Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Το φέρετρο γκρεμίζει σπίτια!!! (Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ)







Διαβάσαμε ένα «απίστευτο» περιστατικό μαγείας , που συνέβη στην Αφρική και το έχει εκδόση η «Ορθόδοξος Κυψέλη» στο βιβλίο «Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ» του μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου και το παραθέτουμε.


Η Ιεραποστολή καλλιεργεί ένα μεγάλο αγρόκτημα πλησίον του χωριού Λουανκόκο, που απέχει 32 χιλιόμετρα από το Κολουέζι. Οι κάτοικοι αυτού του χωριού και ενίοτε άλλοι από άλλα γειτονικά χωριά εργάζονται εκεί για την καλλιέργεια  του καλαμποκιού.
 Προ μηνών, άνοιξης του 1999, ο υπεύθυνος του κτήματος γεωπόνος, ονόματι Τρύφων, ορθόδοξος Χριστιανός, μαζί με κάποιον άλλον πήγαν την νύκτα να κλέψουν πετρέλαιο από το τρακτέρ, που ήταν εκεί έξω. Ο νυκτερινός φύλακας, ονόματι Κατόκα, χριστιανός προτεστάντης στο θρήσκευμα, τους είδε και τους κατήγγειλε στον υπεύθυνο της Ιεραποστολής.
Από εκείνη την στιγμή στην καρδιά του γεωπόνου Τρύφωνος μπήκε το δαιμόνιο του μίσους και της εκδικήσεως εναντίον του Κατόκα, διότι τον κατήγγειλε στον προϊστάμενο π. Μελέτιο.
Ο Κατόκα στους μήνες Μάιο και Ιούνιο είχε μπει στο νοσοκομείο για σοβαρά προβλήματα υγείας και για εγχείρηση  προστάτη. Κατόπιν επέστρεψε στο Λουανκόκο κοντά στους δικούς του, για ανάρρωση. Αυτήν την ευκαιρία βρήκε κατάλληλη ο Τρύφων σε συνεννόηση με άλλους δύο μάγους του χωριού και αυτούς επίσης ορθοδόξους Χριστιανούς, τον Γεώργιο και τον Χρυσόστομο για να πάρουν τις «γενεές» αποφάσεις τους.
Τις νύκτες, μεσάνυκτα, ανέβαιναν σε μια μυρμηγκοφωλιά, (τερμητιέρα), στην γλώσσα τους λέγεται KISUKULU που είναι λοφίσκος 3-4 μέτρων, και εκεί πάνω έκαναν τα μαγικά τους.

Στις 21 Ιουλίου 1999 με τα μαγικά τους σκότωσαν τον Κατόκα. Πρίν  πεθάνει ο Κατόκα είχε πεί στα παιδιά του τα εξής παράξενα λόγια: «Αν πεθάνω με θέλημα Θεού δεν θα γίνει τίποτε μετά τον θάνατό μου, αν όμως μ’ έχουν θανατώσει άλλοι, θα δείτε τι θα επακολουθήσει μετά τον θάνατό μου». Ρώτησα τα παιδιά του τι εννοούσε λέγοντας αυτά και εκείνα μου απήντησαν τα εξής: «Όταν κάποιος θέλει να προειδοποιήσει τους δικούς του για ενδεχόμενα αίτια του μελλοντικού του θανάτου, δηλαδή αν κάποιοι με την δύναμι της μαγείας θα τον σκοτώσουν, κάνει το εξής δαιμονικό έργο. Σχίζει το επάνω δέρμα του αριστερού χεριού του και με το αίμα του υπογράφει και κάνει συμφωνία με τον διάβολο να αποκαλύψει στους συγγενείς του, μετά τον θάνατό του, ποιοι τον σκότωσαν. Αν Πεθάνει με θέλημα Θεού, τότε αυτή η συμφωνία μένει ανενέργητη. Αν όμως μάγοι θα τον σκοτώσουν , οφείλει τώρα ο διάβολος ν’ αποκαλύψει αυτούς στους συγγενείς του νεκρού».

