Κυριακή 28 Απριλίου 2024

Πρός τό Πάθος (Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας)


 

Audio PlayerUse Up/Down Arrow keys to increase or decrease v

Ελκομενος

 

Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει κάποιος τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ἄρει τὸν σταυρό του. Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ συνίσταται ἀπὸ τὰ παθήματά Του, τὶς ἀποδοκιμασίες καὶ τὸ θάνατο. Ἔχοντας ὑπομείνει μόνος τὰ πάντα γιὰ χάρη μας, ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ ζητᾶ ἀπὸ τὸν καθένα μας νὰ τὰ ὑπομείνει ὅλα αὐτὰ γιὰ Ἐκεῖνον. Ὅμως, γιὰ νὰ μὴ συντριβοῦμε ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ φορτίου Του, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ τὸν Ἴδιο τὸν εἶδαν τόσο ἀδύναμο, δέν ἄφησε ἐπάνω μας τὸν δικό Του μέγα Σταυρό, ἀλλὰ ἔδωσε ἐντολή στὸν καθένα μας νὰ ἀναλάβει τὸν δικό του σταυρό, νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνει τόσα παθήματα καὶ δοκιμασίες, ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές, ὅσα ἡ καθαρτήρια, ἐξαγνιστικὴ καὶ ταυτοχρόνως ἐλεήμων θέληση τῆς θείας Πρόνοιας, πού κυβερνᾶ τὰ πάντα, μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ.

Εἶναι λοιπὸν τοῦτο ἀναπόφευκτο; θὰ ἀναφωνήσουν μερικὲς ἐξασθενημένες ψυχές.

Εἰρηνεύετε. Ἐὰν ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἦταν ἀναμάρτητος καὶ παντοδύναμος, «ἔπρεπε νὰ πάθει», ὥστε νὰ μπορέσει «νὰ εἰσέλθει στὴν δόξα Του», τότε πῶς μποροῦμε ἐμεῖς, κηλιδωμένοι καὶ ἀδύναμοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ φτάσουμε σὲ αὐτὴ τὴν δόξα, χωρὶς νὰ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ νὰ ἐνδυναμωθοῦμε ἀπὸ τὰ παθήματα; Διότι τί κατοικεῖ σὲ μᾶς τώρα; Ἐὰν τὴν ἐξομολόγησή μας τὴν ἐμποδίζει ἡ φιλαυτία, ἂς ἐπικαλεστοῦμε τὴν ἐνοχή μας μὲ τοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου: «Οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ’ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν». Σὲ μᾶς κατοικεῖ, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὁ παλαιὸς Ἀδάμ, μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ἡδονές του. ΙΙῶς μποροῦμε λοιπὸν νὰ τὸν ἀπεκδυθοῦμε, καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν νέον ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν προσδοκιῶν μας; Ὄχι, λέγω, ὄχι χωρὶς παθήματα, κι ἀκόμη, ὄχι χωρὶς θάνατο.

0[1]

Πρέπει νὰ ἀναλάβουμε τὸν σταυρό μας ὄχι μόνο γιὰ νὰ ἀγωνιστοῦμε τὸν καλὸν ἀγώνα, ἀλλά γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐντελῶς πιὰ στὸ τέλος νὰ σταυρώσουμε τὴν σάρκα  «σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις», νὰ νεκρώσουμε  «τὰ μέλη ἡμῶν τὰ ἐπί τῆς γῆς», νὰ πεθάνουμε, μυστικά, διότι «ἡ ζωὴ ἡμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ».

Τέτοια εἶναι, ὢ Χριστιανοί, ἡ διδασκαλία τοῦ Σταυροῦ, διδασκαλία τόσο ἀναγκαία καὶ θεμελιώδης στὸν Χριστιανισμό, πού ἡ Ἐκκλησία, μὴ ὄντας εὐχαριστημένη μὲ τὸ νὰ τὴν διακηρύσσει συχνὰ μὲ λόγια, ἀκόμη πιὸ συχνά μᾶς τὴν παρουσιάζει μὲ σύμβολα καὶ σημεῖα. Μὲ τὸ ἴδιο τὸ βάπτισμά μας, βάζει ἐπάνω μας τὴν εἰκόνα τοῦ Σταυροῦ. Σὲ κάθε προσευχὴ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ὅπως καὶ τώρα, τὸν παρουσιάζει ἐπίσημα πρὸς λατρεία καὶ ἱερὸ χαιρετισμό.

Ἂς εἴμαστε προσεκτικοί, ἂς ἀποδεχτοῦμε αὐτὴ τὴν ἐντολή, ὄχι σὰν ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη, ἀλλὰ σὰν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Ἴδιου τοῦ σταυρωθέντος Σωτήρα μας: «ἂς ἀπαρνηθοῦμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ αἴροντες τὸν σταυρό μας, ἂς Τὸν ἀκολουθήσουμε». Ἀμήν.

Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας

ΠΗΓΗ: https://www.imaik.gr/

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ

 

 ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος... Θά πιχειρήσουμε νά προσεγγίσουμε τό πανάχραντο πρόσωπο τς περαγίας Θεοτόκου μέσα πό τόν ερμό τς πρώτης δς το κανόνα το Ακαθίστου Υμνου. ς γνωστόν κκλησιαστική ποίηση δη πό τόν 8ο μ.Χ. α. καθιέρωσε ς τρόπο κφρασης τό εδος πού λέγεται κανόνας καί πού ποτελεται πό ννέα δές. Κι κάθε δή ξεκινάει μέ τόν ερμό, πού νομάζεται τσι, γιατί ερει, δηλ. συνδέει στόν τρόπο ψαλμωδίας καί τά πόλοιπα τροπάρια τς δς. πρτος λοιπόν ερμός ναφέρει: ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος καί λόγον ρεύξομαι τ βασιλίδι Μητρί, καί φθήσομαι φαιδρς πανηγυρίζων καί σω γηθόμενος ταύτης τά θαύματα. Δηλ. : Θά νοίξω τό στόμα μου καί θά γεμίσει πό τό Πνεμα το Θεο, καί θά π λόγο γιά τή βασίλισσα Μητέρα, καί θά φαν φαιδρός πανηγυριστής καί θά τραγουδήσω μέ χαρά τά θαύματά της.

μνωδός μς λέει τι θά μιλήσει, θά φωνάξει γιά τήν Παναγία, πού εναι βασίλισσα Μητέρα. Στή θέση το ψαλμωδο βρισκόμαστε κριβς κι μες κάθε φορά πού συναζόμαστε γιά νά ψάλουμε τά Χαρε πρός ατήν.

λόγος το μνωδο τσι δέν εναι τομικός του λόγος. Γίνεται λόγος κκλησιαστικός, λόγος λων μας. Τά συναισθήματα γιά τήν Παναγία θονται στήν καρδιά το μνωδο, πως θονται γιά νά κφραστον καί σέ λους τούς πιστούς. Τί θά πε μως γιά τήν Παναγία μνωδός; Τί λόγο θά κφράσει πό τό στόμα του; Αρα τί λόγο καλούμαστε κι μες νά χουμε γιά τή Μεγάλη Μητέρα μας;

Ξεκαθαρίζει τά πράγματα μνωδός:

(1) λόγος του δέν θά εναι κάποιος πρόχειρος λόγος. Ο προχειρότητες ταιριάζουν γιά κενα τά πράγματα το κόσμου, πού εναι νευ σημασίας.

(2) Οτε μως μπορε λόγος του νά εναι κάποιος νθρώπινος στοχασμός, στω καί σοφός. Μπροστά στήν Παναγία νθρώπινος λόγος χάνει τήν ποια δύναμή του.

(3) λόγος του, σημειώνει, θά εναι λόγος το γίου Πνεύματος. ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος. Μόνον μφορούμενος πό τό γιον Πνεμα μπορε νά δε ρθά καί νά μιλήσει σωστά γιά τήν περαγία Θεοτόκο. Κατά κάποιο τρόπο πρέπει νά εναι κανείς στό πίπεδο το προφήτη το ποστόλου, γιά νά μπορέσει νά μιλήσει γιά τήν Παναγία. Ατό συμβαίνει διότι Παναγία δέν εναι να πλό νθρώπινο πρόσωπο. Χαριτώθηκε πό τόν Θεό λόγω τς πέραντης πακος της νά γίνει Μητέρα το Κυρίου, γι ατό καί μόνον ποιος χει μετασκευασμένα πό τό γιον Πνεμα τά μάτια του μπορε νά τήν θεωρήσει σωστά. Ισχύει τό διο μέ ατό πού συνέβη μέ τήν Ελισάβετ. Τήν εδε μετά τόν Εαγγελισμό μέ σωστό τρόπο, γιατί πλήσθη Πνεύματος γίου καί νεφώνησε φων μεγάλ καί επε: Ελογημένη σύ ν γυναιξί. Μόνον λοιπόν ν Πνεύματι ερισκόμενος χει ρθή θεώρηση τς Παναγίας.

Ετσι μπροστά σέ Εκείνην κρίνεται ποιότητα τς χριστιανικς μας συνειδήσεως, πού σημαίνει ποκαλυπτόμαστε ρθόδοξοι αρετικοί. Κι κόμη περισσότερο: μπορε νά ποκαλυφθε ουδαϊκή πιθανόν τοποθέτησή μας.  Παναγία δηλ. ποτελε κριτήριο ρθοδοξίας. Κατά συνέπεια ατοί πού βρίζουν τήν Παναγία, σάν τούς Γιεχωβάδες, βρίσκονται στή θέση τν Ιουδαίων: κενοι τήν κριναν μέ τίς πιό κατανόμαστες βρεις. Ατοί πού σχυρίζονται τι εναι μιά πλή γυναίκα, πως λες ο λλες, φανερώνουν τήν αρεσή τους, σάν τούς αρετικούς Προτεστάντες. Ατοί πού περτιμον πό τήν λλη τήν Παναγία ναβιβάζοντάς την στό πίπεδο τς θεότητος, σάν τούς Ρωμαιοκαθολικούς, φανερώνουν τή δεξιά πόκλιση τς πλάνης. Γιά τούς Ορθοδόξους μως Παναγία εναι ατό πού δηλώνει τό νομά της: Παν-αγία, δηλ. περάνω λων τν γίων, μά νθρωπος. Γεμάτη πό τή χάρη το Θεο, χωρίς μως νά ξεφεύγει πό τά νθρώπινα ρια. Στό πρόσωπο τς Παναγίας βλέπουμε τήν νθρώπινη προοπτική: νά θεωθομε, ννοώντας ς θέωση τήν νωσή μας μέ τόν Κύριο, παραμένοντας μως πάντοτε νθρωποι.

