Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Τα ελληνικά χωριά ερημώνουν

«Δύσκολα αντέχεται η μοναξιά. Τις περισσότερες φορές κάνω αυτή τη βόλτα μόνος μου, μαζί με τέσσερα σκυλιά. Ο μόνιμοι κάτοικοι μετρούνται στα δάχτυλα των δύο χεριών. Εάν συνεχιστεί έτσι, ίσως επιστρέψω στη κοντινότερη πόλη, το Αγρίνιο».
Βρισκόμαστε στο ορεινό χωριό Αγιος Ιωάννης του νομού Αιτωλοακαρνανίας, Κόκκιανη –όπως το θυμούνται οι παλαιότεροι– μερικά χιλιόμετρα μετά το Θέρμο, περπατώντας μαζί τον Βασίλη, έναν από τους περίπου 10 μόνιμους κάτοικους του χωριού. Προορισμός, το αμέσως επόμενο χωριό, η Κόνισκα και στη συνέχεια με αυτοκίνητο ο Διπλάτανος.
Γεννήθηκε στην Κόκκιανη, και έζησε εκεί περίπου μέχρι την ηλικία των 20 ετών, όταν έφυγε για την Αθήνα για να ξεκινήσει τη ζωή του. Βγήκε στη σύνταξη πριν από λίγα χρόνια και η μοίρα τον έφερε τέσσερις δεκαετίες μετά να ζει ξανά μόνιμα στα εδάφη όπου μεγάλωσε. «Πώς ήταν η ζωή εδώ στα παιδικά σου χρόνια; Αναμνήσεις;», τον ρωτάω καθώς βρισκόμαστε σε υψόμετρο περίπου 1.000 μέτρων, στα μέσα μιας μαγευτικής ορεινής διαδρομής που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει τα κοσμοπολίτικα ορεινά χωριά της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης που κατακλύζονται από τουρίστες. Τα θυμάται όλα, με συγκίνηση. «Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν πήγαινα στην Α΄ Δημοτικού, το σχολείο του χωριού είχε περισσότερους από 70 μαθητές. Από αυτούς, τα εννέα ήταν αδέλφια μου, όλες οι οικογένειες στα χωριά τις εποχές εκείνες ήταν πολυμελείς. Μετά το σχολείο που ήταν ακριβώς απέναντι από το σπίτι μας, όλα τα παιδιά βοηθούσαμε στις δουλειές του σπιτιού». Το σχολείο έκλεισε «στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν πλέον δεν υπήρχαν παιδιά, καθώς οι γονείς τους έφυγαν για τα αστικά κέντρα ή τα κεφαλοχώρια. Ο Αγιος Ιωάννης και οι γειτονικοί οικισμοί άρχισαν να ερημώνουν».
Πώς ήταν η ζωή εκείνα τα χρόνια, τον ρωτάω καθώς πλησιάζουμε στην Κόνισκα. «Πράγματα που τώρα είναι δεδομένα δεν υπήρχαν καν. Μεγαλώσαμε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Με λάμπες πετρελαίου διαβάζαμε τα μαθήματα και προοδεύσαμε, η μητέρα σιδέρωνε με σίδερο με κάρβουνα, το έχουμε φυλάξει. Τα ρούχα όλα στη σκάφη. Το χωριό είχε ένα τηλεφωνείο και το λειτουργούσε ο πατέρας. Αυτό μας συνέδεε με τον κόσμο. Οσο πιο μακριά επικοινωνούσαμε, τόσο περισσότερες οι παρεμβολές και “παράσιτα” στη γραμμή. Δεν υπήρχαν απευθείας τηλεφωνικές κλήσεις. Το τηλεφωνείο λειτούργησε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1990! Τηλεόραση φυσικά δεν υπήρχε, είχαμε όμως ένα ραδιόφωνο. Θυμάμαι σε καθημερινή βάση να ακούγονται οι αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού για άτομα που είχαν χαθεί».
Εάν εσείς μεγαλώσατε έτσι, πώς έζησαν οι γονείς σας; «Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Σέλλο σε ένα χωριό περίπου 45 λεπτά δρόμο με τα πόδια από εδώ, ένα χωριό που σήμερα δεν υπάρχει. Ενας τόπος στον οποίο στη δεκαετία του 1950 αλλά και του ’60 έμεναν περισσότερα από 80 άτομα, σήμερα αποτελεί ένα χωριό “φάντασμα”. Καθώς οι κάτοικοι μεγάλωναν και οι νέοι έφευγαν ”έσβησε” οριστικά από τον χάρτη το 1989. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε ζωή και καλλιεργήσιμη γη, μεγάλωσαν έλατα. Ολα καλύφθηκαν από βλάστηση και μόνον κάποια σπίτια που αντέχουν στον χρόνο και μια ταμπέλα δείχνουν ότι μόλις 30 χρόνια πριν υπήρχε ζωή. Οι κάτοικοι στα χωριά αυτά μεγάλωσαν περπατώντας πολύ και δουλεύοντας ακόμη περισσότερο. Ακόμη και το ηλεκτρικό ρεύμα που ήρθε, έγινε με τη συμβολή της προσωπικής τους εργασίας!».
Οι γιαγιάδες
Και τώρα; «Το χωριό που μένω το κρατά ζωντανό η γιαγιά με τα 16 δισέγγονά της που συγκεντρώνονται γύρω της κάποιες ημέρες τον χρόνο, καλοκαίρι και Πάσχα. Μία από τις πολλές γιαγιάδες που κρατούν ζωντανά αρκετά από τα ελληνικά χωριά. Γενικότερα όμως, εάν δεν αλλάξει κάτι, πολλά ακόμη χωριά θα σβήσουν, όπως το Σέλλο. Οσο για εμάς, τα πράγματα δυσκολεύουν συνέχεια. Εργαστήκαμε μια ζωή, προλάβαμε για λίγο να “γευτούμε” μια αξιοπρεπή σύνταξη και τώρα το μόνο που περιμένουμε είναι πόσο ακόμη θα “κοπεί”. Εμείς αποτελούμε τη μεγαλύτερη φορολογική βάση της χώρας;», μας ρωτά με αγωνία, επαναφέροντας μας στα επίκαιρα οικονομικά ζητήματα των τελευταίων ετών της κρίσης.
Για την ιστορία αναφέρουμε ότι ο Αγιος Ιωάννης βρίσκεται σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από το Θέρμο. Ο Δήμος Θέρμου έχει πληθυσμό 9.299 κατοίκους και αποτελείται από 23 Τοπικά Διαμερίσματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται 59 οικισμοί, σε πολλούς από τους οποίους και περιηγηθήκαμε.

