Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

Ερμηνεία του "Κύριε Ελέησον" - ( Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός)

 


Ερμηνεία του "Κύριε Ελέησον" Συνοπτικά σχόλια: Και αυτό το μικρό κείμενο, που πραγματεύεται με χαριτωμένη απλότητα για την μονολόγιστη ευχή, παραδίδεται από τους συλλέκτες των πατερικών κειμένων της Φιλοκαλίας ανωνύμως και μέσα από τις προθέσεις τους να γνωσθεί και να καλλιεργείται από τον λαόν του Θεού η γλυκύτατη νοερά προσευχή. Για να θεμελιώσει δε την αναγκαιότητα της εκζητήσεως του θείου ελέους, ο συντάκτης του μικρού αυτού δοκιμίου ανατρέχει στην εποχή των Αποστόλων, που παρέδωσαν την ευχή, συμφώνως και προς άλλους διδασκάλους της νοεράς προσευχής. Παρ' ότι περιέχει απόψεις κοινές πλέον, γύρω από την ευχή του Ιησού, όμως, στην απλότητα του, οικοδομεί, πείθει, κατανύσσει με την ιδιαίτερη χάρη του, οπότε και με αυτό επιτυγχάνεται ο σκοπός των εκδοτών της Φιλοκαλίας, ώστε να δικαιούται να ενσωματωθεί σ' αυτή. Κείμενο: Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και συντομότερα «Κύριε ελέησον», από τον καιρό των Αποστόλων χαρίστηκε στους Χριστιανούς και ορίστηκε να το λένε ακατάπαυστα, όπως και το λένε. Τι σημαίνει όμως τούτο το «Κύριε ελέησον», είναι πολύ λίγοι σήμερα που το ξέρουν, κι έτσι φωνάζουν καθημερινά ανωφελώς, αλλοίμονο, και ματαίως το «Κύριε ελέησον», και το έλεος του Κυρίου δεν το λαβαίνουν γιατί δεν ξέρουν τι ζητούν. Γι' αυτό πρέπει να ξέρομε πως ο Υιός και Λόγος του Θεού, αφότου σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος και υπέμεινε τόσα πάθη και σταυρώθηκε και χύνοντας το πανάγιο αίμα Του εξαγόρασε τον άνθρωπο από τα χέρια του διαβόλου, από τότε έγινε Κύριος και εξουσιαστής της ανθρώπινης φύσεως. Και προτού βέβαια σαρκωθεί ήταν Κύριος όλων των κτισμάτων, ορατών και αοράτων, ως δημιουργός και ποιητής τους, όμως των ανθρώπων και των δαιμόνων που δε θέλησαν από μόνοι τους να τον έχουν Κύριο και εξουσιαστή τους, δεν ήταν και Αυτός Κύριος τους, ο Κύριος όλου του κόσμου. Ο πανάγαθος Θεός δηλαδή, και τους Αγγέλους και τους ανθρώπους τους έκανε αυτεξούσιους και τους χάρισε το λογικό, να έχουν γνώση και διάκριση· γι' αυτό, ως δίκαιος που είναι και αληθινός, δε θέλησε να τους αφαιρέσει το αυτεξούσιο και να τους εξουσιάζει με τη βία και χωρίς τη θέλησή τους. Αλλά εκείνους που θέλουν να είναι κάτω από την εξουσία και διακυβέρνησή Του, εκείνους ο Θεός και τους εξουσιάζει και τους κυβερνά· εκείνους πάλι που δε θέλουν, τους αφήνει να κάνουν το θέλημα τους, ως αυτεξούσιοι που είναι. Για τούτο και τον Αδάμ που πλανήθηκε από τον αποστάτη διάβολο κι έγινε κι αυτός αποστάτης του Θεού και δε θέλησε να υπακούσει στην εντολή Του, τον άφησε ο Θεός στο αυτεξούσιό του και δε θέλησε να τον εξουσιάζει τυραννικά. Αλλά ο φθονερός διάβολος που τον πλάνησε εξαρχής, δεν έπαψε κι έπειτα να τον πλανά, ώσπου τον έκανε παρόμοιο στην αλογία με τα κτήνη τα ανόητα και ζούσε πλέον σαν ζώο άλογο και ανόητο. Μα ο πολυέλεος Θεός τον σπλαχνίστηκε τελικά κι έτσι χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη(Ψαλμ. 17, 10) κι έγινε άνθρωπος για τον άνθρωπο· και με το πανάχραντο αίμα Του τον λύτρωσε από τη δουλεία της αμαρτίας και δια μέσου του ιερού Ευαγγελίου τον οδήγησε πως να ζει θεάρεστα. Και, κατά τον Θεολόγο Ιωάννη, μας έδωσε εξουσία να γίνομε τέκνα Θεού(Ιω. 1, 12) και με το θείο βάπτισμα μας αναγέννησε και μας ανέπλασε και με τα άχραντά Του μυστήρια τρέφει καθημερινά την ψυχή μας και τη ζωογονεί. Και μ' ένα λόγο, με την άκρα Του σοφία βρήκε τον τρόπο να μένει πάντοτε αχώριστος μ' εμάς κι εμείς με Αυτόν, για να μην έχει πλέον καθόλου τόπο σ' εμάς ο διάβολος. Ορισμένοι όμως από τους Χριστιανούς, ύστερα από τόσες χάριτες που αξιώθηκαν και υστέρα από τόσες ευεργεσίες που έλαβαν από τον Δεσπότη Χριστό, πλανήθηκαν πάλι από το διάβολο και εξαιτίας του κόσμου και της σάρκας ξεμάκρυναν από το Θεό και κατακυριεύονται από την αμαρτία και από το διάβολο κάνοντας τα θελήματά του. Όμως δεν είναι τελείως αναίσθητοι ώστε να μην αισθάνονται το κακό που έπαθαν. Καταλαβαίνουν το σφάλμα τους και γνωρίζουν την υποδούλωσή τους, αλλά δεν μπορούν αυτοί μόνοι τους να γλυτώσουν και γι' αυτό προστρέχουν στο Θεό και φωνάζουν το «Κύριε ελέησον» για να τους ευσπλαχνιστεί ο πολυέλεος Κύριος και να τους ελεήσει, να τους δεχτεί σαν τον άσωτο υιό(Λουκ. 15, 20) και να τους δώσει πάλι τη θεία χάρη Του και μέσω αυτής να γλυτώσουν από τη δουλεία της αμαρτίας, ν' απομακρυνθούν από τους δαίμονες και να λάβουν πάλι την ελευθερία τους, για να μπορέσουν με τον τρόπο αυτό να ζήσουν θεάρεστα και να φυλάξουν τις εντολές του Θεού. Αυτοί λοιπόν οι Χριστιανοί που, όπως είπαμε, με