Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2021

Ο ευλαβέστατος Κωνσταντίνος, Από τον Ευεργετινό

 


Κάποιος Κωνσταντίνος, άνθρωπος εξαιρετικά ευλαβής, κατοικούσε κοντά στην πόλη Αγκόνα και υπηρετούσε στον ναό του πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κάποτε που του τελείωσε το λάδι και δεν είχε τι να βάλει στις καντήλες, τις γέμισε με νερό, έβαλε ως συνήθως σε καθεμιά το φυτίλι, το άναψε, και έτσι το νερό έκαψε στις καντήλες όπως το λάδι.

Άκουσε και τι ταπείνωση είχε ο άνθρωπος αυτός. Επειδή η φήμη του είχε φτάσει πολύ μακριά εξαιτίας των θαυμάτων που μέσω αυτού έκανε ο Θεός, και πολλοί από διάφορα μέρη έτρεχαν για να τον δουν, ήρθε και κάποιος γεωργός από μακριά με σκοπό να τον δει.

Ο άγιος έτυχε τότε να πατά επάνω σε ξύλινο σκαμνί και να ετοιμάζει τις καντήλες· ήταν μάλιστα πολύ κοντός, αδύνατος και άσχημος. Καθώς λοιπόν ο γεωργός ζητούσε επίμονα να του δείξουν ποιος είναι ο ευλαβέστατος Κωνσταντίνος, οι παρόντες του τον έδειξαν.

Ο γεωργός, σαν να έκρινε την αρετή από την κατασκευή του σώματος, όταν τον είδε έτσι κοντό και αδύνατο, σκέφτηκε ότι δεν θα είναι αυτός, για τον οποίο είχε ακούσει ότι είναι μέγας. Όταν όμως άκουσε από πολλούς ότι στ’ αλήθεια αυτός είναι ο ευλαβής Κωνσταντίνος και όχι άλλος, τον σιχάθηκε για την εμφάνιση και τη σωματική του διάπλαση και είπε ειρωνικά: «Εγώ περίμενα να δω άνθρωπο, αυτός όμως τίποτε ανθρώπινο δεν έχει».

Όταν το άκουσε αυτό ο άνθρωπος του Θεού, παράτησε τις καντήλες και έτρεξε να φιλήσει τον γεωργό. Τον αγκάλιασε και άρχισε να τον φιλά με αγάπη και να λέει ότι του οφείλει πολλή ευγνωμοσύνη που έτσι μίλησε γι’ αυτόν. Του έλεγε δηλαδή: «Μόνο εσύ με βλέπεις με μάτια ανοιχτά».

Σκέψου λοιπόν, Πέτρε, πόση ταπείνωση είχε αυτός ο αξιοθαύμαστος άνθρωπος, ώστε τον γεωργό, ο οποίος τον σιχαινόταν, να τον αγαπήσει πιο πολύ. Γιατί τη διάθεση που κρύβει καθένας μέσα του, τη φανερώνει η προσβολή που του γίνεται εξωτερικά. Όπως οι υπερήφανοι χαίρονται με τις τιμές, έτσι και οι ταπεινόφρονες με τις προσβολές και τις καταφρονήσεις· και περισσότερο χαίρονται αν οι προσβολές τους συμβαίνουν μπροστά στα μάτια πολλών. Καθώς δηλαδή καταφρονούνται, βεβαιώνονται ότι είναι σωστή η γνώμη που είχαν οι ίδιοι για τον εαυτό τους, αφού και οι άνθρωποι τους θεώρησαν τέτοιους που και αυτοί θεωρούσαν τον εαυτό τους.

 

Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Β’, Υπόθεση Β’, σελ. 33. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2003.

 

ΠΗΓΗ: paterikos.blogspot.com

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2021

Η κληρονομιά των Νεομαρτύρων ως κινητήριος μοχλός των εθνικών αγώνων

Γράφει ο Δημήτριος Βερδελής*

 

25η Μαρτίου του 1821: μία ημερομηνία που στο άκουσμά της ξυπνούν πολλά συναισθήματα και πολλές σκέψεις είτε τυπώνονται πάνω σε χαρτί, είτε διαπερνούν τον αέρα ως ομιλία. Ελευθερία, Πατρίδα, Πίστη είναι κάποιες από τις λέξεις, με τις οποίες συνδέεται αυτή η ημερομηνία και με τις οποίες σχετίζονται αυτές οι σκέψεις.

Τι είναι αυτό που σε κάνει να αποφασίζεις να μπεις σε έναν αγώνα που ίσως να σου στοιχίσει τη ζωή; Πολλά τα ερωτήματα. Λίγος ο χώρος για να απαντηθούν. Μεγάλης έκτασης οι απαντήσεις που θα δοθούν και νέες συζητήσεις θα προκύψουν.

Τι είναι η ελευθερία; Ένας πρόχειρος ορισμός θα ήταν «η δυνατότητα να ορίσεις τη ζωή σου, κατά το δυνατόν, όπως εσύ επιθυμείς.» Μέχρι το 1821 σε πολλά μέρη που ζούσαν οι Ρωμηοί και κατά μείζονα χρονικά διαστήματα δεν υπήρχε η δυνατότητα να οργανώσουν το βίο τους όπως αυτοί επιθυμούσαν. Η Θεία λατρεία και η Ελληνική λαλιά σε πολλές περιπτώσεις απαγορεύονταν και ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας που υπάρχει στο Κοράνιο αντικαθίστατο από το παιδομάζωμα.

Την εποχή, λοιπόν, όπου όλα «τα ‘σκιαζ’  η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» στο δρόμο του Γένους βρέθηκαν κάποιοι φωτεινοί οδοδείκτες που έδωσαν τη ζωή τους «για του Χριστού την πίστη την Αγία» και έγιναν παράδειγμα προς μίμηση για όσους γενναίους και ζωντανούς έδωσαν τη ζωή τους «για της Πατρίδος την Ελευθερία».

Το γνωστότερο παράδειγμα νεομάρτυρα είναι ο Ισαπόστολος Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Η ιστορία του είναι, λίγο ή πολύ, γνωστή σε όλους μας. Αγιορείτης, από τους πρώτους αποφοίτους της Αθωνιάδος σχολής πήρε εντολή από τον τότε Πατριάρχη Κων/πόλεως να κηρύξει το Ευαγγέλιο στους υπόδουλους Ρωμηούς σε όλον τον χώρο που σήμερα αποτελεί την επικράτεια της Ελλάδος. Μαζί με Εκκλησίες ήθελε να κτίζονται και σχολεία για να μαθαίνουν οι νέοι γράμματα όπως έλεγε ο ίδιος. Ο πατρο-Κοσμάς έδωσε τη ζωή του λόγω της συκοφαντίας των Εβραίων της Ηπείρου ότι υπέσκαπτε τα θεμέλια του Οθωμανικού κράτους, διότι επέμενε να λέει ότι οι Εβραίοι δεν τηρούν την αργία της Κυριακής στήνοντας παζάρια τις Κυριακές.



Άλλη μια περίπτωση νεομάρτυρα και παιδομάρτυρα είναι ο άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας, ο οποίος γεννήθηκε το 1805 μ. Χ. Παιδί οικογένειας με Πίστη στο Χριστό, φιλοπατρία και συμμετοχή στους αγώνες του έθνους ο γιός του Σταματέλου Σταματελόπουλου και της Σοφίας, αδελφής της συζύγου του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και αδελφός του Νικηταρά καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκα της Αρκαδίας. Το 1816 σε ηλικία 11 ετών ο μικρός Ιωάννης συνόδευε τον πατέρα του και τον Αναγνώστη γιο του γνωστού αγωνιστή Ζαχαριά οι οποίοι πήγαιναν στα Κύθηρα αλλά λόγω κακοκαιρίας βρέθηκαν στη Νεάπολη της Λακωνίας εκεί συνελήφθησαν και διετάχθη από τον Βοεβόδα του Μυστρά ο αποκεφαλισμός και των τριών. Πρώτα αποκεφαλίστηκαν ο Σταματέλος και ο Αναγνώστης. Μετά πρότειναν στον μικρό Ιωάννη να αλλάξει την Πίστη του για να κερδίσει τη ζωή του. Ο μικρός Ιωάννης αρνήθηκε, αποκεφαλίστηκε και ως επιβεβαίωση της αγιότητας του το αίμα του σχημάτισε Σταυρό. Ο αποκεφαλισμός και των τριών έγινε στις 16 Οκτωβρίου 1816.

Μια σχετικά άγνωστη νεομάρτυρας είναι η αγία Ακυλίνα από το Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας της σκότωσε έναν Οθωμανό Τούρκο και για να μην τον τιμωρήσουν αυτός αλλαξοπίστησε. Οι Οθωμανοί ήθελαν όμως να αλλαξοπιστήσει και η οικογένειά του. Ούτε όμως η Ακυλίνα, ούτε η μητέρα της αλλαξοπίστησαν. Η αγία Ακυλίνα πέθανε μετά από πολυήμερο ραβδισμό σε ηλικία 19 ετών στις 27 Σεπτεμβρίου του 1764.

Πολλές ακόμη ιστορίες νεομαρτύρων υπάρχουν στο βιβλίο Νέο Μαρτυρολόγιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Αναζητήστε το για να μάθετε την ιστορία τους/μας γιατί αυτή οδήγησε σε όλα τα επαναστατικά κινήματα που έγιναν από την Άλωση μέχρι το 1821.

Εκτός από τους αγωνιστές του 1821 συνεχιστές των νεομαρτύρων υπήρξαν και πιο πρόσφατα στην ιστορία του Γένους. Η ΕΟΚΑ προτού συγκροτηθεί ως οργάνωση διδάχθηκε και διαμορφώθηκε μέσα στα κατηχητικά και είμαι σίγουρος ότι ο ανθός της Ελληνικής νεολαίας στην Κύπρο θα είχε ακούσει ότι στα χρόνια της σκλαβιάς υπήρξαν μάρτυρες και ήρωες για την Ελευθερία, για την Πίστη, για την Πατρίδα.