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ Ἁγίου Ἀμβροσίου, ἐπισκόπου Μεδιολάνων.




  Ο γιοι πόστολοι παρεκάλεσαν τν Χριστό: «Κύριε, δίδαξον μς προσεύχεσθαι, καθώς ωάννης δίδαξε τος μαθητς ατο» (Λουκ. ια΄, 1). Τότε Κύριος τος παρέδωσε τν Κυριακ προσευχή (Ματθ. στ΄, 9-13).

Πάτερ μν

  πρώτη λέξι, πόσο εναι γλυκειά! Μέχρι τώρα δν τολμούσαμε ν στρέψωμε τ βλέμμα πρς τν ορανό. Χαμηλώναμε τ μάτια στν γ καί, ξαφνικά, δεχθήκαμε τν χάρι το Χριστο κι λα τ μαρτήματά μας συγχωρέθηκαν. π πονηρο δολοι, πο μασταν, γίναμε καλο «υοί». Μήν περηφανευώμεθα, μως, γι τν δική μας προσπάθεια, λλ γι τν χάρι το Χριστο. «Χάριτί στε σεσωσμένοι», λέγει πόστολος Παλος (φεσ. β΄,5).

Τ ν μολογήσωμε τν χάρι δν εναι οησι, δν εναι παρσι, λλ πίστι. Τ ν διακηρύξωμε ατ πο λάβαμε δν εναι περηφάνεια, λλ φοσίωσι· ς ψώσωμε τ μάτια πρς τν Πατέρα, πο μς ναγέννησε μ τ λουτρ το Βαπτίσματος, πρς τν Πατέρα, πο μς «ξηγόρασε» μ τν Υό Του κι ς πομε: «Πάτερ μν». Εναι ατ μι καλή, μι ταπειν καύχησι. Σάν να παιδί, τν νομάζομε πατέρα. λλά, μ διεκδικομε κάποιο προνόμιο. Μ τν εδικ κι πόλυτο τρόπο δν εναι Πατέρας παρ το Χριστο μονάχα· γι μς εναι κοινς Πατέρας. Γιατ μόνο κενον τν γέννησε, ν μς μς δημιούργησε.

ς λέμε λοιπν κα μες, κατ χάριν, «Πάτερ μν», γι ν γίνωμε ξιοι ν εμαστε παιδιά Του. ς κάνωμε δική μας τν ενοια κα τν τιμή, πο χάρισε στν κκλησία.

ν τος ορανος

Τί σημαίνει « ν τος ορανος»; ς κούσωμε τν Γραφή, πο λέγει: «ψηλς π πάντα τ θνη (ψηλότερος π λα τ θνη), Κύριος, π τος ορανούς δόξα ατο» (Ψαλμ. ριβ, 4).