τέτοιο σκοπό φωνάζουν το «Κύριε ελέησον», αυτοί θα επιτύχουν εξάπαντος και το έλεος του πανάγαθου Θεού και θα λάβουν τη χάρη Του να ελευθερωθούν από τη δουλεία της αμαρτίας και να σωθούν. Εκείνοι όμως που δεν έχουν είδηση από αυτά που είπαμε, μήτε γνωρίζουν τη συμφορά τους που είναι καταδουλωμένοι στα θελήματα της σάρκας και στα κοσμικά πράγματα, μήτε έχουν ευκαιρία να συλλογιστούν την υποδούλωση τους, αλλά χωρίς τέτοιο σκοπό φωνάζουν μόνο το «Κύριε ελέησον», περισσότερο από συνήθεια, αυτοί πως είναι δυνατό να λάβουν το έλεος του Θεού; Και μάλιστα τέτοιο θαυμάσιο και άπειρο έλεος; Γιατί είναι καλύτερα να μη λάβουν το έλεος του Θεού, παρά να το λάβουν και πάλι να το χάσουν, επειδή τότε είναι διπλό το φταίξιμο τους. Άλλωστε, αν κανείς δώσει κανένα πετράδι πολύτιμο στα χέρια μικρού παιδιού ή κανενός αγροίκου άνθρωπου που να μην ξέρει τι αξίζει, και αυτοί το πάρουν στα χέρια τους και το χάσουν, είναι φανερό πως δεν το έχασαν εκείνοι αλλά αυτός που τους το έδωσε. Και για να καταλάβεις καλύτερα τα λεγόμενα, συλλογίσου πως στον κόσμο τούτο εκείνος που είναι άπορος και φτωχός και θέλει να πάρει ελεημοσύνη από κάποιο πλούσιο, πηγαίνει και του λέει «ελέησον με», δηλαδή «λυπήσου με για τη φτώχεια μου και δος μου τα αναγκαία». Και πάλι, εκείνος που έχει χρέος και θέλει να του το χαρίσει ο δανειστής του, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «λυπήσου με για την ανέχειά μου και χάρισέ μου αυτό που σου χρωστώ». Όμοια και ο φταίχτης, θέλοντας να τον συγχωρήσει εκείνος στον οποίο έφταιξε, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «συγχώρεσέ με για ό,τι σου έκανα». Από την άλλη μεριά, ο αμαρτωλός φωνάζει στο Θεό το «Κύριε ελέησον» και δεν ξέρει μήτε τι λέει, μήτε γιατί το λέει, αλλά μήτε τι είναι το έλεος του Θεού που τον παρακαλεί να του το δώσει, μήτε σε τι τον συμφέρει το έλεος που ζητά, και μόνο από συνήθεια φωνάζει «Κύριε ελέησον», χωρίς να ξέρει τίποτε. Πως λοιπόν να του δώσει ο Θεός το έλεός Του, αφού αυτός, καθώς δεν το ξέρει, το καταφρονεί και πάλι το χάνει σύντομα και αμαρτάνει περισσότερο; Το έλεος του Θεού δεν είναι άλλο, παρά η χάρη του Παναγίου Πνεύματος, την οποία πρέπει να ζητούμε από το Θεό εμείς οι αμαρτωλοί και να φωνάζομε ακατάπαυστα το «Κύριε ελέησον», δηλαδή «λυπήσου με, Κύριε μου, τον αμαρτωλό, στην ελεεινή κατάσταση που βρίσκομαι, και δέξου με πάλι στη χάρη Σου· δος μου πνεύμα δυνάμεως, για να με δυναμώσει ν' αντισταθώ στους πειρασμούς του διαβόλου και στην κακή συνήθεια της αμαρτίας· δος μου πνεύμα σωφρονισμού, για να σωφρονιστώ, να έρθω σε αίσθηση του εαυτού μου και να διορθωθώ· δος μου πνεύμα φόβου, για να σε φοβούμαι και να φυλάγω τις εντολές Σου· δος μου πνεύμα αγάπης για να σε αγαπώ και να μην απομακρύνομαι πλέον από κοντά Σου· δος μου πνεύμα ειρήνης, για να φυλάγει την ψυχή μου ειρηνική και να συγκεντρώνω όλους μου τους λογισμούς και να είμαι ήσυχος και ατάραχος· δος μου πνεύμα καθαρότητας, για να με φυλάγει καθαρό από κάθε μολυσμό· δος μου πνεύμα πραότητας, για να είμαι ήμερος στους αδελφούς μου Χριστιανούς και να απέχω από το θυμό· δος μου πνεύμα ταπεινοφροσύνης, για να μη φαντάζομαι τα υψηλά και υπερηφανεύομαι». Εκείνος λοιπόν που γνωρίζει την ανάγκη που έχει από όλα αυτά και τα ζητά από τον πολυέλεο Θεό, φωνάζοντας το «Κύριε ελέησον», αυτός βεβαιότατα θα λάβει εκείνο που ζητά και θα επιτύχει το έλεος και τη θεία χάρη του Κυρίου. Όποιος όμως δεν ξέρει τίποτε από αυτά που είπαμε, αλλά από συνήθεια μόνο φωνάζει το «Κύριε ελέησον», αυτός δεν είναι δυνατό να λάβει ποτέ το έλεος του Θεού· γιατί και πρωτύτερα έλαβε πολλές χάριτες από το Θεό μα δεν τις αναγνώρισε, μήτε ευχαρίστησε το Θεό που του τις έδωσε. Αυτός έλαβε το έλεος του Θεού όταν πλάστηκε κι έγινε άνθρωπος· έλαβε το έλεος του Θεού όταν αναπλάστηκε με το άγιο βάπτισμα κι έγινε ορθόδοξος Χριστιανός· έλαβε το έλεος του Θεού όταν γλύτωσε από τόσους κινδύνους ψυχικούς και σωματικούς που δοκίμασε στη ζωή του· έλαβε το έλεος του Θεού τόσες φορές που αξιώθηκε να κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια· έλαβε το έλεος του Θεού όσες φορές αμάρτησε στο Θεό και τον πίκρανε με τις αμαρτίες του και δεν εξολοθρεύτηκε, μήτε τιμωρήθηκε παιδαγωγικά όπως του έπρεπε· έλαβε το έλεος του Θεού όταν με διάφορους τρόπους ευεργετήθηκε από το Θεό και δεν το αναγνώρισε, αλλά όλα τα λησμόνησε και δε φρόντισε καθόλου για τη σωτηρία του. Αυτός λοιπόν ο Χριστιανός πως να λάβει το έλεος του Θεού χωρίς να το αισθάνεται και χωρίς να γνωρίζει πως δέχεται τέτοια χάρη από το Θεό, καθώς είπαμε, μήτε να ξέρει τι λέει, αλλά να φωνάζει μόνο το «Κύριε ελέησον» χωρίς κανένα στόχο και σκοπό, εκτός από μόνη τη συνήθεια; 

  Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός

ΠΗΓΗ: religious.gr


Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΟΥΛΟΣ, ΜΙΣΘΩΤΟΣ Ή ΥΙΟΣ;

 

1977. +π. Αρτέμιος, π. Ακάκιος, +π. Καλλίνικος στην Καψάλα του Αγ. Όρους 

«…Είδα τρεις μοναχούς που εξυβρίσθηκαν συγχρόνως. Ο πρώτος απ’ αυτούς δαγκώθηκε και ταράχθηκε, αλλά δεν μίλησε. Ο δεύτερος χάρηκε για τον εαυτό του, αλλά λυπήθηκε για τον υβριστή. Και ο τρίτος αφού αναλογίστηκε την ψυχική βλάβη του υβριστή έχυσε θερμά δάκρυα. Έτσι έχεις μπροστά σου τον εργάτη του φόβου, τον μισθωτό και τον εργάτη της αγάπης» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. η΄ 29).

Ένα το γεγονός, τρεις οι αντιδράσεις. Εξωτερικά, η πρόκληση είναι η ίδια: η εξύβριση. Εσωτερικά, τρεις άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στη ίδια πρόκληση. Δεν το λέει ο άγιος για να μας πει πόσο πλανεμένη μπορεί να είναι η όποια κρίση μας τις περισσότερες φορές, αφού μας διαφεύγει το βάθος, δηλαδή η αλήθεια. Εδώ τον ενδιαφέρει να τονίσει τη διαβάθμιση που υπάρχει στην αγιότητα: υπάρχει άγιος και υπάρχει αγιότερος αυτού. Και πάει… λέγοντας. Τρεις είναι οι συνηθέστερες διαβαθμίσεις: η πρώτη του δούλου, που γνώρισμα έχει τον φόβο - μένω στο θέλημα του Θεού, γιατί φοβάμαι μην τιμωρηθώ. Η δεύτερη του μισθωτού, που γνώρισμα έχει την ελπίδα της ανταπόδοσης - είμαι υπάκουος στον Θεό, γιατί περιμένω να με ανταμείψει με τα δώρα της Βασιλείας Του. Κι η τρίτη του υιού, που γνώρισμα έχει την αγάπη - τηρώ το θέλημα του Θεού, γιατί Τον αγαπώ. Και μαζί Του αγαπώ και την εικόνα Του τον άνθρωπο και κάθε περαιτέρω κτίσμα Του.

Οραματιζόμαστε το τρίτο σκαλοπάτι; Καλά κάνουμε, γιατί είναι το πραγματικά κανονικό: σ’ αυτό αναπαύεται πλήρως ο Θεός. Μα, το τονίζει πολλές φορές ο άγιος: κανείς δεν φτάνει στο τρίτο, αν δεν περάσει πρώτα από τα άλλα. Κανείς δεν πάει διαμιάς στην τελειότητα. Σιγά σιγά κτίζεται το πνευματικό οικοδόμημα της ψυχής. Λοιπόν, ας αγωνιζόμαστε για το πρώτο: να είμαστε  σωστοί δούλοι Θεού, κι από κει και πέρα θα δούμε το ανέβασμά μας κατά ένα μυστικό και ανεπίγνωστο τρόπο. Με τρόπο που δεν το καταλαβαίνουμε, θα παίρνουμε τον φωτισμό του μισθωτού. Κι επιμένοντας και υπομένοντας, θα μας  δίνονται στιγμές υιοθεσίας, μέχρις ότου παγιωθούμε σ’ αυτήν.

