Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ

ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ

Π ρ ό ς
Την Διεύθυνσιν της εφημερίδος
«Ορθόδοξος Τύπος»

Αναγνώσαντες μετά προσοχής τα γραφέντα άχρι στιγμής εις τον «Ορθόδοξον Τύπον» και την «Φωνήν της Ορθοδοξίας» και συμφωνούντες σχετικώς μεν προς τας απόψεις των δημοσιογραφησάντων Παλαιοημερολογιτών, ουδόλως δε προς τας υμετέρας, αποστέλλομεν την παρούσαν συνεργασίαν «χάριν της αληθείας και της Ορθοδοξίας», ευελπιστούντες ότι ούτως ερμηνεύομεν καλλίτερον αγνώστους και παρεξηγημένας πτυχάς του ημερολογιακού ζητήματος.

Α΄. Το Ιουλιανόν Ημερολόγιον αστρονομικώς και μόνον κρινόμενον δεν αποτελεί παράδοσιν της Εκκλησίας, παρά την προσκτηθείσαν ιερότητά του ένεκα της υπ’ αυτής χρήσεώς του. Συνεπώς παν ημερολόγιον δύναται να χρησιμοποιηθή υπό της Εκκλησίας αρκεί να μη προσβάλη το εορτολόγιον αυτής.

Β΄. Κατ’ ακολουθίαν το Ιουλιανόν Ημερολόγιον κατόπιν  σ υ μ φ ώ ν ο υ   γνώμης των Ορθοδόξων Εκκλησιών δύναται ν’ αλλαγή ή διορθωθή, υπό την προϋπόθεσιν ότι ο επιβάλλων την αλλαγήν ταύτην ποιμαντικός λόγος θα τυγχάνη σοβαρός και η διόρθωσις δεν θα αντιτίθεται εις το γράμμα και πνεύμα του α΄Κανόνος της εν Αντιοχεία συνόδου.

Γ΄. Διά της γενομένης όμως αλλαγής (ή διορθώσεως ως επιθυμείτε) του 1924, απεκαλύφθησαν τα εξής: Διεσαλπίσθη η παντελής απουσία ποιμαντικού αιτίου δικαιούντος την μεταβολήν πράγμα όπερ αποδεικνύουν συνεχώς βοώσαι περί τούτου αι διακρατήσασαι το παλαιόν ημερολόγιον Εκκλησίαι, αι αρνηθείσαι και αυτήν εισέτι την συμμετοχήν των εις το Συνέδριον του 1923, ενώ διά της δημιουργηθείσης διακοπής της εορτολογικής ενότητος της Ορθοδοξίας, απεκαλύπτετο ο πονηρός τε και πικρός καρπός της αλλαγής, ο υπηρετών σκοπούς όλως αλλοτρίους και αντορθοδόξους. Απόδειξις των ανωτέρω έστωσαν: 1)  Τ ο   π α τ ρ ι α ρ χ ι κ ό ν   Δ ι ά γ γ ε λ μ α   τ ο υ   1 9 2 0   «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», χαρακτηρίσαν ότι επιβάλλεται ίνα αναζωπυρωθή και ενισχυθή προ παντός η αγάπη μεταξύ των Εκκλησιών, μη λογιζομένων αλλήλας ως ξένας και αλλοτρίας, αλλ’ ως  σ υ γ γ ε ν ε ί ς   κ α ι   ο ι κ ε ί α ς   ε ν   Χ ρ ι σ τ ώ   κ α ι   σ υ γ κ λ η ρ ο ν ό μ ο υ ς   κ α ι   σ υ σ σ ώ μ ο υ ς   τ η ς   ε π α γ γ ε λ ί α ς    τ ο υ   Θ ε ο ύ   ε ν   τ ω   Χ ρ ι σ τ ώ»!!! Προς επίτευξιν της ανωτέρω αγάπης προετείνοντο 11 λόγοι, εξ ων πρώτος «η παραδοχή ενιαίου ημερολογίου…» (Ι. Καρμόρη, ΔΣΜΝ, 2, σ. 958-9).

Σημειωτέον ότι υπό των ορθοδόξων Οικουμενιστών το ανωτέρω Διάγγελμα θεωρείται ως «ο μέγας χάρτης του Οικουμενισμού της Ορθοδοξίας» (Ειρηνιποιοί, σ. 25, εκδ. α΄). Το ημερολογιακόν, εν άλλοις λόγοις, εκινήθη υπό της προσπαθείας ενώσεως των Εκκλησιών και μόνον και αποτελεί τα  π ρ ο π ύ λ α ι α   και την εισαγωγήν των επακολουθησάντων θλιβερών, με κατάληξιν τας αντικανονικάς και προδιδούσας την ορθοδοξίαν των πατέρων ημών ποικίλας συμπροσευχάς, άρσεις αναθεμάτων, αιρετικάς δηλώσεις κλπ., πρωτοστατούντος του Οικ. Θρόνου Κων/λεως τη συνεργασία δε των λοιπών ορθοδόξων Εκκλησιών.

2) Τ ο   «α ν τ ο ρ θ ό δ ο ξ ο ν»   (ο χαρακτηρισμός ανήκει εις τον πολύν Ειρηναίον Κασσανδρείας)   Σ υ ν έ δ ρ ι ο ν   τ ο υ   1 9 2 3,   όπερ «συνήλθε με σκοπόν την προϋπόθεσιν της ενότητος» (Πρακτικά, σ. 27). Εν αυτώ απεφασίσθη ου μόνον η «μεταρρύθμισις του ημερολογίου» (σ. 21) αλλά και η αλλαγή του Πασχαλίου και της θεοπαραδότου εβδομάδος (σ. 53, 57), ανεξαρτήτως αν δεν επέτυχε των σκοπών του, λόγω της αντιδράσεως της ορθοδόξου συνειδήσεως.

Εάν δε ληφθή προσέτι υπ’ όψει ότι ο ίδιος ο Μεταξάκης αναφερόμενος εις την σύστασιν του συνεδρίου του 1923 λέγει: «ημείς δεν είμεθα συγκεκροτημένοι εις σύνοδον, ης αι αποφάσεις θα ηξίουν να εφαρμοσθούν ως Κανονικαί Διατάξεις» ( σ. 36, 49), ο δε ολίγον πρό της καινοτομίας διαδεχθείς τούτον εις τον Οικ. Θρόνον Γρηγόριος ο Ζ΄ «δ ι ε τ ά χ θ η»   υπό του Αθηνών Χρυσοστόμου να δεχθή την αλλαγήν όστις μονομερώς και παρά τον δισταγμόν και φόβον του Γρηγορίου απεφάσισε την αλλαγήν του ημερολογίου, τη βοηθεία του Υπ. Εξωτερικών (Ευστρατιάδου, «Η πραγματική αλήθεια περί του εκκλησιαστικού ημερολογίου», σ. 53-6), τότε αντιλαμβάνεται πας τις πόσον μικράν σημασίαν και σοβαρότητα δύναται να έχη ο ισχυρισμός του «Ορθ. Τύπου»: «Η Εκκλησία μας με την σύφωνον γνώμην του πρωτοθρόνου Οικ. Πατριαρχείου απεδέχθη ταυτοχρόνως με εκείνο την διόρθωσιν του Ιουλιανού Ημερολογίου».

