσει το θάνατό του. Λίγες μέρες πριν είχε στείλει επιστολή στις μοναχές της Λέσνα στη Γαλλία, στέλνοντας τις στερνές ευλογίες του. Το ιερό του σκήνωμα μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο, που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Έγινε ολονυκτία, με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών. Κατόπιν έγινε λιτανεία του Λειψάνου, το οποίο το σήκωσαν τα ορφανά που είχε φέρει από τη Σαγκάη. Ετάφη στο παρεκκλήσιο του υπογείου του Ναού, κάτω από το Ιερό Βήμα, στις 7 Ιουλίου το απόγευμα.
     Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής, υπό τον Αρχιεπίσκοπο του Σαν Φρανσίσκο Αντώνιο, έκαμαν την εκταφή και βρήκαν το ιερό λείψανό του σε θαυμαστή αφθαρσία! Στις 2 Ιουλίου του 1994 έγινε η αγιοκατάταξή του και ορίστηκε να τιμάται η μνήμη του στης 2 Ιουλίου.
    Ο άγιος Ιωάννης, επειδή ταξίδευε συχνά με αεροπλάνα, ανακηρύχτηκε προστάτης όσων ταξιδεύουν αεροπορικώς.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ

 



           «Αὐτός ὁ γενναιότατος νεομάρτυς Κωνσταντίνος ὑπῆρξε γέννημα καί θρέμμα τῆς νήσου ῞Υδρας, οἱ δέ γονεῖς του, Μιχαλάκης καί Μαρίνα, εὐσεβεῖς χριστιανοί, ἦταν ἁπλοί καί μέτριας κατάστασης ἄνθρωποι. ῞Οταν ὁ Κωνσταντίνος ἔγινε δεκαοκτώ ἐτῶν, πῆγε στήν Ρόδο καί ἐπισκεπτόταν συχνά τό κονάκι τοῦ ἡγεμόνα τῆς Ρόδου Χασάν Καπετάν. Αὐτό ὅμως ὁδήγησε σέ τραγωδία τόν Κωνσταντίνο, γιατί ὁ ἡγεμόνας βλέποντας τόν νέο προκομμένο καί ἔξυπνο ἔβαλε ὅλη τήν σπουδή του γιά νά διαστρέψει τήν γνώμη του καί νά τόν κάνει μουσουλμάνο. Καί πράγματι! Μέ διάφορες κολακεῖες καί μέ πολλά δῶρα ἔπεισε στό τέλος τόν ἁπαλό νέο καί ἀρνήθηκε δυστυχῶς τήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ καί δέχτηκε τήν πλανεμένη θρησκεία τῶν ᾽Αγαρηνῶν. Τρία χρόνια βρισκόταν στήν πλάνη αὐτή ὁ Κωνσταντίνος ὑπηρετώντας τόν ἡγεμόνα καί ἀπολαμβάνοντας κάθε δόξα καί μεγάλη τιμή κοντά του.

Φαίνεται ὅμως πώς ὁ νέος αὐτός ἦταν ἀγαθῆς ψυχῆς, γι᾽ αὐτό καί δέν στάθηκε ἀναίσθητος μπροστά στό κακό πού ἔπραξε. Δέν ἔμεινε μέχρι τέλους στήν πτώση του, ἀλλά ἄρχισε ἀμέσως νά ἐλέγχεται ἀπό τήν συνείδησή του ἀκατάπαυστα, ἄρχισε νά λυπᾶται, νά ἀναστενάζει, νά κλαίει, νά θρηνεῖ γιά τό μέγα κακό πού ἔπαθε. Γι᾽ αὐτό καί ὅσα χρήματα τοῦ τύχαιναν, ὅλα τά μοίραζε ἐλεημοσύνη στούς πτωχούς. ᾽Αγαποῦσε μάλιστα περισσότερο τούς χριστιανούς καί τιμοῦσε τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ μέ μεγάλη εὐλάβεια. Μία ἡμέρα δέ τόσο πολύ ἄναψε ἡ φωτιά τῆς θείας ἀγάπης μέσα του ὥστε ἀποφάσισε νά φανερωθεῖ καί νά ὁμολογήσει τήν πίστη πού ἀρνήθηκε, μπροστά στόν δικό του ἡγεμόνα. Κι ὄντως πρό πολλῶν χρόνων ὁ Κωνσταντίνος θά εἶχε λάβει τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἄν ὁ πνευματικός του πατέρας - στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε ὄλες τίς ἁμαρτίες του καί τοῦ ἀποκάλυψε τόν σκοπό του νά φανερωθεῖ - δέν τόν ἐμπόδιζε ἀπό τήν ἀπόφαση αὐτή, γιατί φοβήθηκε μήπως λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του δειλιάσει μπροστά στά βάσανα καί ἀρνηθεῖ γιά δεύτερη φορά τόν Χριστό. ῞Ομως τόν προέτρεψε νά πάει σέ ἄλλον τόπο καί ὅταν ἀνδρωθεῖ στήν ἡλικία τότε νά προχωρήσει στόν ἀγώνα τοῦ μαρτυρίου.

῾Υπάκουσε ὁ υἱός τῆς ὑπακοῆς Κωνσταντίνος κι ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλες τίς δόξες καί τίς τιμές πῆγε πρῶτα ἐπί τρία ἔτη στό λεγόμενο Κρίμι, ζώντας φανερά ὡς χριστιανός, κι ἔπειτα στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπί τῆς πατριαρχείας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε´, ἐκζητώντας θερμά ἔμπειρο πνευματικό πρός θεραπεία τῆς πληγωμένης του ψυχῆς, κάτι πού τό ἐπέτυχε. Σ᾽ αὐτόν τόν πνευματικό λοιπόν ἐξομολογήθηκε μέ συντριμμένη καί κατανυγμένη καρδιά ὅλες τίς ἁμαρτίες του καί μάλιστα τήν πρός Χριστό ἄρνησή του, καί κλαίγοντας πικρά γιά τήν συμφορά του ζητάει διόρθωση. ῾Ο πνευματικός τόν ὁδήγησε στόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος χάρηκε γιά τήν καλή του ἐπιστροφή, ἐνῶ νουθετώντας τον πατρικά νά μήν ἀπελπίζεται καί νά ἐλπίζει μόνο στήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ τόν ἀπέστειλε στό ῞Αγιον ῎Ορος γιά νά ἁρματωθεῖ μέ τίς εὐχές τῶν ἐκεῖ ὁσίων Πατέρων καί ἔτσι νά μπορέσει νά ἀντιπαλέψει καί νά νικήσει τόν διάβολο πού τόν εἶχε νικήσει προηγουμένως.

Στό ῞Αγιον ῎Ορος, στήν Μονή τῶν ᾽Ιβήρων συγκεκριμένα, ἔζησε ἐπί πέντε μῆνες, ὑπακούοντας στούς Πατέρες, ἐξομολογούμενος στούς πνευματικούς τῆς Μονῆς καί προστρέχοντας μέ κατάνυξη καί διάπυρη εὐλάβεια καθημερινά στήν Παναγία τήν Πορταΐτισσα, ἀπό τήν ὁποία ζητοῦσε νά τόν δυναμώσει καί νά ὑπομείνει ἀνδρείως ὑπέρ τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Υἱοῦ της τό μαρτύριο πού πρό πολλοῦ μελετοῦσε καί ποθοῦσε. Γιατί δέν μποροῦσε νά εἰρηνεύσει τήν συνείδησή του ἐνθυμούμενος τόν λόγο τοῦ Κυρίου ῾ὅστις μέ ἀρνήσεται ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς᾽. ῾Ο λογισμός αὐτός τόν κατέτρωγε σάν σκουλήκι μέσα του καί τόν φλόγιζε νά πορευθεῖ στό μαρτύριο τόσο, ὥστε παρ᾽ ὅλες τίς ἐνστάσεις τῶν πνευματικῶν τῆς Μονῆς ἐκεῖνος εἶχε πάρει τήν ἀπόφαση λέγοντας: ῾ὅπου ἀρνήθηκα τόν Χριστόν μου, ἐκεῖ πάλι ἔχω νά τόν ὁμολογήσω᾽. Μέ τίς εὐχές τελικῶς τῶν πατέρων ἀνεχώρησε ἀπό τό ῎Ορος καί πῆγε κατευθεῖαν στήν Ρόδο.

Στήν Ρόδο βρῆκε πνευματικό καί ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του. ᾽Αλλά παρ᾽ ὅλη τήν ἄρνηση τοῦ πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος κι αὐτός ὅπως οἱ ἄλλοι τοῦ ἔλεγε ὅτι ἀρκεῖ ἡ μετάνοιά του γιά τόν Κύριο, ἐκεῖνος τελικῶς μέ φλόγα στήν ψυχή του καί βαθύ ἔρωτα γιά τόν Χριστό προσευχήθηκε σ᾽ Αὐτόν, ζητώντας Του τήν βοήθεια γιά τήν πορεία στό μαρτύριο. Μπροστά πιά στόν ἡγεμόνα τῆς Ρόδου Χασάν Καπετάνου, τόν παλαιό κύριό του, ὁμολογεῖ τό ποιός εἶναι, καταθέτοντας τήν μαρτυρία του γιά τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς τόν ἀληθινό Θεό καί καλώντας τόν ἡγεμόνα νά μετανοήσει κι αὐτός γιά νά βρεῖ τήν σωτηρία του ἀπό τόν Κύριο. ῾Η ἀντίδραση τοῦ Χασάν Καπετάνου ἦταν ἡ ἀναμενόμενη: ἐνῶ στήν ἀρχή αἰφνιδιάζεται, γιατί δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει τόν παλαιό προστατευόμενο του πού φορᾶ τώρα καλογερικά ροῦχα, στήν συνέχεια τόν καλεῖ νά συνέλθει, τοῦ ὑπόσχεται καί πάλι τά παλαιά μεγαλεῖα του, ἐνῶ καταλήγει σέ ἀπειλές καί βασανιστήρια μπροστά στήν ἐπιμονή τοῦ Κωνσταντίνου.

