Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

Γέροντος Χρυσάνθου: Πνευματικὴ νουθεσία καὶ θαυμαστὸ περιστατικὸ


πὶ τῇ ἑορτῇ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Χρυσάνθου καὶ Δαρείας (19 Γ΄), προβαίνουμε στὴν δημοσίευση πνευματικῶν νουθεσιῶν ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ μακαρίου Γέροντος Χρυσάνθου Βρέτταρου (+1981), ὅπως καὶ ἑνὸς θαυμαστοῦ περιστατικοῦ ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ ἔχουν διασωθεῖ καὶ καταγραφθεῖ.

 Γέροντας Χρύσανθος ἀνεδείχθη μεγάλος Πνευματικὸς Πατέρας, Ἀσκητὴς καὶ συνεπὴς Μοναχός, ὁ ὁποῖος βοήθησε πάρα πολλοὺς ἀνθρώπους στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου. Ἦταν ἐφάμιλλος μὲ τοὺς παλαιοὺς νηπτικοὺς Πατέρες, ἀσκήθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μετέφερε ἐν συνεχείᾳ τὴν φιλοκαλικὴ παράδοση στὴν Ἀθήνα, ὅπου ὑπηρέτησε ἐπὶ δεκαετίες ὡς Κληρικὸς τῆς Ἐκκλησίας μας, Κτήτορας Μονῶν, καλλιεργητὴς ψυχῶν, στολισμένος ἔκδηλα μὲ θεῖα χαρίσματα ἕως τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς του πρὶν ἀπὸ 40 ἀκριβῶς ἔτη. Ἐλπίζουμε ὅτι θὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία νὰ ἐπανέλθουμε στὴν ἱερὰ μορφή του, γιὰ τὴν στήριξη καὶ ὠφέλειά μας.

 

Πνευματικὴ Νουθεσία

 

Gerontas Chrisanthos«λθον ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐδῶ ὅπου μοῦ ἔστειλαν ἐπιστολὰς τὰς ὁποίας εἶχον στείλει πολλοί. Ἐκ τῶν πολλῶν εἶναι καὶ ἡ δική σου εἰς τὴν ὁποίαν ὡς πνευματικός σου πατὴρ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σοῦ ἀπαντήσω.

Τὸ ἐξομολογητάριον ἔκανες πολὺ καλὰ ποὺ τὸ ἐδιάβασες. Οἱ Κανόνες εἶναι γραμμένοι εἰς αὐτὸ ἀπὸ τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν νηστευτήν· δὲν δύναται νὰ τοὺς ἐφαρμόσῃ ὁ ἀναγινώσκων αὐτοὺς ἄνευ ἐντολῆς Πνευματικοῦ, διότι θὰ πέσῃ εἰς ὑπερηφάνειαν καὶ κατόπιν εἰς δεινὰς ἀσθενείας μέχρι φυματιώσεως. Διὰ τοῦτο ὀφείλεις νὰ κάνῃς ὑπακοὴν καὶ νὰ ἀκολουθήσῃς τὸν μέσον δρόμον ὅπου ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας ὀνομάζεται βασιλικός. Τὸν βασιλικὸν δρόμον τὸν ἤνοιξε καὶ τὸν ὑπέδειξεν ὁ Θεὸς ὅπου ἔγινεν ἄνθρωπος χωρὶς ἁμαρτίαν νὰ τὸν ἀκολουθῶμεν συμφώνως τῶν πνευματικῶν δυνάμεων.

σύ, Χριστιανὸς εὐσεβής, εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ταπεινώνεσαι καὶ ὅ,τι κακὸν γίνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον νὰ πιστεύῃς ὅτι αἱ ἁμαρτίαι σου τὸ ἔκαμαν τὸ κακόν. Ταπεινούμενος θὰ ἔχῃς μέσ’ τὴν καρδιά σου χαρὰν ὑπερβολικὴν ὅπου δὲν δύναται ἄνθρωπος νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ, διότι βάσις αὐτῆς εἶναι τὸ ἅγιον Βάπτισμα. Κατόπιν εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅπου εἶναι ὑποχρεωμένος ἐκεῖνος ὅπου θέλει νὰ σωθῇ νὰ θυσιάζῃ τὸν ἑαυτόν του ὅσο μπορεῖ, μίαν τρίχαν εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἀγάπης καὶ ἡ ἀγάπη ὡς θεολογικὴ ἀρετὴ τὸν ἀναβιβάζει εἰς τὴν ἐλπίδα καὶ ἐκείνη εἰς τὴν πίστιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐλπιζομένων ὑπόστασις. Ἀλλὰ τί θὰ πῇ ἐλπιζομένων ὑπόστασις; Δηλ. ἐκεῖνος ὅπου δίδει μιὰν σταλαγματιὰν νερὸν εἰς τὸν ἀδελφόν του διὰ τὴν ἀγάπην ἐδῶ, θὰ τὴν εὕρῃ μυριοπλάσια καὶ ἡ ψυχή του ἀγαλλομένη μὲ ἀνέκφραστον χαρὰν θὰ ἀναχωρήσῃ καὶ θὰ εὕρῃ νερὸν ἀθάνατον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ πίνῃ ἀχόρταστα δοξάζουσα καὶ εὐχαριστοῦσα τὸν Τρισυπόστατον Θεὸν ὅπου εἰς μίαν τρίχαν εἶσαι πιστὸς καὶ ἡ ψυχή σου εὗρε εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ μυριοπλασίους.

Καλῶς κάνεις σύμφωνα μὲ τὰ γραφόμενά σου ποὺ τρῶς μιὰ φορὰν τὴν ἡμέρα Δευτέραν, Τετράδα καὶ Παρασκευήν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανευθῇς πρέπει τὸ πρωὶ νὰ πίνῃς ρόφημα νηστήσιμον, τὸ μεσημέρι φαγητὸ νηστήσιμον ὡσαύτως καὶ τὸ βράδυ. Τὸ δὲ ἄρτυμα [ἐννοεῖ προφανῶς τὴν ἐλεημοσύνη] κατὰ τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ δίδεται εἰς χεῖρας ἀδελφῶν Χριστιανῶν. Ὄχι ὅμως εἰς ἀνθρώπους ὅπου μισοῦν τὴν ἐργασίαν, ὄχι εἰς ἀνθρώπους ὅπου κάθονται εἰς τὰ καφενεῖα, ἀλλὰ εἰς ἀνθρώπους ἀπόρους καὶ φτωχὰ παιδία, τὰ ὁποῖα μὴ ἔχοντα τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἀναγκάζονται νὰ δίδουν τὸν ἑαυτόν τους εἰς διαφθορεῖα καὶ λοιπὰ γενόμενα εἰς τὸν ὑπόκοσμον.

Καλῶς πράττεις ὅπου ἀπέχετε ὡς ἀνδρόγυνον. Ἀπέχοντες ἐὰν δὲν σᾶς ἔχουν βάλει κανόνα, νὰ κοινωνᾶτε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων κάθε ὀκτώ [προφανῶς, ἡμέρες]. Νὰ διαβάζῃς δὲ βιβλία θρησκευτικὰ καὶ πρὸ πάντων τὴν «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρίαν». Τὸ ὁποῖον βιβλίον εἶναι γραμμένον ἀπὸ τὸν Ἀγάπιον τὸν Κρητικὸν καὶ ἀφιερωμένον εἰς τὴν Κυρίαν ἡμῶν Θεοτόκον καὶ διὰ τὴν ἀφιέρωσιν αὐτὴν ὀνομάζεται ἁμαρτωλῶν Σωτηρία, δηλαδὴ Παναγία. Αὐτὸς εἶναι ὁδηγὸς κάθε ψυχῆς ποὺ θέλει νὰ σωθῇ. Εἶναι ὁ καθρέπτης ὅπου παρουσιάζει καὶ τὴν παραμικρὰν τρίχαν τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Πατέρες μας, Σπετσιῶτες, Ὑδραῖοι, Αἰγηνῖτες, εἶχον αὐτὸ τὸ βιβλίον εἰς τὸ μαξιλάριόν των, τὸ ὁποῖον τὸ ἐδιάβαζον καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐδιάβαζον τὰ ἐφύλαττον.

Πρόσεχε! Ὅ,τι βιβλίον διαβάζετε ὅλοι σας νὰ πλένετε καλὰ τὰ χέρια σας καὶ νὰ ἀνοίγετε λέγοντες αὐτὴν τὴν εὐχήν, καθὼς λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:
“Χριστέ μου ὅπου ἐνεφανίζεσο εἰς τοὺς πρὸ νόμου Πατέρας ἡμῶν Ἀβραὰμ καὶ λοιποὺς καὶ εἶσαι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ὡμίλεις... εἰς αὐτοὺς τοὺς προπάτορας ἡμῶν καὶ αὐτοὶ Σὲ ἤκουον καὶ ἐπείθοντο εἰς τὰ λεγόμενά σου καὶ ἐσὺ ὁ προφορικὸς Λόγος ἔγινες γραπτὸς διὰ τοῦ Μωϋσέως καὶ ἐνεγράφης εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Αὐτὸς ἐσαρκώθης καὶ ἔγινες ἄνθρωπος δανεισθεὶς τὴν σάρκα ἐκ τῶν Παναχράντων αἱμάτων τῆς Παναγίας Σου Μητρὸς διὰ νὰ γίνῃς πλησιέστερος καὶ πλέον ἀγαπητὸς εἰς τοὺς εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς διὰ τῆς ἀναγνώσεως [τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου] καὶ συνεχοῦς Μεταλήψεως τῶν φρικτῶν σου καὶ ἁγίων Μυστηρίων, τὰ ὁποῖα μεταδίδεις διὰ τῆς Ἱερωσύνης εἰς τοὺς ἀγαπῶντας σε εὐσεβεῖς Χριστιανούς. Φώτισόν μας νὰ σὲ ἀγαπήσωμεν καθὼς καὶ ὁ χορὸς ὅλων τῶν πρὸ ἡμῶν Πατέρων ὅπου σὲ ἠγάπησαν...”.

ταν αὐτὰ διαβάζῃς μὲ τὴν οἰκογένειάν σου καὶ τὰ ἐργάζεσαι, θὰ σοῦ ἀνοίξῃ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τὸν νοῦν σου καὶ ὁ νοῦς θὰ κηρύσσῃ διὰ τοῦ λόγου τοῦ προφορικοῦ τὰ μεγαλεῖα τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν Πίστεως, ἐκ τῆς ὁποίας πηγάζουν ὅλαι αἱ ἀρεταί, αἱ ὁποῖαι εἶναι σκάλα καὶ ἀναβιβάζουν τὴν διψῶσαν ψυχὴν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

Σὲ παρακαλῶ πολὺ παρακάλα τὴν Παναγίαν νὰ σώσῃ καὶ μένα τοῦ ἁμαρτωλοῦ τὴν ψυχήν μου καὶ ἀπολαύσω μικρόν τι τῆς Βασιλείας τοῦ Υἱοῦ Της!».

 


 Διδαχαὶ Χρυσάνθου Ἱερομονάχου Ἁγιαναννίτου,

Ἱ. Μονῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας, Μῶλος Λοκρίδος, ἄ.χ., σελ. 5-6.


 

 Θαυμαστὸ περιστατικό: «Θαῦμα προσευχῆς τοῦ προορατικοῦ Γέροντα»

 

«Εἶμαι ἡ ἀδελφὴ τῆς Αἰκατερίνης Ντ. καὶ ἔζησα ἕνα ζωντανὸ θαῦμα, ὅταν ἐγκυμονοῦσε ἡ ἀδελφή μου.

ρθε ἡ ὥρα νὰ ἐλευθερωθεῖ ἡ ἀδελφή μου. Πῆγε ἡ μαμμὴ στὸ σπίτι, ἀλλὰ δὲ μποροῦσε νὰ τὴν ξεγεννήσει. Ἀφοῦ πέρασαν τρεῖς μέρες, εἶπε ἡ μαμμὴ στὴ μητέρα μας νὰ πάει τὴν ἀδελφή μου στὸ μαιευτήριο, γιὰ νὰ μὴ πεθάνει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της.