Παντο θ δομε ν γίνεται λόγος τι Κύριος εναι στούς ορανούς, γι τος ποίους λέγει ψαλμωδός: «Ο ορανο διηγονται δόξαν Θεο» (Ψαλμ.ιη΄,2). ορανς εναι κε πού χουν σταματήσει ο μαρτίες. ορανς εναι κε πο ο παραβάσεις τιμωρονται. ορανς εναι κε πο δν πάρχει καμμι πληγ θανάτου.

 γιασθήτω τ νομά σου

 Τί σημαίνει «γιασθήτω;». Σάν ν εχώμαστε ν γιασθ κενος, πο επε: «γιοι σεσθε, τι γιος γ Κύριος Θες μν» (Λευϊτ. ιθ΄, 2). Σάν ν χη τν δύναμι δικός μας λόγος, ν αξήση τ δική Του γιότητα…

χι, δν εναι ατό. Ζητμε ν γιασθ Θες «ν μν», ντός μας. Τ γιαστικό του ργο ν φθάση σ μς.

λθέτω βασιλεία σου

 ρα γε δν εναι αώνια βασιλεία το Θεο; ησος λέγει: «γ ες τοτο γεγέννημαι κα ες τοτο λήλυθα ες τν κόσμον» (γ γι᾿ ατ γεννήθηκα κα γι᾿ ατ λθα στν κόσμο, ωάν. ιη΄, 37), κα μες λέμε: «λθέτω βασιλεία σου», σάν ν μήν χ λθει· μως, τ ατημα ατ χει να διαφορετικ νόημα. Θες ρχεται, ταν δεχώμαστε τν χάρι Του. διος τ βεβαιώνει: « βασιλεία το Θεο ντς μν στι» (Λουκ. ιζ΄, 21).

Γενηθήτω τ θέλημά σου, ς ν οραν κα π τς γς

Μ τ Αμα το Χριστο λα ερήνευσαν κα στν οραν κα στν γ. ορανς γιάσθηκε, διάβολος κδιώχθηκε. Βρίσκεται πι κε, πο βρίσκεται νθρωπος, τν ποον πάτησε.

«Γενηθήτω τ θέλημά σου» σημαίνει ν λθ ερήνη στν γ, πως πάρχει στν ορανό.

Τν ρτον μν τν πιούσιον δς μν σήμερον

Προτο κφωνήσει ερέας, κατ τν Θ. Εχαριστία, τ λόγια το Χριστο: «Λάβετε φάγετε… πίετε ξ ατο πάντες…», ατ πο προσφέρομε νομάζεται ρτος. Μετ τν κφώνησι δν τ νομάζομε πι ρτο, λλ Σμα. Γιατί, μως, στν Κυριακ προσευχή, τν ποίαν παγγέλλομε μετ τν καθαγιασμό, λέμε «τν ρτον μν»; …λλά, προσθέτομε «τν πιούσιον», δηλαδ τν παραίτητο γι τν συντήρησι τς οσίας· τν πόστασι τς ψυχς μας δν τν νισχύει ρτος λικός, πο μπαίνει στ σμα μας, λλ᾿ ρτος οράνιος· τν νομάζομε, μως, κι «πιούσιο», πο σημαίνει πίσης «καθημερινό», γιατ ο ρχαοι νόμαζαν τν «αριον»: «πιοσαν μέραν».

τσι κφράζομε δύο ννοιες μ μι λέξι. άν, μως, ρτος ατς εναι κα καθημερινς κα παραίτητος γι τν συντήρησι τς οσίας, γιατ περιμένομε ν περάση νας λόκληρος χρόνος, γι ν μεταλάβωμε; ς λάβωμε κάθε μέρα ατ πο μς χρειάζεται κάθε μέρα. ς ζομε κατ τέτοιο τρόπο, στε ν εμεθα ξιοι ν μεταλαμβάνωμε κάθε μέρα. Γιατί, κενος πο δν εναι ξιος ν τν λαμβάν κάθε μέρα, δν θ εναι ξιος ν τν δεχθ οτε μι φορ τν χρόνο.

Ἰὼβ προσέφερε κάθε μέρα θυσία γι τος γιούς του, π φόβο μήπως διέπραξαν κανένα μάρτημα μ τ λόγια μ τίς νθυμήσεις τς καρδις τους (ώβ α΄, 5). Κα μες κομε πώς, κάθε φορ πο προσφέρεται ναίμακτος θυσία, ναπαριστάνεται θάνατος κα νάστασι κα νάληψι το Κυρίου, κα ξαναδίδεται συγχώρησι τν μαρτιν, κα δν δεχώμεθα τν ρτο τς ζως; ποιος χει μι πληγ ζητάει κάποιο φάρμακο. Τ ν εμαστε ποταγμένοι στν μαρτία εναι μι πληγή.