Αυτό λοιπόν είχε κάνει ο Κατόκα. Την Πέμπτη, ώρα 11 της 22ας Ιουλίου, παρέλαβαν 4 άνθρωποι τον νεκρό με το φέρετρο και με τα πόδια επορεύοντο προς τον τάφο, που απείχε 8 χιλιόμετρα μέσα στο δάσος. Τους ακολουθούσε ένα πλήθος από 500 άτομα που είχαν έλθει από τα γύρω χωριά.
Όταν έφθασαν στον τάφο συνέβη κάτι το πρωτοφανές. Το φέρετρο κόλλησε στους ώμους των ανθρώπων και δεν κατέβαινε κάτω για να γίνει η ταφή του. Αντίθετα, έγινε το ίδιο ο αρχηγός τους και τους κατεύθυνε, όπου αυτό ήθελε. Μάλλον, βέβαια, όπου ήθελε ο διάβολος. Τους παρέλαβε και με ταχύτητα τους επέστρεφε πίσω. Όλος κόσμος ακολουθούσε το φέρετρο, το οποίον τους οδηγούσε, όπου εκείνο (ο διάβολος δηλ.) ήθελε. Περνούσαν ανάμεσα από δάση, αγκάθια, λακκούβες και ρεματιές τρέχοντας. Όταν το φέρετρο έφθασε και πέρασε το πρώτο χωριό που λέγεται Μαπέντο συνέβη άλλο συγκλονιστικό γεγονός.
Οι δολοφόνοι – μάγοι εγνώριζαν τα τερτίπια του αφεντικού τους, του διαβόλου, γι’ αυτό με άλλα μαγικά επεχείρησαν να αναχαιτίσουν και εμποδίσουν , εάν ήτο δυνατόν, την επιστροφή του φερέτρου. Και τι έκαναν; Ύψωσαν ένα δίκτυ ψαριών των 100 μέτρων κατά μήκος του δρόμου απ’ όπου θα περνούσε το φέρετρο και τα άκρα του τα έδεσαν σε δένδρα. Πράγματι έφθασε εκεί το φέρετρο και δεν μπορούσε να περάσει. Αλλ’ όμως προχώρησε κατά μήκος του δικτυού και πέρασε από το ακρινό σημείο, όπου κατέληγε.
Έτσι συνέχισε την πορεία του ακάθεκτα αναγκάζοντας τους ανθρώπους, που είχαν κολλήσει επάνω του να τρέχουν. Τριακόσια μέτρα πριν φθάσει στο χωριό, από όπου ξεκίνησε, δηλ. το Λουανκόκο, σε ένα σημείο το φέρετρο σταμάτησε και στάθηκε όρθιο. Στο σημείο εκείνο είχαν κρύψει μαγικά. Ο διάβολος μετέφερε εκεί το φέρετρο, το οποίον στάθηκε όρθιο για να αποκαλύψει στους συγγενείς του νεκρού τα κρυμμένα μαγικά των δολοφόνων του. Κατόπιν ανέβηκε στις πλάτες των ανθρώπων και μπήκε σε λίγα λεπτά στο χωριό. Χωρίς καθυστερήσεις πλησίασε ένα σπίτι ( το σπίτι του πρώτου δολοφόνου μάγου) και γκρεμίζοντας με πάταγο τον τοίχο μπήκε μέσα μαζί με τους μεταφορείς του και κάθισε πάνω σ’ ένα κρεβάτι.

Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τα έθιμά τους σκέπασαν το φέρετρο για να ξεκουρασθεί δήθεν ο νεκρός. Κοντά ακολουθούσαν και τα παιδιά του, τα οποία, όπως κατόπιν μου είπαν, άκουγαν τον πατέρα τους (σημείωσε τον διάβολο) να αγκομαχεί μέσα στο φέρετρο. Τώρα, έλεγαν, επήρε μια δυνατή ανάσα και ξεκουράζεται. Οπότε εκείνα τον ρωτούσαν: «Πατέρα, πες μας ποιος σε σκότωσε; Τι θέλεις να σου κάνουμε; Πήγαινε μας εσύ, όπου θέλεις». Στάθηκε εκεί το φέρετρο λίγα λεπτά και κατόπιν ανέβηκε στις πλάτες των τεσσάρων και βγήκε έξω για ν’ αποκαλύψει και τους άλλους δολοφόνους του νεκρού. Εδώ βλέπουμε την μισανθρωπία του διαβόλου. Ο ίδιος οδήγησε τους μάγους να σκοτώσουν τον άνθρωπο και τώρα πάλι ο ίδιος  ο διάβολος στο ίδιο επεισόδιο έρχεται ν’ αποκαλύψει τους μάγους για να χωρίσει τους ανθρώπους σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις και να τους προκαλέσει εμφύλιο σπαραγμό.
Το φέρετρο, λοιπόν εν συνεχεία κατευθύνθηκε σε άλλο σπίτι, γκρέμισε την πόρτα μαζί με την κάσα και μπήκε μέσα. Έψαχνε τον δεύτερο μάγο, ο οποίος τον είχε ήδη αντιληφθεί και είχε κρυφθεί σε μια άλλη καλύβα. Βγήκε το φέρετρο έξω, τον κυνήγησε, του έδωσε ένα δυνατό κτύπημα στο στήθος και τον πέταξε κάτω. Κατόπιν κατευθύνθηκε στο τρίτο σπίτι. Δεν  ήταν σπίτι, αλλά μια χορτοκαλύβα με πασάλους και λάσπη, ενώ η στέγη της ήταν σκεπασμένη με χόρτα. Ο τρίτος μάγος μόλις έβγαινε από την πορτίτσα της καλύβας. Το φέρετρο τον κτύπησε στο στήθος κα μαζί του έπεσε κάτω και ολόκληρη η χορτοκαλύβα.