Πραγματικὰ τὴν πῆγαν στὸ μαιευτήριο Ἀλεξάνδρας ποὺ τότε ἦταν ἐκεῖ ὁ καλύτερος καθηγητής. Τὴν βάλανε στὸ χειρουργεῖο κι ὅμως γιὰ τρεῖς ἡμέρες δὲν μποροῦσε νὰ ἐλευθερωθεῖ.

Τότε ἡ ἀδελφή μου παρακάλεσε μιὰ νοσοκόμα νὰ δώσει ἕνα σημείωμα στὴ μητέρα μας. Τὸ σημείωμα αὐτὸ ἔγραφε:
 Μαμά, σὲ παρακαλῶ πάρα πολύ, πήγαινε νὰ βρεῖς τὸν Γέροντα Χρύσανθο νὰ κάνει μιὰ Λειτουργία γιὰ νὰ ἐλευθερωθῶ, γιατὶ θὰ πεθάνω.

 μαμά μου ταράχθηκε πάρα πολὺ καὶ ἀμέσως εἰδοποίησε τὸν Γέροντα Χρύσανθο, ὁ ὁποῖος ἦρθε στὸ ἐκκλησάκι Ἅγιος Αὐγουστῖνος στὸ Μπραχάμι, στὴ γειτονιά μας, ὅπου λειτουργοῦσε.

 Γέροντας εἶπε τότε στὴ μάνα μου:
 Ἀπόψε θὰ κάνουμε Ἀγρυπνία γιὰ τὸ παιδί σου.
Ἦταν ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου [μὲ τὸ Πάτριο], τὸν ὁποῖον ἀγαποῦσε πολὺ ὁ Γέροντας.

Πραγματικὰ μαζευτήκαμε 20 ἄτομα καὶ κάναμε Ἀγρυπνία. Τὴ νύκτα 2 ἡ ὥρα περίπου, βγαίνει ὁ Γέροντας στὴν Ὡραία Πύλη καὶ λέει:
 Σᾶς παρακαλῶ πάρα πολύ, γονατίστε ὅλοι κάτω καὶ κάντε προσευχὴ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἡ Αἰκατερίνα.

Πραγματικὰ ὅλοι γονατίσαμε κάτω καὶ ἀρχίσαμε μὲ κομποσχοίνι καὶ δάκρυα νὰ κάνουμε προσευχή!

Μετὰ ἀπὸ μιὰ ὥρα βγαίνει ὁ Γέροντας στὴν Ὡραία Πύλη καὶ φωνάζει:
 Ἑλένη, νὰ σοῦ ζήσουνε. Ἔκανε ἡ Αἰκατερίνα ἀγόρι καὶ κορίτσι!

μείναμε ἄναυδοι ὅλοι ἐκείνη τὴ στιγμή!
Τέλειωσε ἡ Ἀγρυπνία καὶ ἤρθαμε στὰ σπίτια μας. Τότε ὑπῆρχε μόνο ἕνα τηλέφωνο σὲ περίπτερο κοντὰ στὴν Ἁγία Βαρβάρα, ἕνα χιλιόμετρο μακριά μας. Αὐτὸ τὸ τηλέφωνο εἴχαμε δώσει στὸ μαιευτήριο γιὰ νὰ μᾶς εἰδοποιοῦνε.

Τὸ πρωὶ 7 ἡ ὥρα ἦρθε ὁ περιπτερὰς ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ρεῦμα ποὺ μᾶς χώριζε καὶ φώναξε:
 Κυρὰ Ἑλένη, ἡ κόρη σου γέννησε! Ἔκανε δίδυμα! Ἕνα ἀγόρι καὶ ἕνα κορίτσι! Νὰ σᾶς ζήσουν!

ταν ἕνα ζωντανὸ θαῦμα ποὺ ζήσαμε ὅλοι μας!
Ἡ ἀδελφή μου ζήτησε ἐπίμονα ἀπὸ τὸν Γέροντα νὰ βαπτίσει τὰ νεογέννητα δίδυμα καὶ ὁ Γέροντας, ἄν καὶ δὲ συνήθιζε νὰ κάνει βαπτίσια καὶ γάμους, τελικὰ δέχτηκε καὶ τὰ βάπτισε στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου. Τὸ ἀγόρι τὸ ἔβγαλαν Ἰωάννη καὶ τὸ κορίτσι Ἑλένη καὶ ζοῦν μέχρι σήμερα.

 ἀδελφή μου ἔλεγε στὰ παιδιά της αὐτά:
 Νὰ ξέρετε ὅτι σᾶς βάπτισε ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος...

 


Γέροντας Χρύσανθος 1895-1981 – «Διηγοῦνται γιὰ τὸν Γέροντα»,

Ἱ. Μονὴ Παναγίας Ὁδηγητρίας, Μῶλος Λοκρίδος, ἄ.χ., σελ. 62-64.

https://www.ecclesiagoc.gr/index.php/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/%E1%BC%84%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC/1755-gerontos-xrysanthou-pneumatiki-nouthesia

Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Kυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων (Ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος)


Audio PlayeUse Up/Down Arrow keys to increase or decrease volum

imagesCA3PNG8G

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴ μνήμη μίας πολὺ μικρῆς ὁμάδας μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτὼ γλυκεῖς, εὐώδεις καὶ ἀμάραντους καρπούς. Μιὰ μικρὴ ἀλλά ἐκλεκτὴ ὁμάδα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ ἅγιοι πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τὸ 325 μ. Χ., τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση, ἀποσαφήνιση καὶ βεβαίωση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Ἐκκλησία εἶχαν ἐμφανιστεῖ «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. κ΄ 29), πού φοροῦσαν ροῦχα ὅμοια μὲ τῶν ποιμένων. Αὐτοὶ εἶχαν ἔκλυτη ζωὴ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν μέσα τους τόπο γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἔπεσαν κι οἱ ἴδιοι, ἀλλά παρέσυραν καὶ τοὺς πιστοὺς σὲ πλάνες. Ἡ διδασκαλία τους ἦταν διαβρωτική, ὅπως κι ἡ ζωή τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν σύναξε τοὺς ἁγίους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ Σύνοδο, ὥστε νὰ φανοῦν οἱ ἀληθινοὶ διδάσκαλοι τοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πλανεμένους· νὰ φανεῖ ἡ δύναμη ἐκείνων πού ἀγωνίζονται γιὰ τὸν Χριστὸ ἐναντίον ἐκείνων πού τὸν πολεμοῦν καὶ νὰ διακριθεῖ ὁ γλυκὺς καρπὸς τοῦ καλοῦ Δέντρου, πού εἶναι ὁ Χριστός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σάπιους καὶ πικροὺς καρποὺς τοῦ δέντρου τοῦ πονηροῦ.

Οἱ ἅγιοι πατέρες ἔλαμψαν στὴ Νίκαια ὅπως τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό, πού παίρνουν τὸ φῶς τους ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ κι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν Χριστοφόροι ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς ζοῦσε κι ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους. Ἦταν οὐρανοπολίτες μᾶλλον παρὰ πολίτες τῆς γῆς, ἀγγελόμορφοι, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ἀγγέλους παρὰ μὲ ἀνθρώπους. Ἦταν πραγματικὰ «ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β’ Κόρ. στ’ 16).

Πιστεύω πώς εἶναι ἀρκετὸ ν’ ἀναφερθῶ σὲ τρεῖς μόνο ἀπ’ αὐτούς· ἐκείνους πού σοῦ εἶναι οἱ πιὸ γνωστοί, γιὰ νὰ ‘χεις μιὰ ἰδέα πῶς ἦταν κι οἱ ὑπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι ἀναφέρομαι στὸν ἅγιο πατέρα Νικόλαο, στὸν ἅγιο Σπυρίδωνα καὶ στὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μέγα. Πολλοὶ ἀπό τούς ἅγιους πατέρες ἔφτασαν στὴ Σύνοδο φέροντας στὸ σῶμα τους τραύματα πού εἶχαν δεχτεῖ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἅγιος Παφνούτιος, γιὰ παράδειγμα, εἶχε χάσει τὸ ἕνα του μάτι ὅταν τὸν βασάνιζαν. Ὅλοι τους ἔλαμπαν ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς πού προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἕνα φῶς ὅπου διακρινόταν καθαρὰ ἡ ἀλήθεια. Ὡς ἀκόλουθοι τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν λογάριαζαν τὰ βασανιστήρια. Ἡ ἀφοβία τους στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας ἦταν μέγιστη, ἀπεριόριστη. Μὲ τὴ θεόσδοτη γνώση τῆς ἀλήθειας πού κατεῖχαν καὶ τὴν τόλμη τους στὴν ὑπεράσπισή της, οἱ ἅγιοι αὐτοὶ πατέρες ἀναίρεσαν καὶ συνέτριψαν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθιέρωσαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού κρατοῦμε ὡς σήμερα καὶ ὁμολογοῦμε ὡς τὴ μόνη σωστικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

Tό σημερινὸ εὐαγγέλιο δέν μᾶς μιλάει γιὰ τὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλά γιὰ τὴν τελευταία προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή; Ἐπειδὴ δείχνει τὴν ἐπιρροή του στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς αὐτῆς ὁ Θεὸς ἐνίσχυσε τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Συνόδου καὶ τοὺς ἔκανε ἀτρόμητους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας, νικητὲς στὶς ἀμφισβητήσεις καὶ τὴν κακία ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων. Νά, πῶς ἀρχίζει ἡ προσευχὴ αὐτή:

«Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε» (Ἰωάν. ιζ’ 1). Ὅλα ὅσα δίδαξε ὁ Κύριος στοὺς ἀνθρώπους, τὰ εἶχε ἐφαρμόσει ὁ ἴδιος. Εἶχε διδάξει τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ προσεύχονται: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…» (Ματθ. στ’ 9). Ὁ ἴδιος σήκωσε τὸ βλὲμμα Του στοὺς οὐρανούς, ὅπου κατοικεῖ ὁ Πατέρας Του καὶ εἶπε:«Πάτερ!» Δὲν εἶπε«Πάτερ ἡμῶν», ὅπως κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλά ἁπλά«Πάτερ!»Μόνο Αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ «Πατέρα μου». Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ, ἀφοῦ Αὐτὸς μόνο εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ὁ μόνος ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τόσο κατὰ τὴν ὕπαρξη ὅσο καὶ κατὰ τὴν οὐσία· ὁ μοναδικὸς Υἱός τοῦ μοναδικοῦ Πατέρα. Ἐμεῖς εἴμαστε μόνο υἱοί ἐξ υἱοθεσίας, μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν. Δέν σήκωσε μόνο τὰ σωματικά Του μάτια ἀλλά καὶ τὰ πνευματικά, κυρίως αὐτά. Ὁ Ἄσωτος «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι» (Λουκ. ιη’ 13), γιατί αἰσθανόταν τὴν ἁμαρτωλοτητά του. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν ἐλεύθερα, γιατί ἦταν ἀναμάρτητος.

Ἡ ὥρα Του -ἡ ὥρα τοῦ μεγάλου πάθους- πλησίαζε. Μόνο Αὐτὸς ἔβλεπε τὴν ὥρα αὐτή, τὴν πιὸ φοβερὴ ἀπὸ καταβολῆς καὶ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μόνο Αὐτὸς τὴν ἔβλεπε καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν προεῖπε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ μίλησε γι’ αὐτὴν στοὺς μαθητές Του. Οἱ μαθητὲς Του ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν αὐτό, δὲν τὸ ἔβαλαν στὴν καρδιά τους, δὲν τὸ ἔκαναν δικό τους, ὡς τὴ στιγμὴ πού ἡ ὥρα δὲν ἀπεῖχε πιὰ μέρες, ἀλλά λεπτά.