Κι μνογράφος καταλήγει: σ ατήν τήν κατάσταση, πού τό Πνεμα το Θεο μς δίνει λόγο γιά νά μιλήσουμε γιά τήν Παναγία, χαιρόμαστε καί πανηγυρίζουμε. Δέν μπορομε νά θυμηθομε τήν Παναγία καί νά μή φαιδρύνει ψυχή μας, νά μήν πλησθομε εφροσύνης. Γιατί βλέπουμε σ Ατήν τήν περίσσεια τς χάρης το Θεο. Κι χάρη εναι πάντοτε χαρά. Μόνον διάβολος σκυθρωπάζει καί καίγεται πό τήν ναφορά στήν Παναγία.

Ο συνάξεις μας κάθε φορά πί τ μνήμ τς Παναγίας ποδεικνύουν τι κι μες μφορούμαστε πό Πνεμα Θεο. Λίγο πολύ χάρη το γίου Πνεύματος μς κανώνει νά προσερχόμαστε τήν Εκκλησία καί νά τενίζουμε τό πρόσωπο τς Θεοτόκου. εθύνη μας εναι διπλή: νά κρατμε τή χάρη ατή, δηλ. νά βρισκόμαστε σ κείνη κάθε φορά τήν τοιμότητα γιά νά τιμμε τήν Παναγία, καί νά γωνιζόμαστε νά τήν αξάνουμε. Καί διακράτηση καί αξηση τς χάρης το Θεο, πού πλούσια εχε καί χει Παναγία, σημαίνει: νά ποτασσόμαστε κάθε φορά στό θέλημα το Θεο. Τό ῾ἰδού δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρμα Σου τς Παναγίας νά γίνεται καί δική μας πάντηση στήν ποια πρόσκληση το Θεο πού μς πευθύνει τήν κάθε στιγμή τς ζως μας.

ΠΗΓΗ: https://pgdorbas.blogspot.com/2012/03/

Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Δ ΣΤΑΣΗ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 


Χαρε, τόν φθορέα τν φρενν καταργοσα. Χαρε, τόν σπορέα τς γνείας τεκοσα

Στήν τελευταία στάση τν Χαιρετισμν πού κούγεται σήμερα, Εκκλησία μας συνεχίζει νά μς προβάλλει τό πάντιμο πρόσωπο τς περαγίας Θεοτόκου, διά τς ποίας εσλθε τόν κόσμο σωτηρία το κόσμου, νανθρωπήσας Θεός μας, μ ναν καί πάλι καταιγισμό εκόνων καί συμβολισμν, παρμένων ετε πό τό χρο τς Παλαις ετε πό τό χρο τς Καινς Διαθήκης. Αφορμή γιά σήμερα θά μς δώσει παραπάνω χαιρετισμός: Χαρε, Παναγία, πού καταργες τόν καταστροφέα τν φρενν το νθρώπου. Χαρε σύ πού γέννησες Ατόν πού σπειρε τήν γνότητα.

1. Ποιές εναι ο φρένες το νθρώπου καί ποιός ο φθορέας ατν τν φρενν;

Τό μυαλό το νθρώπου, διάνοιά του, χρος το σκέπτεσθαι, χρος τν λογισμν, κάτι πού συνδέεται βεβαίως μεσα μέ τό νο του λλις μέ τήν καρδιά του. Καί φθορέας ατο το χώρου εναι διάβολος, παρχς χθρός το νθρώπου, κατά τόν γιο Ιωάννη τόν εαγγελιστή νθρωποκτόνος. διάβολος λοιπόν προσπαθε πάντοτε νά διαφθείρει, νά καταστρέψει τή διάνοια το νθρώπου, (πό κε ξεκιν λλωστε ποιαδήποτε μαρτία: μέ τήν προσβολή τν λογισμν), στε τσι νά καταστρέψει καί τό κέντρο τς παρξής του, τό νο καί τήν καρδιά του. Μέ ποιό σκοπό; Νά πομακρύνει τόν νθρωπο πό τόν Θεό, ποος ζε καί νεργε κυρίως στήν καρδιά το βαπτισμένου καί νσωματωμένου στήν Εκκλησία νθρώπου. Ατία γι ατό: τό μίσος το διαβόλου πρός τόν νθρωπο, τόν κατ εκόνα καί καθ μοίωσιν Θεο δημιουργημένο, στε νά μή μπορε νά χαρε ατός τήν παρουσία το Δημιουργο του, συνεπς τή δική του διάβολος δυστυχία νά τήν κάνει καί δυστυχία το νθρώπου. Μή ξεχνμε τι διάβολος, κατά τούς γίους μας, εναι τό πιό τραγικό καί δυστυχισμένο ν λης τς δημιουργίας το Θεο, μέ πιλογή βεβαίως το διου καί χι το Θεο.

2. Τί συγκεκριμένα προσπαθε νά φθείρει πονηρός πιτιθέμενος στή διάνοια το νθρώπου;

•               (1) Ως πρός τόν Θεό: νά κλονίσει τήν μπιστοσύνη του πρός Ατόν - ς θυμηθομε τό περιστατικό στόν κπο τς Εδέμ: πς προσβάλλει τή διάνοια τς Εας, προκαλώντας ρήξη στήν πίστη της στόν Δημιουργό της.