Οι κάτοικοι των ειδωλολατρικών εκείνων χωριών που γνωρίζουν τις μηχανουργίες του διαβόλου, αμέσως συνέλαβαν τους τρείς μάγους, ( τον Τρύφωνα, τον Γεώργιο και τον Χρυσόστομο) αυτούς που κτύπησε το φέρετρο, τους έδεσαν και τους ρώτησαν αν αυτοί σκότωσαν τον νεκρό. Δεν ήταν δυνατόν ν’ αρνηθούν, διότι ο νεκρός (λέγε καλλίτερα ο διάβολος) τους απεκάλυψε. Το φέρετρο κατόπιν πήγε και στάθηκε στο πατρικό σπίτι, δήθεν για να ξεκουρασθή, όπως λένε εκεί οι κάτοικοι. Μόνο του κατόπιν έφυγε κι ανέβηκε επάνω στην  τερμητιέρα- μυρμηγκοφωλιά, από την οποία εκείνη την ημέρα έβγαινε συνεχώς καπνός και σύνεφο σκόνης. Προφανώς ανέβηκε στην μυρμηγκοφωλιά για ν’ αποκαλύψει στους άλλους τον τόπο, όπου οι μάγοι συγκεντρώνοντο και έκαναν τα μαγικά τους για να σκοτώσουν τον Κατόκα.
Οι κάτοικοι μας πληροφόρησαν κατόπιν  ότι κι άλλες φορές στο παρελθόν έβλεπαν σύννεφο καπνού να βγαίνει από την κορυφή της τερμητιέρας, αλλά δεν μας έλεγαν τίποτε, διότι ούτε αυτοί ήξεραν τι ακριβώς συνέβαινε, εφ’ όσον οι μάγοι τις νύκτες έκαναν μυστικά τα μαγικά τους. Μάλιστα κατέπληξε τους πάντες το γεγονός ότι στάθηκε το φέρετρο γι’ αρκετή ώρα όρθιο και κατόπιν κατέβηκε και στάθηκε στον πεδινό χώρο. Οι συγγενείς του νεκρού ζήτησαν τις αναγκαίες αποζημιώσεις για την εγκληματική αυτή πράξη των μάγων. Το φέρετρο παρέμεινε κάτω κι έγινε πλέον ασήκωτο μέχρις ότου οι μάγοι φέρουν ότι έχουν και δεν έχουν για να ικανοποιήσουν δήθεν τον νεκρό.
Έφεραν και εναπέθεσαν λοιπόν οι μάγοι πλησίον του φερέτρου κουβέρτες, γιδοπρόβατα, ραδιομαγνητόφωνα, χρήματα και οτιδήποτε άλλο υπήρχε στην καλύβα τους. Κριτήριο  ικανοποιήσεως του νεκρού θα είναι όταν το φέρετρο γίνει ανάλαφρο  και μπορούν ύστερα να θάψουν τον νεκρό. Μα το φέρετρο δεν σηκωνόταν. Ο διάβολος τους έφερε σε αδιέξοδο. Αμέσως έστειλαν ένα ορθόδοξο νεαρό Χριστιανό μας με ποδήλατο στο Κολουέζι. Μας είπε ότι «μέγα πρόβλημα μας απασχολεί». Εκείνη την ώρα ο π. Μελέτιος απουσίαζε για Εσπερινό και κήρυγμα σε ένα χωριό της περιοχής μας. Ήμουν τότε εκεί και εγώ. Εκάλεσα δύο ντόπιους ιερείς, τους ανακοίνωσα το περιστατικό κι αποφασίσαμε το ταχύτερο να φθάσουμε στο χώρο της τραγωδίας τους. Πήραμε μαζί μας Αγιασμό, Άγια Λείψανα, το Ευχολόγιο στα σουαχίλι, θυμιατό, 2-3 εργάτες μας και ξεκινήσαμε. Σε μία ώρα φθάσαμε στο χωριό. Όλοι οι άνθρωποι ήταν όρθιοι και αλαφιασμένοι. Το φέρετρο βρισκόταν ανάμεσά τους, εν’ω οι τρείς μάγοι μπροστά στην κεφαλή του νεκρού και γονατιστοί.
Ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζα αυτό το θέαμα. Δεν ήξερα τι συνέβαινε. Τους είπα με αυστηρό ύφος: «Κάνετε ησυχία και να μας ειπεί ένας από εσάς τι συμβαίνει». Αφού άκουσα συνοπτικά τα γεγονότα, είπα στους ιερείς μας και σε όσους ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί μας να γονατίσουν όλοι γύρο από το φέρετρο να κάνομε προσευχή.
Οι ιερείς έβαλαν «Ευλογητός…», το Τρισάγιο και στην συνέχεια τους είπα και διάβασαν τους εξορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου. Κατόπιν έριξε Αγιασμό μέσα στο λεκανάκι που οι μάγοι είχαν κάνει τα μαγικά τους και ψάλλοντας το: «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου…» εράντισε τον νεκρό και κατόπιν τους παρισταμένους. Εκείνοι, σχεδόν όλοι ειδωλολάτρες, ενόμισαν ότι είμαστε μάγοι και απομακρύνθηκαν φοβισμένοι, όταν ι π. Ιάκωβος τους εράντισε.