Τά βασανιστήρια καί ὁ ἐγκλεισμός στήν φυλακή συνεχίζονται, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίζεται στόν ἅγιο μάρτυρα νά τοῦ θεραπεύσει ἐπανειλημμένως τίς πληγές, κάτι πού γίνεται ἀντιληπτό ἀπό πολλούς.  Στήν πρόσκληση μάλιστα πού ἀπευθύνει στό τέλος ὁ ἅγιος πρός τόν ἡγεμόνα, νά γίνει χριστιανός ἀκολουθώντας καί τούς δικούς του γονεῖς – γιατί προερχόταν ἀπό χριστιανική οἰκογένεια ὁ Χασάν - ἐκεῖνος μανιασμένος δίνει τήν ἐντολή τῆς ὁριστικῆς καταδίκης του: νά πεθάνει διά στραγγαλισμοῦ (ἀφοῦ προηγουμένως ὁ ἅγιος εἶχε ἀπορρίψει ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἑλλήνων νά τόν ἀπελευθερώσουν). ῾Ο στραγγαλισμός του συνοδεύθηκε ἀπό τραγικό τέλος τῶν δημίων του, ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας παρεχώρησε τό δικαίωμα νά παραλάβουν τό νεκρό καί βασανισμένο σῶμα του οἱ χριστιανοί ὥστε νά τό ἐνταφιάσουν κατά τά ἔθιμά τους.

Τά θαύματα πού ἔκτοτε ἔγιναν καί γίνονται εἴτε μέ τήν προσκύνηση τῶν ἁγίων λειψάνων του καί τῆς θήκης αὐτῶν εἴτε καί μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του εἶναι πάμπολλα. ῾Η μητέρα τοῦ ἁγίου ἐν τέλει προσερχόμενη στήν Ρόδο σάν ἐλάφι διψασμένο, γιατί ἔμαθε ὅτι ἐκεῖ ἐνταφιάστηκε ὁ ἅγιος υἱός της, ἔφερε τό ἅγιο λείψανό του στήν πατρίδα της καί πατρίδα τοῦ ἁγίου, κάτι πού συνεχίζεται μέχρι καί σήμερα».

῾Ο ἅγιος ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Κωνσταντίνος ἀνήκει στήν χορεία τῶν νεομαρτύρων, ἐκείνων δηλαδή τῶν μαρτύρων πού μαρτύρησαν κατά τά νεώτερα χρόνια, ἰδίως τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ἀπό τούς ᾽Αγαρηνούς κυριάρχους, χωρίς νά θεωροῦνται γι᾽ αὐτό λιγότερο ἅγιοι ἀπό ὅ,τι οἱ παλαιοί καί μεγάλοι μάρτυρες τῆς πρώτης ἐποχῆς τῆς ᾽Εκκλησίας.  Κι εἶναι ἀπό τά πρῶτα πού ἐπισημαίνει ὁ ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἁγίου, μεγάλος νεώτερος κι αὐτός πατέρας τῆς ᾽Εκκλησίας ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης. «᾽Εμπρός ὁ μελισσώνας τῶν μαρτύρων προϋπαντῆστε μέ χαρά αὐτόν πού φάνηκε στά τελευταῖα χρόνια, ἀλλ᾽ εἶναι ἴσος μέ ἐσᾶς κατά τήν ἄθληση». Πρόκειται πράγματι γιά μία ἀλήθεια πού ἐπανειλημμένως τονίζει ὁ ὅσιος Νικόδημος, γεγονός πού ἀποδεικνύει τήν διαχρονική ταυτότητα τῆς ᾽Εκκλησίας μέ τόν ἁγιοπνευματικό χαρακτήρα της.

Τό ἰδιάζον μέ τόν ἅγιο Κωνσταντίνο τόν ῾Υδραῖο εἶναι ὅτι ἀνήκει μέν στούς νεομάρτυρες, ἀλλά στούς λεγόμενους ἀρνησίχριστους ἀπό αὐτούς, δηλαδή σ᾽ ἐκείνους πού ἀρνήθηκαν σέ κάποια φάση τῆς ζωῆς τους τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἀλλά στήν συνέχεια μετανόησαν καί θέλησαν μέ τήν ζωή τους νά ξεπλύνουν τό μίασμα τῆς ἄρνησής τους. Κι ἐδῶ δημιουργήθηκε ἕνα διπλό ζήτημα. ᾽Αφενός τό ἄν ἡ ᾽Εκκλησία θά δεχόταν τήν «εἰσπήδησιν» στό μαρτύριο, τήν θεληματική δηλαδή καί αὐτόκλητη ἐπιδίωξη τοῦ μαρτυρίου, κάτι πού εἶχε καταδικαστεῖ στήν πρώτη ᾽Εκκλησία, ἀφετέρου τό ἄν μπορεῖ ἕνας ἀρνητής τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καί μετανοημένος ἀργότερα, νά ἐνταχθεῖ στίς δέλτους τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας καί νά τιμᾶται καί νά γεραίρεται ὅπως οἱ ἄλλοι γνωστοί μάρτυρες. ῾Ο ὅσιος Νικόδημος λοιπόν δίνει ἀπάντηση καί στά δύο.

Τό εἰσπηδητικό λεγόμενο μαρτύριο, καταδικασμένο μέν καταρχήν, γίνεται ἀποδεκτό στήν πράξη ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἐφόσον συντρέχουν οἱ κατάλληλες συνθῆκες: ἔχει ὑπάρξει ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ ἀπό χριστιανό, ὑπάρχει ἔπειτα ἡ βαθειά μετάνοιά του καί ἡ βεβαιωμένη ἀπόφασή του νά ξεπλύνει τήν ἄρνηση μέ τό αἷμα του καί μάλιστα στόν τόπο πού ἀρνήθηκε τήν πίστη του, ἔχει προηγηθεῖ γι᾽ αὐτό ἡ κατάλληλη ἑτοιμασία του ἀπό συγκεκριμένους πνευματικούς, τούς λεγόμενους ῾ἀλεῖπτες᾽ (πνευματικούς γυμναστές καί καθοδηγητές), οἱ ὁποῖοι δυναμώνουν τόν ὑποψήφιο μάρτυρα μέ τήν καθοδήγησή τους ὥστε νά μή δειλιάσει καί ἀρνηθεῖ γιά δεύτερη φορά τόν Κύριο. ῾Ο ὅσιος Νικόδημος μάλιστα ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς μεγάλους αὐτούς ἀλεῖπτες  πού ἔγιναν μάρτυρες καί τῆς μετάνοιας καί τοῦ ἁγιοπνευματικοῦ πόθου τέτοιων ἀνθρώπων.

Κι ἀπό τήν ἄλλη: ὁ ἴδιος ὅσιος εἶναι ὁ κατεξοχήν ὑποστηρικτής τῆς ἁγιότητας αὐτῶν τῶν νεομαρτύρων, φέρνοντας τό κατεξοχήν  καί πιό ἰσχυρό ἐπιχείρημα πού ὑπάρχει: τήν ἐπιβεβαίωσή τους ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. ῞Οπου ὁ Θεός ἐπιβραβεύει μέ τά θαύματα καί μέ τήν εὐωδία, λέει, ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά ἀρνηθεῖ; Γι᾽ αὐτό καί χρησιμοποιεῖ  πολύ σκληρή γλῶσσα γιά τούς ἀντιτιθέμενους στήν ἁγιότητα τῶν ἀρνησιχρίστων μαρτύρων, μιλώντας μέ τά παραδείγματα τῆς ἱστορίας: πρῶτος ἀρνησίχριστος ὑπῆρξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ποιός ἀρνεῖται τήν ἁγιότητα καί τήν ἀποστολικότητά του; Κι ἀκόμη τόν ἅγιο ᾽Ιάκωβο τόν Πέρση.  Ποιός ἐπίσης θά ἀρνηθεῖ τήν βεβαιωμένη ἁγιότητά του καί τήν παρρησία συνεπῶς πού ἔχει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;

Εἶναι περιττό βεβαίως νά ὑπενθυμίσουμε δύο ἀκόμη πράγματα: πρῶτον, ὅτι ἡ δύναμη τῆς μετανοίας καί ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου ἦταν καρπός κυρίως τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού βρῆκε ἀνταπόκριση ἀπό τήν καλή διάθεση τοῦ ἁγίου. ῞Ο,τι μεγαλειῶδες συνέβη δηλαδή στόν ἅγιο Κωνσταντίνο μετά τήν πτώση τῆς ἄρνησής του ὀφείλετο πρώτιστα στήν δύναμη τοῦ Θεοῦ μας καί ὄχι σέ ἕνα περίσσευμα δικῶν του ἐνεργειῶν. Τί καλό ἄλλωστε μπορεῖ νά ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι ἀπό  μόνοι μας; Κάθε τι καλό «ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν Φώτων» (ἅγιος ᾽Ιάκωβος).  ῾Η μνήμη σου, δυνατέ Κωνσταντίνε φάνηκε σάν λαμπρός ἥλιος... καί μᾶς ξεσήκωσε νά δοξολογήσουμε Αὐτόν πού σοῦ ἔδωσε τήν δύναμη στούς ἄθλους σου» (κάθισμα ὄρθρου). Καί δεύτερον, ποιητικό αἴτιο τοῦ ὅλου μαρτυρίου – μετανοίας καί ἀπόφασης θανάτου – μέ τό δεδομένο τῆς ὑποκινούσης χάρης τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου  πρός τόν Κύριο. ῎Οχι μόνο ἡ ἐκ Θεοῦ δύναμη, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ὑπάρξει ὅ,τι καλό στήν ἐπί γῆς πορεία του. Χωρίς τήν ἀγάπη ὡς ἀνταπόκριση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τίποτε δέν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα κι οὔτε ἀφήνει κάποιο σοβαρό στίγμα τῶν ἰχνῶν τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο τοῦτο. ῾Ο ὅσιος ὑμνογράφος ἰδιαιτέρως τό τονίζει: Κοίτα ὁ δυνατός στήν ψυχή νέος, κοίτα ὁ ἔνδοξος μάρτυρας, κοίτα πῶς σάν πρόβατο ἡμερότατο ὁ Κωνσταντίνος παρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά θάνατο λόγω τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ» (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