Και ποίαν σημασίαν έχει εάν, έστω και εκ συμφώνου, δύο τοπικαί εκκλησίαι απεφάσισαν και ενήργησαν την ανωτέρω διόρθωσιν; Η αντίδρασις των λοιπών εκκλησιών παρά την συνεχισθείσαν κοινωνίαν εκ μιάς ου καλής πάντως οικονομίας προς αποφυγήν και μόνον σχίσματος, αποδεικνύει περιτράνως  τ ο   α τ ι κ α ν ο ν ι κ ό ν   της ανωτέρω πράξεως. Συνεπώς ενώ επιτρέπεται η αλλαγή ή διόρθωσις του Ημερολογίου, εφ’ όσον βεβαίως επιβάλλει τούτο ποιμαντικός λόγος, ως προείπομεν, ακριβώς λόγω της απουσίας του ανωτέρω ποιμαντικού λόγου   π ά ν τ α   τα της διορθώσεως εκείνης εγένοντο   κ α κ ώ ς,  διό και η εισήγησις της Εκκλησίας της Ελλάδος επί του Ημερολογιακού ζητήματος, η υποβληθείσα από του έτους 1971 εις την σχετικήν επιτροπήν της μελλούσης να συνέλθη Πανορθοδόξου Συνόδου μεταξύ των άλλων εσημείου και τα εξής σημαντικά: «Μεταξύ των ακολουθουσών το π. ημερολόγιον και των ακολουθουσών το νέον υπάρχει μόνιμος διαφορά 13 ημερών ως προς την τέλεσιν όλων ανεξαιρέτως των ακινήτων λεγομένων εορτών. Τούτο αποτελεί  γ ε γ ο ν ό ς   π ρ ω τ ο φ α ν έ ς   εις τα χρονικά της Εκκλησίας, καθ’ όσον παρά την κατά τους πρώτους χρόνους ποικιλίαν ημερολογίων και το ακαθόριστον του εορτολογίου, ουδέποτε παρουσιάσθη χρονική διαφορά εορτασμού ενός και του αυτού γεγονότος (π.χ. κοιμήσεως αγίου) ως συμβαίνει σήμερον. Η διαφωνία καθίσταται εντονωτέρα κατά τας μεγάλας εορτάς των Χριστουγένων, Θεοφανείων, της Κοιμήσεως Θεοτόκου. Οι μεν νηστεύουν, οι δε πανηγυρίζουν. Η διαφορά αύτη οδηγεί εις το ερώτημα: «Τις εορτάζει, ημείς ή η Εκκλησία;». Η απάντησις ημείς, αίρει την ιερότητα των εορτών, καθιστώσα αυτάς ατομικήν εκάστου υπόθεσιν. Η απάντησις η Εκκλησία, απαιτεί  έ ν α   εορτασμόν ως μία είναι η Εκκλησία» (σ. 10). Και ενώ και ο Οικ. Πατριάρχης Ιωακείμ το 1901 εχαρακτήρισε την διόρθωσιν 13 ημερών «ανόητον και άσκοπον» -καίτοι ενόει ταύτην ομόφωνον παρά ταις ορθοδόξοις Εκκλησίαις- εν τούτοις εγένετο, και δη μονομερώς, με αποτέλεσμα την γένεσιν των ανωτέρω τραγικών. Η εισήγησις της Εκκλησίας της Ελλάδος αξιολογούσα τους λόγους του Ιωακείμ έγραψε: «Ατυχώς η φωνή αύτη της συνέσεως ηγνοήθη και   μ η δ ε ν ό ς   ε κ κ λ η σ ι α σ τ ι κ ο ύ   λ ό γ ο υ   σ υ ν ω θ ο ύ ν τ ο ς   διωρθώθη το Ιουλιανόν Ημερολόγιον και η Εκκλησία διηρέθη εις δεχομένας την διόρθωσιν και απορριπτούσας αυτήν»! Και μετά τινας σκέψεις καθ’ ας η Εκκλησία έχει εξουσίαν να ρυθμίζη τινάς ανωμαλίας εις τας μνήμας των αγίων «προς το συμφέρον του πληρώματος της Εκκλησίας» καταλήγει: «Ασφαλώς όμως ουδέν είναι δυνατόν να λεχθή ότι γίνεται προς ωφέλειαν, εφ’ όσον συνδυάζεται με σκανδαλισμόν της συνειδήσεως των πιστών»! (σ.32).

Τα ανωτέρω   κ α τ α δ ι κ ά ζ ο υ ν   σαφώς τας θέσεις του «Ορθ. Τύπου» ότι δήθεν είναι πλάνη των Παλ/των η επιμονή των εις το να δέχωνται ότι αι εορταί πρέπει να τελώνται υφ’ όλων των Ορθοδόξων εκ συμφώνου. (Όρα σχετικώς και 56ον Κανόνα της Στ’ Οικουμ.)

Τα ιάσιμα ζητήματα της Εκκλησίας.

Εξετάζοντες βαθύτερον και προσεκτικώτερον τον περί σχισμάτων ορισμόν του Μ. Βασιλείου «σχίσματα δε (καλούμεν) τους δι’ αιτίας τινάς εκκλησιαστικάς και ζητήματα ιάσιμα προς αλλήλους διενεχθέντας», παρατηρούμεν τα εξής:

Α) Τα ιάσιμα ζητήματα είναι δυνατόν να προέρχωνται εκ μέρους των αποσχιζομένων, ως έχομεν εις την περίπτωσιν των Ευσταθιανών, οι οποίοι απέρριπτον τον γάμον και την κρεωφαγίαν. Εις την περίπτωσιν αυτήν το ιάσιμον ζήτημα προεκλήθη καθαρώς εξ αυτών και μόνον, εκ παρερμηνείας και ανυπακοής προς την διδαχήν της Εκκλησίας, ενώ ο «προς ους διηνέχθησαν», ήτοι ο επίσοπος, Σύνοδος κλπ. Τυγχάνει αμέτοχος πάσης ευθύνης και διά την γένεσιν του ιασίμου ζητήματος και διά την εν συνεχεία ένεκα τούτου απόσχισιν των Ευσταθιανών εκ της ενότητος της Εκκλησίας.

Β)Έχομεν όμως περίπτωσιν όπου το ιάσιμον ζήτημα το δημιουργεί ο επίσκοπος (σύνοδος), βεβαίως ουχί ακρίτως ή αντικανονικώς ενεργών, αλλά διά ποιμαντικής προνοίας επαινετής επιχειρών να διασώση τμήμα ασθενές του ποιμνίου του, ότε πιστοί τινες μη ερμηνεύοντες ορθώς την ανωτέρω ενέργειάν του (η οποία πιθανόν γράμματι και τύπω να φαίνεται καινοτόμος και αντιπαραδοσιακή, τη δε ουσία να ευρίσκεται ανένοχος και επαινετή) αποσχίζονται της κοινωνίας του.

Τοιαύτην περίπτωσιν κλασικήν έχομεν εκ μεν της αρχαίας Εκκλησίας το σχίσμα των Καθαρών, οι οποίοι δεν εδέχοντο εις κοινωνίαν τους διγάμους και πεπτωκότας, εκ δε της νεωτέρας το σχίσμα των Παλαιοπίστων της Ρωσίας, αρνηθέντων ορθάς και επιβαλλομένας λειτουργικάς μεταρρυθμίσεις της Εκκλησίας των. Αμφότεροι, Καθαροί και Παλαιόπιστοι, καίτοι επεθύμουν την διακράτησιν των παραδεδομένων εν τούτοις κατεδικάσθησαν, καθ’ όσον επρόκειτο περί αναγκαίας και επιβαλλομένης ανανεώσεως και ουχί καινοτόμου και αξιοκατακρίτου ενεργείας της Εκκλησίας των. Εννοείται ότι προ της αλλαγής θα πρέπη να έχουν εξαντληθή όλα τα μέσα προς σχετικήν προετοιμασίαν του Ποιμνίου και αποφυγήν  ούτω σκανδαλισμού του. Δυστυχώς εις την περίπτωσιν των Παλαιοπίστων δεν ετηρήθη η ανωτέρω  ποιμαντική πρόνοια.

Γ)Υπάρχει όμως και ετέρα περίπτωσις καθ’ ήν το ιάσιμον ζήτημα δημιουργεί και πάλιν ο επίσκοπος (η Εκκλησία), αλλά τυγχάνει όντως μικρόν και δυνάμενον να θεραπευθή. Έχομεν δηλ. την περίπτωσιν των προσωπικών αμαρτιών και παραβάσεων του επισκόπου ( «εγκληματικαί αιτιάσεις» ) δια τας οποίας δεν επιτρέπεται ο πιστός να αποσχίζεται, αλλά να ενεργή σεμνώς και ιεραρχικώς, εις τρόπον ώστε να προληφθή το μείζον σκάνδαλον. Ήτοι εις την παρούσαν περίπτωσιν καίτοι ο επίσκοπος τυγχάνει η πηγή και το αίτιον του ιασίμου ζητήματος, εν τούτοις λόγω της ιδιωτικής φύσεως της παραβάσεως ο απσχιζόμενος τούτου αν και ο δημιουργός του ιασίμου ζητήματος θα δώση λόγον φοβερόν εις τον Θεόν.

Κατόπιν των ανωτέρω προκειμένου όπως κατατάξωμεν εις την ορθήν αυτού θέσιν το δημιουργηθέν ντε φάκτο σχίσμα μεταξύ Γ.Ο.Χ. και Νεοημερολογιτών, ανάγκη όπως γνωρίσωμεν πλην των ανωτέρω και την σχετικήν περί σχισμάτων διδαχήν των ιερών Κανόνων και της Παραδόσεως γενικώς της Ορθοδοξίας, ώστε η τελική ημών κρίσις να είναι το δυνατόν πλέον σύμφωνος προς την σεβασμίαν πράξιν της αρχαιότητος.

Τα επιβαλλόμενα και επαινετά σχίσματα

Κατόπιν των όσων ελέχθησαν ανωτέρω, γεννάται το ερώτημα: μόνον ιάσιμα ζητήματα είναι δυνατόν να προκαλέση ο επίσκοπος, σύνοδος κ.λ.π.; Ασφαλώς όχι, όπως και οι ποιμενόμενοι πολλάκις δεν δημιουργούν μόνον ιάσιμα αλλά και δεινάς αιρέσεις. Τίνι τρόπω λοιπόν είναι δυνατόν ο επίσκοπος να γίνη δημιουργός μη ιασίμου ζητήματος εν τη Εκκλησία; Απλούστατα, όταν κηρύξη ή πράξη τι δημοσία το οποίον προσβάλλει καιρίως την  ε υ σ έ β ε ι α ν   και   δ ι κ α ι ο σ ύ ν η ν,   συμφώνως προς τον 31ον Αποστολικόν, γράφοντα: «Εί τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας του ιδίου επισκόπου, χωρίς συναγάγει, και θυσιαστήριον έτερον πήξει, μηδέν κατεγνωκώς του επισκόπου εν ευσεβεία και δικαιοσύνη («ταυτόν ειπείν, χωρίς να γνωρίση αυτόν πως είναι φανερά αιρετικός ή άδικος», κατά την φράσιν του Πηδαλίου), καθαιρείσθω ως φίλαρχος…».