Αργότερα μερικοί εργάτες μας έλεγαν κατόπιν ότι άκουγαν σχόλια κατά την ανάγνωση των ευχών από άλλους που έλεγαν: «Δεν θα μπορέσουν οι παπάδες τους να κάνουν τίποτε. Δεν θα μπορέσουν ν’ αναγκάσουν το φέρετρο να τους ακολουθήσει».
Μετά την απόλυση των ευχών, είπα στους μάγους και στους άλλους: «Πάρτε το φέρετρο κι ελάτε μαζί μας». Εν τω μεταξύ δεν ήξερα εγώ ότι αυτοί οι τρείς Χριστιανοί μας που εκάθοντο κάτω ήταν μάγοι. Βέβαια έβλεπα τα μάτια τους κατακόκκινα, ωσάν να έβγαζαν φλόγες, αλλά ποτέ δεν θα μπορούσα να πιστεύσω ότι αυτοί σκότωσαν τον νεκρό. Ο Τρύφων ήταν συνεργάτης μας, γεωπόνος και υπεύθυνος του αγροκτήματος, ο δεύτερος, ο Γεώργιος ήταν ο κατηχητής του χωριού μας Λουανκόκο και ο τρίτος ήταν φύλακας του χωριού. Μου ήταν αδύνατον λοιπόν, να πιστεύσω ότι αυτοί ήταν εγκληματίες. Γι’ αυτό, όταν τους είπα: «Πάρτε το φέρετρο…», αυτοί τα ‘χασαν. Προσπάθησαν να σηκωθούν, αλλά δεν ημπορούσαν. Εφοβούντο τάρα ν’ αγγίσουν το φέρετρο. Καθώς έμαθα κατόπιν, οσάκις δοκίμαζαν να σηκωθούν για να πάνε λίγο πιο πέρα, αμέσως το φέρετρο σηκωνόταν και τους κτυπούσε και τους ανάγκασε να είναι κάτω δεμένοι με αόρατα δεσμά.
Με φωνή λοιπόν  ισχυρά και αυστηρή τους ξαναρώτησα: «Ποιος είναι ορθόδοξος Χριστιανό ανάμεσά σας για να πάρει το φέρετρο; Απήντησαν μερικοί νεοί:
-Εγώ, πάτερ, εγώ πάτερ…
- Πάρτε το φέρετρο και βάλτε το επάνω στο αυτοκίνητο. Πράγματι το άρπαξαν λοιπόν, χωρίς την παραμικρή δαιμονική αντίδραση και το ανέβασαν στο αυτοκίνητο. Τότε αντιμετωπίσαμε μία άλλη ισχυρή αντίδραση των παιδιών του νεκρού που δεν μας άφηναν να κάνουμε εκείνη την στιγμή την ταφή του πατέρα τους. Επενέβη ο π. Ιαάκωβος. Ανέβηκε ψηλά επάνω στο αυτοκίνητο και τους ωμίλησε θαρραλέα και αποφασιστικά. Ο π. Ιάκωβος έχει το χάρισμα από τον Θεό να ειρηνεύει και συμφιλιώνει τους διαπληκτιζόμενους ανθρώπους και με την πατρική του στοργή και απλότητα να τους ειρηνεύει και με τον  Θεό. Σε κάθε κίνδυνο που θα μας εύρει, θα τρέξει να βοηθήσει. Παλαιότερα, σαν νεαρός ειδωλολάτρης, ήταν κυνηγός αγρίων ζώων του δάσους. Τώρα τον κάλεσε ο Θεός να γίνει κυνηγός των ανθρωπίνων ψυχών για την αιώνια σωτηρία τους.
Ο π. Ιάκωβος, λοιπόν, και τώρα ειρήνευσε τα μανιασμένα ειδωλολατρικά πλήθη. Συγκατετέθησαν να γίνει αμέσως η ταφή, παρότι είχε αρχίσει να νυκτώνει. Επάνω στο αυτοκίνητο, αν ήταν δυνατόν, ήθελαν ν’ ανεβούν όλοι οι άνθρωποι. Τελικά ανέβησαν μόνο 15 και σε λίγο φθάσαμε στον τάφο. Μερικοί απ’ αυτούς έλεγαν στους εργάτες μας: «Τώρα θα ιδούμε, θα μπορέσουν οι παπάδες σας να βάλουν το φέρετρο στον τάφο ή θα γυρίσει πίσω, όπως χθές»;
Φθάσαμε νύκτα στον τάφο. Παντού ησυχία μέσα στην αφρικανική ζούγκλα. Ρίξαμε Αγιασμό μέσα στον τάφο, τον σταυρώσαμε με τ’ Άγια Λείψανα και ψάλλαμε λίγα τροπάρια της κηδείας. Οι Χριστιανοί μας, προς γενικήν κατάπληξιν των παρισταμένων, κατέβασαν το φέρετρο ανάλαφρο μέσα στον  τάφο, το σκέπασαν με το χώμα, έβαλαν τον σταυρό στην θέσι του και είμασταν έτοιμοι για αναχώρηση. Απόλυτη σιωπή είχε ξαπλωθή ανάμεσά τους μ’ αυτά τα θαυματουργήματα της Αγίας Πίστεώς μας. Επαναφέραμε τους ανθρώπους στις καλύβες τους. Τους συστήσαμε ησυχία και αποφυγή κάθε διαμάχης. Όλοι τους κάθισαν καθ’ ομάδες γύρω από αναμμένα ξύλα και ξενύχτισαν, σύμφωνα με τα έθιμά τους. Εμείς επιστρέψαμε αργά την νύκτα στο Κολουέζι ικανοποιημένοι για τα θαυμάσια της Πίστεώς μας.