Ἡ ἀγάπη του αὐτή μάλιστα γιά τόν Χριστό κάνει τόν ὅσιο Νικόδημο νά τόν παραλληλίζει μέ τόν ἅγιο τῆς παράδοσης, τόν θερμουργό στήν πίστη καί τόν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ ἅγιο ᾽Ιγνάτιο τόν θεοφόρο. ῾Ο λυρισμός τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου γίνεται λυρισμός καί τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου διά γραφίδος τοῦ ὁσίου ὑμνογράφου: «Μάρτυς Κωνσταντίνε, μιμούμενος τόν ἱερό καί θεοφόρο ᾽Ιγνάτιο, ἔγραφες καθώς ἤσουν στήν φυλακή γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ στούς συμπολίτες σου: μή μέ ἐμποδίσετε, ἀλλά ἀφῆστε με νά πεθάνω γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου, Αὐτοῦ πού ὑπέμεινε γιά μένα τόν Σταυρό» (ὠδή δ´). Κι ἀκόμη ἐπί πλέον στό ἴδιο μῆκος κύματος: «Ποιό εἶναι γιά μένα τό χρυσάφι, ποιός εἶναι γιά μένα ὁ πλοῦτος, ἔδινες ὡς ἀπάντηση στούς τυράννους; Τί εἶναι γιά μένα τά φθαρτά ἀγαθά πού πλούσια μοῦ προτείνετε, πλάνοι, ἀπατεῶνες καί ἄφρονες; ῾Ο Χριστός εἶναι γιά μένα ἔναντι ὅλων ὁ ἔρωτάς μου, ὁ πιό μεγάλος καί ὡραῖος πόθος» (ὠδή δ´).

῾Ο ἅγιος Νικόδημος προβάλλει τόν νεομάρτυρα ὡς παράδειγμα ὅλων τῶν ἀρνησιχρίστων, λόγω τῆς μετανοίας πού ἐπέδειξε. «Μέ νόμιμο τρόπο ἔγινες παράδειγμα, πολύαθλε, κι ὁ βίος σου ἔγινε τύπος ὁλοκάρδιας μετάνοιας σέ ὅλους αὐτούς πού ἀρνήθηκαν τόν Χριστό. Διότι ὅπου ἀρνήθηκες τόν Χριστό, ἐκεῖ πάλι, ἅγιε, Τόν ὁμολόγησες μέ ἀνδρικό τρόπο» (ὠδή ε´). ᾽Αλλά ἀρνησίχριστοι δέν εἶναι μόνον αὐτοί πού ἀρνήθηκαν τόν Χριστό τήν ἐποχή τῶν ὅποιων διωγμῶν. ᾽Αρνησίχριστοι γινόμαστε κι ἐμεῖς, κάθε φορά πού ἀρνούμαστε νά ὑπακούσουμε στίς ἅγιες ἐντολές Του καί μάλιστα αὐτήν τῆς ἀγάπης. ῞Οταν γιά παράδειγμα δέν συγχωρῶ ἕναν συνάνθρωπό μου πού μέ ἀδίκησε, δέν γίνομαι κι ἐγώ ἀρνησίχριστος, ἀφοῦ ἀθετῶ τήν ἐντολή Του; Λοιπόν γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως εἶναι παράδειγμα μετανοίας ὁ ἅγιος Κωνσταντίνος καί τόν γεραίρουμε καί τόν δοξολογοῦμε ὅπου γῆς κι ἄν βρισκόμαστε.

https://pgdorbas.blogspot.com/2025/11/blog-post_59.html

Παράδειγμα μετανοίας! Άγιος Κωνσταντίνος ο Νεομάρτυς ο Υδραίος

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Η ΑΓΙΑ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΕΚΛΑ

 

Στο Αυλωνάρι Ευβοίας γίνετε μεγάλο παζάρι προς τιμήν της Αγίας, το οποίο διαρκεί δέκα μέρες. Το παζάρι γίνετε σήμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο της μνήμης της Αγίας, δηλαδή 24/9- 7/10. (σημείωση του μπλόγκ.)

«Η αγία Θέκλα καταγόταν από την πόλη του Ικονίου, η μητέρα της λεγόταν Θεόκλεια και ανήκε σε ευγενές και ένδοξο γένος. Κατηχήθηκε τον λόγο της πίστεως από τον μεγάλο απόστολο Παύλο, τον οποίο άκουσε να διδάσκει στο σπίτι του Ονησιφόρου. Όταν έγινε χριστιανή, ήταν δεκαοκτώ ετών και είχε μνηστευθεί τον Θάμυρη. Αφού περιφρόνησε τη φωτιά, στην οποία την έβαλαν, τη μητέρα της και τον μνηστήρα της, ακολούθησε τον Παύλο. Μετά από αυτά βρέθηκε στην Αντιόχεια, κι εκεί λόγω της πίστεώς της ρίχθηκε από τον Αλέξανδρο στα θηρία και σε ταύρους, προκειμένου να την κομματιάσουν. Από όλα όμως σώθηκε με τη χάρη του Θεού, οπότε άρχισε να περιέρχεται διάφορες πόλεις κηρύσσοντας το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, με αποτέλεσμα να φέρει στη χριστιανική πίστη πολλούς ανθρώπους. Ύστερα επανήλθε στην πατρίδα της, όπου αποσύρθηκε σε κάποια από τα βουνά της και ασκήτεψε μόνη της. Επιτέλεσε πολλά θαύματα στους ανθρώπους που την επισκέπτονταν, μέχρις ότου τελείωσε τη ζωή της, μπαίνοντας μέσα σ’  ένα βράχο που άνοιξε με τη δύναμη του Θεού για χάρη της. Όλος ο χρόνος της ζωής της  ήταν ενενήντα έτη».

Δεν είναι μόνον οι άνδρες που μπορεί να καυχώνται για τον πρώτο εν μάρτυσι, τον άγιο Στέφανο. Είναι και οι γυναίκες που αντιστοίχως έχουν την πρώτη μεταξύ των γυναικών μάρτυρα, την αγία Θέκλα, μεγαλομάρτυρα επίσης και ισαπόστολο. Η αγία αυτή κατέχει ιδιαίτερη θέση μεταξύ των αγίων και των μαρτύρων, όχι μόνον ως «σύναθλος Στεφάνου», αλλά και ως «συνόμιλος Παύλου». Διότι κ α ι από τον απόστολο Παύλο μεταστράφηκε και έγινε χριστιανή,  αλλά κ α ι τον ακολούθησε σε πολλές από τις περιοδείες του, δείχνοντας τέτοιο ανδρείο φρόνημα, ιδίως σ’  αυτά που υπέστη, που έκανε, κατά τον υμνογράφο,  την προμήτορα Εύα, η οποία υποτάχτηκε στα κελεύσματα του διαβόλου, να χαίρεται, γιατί βρέθηκε γυναίκα να υποτάσσει τον πονηρό. «Εύα χαίρει, καθορώσα γυναιξί τον όφιν υποπίπτοντα».