Η καθημερινότητα όμως «προδίδει» την αλήθεια της χριστιανικότητάς μας: μας αμφισβητούν και νευριάζουμε· λίγο μας ελέγχουν και θέλουμε να χαθούν οι ελεγκτές μας από προσώπου γης· μας υβρίζουν και σπεύδουμε να ανταποδώσουμε, πολλές φορές και τρισχειρότερα˙ μας αδικούν και κινούμε γη και ουρανό ή περιπίπτουμε σε μαύρη κατάθλιψη. Μάλλον πρέπει να μετράμε με αρνητικούς βαθμούς την «αγιότητά» μας. Είμαστε… κάτω από τη βάση!  Οπότε τα υψηλά για εμάς, που μάλλον τα βλέπουμε με το… «κιάλι», είναι το… πρώτο σκαλοπάτι. Πρέπει να προσγειωθούμε!  Δεν είμαστε ακόμη ούτε… δούλοι! Η μετάνοια και το πένθος είναι κι απ’ αυτήν την άποψη μονόδρομός μας…

ΠΗΓΗ: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2021

Ερμηνεία στις καταβασίες τῆς υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ

 


᾿Ωδή α´. ῏Ηχος πλ. δ´

«Σταυρόν χαράξας Μωσῆς, ἐπ᾿ εὐθείας ῥάβδῳ, τήν ᾿Ερυθράν διέτεμε, τῷ ᾿Ισραήλ πεζεύσαντι· τήν δέ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραώ τοῖς ἅρμασι, κροτήσας ἥνωσεν· ἐπ᾿ εὔρους διαγράψας, τό ἀήττητον ὅπλον· διό Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν· ὅτι δεδόξασται».

῾Ο Μωυσῆς, ἀφοῦ χάραξε σέ εὐθεία γραμμή στό νερό μέ τή ράβδο του τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, χώρισε στά δύο τήν ᾿Ερυθρά θάλασσα, γιά νά περάσει πεζῆ ὁ ᾿Ισραηλιτικός λαός. Τήν ἴδια δέ (τή θάλασσα), ὅταν γύρισαν μέ ἅρματα τοῦ Φαραώ καταδιώκοντας τό λαό, ἀφοῦ τήν χτύπησε πλαγίως, τήν ἕνωσε πάλι (γιά νά πνίξει τούς διῶκτες), ἀφοῦ σχημάτισε στό πλάτος τῆς θάλασσας τό ἀήττητο ὅπλο τοῦ σταυροῦ. Γιαυτό ἄς ἀνυμνοῦμε τό Θεό μας, γιατί μέ ὅ,τι ἔκανε δοξάσθηκε ἡ δύναμή του.

῾Η ὑπόθεση τῆς ὠδῆς ἀναφέρεται στή θαυμαστή διάσωση τῶν ῾Εβραίων ἀπό τό διωκτικό μένος καί τήν κακότητα τοῦ Φαραώ, ἡγεμόνα τῶν Αἰγυπτίων. Τά γεγονότα εἶναι γνωστά. Οἱ ῾Εβραῖοι στενάζουν κάτω ἀπό τόν ἐπαχθή ζυγό τῶν Αἰγυπτίων. Μέ τήν παρέμβαση τοῦ Μωυσῆ, ὁ Φαραώ, μή ἀντέχοντας τά θαυμαστά σημεῖα καί τίς φοβερές πληγές πού ἐπέφερε ὁ Θεός διά μέσου τοῦ ἀπεσταλμένου ὑπηρέτη του, ἄφησε ἐλεύθερο τόν ᾿Ισραήλ νά γυρίσει πίσω στή χώρα τῶν πατέρων του. ᾿Αφοῦ ὅμως ἀναχώρησε ὁ λαός, ὁ μιαιφόνος ἄρχοντας μετάνιωσε. Θέλησε νά γυρίσει πίσω τούς ἐλευθερωθέντας σκλάβους.
῎

Εστειλε, λοιπόν, τούς ἁρματηλάτες του γιά νά ἐκπληρώσουν τήν προσταγή του. ῾Ο λαός εἶχε ἤδη φθάσει μπροστά στήν ᾿Ερυθρά θάλασσα. Πῶς ὅμως θά μποροῦσε νά διαπλεύσει τό ὑγρό στοιχεῖο, μή διαθέτοντας μέσα πλωτά; Στήν ἀμηχανία του αὐτή προστέθηκε καί ὁ φόβος, γιατί εἶδε ξαφνικά τό πλῆθος τῶν ἁρμάτων τῶν Αἰγυπτίων νά τούς καταδιώκει καί νά ἀπειλεῖ τήν μόλις ἀποκτηθείσα ἐλευθερία τους καί τή ζωή τους. ῾Η θέση τους ἦταν ἀπελπιστική. Παρέλυσαν ἀπό φόβο ἡ καρδιά καί τά γόνατά τους. ῎Αρχισαν νά φωνάζουν καί νά κλαῖνε. Τότε παρενέβη ὁ ἐλευθερωτής. Μέ ὑπόδειξη τοῦ Θεοῦ ὁ Μωυσῆς, πού ἡγεῖτο τοῦ λαοῦ, χάραξε μέ τή ράβδο του σταυροειδῶς τή θάλασσα, ἡ ὁποία χωρίστηκε στά δύο, τά νερά ὀρθώθηκαν ἔνθεν καί ἔνθεν, καί ἄφησαν νά φανεῖ ὁ πυθμένας τῆς θάλασσας σάν χέρσα γῆ. Τότε ὅρμησε ὁ λαός καί διόδευσε πεζῆ τό ἀναφανέν χώρισμα.