Οι άνθρωποι μέχρι τώρα ενόμιζαν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μια από τις συνηθισμένες προτεσταντικές Κοινότητες, που θα ημπορούσαν να περιγελάσουν, να εξαπατήσουν  ή να αμφισβητήσουν την δύναμί της. Τα σημεία που είδαν με τα μάτια τους,  την αναχώρησι των δαιμόνων από τον νεκρό, την υπάκουη και ανεμπόδιστη μεταφορά και ταφή του φερέτρου τους εδίδαξαν πολλά. Διδάχθηκαν έτσι και στην Αφρική, ότι η Ορθοδοξία είναι μία μυστηριώδης Δύναμις, μία υπερφυσική Εξουσία, ένας ακαταμάχητος καταπέλτης και καταστροφέας των δαιμονικών δυνάμεων. Γι’ αυτό τώρα αρχίζουν να την φοβούνται, να την υπολογίζουν, να την φωνάζουν σε βοήθεια, όταν  τ’ άλλα δόγματα αδυνατούν να δαμάσουν και εκδιώξουν τα πονηρά πνεύματα.
Καιρός να αναφωνήσουμε: «Μέγας εί, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου…».

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Ο Όσιος Τίτος της Λαύρας των Σπηλαίων και ο ανελέητος Ευάγριος




Όσιος Τίτος
Ο Όσιος Τίτος γεννήθηκε στη Ρωσία και ασκήτευε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Η ιερατική του βιοτή ήταν θεοφιλής και ισάγγελη, ενώ η αγάπη του προς όλους τους αδελφούς ανιδιοτελής και ανυπόκριτη.
 Τότε ζούσε στη Λαύρα και ένας διάκονος, που ονομαζόταν Ευάγριος. Ο μισόκαλος διάβολος, που πάντοτε σπείρει ζιζάνια, έσπειρε έχθρα ανάμεσα στον Όσιο Τίτο και το διάκονο Ευάγριο. Και ενώ πρώτα έτρεφαν ο ένας για τον άλλο βαθιά αμοιβαία αγάπη, έφθασαν τώρα να μην θέλουν ούτε να ιδωθούν. Τόσο πολύ μάλιστα τους σκότισε η οργή και η μνησικακία, ώστε, όταν θυμίαζε ο ένας στο ναό, ο άλλος έφευγε. Και αν δεν έφευγε, ο πρώτος τον προσπερνούσε χωρίς να τον θυμιάσει.


 Έχοντας βυθιστεί σε τέτοιο σκοτάδι εμπάθειας οι δύο αδελφοί, τολμούσαν να λειτουργούν και να προσφέρουν τα Τίμια Δώρα και να κοινωνούν, ξεχνώντας την εντολή του Κυρίου που λέγει: «Εάν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί ενθυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίων σου, άφησε εκεί το δώρο σου μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε, πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου, και τότε αφού έλθεις πρόσφερε το δώρο σου».


Το λείψανο του Οσίου Τίτου της Λαύρας των Σπηλαίων


  Κάποτε ο Όσιος Τίτος αρρώστησε πολύ σοβαρά. Είχα μάλιστα φθάσει στα πρόθυρα του θανάτου, όταν άρχισε ξαφνικά να κλαίει και να θρηνεί για την αμαρτία του. Αμέσως παρακάλεσε τους μοναχούς να καλέσουν τον Ευάγριο, για να συγχωρεθούν. Εκείνος όμως, όχι μόνο δεν δέχθηκε να συγχωρέσει τον ετοιμοθάνατο αδελφό, αλλά άρχισε να τον καταριέται. 

Τότε τον άρπαξαν και τον έφεραν διά της βίας στον Όσιο, για να ειρηνεύσουν. Μόλις τον είδε ο Όσιος Τίτος ανασηκώθηκε με δυσκολία και τον ικέτευσε κλαίγοντας να τον ευλογήσει.
 Ο ανελέητος Ευάγριος αποστράφηκε άσπλαχνα τον Όσιο και δήλωσε μπροστά σε όλους, ότι ποτέ δεν πρόκειται να συμφιλιωθεί μαζί του ούτε στην παρούσα ζωή ούτε στην άλλη. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τον λόγο του και έπεσε κάτω! Οι πατέρες έτρεξαν να τον σηκώσουν, αλλά διαπίστωσαν πως ήταν νεκρός. Το σώμα του αμέσως πάγωσε σαν μάρμαρο. Την ίδια στιγμή ο Όσιος Τίτος σηκώθηκε όρθιος, εντελώς υγιής, σαν να μην είχε αρρωστήσει ποτέ. Με φρίκη και δέος αντίκρισαν όλοι τον άδοξο θάνατο του μνησίκακου Ευαγρίου και την θαυματουργική ίαση του Αγίου.
  Ο Όσιος Τίτος, μετά την συγκλονιστική αυτή εμπειρία, απομάκρυνε για πάντα από τη ζωή του, όχι μόνο την εξωτερική οργή, αλλά και κάθε κακό λογισμό για οποιονδήποτε αδελφό, μέχρι την ημέρα που κοιμήθηκε ειρηνικά και παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό. Ήταν το έτος 1190 μ.Χ.Η μνήμη του τιμάται στις 27 Φεβρουαρίου.