Όταν οι σημερινοί γονείς ψάχνουν πρότυπα για τα παιδιά τους είναι ανάγκη να γνωρίζουν τους νεομάρτυρες μας, τον Παύλο Μελά, τον Κυριάκο Μάτση, τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη.  Οι νεομάρτυρές μας είναι οι ήρωες του Γένους, παραδείγματα αυταπάρνησης και ελευθερίας που πολλοί θέλουν να ξεχάσουμε στο όνομα ενός δήθεν εκσυγχρονισμού αλλά δεν πρέπει να τους ξεχάσουμε γιατί αυτοί μας δείχνουν το δρόμο του καλού αγώνα που πρέπει να αγωνίζεται κανείς για να τηρεί την πίστη του.

Εις έτη πολλά και καλό μας αγώνα συνΈλληνες.

*Νομικός, φοιτητής πολιτικών επιστημών

 

ΠΗΓΗ: www.antibaro.gr

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2021

Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος)


Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος)

Ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) υπήρξε πρόδρομος και πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Γεννήθηκε το 1757 στο Βελεστίνο της Μαγνησίας. Το θεωρούμενο ως πραγματικό του επώνυμο Αντώνιος Κυριαζής ή Κυρίτζης δεν επιβεβαιώνεται από τη σύγχρονη έρευνα. Ο ίδιος προτιμούσε να χρησιμοποιεί ως επώνυμο αυτό της γενέτειράς του, ενώ οι Έλληνες διανοούμενοι που ζούσαν στην εξορία τον αποκαλούσαν Φεραίο, επειδή στην αρχαιότητα η πόλη του ονομαζόταν Φεραί.

Ο νεαρός Ρήγας εγκατέλειψε το Βελεστίνο πολύ νωρίς, αφού πρώτα πήρε τη βασική του μόρφωση. Το 1785 πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνέχισε τις σπουδές του κι εντάχθηκε στο περιβάλλον των Φαναριωτών, ενώ το 1788 εγκαταστάθηκε στη Βλαχία ως διοικητικός υπάλληλος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν διακρίθηκε ως λόγιος και συγγραφέας. Το 1790 και το 1796 ταξίδεψε στη Βιέννη για να τυπώσει τα βιβλία του, μεταξύ αυτών το «Σχολείο των ντελικάτων εραστών», το «Φυσικής Απάνθισμα», ο «Ηθικός Τρίποδας» και ο «Ανάχαρσις».

Ως κορυφαίο έργο του, πάντως, θεωρείται η «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας» που περιείχε:

τον Θούριο, γνωστό επαναστατικό άσμα

μία επαναστατική προκήρυξη

τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου σύμφωνα με τα πρότυπα των Γάλλων Διαφωτιστών

το Σύνταγμα του Ρήγα

Το πολιτικό όραμα του Ρήγα συνίστατο στη δημιουργία μιας πολυεθνικής βαλκανικής επικράτειας που θα ήταν απαλλαγμένη από τις αγκυλώσεις της οθωμανικής πολιτικής και στην οποία οι Έλληνες θα είχαν κυρίαρχη θέση. Για την πραγματοποίηση αυτού του στόχου προσπάθησε να εξεγείρει όλους τους υπόδουλους στους Οθωμανούς λαούς της Βαλκανικής εναντίον του κοινού τυράννου.

Επεδίωξε, μάλιστα, να συναντήσει τον Μεγάλο Ναπολέοντα για να ζητήσει τη βοήθειά του. Συνελήφθη, όμως, στις 8 Δεκεμβρίου του 1797 από τους Αυστριακούς στην Τεργέστη και παραδόθηκε στους Τούρκους, οι οποίοι τον σκότωσαν δια στραγγαλισμού στις 12 Ιουνίου του 1798 στο Βελιγράδι.

Πηγή: https://www.sansimera.gr


Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

Παλαιών Πατρών Γερμανός

 

Παλαιών Πατρών Γερμανός (1771 – 1826)

 

Μητροπολίτης της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ‘21. Είναι το πρόσωπο που συμβολίζει κατά παράδοση την επίσημη έναρξη της Επανάστασης του 1821.

Ο κατά κόσμον Γεώργιος Κόζης ή Κόζιας ή Γκόζιας ή Κοντζιάς ή Γκοζάς ή Κοτζάς ή Γκοζιόπουλος (υπάρχει ασυμφωνία για την ακριβή αναγραφή του επιθέτου του) γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας στις 25 Μαρτίου 1771, την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής. Ο πατέρας του Ιωάννης (συχνά υπέγραφε ως Ιωάννης Δημητρίου) ήταν χρυσοχόος και η μητέρα του Κανέλλα Κουκουζή ή Κουκουζοπούλου ασχολείτο με τα του οίκου, αφού είχε να αναθρέψει και πέντε παιδιά (δύο αγόρια και τρία κορίτσια).

Αρχικά φοίτησε στην ονομαστή σχολή της ιδιαίτερης πατρίδας του με δάσκαλο τον Αγάπιο Παπαντωνόπουλο και κατόπιν στο Άργος με δάσκαλο τον συμπατριώτη του Αγάπιο Λεονάρδο. Και οι δυο τους ήταν ονομαστοί δάσκαλοι εκείνης της εποχής. Ο μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Ιάκωβος εκτίμησε τις ικανότητές του νεαρού Γεωργίου και αφού τον προσέλαβε πρώτα ως γραμματέα του, στη συνέχεια τον χειροτόνησε διάκονο με το όνομα Γερμανός.

Στις αρχές του 1797 μετέβη στη Σμύρνη κι έγινε διάκονος του συμπατριώτη του μητροπολίτη Γρηγορίου, του μετέπειτα εθνομάρτυρα πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Όταν ο Γρηγόριος έγινε Πατριάρχης τον Μάιο του 1797, τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη και ανέλαβε αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Κυζίκου Ιωακείμ.

Τον Μάρτιο του 1806 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Παλαιών Πατρών (ως Νέαι Πάτραι λογιζόταν το Πατρατζίκι, σημερινή Υπάτη) και τον Μάιο του ίδιου χρόνου γύρισε στην Πελοπόννησο, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Στα προεπαναστατικά χρόνια ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την παιδεία της πατρίδας του και κυρίως για τη σχολή της Δημητσάνας.

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αντώνιο Πελοπίδα (Αντώνιος Πρωτόπαππας το πραγματικό του όνομα), καταγόμενο από τη γειτονική Στεμνίτσα, και από τότε αφοσιώθηκε στην προετοιμασία της Επανάστασης. Με τη σειρά του, ο Γερμανός μύησε στη Φιλική Εταιρεία αρκετούς μητροπολίτες, κληρικούς και οπλαρχηγούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μετέπειτα ζωής του διατηρούσε στενές σχέσεις με τους επίσης Φιλικούς Ιωάννη Βλασόπουλο και Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, που εκπροσωπούσαν τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή, ο πρώτος ως πρόξενος στην Πάτρα και ο δεύτερος ως γραμματέας του.

Στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας (26-30 Ιανουαρίου 1821) για την έναρξη της επανάστασης, ο Γερμανός διατύπωσε επιφυλάξεις για τη δυνατότητα άμεσης επαναστατικής δράσης και ήλθε σε ευθεία σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα, που επιδίωκε την άμεση έναρξη του αγώνα. Μάλιστα, σε μία σπάνια έκρηξη οργής, τον αποκάλεσε «επιπόλαιον και εξωλέστατον». Από τα «Απομνημονεύματά» του προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων, είχε προτείνει «να αποσταλώσιν άνθρωποι εις την Ρωσσίαν και εις άλλα μέρη, δια να πληροφορηθώσιν αν τω όντι η Ρωσσία έχη απόφασιν τοιαύτην περί τής ελευθερίας των Ελλήνων, και ποία η διάθεσις των άλλων δυνάμεων της Ευρώπης και ούτως οδηγηθέντες (οι Έλληνες) να επιχειρισθώσι το πράγμα ασφαλέστερον και τακτικώτερον».

Στα μέσα Μαρτίου βρισκόταν στα Νεζερά (ονομασία ορεινών χωριών, που βρίσκονται στις πλαγιές του Ερύμανθου και στους νότιους πρόποδες του Παναχαϊκού), όταν έλαβε γράμμα από τον Νικόλαο Λόντο και τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο να σπεύσει στην Πάτρα, επειδή «κινδυνεύει όλη η πόλις», από τους Τούρκους. Στις 22 Μαρτίου 1821 βρέθηκε στην Πάτρα, όπου στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ευλόγησε τα όπλα των αγωνιστών. Ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία του φρουρίου των Πατρών, όπου είχαν κλειστεί οι Τούρκοι, ο Γερμανός απηύθυνε έγγραφο προς τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκονταν στην πόλη, στο οποίο, αφού τόνιζε ότι «απεφασίσαμεν σταθερώς ή ν’ αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν», ζητούσε «την εύνοιαν και την προστασίαν» του κράτους τους.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1821, βρέθηκε στη Ζαράκοβα (σημερινό Μαίναλο Αρκαδίας), όπου προσπάθησε να συμφιλιώσει τους προκρίτους με τον Δημήτριο Υψηλάντη, όταν δημιουργήθηκε κρίση στις σχέσεις τους εξαιτίας διαφωνιών για την πολιτική οργάνωση του Αγώνα. Έλαβε ενεργό μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821 - 16 Ιανουαρίου 1822) και με εντολή της έφυγε για την Ιταλία στις 26 Οκτωβρίου 1822 με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, με σκοπό του να επιτύχουν την ηθική και υλική συνδρομή του Πάπα στην ελληνική υπόθεση.

Στην Ιταλία έμεινε ως τον Ιούνιο του 1824, δεν μπόρεσε όμως να συναντήσει τον Πάπα, διότι από την Αγκώνα (Ανκόνα), όπου είχε φθάσει, δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του στη Ρώμη, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για να ολοκληρώσει την αποστολή του. Επισκέφθηκε, πάντως, σημαντικές πόλεις της Ιταλίας, όπως τη Βολωνία (Μπολόνια) και τη Φαέντσα, όπου συναντήθηκε με επιφανείς Έλληνες της διασποράς για τους σκοπούς της Επανάστασης, ενώ κατέβαλε προσπάθειες για τη σύναψη δανείου.