Ερμηνεύων ο Ζωναράς τον όρον «δικαιοσύνην» γράφει: «παρά το καθήκον και δίκαιον» (Σ, Στ, 213). Συνεπώς ου μόνον δι’ αίρεσιν, αλλά και διά πάσαν «παρά το καθήκον και το δίκαιον» πράξιν του επισκόπου ο υπ’ αυτόν κλήρος και λαός δύναται να διακόψη την μετ’ αυτού κοινωνίαν, συμφώνως προς τον ανωτέρω Κανόνα. Διά τας προσωπικάς του επισκόπου αμαρτίας, ως επίσης και τας των Κανόνων ιδιωτικάς αθετήσεις εδέχθημεν ότι δεν πρέπει να δημιουργώνται σχίσματα. Ενταύθα όμως ο Κανών αναφέρεται εις αίρεσιν και αδικίαν, ήτοι πτώσεις μη περιοριζομένας εις τον αμαρτάνοντα επίσκοπον αλλά προσβαλλούσας, αφ’ ενός μεν την διδασκαλίαν της Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε το δίκαιον του υπ’ αυτόν ποιμαινομένου λαού. Και το μεν γράμμα του Κανόνος τελευτά ενταύθα, το πνεύμα όμως αυτού προχωρεί περαιτέρω. Διότι εάν το δίκαιον του ποιμνίου προσβαλλόμενον δημιουργεί λόγον διαστάσεως προς τον ποιμένα του, πως δεν θα συμβή το αυτό, όταν ο επίσκοπος δημοσία κηρύττη λόγω ή έργω ενάντια προς τας ι. παραδόσεις; Μήπως δεν περιέρχεται εις το καθήκον του και τας αναληφθείσας κατά την επισκοπικήν του ορκωμοσίαν υποχρεώσεις το τηρείν πάσας τας Αποστολικάς και Εκκλησιαστικάς Διατάξεις και Κανόνας, εγγράφους και αγράφους κατά το Αποστολικόν: «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις» όπερ συμπληρούσα αργότερον η Εκκλησία μετεποίησεν εις το: «Ει τις πάσαν έγγραφον ή άγραφον παράδοσιν αθετεί ανάθεμα»;

Το αυτό προς τον 31ον Απ. Καν. Παρατηρούμεν να διαγράφεται και υπό των ΙΓ’ και ΙΔ’ Κανόνων της Πρωτοδευτέρας Συνόδου του 861. Κατ’ αυτούς πάσα διακοπή κοινωνίας του κατωτέρω κληρικού προς τον ανώτερόν του τιμωρείται αυστηρώς, υπό την προϋπόθεσιν βεβαίως ότι οι προϊστάμενοι δεν τυγχάνουν «ασεβείς ή άδικοι» κατά τον λα’ Απ. Κανόνα, η δε απόσχισις των υφισταμένων εγένετο «διά μόνον το λαληθήναί τινα ίσως εγκληματικά κατ’ αυτών» (Βαλσαμών, Σ, Β, 690). Εγκληματικά δε αιτιάματα ή αιτιάσεις θεωρούν και ο Ζωναράς και ο Βαλσαμών «την ιεροσυλίαν, σιμωνίαν, πορνείαν» και γενικώτερον τας των «Κανόνων αθετήσεις», αίτινες δέον να νοούνται πάντοτε ως προσωπικαί παραβάσεις και ουχί ως επ’ Εκκλησίας αθέτησις ή καταφρόνησις των Κανονικών Διατάξεων και Παραδόσεων της Εκκλησίας.

Συμπληρούσα δε η ανωτέρω σύνοδος τους ΙΓ’ και ΙΔ’ Κανόνας αυτής έρχεται διά του ΙΕ’ Κανόνος της ν’ αναφέρη  σ α φ ώ ς   κ α ι   θ ε τ ι κ ώ ς   (καθόσον τα ανωτέρω λεχθέντα περί «εγκληματικών αιτιαμάτων» τυγχάνουν φράσεις των ερμηνευτών και ουχί των Κανόνων) εις ποίαν περίπτωσιν ο αποσχιζόμενος ου μόνον δεν τιμωρείται, αλλ’ αντιθέτως τυγχάνει και επαίνου άξιος. Ως τοιαύτην δε θεωρεί την περίπτωσιν κηρύξεως αιρέσεως υπό του επισκόπου γυμνή τη κεφαλή, ήτοι φανερώς και δημοσία.

Οι πατέρες όμως της ΑΒ’ Συνόδου λέγοντες αίρεσιν εις τον ανωτέρω ΙΕ’ Κανόνα ενόουν την κυρίως ένιαν του όρου, ήτοι την διαστροφήν των δογμάτων και μόνον, ή κάτι ευρύτερον; Προς τούτο δύναται να μας βοηθήση πολύ ο Δ’ Κανών της αυτής Συνόδου ένθα δις αναφέρεται η λέξις αίρεσις, δηλούσα την εικονομαχίαν. Εάν όμως αναλογισθώμεν ότι η εικονομαχία, εις την πρώτην αυτής τουλάχιστον φάσιν, ήτο ανατροπή των τύπων της ευσεβείας τε και λατρείας, ως επίσης και του της Εκκλησίας πολιτεύματος, τα οποία διασώζονται και εκφράζονται εις τους ιερούς Κανόνας και την Παράδοσιν γενικώς της Ορθοδοξίας, γίνεται ευκόλως αντιληπτόν, ότι οι πατέρες της Συννόδου την λέξιν αίρεσιν ενοούν με την ευρυτέραν της σημασίαν, συμπεριλαμβάνοντες και την αθέτησιν των εκκλησιαστικών παραδόσεων. Διά τούτο άλλως τε  η Εκκλησία παραπέμπει εις το ανάθεμα παρομοίως αιρετικούς και καταφρονητάς των Παραδόσεων της, γνωρίζουσα καλώς ότι πάσα αθέτησις ή καταφρόνησις αυτών προσβάλλει εις τα καίρια το κήρυγμα της σωτηρίας, το ευαγγέλιον της Χάριτος. «Τους ουν τολμώντας ετέρως φρονείν ή διδάσκειν», λέγει η Ζ’ Οικουμενική, «ή κατά τους εναγείς αιρετικούς τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινά επινοείν… καθαιρείσθαι προστάσσομεν» (Όρος Ζ’ Οικ.) Ήτοι υπό της Συνόδου παραλληλίζονται οι καταφρονηταί των ιερών Παραδόσεων με τους «αιρετικούς»! και υπόκεινται εις την αυτήν ποινήν.

Και διά μεν τας Αποστολικάς Παραδόσεις ουδείς ασφαλώς θ’ αντέλεγεν, ότι αθετούμεναι προκαλούν δίκαιον λόγον διακοπής κοινωνίας του ποιμνίου προς τους καταφρονητάς αυτών∙ θα ηδυνάμεθα όμως να ισχυρισθώμεν το αυτό και διά τας λοιπάς, ήτοι τας Εκκλησιαστικάς παραδόσεις; Ασφαλώς ναι, καθότι πάσα αθέτησίς των συνιστά αίρεσιν εν γενικωτέρα εννοία.

Συνεπώς αυτό που ηθέλησε να είπη ο 31ος Απ. Κανών διά του όρου: «ευσέβεια και δικαιοσύνη» δυνάμεθα λάλλιστα να ισχυρισθώμεν ότι περιέχεται εις την λέξιν αίρεσις του ΙΕ’ Κανόνος της ΑΒ’ Συνόδου, συμφώνως προς τ’ ανωτέρω. Δεν πρέπει άλλως τε να λησμονώμεν ότι «Οι ιεροί Κανόνες δεν αποτελούν αυθύπαρκτον, ανεξάρτητον και αύταρκες τμήμα των πηγών της Αποκαλύψεως, αλλ’ εντάσσονται οργανικώς εις την καθ’ όλου Ιεράν Παράδοσιν της Εκκλησίας, ερμηνεύουν την Αγίαν Γραφήν και ερμηνεύονται δι’ αυτής και διά της αναφοράς εις την καθ’ όλου Ιεράν Παράδοσιν». Και η εν προκειμένω πράξις της Εκκλησίας μας διδάσκει ότι τα πιστά τέκνα αυτής (Εκκλησίας) ηγωνίσθησαν ου μόνον υπέρ δογμάτων αλλ’ εξ ίσου και υπέρ των Παραδόσεων οσάκις αύται καταφρονούντο υπό των ποικίλων ασεβών διά μέσου των αιώνων.

Ο άγιος Νικόδημος είναι σαφέστατος εν προκειμένω. «Ο χρόνος δεν θέλει με φθάσει, γράφει, εις το να απαριθμώ μύρια παραδείγματα τόσων και τόσων αγίων οίτινες εκακοπάθησαν και απέθανον διά τους εκκλησιαστικούς Θεσμούς και Κανόνας». (Περί της συνεχούς Μεταλήψεως, σελ. 108, εκδ. 1962).