•               (2) Ως πρός τό συνάνθρωπο: νά χαλάσει τή σχέση το κάθε νθρώπου μέ ατόν, προκαλώντας καχυποψίες, διαστρέβλωση τν λόγων του, παρερμηνεύοντας τήν ποια συμπεριφορά του.

•      (3) Ως πρός τόν αυτό μας: νά φέρνει πάντοτε δικαιολογίες γιά μς τούς διους, προκειμένου νά μαρτήσουμε κι ν μαρτήσουμε, νά μς δηγήσει στήν πελπισία, στή μελαγχολία, στήν περηφάνεια.

3.  Παναγία λοιπόν εναι ατή πού κατήργησε καί καταργε τόν φθορέα διάβολο, γιατί γέννησε Ατόν πού τόν συνέτριψε ριστικά. Ας θυμηθομε καί πάλι τό λεγόμενο πρωτευαγγέλιο: τήν πόσχεση πού δωσε Θεός στούς πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση τους στήν μαρτία, τι θά λθει κάποτε ποχή πού πόγονος (Χριστός) τς γυναίκας (Παναγίας) θά συνέτριβε τήν κεφαλή το φιδιο-διαβόλου! Κι πως τό λέει κι πόστολος Παλος, Χριστός εναι Εκενος πού κατήργησε τόν τό κράτος χοντα το θανάτου, τοτέστιν τόν διάβολο! Ατό σημαίνει τι σο πλησιάζουμε τόν Χριστό καί τήν Παναγία Μητέρα Του, ρα σο ζομε κκλησιαστικά – στήν Εκκλησία, τό ζωντανό σμα το Χριστο, ζομε ντονα τήν παρουσία Εκείνου – τόσο χάνει πονηρός ποιαδήποτε δύναμη πέναντί μας. Καί χάνεται ποια δύναμη το διαβόλου, γιατί σταλάζει μέσα μας Χριστός, πως λέει πό ξέταση χαιρετισμός ( τόν σπορέα τς γνείας τεκοσα), κριβς τήν γνεία, τήν γνότητα, δηλ. τή χάρη Του, φο Εκενος εναι πηγή της. Αγνίζετε αυτούς, καθώς Εκενος γνός στι (γιος Ιωάννης Θεολόγος). Λέγοντας γνότητα ννοομε χι μόνο τή σωματική πό πλευρς σαρκικν μολυσμν καθαρότητα, λλ λη τήν γκάρδια στροφή το νθρώπου, ψυχς καί σώματος, πρός τόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει καί πάλι:

•               (1) ς πρός τόν Θεό: πίστη καί γάπη,

•               (2) ς πρός τόν συνάνθρωπο: γάπη καί πομονή,

•           (3) ς πρός τόν αυτό μας: ταπείνωση καί σωφροσύνη καί γκράτεια.

4. Μ ατόν τόν τρόπο πιστός νθρωπος γίνεται κατοικητήριο το Τριαδικο Θεο καί φθάνει στό σημεο νά γίνεται καί ληθινός θεολόγος. Δηλ. ζε τήν παρουσία το Θεο καί καθοδηγεται μέ τό φωτισμό το Θεο στήν πορεία του πάνω σ ατήν τή γ, χοντας ρθή γνώση καί γιά τόν Θεό καί γιά τό συνάνθρωπο καί γιά τόν κόσμο λο. Μς πισημαίνει τήν πραγματικότητα ατή μεταξύ τν λλων καί γιος τς Σαρακοστς, γιος Ιωάννης τς Κλίμακος: Τέλος γνείας, θεολογίας πόθεσις λέει. Τότε δηλ. νθρωπος ρχίζει νά θεολογε σωστά, ταν φθάνει στό τέλος τς γνότητας. Κι γνότητα σημαίνει, πως επαμε, ρθή στάση ζως, κατά τό πρότυπο το Κυρίου μας Ιησο Χριστο.

ΠΗΓΗ:https://pgdorbas.blogspot.com/2012/03/blog-post_23.html

Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

Γ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 


«Χαίρε ηδύπνοον κρίνον, Δέσποινα, πιστούς ευωδιάζον· θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον»

1. Ο υμνογράφος ήδη από την πρώτη ωδή του κανόνα του για την Υπεραγία Θεοτόκο την χαρακτηρίζει ως κρίνο που ευωδιάζει, ως εύοσμο θυμίαμα, ως πολύτιμο μύρο που η μυρωδιά του είναι μεθυστική. Προϋποθέτει δηλαδή την ύπαρξη πνευματικής όσφρησης στον άνθρωπο, η οποία προκαλείται από το πνευματικό άρωμα της Παναγίας. Κι είναι τούτο γνωστό: πέραν των σωματικών αισθήσεων υπάρχουν κατά την πίστη μας και οι πνευματικές μας αισθήσεις, που λειτουργούν κατά αντιστοιχία προς τις σωματικές: η πνευματική όραση,  η πνευματική ακοή, η πνευματική όσφρηση, η πνευματική γεύση, η πνευματική αφή. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», σημειώνει για παράδειγμα ο ίδιος ο Κύριος. «Λάλει Κύριε ότι ο δούλος Σου ακούει», λέει ο προφήτης Σαμουήλ στη φωνή του Κυρίου. «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» μαρτυρεί ο ψαλμωδός και ψάλλει διαρκώς η Εκκλησία.