Ο υμνογράφος ιδιαιτέρως επιμένει στο γεγονός ότι η αγία, νεότατη στην ηλικία, ευθύς ως έγινε χριστιανή, άφησε τον μνηστήρα της, για να γίνει ακόλουθος του Παύλου και ευαγγελίστρια Χριστού. Η μεταστροφή της αυτή, από έγγαμος που επρόκειτο να γίνει, τελικώς να αφιερωθεί ως άγαμη στον Χριστό, δεν οφείλετο βεβαίως σε μία υποβάθμιση του γάμου. Κάτι τέτοιο δεν είναι χριστιανικό, αφού ο γάμος και η κατά Χριστόν παρθενία θεωρούνται εκ Θεού και ισάξιοι δρόμοι μέσα στην Εκκλησία, που ορθά ασκούμενοι εκβάλλουν στη βασιλεία του Θεού. Άλλωστε ο Θάμυρης ο μνηστήρας της ήταν ειδωλολάτρης και η σχέση τους είχε ξεκινήσει πριν γίνει η αγία χριστιανή, συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για γάμο, κατά τον τρόπο τον χριστιανικό. Η αγία απλώς, μπροστά στο νέο που ανοίχτηκε ενώπιόν της, τον Χριστό και τη Βασιλεία Του, θέλχτηκε από την αγάπη προς Εκείνον, τόσο που θεώρησε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίζει να ζει όπως και πριν. Μπροστά στο δίλημμα: μαζί με τον μνηστήρα της σε μία ζωή ειδωλολατρική ή μαζί με τον Χριστό ως χριστιανή, χωρίς δισταγμό προτίμησε το δεύτερο. Διότι κατενόησε ότι η αγάπη προς τον Χριστό ήταν πάνω από όλα. «Ο φιλών…τι υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» είπε ο Κύριος. Τα πράγματα θα ήταν ασφαλώς διαφορετικά, αν και ο Θάμυρης ήταν χριστιανός. Τότε θα συναγωνίζονταν για την απόκτηση της βασιλείας του Θεού. Ως ειδωλολάτρης όμως ο μνηστήρας δεν είχε πολλά περιθώρια να «επιβιώσει» πια στη σχέση αυτή. Ο υμνογράφος το επισημαίνει: «Μνηστευθείσαν Θαμύριδι, ο νυμφαγωγός σε Παύλος ηρμόσατο, τω νυμφίω ως αμώμητον, τω επουρανίω Θέκλα πάνσοφε». Δηλαδή, Θέκλα πάνσοφε, ο νυμφαγωγός Παύλος ένωσε εσένα, που ήσουν μνηστευμένη με τον Θάμυρη, σαν αγνή νύμφη με τον επουράνιο νυμφίο (Χριστό). Ποιος μπορεί να συγκριθεί με τον Χριστό και με την αγάπη Εκείνου; Η αγάπη προς τον Χριστό έκανε πια τη Θέκλα να θεωρεί παραλήρημα τα όποια λόγια που έλεγε ο Θάμυρης: «Θαμύριδος τα ρήματα, ώσπερ λήρον Μάρτυς εμυκτήρισας».

Αυτή η αγάπη προς τον Χριστό, ο πόθος της αγίας προς τον Δημιουργό της είναι εκείνο που επίσης διαπιστώνει ο υμνογράφος. Αν η αγία Θέκλα νίκησε τον ανθρώπινο έρωτα – νόμιμο κάτω από άλλες συνθήκες βεβαίως – αν νίκησε το φίλτρο προς τη μητέρα της, αν νίκησε όλες τις ηδονές που υπόσχεται η νεανική ηλικία, ήταν γιατί ακριβώς η καρδιά της κυριαρχήθηκε από τον νυμφίο της Χριστό. Όπως το σημειώνει και ο ποιητής: «ο πόθος του Ποιητού, των κτισμάτων ενίκα τους έρωτας». Κι είναι τούτο ό,τι επισημαίνουμε γενικώς στους αγίους μας: μπορούν να υπερβαίνουν όλα τα εμπόδια, μπορούν και φαίνονται υπεράνθρωποι και ήρωες, γιατί η αγάπη του Χριστού τους συνέχει. Σαν τον απόστολο Παύλο μπορούν και εκείνοι να λένε: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη, στενοχώρια, κίνδυνος, μαχαίρι; Ούτε θάνατος ούτε κάποια κτίση μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη Εκείνου». Αυτήν την αγάπη του Χριστού πρέπει να έχει και κάθε χριστιανός, αν θέλει να ζει ως χριστιανός. Και για να την αποκτήσει, πρέπει πρώτα από όλα να νιώσει την έλλειψή της στη ζωή του και να την ζητήσει από Εκείνον που τη χορηγεί: τον ίδιο τον Κύριο. Το πρόβλημα είναι ότι δεν την ζητάμε. Και δεν τη ζητάμε, γιατί δεν νιώθουμε την έλλειψή της. Και δεν νιώθουμε την έλλειψή της, γιατί άλλες αγάπες, του κόσμου τούτου, κατακλύζουν την ύπαρξή μας. Αγάπες όμως φθαρτές, που το μόνο που προσφέρουν είναι η θλίψη και ο θάνατος.  

https://pgdorbas.blogspot.com/2025/09/blog-post_24.html

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

Όσιος Ποιμήν ο Μέγας: Ο ποιμένας των ψυχών - Saint Poimen the Great: The pastor of souls

 

Ταις των δακρύων σου ροαίς, της ερήμου το άγονον εγεώργησας· και τοις εκ βάθους στεναγμοίς, εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας· και γέγονας φωστήρ τη οικουμένη, λάμπων τοις θαύμασιν, Ποιμήν Πατήρ ημών όσιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

 

Ο Όσιος Ποιμήν ο Μέγας (αββάς Ποιμήν) γεννήθηκε στην Αίγυπτο περί το έτος 340 μ.Χ. Μαζί με τα δύο του αδέρφια , Ανούβ και Παΐσιο, πήγε σε ένα από τα μοναστήρια της Αιγύπτου, όπου και οι τρεις δέχθηκαν τη μοναχική κουρά. Τ ' αδέλφια ήταν τόσο αυστηροί ασκητές που όταν η μητέρα τους πήγε στο μοναστήρι για να δει τα παιδιά της, αυτοί δεν βγαίναν από τα κελιά τους για να την δουν. Η μητέρα τους παρέμεινε εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και έκλαιγε. Τότε ο μοναχός Ποιμήν της είπε μέσα από την κλειστή πόρτα του κελιού: «Αν αντέξεις τον προσωρινό μας χωρισμό τώρα, τότε στην επόμενη ζωή θα μας δεις, αφού ευελπιστούμε στο Θεό, τον εραστή της ανθρωπότητας». Η μητέρα τους τότε ταπεινώθηκε και επέστρεψε στο σπίτι της.

Η φήμη για τα κατορθώματα και τις αρετές του μοναχού Ποιμήν εξαπλωθεί σε όλες τις εκτάσεις της χώρας. Κάποτε ο κυβερνήτης της περιοχής θέλησε να τον δει. Ο μοναχός Ποιμήν όμως, αποφεύγε τη φήμη, αιτιολογόντας το ως εξής: «Αν αρχίσουν οι αξιωματούχοι να έρχονται σε μένα με σεβασμό, τότε, επίσης, πολλοί από τους ανθρώπους θα αρχίσουν να έρχονται σε μένα και θα διαταράσσουν ησυχία μου, και εγώ θα στερηθώ τη χάρη της ταπεινοφροσύνης, την οποία βρήκα μόνο με τη βοήθεια του Θεού». Και έτσι έστειλε την άρνηση του στον αγγελιοφόρο. Για πολλούς από τους μοναχούς, ο μοναχός Ποιμήν ήταν ένας πνευματικός οδηγός και δάσκαλος -ένας αββάς. Και σημείωναν τις απαντήσεις του για να βωηθείσουν στη διαπαιδαγώγηση και των άλλων, εκτός από τον εαυτό τους. Μια φορά ένας μοναχός τον ρώτησε: «Θα πρέπει άραγε κάποιος μοναχός να καλύπτει με το πέπλο της σιωπής την αμαρτία μιας υπέρβασης ενός άλλου μοναχού, αν τύχει να τον δει να την πράττει;». Ο γέροντας απάντησε: «Αν εμείς μεμφόμαστε τις αμαρτίες των αδελφών μας, τότε ο Θεός θα μεμφθεί και τις δικές μας αμαρτίες, και αν εσύ δεις ένα αμαρτωλό αδελφό, να μην πιστέψεις στα μάτια σου και να ξέρεις, ότι η δική σου η αμαρτία είναι σαν δοκάρι, ενώ η αμαρτία του αδελφού σου είναι σαν σκλήθρα, και τότε θ' αποφύγεις τη στεναχώρια και τον πειρασμό για να τον κρίνεις». 
 

Ένας άλλος μοναχός στράφηκε προς τον άγιο, λέγοντας: «Αμάρτησα οικτρά και θέλω να αφιερώσω τρία χρόνια στη μετάνοια. Είναι ένα τέτοιο χρονικό διάστημα επαρκές;». Ο γέροντας απάντησε: «Αυτό είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα». Ο μοναχός συνέχισε να ρωτά πόσο χρονικό διάστημα μετάνοιας υπολόγιζε ο άγιος ότι θα είναι αναγκαίο γι αυτόν - ένα χρόνο ή σαράντα μέρες; Ο γέροντας απάντησε: «Νομίζω ότι αν ένας άνθρωπος μετανοήσει από τα βάθη της καρδιάς του και ξεκινούσε από μια σταθερή πρόθεση να μην επιστρέψει πλέον προς την αμαρτία, τότε ο Θεός θα δεχόνταν ακόμη και ένα τριήμερο μετάνοιας». Στην ερώτηση, για το πώς να απαλλαγούμε από επίμονες κακές σκέψεις, ο άγιος απάντησε: «Αν ένας άνθρωπος έχει από τη μία πλευρά τη φωτιά, και από την άλλη πλευρά ένα δοχείο με νερό, στη συνέχεια, αν αρχίσει να καίγεται από τη φωτιά, παίρνει νερό από το δοχείο και την σβήνει. Όπως και αυτή, οι κακές σκέψεις προτάθηκαν από τον εχθρό της σωτηρίας μας, που σαν μια σπίθα μπορούν ν' ανάψουν αμαρτωλές επιθυμίες μέσα στον άνθρωπο. Είναι αναγκαίο να σβήσουμε αυτές τις σπίθες με το νερό, που είναι η προσευχή και η λαχτάρα της ψυχής για το Θεό».