Τό ἴδιο ἔκανε καί τό στράτευμα τοῦ Φαραώ. Οἱ στρατιῶτες ὅρμησαν καί αὐτοί μέ τά ἅρματά τους στό χώρισμα τῆς θάλασσας, καταδιώκοντας τόν ἄμαχο λαό. ῞Οταν ὅμως εἶχαν περάσει οἱ ῾Εβραῖοι στήν ἀντίπερα ὄχθη καί ἐνόσω οἱ διῶκτες διέτρεχαν ἀκόμη μέ ὁρμή τό θαλάσσιο βυθό, ὁ Μωυσῆς χτύπησε καί πάλι σταυροειδῶς τά θαλάσσια νερά, τά ὁποῖα ἑνώθηκαν γιά νά πνίξουν πανστρατιά ἵππους καί ἀναβάτες.
῾

Η σκηνή ἦταν πράγματι φριχτή καί μεγαλειώδης. ᾿Από τή μιά ἔβλεπες ἕναν ἄνθρωπο θηριώδη καί πωρωμένο, ὁ ὁποῖος, ἄν καί εἶχε ἀναγνωρίσει τήν ἀνωτερότητα τοῦ Θεοῦ τῶν ῾Εβραίων, πεισθείς ἀπό τά γεγονότα πού ξετυλίχθηκαν μπροστά του, ἐν τούτοις, σκοτισμένος ἀπό τό πάθος τῆς ἀλαζονείας καί πνιγόμενος ἀπό τό μίσος κατά τοῦ λαοῦ πού τόσα χρόνια βασάνιζε, τά ἔβαλε πάλι μέ τόν ἀληθινό Θεό! Θέλησε νά ἀναμετρηθεῖ μαζί του, πιστεύοντας στά ἅρματα καί τήν πολεμική του μηχανή.

Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ Φαραώ χαράκτηκε στήν ἱστορία ὡς τό κλασικότερο παράδειγμα κουφότητος καί ἀλαζονείας, μοχθηρίας καί κακότητος, πωρώσεως πνευματικῆς καί ἔσχατης ἠθικῆς ἐξαθλιώσεως!

Καί ἀπό τήν ἄλλη ἔβλεπες ἕνα λαό δειλό καί ἀδύναμο, πού ἔτρεμε μπροστά στή μιαιφόνο ἀπειλή τοῦ στυγεροῦ ἄρχοντα, ἕνα λαό πού συγκλονιζόταν κυριολεκτικά μπροστά στή διαγραφόμενη ἀπειλή. ῎Εβλεπες ἐπίσης καί ἕναν ἄξιο ὑπηρέτη, ὁ ὁποῖος στεκόταν σάν βράχος στήν ἀποστολή πού ἔλαβε ἀπό τό Θεό, ἕναν ἄξιο ἡγέτη ἑνός λαοῦ ἀνίσχυρου καί φοβισμένου. Καί τέλος ἔβλεπες ἕνα Θεό παντοδύναμο, ὁ ὁποῖος πάταξε ἀμείλικτα τή σκληρότητα τοῦ ἀνόητου ἡγεμόνα.

῎Εβλεπες θαύματα πολλά. Μιά θάλασσα νά χωρίζεται, ἕνα βυθό νά διαφαίνεται, ἕνα λαό νά πεζοπορεῖ, βλέποντας ἑκατέρωθεν τά κύματα νά ὑψώνονται σάν τείχη στερεά, ἕνα στράτευμα νά ὁδεύει ὑπνωτισμένο τό ὑγρό στοιχεῖο καί νά καταποντίζεται στ᾿ ἀγριεμένα κύματα τῆς θάλασσας! Γι᾿ αὐτό κι ὁ λαός μετά τή διάσωσή του δόξασε μέ χορούς καί τύμπανα καί ἄσματα τό Θεό τῶν πατέρων του γιά τή θαυμαστή του διάσωση καί τά ἄπειρα μεγαλεῖα Του.
῾

Η διάσωση ὅμως αὐτή ἔχει καί τυπολογική σημασία. ῾Η χάραξη τῆς θάλασσας μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, τό χώρισμα τῶν ὑδάτων, ἡ διέλευση τοῦ λαοῦ καί ὁ πνιγμός τῶν Αἰγυπτίων, προτύπωναν τόν Τίμιο Σταυρό, στόν ὁποῖον πέθανε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, τό ὅπλο τό κραταιό καί τό ἀήττητο. Μέ τό σταυρικό του θάνατο ὁ Κύριος δάμασε τή θάλασσα τῆς ἁμαρτίας, ἔστρωσε δρόμο στέρεο καί ἀσφαλή γιά νά περάσει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τή χώρα τῆς δουλείας τῆς ἁμαρτίας στή γῆ τῆς ἐπουράνιας θείας Βασιλείας, δημιουργώντας τό Πάσχα τῆς ζωῆς καί πνίγοντας στά νερά τῆς θείας του δυνάμεως τά στίφη τῶν εἰδεχθῶν δαιμόνων, τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ.

Παράλληλα ἡ διάσωση ἐκφράζει τυπολογικά καί τό θαῦμα τῆς Παρθένου. ῞Οπως δηλαδή τά νερά διαχωρίστηκαν προσωρινά γιά νά περάσει ὁ λαός τοῦ ᾿Ισραήλ καί μετά τή διέλευση ἑνώθηκαν καί πάλι, ἔτσι καί ἡ πάναγνη μήτρα τῆς Παρθένου, ἡ πύλη ἡ κλειστή ἀπό τήν ὁποία κανένας δέν πέρασε ποτέ, ἄνοιξε προσωρινά γιά νά περάσει δι᾿ αὐτῆς καί νά ἔλθει στόν κόσμο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, γιά νά κλείσει καί πάλι καί νά μείνει ἀδιόδευτη μετά τή γέννηση τοῦ ᾿Εμμανουήλ. ᾿Εκφράζεται μέ ἄλλα λόγια ὁ ἄφθορος τόκος τῆς Πανάγνου.