Από εδώ
proskynitis.blogspot.gr/2012/02/blog-post_7819.html

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Το «θαύμα» ενός φακίρη και η προσευχή του Ιησού



.
Αρχιμανδρίτη Νικολάι Drobyazgin


Ο συγγραφέας αυτής της κατάθεσης, ένας νεομάρτυρας της κομμουνιστικής σκλαβιάς, απολάμβανε μια λαμπρή κοσμική σταδιοδρομία ως διοικητής στο Ναυτικό, όντας παράλληλα βαθειά αναμεμειγμένος στον αποκρυφισμό ως εκδότης της αποκρυφιστικής εφημερίδας «Rebus». Καθώς σώθηκε από σχεδόν βέβαιο θάνατο στη θάλασσα από ένα θαύμα του αγίου Σεραφείμ, έκανε ένα προσκύνημα στο Σαρώφ και μετά εγκατέλειψε την κοσμική σταδιοδρομία του και τους δεσμούς με τον αποκρυφισμό για να γίνει μοναχός. Αφ’ ότου χειροτονήθηκε ιερέας, υπηρέτησε ως ιεραπόστολος στην Κίνα, την Ινδία και το Θιβέτ, ως ιερέας σε διάφορες εκκλησίες πρεσβειών, και ως ηγούμενος πολλών μοναστηριών. Μετά το 1914 έζησε στη Λαύρα των σπηλαίων του Κιέβου, όπου συζητούσε με τους νέους που τον επισκέπτονταν σχετικά με την επιρροή του αποκρυφισμού σε σύγχρονα γεγονότα στη Ρωσία. Το φθινόπωρο του 1924, ένα μήνα αφ’ ότου τον είχε επισκεφθεί κάποιος Tuholx, ο συγγραφέας του βιβλίου «Μαύρη Μαγεία», δολοφονήθηκε από «αγνώστους» στο κελλί του, με φανερή ανοχή των Μπολσεβίκων, καρφωμένος από στιλέτο με ειδική λαβή, η οποία είχε ξεκάθαρη αποκρυφιστική σημασία.

Το γεγονός που περιγράφεται εδώ, αποκαλυπτικό της φύσης ενός από τα μεντιουμιστικά «χαρίσματα» τα οποία είναι κοινά στις ανατολικές θρησκείες, έλαβε χώρα λίγο πριν το 1900, και καταγράφηκε γύρω στο 1922 από τον γιατρό Α. Π. Τιμόφιεβιτς, τώρα τελευταία στη γυναικεία μονή του Νόβο Ντιβέγιεβο, στη Νέα Υόρκη. (Το ρωσικό κείμενο δημοσιεύθηκε στο «Orthodox Life» το 1956, Νο 1).

Μια θαυμάσια τροπική αυγή, το πλοίο μας διέσχιζε τα νερά του Ινδικού Ωκεανού, πλησιάζοντας το νησί της Κεϋλάνης. Τα εύθυμα πρόσωπα των επιβατών – οι περισσότεροι Άγγλοι με τις οικογένειές τους, που ταξίδευαν για τις εργασίες τους ή για δουλειά στην ινδική αποικία τους, κοιτούσαν ακόρεστα στο βάθος, ψάχνοντας με τα μάτια το μαγεμένο νησί, το οποίο για τους περισσότερους, από την παιδική τους ηλικία, είχε στην πράξη συνδεθεί με τόσα που ήταν ενδιαφέροντα και μυστήρια στις ιστορίες και τις περιγραφές των ταξιδιωτών.

Το νησί ακόμα ελάχιστα ορατό ενώ ένα λεπτό, μεθυστικό άρωμα από τα δέντρα του τύλιγε ήδη το πλοίο όλο και περισσότερο με κάθε περαστικό μελτέμι. Τελικά ένα είδος μπλε σύννεφου απλώθηκε στον ορίζοντα, αυξάνοντας συνεχώς σε μέγεθος καθώς το πλοίο πλησίαζε γρήγορα. Κανείς μπορούσε να δει τα κτίρια που απλώνονταν κατά μήκος της ακτής, χωμένα μέσα στην πρασινάδα των μεγαλοπρεπών φοινίκων, και το πολύχρωμο πλήθος των ντόπιων κατοίκων που περίμεναν την άφιξη του πλοίου. Οι επιβάτες, που είχαν γρήγορα γνωριστεί ο ένας με τον άλλον πάνω στο πλοίο, γελούσαν και συζητούσαν ζωηρά στο κατάστρωμα, θαυμάζοντας το καταπληκτικό σκηνικό του παραμυθένιου νησιού, καθώς αυτό ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια τους. Το πλοίο κινιόταν αργά· προετοιμαζόταν να αγκυροβολήσει στην αποβάθρα της πόλης – λιμανιού Colombo.

Εδώ το πλοίο σταμάτησε να πάρει κάρβουνο, και οι επιβάτες είχαν αρκετό χρόνο για να βγουν στην ακτή. Η μέρα ήταν τόσο ζεστή ώστε πολλοί επιβάτες αποφάσισαν να μη φύγουν από το πλοίο μέχρι το απόγευμα, όταν μια ευχάριστη δροσιά αντικατέστησε τη ζέστη της μέρας. Μια μικρή ομάδα οκτώ ανθρώπων – ανάμεσά τους κι εγώ – οδηγείτο από τον συνταγματάρχη Elliot, που είχε ξαναβρεθεί στο Κολόμπο πρωτύτερα και ήξερε καλά την πόλη και τα περίχωρα. Αυτός έκανε μια δελεαστική πρόταση: «Κυρίες και κύριοι! Θα θέλατε να πάμε μερικά μίλια έξω από την πόλη και να επισκεφθούμε έναν από τους τοπικούς μάγους – φακίρηδες; Ίσως να δούμε κάτι ενδιαφέρον». Όλοι δέχτηκαν την πρόταση του συνταγματάρχη με ενθουσιασμό.