Ο αββάς Ποιμήν ήταν αυστηρός στη νηστεία και δεν έτρωγε για το διάστημα μιας εβδομάδας ή και περισσότερο. Αλλά στους άλλους, ο ίδιος συμβούλευε να τρώνε κάθε μέρα, χωρίς όμως να παραφουσκόνουν το στομάχι τους. Για κάποιο συγκεκριμένο μοναχό, ο οποίος επέτρεπε στον εαυτό του να τρώει μόνο κάθε επτά μέρες, αλλά ήταν πάντα θυμωμένος με έναν αδελφό, ο άγιος είπε: «Έχεις μάθει γρήγορα να τρως μόνο όταν περάσουν οι έξι ημέρες, αλλά δεν μπορείς να απόσχεις από την οργή ούτε ακόμη για μία μέρα». Στην ερώτηση, ποιο είναι καλύτερο - να μιλά κανείς ή να σιωπά, ο γέροντας είπε: «Αυτός που μιλά για λογαριασμό του Θεού, κάνει καλά, και αυτός που σιωπά για λογαριασμό του Θεού - και αυτός πράττει καλά». Και επιπλέον: «Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να φαίνεται ότι είναι σιωπηλός, αλλά αν η καρδιά του δικάζει τους άλλους, τότε είναι σαν να μιλάει διαρκώς. Όμως υπάρχουν και εκείνοι, που όλη την ημέρα μιλούν με τη γλώσσα τους, αλλά μέσα τους τηρούν σιωπή, αφού δεν κρίνουν κανέναν».

Ο άγιος, δήλωσε: «Για έναν άνθρωπο, είναι αναγκαίο να τηρεί τρεις βασικούς κανόνες: να φοβάται τον Θεό, να προσεύχεται συχνά και να κάνει καλές πράξεις για τους ανθρώπους». «Η κακία η ίδια δεν εξαφανίζει ποτέ την κακία. Αν κάποιος σου κάνει κακό, κάνε του καλό, και το δικό σου καλό θα κατακτήσει το δικό του κακό». Μια φορά, όταν ο αββάς με τους υποτακτικούς του κατέληξε σε ένα μοναστήρι της αιγυπτιακής ερήμου (αφού είχε τη συνήθεια να πηγαίνει από τόπο σε τόπο, έτσι ώστε να αποφεύγει τη δόξα από τους ανθρώπους), έγινε γνωστό στον ίδιο, ότι ο γέροντας που ζούσε εκεί είχε εκνευριστεί με την άφιξή του και επίσης ότι έτρεφε ζηλοτυπία απεναντί του. Για να ξεπεράσει την κακία του ο ασκητής, ο άγιος αναχώρισε μέσα στην έρημο μαζί με τους υποτακτικούς του για να τον βρει, πέρνοντας του τρόφιμα ως δώρο. Ο γέροντας αρνήθηκε να βγει για να τους συναντήσει. Κατόπιν αυτού, ο αββάς Ποιμήν είπε: «Εμείς δεν θα φύγουμε από εδώ, μέχρι να μας αφήσετε τον δούμε και να δώσουμε τα σέβη μας στο άγιο γέροντα», - και παρέμεινε να στέκεται στην πόρτα του κελιού κάτω από τον καυτό ήλιο. Βλέποντας αυτή την επιμονή και την έλλειψη κακίας εκ μέρους του αββά Ποιμήν, ο γέροντας τον υποδέχτηκε ευγενικά και είπε: «Είναι σωστά αυτά που έχω ακούσει για σας, αλλά βλέπω μέσα σου τις καλές πράξεις εκατό φορές ακόμη περισσότερο». Με αυτό το τρόπο ήξερε ο αββάς Ποιμήν να σβήνει την κακία και να δίνει το καλό παράδειγμα στους άλλους. Είχε άλλωστε και τόση μεγάλη ταπεινότητα, που συχνά με ένα αναστεναγμό έλεγε: «Θα ριχθώ κάτω σε αυτό το μέρος, κάτω εκεί που πετάχτηκε ο Σατανάς!»

Μια φορά, ήρθε στον άγιο ένας μοναχός από μακριά για να πάρει την καθοδήγησή του. Άρχισε να μιλάει για θέματα ύψιστα, δύσκολο να κατανοηθούν. Ο άγιος στράφηκε μακριά από αυτόν και ήταν σιωπηλός. Ο μοναχός έμεινε άναυδος όταν του εξήγησαν, ότι ο άγιος δεν ήθελε να μιλάει για τέτοια αιθέρια θέματα. Τότε ο μοναχός άρχισε να τον ρωτά για τον αγώνα με τα πάθη της ψυχής. Ο άγιος στράφηκε προς τον μοναχό με χαρούμενο πρόσωπο: «Τώρα μιλάς καλά, και πρέπει να μιλήσω γιατί αυτά χρειάζονται απάντηση», - και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον καθοδηγούσε, ως προς το πώς πρέπει κανείς να αγωνιστεί με τα πάθη και να τα κατακτήσει.

Ο αββάς Ποιμήν πέθανε στην ηλικία των 110 χρόνων, περί το έτος 450. Σύντομα μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε ως άγιος και έλαβε τον τίτλο «ο Μέγας» - ως ένδειξη της μεγάλης ταπεινότητας, σεμνότητας, ευθύτητας,αυταπάρνησης και της υπηρεσίας του προς τον Θεό.

Η μνήμη του Οσίου Ποιμήν του Μεγάλου εορτάζεται στις 27 Αυγούστου.



By a flood of tears you made the desert fertile, and your longing for God brought forth fruits in abundance. By the radiance of miracles you illumined the whole universe! Our Father Pimen, pray to Christ God to save our souls!

Apolytikion of Saint Poimen the Great

Saint Poimen the Great (Abba Poimen) was born in about the year 340 in Egypt. With his two brothers, Anubios and Paisios, he went into one of the Egyptian monasteries, and all three accepted monastic tonsure. The brothers were such strict ascetics that when their mother came to the monastery to see her children, they did not come out to her from their cells. The mother stood there for a long time and wept. Then the Monk Poimen said to her through the closed door of the cell: "If thou bearest with the temporal parting from us now, then in the future life wilt thou see us, since we do hope upon God the Lover-of-Mankind!" The mother was humbled and returned home.

Fame about the deeds and virtues of the Monk Poimen spread throughout all the land. One time the governor of the district wanted to see him. The Monk Poimen, shunning fame, reasoned thus: "If dignitaries begin coming to me with respect, then also many of the people will start coming to me and disturb my quiet, and I shalt be deprived of the grace of humility, which I have found only with the help of God." And so he relayed a refusal to the messenger. For many of the monks, the Monk Poimen was a spiritual guide and instructor. And they wrote down his answers to serve to the edification of others besides themselves. A certain monk asked: "Ought one to veil over with silence the sin of a transgressing brother, if perchance one see him?" The elder answered: "If we reproach the sins of brothers, then God will reproach our sins, and if thou seest a brother sinning, believe not thine eyes and know, that thine own sin is like a wood-beam, but the sin of thy brother is like a wood-splinter, and then thou wilt not come into distress and temptation." Another monk turned to the saint, saying: "I have grievously sinned and I want to spend three years at repentance. Is such a length of time sufficient?" The elder answered: "That is a long time." The monk continued to ask how long a period of repentance did the saint reckon necessary for him -- a year or forty days? The elder answered: "I think that if a man repenteth from the depths of his heart and posits a firm intent to return no more to the sin, then God would accept also a three-day repentance." To the question, as to how to be rid of persistent evil thoughts, the saint answered: "If a man has on one side of him fire, and on the other side a vessel with water, then if he starts burning from the fire, he takes water from the vessel and extinguishes the fire. Like to this are the evil thoughts, suggested by the enemy of our salvation, which like a spark can enkindle sinful desires within man. It is necessary to put out these sparks with the water, which is prayer and the yearning of the soul for God."


The Monk Poimen was strict at fasting and did not partake of food for the space of a week or more. But others he advised to eat every day, only but without eating one's fill. For a certain monk, permitting himself to partake of food only on the seventh day but being angry with a brother, the saint said: "Thou wouldst learn to fast over six days, yet cannot abstain from anger for even a single day." To the question, which is better -- to speak or be silent, the elder said: "Whoso doth speak on account of God, doeth well, and whoso is silent on account of God -- that one doth act well." And moreover: "It may be, that a man seems to be silent, but if his heart doth judge others, then always is he speaking. But there are also those, who all the day long speak with their tongue, but within themself they do keep silence, since they judge no one."

One time, when the monk with his students arrived at an Egyptian wilderness-monastery (since he had the habit to go about from place to place, so as to shun glory from men), it became known to him, that the elder living there was annoyed at his arrival and also was jealous of him. In order to overcome the malice of the hermit, the saint set off to him with his brethren, taking along with them food as a present. The elder refused to come out to them. Thereupon the Monk Poimen said: "We shall not depart from here, until we are granted to see and pay respect to the holy elder," -- and he remained standing in the bright heat at the door of the cell. Seeing such perseverance and lack of malice on the part of the Monk Poimen, the elder received him graciously and said: "It is right what I have heard about you, but I see in you the good deeds and an hundred times even more so." Thus did the Monk Poimen know how to extinguish malice and provide good example to others. He possessed such great humility, that often with a sigh he said: "I shalt be cast down to that place, whither was cast down Satan!"

One time there came to the saint a monk from afar, to get his guidance. He began to speak about sublime matters difficult to grasp. The saint turned away from him and was silent. To the bewildered monk they explained, that the saint did not like to speak about lofty matters. Then the monk began to ask him about the struggle with passions of the soul. The saint turned to him with a joyful face: "Here now thou well hath spoken, and I must speak for it needs answer," -- and for a long while he provided instruction, as to how one ought to struggle with the passions and conquer them. The saint said: "For a man it is necessary to observe three primary rules: to fear God, to pray often and to do good for people." "Malice in turn never wipes out malice. If someone doeth thee bad, do them good, and thine good will conquer their bad."

The Monk Poimen died at age 110, in about the year 450. Soon after his death he was acknowledged as a saint pleasing to God and received the title "the Great" -- as a sign of his great humility, modesty, uprightness, and self-denying service to God.