῾Η ὠδή αὐτή εἶναι πραγματικά μεγαλειώδης. Θά τή συναντήσουμε καί σέ πολλές ἄλλες ὠδές τῶν Καταβασιῶν, ἀλλά καί σέ ὁλόκληρη τήν ῾Υμνολογία τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ὡς τό μεγάλο θαῦμα τοῦ Θεοῦ, ἡ δίκαιη ἀπάντησή του στήν κακότητα τῆς ἱστορίας τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἰταμή πρόκληση τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους καί τῆς ἁμαρτίας.

᾿Ωδή γ´.

«῾Ράβδος εἰς τύπον τοῦ Μυστηρίου παραλαμβάνεται· τῷ βλαστῷ γάρ προκρίνει τόν ἱερέα· τῇ στειρευούση δέ πρῴην, ᾿Εκκλησίᾳ νῦν, ἐξήνθησε, ξύλον Σταυροῦ, εἰς κράτος καί στερέωμα».

῾Η ράβδος (τοῦ ᾿Ααρών ἡ βλαστήσασα) χρησιμεύει σάν προτύπωση τοῦ μυστηρίου (τοῦ σταυροῦ καί τῆς ᾿Εκκλησίας)· διότι μέ τό βλαστό πού ἔβγαλε, κρίνει ποιός θά ὁριστεῖ ἱερέας. Τώρα (στή νέα οἰκονομία τοῦ Θεοῦ) στήν πρώην ᾿Εκκλησία (τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης) πού ἦταν στείρα, βλάστησε τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, πού τήν ἔκανε στέρεη καί δυνατή.

Μετά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ, τήν περιπλάνησή του στήν ἔρημο καί τήν ἐγκατάστασή του στή γῆ τῶν πατέρων του, δημιουργήθηκε ζήτημα ἀπό ποιά πατριά ἐκ τῶν δώδεκα καί ἀπό ποιόν οἶκο θά λαμβανόταν τό ἱερατεῖο τοῦ λαοῦ. Μέ ὑπόδειξη τοῦ Θεοῦ πάρθηκαν δώδεκα ράβδοι ξηρές, μιά ἀπό κάθε οἶκο πατριᾶς, οἱ ὁποῖες τοποθετήθηκαν στήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης στή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου. ῞Οποια ράβδος θά ἔβγαζε βλαστό, ἦταν σημεῖο ὅτι ἀπό τήν ἀντίστοιχη πατριά της ἔπρεπε, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά λαμβάνεται τό ἱερατεῖο. Βλάστησε δέ ἡ ράβδος πού ἀνῆκε στήν πατριά τοῦ Λευΐ, ἐπί τῆς ὁποίας ἦταν γραμμένο τό ὄνομα τοῦ ᾿Ααρών.

῞Ο,τι συνέβη τότε προτυπώνει τό μυστήριο τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί τῆς χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η παλαιά ᾿Εκκλησία (ἡ Συναγωγή) ἦταν στείρα καί ἄγονη. ᾿Ανῆκε στήν πρώτη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. ᾿Απ᾿ αὐτήν ἔλειπαν τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ πλήρης ἐνέργεια τοῦ παναγίου Πνεύματος, τό πλήρωμα τῆς λυτρωτικῆς του χάριτος. ῏Ηταν γηρασμένη καί ἀδύναμη.

Μέ τό λυτρωτικό ὅμως πάθος τοῦ Χριστοῦ πού ἔγινε ἐπάνω στό σταυρό, τόν ὁποῖο προτύπωνε ἡ παλαιά ἐκείνη ράβδος πού ἐξήνθησε, βλάστησε ἡ νέα ζωή τοῦ Θεοῦ, τό σφρίγος τῆς νέας λυτρωτικῆς οἰκονομίας, γράφτηκε ἡ Νέα Διαθήκη στό αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί ἡ παλαιά ᾿Εκκλησία ἀναζωογονήθηκε στή νέα ᾿Εκκλησία, «ἥν περιεποιήσατο ὁ Κύριος διά τοῦ ἰδίου αἵματος». Μέ τόν τίμιο Σταυρό κραταιώθηκε τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, στερεώθηκε ἡ ᾿Εκκλησία του στόν κόσμο καί δοξάστηκε τό ἅγιο ῎Ονομά του στά πέρατα τῆς γῆς.

᾿Ωδή ε´

«῎Ω τρισμακάριστον Ξύλον! ἐν ᾧ ἐτάθη Χριστός, ὁ Βασιλεύς καί Κύριος· δι᾿ οὗ πέπτωκεν ὁ ξύλῳ ἀπατήσας, τῷ ἐν σοί δελεασθείς, Θεῷ τῷ προσπαγέντι σαρκί, τῷ παρέχοντι, τήν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν».

῎Ω ξύλο τρισμακάριστο! πάνω στό ὁποῖο ἅπλωσε τό σῶμα του (σταυρώθηκε) ὁ Βασιλεύς καί Κύριος· διά τοῦ ὁποίου ἔπεσε (ἡττήθηκε) αὐτός (ὁ διάβολος), ὁ ὁποῖος, διά τοῦ ξύλου (τοῦ δέντρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ) ἐξαπάτησε (τόν ἄνθρωπο στήν ᾿Εδέμ διά τῆς βρώσεως τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ), ἀφοῦ δελεάστηκε ἀπό τό Θεό πού καρφώθηκε ἐπάνω σου, κατά τή σάρκα του (τήν ἀνθρώπινη φύση του), καί ὁ ὁποῖος παρέχει εἰρήνη στίς ψυχές μας.

Τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ εἶναι πραγματικά τρισμακάριστο. Ξύλο ἅγιο καί τιμημένο. Πάνω του πέθανε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Πέθανε τό σῶμα Του φυσικά, τό ὁποῖο προσέλαβε ἀπό τήν ἄχραντη Μητέρα του. Δέν πέθανε ἡ θεότητα, ἡ ὁποία, ὡς πνεῦμα ἄπειρο, αἰώνιο καί ἀναλλοίωτο, εἶναι ἀπαθής, βρίσκεται πέρα ἀπό παθήματα ἁρμόζοντα στήν κτιστή καί πεπερασμένη φύση τῶν ἀνθρώπων. Μιά τέτοια φύση ἦταν καί αὐτή μέ τήν ὁποία ἑνώθηκε ἡ φύση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, φύση κτιστή, δυνάμενη νά πάθει καί νά ἀποθάνει.