2. Πού οφείλεται το άρωμα της Παναγίας; Μα στη χάρη του Θεού λόγω της ψυχικής της καθαρότητας. Με καλύτερη θεολογική γενική διατύπωση, η χάρη του Πνεύματος του Θεού ερχόμενη στην ψυχή του καλοπροαίρετου ανθρώπου που αναζητεί τον Θεό δημιουργεί τις συνθήκες καθαρισμού της ψυχής - «Νουν καθαρίσαι μόνου του αγίου Πνεύματός εστιν» (άγιος Διάδοχος Φωτικής) – και κατά αναλογία της καθάρσεως αυτής αυξάνει την εγκατοίκησή της ώστε η ψυχή του ανθρώπου και κατ’ επέκταση και το σώμα του να γίνουν καθ’ ολοκληρία κατοικητήρια του Θεού. Η Παναγία λοιπόν έγινε πράγματι κατοικητήριο του Θεού στον απόλυτο δυνατό βαθμό για τους ανθρώπους, γέμισε από το Πνεύμα Αυτού, σάρκωσε τον Θεό στην αγιασμένη κοιλία της, λοιπόν η ευωδία της από το πνευματικό θεϊκό μύρο είναι τέτοια που χαροποιεί Ουρανούς και γη. Δεν είναι τυχαίο ότι όπου εμφανιστεί η Παναγία μας ως κατεξοχήν προέκταση του Χριστού το πνευματικό άρωμά της γεμίζει τον τόπο, όπως κατ’ επέκταση τούτο συμβαίνει και με τους λοιπούς αγίους της Εκκλησίας μας. Κι αντιστρόφως, η δαιμονική παρουσία όπως και των δυστυχών οργάνων του γεμίζει τον τόπο από δυσωδία. Οι έχοντες ανεπτυγμένες πνευματικές αισθήσεις, δηλαδή οι άγιοί μας,  έχουν τη δυνατότητα οσφράνσεως και γεύσεως των καταστάσεων αυτών, που σημαίνει ότι βρίσκονται στο υψηλό επίπεδο διακρίσεων των πνευμάτων: οι άγιοι νιώθουν και με τον τρόπο αυτόν αν κάτι είναι εκ Θεού ή όχι.

3. Κι εδώ ακριβώς αναδύεται και το δικό μας πρόβλημα. Μπροστά δηλαδή στην Παναγία, την κατεξοχήν φορέα του Πνεύματος του Θεού από πλευράς ανθρώπινης, φανερώνεται η δική μας κατάσταση: αν λειτουργεί ή όχι η πνευματική όσφρησή μας. Αν χαιρόμαστε με την αναφορά στην Παναγία, αν το όνομά της μας κάνει να σκιρτούμε από αγαλλίαση, αν η κλήση για μετοχή στις ακολουθίες της Εκκλησίας για Εκείνη μάς βρίσκει πρόθυμους, τότε σημαίνει ότι λειτουργούν οι πνευματικές μας αισθήσεις, έστω κι αν δεν φανερώνεται τούτο με «υλικό» τρόπο. Αν όμως η αναφορά σ’ Αυτήν δεν μας κινητοποιεί και δεν μας κάνει να σκιρτούμε, γεγονός που φανερώνει ότι πάσχουμε από την πίστη μας και για τον Ιησού Χριστό: Χριστός και Παναγία συνθεωρούνται στην πίστη μας, τότε οι αισθήσεις μας αυτές είναι μάλλον σε αδράνεια, «μπουκωμένες», όπως όταν κάποιος πάσχει από κρυολόγημα και η όσφρησή του ή η γεύση του έχουν μειωθεί δραματικά. Κι αυτό το «μπούκωμα» δημιουργείται πάντοτε από τη μόνη κατάσταση που θέτει φράγμα στη χάρη του Θεού, την αμαρτία. Όσο πορευόμαστε με πονηρία και κακία και δεν μετανοούμε, τόσο ο πνευματικός κόσμος μας ξεθωριάζει και περιθωριοποιείται και οι αισθήσεις του κόσμου αυτού δεν υπάρχουν για εμάς.

 

4. Έτσι η Παναγία λειτουργεί ως κριτήριο της πνευματικής καταστάσεώς μας. Μπροστά της, μπροστά συνεπώς στον Υιό και Θεό της, φανερώνεται η ποιότητα της χριστιανικής συνειδήσεώς μας. Κι απαιτείται, σε περίπτωση μη λειτουργίας των πνευματικών αισθήσεων, το φάρμακο. Όπως παίρνουμε τα διάφορα αντιβιοτικά ή τα λοιπά φάρμακα που επαναφέρουν την υγεία στο σώμα μας, έτσι το φάρμακο για κάθε περίπτωση αποκλίσεως από το θέλημα του Θεού είναι η μετάνοιά μας. Η μετάνοια, ιδιαιτέρως την περίοδο αυτή της Σαρακοστής που αδιάκοπα η Εκκλησία μας την προβάλλει ως τον μοναδικό τρόπο της ορθής ζωής, αποκαθιστά την πνευματική υγεία και ενεργοποιεί τις πνευματικές αισθήσεις, ώστε αφενός να μυριζόμαστε τη χάρη του Θεού, της Παναγίας και των αγίων μας, αφετέρου να γινόμαστε κι εμείς ως φορείς του πνευματικού μύρου του αγίου Πνεύματος κυριολεκτικά ευωδία που θα ευχαριστεί Θεό και ανθρώπους.