The memory of Saint Poimen the Great is celabrated on August 27.

https://o-nekros.blogspot.com/2013/08/saint-poimen-great-pastor-of-souls.html

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

Μύρο και αίμα

Ο άγιος Δημήτριος, ένας άγιος που έχει τη χάρη του μαρτυρίου και τη δόξα της αγνότητας δεν μπορεί παρά ιδιαίτερα να μας συγκινεί.

Με τη νιότη του αγγίζει τα νιάτα.

Με τη ζωή του χαράζει δρόμους ζωής.

Με την πίστη του εμπνέει τους πιστούς.

Με το μαρτύριό του ανοίγει σ’ όλους έναν καινούργιο ορίζοντα, όπου το φως της αιωνιότητας αποκαλύπτει την πραγματική διάσταση της καθημερινότητας.

Γεννήθηκε στα τέλη του 3ου μ. Χ. αιώνα στη Θεσσαλονίκη κι ανατράφηκε σε οικογένεια επίσημη κι αριστοκρατική. Βαπτίστηκε νωρίς χριστιανός, και νεαρός αναδείχτηκε διδάσκαλος του ευαγγελίου. Το αληθινό του μεγαλείο όμως δεν θα το βρούμε στους τίτλους του αλλά σε δύο στοιχεία που αναβλύζουν από τη ζωή του και αρδεύουν την Ορθοδοξία το μύρο και το αίμα, που πρόσφερε στον Χριστό. Μέσα σ’ αυτά κλείνεται σαν σε πολύτιμες φιάλες το απόσταγμα της ύπαρξης του Δημητρίου, που παίρνει η Εκκλησία και κερνά μ’ αυτό τους πιστούς.

Γνώρισμα λαμπρό του αγίου είναι η παρθενία, που άσκησε με μία τέλεια αφιέρωση στον Θεό. Ο Δημήτριος κράτησε καθαρή τη σκέψη και την καρδιά του, αγνό το σώμα του και αγία την ψυχή του, δοσμένη ολοκληρωτικά στον Κύριο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλα¬μάς τον χαρακτηρίζει όσιο, παρθένο, πάγκαλο και παναμώμητο.

Δεν ήταν βέβαια μοναχός ούτε κληρικός. Παρέμεινε λαϊκός και είχε έργο του κύριο το κήρυγμα και τη διδασκαλία του ευαγγελίου. Προικισμένος με διδακτικό χάρισμα, συγκέντρωνε πλήθη Θεσσαλονικέων στη Χαλκευτική στοά και με παρρησία, «απτοήτω γλώσση» κατά τον Λέοντα Σοφό, ευαγγελιζόταν στον ειδωλολατρικό κόσμο τή βασιλεία του Θεού.

Κατέστησε έτσι τον εαυτό του ο άγιος σκεύος ευωδιαστό, που ανέβλυζε την οσμή της ζωής στους γύρω του (Β’ Κο 2,14.16). Κι όταν αργότερα οι χριστιανοί βρέθηκαν μηρός στο αγιασμένο νερό του πηγαδιού, μέσα στο οποίο ρίχτηκε το νεκρό σώμα του Μάρτυρα, αυθόρμητα συνεδύασαν το μύρο του τάφου με την ευωδία της αγνότητας και το είδαν ως σύμβολο παρθενίας. Σχολιάζει εμπνευσμένα ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας προσφωνώντας τον Δημήτριο: «Ω συ, που δεν φάνηκες μόνο ο ίδιος ευωδία Χριστού, αλλά και στους άλλους ανθρώπους συνιστούσες το «κενωθέν μύρον»· ω συ, που άφησες πρώτα μεν αίμα, τώρα δε μύρο απ’ τις πληγές σου η μάλλον και τώρα όχι λιγότερο από πριν αίμα διότι το σώμα σου, που πληγώθηκε από χτυπήματα και τραύματα τότε, ανέβλυσε μύρο. Επειδή καθόλου δεν του έλειπε η καθαρότητα και η αγνότητα και η παρθενία, μετέσχε κι αυτό στην ευωδία του πνεύματος το αίμα κατέστη το ίδιο μύρο».

♦ Αν το μύρο συμβολίζει την παρθενία του Δημητρίου,

♦ το αίμα δηλώνει το μαρτύριο του.

Ο άγιος υπήρξε παρθένος αλλά και ομολογητής· υπήρξε διδάσκαλος αλλά και αθλητής. Ομολόγησε την πίστη του μπροστά στον αυτοκράτορα του ρωμαϊκού κράτους -που βρέθηκε εκείνες τις μέρες στη Θεσσαλονίκη επιστρέφοντας από μία εκστρατεία- και άθλησε για το όνομα του Χριστού παλεύοντας με το θάνατο. Υπακούοντας στην προτροπή του αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο, πρώτος αυτός γεύθηκε τους καρπούς της διδασκαλίας του, το μαρτύριο, δηλαδή, και τη δόξα του, όπως ο καλός γεωργός μεταλαμβάνει πρώτος από τους καρπούς των κόπων του (Β’ Τι. 2,6). Φυλακισμένος μέσα στα λουτρά και αποδυτήρια του σταδίου, λογχίστηκε μόλις έγινε γνωστό όχι «ο Θεός του Δημητρίου» βοήθησε τον Νέστορα να νικήσει τον φοβερό μονομάχο Λυαίο. Το σώμα του ρίχτηκε μέσα σ’ ένα πηγάδι των λουτρών και το αίμα του πορφύρωσε το νερό μεταβάλλοντάς το σε μύρο.

Άλλα το μύρο και το αίμα του Δημητρίου θα έμενε περιβεβλημένο μόνο με ανθρώπινη αίγλη, αν το περιορίζαμε στο πλαίσιο μιας απλής θυσίας, μεγαλειώδους οπωσδήποτε και ηρωικής, όπως είναι κάθε θυσία ανθρώπου για μία πίστη. Η θυσία όμως του αγίου έχει άλλες διαστάσεις, που ξεφεύγουν από τα μέτρα αυτού του κόσμου και την περιβάλλουν με φωτοστέφανο θεϊκό. Συντελείται ως μίμηση Θεού και επιτελείται εν αγάπη, «καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς και παρέδωκεν εαυ¬τόν υπέρ ημών πρόσφορου και θυσίαν τω Θεώ εις οσμήν ευωδίας» (Εφ 5,1-2). Έτσι, ενώ τα κόκκαλα των ηρώων στηρίζουν τις πατρίδες και τις κοινωνίες, που συντηρούν την ανθρωπότητα, τα λείψανα των μαρτύρων στηρίζουν τις αγίες τράπεζες, που τρέφουν με αιώνια τροφή τη φθαρτή μας φύση. Και ο Δημήτριος, ο «σοφώτατος εν διδαχαίς και στεφανίτης εν μάρτυσιν», δεν έκανε τίποτε λιγότερο παρά μιμήθηκε τον Χριστό.

«Μύρον εκκενωθέν όνομά σου» είναι το όνομα του αγαπημένου στο Άσμα ασμάτων (1,3), στο οποίο οι πατέρες ακούνε το γλυκύτατο όνομα του Ιησού. Είναι το μύρο που χύνεται στον κόσμο, ο οποίος αποπνέει δυσοσμία και αποσυντίθεται από την ασέβεια και τη διαφθορά. Χύνεται με το λόγο και τη διδασκαλία του ευαγγελίου και αλλάζει την ατμόσφαιρα, μες στην οποία αναπνέουν οι ψυχές, δημιουργεί μία καινή κι όμορφη κτίση, ξαναγεννά καινούργιο κι ωραίο τον άνθρωπο. Αυτό το μύρο είχε πάνω του ο Δημήτριος και μοσχοβολούσε. Αίμα έσταξε ο Υιός του Θεού πάνω στο σταυρό, όταν η λόγχη τρύπησε την πανάχραντη πλευρά του, και με το αίμα του μπολιάζει την ετοιμοθάνατη ανθρωπότητα και της δίνει ζωή, την αγιάζει, τη θεώνει. Κι ο Δημήτριος με τα λογχισμένα του μέλη αναζωγράφισε μπροστά μας το πάθος του Χριστού και στάζοντας από το αίμα του προσφέρθηκε σ’ Εκείνον που έχυσε το τίμιο αίμα του γι’ αυτόν. Έγινε μιμητής Χριστού, μυροβλύτης και μεγαλομάρτυρας, δόξασε τον Κύριο και τώρα δοξάζεται από αυτόν.

Σήμερα η εκκλησία της Θεσσαλονίκης μαζί με τους άλλους θησαυρούς της κράτα ολοζώντανο στη μνήμη και στη ζωή της τον Δημήτριο, που κι αυτός από τη «Χώρα των ζώντων» προσεύχεται για τα παιδιά της, όπως και για τα παιδιά όλης της Ορθοδοξίας.

Ζει τήν προστασία του σε ποικίλους κινδύνους, επικαλείται την πρεσβεία του και γιορτάζει μαζί του τις νίκες που της χαρίζει ο Θεός, όταν εν ονόματι Χριστού κα¬τατροπώνει αντίθεες και αντίχριστες δυνάμεις.

Χρειάζεται όμως να ακούει και τον «σοφό μάρτυρα», που δεν έπαυσε ποτέ να κηρύττει.