᾿Αλλιώτικα, πῶς θά ἔσωζε μέ τό πάθος της τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν αἰώνιο πνευματικό θάνατο;
Στ
ό Σταυρό ἅπλωσε τό πανακήρατο σῶμα του ὁ Κύριος. Καρφώθηκε σ᾿ αὐτόν σάν ἐπονείδιστος κακοῦργος. Τόν ἔβαψε μέ τό πανάσπιλο αἷμα του, μέ τό ὁποῖο ξέπλυνε τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου, ἀφάνισε τίς ἐνοχές τῆς ἁμαρτίας, καθάρισε τή φύση ἀπό τούς σπίλους τῆς φθορᾶς, τήν ἀφθαρτοποίησε καί τή θέωσε. Στό Σταυρό ὁ Θεός πάτησε μέ τό θάνατό Του τό θάνατο· «θανάτῳ θάνατον πατήσας», ψάλλει πανηγυρικά ἡ ᾿Εκκλησία μας. Νίκησε τό μεγάλο ἐχθρό, πού ἔπνιγε ἀσφυκτικά τόν κόσμο.

Στό Σταυρό ὁ Χριστός διαπόμπευσε τίς ἀρχές τοῦ σκότους καί τῆς ἀνομίας, τό διάβολο, πίσω ἀπό τόν ὁποῖο βρισκόταν τό τραγικό δράμα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός κατόρθωσε μέ τήν πανουργία του νά παραπλανήσει καί νά παρεμποδίσει τόν πρωτόπλαστο, νά τόν ρίξει στό χάος τῆς παρακοῆς καί τῆς ἀποστασίας. Μέ τή σειρά του ὅμως δελεάστηκε κι αὐτός ἀπό τήν ἀπειρόσοφη βουλή τοῦ Θεοῦ, μή γνωρίζοντας τό θεῖο λυτρωτικό μυστήριο. Συνήργησε νά σταυρωθεῖ ὁ Χριστός, τόν ὁποῖο θανάσιμα μισοῦσε καί ζήλευε, μή ἔχοντας ὅμως συναίσθηση ὅτι ὁ θάνατος ἐκεῖνος δέν ἦταν θάνατος ἑνός δίκαιου καί ἀνεπίληπτου ἀνθρώπου, ἀλλά ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, πού ἦταν ἑνωμένος μαζί του. ῎Ετσι πλανήθηκε ὁ πλάνος, «πεπλάνηται ὁ πλάνος», ὅπως ψάλλει θρηνωδούσα ἡ ᾿Εκκλησία τόν Κυριό της.

Στό Σταυρό ὁ Χριστός ἔδησε τόν δυνατό (τό διάβολο) καί διήρπασε τά σκεύη του, καταργήσας τό κράτος καί τή δύναμή του. Στό τίμιο ξύλο δόθηκε ἡ μεγάλη μάχη καί κερδίθηκε ἡ παμμέγιστη νίκη, ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων· ἡ νίκη τῆς θείας Βασιλείας.

Στό Σταυρό ἔγινε ἡ εἰρήνευση Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Καταργήθηκε τό μεσότοιχο τῆς ἔχθρας πού χώριζε τόν Πλάστη ἀπό τά πλάσματά του, ἐπῆλθε ἡ συμφιλίωση, ἑνώθηκαν τά «τό πρίν διεστῶτα». Οἱ ἄνθρωποι βρῆκαν παρρησία πρός τό Δημιουργό τους, ξαναβρῆκαν τό δρόμο πού ὁδηγεῖ πίσω στόν Πατέρα. ῎Εγιναν τέκνα Θεοῦ καί «θεοί».
῞

Ολα αὐτά προσδίδουν τεράστια αἴγλη στό τίμιο καί τρισμακάριστο ξύλο. ῾Ο Σταυρός πάλλει τήν ψυχή τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ῾Η αἴγλη του λαμπρύνει τίς ὀρθόδοξες καρδιές. Εἶναι ὁ φωτεινός στύλος καί τό κρηπίδωμα τῆς ᾿Ορθόδοξης Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία τόν τιμᾶ ὡς σύμβολο τῆς κραταιᾶς νίκης στό σημεῖο τοῦ πάθους, τῶν ἀγώνων καί τῆς αὐταπαρνήσεως τῶν μαχητῶν τῆς Βασιλείας καί τῶν ἐργατῶν τῆς ἀρετῆς καί τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Οἱ πιστοί τόν φέρνουν ὡς φυλακτήριο κατά τῶν δαιμόνων, ὡς καύχημα καί σέμνωμά τους, τόν τιμοῦν ὑπερβαλλόντως καί μέ εὐλάβεια τόν προσκυνοῦν.

᾿Ωδή στ´

«Νοτίου θηρός ἐν σπλάχνοις, παλάμας ᾿Ιωνᾶς, σταυροειδῶς διεκπετάσας, τό σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφῶς· ὅθεν τριήμερος ἐκδύς, τήν ὑπερκόσμιον ᾿Ανάστασιν ὑπεζωγράφησε, τοῦ σαρκί προσπαγέντος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί τριημέρῳ ἐγέρσει, τόν κόσμον φωτίσαντος».