«Δόξασόν σου τὸν υἱόν!» Δόξασέ Τον τὴ φοβερὴ αὐτὴ ὥρα, ὅπως τὸν δόξασες μέχρι τώρα. Δόξασέ Τον στὸ θάνατο, ὅπως τὸν δόξασες στὴ ζωή. Δόξασέ Τον στὴν ταπείνωση καὶ στὰ πάθη Του, ὅπως τὸν δόξασες μέ τούς δυνατοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα Του. Δόξασέ Τον στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν εἶχες δοξάσει ἀπὸ τὴν ἀρχή στοὺς ἀγγέλους Σου. Δόξασε τὸν Υἱόν Σου «ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε». Ἂν ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τῆς πρότασης φαίνεται πώς ὁ Υἱός εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, στὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος βλέπουμε καθαρὰ τὴν ἰσότητά Τους καὶ τὴν ἀμοιβαία συμμετοχὴ στὴν ἴση δύναμή Τους. Ὁ Πατέρας δοξάζει τὸν Υἱό καὶ ὁ Υἱός δοξάζει τὸν Πατέρα, μὲ ἀδιαίρετη δύναμη καὶ ἀδιαίρετη ἀγάπη. «Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει» (Α’ Ἰωάν. β’ 23). Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱὸ στὸν κόσμο· ὁ Υἱός φανέρωσε τὸν Πατέρα στὸν κόσμο.

 Τίποτα δέν θὰ ξέραμε γιὰ τὸν Υἱό χωρὶς τὸν Πατέρα, οὔτε γιὰ τὸν Πατέρα χωρὶς τὸν Υἱό, ὅπως δέν θὰ γνωρίζαμε γιὰ τὸ φῶς, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἥλιος. Μὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸν ἥλιο θὰ ξέραμε ἂν δὲν τὸν φανέρωνε τὸ φῶς. Ὁ ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ τὴ σύγκριση αὐτὴ καὶ ὀνομάζει τὸν Χριστὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης (τοῦ Πατρὸς» (Ἑβρ. α’ 3). Ὁ Κύριος δέν ζητᾶ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα γιὰ χάρη τοῦ ἰδίου, μὰ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τ’ ἀκόλουθα λόγια:»

«Καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. ιζ’ 2). Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴ δόξα Του: μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος! Τὸ κάνει, γιὰ νὰ γίνει τὸ μέσον πού θὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὸ εἶναι πού ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα πού ζητάει. Τὴ στιγμὴ πού οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἑτοιμάζουν ἕνα πικρὸ ποτήρι θλίψεων, γεμάτο μὲ βάσανα, ἱδρῶτα καὶ αἷμα, Ἐκεῖνος προσεύχεται γιὰ νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή. Ἡ ἀπάντησή Του στὴν πιὸ βαριὰ πέτρα, εἶναι τὸ γλυκύτερο ψωμί. Κι ἀνέφερε ἀρκετὲς φορὲς ὅτι ὁ Πατέρας τοῦ ἔδωσε δύναμιν ἐπὶ πάσης σαρκός.«Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια’ 27), εἶπε. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ’ 15). Ἀλλά καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅταν φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς Του εἶπε:«ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη’ 18).

Ὅπως λοιπὸν εἶχε λάβει ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ὕπαρξη, ὁ Κύριος ζητάει τώρα ἀπὸ τὸν Πατέρα Του ἐξουσία στὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες πού τὸν εἶχαν ἐμπιστευτεῖ, νὰ τοὺς χαρίσει δηλαδὴ τὴν αἰωνιότητα. Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ ἔχεις ἐξουσία πάνω στὸν ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ κόσμο κι ἄλλο νὰ ἔχεις στὴ δικαιοδοσία σου τὴν αἰώνια ζωή. Ὅταν στὴν ἀρχή θέλησε ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο, στὴ δημιουργία ἔλαβε μέρος ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως διαβάζουμε στὴ Γένεση (α’ 26): «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν».Τώρα, πού ὁ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου θέλει νὰ δώσει αἰώνια ζωὴ στοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους, προσφεύγει στὸν Πατέρα, ἐνῶ εἶναι αὐτονόητη καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὅπως καὶ στὴ δημιουργία, ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀποκλειστικὸ χάρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδας.

Καὶ στὴ μιὰ περίπτωση καὶ στὴν ἄλλη, ἡ αἰώνια ζωὴ δηλώνεται πώς εἶναι τὸ μέγιστο ἀγαθὸ πού χαρίζει ὁ Θεός. Ἡ στιγμὴ πού ὁ ἄνθρωπος ἀποκαθίσταται στὴν αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀνυπέρβλητη, μοναδική, ὅπως κι ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πηλό. Τὸ νὰ κάνεις ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο ἀθάνατο εἶναι τόσο μεγαλειώδης καὶ θεϊκὴ πράξη, ὅσο κι ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν πηλό.

«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ’ 3). Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια ζωὴ μας εἶναι ἀπαρχὴ καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμα στὴ γῆ. Πῶς ὅμως θὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στὴ μέλλουσα κατάστασή μας; «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α’ Κορ. β’ 9). Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε πνευματικὰ ὁ Θεὸς σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο σὲ κείνους πού Τὸν εὐαρέστησαν. Ἡ μεγαλύτερη εὐφροσύνη ὅμως στὴν αἰώνια ζωή, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει νὰ συνίσταται στὴ μέγιστη γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ παιδιὰ εἶχε πεῖ: «οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη’ 10).

Ἡ ἀκόρεστη θέαση τοῦ Θεοῦ, ἡ διαρκής ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μέσα σὲ μιὰν ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀέναη δοξολογία κι ἀγάπη, δὲν εἶναι ζωὴ ἀγγελική, πού ἁρμόζει καὶ στοὺς ἁγίους στὸν ἄλλο κόσμο; Δὲν εἶναι ζωὴ μὲ γνώση τοῦ Θεοῦ; Ὅσο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, στὴ γῆ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «βλὲπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α’ Κορ. ιγ’ 12).

 Ἡ γνώση πού ἔχουμε τώρα γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι μερική, τότε ὅμως θὰ εἶναι πλήρης. Ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε πώς ἕνας ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν Θεὸ ὅταν φτάνει μὲ τὶς διεργασίες τοῦ νοῦ στὸ συμπέρασμα πώς ὁ Θεὸς ὑπάρχει κατὰ κάποιο τρόπο καὶ κατοικεῖ κάπου.

Τὸ Θεὸ γνωρίζει ἐκεῖνος πού νιώθει μέσα του ἀλλά καὶ γύρω του τὴ ζείδωρη πνοὴ τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς πού μὲ τὴν καρδιά, τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ του αἰσθάνεται τὴ μεγαλειώδη καὶ φοβερὴ παρουσία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ στὴ φύση, μὰ καὶ στὴν προσωπικὴ ζωή του.

Γιατί ὁ Χριστὸς τονίζει τὰ λόγια τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ προφυλάξει τοὺς μαθητές Του ἀπὸ τὸν πανθεϊσμὸ καὶ τὴν εἰδωλολατρεία, νὰ βεβαιώσει γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά τὰ λόγια πού εἶπε μέσω τοῦ Μωυσῆ: «Ἐγώ εἰμὶ Κύριος ὁ Θεός σου… οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» (Ἐξ. κ’ 2, 3). Καὶ γιατί ἐπισημαίνει πώς αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται μέσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσο μπορεῖ ν’ ἀποκαλυφθεῖ στὸ θνητὸ ἄνθρωπο, κι ἐπειδὴ μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους, «εἰ ἐμὲ ᾔδειτε, καὶ τὸν πατέρα μου ᾔδειτε ἄν» (Ἰωάν. η’ 19). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ βγαίνει ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα πώς τὸν Πατέρα μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε μόνο μέσω τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

«Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω» (Ἰωάν. ιζ’ 4). Τί σημαίνουν τὰ λόγιαἐπὶ τῆς γῆς; Σημαίνουν πώς αὐτὸ τὸ ἔκανε ἐν σαρκί, ζώντας ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ἔργο πού ἔκανε καὶ τελείωσε ὁ Κύριος ἐν σαρκί, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Μέχρι τὴν ὥρα τοῦ θανάτου Του στὸ σταυρό, τὸ ἔργο αὐτὸ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ λόγια ζωοποιά, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξανακουστεῖ στὴ γῆ, καθὼς κι ἀπὸ ἀμέτρητα θαύματα, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξαναγίνει. Ὁ Κύριος ὅμως πιστώνει τὰ λόγια καὶ τὰ ἒργα Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα, γιὰ νὰ διδάξει σ’ ἐμᾶς τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή.

«Καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί» (Ἰωάν. ιζ’ 5). Τί μποροῦν νὰ ποῦν τώρα ἐκεῖνοι πού λένε πώς ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος, ἕνα πλάσμα τοῦ Θεοῦ ὅπως καὶ τ’ ἄλλα πλάσματά Του; Ὁ Κύριος ἐδῶ μιλάει γιὰ τὴ δόξα πού εἶχε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου! Εἶπε κάποτε ὁ Κύριος γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «πρὶν ᾿Αβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι» (Ἰωάν. η’ 58). Εἶπε πώς ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Αὐτὸ μόνο μποροῦσε νὰ πεῖ στοὺς ἄφρονες Ἰουδαίους, μὰ στὴν προσευχὴ Του εἶπε πώς ὑπῆρχε καὶ μάλιστα μὲ δόξα, πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀποκαλύψει περισσότερα. Τώρα ὅμως μὲ τὴν προσευχή Του, τὸ ἀποκαλύπτει στὸν κόσμο ὁλόκληρο. Γιατί τώρα μόνο; Ἐπειδὴ γνωρίζει ὡς παντογνώστης πώς ἡ προσευχή Του θὰ φτάσει στ’ αὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων μόνο μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, τότε πού θὰ εἶναι εὔκολο νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι στὴν προαιώνια δόξα Του.

Ἡ δόξα Του εἶναι ἴδια μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα, ἀφοῦ εἶναι «δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α’ 14). Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς πώς «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ’ 15); Ἑπομένως ἡ δόξα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ δική Του δόξα. Τόσο στὴ δόξα ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα. Τότε γιατί προσεύχεται στὸν Πατέρα νὰ τὸν δοξάσει; Δέν ζητάει νὰ δοξαστεῖ ὡς πρὸς τὴ Θεία φύση Του, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπινη. Γιὰ τὸν πλασμένο κόσμο ἡ ἀνθρώπινη φύση Του εἶναι καινούργια, ὄχι ἡ Θεία. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του πρέπει νὰ θεωθεῖ, νὰ φτάσει στὴ Θεία δόξα, ὥστε κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ προσεγγίσουμε τὴ δόξα Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος, τὸ στεφάνωμα ὅλων ὅσα ἔκανε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς εἰρήνευσης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ εὐλογημένη υἱοθεσία τους ὡς κατὰ Χάρη υἱῶν, μέσω τῆς δόξας τοῦ Θεανθρώπου.

Πρόσεξε ἐπίσης ποιὰ σπουδαία στιγμὴ διάλεξε ὁ Κύριος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Πατέρα καὶ νὰ τὸν δοξάσει. Κι αὐτὸ ἔγινε τότε πού, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος,τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὁ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω. Αὐτὴ εἶναι μιὰ πολὺ καθαρὴ καὶ σαφὴς διδασκαλία πρὸς ἐμᾶς. Μᾶς λέει πώς, γιὰ νὰ περιμένουμε ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ τηρήσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θυμήσου τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πώς, στὸ τέλος τοῦ χρόνου, ὅταν «μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (Ματθ. ιστ’ 27). Εὐλογημένοι καὶ μακάριοι θὰ εἶναι τότε οἱ ἅγιοι κι οἱ δίκαιοι, γιατί θὰ λάβουν ὡς ἀνταπόδοση ἑκατὸ φορὲς περισσότερα ἀπ’ ὅσα καλὰ ἔργα ἔκαμαν, θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο μὲ τὸ φῶς τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ, μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Ὑψίστου.

«᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι» (Ἰωάν. ιζ’ 6). Ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ πού φανέρωσε ὁ Κύριος στὸν κόσμο; τὸ ὄνομα «Πατέρας». Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο τόσο στοὺς εἰδωλολάτρες ὅσο καὶ στοὺς Ἰουδαίους. Εἶναι μιὰ ὁλότελα καινούργια ἀποκάλυψη στὸν κόσμο. οἱ προφῆτες κι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γνώριζαν τὸν Θεὸ μὲ τὰ ὀνόματα «Θεός», «Δημιουργός», «Κύριος», «Βασιλιᾶς», «Κριτής», ποτὲ ὅμως δὲν τὸν ἤξεραν ὡς «Πατέρα». Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ἀνά τούς αἰῶνες.

Κανένας θνητὸς ἄνθρωπος δέν θὰ μποροῦσε ν’ ἀποκαλύψει τὸ οἰκεῖο αὐτὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιατί κανένας θνητὸς δέν θὰ μποροῦσε νὰ νιώσει τὴν πατρότητα τοῦ Δημιουργοῦ Του, ζώντας κάτω ἀπὸ τὸ ζυγὸ τοῦ σκότους καὶ τοῦ τρόμου, τῆς ἁμαρτίας. Κι αὐτὸ πού δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανείς, ἀκόμα κι ἂν τὸ ἐκφράσει μὲ τὴ γλώσσα του, δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ σημασία. Μόνο ὁ Μονογενὴς Υἱός μπορεῖ ν’ ἀποκαλέσει τὸν Θεὸ «Πατέρα». «Ὁμονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α’ 18).

Σὲ ποιὸν ἀποκάλυψε ὁ Κύριος τὸ γλυκύτατο αὐτὸ ὄνομα τοῦ «Πατέρα»; Στοὺς ἀνθρώπους,οὕς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Κάποιοι σχολιαστὲς νομίζουν πώς τόνισε ἰδιαίτερα ἐκ τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι ἀναφέρεται στοὺς ἀγγέλους, τοὺς «οὐράνιους ἀνθρώπους», ἀλλά στοὺς συνηθισμένους, τοὺς ἐπίγειους ἀνθρώπους. Ὁπωσδήποτε ὅμως φαίνεται πιὸ ὀρθὸ νὰ θεωρήσουμε πώς ὁ Κύριος ἐδῶ ἀναφέρεται στοὺς μαθητές Του, τόσο μὲ τὴ στενὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια. Αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια ἀπὸ ἐκεῖνα πού λέει στὴ συνέχεια στὴν προσευχή Του: «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ» (Ἰωάν. ιζ’ 20). Τὸ σκεπτικὸ ἐκείνων πού ἰσχυρίζονται πώς στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ὁ «προορισμός», πού διακρίνουν στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ προειλημμένη ἀπόφαση σωτηρίας ἡ καταδίκης, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμο.

«Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας» (Ἰωάν. ιζ’ 6). Δηλαδή, δικοί Σου ἦταν ὡς πλάσματα καὶ δοῦλοι, Σὲ γνώριζαν μόνο ὡς Δημιουργὸ καὶ Κριτή. Τώρα ὅμως ἔμαθαν ἀπὸ Ἐμένα τὸ γλυκύτερο καὶ ἀγαπητὸ ὄνομά Σου, υἱοθετήθηκαν ἀπὸ Μένα κατὰ Χάρη. Μοῦ τοὺς ἔδωσες ὡς σκλάβους, γιὰ νὰ τοὺς παραδώσω σὲ Σένα ὡς υἱούς. Ἀπόδειξαν πώς εἶναι ἄξιοι τῆς τιμῆς αὐτῆς, γιατίτὸν λόγον σου τετηρήκασι. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς μαθητές Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Καὶ συνεχίζει τὰ ἐγκώμια Του:

«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν» (Ἰωάν. ιζ’ 7). οἱ πονηροὶ Ἰουδαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸ καταλάβουν αὐτό. Γι’ αὐτὸ καὶ συκοφαντοῦσαν τὸν Κύριο, ἔλεγαν πώς εἶχε δαιμόνιο καὶ πώς ἡ θαυματουργική Του δύναμη προερχόταν ἀπὸ τὸν Βεελζεβούλ, τὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων. Πρέπει νὰ ‘χουμε κατὰ νοῦ πώς ἀνάμεσα στοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ὑπῆρχε κάποια σύγχυση καὶ διαφωνία γιὰ τὸν Χριστό: Ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ὄχι; Ἔτσι μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε γιατί ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς ἀποστόλους πού πίστευαν πώς ἦταν Θεός.Πάντα ὅσα δέδωκάς μοι,δηλαδή, ὅλα τὰ λόγια κι ὅλα τὰ ἔργα.

«Ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰωάν. ιζ’ 8). Μὲ τὰ ρήματα πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη πού ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του, ὄχι μόνο τὰ λόγια. Τὴν ἐνέργεια τῆς σοφίας καὶ τῆς δύναμης τὴν εἶχαν ἤδη δοκιμάσει οἱ μαθητὲς ὅλο τὸ διάστημα πού ἔζησαν κοντὰ στὸν Κύριο στὴ γῆ καὶ εἶχαν πειστεῖ πώς ὅλη ἡ σοφία κι ἡ δύναμή Του ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό.

«᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι» (Ἰωάν. ιζ’ 9). Μήπως αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Κύριος δὲν προσεύχεται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλά μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του; οἱ μαθητὲς ἦταν ἡ καλὴ γῆ, ὅπου ὁ οὐράνιος Σπορέας ἔσπειρε τὸ σωστικό Του σπόρο. Γιὰ τὸν ἀγρό αὐτόν, πού ὁ ἴδιος ὁ Σπορέας καλλιέργησε κι ἔσπειρε, προσευχήθηκε στὸ πρῶτο μέρος.

Ὁ Κύριος τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πώς πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ταπεινοφροσύνη μόνο αὐτὰ πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα. Μέσα στὴν ἀκαλλιέργητη καὶ ἄγονη γῆ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὁ ἴδιος διάλεξε ἕνα μικρὸ ἀγρό, τὸν περιέφραξε κι ἔσπειρε ἐκεῖ τὸν πολύτιμο σπόρο. Καθὼς ὁ σπόρος αὐτὸς ἀναπτύσσεται καὶ καρποφορεῖ, ὁ ἀγρὸς μεγαλώνει κι ὁ σπόρος ποὺ θὰ σπαρεῖ θὰ εἶναι περισσότερος. Ἑπομένως δὲν εἶναι φυσικὸ γιὰ τὸ γεωργὸ νὰ προσεύχεται μόνο γιὰ τὸν περιφραγμένο, καλλιεργημένο καὶ σπαρμένο ἀγρό κι ὄχι γιὰ τὸν ἄγονο κι ἀκαλλιέργητο;

Πολλοὶ νεωτεριστὲς στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας, φυσιωμένοι ἀπὸ τὶς γνώσεις καὶ τὴν ἔπαρσή τους, προσπάθησαν μὲ τὶς θεωρίες τους νὰ φέρουν τὴν εὐτυχία στὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ μιὰ κίνηση, κάνοντας ἔκκληση σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. οἱ προσπάθειές τους ὅμως γρήγορα ἐκμηδενίστηκαν καὶ χάθηκαν σὰν φουσκάλες τοῦ νεροῦ, ἀφήνοντας τὸν ἀπατημένο κόσμο σὲ ἀκόμα μεγαλύτερη δυστυχία.

Τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἔχουν μιὰν ἀόρατη, μιὰ δυσθεώρητη ἀρχή, ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σιναπιοῦ πού σπέρνεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς κι ἀναπτύσσεται ἀργά. Ὅταν μεγαλώσει ὅμως καὶ γίνει δέντρο, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κουνήσει κανένας ἄνεμος. Ὅταν γίνεται σεισμὸς καταστρέφει πύργους ὑψηλούς, κατασκευάσματα ἀνθρώπων, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ βλάψει οὔτε ἕνα δέντρο. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ Κύριος δὲν μπορεῖ νὰ προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του, ἀλλά ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, καὶ περὶ τῶν πιστευὸντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ. Καὶ πάλι ὅμως ὄχι γιὰ ὅλους τούς ἄγονους κι ἀκαλλιέργητους ἀγροὺς τοῦ κόσμου, ἀλλά μόνο γιὰ τὸν διευρυμένο ἀγρό, ὅπου οἱ μαθητὲς θὰ σπείρουν τὸν πολύτιμο σπόρο τοῦ εὐαγγελίου.

«Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ’ 10). Ἐκτός ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά Του, ὁ Υἱός εἶναι σὲ ὅλα ἴσος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἴσος στὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἀθανασία  ἴσος στὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία  ἴσος στὴ σοφία καὶ τὴ δικαιοσύνη. Στὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τους ὅμως, ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς εἶναι γεννητὸς καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἡ σχέση τοῦ Πατέρα μὲ τὸν Υἱό εἶναι τοῦ Γεννήτορα καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τῆς Πηγῆς. Ἡ κυριότητα κι ἡ αὐθεντία σ’ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀόρατου κόσμου ἀνήκουν ἐξίσου καὶ ἀδιαίρετα στὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ οὐσία κι ἡ ὕπαρξη τῶν τριῶν προσώπων εἶναι μιὰ ἀόρατη μονάδα, τῶν ὑποστάσεων εἶναι ἀσύγχυτη Τριάδα.

Ἔτσι ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας τὰ ἔχει καὶ ὁ Υἱός καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά.Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκουν στὸν Πατέρα ὅπως ἀνήκουν καὶ στὸν Υἱό, καθὼς καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ὁ Κύριος εἶπε λίγο νωρίτερα,Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας καὶ τώρα λέει, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά; Ἐπειδὴ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πατέρα τοὺς εἶχε παραλάβει ἀπὸ Ἐκεῖνον ὡς ἀκατέργαστο ὑλικὸ κι ὁ ἴδιος τούς ἐπεξεργάστηκε καὶ τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Καὶ τώρα τοὺς παραδίδει ξανὰ καλλιεργημένους καὶ λυτρωμένους στὸν Πατέρα Του. Ἑπομένως ὅσα εἶναι τοῦ Πατέρα εἶναι δικά Του  κι ὅσα εἶναι δικά Του, εἶναι καὶ τοῦ Πατέρα.

Ὅπως εἶναι δύσκολο νὰ μοιράσεις τὴν ἀγάπη δυὸ ἀνθρώπων πού ἀγαπιοῦνται, τὸ ἴδιο εἶναι καὶ νὰ μοιράσεις αὐτὸ πού ἀνήκει ξεχωριστὰ στὸν καθένα. Ὁ Κύριος εἶπε ἐπίσης: «καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς». Ὡς Θεὸς δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους. Κι ὡς ἄνθρωπος δοξάζεται ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ τῶν ἀγγέλων. Ἀπὸ τί ἐγκωμιάζεται ἕνα δέντρο ἂν ὄχι ἀπό τούς καρπούς του; Ὁ Κύριος δέν ζητεῖ μάταιη δόξα, κενή, ζητεῖ τὴ δόξα Του ἀπό τούς καρποὺς Του -τοὺς μαθητές Του- πού τὸν ἀκολούθησαν μὲ πίστη καὶ καλὰ ἔργα, μὲ ἀγάπη καὶ ζῆλο. Ὑπάρχουν γονεῖς πού ζητοῦν μεγαλύτερη δόξα ἀπ’ αὐτὴν πού τοὺς δίνουν τὰ παιδιά τους; Ἡ μεγαλύτερη χαρὰ τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ παιδιά Του, τοὺς πιστοὺς ὀπαδούς Του.