Αποκαρδιωμένος από την αποτυχία των επαφών του στην Ιταλία, επέστρεψε στην Πελοπόννησο τον Ιούλιο του 1824, σε μία περίοδο που οι εμφύλιες συγκρούσεις βρίσκονταν στην οξύτερη φάση τους και διαγραφόταν η απειλή ένοπλης σύγκρουσης. Με γράμμα του προς τον πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) Γεώργιο Κουντουριώτη προσπάθησε και πάλι να συμφιλιώσει τις αντίπαλες παρατάξεις, παρά την απογοήτευσή του για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και την πικρία του για τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί από τον Γιάννη Γκούρα. Tο 1826, όμως, εκλέχθηκε μέλος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο και διηύθυνε ως πρόεδρος τις εργασίες της (6-16 Απριλίου), που διαλύθηκαν πρόωρα, λόγω της πτώσης του Μεσολογγίου.

Ο Γερμανός, μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, απεδήμησεν εις Κύριον στις 30 Μαΐου 1826, στο Ναύπλιο, ύστερα από ολιγοήμερη λοιμώδη ασθένεια. Τα «Απομνημονεύματα», που κατέλιπε, πολύτιμα για τα πρώτα χρόνια του Αγώνα, αναφέρονται στα γεγονότα ως το τέλος του 1822 και διακρίνονται για τη νηφαλιότητα του συντάκτη τους, που σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις τον εγκαταλείπει.


Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

Ησαΐας Σαλώνων

 

Ησαΐας Σαλώνων (1778 – 1821)

Επίσκοπος Σαλώνων, ηγετική μορφή της Επανάστασης του 1821 στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ο πρώτος ιεράρχης που «έπεσε» κατά τη διάρκεια του Αγώνα.

Ο Ησαΐας γεννήθηκε το 1778 στη Δεσφίνα Παρνασσίδας. Έφερε το κοσμικό όνομα Ηλίας και σε ηλικία είκοσι ετών έγινε δόκιμος μοναχός στη Μονή Τιμίου Προδρόμου της περιοχής. Αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος στη Μονή Οσίου Λουκά και ονομάστηκε Ησαΐας. Το 1814 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη κατόπιν προσκλήσεως του Πατριάρχη Κύριλλου ΣΤ’ και κατά την εκεί παραμονή του μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1818 χειροτονήθηκε επίσκοπος Σαλώνων (σημερινής Άμφισσας) από το Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, με το οποίο διατηρούσε αλληλογραφία σε συνθηματική γλώσσα.

Ως ιεράρχης στα Σάλωνα εργάστηκε εντατικά και συστηματικά για την προετοιμασία τού Αγώνα. Τον Ιανουάριο του 1821 ξαναπήγε στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει με τον πατριάρχη και με άλλους Έλληνες σχετικά με τον Αγώνα και επανήλθε στην έδρα του στα μέσα Μαρτίου.

Αμέσως κάλεσε στη Μονή του Οσίου Λουκά τον παλιό του γνώριμο Αθανάσιο Διάκο, οπλαρχηγούς και τους προκρίτους της Λειβαδιάς Ιωάννη Λογοθέτη, Ιωάννη Φίλωνα και Λάμπρο Νάκο και για να τους ανακοινώσει την επικείμενη έναρξη της Επανάστασης. Στη συνέχεια πήγε στα Σάλωνα και ενημέρωσε τους οπλαρχηγούς που βρίσκονταν εκεί.

Στις 27 Μαρτίου με τον επίσκοπο Ταλαντίου Νεόφυτο χοροστάτησαν σε δοξολογία στη Μονή του Οσίου Λουκά και κήρυξαν την Επανάσταση. Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Απριλίου, ορίστηκε μέλος επαναστατικής διοικητικής επιτροπής της Στερεός Ελλάδας που συγκροτήθηκε στη Λιβαδειά και εντάχθηκε στο σώμα του Πανουργιά ως απλός στρατιώτης.

Κατά την κάθοδο του Ομέρ Βρυώνη στην Ανατολική Στερεά, σε σύσκεψη στη Χαλκωμάτα (20 Απριλίου 1821) ανάμεσα στους Αθανάσιο Διάκο, Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφασίστηκε να πολεμήσει ο Πανουργιάς στα χωριά Χαλκωμάτα και Μουσταφάμπεη, ο Διάκος στην Αλαμάνα και ο Δυοβουνιώτης στον Γοργοπόταμο. Η σφοδρή επίθεση των Τούρκων εναντίον της Χαλκωμάτας στις 23 Απριλίου 1821 διέλυσε το σώμα του Πανουργιά και στη σκληρή εκείνη μάχη ο Ησαΐας έπεσε νεκρός, όπως και ο αδελφός του παπα-Γιάννης.

Σχετικά

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημά του «Αθανάσης Διάκος» αναφέρεται στον Ησαΐα και τον αδελφό του («Άσμα Τρίτον: Εικοστή τρίτη Απριλίου») με τους παρακάτω στίχους:

 

Στ’ αγέρι κρεμασμένα,

ωσάν καντήλια τ’ ουρανού, αποβραδίς δυο φώτα

εφάνηκαν στη σκοτεινιά… Κανείς δεν τα ’χε ανάψει…

Κι ένας που επέρασε απεκεί, καλόγερος, διαβάτης,

κι είδε το θάμα κι έδραμε, στη λάμψη δυο κεφάλια

ηύρε που πλάγιαζαν γλυκά… το ’να του Παπαγιάννη

και τ’ άλλο του Δεσπότη του. Γονατιστός εμπρός τους

έμειν’ ο γέρος κι έκλαψε… Τους έριξε τρισάγιο,

τα φίλησε στο μέτωπο και με το δοκανίκι

έσκαψε λάκκο κι έθαψε τ’ αχώριστα τ’ αδέρφια.

Βλογάει το χώμα τρεις φορές… Έκαμε το σταυρό του

και χάνεται στην ερημιά… Εσβήστηκαν τα φώτα.

Πηγή: https://www.sansimera.gr


Τρίτη, 23 Μαρτίου 2021

Γρηγόριος Ε’

 

Γρηγόριος Ε’ (1745 – 1821)

Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και μάρτυρας του Γένους.

 

Ο Γεώργιος Αγγελόπουλος, όπως ήταν το κοσμικό του όνομα, γεννήθηκε το 1745 στη Δημητσάνα Αρκαδίας από φτωχούς και ευσεβείς γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο σχολείο της πατρίδας του και στη συνέχεια μαθήτευσε για δύο χρόνια στην Αθήνα, κοντά στον ιεροκήρυκα Κωνσταντίνο Βόδα. Το 1767 μετέβη στη Σμύρνη, όπου ζούσε ο θείος του Μελέτιος και σπούδασε για πέντε χρόνια στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή. Ακολουθώντας την κλίση του προς τον μοναχικό βίο, αποσύρθηκε στη μονή του Αγίου Διονυσίου στις Στροφάδες νήσους, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Γρηγόριος. Ακολούθως, φοίτησε στην περίφημη Πατμιάδα Σχολή, με καθηγητές τον Δανιήλ Κεραμέα και τον Βασίλειο Κουταληνό.

Ο μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος, εκτιμώντας τη φιλοσοφική και θεολογική του συγκρότηση, τον χειροτόνησε διάκονο και αργότερα πρεσβύτερο. Μετά την εκλογή του Προκόπιου ως Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Σμύρνης στις 14 Οκτωβρίου του 1785. Διακρίθηκε για το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό του έργο, δημιούργησε όμως αρκετές αντιπάθειες με τη δράση του. Την Πρωτομαγιά του 1797 εκλέχθηκε ομοφώνως Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διαδεχόμενος τον θανόντα πατριάρχη Γεράσιμο Γ, αλλά τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να παραιτηθεί, εξαιτίας των πιέσεων από τις Οθωμανικές αρχές και της ρήξης με μερίδα ιεραρχών του Πατριαρχείου. Αφού περιπλανήθηκε αρκετά, κατέληξε στο Άγιο Όρος, όπου μόνασε.

Μετά τον θάνατο του πατριάρχη Καλλίνικου Ε, ανέλαβε για δεύτερη φορά τον Οικουμενικό θρόνο στις 24 Σεπτεμβρίου του 1806, αλλά στις 10 Ιουλίου του 1808 παραιτήθηκε εκ νέου, μετά από απαίτηση του επικεφαλής των γενιτσάρων Μουσταφά Μπαϊρακτάρ, ο οποίος είχε επαναστατήσει κατά του Σουλτάνου. Μετά τη νέα παραίτησή του, ο Γρηγόριος μόνασε για σχεδόν 10 χρόνια στο Άγιο Όρος. Περί τα μέσα του 1818 τον επισκέφθηκε ο Κοζανίτης οπλαρχηγός Ιωάννης Φαρμάκης, προκειμένου να τον ενημερώσει για την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, που είχε ως σκοπό την προετοιμασία της εξέγερσης των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Οθωμανικού ζυγού. Σύμφωνα με τον Φαρμάκη, ο Γρηγόριος «έδειξεν ευθύς ζωηρώτατον ενθουσιασμόν υπέρ του πνεύματος αυτής» και «ηυχήθη από καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της. Του συνέστησε, όμως, «να προσέξουν πολύ οι εταίροι μήπως βλάψουν αντί να ωφελήσουν την Ελλάδα».'

Πάντως, αρνήθηκε να ενταχθεί στη Φιλική Εταιρεία, επειδή ως κληρικός δεν μπορούσε να δώσει τον όρκο του φιλικού. Ο ίδιος ήταν επιφυλακτικός έως αρνητικός στην έναρξη της Επανάστασης. Όταν σε μία συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επανάστασης, ο Γρηγόριος απάντησε: «Κι εγώ ως κεφαλή του Έθνους και υμείς ως Σύνοδος φείλομεν να αποθάνωμεν δια την κοινήν σωτηρίαν· ο θάνατος ημών θα δώση δικαίωμα εις την Χριστιανοσύνην να υπερασπίση το Έθνος εναντίον του τυράννου. Αλλ' αν υπάγωμεν μεις να θαρρύνωμεν την Επανάστασιν, τότε θα δικαιώσωμεν τον Σουλτάνον αποφασίσαντα να εξολοθρεύση όλον το Έθνος».