Κατόπιν των ανωτέρω πάσα εμμονή εις μίαν του γράμματος και μόνην ερμηνείαν της λέξεως αίρεσις του ΙΕ’ Κανόνος της ΑΒ’ Συνόδου εν αδιαφορία προς το πνεύμα αυτού και την καθόλου πράξιν της Εκκλησίας, θα μας ωδήγει εις το σημείον να δεχθώμεν, ότι διά πάσαν καταφρόνησιν και αθέτησιν των ιερών Παραδόσεων υπό του επισκόπου, ο υπ’ αυτόν κλήρος και λαός δεν δύναται να διακόψη την μετ’ αυτού κοινωνίαν, έστω και αν ούτος κατεφρόνει και ενεωτέριζεν αναφορικώς προς τας ιεράς εικόνας, τα κωλύματα του γάμου, τον Μοναχισμόν, τας νηστείας, το της λατρείας κοινόν και ωρισμένον, κ.λ.π. Ποίος όμως θα ηδύνατο να ισχυρισθή ταύτα χωρίς να καταντήση Προτεστάντης;…

Τελικαί κρίσεις.

Μετά από τα ανωτέρω γεννάται το τελικόν ερώτημα: Τα αποτελέσματα που προεκλήθησαν διά της ημερολογιακής καινοτομίας δύνανται να θεωρηθούν ως ιάσιμόν τι ζήτημα και συνεπώς μη επιτρέπον την απόσχισιν του ποιμνίου εκ των δημιουργών του, ή αντιθέτως επεβάλλετο η απόσχισις αύτη συμφώνως προς τα αναφερθέντα; Επιθυμούντες να μηδενίσετε τα απότελέσματα ταύτα γράφετε: «Το εορτολόγιό μας, το έχομεν τονίσει, είναι μία παράδοσις εκκλησιαστική. Είναι όρια ά έθεντο οι Πατέρες, που δεν πρέπει να μεταίρωνται, και δεν μεταίρονται. Και εις επιβεβαίωσιν ερωτώμεν: με τόλμην, θάρρος και θράσσος: Ποία, έστω και μία εορτή μετήρθη; Ποία κατηργήθη; Ποία έπαυσε υπάρχουσα; Ουδεμία, ουδέποτε».

Οι ανωτέρω λόγοι σας αποτελούν κατάκριτον μετάθεσιν του θέματος, καθόσον σκοπός του εορτολογίου δεν είναι μόνον να υποδεικνύη τοις πιστοίς τας εορτάς του ενιαυσίου κύκλου της Εκκλησίας, ρυθμίζον ούτω και τας συναφείς προς αυτάς νηστείας και λοιπάς εκδηλώσεις των πιστών, αλλά να επιτυγχάνεται δι’ αυτού και η ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ επιτέλεσις πάντων των ανωτέρω πράξεων, ως σαφώς υπεστήριξε και η Εισήγησις της Ελλαδικής Εκκλησίας! Μη επιτυγχανομένου τούτου, ήτοι ο εκ συμφώνου εορτασμός, έχομεν καθαράν αθέτησιν κατά 50% τουλάχιστον, της ιεράς παραδόσεως του εορτολογίου! Διότι, όταν αυτό το   ε κ   σ υ μ φ ώ ν ο υ   δεν κατορθούται, και μάλιστα κατά τας μεγάλας εορτάς, τότε τα εξωτερικά γνωρίσματα της Μιάς αγίας Εκκλησίας καταστρέφονται, και η Εκκλησία ο τύπος της άνω Βασιλείας, εμφανίζει την εικόνα ακαταστασίας και αταξίας, όπερ ουκ έστιν από Θεού, και συνεπώς ουδέ ευάρεστον εις αυτόν και την θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν, την θεσμοθετήσασαν και βιώσασαν την ανωτέρω ευταξίαν.

Διά τούτο ακριβώς η ημερολογιακή καινοτομία του 1924 τυγχάνει ενέργεια λίαν συγγενής προς την εικονομαχικήν μεταρρύθμισιν, η οποία προφάσει μιάς καθαρωτέρας – πνευματικωτέρας λατρείας επεχείρησε την κατάλυσιν των παραδεδομένων! Ούτω και ενταύθα προφάσει μιάς ακριβεστέρας χρονομετρικής ακριβείας των αιρετικών της Δύσεως, τους οποίους μόλις προ τριετίας επισήμως εχαρακτήρισαν «συγκληρονόμους της βασιλείας του Θεού» αναγνωρίσαντες και τας χειροτονίας των Αγγλικανών ακριβώς ολίγον προ του συνεδρίου (1922), και ότε ο ελληνικός κόσμος εθρήνει διά την Μικρασιατικήν καταστροφήν, το Οικ. Πατριαρχείον τη πρωτοβουλία της ελλαδικής Εκκλησίας κατέλυε αιωνόβιον τάξιν εν τω ιερώ θεσμώ της λατρείας επί πανορθοδόξου πεδίου!!

Και μόνον τον συνεορτασμόν μιάς εορτής εάν κατέλυε το ανωτέρω κακόδοξον συνέδριον και πάλιν δεν έπρεπε να γίνη τούτο ασπαστόν υπό των πιστών (και κατά κύριον λόγον τον πιστών του Ελλαδικού κλίματος ως και του Πατριαρχικού τοιούτου, αφού πρωταγωνιστής της καινοτομίας ετύγχανεν η ξυνωρίς Μεταξάκη-Παπαδοπούλου) ένεκα των αμαρτωλών προθέσεών του. Συνεπώς η αντίδρασις της ορθοδόξου συνειδήσεως ένεκα των εν έτει 1924 καινοτομηθέντων τυγχάνει   λ ί α ν   ε π α ι ν ε τ ή   κ α ι   υ π ό   τ ω ν   ι ε ρ ώ ν   Κ α ν ό ν ω ν   κ α ι   τ η ς   π ρ ά ξ ε ω ς   τ η ς   Ε κ κ λ η σ ί α ς   π λ ή ρ ω ς   κ α λ υ π τ ο μ έ ν η.

Και διά να γίνωμεν πιο συγκεκριμένοι αναφορικώς προς τους καταχθονίους σκοπούς του δήθεν «πανορθοδόξου» συνεδρίου του 1923 αναφέρομεν τα εξής εκ των Πρακτικών του. Κατά μίαν των συνεδριών του ενεφανίσθη όλως ξαφνικώς ο αγγλικανός επίσκοπος CORE, ειδικός επί των θεμάτων των ανατολικών Εκκλησιών, όστις είπε τα εξής φοβερά μεταξύ των άλλων: «… το δεύτερο βήμα (προς την ένωσιν) θα μας κάμη το ημερολογιακόν ζήτημα, το οποιόν θα μας φέρη εις τον συνεορτασμόν των εορτών… Χθες επέδωκα εις την Υμετέρα Παναγιότητα δύο έγγραφα: το εν φέρει υπογραφάς 5 χιλιάδων αγγλικανών ιερέων δηλούντων ότι δεν ευρίσκουσι δυσκολίαν εις την πλήρη ένωσιν… το δεύτερον έγγραφον είναι εισήγησις περί των όρων της ενώσεως» (σ. 87).

Ε ρ ω τ ώ μ ε ν:  π ό τ ε   συνεκεντρώθησαν αι ανωτέρω υπογραφαί και διατί; Ουχί προ χρόνου ικανού και μάλιστα μετά την αναγνώρισιν αμέσως της ιερωσύνης των υπογραψάντων με σκοπόν την ένωσιν μετά των ως καταλλήλου οργάνου προς επιτυχίαν του ανοσίου σκοπού; Και μόνον το ανωτέρω απόσπασμα είναι ικανόν να δικαιώση τον λαόν του Θεού, ο οποίος προφητική φωνή διεσάλπισε επί τη αλλαγή του ημερολογίου «μας εφράγκεψαν», αντιδράσας όση αυτώ δύναμις κατά των εξωτερικών εχθρών της Ορθοδοξίας, ως και των εσωτερικών δικτατόρων και καινοτόμων ποιμένων του.

Ελπίζομεν ότι δεν θα τολμήσετε να χαρακτηρίσετε τα ανωτέρω περιγραφέντα ως «εξ υστέρου άλλοθι», καθ’ όσον εγένοντο ΠΡΟ της ημερολογιακής καινοτομίας, ούτε πάλιν θα τα παραλληλίσετε με μονομερείς αντικανονικάς ενεργείας του πρό του 1920 παρελθόντος, καθόσον αύται εστερούντο πάσης πανορθοδόξου προβολής και αποδοχής των, ούσαι εντλώς περιωρισμέναι και προσωπικαί, του δε λαού αγνοούντος ταύτας και συνεπώς ουδόλως ευθυνομένου διά την μη αντίδρασίν του.

Βεβαίως κατά την αντίδρασιν των Παλ/των εσημειώθησαν και τινες εκτροπαί εκ του Κανονικού δέοντος, οφειλόμεναι ιδίως εις τους πρωταγωνιστάς ιερομονάχους και μοναχούς του κινήματος και ουχί εις την Ιεραρχίαν αυτού, ήτις παρασυρόμενη, κακώς βεβαίως, συνεφώνει ενίοτε μετ’ αυτών, σπουδαιοτέρα των οποίων τυγχάνει η διακήρυξις της απωλείας της Χάριτος εκ της καινοτομησάσης Εκκλησίας. Η θεωρουμένη υφ’ υμών ως Δευτέρα σοβαρά εκτροπή των, ήτοι η μη κοινωνία των μετά των διακρατησασών το παλαιόν ημερολόγιον Εκκλησιών, δεν ευσταθεί, διότι, ως καλώς αναφέρεται εν τη ιστορία του κινήματός των, πολλάκις εζήτησαν την μετ’ αυτών κοινωνίαν -ώστε συγκροτούντες σύνοδον να διευθετηθή η γεννηθείσα ανωμαλία και αντικανονικότης- χωρίς όμως να το επιτύχουν, μια και αύται προετίμων την μετά των καινοτόμων κοινωνίαν και ουχί την των αδυνάτων κατά κόσμον Παλ/των!