«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. ιζ’ 11). Γιατί λέει ὁ Κύριος πώς δὲν εἶναι πιὰ στὸν κόσμο; Ἐπειδὴ τελείωσε τὸ ἔργο Του καὶ τώρα πιὰ περιμένει νὰ ὑποστεῖ τὸ ἔσχατο καὶ μέγιστο πάθος, νὰ σφραγίσει τὸ τελειωμένο ἒργο μὲ τὸ ἀθῶο αἷμα Του.

Προσέξτε μὲ πόση ἀγάπη προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του! Καμιὰ μητέρα δέν θὰ προσευχόταν μὲ τόση στοργὴ γιὰ τὰ παιδιά της. «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς». Τοὺς ἀφήνει ὡς πρόβατα ἀνάμεσα σὲ λύκους. Ἂν δὲν τοὺς προστάτευε κάποιο μάτι ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ τοὺς εἶχαν κατασπαράξει ὅλους οἱ λύκοι. Τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ὡς γονιός, ὡς Πατέρας. Γίνου δικός τους Πατέρας, ὅπως εἶσαι καὶ δικός Μου. Μὲ τὴν πατρική Σου ἀγάπη στήριξέ τους καὶ προστάτεψέ τους ἀπό τους κακοὺς λύκους, ὁδήγησέ τους, ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς. Στὴν τέλεια αὐτὴ ἑνότητα δέν θὰ δεῖς μόνο τὴν πανίσχυρη δύναμη τῶν πιστῶν, μὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱός ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία καὶ διαφέρουν μόνο στὰ πρόσωπα, ἂς γίνει τὸ ἴδιο καὶ στοὺς πιστούς: πολλὰ καὶ διάφορα τὰ πρόσωπα, ἀλλά οὐσιαστικὰ ἕνας στὴν ἀγάπη, τὸ θέλημα καὶ τὸ νοῦ.

Καὶ συνεχίζει ὁ Κύριος: «Ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ» (Ἰωάν. ιζ’ 12). Κανένας ἀπ’ ὅσους διάλεξε ὁ Κύριος δέν θὰ χαθεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰούδα τὸν προδότη, ὅπως εἶναι γραμμένο καὶ στὴ Γραφή. Ὁ Ἰούδας βέβαια δέν χάθηκε ἐπειδὴ εἶναι γραμμένο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔδειξε ὅτι ἀπίστησε στὸν Θεὸ καὶ λάτρεψε τὸ χρῆμα. Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἔχουν γραφεῖ τὰ ἑξῆς προφητικὰ λόγια γιὰ τὸν Ἰούδα: «Ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ’ ἐμέ πτερνισμὸν» (Ψαλμ. μ’ 10), τὸ χωρίο αὐτό ἐξηγεῖ ὁ Ἰωάννης στὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. ιγ’ 18). «Καί τήν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος»(Ψαλμ. ρη’ 8), ἀναφέρει ξανὰ ἡ Ἁγία Γραφή. Καὶ οἱ δυὸ αὐτὲς προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν στὸν Ἰούδα. Ἔφαγε τὸν ἄρτο μαζὶ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ κι ἔπειτα σήκωσε τὴν φτέρνα ἐναντίον Του, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Ὁ τρώγων μετ’ ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ’ ἐμέ τὴν πτέρναν» (Ἰωάν. ιγ’ 18). Καὶ μετὰ τὴν προδοσία του ὁ Ἰούδας κρεμάστηκε κι ὁ Ματθίας πῆρε τὴν ἀποστολικὴ θέση του. Καὶ τελειώνει ὁ Κύριος:

«Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ’ 13). Ὁ Κύριος κάνει τὴν προσευχὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο προτοῦ ἀποχωριστεῖ ἀπό τούς μαθητές Του κι ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς τὸν περιμένει ὁ θάνατος κι ὁ τάφος. δέν μιλάει γι’ αὐτὸ ὅμως στὸν ἀθάνατο Πατέρα Του, ἀφοῦ ὁ θάνατος κι ὁ τάφος δὲν ἔχουν καμιὰ σημασία στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Μιλάει γιὰ ἐπιστροφὴ στὸν Πατέρα Του –νῦν δέν πρὸς σὲ ἔρχομαι– στὴν αἰώνια δόξα –τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Μετὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του, γιὰ νὰ ἔχουν τὴ δική Του χαρὰ καὶ μάλιστα πεπληρωμένην.

Τί εἴδους χαρὰ εἶναι αὐτή; Εἶναι ἡ χαρὰ πού ἔχει ὁ ὑπάκουος γιὸς ὅταν ἐκπληρώνει τὸ θέλημα τοῦ πατέρα του. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ εἰρηνοποιοῦ, πού ἡ δική του ἐσωτερικὴ καὶ θεϊκὴ εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ διαταραχθεῖ ἀπὸ τὰ παραληρήματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νοικοκύρη, πού ἀφοῦ καθάρισε τὸν ἀγρό του, τὸν ὄργωσε καὶ τὸν ἔσπειρε, ὕστερα βλέπει τὸν καρπὸ ν’ ἀναπτύσσεται, νὰ ὡριμάζει καὶ ν’ ἀποδίδει. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νικητή, πού κατατρόπωσε ὅλους τούς ἐχθρούς του καὶ χάρισε τὴ δύναμη τῆς νίκης στοὺς φίλους του, γιὰ νὰ ‘ναι νικητὲς ὡς τὸ τέλος τοῦ χρόνου. Εἶναι τελικὰ ἡ χαρὰ τῆς ἁγνῆς καὶ θεοφίλητης καρδιᾶς, ἡ χαρὰ αὐτὴ πού εἶναι ζωή, ἀγάπη καὶ δύναμη. Τέτοια χαρὰ εἶναι στὴν πληρότητά της ἐκείνη πού ζητοῦσε ὁ Κύριος γιὰ τοὺς μαθητὲς Του προτοῦ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο.

Ἡ προσευχὴ αὐτὴ πού ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του εἶχε τὴν ἄμεση καὶ πλήρη προσοχὴ τοῦ Πατέρα Του. Τ’ ἀποτελέσματά της φάνηκαν σύντομα. Τὴ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του ὁ πρωτομάρτυρας τῆς χριστιανικῆς πίστης ἀρχιδιάκονος Στέφανος, εἶδε «δόξαν Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ζ’ 55). Κι ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος γράφει πώς ὁ Θεὸς «ἐκάθισεν (τὸν Χριστὸ) ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζόμενου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά καί ἐν τῷ μέλλοντι· καὶ πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ» (Ἐφ. α’ 20-22). Αὐτὰ ἀναφέρονται στὴ δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιὰ τὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῶν πιστῶν τώρα, ὅλα ἐξελίχτηκαν ἀκριβῶς ὅπως ὁ ἴδιος ζήτησε ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. Στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων ἀναφέρεται πώς, «ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν» (Πράξ. α’ 14) καὶ, «τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία» (Πράξ. δ’ 32).

Ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναφέρεται μόνο στοὺς ἀποστόλους -ἂν καὶ κατὰ κύριο λόγο ἀναφέρεται σ’ αὐτοὺς- ἀλλά καὶ σ’ ὅλους ἐκείνους πού πίστεψαν ἤ θὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ λόγια τους. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἑπομένως ἦταν καὶ γιὰ τοὺς ἅγιους πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού γιορτάζουμε σήμερα. Τήρησον αὐτούς, προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα Του. Κι ὁ Πατέρας τοὺς τήρησε καὶ τοὺς προφύλαξε ἀπὸ τὶς πλάνες τοῦ Ἀρείου. Τοὺς φώτισε, τοὺς ἐνέπνευσε καὶ τοὺς ἐνίσχυσε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη.

Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ὅμως ἔγινε καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς πού ἔχουμε βαφτιστεῖ στὴν ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ πού μάθαμε ἀπό τούς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα μας.

Ἀδελφοί μου! Σκεφθεῖτε πώς ὁ Κύριος Ἰησοῦς λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του, ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια, σκέφτηκε καί σᾶς, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς! Εὔχομαι ἡ παντοδύναμη αὐτὴ προσευχὴ νὰ σᾶς προστατεύει καὶ νὰ σᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, νὰ σᾶς γεμίζει χαρὰ καὶ νὰ ἑνώσει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές σας! Εἴθε καὶ μεῖς νὰ δοξολογοῦμε ἑνωμένοι τὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

Ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος

ΠΗΓΗ: https://www.imaik.gr/

Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος)

 

ταν τ χελιδόνια μένουν π τροφ κα τ κρύο πλησιάζει, ξεκινον τ ταξίδι τους γι τ θερμ κλίματα. κε θ βρον πολ λιο κα ρκετ τροφή. να χελιδόνι πετ μπροστά, δοκιμάζει τν έρα κα δείχνει τ δρόμο. λα τ πόλοιπα χελιδόνια κολουθον τν πορεία του.

ταν ο ψυχς μας μένουν π τροφ στν λικ κόσμο κι ταν κρυάδα το θανάτου πλησιάζει, τότε τί καλ θ ταν ν πρχε να χελιδόνι σν κι κενο, ν μς δηγήσει σ τόπο θερμό, που θ βρίσκαμε πολλ πνευματικ ζέστη κα τροφή! πάρχει ραγε τέτοιος τόπος; Κα μπορομε ραγε ν βρομε τέτοιο χελιδόνι;

ξω π τν κκλησία το Χριστο δν πάρχει κανένας πού ν μπορε ν δώσει ξιόπιστη πάντηση στ ρώτημα ατό. Μόνο κκλησία γνωρίζει κα μάλιστα μ βεβαιότητα. κκλησία γνωρίζει τ κομμάτι κενο το παραδείσου πού νοσταλγε ψυχή μας, τώρα πού ζε στ παγωμένο σύθαμπο τς πίγειας παρξής μας. Γνωρίζει πίσης τ ελογημένο κενο χελιδόνι, τ πρτο πού πετάει πρς τν τόπο τς νοσταλγίας, τς παγγελίας, πού διαλύει τ σκοτάδι, διαπερν μ τ δυνατ φτερ του τ βαρι τμόσφαιρα νάμεσα σ γ κα οραν κι νοίγει τ δρόμο γι τ σμνος πού κολουθε. Κι κόμα στρατευόμενη κκλησία στ γ θ σο πε γι’ μέτρητα σμήνη χελιδονιν πού κολούθησαν τ πρτο Χελιδόνι κα πέταξαν μαζί Του στν ελογημένο τόπο, που φθονον λα τ’ γαθ, τν τόπο τς αώνιας νοιξης.

Θ χεις ντιληφθε πώς μ τ σωστικ ατ χελιδόνι ννο τν ναληφθέντα Κύριο ησο Χριστό. διος δν επε πώς εναι δός; Δν επε διος στος ποστόλους, «πορεομαι τοιμσαι τπον μν· κα ἐὰν πορευθ κα τοιμσω μν τπον, πλιν ρχομαι κα παραλψομαι μς πρς μαυτν» (ωάν. ιδ’ 2, 3); Κα πρν π’ατ δν τος εχε πε«κγώ ἐὰν ψωθ κ τς γς, πάντας λκύσω πρς μαυτόν» (ωάν.ιβ’ 32); λ’ ατ πού διος εχε πε, ρχισαν ν κπληρώνονται λίγες βδομάδες ργότερα κα συνεχίζουν ν κπληρώνονται μέχρι σήμερα κα θ κπληρώνονται ς τ συντέλεια το κόσμου. Ατ σημαίνει πώς Χριστός, πού ταν ρχή τς πρώτης δημιουργίας το κόσμου, γινε ρχή κα τς δεύτερης δημιουργίας ελογημένη νακαίνιση τς παλις.