Ο Γρηγόριος με το συγγραφικό του έργο και την εν γένει πολιτεία του αντιτάχθηκε στον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με πολλούς διανοούμενους της εποχής του, όπως ο Κοραής και ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας». Πίστευε ότι με τα ιδεολογικά ρεύματα και τον αντιχριστιανισμό, που πήγαζαν από τη Γαλλική Επανάσταση, απειλείτο η ρωμέικη παράδοση. Αντίθετα, επιδίωκε έναν διαφωτισμό, που θα βασίζεται στην ελληνορθόδοξη παράδοση, όπως αυτή καθορίστηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

 

Στις 18 Δεκεμβρίου 1818 κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο. Η τρίτη πατριαρχία του συνδέθηκε με κρισιμότατες στιγμές του Ελληνισμού και μέχρι σήμερα διχάζουν του ιστορικούς κάποιες από τις αποφάσεις του αυτής της περιόδου. Γρήγορα κατέστη ύποπτος στην Υψηλή Πύλη, μετά την έκρηξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία (23 Φεβρουαρίου 1821). Στις 23 Μαρτίου, κατόπιν πιέσεων του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’, αφόρισε τους επαναστάτες, χωρίς να πτοήσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που δεν φαίνεται να έδωσε σημασία στον αφορισμό. Σε μία επιστολή του προς τους Σουλιώτες, έγραψε: «Ο Πατριάρχης βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά [...] Εσείς, όμως, να τα θεωρείτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου...». Πάντως, φαίνεται να προκάλεσε ένα μούδιασμα στους επαναστάτες της Πελοποννήσου. Ο Κολοκοτρώνης έγραψε στα απομνήμονεύματά του: «Αυτός (ο πατριάρχης) έκανεν ό,τι του έλεγεν ο Σουλτάνος».

 

Το κλίμα για τον Γρηγόριο βάρυνε περισσότερο, όταν έφθασαν οι πρώτες πληροφορίες για την κήρυξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Οι Οθωμανικές αρχές αποφάσισαν την εξόντωσή του, με την ελπίδα ότι αυτή θα επιδρούσε αρνητικά στο ηθικό των εξεγερμένων Ρωμιών και θα ανέκοπτε την επαναστατική ορμή τους. Έτσι, στις 10 το πρωί της 10ης Απριλίου του 1821, ανήμερα της εορτής του Πάσχα, ο μέγας διερμηνέας της Υψηλής Πύλης, Σταυράκης Αριστάρχης, μετέβη στο Πατριαρχείο και ανέγνωσε ενώπιον μελών της Ιεράς Συνόδου το σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο ο Γρηγόριος επαύετο από το αξίωμά του «ως ανάξιος γενόμενος του πατριαρχικού θρόνου, αγνώμων προς την Υψηλήν Πύλην και άπιστος».

 

Αμέσως μετά, ο Γρηγόριος συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές του Μποσταντζίμπαση, όπου υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια. Γύρω στις 3 μ.μ. της ίδιας ημέρας, ο Γρηγόριος επέστρεψε φρουρούμενος στο Φανάρι, ενώ κατά τη διαδρομή ομάδες του μουσουλμανικού και εβραϊκού υποκόσμου της Πόλης τον χλεύαζαν και τον προπηλάκιζαν. Στη μεσημβρινή πύλη του Πατριαρχείου είχε στηθεί η αγχόνη. Ο δήμιος, αφού του αφαίρεσε το εγκόλπιο, το ράσο, το κομπολόι και ό,τι πολύτιμο βρήκε πάνω του, τοποθέτησε τον βρόχο στον λαιμό του. Λίγες στιγμές αργότερα, το σώμα του Γρηγορίου αιωρείτο στο κενό. Ο Πατριάρχης είχε παραδώσει το πνεύμα, σε ηλικία 76 ετών.

 

Τότε, οι παριστάμενοι Μουσουλμάνοι και Εβραίοι άρχισαν να λιθοβολούν το αιωρούμενο λείψανο, μπροστά από το οποίο πέρασαν όχι μόνο ο μέγας βεζίρης, αλλά και ο ίδιος ο Σουλτάνος, ο οποίος διέταξε να παραμείνει στη θέση αυτή για τρεις ημέρες και να φέρει πάνω του το φιρμάνι της καταδίκης. Στις 13 Απριλίου κάποιοι Εβραίοι αγόρασαν το λείψανο αντί 800 γροσίων και αφού το έσυραν από τους κεντρικούς δρόμους της Κωνσταντινούπολης το έριξαν στη θάλασσα, αφού το έδεσαν με ένα μεγάλο λιθάρι, για να βουλιάξει. Όμως, το σχοινί κόπηκε και το λείψανο επέπλεε για τρεις μέρες στον Κεράτιο κόλπο, ώσπου έγινε αντιληπτό από τον Κεφαλλονίτη καπετάνιο του ρωσικού πλοίου «Άγιος Νικόλαος» Μαρίνο Σκλάβο, ο οποίος το ανέσυρε από τη θάλασσα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και τάφηκε με μεγάλες τιμές στις 16 Ιουνίου του 1821.

 

Στις 25 Απριλίου του 1871, το λείψανο του Γρηγορίου Ε μεταφέρθηκε στην Αθήνα και εναποτέθηκε στη Μητρόπολη. Στις 8 Απριλίου του 1921, ο Γρηγόριος Ε ανακηρύχθηκε Άγιος και η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Απριλίου.

 

Σχετικά

Ειδική αναφορά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε κάνει ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, στο μακροσκελές ποίημά του Ύμνος εις την Ελευθερίαν (στρ. 132-138).

Στις 25 Μαρτίου του 1872 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της τελετής, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απήγγειλε το περίφημο ποίημά του, που αρχίζει με τους στίχους «Πώς μας θωρείς ακίνητος;... Πού τρέχει ο λογισμός σου...».

Ο μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος (1891-1961) είναι ο πρώτος ιστορικός που αρνήθηκε τον τίτλο του Εθνομάρτυρα στον Γρηγόριο Ε, στο επιδραστικό για την ελληνική ιστοριογραφία βιβλίο του «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως» (1924).

 

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2021

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1773 – 1848)

 

Ηγετική μορφή της Μάνης και της Πελοποννήσου κατά την τελευταία εικοσαετία της Τουρκοκρατίας και εκ των πρωταγωνιστών στον Αγώνα του 1821.

Γόνος της ιστορικής οικογένειας της Μάνης, ο Πέτρος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου 1773 στο Λιμένι, επίνειο της Τσίμοβας (σημερινής Αρεόπολης). Ήταν το πρώτο από τα επτά παιδιά του Ηλία ή Πιέρρου Μαυρομιχάλη (1730 - 1800) και της Αικατερίνης Κουτσογρηγοράκη, κόρης επιφανούς οικογένειας της Μάνης.

Σε νεαρή ηλικία νυμφεύθηκε την Άννα Μπενάκη, κόρη του προεστού της Καλαμάτας Παναγιώτη Μπενάκη, με την οποία απέκτησε τα εξής έξι παιδιά:

Ηλίας Μαυρομιχάλης (1795-1822), αγωνιστής του ‘21, έπεσε μαχόμενος στα Στύρα Ευβοίας.

Παναγιωτίτσα Μαυρομιχάλη, σύζυγος του Δημητρίου Σαχίνη.

Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1798-1831), αγωνιστής του ‘21 και δολοφόνος του Ιωάννη Καποδίστρια.

Αναστάσιος Μαυρομιχάλης (1799-1870), αγωνιστής τους ‘21 και πολιτικός μετά την απελευθέρωση.

Ιωάννης Μαυρομιχάλης (1804-1825), αγωνιστής του ‘21.

Δημήτριος Μαυρομιχάλης (1809-1882), στρατιωτικός και πολιτικός.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1800, κατόρθωσε να συμφιλιώσει τα μέλη τής οικογένειάς του που τα χώριζαν αντιθέσεις και να επιβληθεί ως μία από τις ισχυρότερες φυσιογνωμίες της Μάνης. Από την εφηβική του ηλικία διακρίθηκε για την ευφυΐα του και τη γενναιότητά του και κατά την περίοδο του διωγμού των κλεφτών της Πελοποννήσου, στις αρχές τού 19ου αιώνα, έσωσε πολλούς και τους βοήθησε να διαφύγουν στα Επτάνησα. Μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ (1807), όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Επτάνησα, σε συνεργασία με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη προσπάθησε να προκαλέσει το ενδιαφέρον του Ναπολέοντα για την προετοιμασία και την οργάνωση εξέγερσης για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου.

Η ανάμιξή του στα δημόσια πράγματα της Μάνης και κυρίως η επέμβασή του για την άμβλυνση των αντιθέσεων των ισχυρών οικογενειών της περιοχής κατά την τελευταία πριν από την Επανάσταση δεκαετία, υπήρξε καθοριστική και αποκαλυπτική των ηγετικών του προσόντων, που αποδείχθηκαν κυρίως μετά την άνοδό του στο αξίωμα του μπέη της Μάνης το 1815, εξ ου και το Πετρόμπεης, όνομα με το οποίο είναι γνωστός. Το αξίωμα αυτό, είχε θεσμοθετηθεί από την οθωμανική διοίκηση, μετά τον τερματισμό των Ορλοφικών και το κατείχε πάντα ένας επιφανής μανιάτης.

Στην άνοδό του στο αξίωμα του Μπας-Μπογού (Ηγεμόνα), όπως ήταν ο επίσημος τίτλο του, καθοριστικός ήταν ο ρόλος ενός εξισλαμισθέντα Μαυρομιχάλη, του Σουκιούρ Μεχμέτ Μπέη, που ήταν ανώτατος αξιωματικός του οθωμανικού ναυτικού. Ο Πετρόμπεης ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του στις 22 Ιουνίου 1816 κι έθεσε ως πρωταρχικό σκοπό του την κατάπαυση των εμφυλίων σπαραγμών, την αποκατάσταση της γαλήνης και της ειρηνικής ζωής και την καταστολή της πειρατείας.

Στις 2 Αυγούστου 1818 ο Μαυρομιχάλης μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις Κιτριές από τον καλαματιανό έμπορο Κυριάκο Καμαρινό, όπως προκύπτει από τον κατάλογο των Φιλικών που συνέταξε ο Παναγιώτης Σέκερης. Έχει, όμως, διατυπωθεί και η άποψη ότι η μύησή του έγινε από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Κατά τον Σέκερη, ο Πετρόμπεης, εκτός από την αρχική οικονομική εισφορά του, υποσχέθηκε ότι θα διαθέσει «5.000 γρόσια και είκοσι χιλιάδας οπλοφόρους πλην πτωχούς».