Σ υ ν ε π ώ ς   ε ν   σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ ι   σ η μ ε ι ο ύ μ ε ν,   ότι ο ιερός αγών των Παλαιοημερολογιτών της μονομερούς αλλαγής του ημερολογίου, αφ’ ετέρου δε των σφόδρα αντικανονικών προθέσεων του συνεδρίου του 1923, δι’ ου αι αντορθόδοξοι δυνάμεις, -εσωτερικαί και εξωτερικαί- ηθέλησαν να επιτύχουν ή μάλλον ν’ αρχίσουν την ένωσιν του ψεύδους μετά της αληθείας! Διά τούτο ακριβώς και χαρακτηρίζομεν το δημιουργηθέν σχίσμα ως   ε π α ι ν ε τ ό ν,   συμφώνως προς τον ΙΕ’ της ΑΒ’ συνόδου και το πατερικόν: «Έστι σχισθήναι καλώς», την δε Ελλαδικήν Εκκλησίαν ως κυρίως υπεύθυνον διά την δημιουργίαν, ου μόνον του ανωτέρω σχίσματος, αλλά και της διασπάσεως της λειτουργικής ενότητος της καθόλου Ορθοδοξίας, πράγμα όπερ κατέστησε ταύτην «δυνάμει σχισματική» απέναντι των διακρατησασών το παλαιόν ημερολόγιον Εκκλησιών.

Ούτως οι ταπεινοί ομολογηταί των πατρώων Παραδόσεων, φανέντες πιστοί εις τα ολίγα, ευρέθησαν πιστοί και εις τα πολλά, την σημερινήν δηλαδή κατάληξιν της καινοτομίας του 1923, ήτις ουδέν έτερον είναι παρά απροκάλυπτος κακοδοξία και αίρεσις.

Θεοδώρητος Μοναχός
Σκήτη Αγ. Άννης
Ιούνιος 1976.
Συνεχίζεται...
4. Επιτρεπομένη οικονομία 5. Το Παλαιοημερολογιτικόν. 6. Η χειροτονία των επισκόπων εν Αμερική. 7.Αντικανονικότητες του παρελθόντος και σύγχρονοι αιρετικοί.  Μ Ε Ρ Ο Σ Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο Ν 1.Περί του ΙΕ’ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. 2.Τα δικαιώματα του μικρού ποιμνίου.  3.Πως αντέδρων οι παλαιοί άγιοι.  4.Η καλή οικονομία. ΖΗΛΩΤΙΚΩΝ ΑΚΡΟΤΗΤΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ (ΔΥΟ ΑΚΡΑ, σς. 97-121) 1.Περί οικονομίας. 2.Οι φιλαθηναγορικοί Επίσκοποι. 3.Ο Μ. Φώτιος και ο πάπας Ιωάννης Η΄..4.Και πάλιν περί Μ. Φωτίου. 5.Αι Κανονικαί σχέσεις. §§ 6-13 και 18. Περί του Παλαιοημερολογιακού 16.Η «δυνητικότης» του ΙΕ΄Κανόνος. 20.Ο άγιος Κύριλλος και οι σύγχρονοι φιλοπαπικοί Επίσκοποι. 22.Οι ποιμένες και το ποίμνιον. Α΄ ΠΡΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΝ ΜΕ «ΚΑΤ’ ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ ΖΗΛΟΝ»… Αναίρεσις του άρθρου: «Εκρήξεις ακρίτου ζηλωτισμού». (Βλ. ΔΥΟ ΑΚΡΑ, σ σ. 166-168). ΠΡΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΝ ΜΕ «ΚΑΤ’ ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ» ΖΗΛΟΝ… Β’
«ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΑ ΑΝΩ ΤΟΙΣ ΚΑΤΩ ΣΥΝΕΟΡΤΑΖΕΙ…»ΤΟ ΚΑΤΑΚΡΙΤΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ* ΓΕΡΟΝΤΑ, ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ;

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

ΓΕΡΟΝΤΑ, ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ;


ΓΕΡΟΝΤΑ, ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ;

Με βήματα κάπως ανήσυχα αυτή τη βραδυά ο νεαρός Μοναχός πλησίασε το κελλί του Γέροντά του , του γνωστού σ’ όλο το ‘Ορος ασκητού και πνευματικού παπα-Αγάθωνα, για να του αναφέρη σύμφωνα με την μοναχική τάξη τα «πεπραγμένα» της ημέρας, τις πτώσεις και τις νίκες του στον αόρατο πόλεμο των λογισμών, απ’ τον οποίο, ως γνωστόν, εξαρτάται η κατά Θεόν προκοπή κάθε μοναχού. Όταν άκουσε το «αμήν», μετά το διακριτικό κτύπημα και το: «δι’ ευχών των αγίων Πατέρων», μπήκε στο κελλάκι και κατευθύνθηκε στο συνηθισμένο σκαμνάκι του, και αφού κάθισε σεμνά απέναντι στον Γέροντά του, άρχισε πολύ διαφορετικά αυτή τη φορά τον διάλογό τους.

-Γέροντα, γιατί κλαίς; Μέρες τώρα σε παρακολουθώ να έχης συνεχώς δακρυσμένα τα μάτια σου και δεν γνωρίζω το γιατί. Τι συμβαίνει;

-Πως να μη κλαίω, παιδί μου Ιλαρίων, βλέποντας αυτά που γίνονται στο Όρος, στο περιβόλι της Παναγίας μας;

-Εννοείς τους δρόμους Γέροντα, και το πλήθος των αυτοκινήτων, ή την Εξαρχία του Πατριαρχείου που ήλθε και ζητά να επιβάλλη το μνημόσυνο, όπου δεν ακούγεται μέχρι σήμερα το όνομα του Πατριάρχη;

-Και αυτά παιδί μου, είναι φοβερά, απήντησε ο αγαθός ασκητής, αλλά το φοβερώτερο είναι άλλο∙ η πτώση των Αγιορειτών ιερέων, αυτών που διευθύνουν τον Τόπο μας και φορούν το πετραχήλι.

Ο Ιλαρίων δεν κατάλαβε τι εννοούσε ο Γέροντάς του, γι’ αυτό τον κύτταξε ερωτηματικά, δείχνοντας έτσι την απορία του.

-Θέλω να πω, συνέχισε ο παπα-Αγάθων, για την ευθύνη των ιερέων αντιπροσώπων και ειδικώς των ηγουμένων και Προϊσταμένων των Μοναστηρίων, οι οποίοι τις τελευταίες ημέρες υπέγραψαν τις πιο παράνομες αποφάσεις εναντίον Αγιορειτών συναδέλφων των. Διότι, χωρίς κανένα φόβο παιδί μου, εδέχθησαν σαν έγκυρη την παράνομη και αντικανονική απόφαση του Πατριαρχείου, που το 1974 διέταξε τον αποσχηματισμό τριών Εσφιγμενιτών μοναχών και την καθαίρεσιν του ηγουμένου τους κυρού Αθανασίου († 1975). Και όχι μόνο αυτό,  αλλ’ απεφάσισαν προ ημερών και την απέλαση του νέου ηγουμένου της Μονής αρχιμ. Ευθυμίου μαζί με δύο άλλους συνεργάτες του μοναχούς, διότι επιθυμούν ομού με  ό λ ο υ ς   τους λοιπούς αδελφούς του Μοναστηρίου να κρατήσουν   ό λ α   όσα μας παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες. Θεέ μου, συνέχισε με τρεμάμενη φωνή ο ασκητικός άνδρας, πως είναι δυνατόν μετά από τέτοιες πράξεις να πλησιάζουν το άγιον θυσιαστήριον… «νίπτοντες εν αθώοις τας χείρας» των και να τολμούν συγχρόνως να δημοσιογραφούν περί νοεράς προσευχής, δακρύων και συνεχούς Θ. Μεταλήψεως, ως «μέσων καθάρσεως και θεοποιήσεως του ανθρώπου»;!.. Πως δεν αντιλαμβάνονται ότι με τα έργα τους αυτά υπηρετούν τους εχθρούς της Ορθοδοξίας;

-Και τι θα γίνει τώρα; Ρώτησε με πόνο ο Ιλαρίων δεν υπάρχει κανείς να τους ελέγξη;

-Παιδί μου, είσαι πολύ νέος, γι’ αυτό και αγνοείς πολλά. Εγώ σε λίγο θα φύγω, διότι πέρασα πιά τα ογδόντα, γι’ αυτό πρέπει να σου πω σήμερα, μια που μου έδωσες την ευκαιρία, μερικά πράγματα για να τα γνωρίζης. Αύριο θα μείνης μόνος και θα πρέπη να έχης σαν πολύτιμα εφόδια στη ζωή σου μερικά από τα διδάγματα που χάρισε σε μας η πείρα μετά από τόσα χρόνια παραμονής στον αγιασμένο αυτό τόπο.

Άλλοτε και τώρα.