Χρειάζεται να μιμείται τον στρατιώτη του Χριστού, που κατεπάλαισε τον πονηρό. Το χρέος μας αυτό το συνοψίζει σε μία προτροπή του -προς τους θεσσαλονικείς ειδικά- ο Ισίδωρος, αρχιεπίσκοπος της πόλεως στα τέλη του 14ου αιώνα: «Εμείς, πατέρες και αδελφοί, που προεξάρχουμε σ’ αυτήν την πανήγυρη, ας μελετήσουμε τα μύρα του μυροβλύτου Δημητρίου και όπως εκείνα αναβλύζουν από τη θεία του σάρκα λόγω του αγιασμού και της καθαρότητας, έτσι κι εμείς να αρμόσουμε τους εαυτούς μας στην καθαρότητα και να τους ετοιμάσουμε, για να κατοικήσει μέσα μας το θείο Πνεύμα, ώστε να μπορέσουμε να πηγάσουμε άλλα μύρα ιερών χαρισμάτων».

Πηγή: Στεργίου Ν. Σάκκου, «Ο κατηχητής της Θεσσαλονίκης, Άγιος Δημήτριος» εκδ. Χριστιανική Ελπίς, Θεσ/νίκη 2004, σ. 103-109.

https://www.pemptousia.gr/2011/10/miro-ke-ema/

Τρίτη 2 Ιουλίου 2024

Ο Άγιος Αρτέμιος της Βέρκολα, ο 13χρονος άγιος της Ρωσίας


vekola 2Του Σπύρου Συμεών για την Romfea.gr


Στο χωριουδάκι της Βέρκολα στην βόρεια Ρωσία που βρίσκεται δίπλα από τον ποταμό Ντβίνα το 1532 γεννήθηκε ο μικρός Αρτέμιος από απλοϊκούς, χωρικούς και ευλαβείς γονείς.

Ο μικρός Αρτέμιος δεν ήταν σαν τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Ήδη από την ηλικία των 5 ετών διακρινόταν για την σιωπή την υπακοή του, την ταπεινότητα του αλλά και την αγνότητα του που ξεχώριζε από τα συνομηλικά παιδιά της περιοχής.

Ξαφνικά στις 23 Ιουνίου του 1545 σε ηλικία μόλις 13 ετών κι ενώ βοηθούσε σε γεωργικές εργασίες τον πατέρα του στο χωράφι ξαφνικά ξέσπασε καταιγίδα και χτυπήθηκε από κεραυνό.

Ο μικρός Αρτέμιος έπεσε στο έδαφος και το νήμα της επίγειας ζωής του κόπηκε ξαφνικά μέσα σε μια στιγμή.

Οι χωρικοί αυτό το γεγονός το εισέπραξαν ως τιμωρία του Θεού προς τον Αρτέμιο ίσως επειδή τον έβλεπαν ξεχωριστό και να μην μοιάζει με τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού και θεώρησαν ότι το παιδί δεν ήταν "φυσιολογικό" για αυτό και δεν το ενταφίασαν ούτε του απέδωσαν τις νεκρικές τιμές που είθισται μιας και ως δεισιδαίμονες το θεώρησαν κακό σημάδι.

Έριξαν το σεπτό άψυχο σωματάκι του στο δάσος χωρίς να το ενταφιάσουν και το σκέπασαν με κάποια κλαδιά.

Τα χρόνια πέρασαν και το γεγονός σχεδόν είχε ξεχαστεί μα και ο Θεός ήθελε να φανερώσει το πραγματικό του σχέδιο κι έτσι 32 χρόνια μετά το 1577 ο αναγνώστης του ναού του Αγίου Νικολάου της Βέρκολα ονόματι Καλλίνικος πηγαίνοντας στο δάσος να μαζέψει μανιτάρια όταν παρατηρησε ένα υπέρλογο φως να φωτίζει ένα σημείο του δάσους τόσο έντονα που του κίνησε την περιέργεια να δει περί τίνος πρόκειται.

Φτάνοντας στο σημείο που το φως κατέληγε αντίκρυσε έναν σωρό από κλαδιά και κάτω από αυτόν τον σωρό σαν έψαξε ήταν άφθαρτο το σεπτό σκήνωμα του 13χρονου Αρτεμίου.

Γεμάτος χαρά για αυτήν την ευλογία ενημέρωσε τον ιερέα και μετέφεραν το σκήνωμα στο χωριό. Το τοποθέτησαν σε ένα μικρό ξύλινο φέρετρο-λάρνακα και το εναπόθεσαν σε μια στοά του ναού κάπως παραμελημένο και χωρίς να ενδιαφερθούν.

Ο Θεός όμως και πάλι τους δίδει σημάδι ώστε να αναδείξει τον μικρό Άγιο Αρτέμιο για τον οποίο δεν γνωρίζουμε και πολλά για την επίγεια ζωή του.

Μεγάλος λοιμός πέφτει σε όλη την περιοχή και σημειώνονται πολλοί θάνατοι και ιδιαιτέρως γυναικόπαιδων.

Για άγνωστο λόγω ένας άνδρας που έβλεπε το παιδί του να αργοπεθαίνει από την ασθένεια που είχε χτυπήσει την περιοχή σπεύδει στην εκκλησία κι από εκεί στην στοά που βρισκόταν το σεπτό σκήνωμα του Αγίου Αρτεμίου. Εκεί παρακάλεσε κλαίγοντας τον Άγιο Αρτέμιο να μεσσιτεύσει για να γίνει καλά ο γιος του και να πάψει εκείνη η ολέθρια επιδημία. Ήταν σίγουρος πως ο άγιος Αρτέμιος θα πραγματοποιούσε την ικετευτική του αυτή επιθυμία.

Φεύγοντας πήρε σαν ευλογία μέσα από την μικρή ξύλινη λάρνακα που είχαν τοποθετήσει το άφθαρτο σκήνωμα κάποια φύλλα και κλαδάκια από εκείνα τα οποία σκέπαζαν το σκήνωμα του Αγίου στο δάσος.

Με τα φύλλα και τα κλαδάκια αυτά ευλόγησε το παιδί του και έγινε καλά αμέσως ενώ η ασθένεια εξαλείφθηκε με θαυμαστό τρόπο αναδεικνύοντας τον μικρό Αρτέμιο ως Άγιο μετά την δεύτερη φανέρωση αυτή του Θεού.

Τότε οι χωρικοί κατάλαβαν το σημάδι του Θεού και έσπευσαν στον ταπεινό ναό του χωριού όπου προσκυνούσαν τον μικρό Άγιο Αρτέμιο και του ζητούσαν να μεσσιτεύει για την απαλλαγή των ίδιων από τα δεινά τους.

Θεραπείες ασθενών και θαυμαστά γεγονότα έκαναν τον ιερέα να αφιερώσει έναν χώρο στον Άγιο Αρτέμιο και να τοποθετήσει το σκήνωμα του σε περίλαμπρη λάρνακα, ενώ τις σανίδες από την προηγούμενη ταπεινή λάρνακα του Αγίου τις αγιογράφησαν με εικόνες του Αγίου και με απεικόνιση θαυμάτων του και συνέλεξαν με προσοχη όλα τα φύλλα και τα κλαδάκια τα οποία τα χρησιμοποιούσαν σαν φυλαχτά ευλογίας τα οποία επιτελούσαν θαύματα οάσεων ασθενών.

Μάλιστα κάποιες από τις εικόνες αυτές του αγίου επιτέλεσαν θαυμαστά γεγονότα σε όποια μέρη κι αν πήγαν.

Το 1619 ο μητροπολίτης Νόβγκοροντ Μακάριος έφτασε στο μικρό χωριουδάκι όπου εξέτασε το λείψανο του Αγίου και αφότου άκουσε με προσοχή όλες τις διηγήσεις κατάλαβε ότι πρόκειται για φανέρωσις Αγίου και έδωσε ευλογία να μεταφερθεί η Λάρνακα στον ναό και να τιμάται ως άγιος ενώ ξεκίνησε και η έγγραφη καταγραφή των θαυμάτων που επιτελούνταν.

Τον 17ο αιώνα συντάχθηκε ακολουθία για τον μικρό Άγιο Αρτέμιο. Ενώ τον ίδιο αιώνα ο τσάρος της Ρωσίας δίδει άδεια ανέγερσης μονής στο σημείο που είχε βρεθεί το σκήνωμα του.

Το λείψανο του τοποθετείτε σε ναό του Αγίου Αρτεμίου του Μεγαλομάρτυρος, εξ' ου και σε πολλές τοπικές εκκλησίες τιμάται την ίδια ημέρα με τον άγιο Αρτέμιο αλλά στον ναό αυτό κινδύνεψε πολλές φορές να καεί μέσα σε φωτιά και έναν αιώνα μετά αποφασίστηκε να χτισθεί πέτρινος ναός προς τιμήν του και να μεταφέρουν εκεί το σκήνωμα για να τιμούν τον άγιο.

Ο άγιος έλαχε να μαρτυρήσει τρόπον τινά όμως μετά θάνατον, όπως και αιώνες πριν ο άγιος Τριφύλλιος στην Λευκωσία της Κύπρου όπου στο άφθαρτο σκήνωμα του απέκοψαν την τίμια κεφαλή του. Το 1918 μπολσεβίκοι αθεϊστές κατέστρεψαν τα πάντα στο πέρασμά τους και τεμάχισαν το λείψανο του αγίου Αρτεμίου της Βέρκολα και για να το βεβηλώσουν το έριξαν σε ένα πηγάδι της περιοχής εκεί.

Μπορεί να ειναι άγνωστος στους Ελλαδίτες αλλα τα θαύματα του δεν έχουν σταματήσει αιώνες τώρα στην Ρωσία. Κι όποιος επικαλείται τον "μικρό" στο μπόι αλλά μεγάλο αυτόν άγιο τότε έχει έναν λαμπρό μεσίτη στον ουρανό δίπλα στον Πανάγαθο και ελεήμων Θεό.