Παρά τον αρχικό του ενθουσιασμό, δυσπιστούσε στις πληροφορίες του Περραιβού και του Παπαφλέσσα για την ενίσχυση από τη Ρωσία και για την ύπαρξη άφθονων οικονομικών μέσων. Οι επιφυλάξεις του ενισχύθηκαν μετά τη δολοφονία του Καμαρινού, που τον είχε στείλει να συναντήσει τον Καποδίστρια, και από τις άκαρπες προσπάθειές του να λάβει έγκυρες πληροφορίες από την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Όταν, όμως, έφθασαν στη Μάνη οι δύο γιοι του, Αναστάσιος και Γεώργιος, που είχαν κρατηθεί στην Κωνσταντινούπολη ως όμηροι, και διαπίστωσε ότι η Επανάσταση είχε προετοιμαστεί ψυχολογικά και οργανωτικά, έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία του απελευθερωτικού Αγώνα.

Τον Ιανουάριο του 1821 άρχισε την οργανωτική προετοιμασία και συνεννοήθηκε με τους προκρίτους της Καλαμάτας για τις ενέργειες που θα οδηγούσαν στην απελευθέρωση της πόλης. Στις 23 Μαρτίου με δύο χιλιάδες ενόπλους κατέλαβε την Καλαμάτα και εκδίωξε την τουρκική φρουρά. Την ίδια μέρα στην απελευθερωμένη πόλη σχηματίστηκε η «Μεσσηνιακή Γερουσία», η πρώτη διοικητική οργάνωση του επαναστατημένου Ελληνισμού, που απηύθυνε αμέσως την ιστορική προκήρυξη προς τις ευρωπαϊκές Αυλές, με την οποία εξέθετε τους λόγους που οδήγησαν στην Επανάσταση. Άλλη προκήρυξη απηύθυνε ως πρόεδρος της «Μεσσηνιακής Γερουσίας» ο Μαυρομιχάλης προς τους Αμερικανούς, που με τη φροντίδα του Κοραή στάλθηκε μεταφρασμένη στον φιλέλληνα καθηγητή του Χάρβαρντ Έντουαρντ Έβερετ και δημοσιεύθηκε στις αμερικανικές εφημερίδες.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης και ως τη Συνέλευση των Καλτεζών (20-26 Μαΐου), της οποίας εκλέχθηκε πρόεδρος, ο Πετρόμπεης παρέμενε στη Μεσσηνία. Από το καλοκαίρι του 1821 η ανάμιξή του στα πολιτικά πράγματα έγινε εντονότερη, ενώ αξιόλογη υπήρξε η συμμετοχή του στις πολεμικές επιχειρήσεις. Μετά την Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821 - 16 Ιανουαρίου 1822), εκλέχθηκε αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος, πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (10-30 Απριλίου 1823), πρόεδρος του Βουλευτικού και πρόεδρος τού Εκτελεστικού (10 Μαΐου - 31 Δεκεμβρίου 1823).

Το καλοκαίρι του 1822 αγωνίστηκε εναντίον του Δράμαλη και τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου έσπευσε με περίπου 500 Μανιάτες στο Μεσολόγγι, για να εμποδίσει την ενίσχυση των τουρκικών δυνάμεων που το πολιορκούσαν. Στη διάρκεια των εμφυλίων διενέξεων (1823-1825) προσπάθησε επανειλημμένα να φέρει σε συνδιαλλαγή τις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Κατά την εισβολή των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1825) οργάνωσε την άμυνα της Μάνης, που απέκρουσε αποτελεσματικά τις εχθρικές επιθέσεις.

Τον Απρίλιο του 1826 ορίστηκε μέλος της «Διοικητικής Επιτροπής τής Ελλάδος», που κυβέρνησε την επαναστατημένη Ελλάδα έως τον Απρίλιο του 1827. Έλαβε μέρος στη Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (9 Μαρτίου - 5 Μαΐου 1827 και δέχθηκε με ανακούφιση την εκλογή του Καποδίστρια, με την πεποίθηση ότι θα επανερχόταν η πειθαρχία και θα επιτυγχανόταν η συμφιλίωση των αντιμαχόμενων παρατάξεων. Παρά το γεγονός, όμως, ότι μετά την άφιξη του Καποδίστρια διορίστηκε μέλος της Προεδρίας του «Πανελληνίου» και μέλος της Γερουσίας, οι φιλικές σχέσεις της οικογένειάς του με τον Κυβερνήτη της Ελλάδας δεν διατηρήθηκαν πολύ.

Το Πάσχα του 1830, όταν ο αδελφός τού Πετρόμπεη, Τζανής ή Κατσής, στασίασε στην Τσίμοβα εναντίον του νομάρχη Μεσσηνίας, Ιωάννη Γενοβέλη, ο οποίος επεδίωκε να εκμηδενίσει την επιρροή των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη, ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμένει υπό παρακολούθηση στο Ναύπλιο. Προσφέρθηκε, όμως, να μεταβεί στη Μάνη και να επιβάλει την τάξη. Ο Καποδίστριας δεν του έδωσε άδεια και ο Πετρόμπεης δραπέτευσε τον Φεβρουάριο του 1831. Δια μέσου της Ζακύνθου προσπάθησε να φθάσει στη Μάνη, αλλά το πλοιάριο στο οποίο επέβαινε εξώκειλε λόγω τρικυμίας στο Κατάκωλο, όπου συνελήφθη από τον Κανάρη και φυλακίστηκε στο Ναύπλιο ως υπόδικος με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

Η συνάντηση Μαυρομιχάλη - Καποδίστρια, που έγινε με τη μεσολάβηση του ρώσου ναυάρχου Ρίκορδ, δεν είχε αποτέλεσμα και επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις των δύο ανδρών, καθώς ο Κυβερνήτης συμπεριφέρθηκε περιφρονητικά στον υπερήφανο Μανιάτη. Η δολοφονία του Καποδίστρια από το γιο του Γεώργιο και τον αδελφό του Κωνσταντίνο (27 Σεπτεμβρίου 1831) αποτέλεσε τη δραματική κατάληξη της αντίθεσης Καποδίστρια - Μαυρομιχαλαίων. Η εκτέλεση τού γιου του στις 11 Οκτωβρίου 1831 τον συγκλόνισε, καθώς ερχόταν να προσθέσει έναν ακόμη νεκρό στους άλλους της οικογένειάς του που είχαν πέσει ηρωικά στα πεδία των μαχών.

Τον Μάρτιο του 1832 αποφυλακίστηκε με διαταγή του Αυγουστίνου Καποδίστρια, ύστερα από τη μεσολάβηση του γερμανού φιλέλληνα Ειρηναίου Θειρσίου (Friedrich Thiersch). Στην περίοδο που ακολούθησε, ο Πετρόμπεης μεσολάβησε μεταξύ των Καποδιστριακών και των «Συνταγματικών» για την αποτροπή νέου εμφύλιου πολέμου. Κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του Όθωνα διορίστηκε αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικράτειας (1835-1843) και μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου πληρεξούσιος Ζυγού (Οιτύλου) στην Α’ Εθνική Συνέλευση (1843-1844).

Ο Πέτρος «Πετρόμπεης» Μαυρομιχάλης πέθανε στις 17 Ιανουαρίου 1848 στην Αθήνα και κηδεύτηκε με τιμές αντιστρατήγου εν ενεργεία.

 

 

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021

Ανδρέας Μιαούλης

Ανδρέας Μιαούλης (1769 – 1835)


Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ' όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού.

Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος. Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ». Ο Μιαούλης ήταν σχεδόν αγράμματος, σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον -Μπαρτόλντι, εν τούτοις υπερείχε σε ευφυΐα και ναυτική τέχνη. Είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του καθήκοντος μέχρι υπερβολής, που πολλές φορές έφθανε στα όρια της σκληρότητας για τους υφισταμένους του.

Από τα εφηβικά του χρόνια, ο Ανδρέας Μιαούλης ασχολήθηκε με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Για την ακρίβεια, ήταν ένας από τους πιο ονομαστούς κουρσάρους της Ανατολικής Μεσογείου. Έκανε σεβαστή περιουσία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, όταν έσπαγε τον ναυτικό αποκλεισμό των Άγγλων υπό τον ναύαρχο Νέλσον και ανεφοδίαζε τις ισπανικές πόλεις. Το 1816 ο Ανδρέας Μιαούλης παρέδωσε τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις στο γιο του Δημήτριο και ο ίδιος ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο. Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 - 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα. Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου το 1826 τα ελληνικά πλοία υπό τις διαταγές του βοηθούν με την παροχή εφοδίων τους πολιορκουμένους. Τις παραμονές της Εξόδου, ο Μιαούλης αποτυγχάνει να διασπάσει επανειλημμένως τον αποκλεισμό της πόλης και διαμηνύει στους κατοίκους ότι δεν είναι δυνατή καμιά βοήθεια από τη θάλασσα.

Το 1827, με απόφαση της Γ' Εθνοσυνέλευσης, η αρχηγία του στόλου ανατίθεται στον Λόρδο Κόχραν και ο Μιαούλης υποβιβάζεται σε πλοίαρχο. Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης της Ελλάδας, αναθέτει στο Ανδρέα Μιαούλη την αρχηγία του Στόλου του Αιγαίου. Η συνεργασία Μιαούλη - Καποδίστρια κράτησε ως τον Αύγουστο του 1829, όταν οι δύο άνδρες ήλθαν σε σύγκρουση για την πολιτική του Καποδίστρια απέναντι στους υδραίους πλοιοκτήτες, που ζητούσαν προνομιακή μεταχείριση σε αντάλλαγμα της συμβολής τους στον Αγώνα.

Ο Μιαούλης, ηγέτης πλέον της αντικαποδιστριακής παράταξης, οξύνει την κατάσταση και ο Καποδίστριας διατάσσει τον αποκλεισμό της Ύδρας από τα πλοία του εθνικού στόλου που ναυλοχούν στον Πόρο. Ο Μιαούλης μαθαίνει το σχέδιο και καταλαμβάνει τη φρεγάτα «Ελλάς». Την 1η Αυγούστου 1831 ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ επιχειρεί να καταστείλει την εξέγερση και ο Μιαούλης διατάσσει την πυρπόληση των πλοίων του στόλου. Η ανατίναξη της φρεγάτας «Ελλάς» και της κορβέτας «Ύδρα» προκαλούν την πανελλήνια κατακραυγή.