Λοιπόν, αγαπητέ μου Ιλαρίων, άκουσε. Μέχρι το 1920 περίπου το Άγιον Όρος είχε πολλούς εργάτες αρετής και ευσεβείας να επιδείξη. Σε κάθε Μοναστήρι, αλλά ιδιαιτέρως σε κάθε κελλάκι που βλέπεις ζούσαν άνθρωποι αφιερωμένοι στο Θεό μ’ όλη τους την καρδιά. Οι Σκήτες ανθούσαν από εργάτες της προσευχής και της ησυχίας. Σιγά-σιγά όμως ήλθε η φθορά. Μετά τον θάνατο των παλαιών Γερόντων οι θέσεις τους έμειναν κενές∙ οι νέοι που ήλθαν ήσαν ελάχιστοι. Ακολούθησε το γνωστό ημερολογιακό σχίσμα. Οι πατέρες εδιχάσθηκαν. Οι αγαπώντες την ακρίβεια και τας Παραδόσεις απετέλεσαν τους γνωστούς   ζ η λ ω τ ά ς   του Αγίου Όρους, αυτούς που μέχρι σήμερα αποκαλούν περιφρονητικώς  «σχισματικούς», και στους οποίους ανήκεις και συ και εγώ, παιδί μου. Οι πατέρες αυτοί, πρό πάντων οι παλαιοί, ετράβηξαν πολλά για να βρούμε, ή μάλλον να βρήτε εσείς, αυτό που σας παραδώσαμε. Εξορίες, ταπεινώσεις, χλευασμούς… Συνεχώς πατριαρχικές Εξαρχίες μας απειλούσαν, αλλά η Παναγία μας σκέπαζε πάντοτε. Τα χρόνια κυλούσαν και οι καινοτομίες και κακοδοξίες του Πατριαρχείου συνεχώς μεγάλωναν. Ώσπου το 1971 η Ιερά Μονή Εσφιγμένου αντέδρασε δυναμικά και πατερικά στα οικουμενιστικά κηρύγματα του Φαναρίου με την διακοπή πάσης κοινωνίας με το Πατριαρχείο και όσους κοινωνούν μ’ αυτό. Το Φανάρι δεν άργησε ν’ αντιδράση με αποσχηματισμούς και καθαιρέσεις, πράγμα πρωτάκουστο στα εκκλησιαστικά χρονικά, ο αποσχηματισμός δηλαδή των μοναχών! Βέβαια σ’ αυτό συνέβαλε τα μέγιστα και η εισήγηση της Πατριαρχικής Εξαρχίας του 1973, η οποία με πρόεδρο τον επίσκοπο  Σ τ α υ ρ ο υ π ό λ ε ω ς   Μ ά ξ ι μ ο, και κατόπιν δυστυχώς αγαστής συνεργασίας με τους Αγιορειτικούς παράγοντας, θέλησαν να πατάξουν κάθε αντίδραση. Έτσι εκτός από τους παραπάνω αποσχηματισμούς του Πατριαρχείου, διά τους οποίους φέρουν  μ έ γ α   ποσοστό ευθύνης οι Αγιορείται ηγούμενοι, απεφάσισαν να μη δίδουν πλέον κελλιά σ’ όσους θέλουν να μονάσουν χωρίς να μνημονεύουν τον Πατριάρχη, όσοι δε ζηλωταί υπάρχουν στο Όρος να μη έχουν δικαίωμα να πάρουν υποτακτικούς στην συνοδεία τους, και άλλα πολλά, τα οποία δεν κατώρθωσαν να εφαρμόσουν. Όλα απέβλεπαν σ’ ένα∙ τον  α φ α ν ι σ μ ό ν   του Αγιορειτικού ζηλωτισμού.

-Και σεις Γέροντα, τι κάνατε για όλα αυτά; Δεν αντιδράσατε;

-Τους απαντήσαμε παιδί μου εγκαίρως και καταλλήλως, αλλά κανείς τους δεν τόλμησε, ούτε από τους πατριαρχικούς, ούτε από τους Κοινοτικούς ν’ ανταπαντήσουν[1]. Προτιμούν να κάνουν την δουλειά τους χωρίς διαλόγους, ελπίζοντες πολλά στην άγνοια του λαού. Όταν όμως θέλουν τον κόσμο με το μέρος τους, τότε έχουν όλη την τέχνη να παρουσιάζουν κάθε ένα που αντιδρά στα αντικανονικά έργα τους, ως «σχισματικόν» και «αντάρτην», ώστε να καλύπτουν την ενοχή τους και το… αφεντικό, τον Πατριάρχη. Μόνον οι «ασθενείς συνειδήσεις» διακηρύττουν, κατηγορούν το Οικ. Πατριαρχείο∙ οι «ου κατ’ επίγνωσιν» ζηλωταί∙ ο αμαθής όχλος… Ευτυχώς που οι πιστοί άρχισαν πια να τους παίρνουν είδηση…

Τα κατορθώματα του Σεβ. κ. Μαξίμου.

-Αυτός λοιπόν ο Μάξιμος, παιδί μου, προτού έλθει εφέτος στο Άγιον Όρος σαν πατρ. Έξαρχος μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του,  στην Αθήνα βρήκε την ευκαιρία να δώση συνέντευξη σε γνωστό οικουμενιστή δημοσιογράφο για το θέμα της ενώσεως, όπου μεταξύ των άλλων είπε και τα εξής φοβερά: «Η ενότης και η ένωσις των Εκκλησιών η οποία αποτελεί το τελικόν και πολυπόθητον τέρμα του Διαλόγου, δεν δύναται να επιτευχθή, όταν εκάστη εκκλησία αποκλείει δι’ εαυτήν το ενδεχόμενον της πλάνης. Η πεποίθησις εκάστης εκκλησίας ότι μόνον αυτή κατέχει την αλήθεια και ότι ουδέποτε πλανάται, αποκλείει τον διάλογον, και κατά συνέπειαν, αδυνατεί να ίδη καθαράν την αλήθειαν. Ο διάλογος δεν ζητεί να επιβάλλη την αλήθειαν, αλλά να την ανακαλύψη»[2].

-Ακούς Ιλαρίων; Συνέχισε με έκδηλη πιά οργή ο γηραιός πνευματικός. Κατά τον επίσκοπο αυτόν και η Ορθοδοξία είναι πολύ φυσικό να πλανάται, γι’ αυτό και είναι απαραίτητος ο διάλογος με τους υπολοίπους… αιρετικούς της Δύσεως, για ν’ ανακαλύψουν από κοινού την αλήθεια! Τα ίδια έλεγε και όταν ζούσε ο Αθηναγόρας, τα αυτά επανέλαβε και στους Αθηναίους τώρα. Ούτε ο Άρειος δεν είχε προσβάλει με τέτοιο καθολικό τρόπο την Αποκάλυψη! Αλλά το τραγικώτερον είναι η υποκρισία του ανδρός, γιατί ερχόμενος στο Άγιον Όρος μίλησε στους πατέρες περί μοναδικής αληθείας που κατέχει η Ορθοδοξία[3], μιμούμενος σ’ αυτήν την τακτικήν του τον προηγούμενο προϊστάμενό του, τον Αθηναγόρα, ο οποίος και αυτός συμβούλευε τους Αγιορείτας ούτε μια εικόνα να μη δεχθούν να μετακινήσου από τη θέση της, διότι όλα στην Ορθοδοξία είναι τέλεια, ενώ αυτός κορόϊδευε και δόγματα και παραδόσεις και θεολογία! Είναι στο πρόγραμμα του Οικουμενισμού να κηρύττουν που και που οι οπαδοί του και καμμιά αλήθεια, έτσι για να θολώνουν τα νερά και να κάνουν πιο εύκολα την δουλειά τους. Βλέπεις οι αφελείς πάντοτε θα υπάρχουν και έτσι τίποτα δεν χάνουν οι κύριοι αυτοί να λένε ότι τους έλθει βολικό, ανάλογα με το ακροατήριό τους. Γι’ αυτό και ο Μάξιμος μίλησε στην Ι. Κοινότητα για προβολή της Ορθοδοξίας διά του διαλόγου, αντί να πη   π ρ ο σ β ο λ ή   αυτής και εξουθένωση, με τις γνωστές παπικές συμπροσευχές, τα μνημόσυνα του πάπα, και τις αναγνωρίσεις του ως «πρώτου εν τη καθόλου Εκκλησία του Χριστού»! Ιδού το κατάντημα παιδί μου Ιλαρίων, των θεολογούντων νεοπατερικώς[4], μακράν δηλαδή της αγιασμένης των πατέρων διδαχής. Ενώ αρνούνται ή μάλλον φονεύσουν, όσον εξαρτάται απ’ αυτούς, την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Αληθείας, νομίζουν οι ταλαίπωροι ότι την διακονούν, όπως οι εσκοτισμένοι Εβραίοι την εποχήν του Χριστού εφόνευον τους αποστόλους του νομίζοντας έτσι ότι προσφέρουν λατρείαν στον Θεό!