μαρτία δεσε τ φτερ το δμ κα τν πογόνων του κι τσι πομακρύνθηκαν λοι π τν Θεό, τος τύφλωσε διος πηλς π τν ποο εχαν πλαστε. Χριστός, πρτος δμ κα πρτος νθρωπος, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ταν πρτος πού ναλήφθηκε μ πνευματικ φτερ στν ορανό, στ θρόνο τς αώνιας δόξας κα δύναμης. Βάδισε τ δρόμο πρς τν οραν κα νοιξε λες τς πύλες του γι τος πιστος πού χουν νοιγμένα τ πνευματικ φτερά τους, πως ετς νοίγει τ δρόμο γι τ ϊτόπουλα, πως τ χελιδόνι πού πετ πρτο, πικεφαλς, δείχνει στ σμνος τ δρόμο κι κμηδενίζει τν ντίσταση το έρα.

«Τς δώς μοι πτέρυγας σε περιστερς κα πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ’ 7), ναφωνε θλιμμένος Ψαλμωδς πρν π τν λευση το Χριστο. Γιατί; ξηγε διος: « καρδιά μου ταράχθη ν μοί, κα δειλία θανάτου πέπεσεν π’ μέ· φόβος κα τρόμος λθεν π’ μέ, κα κάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5,6). Τέτοια τρομερ ασθηση νεκρικς παρξιακς γωνίας πρέπει ν πικρατοσε στς ρημις ατς τς ζως, σν φιάλτης σκοτεινς πού βάραινε λο τ λογικ κα δίκαιο κόσμο πρν π τν λευση το Χριστο.

«Ποις θ μο δώσει φτερ γι ν πετάξω μακρι π’ατ τ ζωή;» πρέπει ν ταν ρώτηση πού καναν πολλς εγενικς κι εαίσθητες ψυχές. λλά πο θ κατευθυνθες, μαρτωλ νθρώπινη ψυχή; Μπορες κόμα ν νειρεύεσαι, ν νιώθεις τν τόπο τς θαλπωρς κα το φωτς π’ που ξορίστηκες; ο πύλες κλεισαν πίσω σου, τς προσέχουν τ χερουβμ μ τ πύρινα ξίφη τους, γι ν μποδίσουν τν προσέγγισή σου. μαρτία κόλλησε τ φτερά σου, χι τ φτερ το πτηνο, μ τ θεϊκά, κι χεις γκλωβιστε στ γ. Χρειάζεσαι κάποιον γι ν σ’ λευθερώσει πρτα π τ δεσμ τς μαρτίας, ν σ καθαρίσει κα ν ν σ βοηθήσει ν σταθες ρθιος. Μετ χρειάζεσαι κάποιον ν τοποθετήσει νέα φτερά, γι ν μπορέσεις ν πετάξεις. Μετ θ χρειαστες κάποιον λλον, κάποιον πολ δυνατό, γι τν ποο θ παραμερίσουν τ χερουβμ μ τ πύρινα ξίφη, στε γι χάρη Του ν περάσεις στν νδοξη πατρίδα σου. Κα τελευταο, χεις νάγκη π κάποιον πού θ ζητήσει γι λογαριασμό σου λεος π τν Δημιουργό, στε ν σ δεχτε ξαν στν τόπο τς αώνιας πατρίδας.

Ατς «κάποιος» ταν γνωστος στν προχριστιανικ κόσμο. Ατοαποκαλύφτηκε ς Κύριος κα Σωτήρας μας ησος Χριστός, Υἱὸς το Ζντος Θεο. π γάπη γι σένα κατέβηκε π τν οραν στ γ, ντύθηκε νθρώπινη σάρκα, φυλακίστηκε γι χάρη σου, πειδ σουν φυλακισμένος, δρωσε, κρύωσε, πείνασε κα δίψασε, δέχτηκε μπτυσμούς, καρφώθηκε στ σταυρό, μεινε στν τάφο τρες μέρες, κατέβηκε στν δη γι ν καταστρέψει μι φυλακ χειρότερη π τν παροσα ζωή, πού εχε προετοιμαστε γι σένα ταν ψυχή σου θ χωριζόταν π τ σμα. Καί λ’ ατ γι ν σ σώσει π κε πού κυλιόσουν στ λάσπη τς μαρτίας, ν σ κάνει ν σταθες ρθιος. Μετ ναστήθηκε «κ νεκρν», γι ν δώσει κα σ σένα φτερά, ν πετάξεις στν ορανό. Τελικ ναλήφθηκε στν οραν γι ν’ νοίξει κα γι σένα τ δρόμο, ν σ δηγήσει στ σκηνώματα τν γγέλων.

Τώρα δν χεις λόγο ν’ ναστενάζεις μ φόβο κα τρόμο, πως προφητάνακτας Δαβίδ, οτε ν πιθυμες πτέρυγας σε περιστερς. Τώρα μφανίστηκε ετός, πού νοιξε τ φτερά Του κα σο δειξε τ δρόμο. Τ μόνο πού χεις ν κάνεις, εναι ν’ ναπτύξεις τ πνευματικ φτερ πού σο δόθηκαν ταν βαφτίστηκες στ νομά Του κα ν πιθυμήσεις μ’ λη σου τν ψυχ ν’ νεβες κε που ναλήφθηκε διος. Κύριος κανε τ νενήντα ννι π τ κατ βήματα πού χρειάζεσαι γι τ σωτηρία σου. Δν θ προσπαθήσεις ν κάνεις τ βμα πού πέμεινε γι ν πιτύχεις τ σωτηρία σου, ταν μάλιστα «οτω γρ πλουσως πιχορηγηθσεται μν εσοδος ες τν αἰώνιον βασιλεαν το Κυρου μν κα Σωτρος ᾿Ιησο Χριστο» (Β’ Πέτρ.α’ 11);

νάληψη το Κυρίου π τ γ στν οραν ταν τόσο πρόσμενη στος νθρώπους, σο ταν κα στος γγέλους λευσή Του π τν οραν στ γ κι κατ σάρκα γένννησή Του. λλά κα ποι γεγονς στ ζωή Του δν ντιπροσωπεύει κάτι μοναδικ κι πρόσμενο στν κόσμο; πως ο γγελοι παρατηροσαν μ θαυμασμ πς ξεχώριζε Θες τ φς π τ σκοτάδι στν πρώτη δημιουργία κα τ νερ π τν ξηρά, πς τοποθέτησε τ στρα στν οράνιο θόλο κα πς δημιούργησε τ φυτ κα τ ζα π τ γ κα τελικ πλασε τν νθρωπο, δίνοντάς του ψυχ ζσα, τσι κι μες λοι βλέπουμε μ θαυμασμ τ γεγονότα τς ζως το Σωτήρα μας, π τν Εαγγελισμ τς Παναγίας Παρθένου ς κα τν νδοξη νάληψή Του στ ρος τν λαιν. π μι πρώτη ματι ταν λα πρόσμενα, ναπάντεχα. ταν μως γίνεται φανερ πώς πηρετον τ σχέδιο τς σωτηρίας μας, λοι ο λογικο νθρωποι πρέπει ν κραυγάσουν μ χαρ κα ν δοξολογήσουν τ δύναμη το Θεο, τ σοφία κα τν γάπη Του γι τ νθρώπινο γένος.

Δν μπορες ν’ φαιρέσεις κάποιο γεγονς π τ ζω το Χριστο κα ν μ παραμορφώσεις λόκληρο τ ργο Του, πως δν μπορες ν κόψεις τ χέρι νς νθρώπου τ πόδι του κα ν μ τν παραμορφώσεις, ν βγάλεις π τν οράνιο θόλο τ φεγγάρι να μέρος π τ μυριάδες στρα κα ν μν παραμορφώσεις τν τάξη κα τ κάλλος το ορανο. Γι’ ατ μ σκέφτεσαι πώς σως «δν ταν παραίτητο ν’ ναληφθε Κύριος». ταν μερικο πό τούς ουδαίους ναγκάστηκαν ν παραδεχτον κα ν κραυγάσουν πώς «καλς πάντα πεποίηκε» (Μάρκ. ζ’ 37), πς μες πού βαφτιστήκαμε στ νομά Του ν μν πιστέψουμε πώς λα σα κανε ταν καλά; λα τ σχεδίασε κα τ φτιαξε μ μεγάλη σοφία. Κα νάληψή Του ταν καλ σχεδιασμένη, μ πολλ σοφία, πως ταν κι νσάρκωση, τ Βάπτισμα, Μεταμόρφωση κι νάστασή Του. «Συμφέρει μν να γ πέλθω» (ωάν. ιστ’ 7), επε Κύριος στος μαθητές Του.

 Βλέπεις πώς ρυθμίζει κα κάνει τ πάντα γι τ καλ τν νθρώπων; Κάθε λόγος κα κάθε πράξη Του χουν ς σκοπ τους τ καλ λων μας. Διαφορετικ δν θ εχε ναληφθε. ς μείνουμε μως στ διο τ γεγονς τς νάληψης, πως τ περιγράφει εαγγελιστς Λουκς στ δυό του ργα: στ Εαγγέλιο κα στς Πράξεις τν ποστόλων.

Επε Κύριος στος μαθητές Του: «επεν ατος τι οτω γγραπται κα οτως δει παθεν τν Χριστν κα ναστναι κ νεκρν τ τρτ μρ» (Λουκ. κδ’ 46). π ποιν γέγραπται; Τ γιο Πνεμα τ γραψε, μέσ τν προφητν στ νόμο το Μωυσ, στος προφτες κα στος Ψαλμούς. Κύριος κτιμ τ βιβλία ατά, στ μέτρο πού ναφέρονται προφητικ σ σα πρόκειτο ν το συμβον. κε εχαν γραφε κι κπληρώθηκαν. κε πρχε σκιά, δ ζω κι λήθεια.

«Τότε διήνοιξεν ατν τν νον το συνιέναι τς γραφάς» (Λουκ. κδ’ 45). «διάνοιξη» το νο εναι θαμα σο μ νάσταση νεκρν, γιατί κάτω π τ πυκν πέπλο τς μαρτίας, νθρώπινη ντίληψη βρίσκεται στ σκοτάδι το τάφου. Διαβάζει, μ δν καταλαβαίνει, κοιτάζει, μ δ βλέπει, φουγκράζεται, μ δν κούει. Ποις νθρωπος στν ερουσαλμ εχε δε κι εχε διαβάσει καλύτερα πό τούς Γραμματες τ λόγια τν Γραφν; Μ τ προσέξανε τόσο λίγο! Γιατί Κύριος δν τράβηξε τν πυκν πέπλο π τ νο τους, στε ν κατανοήσουν κι ατο πως ο πόστολοι; πειδ ο πόστολοι θέλησαν ν γίνει ατ ν ο Γραμματες ρνήθηκαν. πειδ ο Γραμματες κι ο πρεσβύτεροι επαν τι «οτος νθρωπος μαρτωλός στι» κα περίμεναν τν εκαιρία γι ν τν σκοτώσουν, ο πόστολοι μως επαν: «Κύριε, πρς τίνα πελευσόμεθα; ρήματα ζως αωνίου χεις» (ωάν. στ’ 68). Θες «διανοίγει τ νο» κείνων πού τ θέλουν χορηγε τ ζν δωρ σ’ ατος πού διψνε, ποκαλύπτεται σ σους τν ναζητον.