 Ένα γνωστό τροπάριο της περιόδου μάλιστα αυτής έρχεται και με μοναδικό τρόπο προβάλλει την παραπάνω αλήθεια. «Δάκρυά μοι δος, ο Θεός, ώς ποτε τη γυναικί τη αμαρτωλώ, και αξίωσόν με βρέχειν τους πόδους σου, τους εμέ εκ της οδούς της πλάνης ελευθερώσαντας, και μύρον ευωδίας σοι προσφέρειν, βίον καθαρόν εν μετανοία μοι κτισθέντα· ίνα ακούσω καγώ της ευκταίας σου φωνής· η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην» (Θεέ μου, δώσε μου δάκρυα, όπως έδωσες κάποτε στην αμαρτωλή γυναίκα, και αξίωσέ με να βρέχω τα πόδια Σου που με ελευθέρωσαν από την οδό της πλάνης, και να Σου προσφέρω ως μύρο ευωδίας τον καθαρό βίο μου που κτίσθηκε πάνω στη μετάνοια. Έτσι ώστε να ακούσω κι εγώ την ευλογημένη φωνή σου: η πίστη σου σε έσωσε, πορεύου εις ειρήνην).

ΠΗΓΗ: https://pgdorbas.blogspot.com/2015/03/blog-post_12.html

 

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Ἡ σιωπή καί ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (Μαντζαρίδης Γεώργιος )

 

 

Audio PlayUse Up/Down Arrow keys to increase or decrease volum

palamas-2-in[1]

 


 σιωπή καί ὁ λόγος εἶναι πράγματα ἀντίθετα στήν καθημερινή μας ζωή. Ὁ λόγος διαλύει τή σιωπή. Καί ἡ σιωπή διακόπτει τό λόγο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἡσυχαστής ἦταν βασικά ἄνθρωπος τῆς σιωπῆς. Ἀπέφευγε τό λόγο, ὅπως ἄλλωστε καί τή συγγραφή. Ὁ ἴδιος σημειώνει ὅτι πολλοί μεγάλοι πατέρες τῆς ἐρήμου, μολονότι θά μποροῦσαν νά γράψουν σπουδαῖα καί ὠφέλιμα πράγματα, δέν τό ἔκαναν, γιά νά μή διακόψουν τήν σιωπή καί τήν κοινωνία τους μέ τό Θεό. Κατακρίνει μάλιστα τόν ἑαυτό του καί λέει ὅτι ὁ ἴδιος συνήθιζε νά γράφει, ὅταν ὑπῆρχε κάποια ἐπείγουσα ἀνάγκη. Καί γνωρίζουμε πόσο πολλά καί δυνατά κείμενα ἔγραψε, ὅταν ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἦταν ὁ κίνδυνος νά παραχαραχθεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ προφορικός καί ὁ γραπτός, εἶχε πάντοτε πλούσιο ἀντίκρυσμα στή σιωπή του. Καί ἡ σιωπή του δέν ἦταν συνέπεια παραιτήσεως ἤ ἀδιαφορίας, ἀλλά καρπός ἔντονης σπουδῆς καί κοινωνίας μέ τό Θεό Λόγο. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γράφει: «Ἄμεινόν ἐστι σιωπᾶν καί εἶναι ἤ λαλοῦντα μή εἶναι».

Στήν καθημερινή μας ζωή συνδέουμε συνήθως τό λόγο μέ τήν ὕπαρξη καί τή σιωπή μέ τήν ἀνυπαρξία. Συχνά ὅμως ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι κενός καί φανερώνει μία οὐσιαστική ἀνυπαρξία. Δέ χρειάζεται ἄλλωστε νά εἶναι κανείς ψεύτης ἤ φλύαρος, γιά ν’ ἀποδειχθεῖ ὁ λόγος του κενός. Καί μόνο τό ὅτι εἶναι θνητός, καί ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τό ἔσχατο ὅριο τῶν δυνάμεών του, φανερώνει τήν ἀβεβαιότητα καί τήν οὐσιαστική κενότητα τοῦ λόγου του.

Παράλληλα ὅμως ὁ κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει μεγάλη ἀξία, ὅταν διαθέτει ἀντικρυσμα στή σιωπή. Ἀκόμα περισσότερο, ὁ κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει τεράστια ἀξία, ὅταν εἶναι λόγος σιωπῆς. Τά λόγια πού ἀπευθύνει ὁ πατέρας στό παιδί του ἔχουν τό ἀντίκρυσμα καί τήν ἀξία τους, ὅσο ζεῖ ὁ πατέρας καί ἀκούει τό παιδί. Ἡ σιωπηρή ὅμως παρουσία τοῦ πατέρα στήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ του, ὡς παρουσία ἀγάπης, εἶναι πολύ πιό εὔγλωττη καί πολύ πιό οὐσιαστική ἀπό τά λόγια πού ἀκούει ἀπό τό στόμα του. Καί αὐτό, γιατί ἡ ἀγάπη μεταφέρει τόν ἄνθρωπο σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο πού βρίσκεται πέρα ἀπό τό θάνατο. «Ἠμεῖς οἴδαμεν», λέει ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἐμεῖς δηλαδή γνωρίζουμε, «ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τούς ἀδελφούς• ὁ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν μένει ἐν τῷ θανάτῳ».

Ἡ ἀγάπη δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ἐμπειρία τῆς διατηρήσεως τῆς ζωῆς του πέρα ἀπό τήν ἀτομικότητά του. Ἡ ἀγάπη δίνει στόν ἄνθρωπο μία αἴσθηση τῆς ἀθάνατης ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό εἶναι φυσικό, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη.