Και δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους 40 μεγαλοσχήμους ηγουμένους και Προϊσταμένους των Ι. Μονών που τον άκουγαν, να τον καθίση στο σκαμνί του κατηγορουμένου λέγοντάς του: Υποκριτά, εκ των λόγων σου κρινώ σε. Εάν είναι μοναδική η αλήθεια της Ορθοδοξίας, ως μας λέγεις, γιατί τότε πρό ημερών στην Αθήνα δημόσια υπεστήριζες τα  α ν τ ί θ ε τ α, και επί χρόνια στο Φανάρι, μαζί με την λοιπή σύνοδο και τον Πατριάρχη, ανακηρύσσετε τον πάπα «ομόζηλον και ομότιμον των Αποστόλων», ετοιμάζοντες συγχρόνως και θεολογικόν διάλογον, για να συζητήσετε τι;  Α φ ο ύ   ε κ   τ ω ν   π ρ ο τ έ ρ ω ν   δεχθήκατε τον παπισμόν ισότιμον της Ορθοδοξίας;! Αυτά έπρεπε να του πουν, παιδί μου, και όχι να τον αφήσουν ν’ απειλή με απελάσεις και αποσχηματισμούς πολλούς αγιορείτας πατέρας ένας πεπτωκός, εκ της Ορθοδοξίας επίσκοπος. Να χαίρωνται το αυτοδιοίκητον του Όρους, έτσι που το κατήντησαν!

Δυστυχώς, όμως, οι ταπεινώσεις της Ορθοδοξίας δεν προέρχονται μόνο από το Φανάρι. Να φαντασθής ότι μέχρι προχθές στην Κρήτη, ενώπιον 400 μελών διαφόρων Εκκλησιών της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και ικανών ορθοδόξων Επισκόπων, ιερέων και λαϊκών θεολόγων, την Βιβλική μελέτη την «έκαμε μια γυναίκα-πάστωρ εκ Γερμανίας»!![5]. Και κατόπιν τολμού και ομιλούν περί προβολής της Ορθοδοξίας. Θεέ μου, οποία κατάπτωσις!

Η ευθύνη του Οικ. Πατριαρχείου και των λογίων του Αγ. Όρους.

-Έτσι όμως, Γέροντα, το Πατριαρχείον αποδεικνύει ότι δεν πιστεύει πια στην μοναδικότητα της Ορθοδοξίας, αφού λατινοφρονεί τόσο επίσημα και απροκάλυπτα.

-Περί αυτού δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία, τέκνον. Οι επίσκοποι του έχουν γίνει πλέον ένα με τον πάπα και προσπαθούν να παρασύρουν και μας στην αίρεσί τους. Αλλ’ όπως λέει κι ένας άγιος, η Εκκλησία της Κων/λεως έχει γίνει συνήθεια πλέον να πέφτη σε αιρέσεις, γι’ αυτό δεν μας παραξενεύει και τόσο∙ το θέμα όμως είναι τι κάνουν οι λοιποί Ορθόδοξοι, και ειδικά για μας, οι αρχές του Αγίου Όρους, οι ηγούμενοι και οι δεκάδες προϊστάμενοι των ιερών Μονών. Δυστυχώς, αντί ν’ αντιδράσουν κατά του Φαναρίου, διώκουν… τους ζηλωτάς, ώστε να σβύση κάθε στοιχείο που θα επρόδιδε την ένοχη στάση τους.

-Και οι μορφωμένοι θεολόγοι, ερώτησε με αγωνία και αγγανάκτηση ο Ιλαρίων, συμφωνούν και αυτοί με τις βλασφημίες αυτές του Εξάρχου;

-Απ’ αυτούς, παιδί μου, μη περιμένεις τίποτα, απάντησε με ταραγμένη κάπως φωνή ο αγαθός πνευματικός. Θέλεις αποδείξεις; Άκουσε να σου διαβάσω κατ’ αρχήν τις γνώμες τριών εκ των ηγουμένων των νέων αδελφοτήτων,  αναφορικώς με το θέμα της Μονής Εσφιγμένου, για να καταλάβης και μόνος σου τι πιστεύουν οι άνθρωποι αυτοί για των ιερόν αγώνα του ζηλωτισμού εις τον Άθωνα. Σηκώθηκε αργά, πήρε τα γυαλιά του και ένα φάκελλο με πολυγραφημένες κόλλες των Πρακτικών της Εξαρχίας και άρχισε να διαβάζη με την ιεροπρεπή φωνή του. «Συμμερίζομαι πλήρως ότι η Μήτηρ Εκκλησία μέχρι σήμερον επέδειξε την ενδεικνυμένην χριστιανικήν επιείκειαν και ανοχήν. Μήπως όμως σήμερον η χρησιμοποίησις βίας και η καταδίωξις ενίων πρωταιτίων «ζηλωτών» θα εδημιούργει θόρυβον και κατά τινα τρόπον θα ηρωοποιούσε τα πρόσωπα ταύτα, ενώ έχομεν πληροφορίας, ότι οσημέραι η παράταξις αυτών φθίνει και οδηγείται εις αυτοδιάλυσιν»[6].

Και ποιος τα λέει αυτά, παιδί μου Ιλαρίων; Ο ηγούμενος της Μονής Γρηγορίου π. Γεώργιος, αυτός που μέχρι προχθές έγραφε ότι η «ένωσις σχεδόν έχει γίνει» και καλούσε σε εγρήγορση τους πατέρες του Αγίου Όρους! Βλέπεις πόσο εύκολα είναι τα λόγια και δύσκολη η πράξη; Με το ίδιο πνεύμα μίλησε, συνέχισε ο πνευματικός, και ο ηγούμενος του Σταυρονικήτα π. Βασίλειος. «Νομίζω, ότι άπαντες, είπε, είμεθα σύμφωνοι εις την επιβολήν της δεούσης   τ ι μ ω ρ ί α ς   εις τους πρωταιτίους της Ι. Μονής Εσφιγμένου. Πλήν δέον όπως είμεθα επιφυλακτικοί εις την ετέραν φάσιν, ήτοι εις την εκτέλεσιν της ληφθησομένης σχετικής αποφάσεως. Θα έδει όπως σοβαρώς απασχολήση ημάς ο ενδεικνύμενος τρόπος τιμωρίας και απομακρύνσεως των εν λόγω προσώπων»[7].

Ακριβώς όπως ήθελαν να ενεργήσουν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι διά την σύλληψιν του Κυρίου, συνέχισε ο παπα-Αγάθων, να γίνη δηλαδή με τρόπον «ίνα μη θόρυβος γένηται τω λαώ»! Πως λοιπόν να μη κλαίω, Ιλαρίων, μετά από τέτοια κατάστασι; Βλέπεις με τι ανέντιμον τρόπον προσπαθούν όλοι τους να παρουσιάσουν διχασμένους τους πατέρας και την Μονή δήθεν «παρασυρμένη» από μερικούς «πρωταιτίους ζηλωτάς», ενώ επανειλημμένως όλοι μαζί, εν συνάξει, έχουν υπογράψει τα κείμενα και την ομολογία τους ενώπιον του πατρ. Εξάρχου ήδη από το 1972. «Ή όλοι μαζί εξορία, ή κανείς», εδήλωσαν και δηλώνουν μέχρι σήμερα.

-Να σου διαβάσω τώρα, συνέχισε ο Γέροντας και την σχετικήν γνώμην του ηγουμένου της Μονής Ξενοφώντος, ενός   χ θ ε σ ι ν ο ύ   αγιορείτου, ο οποίος αντί να παραδειγματισθή από την σώφρονα σιωπήν άλλων παλαιοτέρων συναδέλφων του, θέλησε κι’ αυτός να δώση το παρόν μαζί με τους λοιπούς θεολόγους ηγουμένους, ώστε να μη υπάρξη εξαίρεση στην θλιβερή τους διακονία… «Είναι τελείως απαράδεκτον, είπε, το γεγονός ότι η Μονή Εσφιγμένου επί τόσα έτη ευρίσκεται μακράν της Ι. Κοινότητος και αγνοεί τας εν προκειμένω υποχρεώσεις αυτής. Η συνέχισις της καταστάσεως ταύτης ουδόλως τιμά την αγιορειτικήν Πολιτείαν και ημάς προσωπικώς»[8].

-Μα Γέροντα, αυτός και χωρίς να το θέλη ομολογεί ότι τους… ατιμάζει στα μάτια των Ορθοδόξων η πορεία της Εσφιγμένου και των λοιπών ζηλωτών πατέρων, αφού, ως οι ι. Κανόνες γράφουν, καθώς πολλές φορές διαβάσαμε μαζί, ότι   τ ι μ ή   και   έ π α ι ν ο ς   ανήκει σ’ όποιον ιερέα και πιστόν δεν ακολουθεί κακόδοξον ψευδοποιμένα, αλλά διακόπτει την μετ’ αυτού κοινωνίαν. Αφού λοιπόν αυτοί θέλουν να την συνεχίζουν, τότε ας χαίρωνται τον… έλεγχον και την εξουδένωση που τους αρμόζει, κι άς αφήσουν για την Μονή Εσφιγμένου τον έπαινον που μόνη της διάλεξε υπακούοντας στην ιερή φωνή των Πατέρων.

-Δυστυχώς, Ιλαρίων, το λέω και δεν μπορώ να το πιστεύσω, αλλά το έχουν για τιμή τους που υπακούουν σε μια τέτοια Εκκλησία, όπως δυστυχώς κατήντησε το Φανάρι τελευταία. Άκουσε πως την θαυμάζει ένας άλλος θεολόγος ηγούμενος, ο π. Αιμιλιανός της Σιμωνόπετρας, και φρίξον διά την «μόρφωσιν της ευσεβείας» των νέων αγιορειτικών αδελφοτήτων[9]. «Δι’ αυτό ενώπιον Υμών, Άγιε Πρόεδρε, ομολογώ, ότι η αφοσίωσίς μου προς την Μητέρα Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν είναι τοιαύτη, ώστε θα προετίμων να πλανώμαι, αλλά να έχωμαι στερρώς της Αγίας Μητρός Εκκλησίας, παρά να αληθεύω ανεξαρτήτως απ’ αυτήν, διότι δεν θα έχω την βεβαιότητα ότι πατώ σε έδαφος ασφαλές»[10].