Άγιε Αρτέμιε της Βέρκολα πρέσβευε και υπέρ εμού.
Αμίν...

vekola 1

https://www.romfea.gr/diafora/37754-o-agios-artemios-tis-berkola-o-13xronos-agios-tis-rosias

Τρίτη 14 Μαΐου 2024

Οι Άγιοι Μάρτυρες Τιμόθεος και Μαύρα, ένα αγαπημένο και γενναίο ζευγάρι

Ανάμεσα στους χιλιάδες των αγίων που τιμά και γεραίρει η Εκκλησία μας, εξέχουσα θέση έχει το αγιωτατο ζεύγος των μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας που γιορτάζουμε στις 3 Μαΐου και οι οποίοι κατάγονταν από τη Θηβαΐδα της Αιγύπτου.

Ο Άγιος Τιμόθεος γεννήθηκε στο χωριό Παναπέων της Θηβαΐδος από γονείς ευσεβείς και ενάρετους τους, πού από μικρό παιδί τον γαλούχησαν με τα νάματα της πίστεως στον αληθινό Θεό. Όταν ήλθε στην κατάλληλη ηλικία, πήρε για σύζυγό του την Μαύρα, κόρη ευσεβών γονέων ωραιοτάτη στην εμφάνιση, με σωφροσύνη και καλοσύνη, αλλά κυριως με μεγάλη πίστη και αγάπη στο Θεο.

Ο Αρχιερέας της Θηβαΐδος, βλέποντας τη θαυμαστή ζωή του Αγίου, τον διάλεξε και τον ετίμησε με το αξίωμα των κληρικών, τον χειροτόνησε ιερέα και του ανέθεσε την διακονία να διδάσκει και να κατηχεί τους χριστιανούς, ώστε να γίνονται δυνατοί στην πίστη και να μη δειλιάζουν στούς διωγμούς και στα βάσανα, διότι βρισκόμαστε στον 3ο αιώνα, την εποχή του Διοκλητιανού, οπου μαίνονταν οι φοβερώτεροι διωγμοί.

Με περισσό ζήλο, ο Άγιος Τιμόθεος δίδασκε και εμψύχωνε τον λαό του Θεού, αλλά και έφερνε στην αληθινή πίστη τους ειδωλολάτρες που εγκατέλειπαν την ασέβεια και βαπτίζοταν στο όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος.

Δεν πέρασαν 20 μέρες από την ημέρα που τελέστηκε ο γάμος των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας και ο ηγεμόνας της Θηβαΐδος Αρριανός συνέλαβε τους Αγίους και τους πρόσταξε να φέρουν μπροστά του όλα τα ιερά βιβλία με σκοπό να τα κάψει. Ο Άγιος Τιμόθεος αρνήθηκα να του τα δώσει και τότε άρχισαν τα φρικτά του βασανιστήρια. Του τρύπησαν με πυρακτωμένα σίδερα τα αυτιά και μετά τον δέσανε στον φριχτό τροχό, που τα καρφιά που είχε ξέσκιζαν τις σάρκες του μάρτυρα. Αλλά ο Τιμόθεος παρέμενε καρτερικός σε όλα αυτά και δεν αρνιόταν την πίστη του. Ώσπου, με θαυμαστή επέμβαση ο τροχός σταμάτησε, ελευθερώθηκε ο Τιμόθεος από τα δεσμά του και μπροστά στα μάτια όλων, όλες οι πληγές του θεραπεύτηκαν.

Μπροστά σε αυτό το θέαμα πολλοί από αυτούς που παρακολουθούσαν τα φριχτά μαρτύριά του πίστεψαν στον Θεό και ζητούσαν να γίνουν αμέσως χριστιανοί. Αλλά ο ηγεμόνας Αρριανός όχι μόνο δεν μεταμελήθηκε, αλλά διέταξε να δέσουν μια μεγάλη πέτρα στο λαιμό του μάρτυρα και να τον τριγυρίζουν σε όλη την πόλη και κατόπιν να τον κρεμάσουν από ένα δέντρο. Βλέποντας ότι ο άγιος τα υπέμενε όλα με καρτερία. Τον έκλεισε στη φυλακή κι έβαλε στον στόχο να μεταπείσει την Αγία Μαύρα, κολακεύοντας την και, παροτρύνοντας την να λατρεύσει τα είδωλα. Εκείνη όμως αρνήθηκε να υποκύψει στις απειλές του κι ομολογούσε μόνον την αγάπη της στον Χριστό. Ο ηγεμόνας ακούγοντας την ομολογία της άναψε από θυμό κι αμέσως διέταξε να κόψουν τα πλούσια μαλλιά της και όλα της τα δάκτυλα.

Και η Αγία Μαύρα, αντί να κλαίει και να σφαδάζει από τους πόνους, προσευχόταν στο Χριστό και Τον ευχαριστούσε για τα μαρτύρια που την αξίωσε να περάσει για χάρη Του. Βλέποντας την ανδρεία της ψυχή, ο τύρρανος πρόσταξε να γεμίσουν ένα μεγάλο καζάνι με βραστό νερό και να ρίξουν γυμνή την Αγία σ’ αυτό για να καεί. Ο Θεός όμως, ο οποίος διέσωσε και τους τρεις παίδες από την κάμινο την καιομένη στη Βαβυλώνα, δρόσισε το νερό κι έτσι η Άγια παρέμεινε αβλαβής. Ο Αρριανός, πιστεύοντας ότι οι, δήμιοι, δεν έβρασαν το νερό όπως τους είχε πει, διέταξε την Αγία Μαύρα να του ρίξει νερό στα χέρια από το καζάνι που βρισκόταν η ίδια, αλλά τα χέρια του ζεματίστηκαν κι εκείνος ούρλιαζε από τους πόνους και τα εγκαύματα. Ο κόσμος που παρακολουθούσε τα φρικτά βασανιστήρια, θαύμαζε την αόρατη εκείνη δύναμη που έδινε κουράγιο και υπομονή στην Αγία.

Καταλαβαίνοντας ο ηγεμόνας ότι είχε γελοιοποιηθεί αρκετά, διέταξε τους δημίους να κατασκευάσουν δύο σταυρούς, έναν για τον Τιμόθεο κι έναν για την Μαύρα και να τους στήσουν στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης. Οι δύο νέοι, όταν άκουσαν ότι θα θανατωθούν διά του σταυρού, χάρηκαν κι ευχαριστούσαν τον Θεό διότι τους αξίωσε να μαρτυρήσουν με τον ίδιο τρόπο που έχυσε το Τίμιο Αίμα Του ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός.

Πήραν τότε οι δήμιοι τους Αγίους και τους οδήγησαν στον τόπο της καταδίκης. Εκεί οι, Άγιοι αγκάλιαζαν ο καθένας τον σταυρό του, τον φιλούσε και τον εγκωμίαζε. Κατόπιν, με λαχτάρα, ξάπλωσαν ο καθένας στον δικό του σταυρό και οι δήμιοι τους σταύρωσαν. Έμειναν πάνω στο σταυρό εννέα μέρες. Και οι δύο εμψύχωναν ο ένας τον άλλον, προσεύχονταν και χαίρονταν, έχοντας τον νου τους στραμμένο στον Ουρανό.

Ακόμη και πάνω στο σταυρό, ο διάβολος προσπαθούσε να τους ξεγελάσει με οπτασίες, αλλά ο Χριστός έστειλε άγγελο δίπλα τους που τους ενεθάρρυνε και τους έδειξε με θαυμαστό τρόπο αυτά που τους περίμεναν κοντά στη δόξα του Θεού. Έτσι, γεμάτοι χαρά κι αγαλλίαση, παρέδωσαν στον Χριστό κι αγαπημένο τους Νυμφίο, οι, μακάριοι μάρτυρες Τιμόθεος και Μαύρα την ψυχή τους στις 3 Μαΐου.

Κάποιοι χριστιανοί έδωσαν χρήματα στους στρατιώτες και πήραν τα σώματα των μαρτύρων, τα οποία έθαψαν με τιμές και ευλάβεια. Τα λείψανα τους τελούν άπειρα θαύματα σε όσους τους τιμούν και, τους επικαλούνται.

Περικαλλής ναός έχει κτιστεί στο χωριό Μαχαιράδο της Ζακύνθου στο οποίο υπάρχουν και λείψανα των Αγίων και προστρέχουν εκεί οι πιστοί που τιμούν το ευλαβές ζεύγος των μαρτύρων και λαμβάνουν ο,τι με πίστη ζητούν από εκείνους. Επίσης στην Ηλιούπολη Αθηνών υπάρχει περικαλλής ναός των Αγίων, αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδος. Το μαρτύριο τους ήταν φοβερό και βλέποντας το όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά ακόμα και οι άγγελοι σίγουρα εξεπλάγησαν. Γι’ αυτό και ο στεφοδότης Χριστός μας στον ουρανό τους στέφανωσε ενδόξως και στη γη ενεργεί διαμέσου των λειψάνων τους άπειρα θαύματα. Σε μας μένει το μεγάλο παράδειγμα του μαρτυρίου τους και της ομολογίας τους, μένοντας εκστατικοί και παίρνοντας παράδειγμα ακόμα και για την καθημερινή μας ζωή, βλέποντας τον φθαρτό πηλό να υπομένει τόσα βάσανα και μαρτύρια, ακόμα και τη φρικτή σταύρωση, αντλώντας όλη αυτή την δύναμη από την αγάπη και την πίστη προς το Νυμφίο Χριστό μας.

https://www.pemptousia.gr/2014/05/i-agii-martires-timotheos-ke-mavra-3/