Ἡ ἀληθινή ὅμως ἀγάπη δέ διατυπώνεται μέ λόγια. Καί ἡ οὐσία της δέν περιορίζεται σέ φραστικά σχήματα. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη ἐκφράζεται περισσότερο μέ τή σιωπή. Ἡ σιωπή εἶναι συχνά ἡ πιό ἔντονη κραυγή. Αὐτό τό βλέπουμε προπαντός στόν ἡσυχασμό. Ἡ σιωπή τοῦ ἡσυχαστῆ εἶναι κραυγή ἀγάπης. Ὅπως καί ἡ ἀπομόνωσή του εἶναι ἐντατικοποίηση τῆς κοινωνίας του μέ τό Θεό.

Ζώντας στόν κόσμο καί διατηρώντας ἀκέραιο τόν ἐγωισμό μας ἀδυνατοῦμε συνήθως νά γνωρίσουμε καί νά ζήσουμε τήν ἀληθινή ἀγάπη. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη βγαίνει ἀπό τήν σιωπή καί τήν ταπείνωση. Ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἅγιος Φιλόθεος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περιγράφοντας τή ζωή καί τίς ἀρετές τοῦ ἁγίου στά ἡσυχαστήρια τοῦ Ἄθω, σημειώνει σχετικά τά ἑξῆς: «Ταπείνωσις ἦν αὐτῷ ἀκρότατη, καί ἡ πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον, ἥ φησίν ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ἀνυπόκριτος ἐκ καρδίας ἀγάπη, τά πρῶτα καί μέσα καί τελευταῖα τῶν ἀρετῶν ἐρείσματα καί στοιχεῖα».

Καί πραγματικά μόνο μέ ἀκρότατη ταπείνωση μπορεῖ νά ὑπάρξει ἡ ἀνυπόκριτη καί «ἐκ καρδίας ἀγάπη» πρός τό Θεό καί τό συνάνθρωπο. Αὐτὴ τήν ἀγάπη, πού τόσο σπανίζει στήν καθημερινή μας ζωή, καλλιέργησε ὁ ἡσυχαστής Γρηγόριος Παλαμᾶς στά ἐρημητήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους μέ τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Ἡ ἴδια ἀγάπη τόν ἔφερε ἀργότερα στή μητρόπολη τῆς Θεσσαλονίκης καί τόν ἔκανε στήριγμα καί διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀγάπη πού καλλιέργησε στή σιωπή. Ἡ ἀγάπη πού θεμελίωσε στήν ταπείνωση καί τόν ἀφανισμό τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἡ ἀγάπη πού ἔδειξε, ὅταν χρειάστηκε, μέ τούς ἔντονους ἀγῶνες καί τήν ἀκατάβλητη δράση του.

Πολλές φορές ἀκοῦμε καί εὐσεβεῖς ἀκόμα Χριστιανούς νά λένε: Τί κάνουν αὐτοί οἱ μοναχοί στά ἐρημητήριά τους; Τί νόημα ἔχει ἡ ἀπόκοσμη ζωή τους; Ποιό εἶναι τό κοινωνικό ἔργο τους, ὅταν βρίσκονται μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους; Ποιά εἶναι ἡ ἀρετή τους, ὅταν φροντίζουν μόνο γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς τους;

Καί εἶναι φυσικό νά διατυπώνονται τά ἐρωτήματα αὐτά, ὅταν ἀντιμετωπίζεται ὁ ἄνθρωπος ὡς μέσο γιά κάποιο σκοπό. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζεται ὡς αὐτοαξία, τότε τά πράγματα τοποθετοῦνται διαφορετικά. Ἔτσι ἀντιμετωπίζεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν ἡσυχαστή. Αὐτήν τήν εἰκόνα γιά τόν ἄνθρωπο εἶχε καί ἐνσάρκωσε στή ζωή του ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη σάρκα, ἡ φθαρτή καί θνητή, πού τόσο ὑπωπιάζει καί δουλαγωγεῖ ὁ μοναχός ἔχει ἀνείπωτη ἀξία γι’ αὐτόν, ὅπως καί γενικότερα γιά τήν Ὀρθοδοξία, γιατί καταξιώθηκε ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος. Ἔγινε λοιπόν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, γιά νά δείξει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει μία τέτοια συγγένεια μέ τό Θεό, ὥστε νά μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί του σέ μία ὑπόσταση. Ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τίμησῃ τήν σάρκα καί αὐτήν τήν θνητήν».

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἡ ἀπόκοσμη ζωή τοῦ ἐρημίτη δέν εἶναι ἀπόλυτη ἀλλά σχετική. Στή σιωπή τῆς ἐρήμου ὁ μοναχός ἐξασφαλίζει μεγαλύτερο βαθμό ἐλευθερίας καί ἀποφεύγει τίς πολλαπλές καί ἀδιόρατες κοινωνικές δεσμεύσεις. Ἔτσι μπορεῖ νά βρίσκεται ψυχικά πολύ πιό κοντά στόν ἄνθρωπο, καί νά καλλιεργεῖ πραγματική καί ἀνυπόκριτη ἀγάπη γι’ αὐτόν. Μέ τή φυγή στήν ἔρημο καί τή στέρηση τῆς συναναστροφῆς μέ τόν κόσμο ἐνισχύει καί μεγιστοποιεῖ ὁ μοναχός τήν κοινωνικότητά του. Γι’ αὐτό καί μπορεῖ σέ ὁποιαδήποτε στιγμή νά δώσει τή μαρτυρία τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης στόν κόσμο. Αὐτό ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτό φανερώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὁ ἐρημίτης καί ἱεράρχης, ὁ ἡσυχαστής καί κῆρυξ τῆς χάριτος.