Μετά την εκλογή του Όθωνα, ο Μιαούλης με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτριο Πλαπούτα ορίστηκαν μέλη της επιτροπής, που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Επί Όθωνος, ο Μιαούλης αναλαμβάνει αρχηγός του Ναυτικού Διευθυντηρίου με τον βαθμό του ναυάρχου, ενώ το 1834 διορίζεται Σύμβουλος Επικρατείας και γενικός επιθεωρητής του Στόλου.

Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Αργότερα, έγινε ανακομιδή των οστών του σε τάφο στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.

 

Βιβλιογραφία

«Ανδρέας Μιαούλης 1769 - 1835: Από την υπόδουλη ώς την ελεύθερη Ελλάδα» της Αννίτας Πρασσά και της Κωνσταντίνας Αδαμοπούλου - Παύλου. («Εστία»)

«Ανδρέας Μιαούλης: Έπος και τραγωδία» του Δημήτρη Σταμέλου. («Εστία»)

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2021

Πέθανε ο πατέρας-πρότυπο που έτρεχε με αμαξίδιο: «Μπαμπά, όταν τρέχω, νιώθω να μην είμαι ανάπηρος»

 Σημείωση Blog:  Πόσο επίκαιρο! Αυτός είναι ήρωας που αξίζει και εμπνέει. Κι όχι οι φυγόπονοι, δικαιοματιστές, δολοφόνοι!

Ο πατέρας-πρότυπο που ενέπνευσε τους δρομείς με αμαξίδιο, ο Ντικ Χόιτ πέθανε σε ηλικία 80 ετών. Έτρεχε με τον τετραπληγικό γιο του.

Ο Ντικ Χόιτ ήταν και θα είναι ο ορισμός της αγάπης και της αφοσίωσης ενός γονιού στο παιδί του, αφού αυτός ο άνθρωπος ενέπνευσε εκατομμύρια δρομείς με συνοδούς με αμαξίδιο για να ξεκινίσουν.

Ο Ντικ και η Τζούντι Χόιτ περίμεναν τον Ιανουάριο του 1962 να γεννηθεί ο γιος τους, τον οποίο θα ονόμαζαν Ρικ. Η Τζούντι έζησε ό,τι καμία μητέρα δεν θέλει να ζήσει. Όχι τη γέννα, αλλά αυτό που ακολούθησε.

Ο Ρικ, κατά τη γέννα, διαγνώστηκε με εγκεφαλική παράλυση, αφού ο ομφάλιος λώρος του τυλίχτηκε γύρω από τον λαιμό του, προκαλώντας την εμπόδιση της μεταφοράς οξυγόνου. Αυτό είχε ως συνέπεια το μυαλό του να μην μπορεί να αποστείλει τα σωστά μηνύματα στους μυς του. Ο Ρικ Χόιτ διαγνώστηκε από τα πρώτα δευτερόλεπτα της ζωής του τετραπληγικός με εγκεφαλική παράλυση.

 


Ο Ρικ Χόιτ μωρό

Οι γιατροί του είπαν να τον βάλει σε ίδρυμα

Όμως, οι γονείς του Ρικ, μια οικογένεια από το Χόλαντ της Μασαχουσέτης δεν το έβαλαν κάτω και προσπάθησαν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να δουν τον γιο τους ευτυχισμένο.

Οι γιατροί συμβούλευσαν τον Ντικ Χόιτ να βάλει τον γιο του σε ίδρυμα, αφού θα ήταν ουσιαστικά μη λειτουργικός, αλλά αυτός αρνήθηκε. Πήρε τον Ρικ στο σπίτι, με σκοπό να του προσφέρει μια πλήρη, πλούσια και κανονική ζωή.

Έτσι, άρχισαν να κάνουν δραστηριότητες, όπως κολύμβηση, χόκεϊ, έλκηθρο και άλλα, ώστε να ήταν οικογενειακή υπόθεση. Κάθε βδομάδα, ο Ρικ επισκεπτόταν το Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης και ένας γιατρός ενθάρρυνε τους γονείς να συμπεριφέρονται στον γιο τους όπως και σε κάθε άλλο παιδί.

Η μητέρα του, Τζούντι, καθημερινά, σπαταλούσε πάρα πολλές ώρες, για να του διδάξει το αλφάβητο με χαρτόνια και σημειώματα σε κάθε αντικείμενο του σπιτιού και έτσι έμαθε το αλφάβητο. Ο Ντικ Χόιτ παρατήρησε ότι ο γιος του ενθουσιάζεται και «ζει» κάθε φορά που οι δυο τους ήταν μαζί, με τον Ρικ να αγαπάει ό,τι είναι να κάνει με τον μπαμπά του.

 

Ο ειδικός υπολογιστής του Ρικ Χόιτ

Η επικοινωνία με τον μπαμπά και τα πρώτα λόγια

Όταν ο Ρικ έγινε 12 ετών, το 1974, άρχισε να επικοινωνεί με τον μπαμπά του χάρη σε μια προσαρμοσμένη συσκευή ομιλίας και μπορούσε να πει ό,τι ήθελε στον πατέρα του και μπορούσε να παρακολουθεί και μαθήματα σε δημόσια σχολεία.

 

 

Μια εξειδικευμένη ομάδα μηχανικών στο Πανεπιστήμιο Tufts, δημιούργησε έναν διαδραστικό υπολογιστή για τον Ρικ και εξέπληξε όλους με τα πρώτα του λόγια. Αντί να γράψει: «Γεια σου, μαμά» ή «Γεια σου, μπαμπά», το πρώτο που έγραψε ο Ρικ ήταν: «Πάμε, Bruins»! Οι Boston Bruins ήταν στο τελικό του Κυπέλλου Στάνλεϊ. Ήταν ξεκάθαρο, από εκείνη τη στιγμή, ότι ο Ρικ αγαπούσε τα αθλήματα.

 

«Μπαμπά, όταν τρέχω, νιώθω σαν να μην είμαι ανάπηρος»

Το 1977, ο Ρικ ζήτησε από τον πατέρα του να τρέξουν μαζί σε έναν αγώνα 5 μιλίων, για να βοηθήσουν έναν παίκτη του λακρός του σχολείου του, που είχε υποστεί παράλυση ήταν δρομέας, αλλά έκανε το χατίρι στον γιο του και μετά τον πρώτο τους αγώνα, ο Ρικ είπε: «Μπαμπά, όταν τρέχω, νιώθω σαν να μην είμαι ανάπηρος».

Προπόνηση με ένα σακί τσιμέντο σε καροτσάκι

Ο Ντικ εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως βρήκε το νόημα της ζωής για τον γιο του. Άρχισε να τρέχει και να προπονείται καθημερινά, βάζοντας ένα σακί τσιμέντο στο καροτσάκι, όταν ο Ρικ ήταν στο σχολείο και γυμνάστηκε τόσο, που έκανε προσωπικό ρεκόρ τρέχοντας 17 λεπτά σε αγώνα 5 χιλιομέτρων.

 

Ο Ρικ και ο Ντικ Χόιτ σε αγώνα

Η δημιουργία της Team Hoyt

«Εκείνη την εποχή ο Ρικ ζύγιζε 95 κιλά και η τσάντα τσιμέντου ζύγιζε 94 κιλά. Έβαλα μια τσάντα τσιμέντου στην καρέκλα και στο ποδήλατο, αλλά θα έπρεπε να βλέπεις τα βλέμματα όλων αυτών των ανθρώπων στο κέντρο της πόλης» θυμάται ο Ντικ με την πινακίδα στην αναπηρική καρέκλα του Ρικ να γράφει «ελεύθερο πουλί» και η Team Hoyt μόλις είχε δημιουργηθεί.

Το 1992, κάλυψαν 6,11 χιλόμετρα σε 45 μέρες κατά μήκος των ΗΠΑ. με τρέξιμο και ποδηλασία. Συμμετείχαν σε 50 αγώνες ετησίως. Το 1993, ο Ρικ αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, έχοντας πτυχίο στην ειδική εκπαίδευση και δούλεψε στο Κολέγιο της πόλης σε ένα εργαστήριο υπολογιστών, βοηθώντας στην ανάπτυξη συστημάτων που θα βοηθούσαν την επικοινωνία και τις δραστηριότητες ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Έδενε στο σώμα του ένα σχοινί και τραβούσε τη βάρκα με τον γιο του

Στον αγώνα Ironman Hall of Fame το 2008 εισήχθη η ομάδα Χόιτ και μέχρι τον Απρίλη του 2014, είχε πάρει μέρος σε 1.108 αγώνες, έχοντας μέσα 72 μαραθώνιους και 6 Ironman. Μάλιστα, είχαν τρέξει στον αγαπημένο τους Μαραθώνιο, αυτόν της Βοστώνης 32 φορές. Για την κολύμβηση, ο Ντικ έβαζε τον Ρικ σε μια βάρκα και έδενε στο σώμα του ένα σχοινί, για να τραβάει τον γιο του.

 

Ο Ρικ Χόιτ στη βάρκα

Οι βόμβες στον Μαραθώνιο

Στις 8 Απριλίου 2013, πήραν το χάλκινο βραβείο τιμής στην έναρξη του μαραθωνίου της Βοστώνης, όταν ο Ντικ ήταν 73 ετών και ο Ρικ 51. Εκείνη τη χρονιά, δεν τερμάτισαν, όταν ένα περίπου μίλι πριν τον τερματισμό, δυο βόμβες εξερράγησαν, κοντά στη γραμμή τερματισμού και οι αγώνες διακόπηκαν. Δεν τραυματίστηκαν και ένας θεατής τούς μετέφερε σε κοντινό ξενοδοχείο.

Ο τελευταίος τους αγώνας

«Δεν ολοκληρώσαμε τον Μαραθώνιο του 2013. Αλλά, ξέρετε, το μεγάλο πράγμα, η ανησυχία μας, ήταν οι άνθρωποι που σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν. Και γι' αυτό τρέξαμε φέτος. Για τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν» είπε ο Ντικ.

Στις 17 Ιουλίου 2013, το ESPN τους έδωσε το βραβείο Jimmy V Perseverance στα αθλητικά βραβεία ESPYS και στις 21 Απριλίου του 2014 έβαλαν τέλος, ολοκληρώνοντας τον μαραθώνιο της Βοστώνης ανακοινώνοντας πως είναι ο τελευταίος τους.

Ο Ντικ Χόιτ και ο γιος του Ρικ είχαν ήδη εμπνεύσει εκατομμύρια ανθρώπους ανά τον κόσμο με τη δύναμη και τη θέλησή τους. 