-Μα αυτό είναι φοβερό Γέροντά μου! Τέτοια ομλογία αγιορείτου ηγουμένου ενώπιον ενός   τ έ τ ο ι ο υ   επισκόπου, υπέρ μιάς   τ έ τ ο ι α ς   εκκλησίας, χωρίς   κ α μ μ ι ά   διαμαρτυρία των άλλων παρόντων συναδέλφων του, σημαίνει καθαρά πλέον ότι το επίσημον Όρος   έ π ε σ ε,   όπως και το Φανάρι προ ετών. Δεν απομένει πια παρά η τιμωρία μας από τον Θεόν.

-Και εγώ το πιστεύω αυτό, απάντησε με σβυσμένη φωνή ο γηραιός πνευματικός. Το πιστεύω, διότι δεν είναι μόνον οι παραπάνω ηγούμενοι που συνεφώνησαν πλήρως με την Εξαρχία προς εξόντωσιν της Μονής Εσφιγμένου. Ως επληροφορήθην, πλην μιάς Μονής,   ό λ ε ς   οι άλλες υπέγραψαν την απέλαση της Γεροντίας και του ηγουμένου!  Τ α   μ έ τ ω π α,   ω ς   β λ έ π ε ι ς,   έ χ ο υ ν   χ ω ρ ί σ ε ι   π ι α.  Φοβούμαι ότι «εγγύς εστιν το τέλος», δηλαδή η ένωσις. Ο Θεός θα επιτρέψη τότε να λάβωμεν έκαστος κατά την καρδίαν του[11].

Τελευταίαι υποθήκαι.

Παιδί μου Ιλαρίων, ήλθε πλέον η ώρα να πάρης και συ την σκυτάλη της ομολογίας που τόσα χρόνια με πολλές δοκιμασίες και πίκρες κρατήσαμε εμείς οι γεροντότεροι. Μη δειλιάσεις για το βάρος και την ευθύνη, ούτε να γογγύσης. Λίγοι στη ζωή αυτή αξιώνονται να ομολογήσουν, γι’ αυτό πρέπει να το θεωρούν υψίστη τιμή τους. Ούτε να νομίσης ότι η αρετή σου, ή τα τυχόν χαρίσματά σου έγιναν αιτία να σε διαλέξη ο Θεός γι’ αυτή την αποστολή. Ο Θεός πολλές φορές καλεί τα πιο «εξουθενημένα» για να καταισχύνη τα «ισχυρά»∙ τον αμαθή όχλο, για να ταπεινώση τους εν υπερηφανία και φυσιώσει θεολογούντας… Όπως αγωνίζεσαι για την καθαρότητα των λογισμών σου έτσι θέλω ν’ αγωνισθής και για την καθαρότητα της πίστεώς σου. Τα πάντα να προτιμήσης να χάσης παρά να υποχωρήσης στον ενωτικό υστερισμόν της εποχής μας, μολύνοντας έτσι τον γλυκύ της Ορθοδοξίας μας οίνον, που με τόσες θυσίες έφθασε μέχρι εσένα άκρατος και ηδύς. «Κράτε ο έχεις, ίνα μηδείς λάβη τον στέφανόν σου», τέκνον, και ο Θεός θα μείνη παντοτεινή σκέπη για σένα και την συνοδία σου. Στον κόσμο αυτό μόνο την αμαρτία να φοβάσαι, όπως λέει και το χρυσό στόμα της Εκκλησίας, τα δε λοιπά πάντα, να τα βλέπης ως μάταια και παρερχόμενα, «καν χρηστά η, καν λυπηρά». Όσο δε για τους Αγιορείτας αδελφούς σου, που μέχρι τώρα επιμένουν να καλύπτουν την τραγωδία που διέρχεται η Ορθοδοξία εξ αιτίας του Φαναρίου και των συνοδοιπόρων του, μη στενοχωριέσαι, διότι έφθασε και γι’ αυτούς η ώρα. Το «κοινόν Ποτήριον» ευρίσκεται ήδη «επί θύραις», και όταν η αλλόκοτος μίξις θα έχει συντελεσθή, θα δούμε τι προφάσεις θα εύρουν για να καλύψουν την εντροπή τους… Ας ευχώμεθα όμως και γι’ αυτούς, διότι είναι αδελφοί μας και το «αίμα νερό δεν γίνεται». Ελπίζω να δώσετε τα χέρια στο διωγμό -διότι εγώ δεν θα ζω πιά- όταν εσείς και όσοι εξ αυτών σας μιμηθούν, διωγμένοι απ’ τους πολλούς που θα μείνουν πιστοί στην αντίχριστο ένωση, θ’ αποτελείτε την συνέχεια της γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μέσα στην σύγχυση των ημερών εκείνων.

«ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ», Δεκ. 1979.



[1] Περιοδ. Άγιος Σίμων, Σεπτ. 1974 και: Υπό Αγιορειτών Μοναχών, Όταν οι φύλακες προδίδουν, Αθήναι 1974, σ. 37.
[2] Ορθόδοξος Μετανάστης, Βόννη, Μάϊος 1972 σ. 5.
[3] Πρακτικά Εκτάκτου Δ. Ι. Σ. της Α΄Συνεδρίας (27.9.1979) σ. 8.
[4] Ως παράδειγμα τοιούτου λαϊκού Θεολόγου αναφέρομεν τον Ακαδημαϊκόν κ. Κ. Μπόνην, όστις ετόλμησε να γράψη την εξής βλασφημίαν, μιμούμενος, δυστυχώς, το πιστεύω της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας: «Το Συμπόσιον ενέκριναν και επευλόγησαν   α ι   κ ο ρ υ φ α ί   τ η ς   μ ι ά ς   α γ ί α ς   τ ο υ   Χ ρ ι σ τ ο ύ   Ε κ κ λ η σ ί α ς,   ήτοι η Αυτού Αγιότης ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β΄και η Αυτού Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος»!! Θεολογία, 1979, σ. 474.
[5] Διά μίαν Ευρώπην πνευματικώς ηνωμένην, Ορθ. Τύπος της 16.11.79, σ.4.
[6] Πρακτικά, ένθ’ ανωτ. Σ. 16.
[7] Αυτόθι.
[8] Πρακτικά της Δ΄ Συνεδρίας της 5.10.79, σ. 4.
[9] Ευτυχώς ότι πολλοί μοναχοί αυτών διαφέρουν κατά πολύ της Ορθοδοξίας των ηγουμένων των.
[10] Πρακτικά της Συνεδρίας Β΄της 28.8.79, σ. 2.
[11] Γράφομεν «κατά την καρδίαν των» διότι αδυνατούμεν να εξομοιώσωμεν τους ανωτέρω Καθηγουμένους και λοιπούς σμφωνήσαντας μετ’ αυτών Προϊσταμένους με εκλεκτάς κατά τα άλλα Αγιορειτικάς ψυχάς, αι οποίαι όμως διά πολλούς λόγους παραμένουν εισέτι εις το «μνημόσυνον».


Συνεχίζεται...
4. Επιτρεπομένη οικονομία 5. Το Παλαιοημερολογιτικόν. 6. Η χειροτονία των επισκόπων εν Αμερική. 7.Αντικανονικότητες του παρελθόντος και σύγχρονοι αιρετικοί.  Μ Ε Ρ Ο Σ Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο Ν 1.Περί του ΙΕ’ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. 2.Τα δικαιώματα του μικρού ποιμνίου.  3.Πως αντέδρων οι παλαιοί άγιοι.  4.Η καλή οικονομία. ΖΗΛΩΤΙΚΩΝ ΑΚΡΟΤΗΤΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ (ΔΥΟ ΑΚΡΑ, σς. 97-121) 1.Περί οικονομίας. 2.Οι φιλαθηναγορικοί Επίσκοποι. 3.Ο Μ. Φώτιος και ο πάπας Ιωάννης Η΄..4.Και πάλιν περί Μ. Φωτίου. 5.Αι Κανονικαί σχέσεις. §§ 6-13 και 18. Περί του Παλαιοημερολογιακού 16.Η «δυνητικότης» του ΙΕ΄Κανόνος. 20.Ο άγιος Κύριλλος και οι σύγχρονοι φιλοπαπικοί Επίσκοποι. 22.Οι ποιμένες και το ποίμνιον. Α΄ ΠΡΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΝ ΜΕ «ΚΑΤ’ ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ ΖΗΛΟΝ»… Αναίρεσις του άρθρου: «Εκρήξεις ακρίτου ζηλωτισμού». (Βλ. ΔΥΟ ΑΚΡΑ, σ σ. 166-168). ΠΡΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΝ ΜΕ «ΚΑΤ’ ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ» ΖΗΛΟΝ… Β’
«ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΑ ΑΝΩ ΤΟΙΣ ΚΑΤΩ ΣΥΝΕΟΡΤΑΖΕΙ…» ΤΟ ΚΑΤΑΚΡΙΤΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ*,  ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