Τό νόημα τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ βρίσκεται στή φύση τῆς σιωπῆς του. Γνώριζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ὅσο μιλοῦσε δέ βρισκόταν ἀκόμα ἐκεῖ πού ποθοῦσε. Τώρα πού σιωπᾶ βρίσκεται ἐκεῖ καί ὑπάρχει πραγματικά, γιατί βρίσκεται καί ὑπάρχει ἐν Κυρίῳ. Ἡ ζωή τῶν ἁγίων εἶναι ὁ Χριστός. Καί ἡ δική μας ζωή εἶναι ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό ἄλλωστε λεγόμαστε Χριστιανοί. Ὁ χριστιανισμός -κι ἐπειδή σημειώθηκαν παραφθορές τοῦ Χριστιανισμοῦ – ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν καί εἶναι ἡ πραγματική μας ταυτότητα. Μέ τήν Ὀρθοδοξία ταυτίστηκε ἡ ἱστορία μας καί ἡ ὕπαρξή μας.

Ὅταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦρθε στήν Θεσσαλονίκη καί βρῆκε τούς κατοίκους τῆς διχασμένους ἀπό τό κίνημα τῶν ζηλωτῶν, τούς κάλεσε μέ τήν πρώτη ὁμιλία του σέ εἰρήνη καί ἑνότητα λέγοντάς τους: Ἀδέλφια εἴμαστε ὅλοι ὄχι μόνο ὡς ἄνθρωποι, ἀλλά καί ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Κοινή εἶναι ἡ πίστη μας, κοινή ἡ ἐλπίδα μας, κοινός Πατέρας μας ὁ Χριστός, κοινή μητέρα μας ἡ Ἐκκλησία. Καί ὅπως μᾶς πληροφορεῖ καί πάλι ὁ βιογράφος του ἅγιος Φιλόθεος, «τούς ὑβριστὰς ἑαυτοῦ καί πολεμιωτάτους καί στασιαστὰς πρότερον, φίλους ἐκ τῆς ὁμιλίας εὐθύς ἐκείνης εἰργάσατο».

Ἔτσι ἡ πίστη στό Χριστό, ἡ πίστη στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἕνωσε καί πάλι τούς Θεσσαλονικεῖς. Αὐτή ἡ πίστη ἦταν ἡ ταυτότητα τοῦ γένους μας. Σ’ αὐτήν τήν πίστη στήριξε τήν ἑνότητά του. Μέ αὐτήν τήν πίστη ὑπέμεινε τή μακραίωνη σκλαβιά καί ξανακέρδισε τή λευτεριά του. Καί στή συνέχεια, -ἐλεύθεροι ἀπό ξένους-δεσπότες κινδυνεύουμε νά χάσουμε τήν ταυτότητά μας μέ τίς ξενομανίες μας καί τίς ξενόφερτες ἰδεολογίες μας. Εἶναι ἀπελπιστικό, καί ὅμως ἀληθινό, ὅτι οἱ λεγόμενες προηγμένες κοινωνίες τείνουν νά ἔχουν ὡς μοναδική ταυτότητά τους μία καλύτερα ἤ χειρότερα ὀργανωμένη καί ἱεραρχημένη γραφειοκρατία, χωρίς αἴσθημα καί ἀγάπη, χωρίς νόημα καί σκοπό.

Ἔτσι ἀνοίγεται μία πορεία, πού τέρμα της ἔχει τόν μονοδιάστατο ἄνθρωπο καί τή μονοδιάστατη κοινωνία. Ἕνας τέτοιος ὅμως ἄνθρωπος παύει νά εἶναι ἄνθρωπος. Καί μία τέτοια κοινωνία παύει νά εἶναι ἀνθρώπινη κοινωνία. Ἄν δέ θέλουμε ν’ ἀφήσουμε νά μεταπέσει ἡ ταυτότητά μας σέ ληξιαρχική πράξη θανάτου, πρέπει νά διατηρηθοῦμε ἑνωμένοι μέ τίς ρίζες μας. Καί δόξα τῷ Θεῶ στόν τόπο μας εἶναι αὐτό ἀκόμα δυνατό. Ἡ ἴδια ἡ ἀδυναμία πού δείχνουμε νά συμμορφωθοῦμε καί νά ταυτιστοῦμε μέ μία ἄψυχη γραφειοκρατία, ἀδυναμία πού εἶναι ἐμφανής σέ ὅλες τίς μορφές τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς, βεβαιώνει τήν ἀλήθεια αὐτή. Βεβαιώνει ὅτι κάπου ἀλλοῦ ἀναζητοῦμε τήν ταυτότητά μας. Καί αὐτό τό κάπου ἄλλου δέν εἶναι δύσκολο νά τό βροῦμε, ὅσο διατηροῦμε τό λόγο τῶν ἁγίων μας καί τιμοῦμε τή σιωπή τῶν λειψάνων τους.

Μαντζαρίδης Γεώργιος 

ΠΗΓΗ:https://www.imaik.gr/