 

«Δεν υπάρχει "δεν μπορώ"»

«Τρέχουμε για τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι δεν μπορούν να τρέξουν. Δεν υπάρχει η λέξη "δεν μπορώ"», έλεγε ο Ντικ που μέχρι να πεθάνει ήταν συνταξιούχος αντισυνταγματάρχης στην Ιπτάμενη Εθνική Φρουρά των ΗΠΑ (αποσύρθηκε το 1993 για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στον Ρικ) και βοηθά ακόμα μέσω του Hoyt Foundation, το οποίο συγκεντρώνει χρήματα για μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που βοηθούν παιδιά με ειδικές ανάγκες.

Ο Ντικ και ο Ρικ Χόιτ σε μικρή ηλικία

«Θα ήθελα, έστω και για μία φορά, να καθίσει ο πατέρας μου στο καροτσάκι και να τον σπρώχνω εγώ»

Ο Ντικ Χόιτ από την προσπάθεια που έκανε με τον Ρικ είχε υποστεί το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα. Σε μια συνέντευξη στην τηλεόραση που έδωσαν πατέρας και γιος, ο Ρικ ρωτήθηκε τι δώρο θα ήθελε να κάνει στον πατέρα του και έγραψε στον υπολογιστή: 

«Θα ήθελα, έστω και για μία φορά, να καθίσει ο πατέρας μου στο καροτσάκι και να τον σπρώχνω εγώ!»

Ο Ντικ Χόιτ πέθανε στις 17 Μαρτίου 2021 στον ύπνο του σε ηλικία 80 ετών, έχοντας τρέξει με τον γιο του σε 72 μαραθωνίους, 257 τρίαθλα εκ των οποίων τα 6 ήταν ironmam.

ΠΗΓΗ:https://sputniknews.gr/

 

"Παναγία η Χρεολύτρια"



Τη θεομητορική εικόνα με την επωνυμία «Η Χρεολύτρια» την τιμούσαν στο Βυζάντιο από τον 7ο αιώνα. Την επωνυμία αυτή την πήρε, όταν προσευχήθηκε μπροστά της για σαράντα τρία ημερονύκτια ο μετανοημένος οικονόμος της επισκοπής των Αδάνων Θεόφιλος, που είχε αρνηθεί εγγράφως τον Χριστό. Η Παναγία άκουσε τη θερμή του παράκληση και του έφερε πίσω το χειρόγραφο που ο ίδιος είχε υπογράψει, σώζοντάς τον έτσι από τον διάβολο και την αιώνια κόλαση.

Ο πιστός ρωσικός λαός εξαρχής έδειξε ξεχωριστή ευλάβεια σ’ αυτή την εικόνα. Έτσι, στη Ρωσία φιλοτεχνήθηκαν πολλές εικόνες της Θεοτόκου με την παραπάνω κατανυκτική επωνυμία. Ιδιαίτερα γνωστή έγινε μία απ’ αυτές, ίσως η παλαιότερη, στην οποία θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, στο χωριό Μπόρ της επαρχίας Καλούγκα υπήρχε ένας ταπεινός ξύλινος Ναός του Αγίου Νικολάου. Τον φτωχό αυτό ναό βοηθούσε, όσο μπορούσε, ο Θεόδοτος Αλεξέγεβιτς Ομπούχωφ, που κατοικούσε στο κοντινό χωριό Βιάζοφσκ.


Ο Ομπούχωφ πήγαινε συχνά στην πόλη Μπόλχοβο της επαρχίας Ορλώφ, απ’ όπου περιόδευε στα γύρω χωριά για ν’ αγοράσει και να μεταπουλήσει κορμούς δένδρων. Μια φορά, χειμώνα καιρό, ταξιδεύοντας με το έλκηθρο, έπεσε σε φοβερή χιονοθύελλα και έχασε τον δρόμο. Το άλογό του σύντομα εξαντλήθηκε και στάθηκε ανήμπορο στην άκρη μιάς χαράδρας. Στο μεταξύ, η θύελλα όλο και δυνάμωνε. Ο Ομπούχωφ, χάνοντας κάθε ελπίδα για τη ζωή του, παρακάλεσε από τα βάθη της καρδιάς του τη Θεομήτορα να τον σώσει και έταξε ν’ αφιερώσει στον Ναό του Αγίου Νικολάου του Μπόρ ένα αντίγραφο της εικόνας της Παναγίας της Χρεολύτριας, που βρισκόταν στον Ναό του Αγίου Γεωργίου του Μπόλχοβο. Έπειτα ξάπλωσε στο έλκηθρο και κουκουλώθηκε με όσα σκεπάσματα είχε. Άρχισε σιγά-σιγά να παγώνει και να χάνει τις αισθήσεις του. Ο θάνατος ήταν πιά κοντά του, όταν η Υπεραγία Θεοτόκος, την οποία με πίστη είχε επικαλεστεί έκανε το θαύμα της: Το έλκηθρο με το ζευγμένο άλογο, που στεκόταν στην άκρη της χαράδρας, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στην πόρτα ενός σπιτιού του κοντινού χωριού! Ήταν σπίτι ενός φίλου του χωρικού, που έμενε εκει με την οικογένειά του. Ο χωρικός άκουσε κάτω από το παράθυρό του μια φωνή: “Ελάτε!”. Ανοίγοντας την πόρτα βρήκε το άλογο δεμένο και τον Θεόδοτο Αλεξέγεβιτς παγωμένο πάνω στο έλκηθρο. Τον έβαλαν στο σπίτι, τον ξάπλωσαν δίπλα στη σόμπα, τον έτριψαν, τον περιποιήθηκαν και τον συνέφεραν.


Λίγο αργότερα, όταν έγινε τελείως καλά, ο Ομπούχωφ, εκπληρώνοντας το τάμα του, φρόντισε να παραγγείλει σ’ έναν εικονογράφο, στο Μπόλχοβο, μιάν εικόνα της Θεοτόκου με την επωνυμία «Η Χρεολύτρια». Όταν αυτή φιλοτεχνήθηκε, τη μετέφερε στο σπίτι του και από ‘κεί, τοποθετώντας την ευλαβικά στο κεφάλι του, στον ναό του Μπόρ


Στην εικόνα αυτή δόθηκε από τον Κύριο και την πανάχραντη Μητέρα Του η χάρη της θαυματουργίας. Πολλοί άρρωστοι, προσκυνώντας την με πίστη και ζητώντας τη βοήθεια της Παναγίας, βρήκαν τη θεραπεία. Έτσι, σε λίγα χρόνια, με τις προσφορές της ευγνωμοσύνης τους, στη θέση του ταπεινού ξύλινου ναού υψώθηκε ένας μεγαλόπρεπος πέτρινος, όπου κάθε χρόνο, στις 5 Φεβρουαρίου, εορταζόταν πανηγυρικά η θεομητορική εικόνα.

Κατά την μπολσεβικική επανάσταση του 1917 η εικόνα χάθηκε. Ο Ναός του Αγίου Νικολάου κλείστηκε από τις σοβιετικές αρχές το 1937 και κατεδαφίστηκε τριάντα χρόνια αργότερα. Πρόσφατα, το 2015, οι κάτοικοι του χωριού Μπόρ ξεκίνησαν την ανοικοδόμηση νέου ναού πάνω στα θεμέλια του γκρεμισμένου.

Θαυματουργά αντίγραφα της εικόνας υπάρχουν στον Ναό της Αναστάσεως της Μόσχας, στον Ναό της Αγίας Σκέπης της Σαμάρα, στον Ναό της Αναστάσεως της Τβέρ, στη Μονή Βισότσκι του Σερπούχωφ κ.α.

 


ΠΗΓΗ: «Θαυματουργές εικόνες της Παναγίας στη Ρωσία» Εκδ. Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

Νικήτας Σταματελόπουλος (1782 – 1849)


Ήρωας του '21, γνωστός τοις πάσι με το προσωνύμιο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος.

Γεννήθηκε το 1782 στο χωριό Τουρκολέκα Μεγαλόπολης και ήταν γιος του κλέφτη Σταματέλου Τουρκολέκα και της Σοφίας Καρούτσου, αδελφής της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατά μία άλλη εκδοχή, γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας. Σε ηλικία 11 χρονών βγήκε στο κλαρί με την ομάδα του πατέρα του και στη συνέχεια εντάχθηκε στο σώμα του πρωτοκλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, του οποίου αργότερα παντρεύτηκε την κόρη Αγγελίνα.

Η ανδρεία και τα σωματικά του προσόντα τον οδήγησαν το 1805 στη ρωσοκρατούμενη τότε Ζάκυνθο. Εκεί εντάχθηκε στο ρωσικό τάγμα, που πολέμησε τον Ναπολέοντα στην Ιταλία. Αργότερα, επέστρεψε στη Ζάκυνθο για να υπηρετήσει αυτή τη φορά τους Γάλλους, που είχαν καταλάβει το νησί. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα συνέβαλε στην προετοιμασία του Εθνικού Ξεσηκωμού και στις 23 Μαρτίου 1821 μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με τους άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς.

Από την αρχή ενστερνίσθηκε το στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη για την κατάληψη της Τριπολιτσάς και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη του διοικητικού κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Διακρίθηκε στη Μάχη του Βαλτετσίου (12 Μαΐου 1821), ενώ αποφασιστική ήταν η συμβολή του στη Μάχη των Δολιανών (18 Μαΐου 1821), όπου ανέδειξε στο έπακρο τις στρατιωτικές του ικανότητες. Επικεφαλής μόλις 600 ανδρών κατανίκησε τον στρατό του Κεχαγιάμπεη που ανήρχετο σε 6.000 άνδρες και σχεδόν τον αποδεκάτισε. Γι' αυτόν τον πραγματικό του άθλο, οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Τουρκοφάγο».

Μέχρι το τέλος του Αγώνα ο Νικηταράς ήταν στην πρώτη γραμμή, πολεμώντας είτε στην Πελοπόννησο είτε στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, όπου συνεργάστηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γεώργιο Καραΐσκάκη. Πήρε μέρος στην Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και ήταν από τους λίγους αρχηγούς που αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διανομή των λαφύρων.