«Οτω γέγραπται κα οτως δει…» ν τν γία Γραφ τν εχαν γράψει συνηθισμένοι νθρωποι, μ νθρώπινη ντίληψη, Υἱὸς το Θεο δν θ εχε ναφερθε στ κείμενά τους. Τ κείμενα τν προφητν μως ταν ργα το γίου Πνεύματος. Κι Θεός, πού εναι πιστς στς ποσχέσεις Του, στειλε τ Μονογεν Του Υό γι ν κπληρώσει τς προφητεες κα ν τηρήσει τς παγγελίες Του. «Οτως δει…» επε κενος πού βλέπει λόκληρο τν κτιστ κόσμο, π τ μι κρη στν λλη, πως νθρωπος βλέπει μι γραμμένη σελίδα πού χει μπροστά του. Κι ταν πάνσοφος λέει πώς «οτως δει…» δν εναι καταγέλαστοι ο τυφλο πού λένε πώς δν ταν παραίτητο ν γίνει νάληψή Του; πρεπε ν γίνει. Κύριος πρεπε ν πάθει στν ρα Του, ν χαρε στν αωνιότητα. πρεπε ν’ ναστηθε, γι ν’ ναστηθομε κι μες στν αώνια ζωή.

«Κα κηρυχθναι π τ νόματι ατο μετάνοιαν και φεσιν μαρτιν ες πάντα τ θνη, ρξάμενον π ερουσαλμ» (Λουκ. κδ’ 47). Μάρκος στ εαγγέλιό του ναφέρει τ διο μ λλα λόγια: «κηρύξατε τ εαγγέλιον πάσ τ κτίσει» (Μάρκ. ιστ’ 15). Πάσ τ κτίσει σημαίνει σ λους τούς νθρώπους. γιος Γρηγόριος Διάλογος, στν ΙΣΤ΄ μιλία του λέει: « νθρωπος χει κάτι κοιν μ λη τν κτίση. Μ τν πέτρα χει τν δια παρξη· μ τ ξύλο, τ ζωή· μ τ ζα, τς ασθήσεις· μ τος γγέλους, τ νοτσι μ τν κφραση πάσ τ κτίσει πρέπει ν ννοήσουμε τν νθρωπο».

ν Κύριος ησος δν εχε πάθει κα δν εχε πεθάνει γι τς μαρτίες μας, ποις πό μς θ γνώριζε πώς μαρτία εναι τέτοιο θανατηφόρο δηλητήριο; ν δν εχε ναστηθε, ποις πό μς, πού εχε νακαλύψει πόσο φοβερ πράγμα εναι μαρτία, θ εχε λπίδα; Τότε μετάνοια θ ταν νώφελη, συγχώρηση δύνατη. μετάνοια συνδέεται μ τ πάθος, συγχώρηση μ τν νάσταση, μέσω τς Θείας χάρης. Μ τ μετάνοια παλις νθρωπος τς μαρτίας πεθαίνει, δηγεται στν τάφο. Μ τ συγχώρηση γεννιέται νέος νθρωπος, στν καινούργια ζωή.

Προσέξτε! δ εναι ο πι χαρμόσυνες εδήσεις γι λα τ θνη τς γς, ξεκινώντας π τ εροσόλυμα. Εναι κενα πού επε ρχάγγελος Γαβριλ στ δίκαιο ωσφ μ τ λόγια το προφήτη: «Ατς γρ σώσει τν λαν ατο π τν μαρτιν ατν» (Ματθ. α’ 21). Ατ βεβαιώνει διος Κύριος, μ τν μπειρία κείνου πού παθε κα τ δικαίωμα Ατο πού νίκησε. Γιατί λέει μως, ρξάμενον π ερουσαλήμ; Γιατί στν ερουσαλμ γινε μέγιστη θυσία γι λόκληρη τν νθρωπότητα, πειδ κε λαμψε π τν τάφο τ φς τς νάστασης. ν ερουσαλμ ντιπροσωπεύει τ νο το νθρώπου, κατ κάποιο μυστηριώδη τρόπο εναι ενόητο πώς μετάνοια κι ταπείνωση πρέπει ν ξεκινήσουν π τ νο κι π κε ν διαχυθον σ’ λόκληρη τν παρξη.

περηφάνεια το νο στειλε τ σαταν στν κόλαση· περηφάνεια το νο χώρισε τν δμ κα τν Εα π τν Θεό, θησε τος Φαρισαίους κα τος Γραμματες ν σκοτώσουν τν Χριστό. περηφάνεια το νο εναι τ πι πρόσφορο δαφος γι ν’ ναπτυχθε μαρτία ς τς μέρες μας. ν νος το νθρώπου δν γονατίσει μπροστ στν Χριστό, τ γόνατά του δν θ λυγίσουν. ποιος ξεκίνησε ν ερηνέψει τ νο του μ τ μετάνοια, ρχισε δη ν θεραπεύει κα τ βαθύτερα τραύματά του.

«μες δ στε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. κδ’ 48). Μάρτυρες σ τί; Μάρτυρες τν παθν το Κυρίου, τς νδοξης νάστασής Του. Μάρτυρες τς νάγκης γι μετάνοια, μάρτυρες τς λήθειας, τς φεσης τν μαρτιν. ταν πόστολος Παλος π διώκτης λλαξε κι γινε πόστολος, Κύριος το επε: «ες τοτο γρ φθην σοι, προχειρσασθα σε πηρτην κα μρτυρα ν τε εδες ν τε φθσομα σοι» (Πράξ. κστ’ 16). Κι πόστολος Πέτρος επε στ πρτο κήρυγμά του πρς τ λα μετ τν κάθοδο το γίου Πνεύματος: «Τοτον τν ησον νέστησεν Θεός, ο πάντες μες σμεν μάρτυρες» (Πράξ. β’ 32). Λέει πίσης κι πόστολος κι εαγγελιστς ωάννης: « ωρκαμεν τος φθαλμος μν, θεασμεθα κα α χερες μν ψηλφησαν… παγγλλομεν μν τν ζων τν αἰώνιον» (Α’ ωάν. α’1, 3).

Ο πόστολοι ταν ατόπτες μάρτυρες το κηρύγματος το Χριστο, τν θαυμάτων Του κι λων κείνων πού γιναν στ διάρκεια τς πίγειας ζως Του, λων ατν στ ποα θεμελιώθηκε σωτηρία μας. κουσαν, εδαν, συμμετεχαν στν λήθεια. ταν ο πρτοι πού μπκαν στ πλοο τς σωτηρίας, γι ν γλιτώσουν π τν κατακλυσμ τς μαρτίας κα ν μπορέσουν ν βάλουν κι λλους στ πλοο γι ν τος σώσουν. νος τους παλλάχτηκε π τν περηφάνεια κι ο καρδις τους καθαρίστηκαν π τ πάθη. διος Κύριος τούς διαβεβαίωσε γι’ ατό: «δη μες καθαρο στε δι τν λγον ν λελληκα μν» (ωάν. ιε’ 3). Κι ταν μάρτυρες χι μόνο τν ξωτερικν πραγμάτων, πού μποροσαν ν δον, ν’ κούσουν, ν ρευνήσουν κα ν’ γγίξουν σχετικ μ τ λόγο το Θεο. ταν μάρτυρες κα τς σωτερικς ναγέννησης κα νακαίνισης το νθρώπου, μ τ μετάνοια κα τν κάθαρση π τν μαρτία. Τ εαγγέλιο δν νοίχτηκε μόνο μπροστ στ μάτια κα τ’ ατιά τους, λλά κα μέσα τους, στν καρδι κα τ νο τους. Στ τρία χρόνια πού ταν μαθητς το Χριστο, στν καρδι κα τ νο τους γινε λόκληρη πανάσταση.

πανάσταση ατ συνίστατο στν δυνηρ διαδικασία θανάτου το παλαιο νθρώπου, κα στν κόμα πι δυνηρ γέννηση μέσα τους το νέου, το καινο νθρωπου. Πόσους νεκρικος πόνους δοκίμασε ψυχ τους σότου ναγεννηθον, φωτιστον κα μπορέσουν τελικ ν’ ναφωνήσουν: «μες οδαμεν τι μεταβεβκαμεν κ το θαντου ες τν ζων» (Α’ ωάν. γ’ 14); Πόσος χρόνος, πόσος κόπος, πόση μφιβολία, φόβος, γωνία, περιπλάνηση κα ρευνα, σπου ν γίνουν ληθινο κα πιστο μάρτυρες τν σωματικν παθν, το θανάτου κα τς νάστασης το Κυρίου ησο, καθς κα τν δικν τους πνευματικν παθν, το θανάτου κα τς νάστασής τους; κενο τν καιρ βέβαια ο πόστολοι δν ταν ρκετ ριμοι κα πνευματικ σταθεροί.

Γι’ ατ κα Κύριος συνέχισε ν τος καθοδηγε σν παιδι κα ν τος νθαρρύνει τ στιγμ το χωρισμο μ τ λόγια: «Οκ φήσω μς ρφανος» (ωάν. ιδ’ 18). Γι’ ατ κι μεινε μαζί τους σαράντα μέρες μετ τν νάστασή Του «ος κα παρστησεν αυτν ζντα μετ τ παθεν ατν ν πολλος τεκμηροις, δι᾿ μερν τεσσαρκοντα πτανμενος ατος κα λγων τ περ τς βασιλεας το Θεο» (Πράξ. α’ 3). Κα τελικά τούς ποσχέθηκε ν τος στείλει τ γιο Πνεμα, δύναμιν ξ ψους.

«᾿Εξγαγε δ ατος ξω ως ες Βηθαναν, κα πρας τς χερας ατο ελγησεν ατος. κα γνετο ν τ ελογεν ατν ατος διστη π᾿ ατν κα νεφρετο ες τν ορανν». (Λουκ. κδ’ 50-51). Τί μεγαλειώδης, τί συγκινητικ ναχώρηση π τ γ! κε στν κρη το ρους τν λαιν, μ θέα τ λόφο που νεκρς Λάζαρος ναστήθηκε κα ξαναγύρισε στν πρόσκαιρη ατ ζωή, ναστημένος Κύριος ναλήφθηκε στ πειρα ψη τς αώνιας ζως. ναλήφθηκε στν ορανό, χι στ’ στρα, μ πάνω π’ ατά. Δν πγε κοντ στος γγέλους, λλά πάνω π’ ατούς, πάνω π τς οράνιες δυνάμεις, πάνω πό τούς χορος τν θανάτων κι οράνιων πάρξεων, πάνω π’ λα τ παραδείσια νδιαιτήματα τν γγέλων κα τν γίων.

ναλήφθηκε ψηλά, κε πού δν τν φτάνουν τ μάτια τν Χερουβίμ, στ θρόνο το Οράνιου Πατέρα, στ μυστικ θυσιαστήριο τς γίας κα Ζωοποιο Τριάδος. Τ μέτρα πού χουν ατ τ ψη δν πάρχουν στ δημιουργημένο κόσμο. Τ μόνο συγκρίσιμο μέγεθος σως εναι τ βάθος που ριξε περηφάνεια τν ωσφόρο, ποος ποστάτησε π τν Θεό. Τ βάθος που ωσφόρος θέλει ν ρίξει λόκληρο τ νθρώπινο γένος.

Κύριος ησος μς σωσε π τν τέλειωτο ατ λεθρο. Κι ντ γι τ βάθη τς βύσσου, μς νάστησε στ θεία ψη το ορανο. Γι δυ λόγους μς νάστησε: Πρτο πειδ διος ναστήθηκε ςνθρωπος κατ σάρκα, πως εμαστε κι μες· κα δεύτερο πειδ δν ναστήθηκε γι δική Του χάρη λλά γιά μς, γι ν μς νοίξει τ δρόμο τς ερήνευσης μ τν Θεό. ναλήφθηκε μ τ ναστημένο σμα Του, κενο πού ο νθρωποι εχαν σκοτώσει κι εχαν θάψει στ γ. Τος ελόγησε μ τ χέρια Του, πού φεραν τ σημάδια π τ καρφιά.