Ήταν ήδη απόγευμα όταν αφήσαμε πίσω τους θορυβώδεις δρόμους της πόλης και προχωρήσαμε σ’ ένα θαυμάσιο δρόμο μέσα στη ζούγκλα, που σπινθηροβολούσε από τις αναλαμπές εκατομμυρίων πυγολαμπίδων. Στο τέλος ο δρόμος φάρδαινε ξαφνικά και μπροστά μας βρισκόταν ένα μικρό ξέφωτο, περιτριγυρισμένο από ζούγκλα προς κάθε κατεύθυνση. Στο άκρο του ξέφωτου, κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, βρισκόταν ένα είδος καλύβας, δίπλα από την οποία έκαιγε μια φωτιά, κι ένας αδύνατος, κοκκαλιάρης γέρος με τουρμπάνι στο κεφάλι του καθόταν σταυροπόδι, με την ακίνητη ματιά του να κατευθύνεται στη φωτιά. Παρά τη θορυβώδη άφιξή μας, ο γέρος συνέχιζε να κάθεται εντελώς ακίνητος, μη δίνοντάς μας την παραμικρή προσοχή. Κάπου μέσα από το σκοτάδι εμφανίστηκε ένας νέος και, πηγαίνοντας στον συνταγματάρχη, κάτι τον ρώτησε σιγανά. Μέσα σε μικρό διάστημα έφερε έξω αρκετά σκαμνιά και η μικρή ομάδα μας παρατάχθηκε σε ημικυκλική διάταξη, όχι μακριά από τη φωτιά. Ένας ελαφρύς κι αρωματικός καπνός ανέβηκε. Ο γέρος καθόταν στην ίδια στάση, χωρίς φαινομενικά να προσέχει κανέναν και τίποτα. Το μισοφέγγαρο που ανέτειλε έδιωξε σε κάποιο βαθμό το σκοτάδι της νύχτας, και στο αμυδρό φως του όλα τα αντικείμενα έπαιρναν φανταστικά περιγράμματα. Όλοι σώπασαν χωρίς να το θέλουν, και περίμεναν να δουν τι θα συνέβαινε.

«Κοιτάξτε! Κοιτάξτε εκεί, πάνω στο δέντρο!» φώναξε η δεσποινίς Μαίρη σ’ ένα εκστατικό ψίθυρο. Όλοι γυρίσαμε τα κεφάλια μας στην κατεύθυνση που μας υπέδειξε. Και πράγματι, ολόκληρη η επιφάνεια της τεράστιας κορυφής του δέντρου, κάτω από το οποίο καθόταν ο φακίρης, ήταν σαν να έρρεε ήσυχα στον απαλό φωτισμό του φεγγαριού, και το δέντρο το ίδιο άρχισε βαθμιαία να λιώνει και να χάνει τα περιγράμματά του· χωρίς υπερβολή, κάποιο αόρατο χέρι είχε ρίξει πάνω του ένα αέρινο κάλυμμα που γινόταν όλο και πιο συμπυκνωμένο με κάθε στιγμή. Σύντομα μπροστά στην κατάπληκτη ματιά μας παρουσιάστηκε με τέλεια καθαρότητα η κυματοειδής επιφάνεια της θάλασσας. Το ένα κύμα ακολουθούσε το άλλο με ένα ελαφρό βόμβο, κάνοντας άσπρα σκουφάκια από αφρό· ανάλαφρα σύννεφα πλανιόντουσαν σ’ ένα ουρανό που είχε γίνει γαλάζιος. Άναυδοι, δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε απ’ αυτή την εντυπωσιακή εικόνα.

Και τότε στο βάθος εμφανίστηκε ένα λευκό καράβι. Πυκνός καπνός έβγαινε από τα δυο φουγάρα του. Μας πλησίασε γρήγορα, διασχίζοντας το νερό. Προς μεγάλη μας έκπληξη αναγνωρίσαμε το δικό μας πλοίο, αυτό που μας είχε φέρει στο Κολόμπο! Ένα μουρμουρητό το διαπέρασε τις γραμμές μας καθώς διαβάσαμε στην πρύμνη, γραμμένο με χρυσά γράμματα, το όνομα του πλοίου μας, «Luisa». Αλλά αυτό που μας κατέπληξε περισσότερο απ’ όλα είναι αυτό που είδαμε πάνω στο πλοίο – εμάς! Μην ξεχνάτε ότι την εποχή που συνέβησαν όλα αυτά δεν υπήρχε ούτε η σκέψη του κινηματογράφου και ήταν αδύνατον ακόμα και να συλλάβει κανείς κάτι τέτοιο. Καθένας μας έβλεπε τον εαυτό του στο κατάστρωμα ανάμεσα σε ανθρώπους που γελούσαν και μιλούσαν ο ένας στον άλλον. Αλλά το πιο καταπληκτικό: Δεν είδα μόνο τον εαυτό μου, αλλά ταυτόχρονα όλο το πλοίο μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, σαν με το βλέμμα ενός πουλιού – κάτι που βεβαίως, απλώς δεν μπορούσε να συμβεί στ’ αλήθεια. Είδα ταυτόχρονα τον εαυτό μου ανάμεσα στους επιβάτες, και τους ναύτες να δουλεύουν στην άλλη μεριά του πλοίου, και τον καπετάνιο στην καμπίνα του, κι ακόμα και την αγαπημένη από όλους πιθηκίνα, τη Nelly, να τρώει μπανάνες στο κεντρικό κατάρτι. Ταυτόχρονα όλοι οι σύντροφοί μου, καθένας με τον τρόπο του, είχαν εξαφθεί από αυτό που έβλεπαν, κι εξέφραζαν τα συναισθήματά τους με χαμηλές φωνές και ψιθύρους συγκίνησης.