Διακρίθηκε στη Μάχη του Αγιονορίου (26-28 Ιουλίου 1822), που αποτελείωσε τη στρατιά του Δράμαλη δύο μέρες μετά τη Μάχη στα Δερβανάκια. Η ανιδιοτέλεια του ανδρός φάνηκε για μία ακόμη φορά, όταν από το πλήθος των λαφύρων της μάχης πείστηκε να δεχθεί ένα πανάκριβο σπαθί, το οποίο αργότερα προσέφερε στον έρανο για την ενίσχυση του Μεσολογγίου. Κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου τάχθηκε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, αλλά φρόντισε πάντα να επιδιώκει τον συμβιβασμό και τη συνεννόηση.

Μετά την Απελευθέρωση τάχθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια κι έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη. Πήρε μέρος στην Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου. Επί Όθωνος περιέπεσε σε δυσμένεια, επειδή υποστήριζε το αντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα. Προφυλακίστηκε το 1839 ως αρχηγός συνωμοτικής ομάδας, αλλά στη δίκη του (11 Σεπτεμβρίου 1840), αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων. Εντούτοις, η κράτησή του παρατάθηκε με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η υγεία του και σχεδόν να τυφλωθεί. Αποφυλακίστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1841 και αποτραβήχτηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά.

Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου και έλαβε μία τιμητική σύνταξη, η οποία ήταν ο μόνος πόρος της ζωής του. Το 1847 διορίσθηκε μέλος της Γερουσίας και δύο χρόνια αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Ο Νικηταράς απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον Ιωάννη Σταματελόπουλο, που ακολούθησε καριέρα στρατιωτικού. Άφησε Απομνημονεύματα, τα οποία υπαγόρευσε στον εθνικό δικαστή Γεώργιο Τερτσέτη

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2021

Αθανάσιος Διάκος

 

Αθανάσιος Διάκος (1788 – 1821)

 

Από τους πρωτεργάτες του εθνικού ξεσηκωμού στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ήρωας της μάχης της Αλαμάνας.

O Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας (σημερινός Αθανάσιος Διάκος) και κατ’ άλλους στη γειτονική Αρτοτίνα, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.

Ο πατέρας του, Νικόλαος Γραμματικός, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «ψυχογιός», μη μπορώντας να αντέξει τα βάρη της πολυμελούς οικογένειάς του, τον έστειλε δόκιμο μοναχό στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, σε ηλικία 12 ετών. Πέντε χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την καλογερική, όταν σκότωσε ένα Τούρκο αγά, επειδή, σύμφωνα με κάποια παράδοση, αυτός του έθιξε τον ανδρισμό του, θαμπωμένος από την ομορφιά του.

Ο νεαρός Αθανάσιος εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, καθώς ο παππούς και ο θείος του είχαν διατελέσει κλέφτες. Τότε έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο έγινε γνωστός και έμεινε στην ιστορία.

Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Όταν ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, ο Διάκος τον ακολούθησε. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της πόλης τον Οκτώβριο του 1820, ενώ την ίδια περίοδο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Στις 27 Μαρτίου 1821, ο Αθανάσιος Διάκος πρωτοστατεί στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά (Μονή Οσίου Λουκά), μετά από συνεννόηση με τους Αχαιούς, που είχαν επαναστατήσει μία εβδομάδα νωρίτερα. Έχοντας λάβει την άδεια του βοεβόδα της Λιβαδειάς Χασάν Αγά, κατορθώνει να στρατολογήσει 5.000 χωρικούς, με  πρόσχημα την απόκρουση του Ανδρούτσου.

Στις 30 Μαρτίου, η Λιβαδειά πέφτει στα χέρια των επαναστατών και στη συνέχεια ο Διάκος οργανώνει την κατάληψη της Αταλάντης (31 Μαρτίου) και της Θήβας (1 Απριλίου), ενώ λίγο αργότερα κυριεύει το ισχυρό φρούριο της Μπουδουνίτσας (Μενδενίτσας). Ακολούθως, επιχειρεί να καταλάβει το Ζητούνι (Λαμία), το διοικητικό κέντρο της περιοχής και το Πατρατζίκι (Υπάτη), χωρίς, όμως, επιτυχία, καθότι ο τοπικός οπλαρχηγός Μήτσος Κοντογιάννης αρνείται να βοηθήσει, επειδή θεωρεί άκαιρο τον ξεσηκωμό.

Η Οθωμανική διοίκηση θορυβείται από τον ξεσηκωμό των ραγιάδων και διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταστείλουν την Επανάσταση, τόσο στη Ρούμελη, όσο και στην Πελοπόννησο. Στις 17 Απριλίου οι δυο πασάδες με 8.000 άνδρες στρατοπεδεύουν στο Λιανοκλάδι, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Λαμία.

Ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι οπλαρχηγοί της περιοχής συσκέπτονται στο χωριό Καμποτάδες (20 Απριλίου) και  αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού (Αλαμάνας), ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.

Το πρωί της 23ης Απριλίου οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα σε όλο το εύρος του ελληνικού μετώπου. Ο Διάκος υπερασπίζεται με τους λιγοστούς άνδρες του το ξύλινο γεφύρι της Αλαμάνας. Μάχεται ηρωικά, τραυματίζεται και τελικά συλλαμβάνεται αιχμάλωτος.

Ο επίλογος της μάχης της Αλαμάνας γράφεται την επόμενη ημέρα (24 Απριλίου). Ο τραυματισμένος Αθανάσιος Διάκος μεταφέρεται σιδηροδέσμιος στη Λαμία. Οι Οθωμανοί του προτείνουν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Ο Διάκος υπερήφανα αρνείται: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ να πεθάνω» φέρεται να τους απάντησε.

Ο ελληνικής καταγωγής Ομέρ Βρυώνης δεν θέλησε να τον σκοτώσει, αφού τον γνώριζε πολύ καλά από την αυλή του Αλή Πασά και εκτιμούσε τις ικανότητές του. Επέμενε, όμως, ο Χαλήλμπεης, σημαίνων Τούρκος της Λαμίας, ο οποίος έπεισε τον Κιοσέ Μεχμέτ, ιεραρχικά ανώτερο του Ομέρ Βρυώνη, ότι ο Διάκος θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά, επειδή είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους.

Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν θάνατος διά ανασκολοπισμού και εκτελέστηκε την ίδια μέρα. Προτού ξεψυχήσει ο Διάκος λέγεται ότι αναφώνησε το αυτοσχέδιο τετράστιχο:

Για ιδές καιρό που διάλεξε

ο χάρος να με πάρει

τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά

και βγάζει η γης χορτάρι

 

Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου συγκλόνισε και ταυτόχρονα εμψύχωσε τους αγωνιστές. Η ζωή του και η μαρτυρική του θυσία ενέπνευσαν τη λαϊκή μούσα...

 

Ο Θάνατος του Διάκου

 

Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,

καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.

-Ουδ' ο Καλύβας έρχεται, ουδ' ο Λεβεντογιάννης,

Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

 

Ο Διάκος σαν τ'αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,

ψιλή φωνή ν' εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:

- Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,

δωσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες

γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,

όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.

 

Επήραν τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,

στην Αλαμάναν' έφτασαν κι' έπιασαν τα ταμπούρια.

-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,

ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!

 

 

Εκείνοι εφοβήθηκαν κι' εσκόρπισαν στους λόγγους.

Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,

τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.

 

Σκίστηκε το τουφέκι του κι' εγίνηκε κομμάτια,

και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν' εμπήκε,

έκοψε Τούρκους άπειρους κι' εφτά μπουλουκμπασάδες.

Πλην το σπαθί του έσπασε ν'απάν' από τη χούφτα

κι' έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.

Χίλιοι τον πήραν απ' εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

 

Κι' Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:

- Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν' αλλάξης,

να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσης;

Κι' εκείνος τ' απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:

-Πάτε κι' εσείς και' η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,

εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ' απεθάνω.

Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,

μόνο πέντ' έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,

όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.

 

 

Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:

-Χίλια πουγγιά σας δίνω 'γω κι' ακόμα πεντακόσια,

το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,

ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.

 

Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,

Ολόρθο τον εστήσανε, κι' αυτός χαμογελούσε.

Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.

- Εμέν' αν εσουβλίσετε , ένας Γραικός εχάθη

ας είν' καλά ο Οδυσσεύς κι' ο καπιτάν Νικήτας,

αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι' όλο σας το Δοβλέτι.

 

Η Πελοποννησιακή παραλλαγή του τραγουδιού

Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι,

μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι' άλλη το Καρπενήσι,

η Τρίτη νη καλύτερη μοιρολογάει και λέει:

 

 

- Πολλή μαυρίλα ν' έρχεται στου Διάκου το ταμπούρι

καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.

- Μήτε ο Καλύβας έρχεται μητ' ο Λεβεντογιάννης,

Ομέρ Βριγιώνης, το σκυλί, με δεκοχτώ χιλιάδες.

 

Και ο σεΐζης του μιλάει του Διάκου και του λέει:

- Διάκο, πάμε να φύγουμε, πάμε στην Αλασσόνα,

π' εκεί είν' ο τόπος δυνατός, ταμπούρια για να πιάσ' με

τ' ασκέρια σου κιοτέψανε και πήρανε τους λόγγους.

 

Κι' έμειν' ο Διάκος μοναχός, με δεκοχτώ νομάτους,

τρεις ημερούλες πολεμάει και τρία μερονύχτια.

Εμαύρισε κι' αράχνιασε, σα μαύρη καλιακούδα,

απ' τις μπαρούτες τις πολλές κι' απ'τα πολλά τα σμπάρα.

 

 

Τσακίστη το ντουφέκι του απ'τα πολλά ντουφέκια,

το 'σπασε το σπαθάκι του απάν' από τη χούφτα,

τότε τον πιάσαν ζωντανόν κειν' τα κοντοτουρκάκια.

 

Κι' ο Ομέρ-Βριγιώνης, το σκυλί, του Διάκου πάει και λέει:

- Διάκο, Τούρκος δε γένεσαι, πασά για να σε κάνω;

- Τι λες, μωρέ βρωμόσκυλο, τι λες, μωρέ μουρτάτη;

εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θέλα πεθάνω.

 

Τότε τον βάλαν στο σουγλί και παν να τόνε ψήσουν,

κι' ο Διάκος ετραγούδαγε της άνοιξης τραγούδι:

- Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,

τώρα το Μάη, την άνοιξη, π' ανοίγουν τα λουλούδια!


Πηγή: https://www.sansimera.gr