Ελογημένε, πολυεύσπλαχνε Κύριε, πόσο μεγάλο εναι τ λεός Σου! στορία τς λευσής Σου στν κόσμο ξεκίνησε μ ελογία κα τελειώνει μ ελογία. ταν ρχάγγελος Γαβριλ νάγγειλε τν λευσή Σου στν κόσμο, χαιρέτησε τν Παναγία Μητέρα Σου μ τ λόγια: «Χαρε, κεχαριτωμένη… ελογημένη σ ν γυναιξί!» (Λουκ. α’ 28). Τώρα πού ποχαιρετς κείνους πού πίστεψαν σ Σένα, νοιξες διάπλατα τ χέρια Σου κα τος δωσες τν ελογία Σου. , περευλογημένε! , Πηγ κάθε ελογίας! Ελόγησε καί μς, πως ελόγησες τος ποστόλους Σου!

«Κα ς τενζοντες σαν ες τν ορανν πορευομνου ατο, κα δο νδρες δο παρειστκεισαν ατος ν σθτι λευκ, ο κα επον· νδρες Γαλιλαοι, τ στκατε μβλποντες ες τν ορανν; οτος ᾿Ιησος ναληφθες φ᾿ μν ες τν ορανν, οτως λεσεται, ν τρπον θεσασθε ατν πορευμενον ες τν ορανν» (Πράξ. α’ 10-11). Ο δυ νθρωποι πού ταν ντυμένοι ν σθτι λευκ, εναι δυ π τς όρατες χορεες γγέλων πού συνόδευσαν τν Κύριό τους π τ γ στν ορανό, πως τν εχαν συνοδεύσει νωρίτερα πό τν οραν στ γ, ταν γινε σύλληψή Του στ Ναζαρτ κι Γέννησή Του στ Βηθλεέμ. Στν νάληψη δυ π’ατος μ τν πρόνοια το Θεο γιναν ρατο στ μάτια τν νθρώπων, γι ν δώσουν να μήνυμα στος μαθητές.

Τ μήνυμα ατ ταν ζωτικς σημασίας γι’ ατούς, παραίτητο, γι ν μ νιώσουν μόνοι τους κι γκαταλελειμμένοι μετ τν ναχώρηση το Σωτήρα μας· «οτος ᾿Ιησος ναληφθες φ᾿ μν ες τν ορανν, οτως λεσεται, ν τρπον θεσασθε ατν πορευμενον ες τν ορανν, οτως λεύσεται». Ατ εναι τ μήνυμα πού στειλε Χριστς στος μαθητς μέσω τν δύο γγέλων Του.

Βλέπεις τ μεγαλεο τς γάπης το Χριστο γι τος νθρώπους; κόμα κα τν ρα τς νάληψής Του στος ορανούς, στ θρόνο τς δόξας το τριαδικο Θεο, δν σχολήθηκε μ τν αυτό Του μ τ δόξα Του, μετ τς ταπεινώσεις πού δέχτηκε, οτε ν’ ναπαυτε μετ τ βαρ ργο πού κανε σο ζοσε στν πίγεια ζωή, λλά μ τος μαθητές Του, πού μειναν πίσω στ γ. ν κα τος εχε συμβουλεύσει πολ διος κα τος εχε νθαρρύνει, τος στέλνει κα τος γγέλους Του γι ν τος παρηγορήσει περισσότερο κα ν τος χαροποιήσει. Μ’ λο πού εχε ποσχεθε πώς θ τος στείλει τ γιο Πνεμα, τν Παράκλητο, ν κα τος εχε πε πώς «οκ φήσω μς ρφανος· ρχομαι πρς μς» (ωάν. ιδ’ 18), διος κάνει τώρα στν πράξη κάτι περισσότερο π’ σα εχε ποσχεθε: τος φανερώνει γγέλους π τν ορανό, τος πηρέτες κι γγελιοφόρους Του, πρτον γιά ν τος πείσει γι τν ξουσία Του κα δεύτερον γι ν’ νανεώσει μ τ χείλη τν γγέλων τν πόσχεσή Του πώς θ ρθει πάλι κοντά τους.

«Κα ατο προσκυνσαντες ατν πστρεψαν ες Ιερουσαλμ μετ χαρς μεγλης», (Λουκ. κδ’ 52). Προσκύνησαν τν Κύριο μ τν ψυχ κα τ σμα τους, σ νδειξη σεβασμο κα πακος. προσκύνησή τους σημαίνει: Γενηθήτω τ θέλημά Σου, παντοδύναμε Κύριε! Κι πειτα γύρισαν π τ ρος τν λαιν στν ερουσαλήμ, σύμφωνα μ τν ντολ πού εχαν λάβει. Γύρισαν μετ χαρς μεγάλης, χι μ λύπη. Θ ταν λυπημένοι ν Κύριός τους εχε ποχωριστε μ κάποιον λλο τρόπο. ποχωρισμς ατς μως γι’ ατος ταν μι καινούργια κα μεγαλειώδης ποκάλυψη. Δν εχε ξαφανιστε π μπροστά τους μ κάποιο τρόπο γι ν πάει πλά κάπου. νέβηκε στν οραν μ δόξα κα δύναμη.

τσι κπληρώθηκαν κι δ τ προφητικ λόγια Του, πως εχαν κπληρωθε στ πάθος κα τν νάστασή Του. Κι νος τν ποστόλων νοιξε γι ν κατανοήσουν ατ πού τος εχε πε«Οδες ναβέβηκεν ες τν ορανόν εμ κ το ορανο καταβάς, υἱὸς το νθρώπου, ν ν τ οραν» (ωάν. γ’ 13). Κι λλοτε τος εχε πε κάτι μ τ μορφ ρώτησης, τότε πού εχαν σκανδαλιστε μ τ λόγια Του γι τν ρτο πού κατεβαίνει π τν ορανό: «Ἐὰν ον θεωρτε τν υἱὸν το νθρώπου ναβαίνοντα που ν τ πρότερον;» (ωάν. στ’ 62). Κι λλο πάλι: «ξλθον παρ το πατρς κα λλυθα ες τν κσμον· πλιν φημι τν κσμον κα πορεομαι πρς τν πατρα» (ωάν. ιστ’ 28).

Τ σκοτάδι τς γνοιας σκορπάει φόβο κα σύγχυση στν ψυχή. Τ φς τς γνώσης τς λήθειας παρέχει χαρά, δημιουργε δύναμη κα πίστη. Ο μαθητς βρίσκονταν σ σύγχυση κα φόβο ταν Κύριος τούς μιλοσε γι τ θάνατο κα τν νάστασή Του. ταν μως τν εδαν ζωντανό, ναστημένο, εχαν χαρ μεγάλη. Ο μαθητς θ πρέπει ν ξαναβρέθηκαν σ σύγχυση κα φόβο, ταν Κύριος τούς μίλησε γι τν νάληψή Του στος ορανος κα τν ποχωρισμό τους. ταν ατ μως γινε μπροστ στ μάτια τους, πως τ εχε προφητέψει, τότε γύρισαν μετ χαρς μεγάλης. φόβος τους ξαφανίστηκε, μφιβολία τους διαλύθηκε, σύγχυση τος γκατέλειψε. Κα τ θέση λων ατν πρε βεβαιότητα, μι θαυμάσια κα λοφώτεινη βεβαιότητα. Κι π τ βεβαιότητα ατ προέκυψε δύναμη κα χαρά. Βεβαιώθηκαν πώς Κύριος κα Διδάσκαλός τους εχε ρθει π τν ορανό, φο τώρα ναλήφθηκε στν ορανό. πώς τν στειλε Πατέρας, φο τώρα γύρισε στν Πατέρα.

 Πώς ταν κα εναι στ γ, φο γγελοι τν συνοδεύουν κα κάνουν τ θέλημά Του. Μ τ βεβαιότητα ατ εχε συνδεθε τώρα κι βέβαιη πίστη τους πώς θ ξαν ‘ρθει, τώρα μως μ δόξα κα δύναμη, πως τος εχε πε πολλς φορές. Κι ο γγελοι τώρα πανέλαβαν τν πόσχεσή Του. Γι’ ατος λοιπν δν μενε τίποτ’ λλο, παρ ν τηρήσουν τς ντολές Του μ ζλο κα θέρμη. Τος δωσε ντολ ν μείνουν στν ερουσαλμ κα ν περιμένουν δύναμιν ξ ψους. Κι κενοι γύρισαν στν ερουσαλμ μ μεγάλη κα δικαιολογημένη χαρά, λλά κα μ μεγάλη πίστη πώς  δύναμις ξ ψους θ τος πισκεφτε.

«Κα σαν δι παντς ν τ ερ ανοντες χα ελογοντες τν Θεν» (Λουκ. κδ’ 53). Σ’ λλο σημεο ναφέρεται πώς συνέχισαν λοι μοθυμαδν ν προσκαρτερον στν προσευχ (Πράξ. α’ 14). Μετ π’ λα σα εχαν δε κι εχαν διδαχτε, δν μποροσαν ν κρατήσουν τ νο τους μακρι π τν Κύριο, πού ναλήφθηκε μπροστ στ μάτια τους, μ πού κριβς γι’ ατ τ λόγο εχε μπε μέσα στς ψυχές τους. Εχε νοικήσει στν καρδιά τους μ δύναμη κα δόξα, κι κενοι ανοσαν διαρκς κα δοξολογοσαν τν Κύριο.

Κύριος γύρισε κοντ τους πολ πι γρήγορα π’ ,τι περίμεναν. Δν εχε ρθει ρατός, γι ν τν δον τ σωματικ μάτια, μ εχε κατοικήσει μέσα τους, εχε μπε στν ψυχή τους. Μ δν εχε ρθει μόνος Του στν ψυχή τους, λλά μαζ μ τν Πατέρα, φο Κύριος εχε πε γι λους σοι τν γαπον: «(γώ) κα πατήρ μου… πρς ατν λευσόμεθα και μονήν παρ’ ατ ποιήσωμεν» (ωάν. ιδ’ 23). κενο πού μενε, ταν ν ρθει τ γιο Πνεμα κα ν κατοικήσει μέσα τους, γι ν τος κάνει τέλειους ντρες, στος ποίους νακαινίζεται εκόνα κα μοίωση το Τριαδικο Θεο. Ατ πρεπε ν περιμένουν στν ερουσαλήμ. Ν περιμένουν σότου πραγματοποιηθε.

Δέκα μέρες ργότερα κατέβηκε τ γιο Πνεμα,  δύναμις ξ ψους, στν πρώτη ατ χριστιανικ κκλησία, γι ν μν γκαταλείψει ποτ τν κκλησία το Χριστο μέχρι σήμερα κα μέχρι τ συντέλεια το κόσμου.

Ανομε κι ελογομε τν Κύριο, γιατί μ τν νάληψή Του φώτισε τ νο μας γι ν δομε τ δρόμο κα τν προορισμ τς ζως μας. Ανομε κι ελογομε τν Πατέρα, πού μ τν γάπη Του νταποκρίνεται στν γάπη μας πρς τν Υό κα νοικε, μαζ μ τν Υό, σ λους κείνους πού μολογον κα τηρον τς ντολές Του. χουμε διαρκς τν Πατέρα κα τν Υἱὸ στ νο μας, τος ανομε κα τος ελογομε πως καναν ο πόστολοι στν ερουσαλμ κι ναμένουμε τ γιο Πνεμα, τν Παράκλητο, ν ρθει κα σέ μς. Περιμένουμε κενον πού μς πισκιάζει λους στ βάπτισμα, λλά ποσύρεται ταν μαρτάνουμε.

Εθε ν’ νακαινιστε μέσα μας πρτος νθρωπος, οράνιος. Εθε κι με μαζ μ τος ποστόλους ν ανομε κα ν ελογομε τν ναληφθέντα στος ορανος Κύριο ησο Χριστό, στν ποο πρέπει κάθε δόξα κα μνος, μαζ μ τν Πατέρα κα τ γιο Πνεμα, τν μοούσια κα διαίρετη Τριάδα, τώρα κα πάντα κα στος αἰῶνες τν αώνων. μήν.

 

Ἀπό τό βιβλίο:Ἀναστάσεως Ἡμέρα,

ἐκδ.Πέτρου Μπότση

 ΠΗΓΗ:https://www.imaik.gr/?p=3102#more-3102