Είχα εντελώς ξεχάσει ότι ήμουν ιερομόναχος, και, κατά πως φαινόταν, δεν είχα καμμιά δουλειά να συμμετέχω σε ένα τέτοιο θέαμα. Τα μάγια ήταν τόσο ισχυρά που και ο νους και η καρδιά είχαν σωπάσει. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει με πόνο σαν σήμα κινδύνου. Ξαφνικά ήρθα στον εαυτό μου. Φόβος κατέλαβε όλη μου την ύπαρξη.


Τα χείλη μου άρχισαν να κινούνται και να λένε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό!» Αμέσως ένοιωσα ανακουφισμένος. Ήταν λες και άρχιζαν να πέφτουν κάποιες μυστηριώδεις αλυσίδες που με έδεναν. Η προσευχή έγινε πιο συγκεντρωμένη, και μ’ αυτό επέστρεψε και η ειρήνη της ψυχής μου. Συνέχισα να κοιτώ στο δέντρο και ξαφνικά η εικόνα έγινε θολή και διαλύθηκε, σαν να την πήρε ο άνεμος. Δεν έβλεπα τίποτ’ άλλο εκτός από το μεγάλο δέντρο, φωτισμένο από το φως του φεγγαριού, και το φακίρη που καθόταν σιωπηλός πλάι στη φωτιά, ενώ οι σύντροφοί μου συνέχιζαν να εκφράζουν αυτά που ένοιωθαν κοιτώντας την εικόνα, που γι’ αυτούς δεν είχε ακόμα διαλυθεί.

Αλλά ξαφνικά φαίνεται πως κάτι συνέβηκε και στο φακίρη. Έγειρε στο πλάι χάνοντας την ισορροπία του. Ο νεαρός έτρεξε προς τα κει τρομαγμένος. Η πνευματιστική συγκέντρωση διακόπηκε ξαφνικά.

Βαθειά συγκινημένοι από όλη την εμπειρία που αποκόμισαν, οι θεατές σηκώθηκαν· μοιράζονταν ζωηρά τις εντυπώσεις τους ο ένας με τον άλλον, και χωρίς καθόλου να καταλαβαίνουν γιατί το όλο πράγμα διακόπηκε τόσο απότομα και απρόσμενα. Ο νεαρός εξήγησε ότι οφειλόταν στην εξάντληση του φακίρη, ο οποίος καθόταν όπως πριν, με το κεφάλι κάτω, και χωρίς να δίνει την παραμικρή προσοχή στους παρισταμένους.

Αφού η ομάδα μας αντάμειψε γενναιόδωρα το φακίρη μέσω του νεαρού, για την ευκαιρία που είχαμε να συμμετάσχουμε σ’ ένα τόσο καταπληκτικό θέαμα, ξεκινήσαμε γρήγορα το μικρό ταξίδι της επιστροφής. Καθώς αρχίσαμε να φεύγουμε, στράφηκα ακούσια προς τα πίσω άλλη μια φορά, με σκοπό να εντυπώσω στη μνήμη την όλη σκηνή, και ξαφνικά ανατρίχιασα από ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Η ματιά μου συνάντησε τη ματιά του φακίρη, που ήταν γεμάτη μίσος. Αυτό έγινε για μια μόνο στιγμή, και μετά ξαναπήρε τη συνηθισμένη του στάση· αλλά αυτό το βλέμμα μου άνοιξε μια και καλή τα μάτια στο να συνειδητοποιήσω τίνος δύναμη παρήγαγε αυτό το «θαύμα».

Η ανατολική «πνευματικότητα» δεν περιορίζεται με κανένα τρόπο σε τέτοια μεντιουμιστικά κόλπα, όπως αυτά που εξασκούσε αυτός ο φακίρης· θα δούμε μερικές από τις πιο ειλικρινείς πλευρές της στο επόμενο κεφάλαιο. Ακόμα, όλη η δύναμη που δίνεται σ’ όσους εξασκούν ανατολικές θρησκείες προέρχεται από το ίδιο φαινόμενο μεντιουμισμού, του οποίου το κεντρικό χαρακτηριστικό είναι μια παθητικότητα μπροστά στην «πνευματική» πραγματικότητα, η οποία ικανώνει κάποιον να έρθει σε επαφή με τους «θεούς» των μη χριστιανικών θρησκειών. Αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται στον ανατολικό «διαλογισμό» (ακόμα κι όταν μπορεί να τους έχει δοθεί το όνομα « χριστιανικός») κι ίσως ακόμα στα περίεργα αυτά «δώρα», τα οποία στις ημέρες μας της πνευματικής παρακμής χαρακτηρίζονται εσφαλμένα ως «χαρισματικά».

Από εδώ

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/seraphim_rose_orthodoxy_and_the_religion_of_the_future.htm#03

Διαβάστε επίσης:Φοράτε Σταυρό;… Ένα κρίσιμο υπαρξιακό ερώτημα
Το βασίλειο του ανθρώπου και το βασίλειο του Θεού