Τ οράνιο φάρμακο εναι τ χραντα Μυστήρια. ν μεταλαμβάνωμε κάθε μέρα, τότε κάθε μέρα εναι γι μς μία «σήμερον». Ἐὰν σήμερα Χριστς εναι μέσα μας, ναγεννάει κι νασταίνει τν σημερινή μας μέρα. Μ ποιν τρόπο; Πατήρ ν τος ορανος λέγει στν ησο: «Υός μου ε σύ, γ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. β΄, 7). Τ «σήμερον» εναι μέρα κατ τν ποίαν Χριστς νασταίνεται. πάρχει τ χθές κα τ σήμερα· μως, πόστολος λέγει: « νύξ προέκοψεν, δ μέρα γγικεν» (Ρωμ. ιγ΄, 12). νύχτα τς «χθές» πέρασε. σημεριν μέρα φθασε.

 φες μν τ φειλήματα μν, ς κα μες φίεμεν τος φειλέταις μν

 Ποι λλο εναι τ «φείλημα», τ χρέος, κτς π τν μαρτία; ν δν δεχώμασταν χρήματα π ναν ξένο δανειστή, δν θ χρωστούσαμε. κριβς γι᾿ ατν τν λόγο μς καταλογίζεται μαρτία. Εχαμε στν διάθεσί μας τ «χρμα» κα φείλαμε μ᾿ ατ ν γεννηθομε πλούσιοι. μασταν πλούσιοι, πλασμένοι «κατ᾿ εκόνα κα καθ᾿ μοίωσιν Θεο» (Γεν. α΄, 26-27). χάσαμε ατ πο κατείχαμε, δηλαδ τν ταπείνωσι, ταν π περηφάνεια προεβάλαμε διεκδικήσεις. χάσαμε τ χρμα μας. μείναμε γυμνο σν τν δάμ.

Πήραμε π τν διάβολο να δάνειο, πο δν μς ταν παραίτητο. Κι τσι μες, πο μασταν λεύθεροι «ν Χριστ», γίναμε αχμάλωτοι το διαβόλου. χθρς κρατοσε τ γραμμάτιο. λλ᾿ Κύριος τ κάρφωσε πάνω στν Σταυρ κα τ σβησε μ τ Αμα Του (Κολ. β΄, 14-15). ξάλειψε τ χρέος κα μς λευθέρωσε.

πομένως χει διαίτερη σημασία ατ πο λέμε: «φες μν τ φειλήματα μν, ς κα μες φίεμεν τος φειλέταις μν». ς τ προσέξωμε: «φες μν…, ς κα μες φίεμεν…», (Συγχώρησέ μας…, πως κι μες συγχωρομε). ν συγχωρομε, τότε κάνομε κάτι πο εναι παραίτητη προϋπόθεσι γι ν συγχωρηθομε. ν δν συγχωρομε, πς ζητομε, πς παιτομε π τν Θε ν μς συγχωρήση;

Κα μ εσενέγκης μς ες πειρασμόν,

λλ ῥῦσαι μς π το πονηρο

ς τ προσέξωμε ατό: «Μ εσενέγκης», μ μς φήνεις ν πέσωμε σ πειρασμό, στν ποο δν μπορομε ν ντισταθομε. Δέν λέγει: «Μ μς δηγες στν πειρασμό». λλ σάν θλητές, πο θέλουμε ν γωνιστομε, ζητμε ν χωμε τν δύναμι ν᾿ ντισταθομε στν χθρό, δηλαδ στν μαρτία.

Κύριος, πο σήκωσε στούς μους Του τίς μαρτίες μας κα συγχώρησε τ λάθη μας, εναι κανς ν μς προστατεύσ κα ν μς φυλάξ π τ τεχνάσματα το διαβόλου, πο μς πολεμάει, στε χθρός, πο γεννάει συνεχς τ κακό, ν μ μς κατακτήσ· ποιος μπιστεύεται στν Θεό, δν φοβται τν διάβολο. Γιατ «ε Θες πρ μν, τίς καθ᾿ μν;» (Ρωμ. η΄, 31).

Σ᾿ Ατόν, λοιπόν, νήκει τιμ κα δόξα, νν κα ε κα ες τος αἰῶνας τν αώνων. μήν


 πό τό βιβλίο, «ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ»

 κδ. ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ,ερς Μονς Τιμίου Προδρόμου Καρέα