Στά σπλάχνα τοῦ θαλάσσιου θηρός (τοῦ θεριοῦ, τοῦ κήτους), ἁπλώσας τίς παλάμες του σέ σχῆμα σταυροῦ ὁ ᾿Ιωνᾶς, προδιατύπωνε μέ σαφήνεια τό σωτήριο πάθος (τοῦ Χριστοῦ)· ἀπό τό ὁποῖο (κῆτος), ἀφοῦ βγῆκε τήν τρίτη ἡμέρα, περιέγραψε μέ χρώματα ζωντανά τήν ὑπερκόσμια ᾿Ανάσταση Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πού καρφώθηκε (στό Σταυρό) καί μέ τήν τριήμερη ἔγερσή του (ἐκ τῶν νεκρῶν), φώτισε τόν κόσμο.

῾Η ὠδή αὐτή ἱστορεῖ τήν ὑπόθεση τοῦ ᾿Ιωνᾶ· μιά ἱστορία πολύ παράδοξη καί ἰδιότυπη, τοῦ ἀνθρώπου νά παλεύει μέ τό Θεό. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς ἦταν προφήτης. ᾿Ανῆκε στό Θεό, ἐνταγμένος στήν ὑπηρεσία του καί ἀφοσιωμένος δοῦλος του. Κάποια μέρα ὁ Θεός τοῦ ἀνέθεσε μιά ἀποστολή, νά κηρύξει μετάνοια στούς κατοίκους τῆς πόλεως Νινευή, τούς ὁποίους βάραιναν ἁμαρτίες καί κρίματα πολλά. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς ὅμως ἀντέδρασε ἀρνητικά στό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ. Δέ θέλησε νά ἀναλάβει τήν ἐκτέλεση τῆς προφητικῆς του ἀποστολῆς. Θά εἶχε βέβαια τούς λόγους του. ῎Ισως νά εἶχε ἀποκάμει ἀπό τόν ἁμαρτωλό ἐκεῖνο λαό. Σκέφτηκε νά φύγει ἀπό τό μέρος του, νά πάει μακριά, ἐλπίζοντας ὅτι ὁ Θεός θά τόν ἔχανε.

᾿Αφελεῖς οἱ σκέψεις τοῦ πλάσματος. Γιατί ποιός μπορεῖ νά ἀποφύγει τήν παρουσία τοῦ παντεπόπτη Θεοῦ; ῾Ο ἄνθρωπος ὅμως, ἔστω κι ἄν εἶναι προφήτης, δέν παύει νά ἔχει τίς ὅποιες στιγμές καί ἰδιοτροπίες του. ᾿Επιβιβάστηκε, λοιπόν σέ πλοῖο γιά νά πάει στήν πόλη Θαρσίς, νά εἶναι μακριά ἀπό τό Θεό καί νά ἡσυχάσει ὁριστικά μέ τό πρόβλημα πού τόν ἀπασχολοῦσε.

Κατά τόν πλοῦν ὅμως ὁ Θεός ἄδραξε τό δραπέτη. Σηκώθηκε τρικυμία καί τό πλοῖο κινδύνευε νά καταποντισθεῖ. Φάνηκε, ὅτι κάποιος ἀπό τούς ταξιδιῶτες ἦταν ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ. Γιά νά βρεθεῖ δέ ποιός ἦταν ἔβαλαν κλήρους. ῾Ο κλῆρος σημάδεψε τόν ᾿Ιωνᾶ, τόν παράδοξο ταξιδιώτη. Μέ ὑπόδειξή του τόν ἔριξαν στή θάλασσα, ἡ ὁποία ἀμέσως γαλήνεψε. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς ὅμως δέν πνίγηκε. Κατά προσταγή τοῦ Θεοῦ, ἕνα τεράστιο θαλάσσιο κῆτος κατάπιε τόν προφήτη, ὁ ὁποῖος ἔμεινε στήν κοιλιά του τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες. ᾿

Εκεῖ ὁ προφήτης μεταμελήθηκε γιά τήν ἀπείθειά του, κατάλαβε πόσο μάταιο ἦταν νά μάχεται κανείς τόν παντοδύναμο καί μεγαλοδύναμο Θεό. Προσευχήθηκε μέ κατάνυξη, ὑμνολογώντας τό ἅγιο ῎Ονομά του. Τήν τρίτη ἡμέρα τό κῆτος τόν ἐξήμεσε στή στεριά, αὐτός τότε μέ συντριβή καρδιᾶς ἐκπλήρωσε τήν προφητική του ἀποστολή. ῾Ο Θεός νίκησε, ἀλλά καί ὁ ἄνθρωπος «νίκησε» στήν τόσο παράδοξη ἥττα του. ῾Η βουλή τοῦ Θεοῦ ἐκπληρώθηκε. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς ἀποκαταστάθηκε στό προφητικό του ἀξίωμα.

Τό πάθημα τοῦ ᾿Ιωνᾶ ἔχει μεγάλη τυπολογική σημασία. Στό κῆτος ὁ ᾿Ιωνᾶς παρέμεινε προσευχόμενος μέ τά χέρια του σέ σχῆμα σταυροῦ. Μέ τή στάση του αὐτή προτύπωνε τό σωτήριο πάθος τοῦ Χριστοῦ, τό σῶμα τοῦ ὁποίου ἁπλώθηκε στό Σταυρό, γιά νά σώσει τόν κόσμο ἀπό τήν ἁμαρτία.

 ῾Η τριήμερη παραμονή του στήν κοιλιά τοῦ κήτους ὑποδήλωνε τήν ἰσόχρονη παραμονή τοῦ νεκρωμένου σώματος τοῦ Κυρίου στόν τάφο· ἐνῶ ἡ κατά τήν τρίτη ἡμέρα ἔκβρασή του στή στεριά, περιέγραφε σαφῶς τήν τριήμερη ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἡ ὁποία μέ τό πασχαλινό της φῶς καταλάμπρυνε τόν κόσμο, ντύνοντας τή φύση μέ τή φωτεινή στολή τῆς πνευματικῆς ἀνακαινίσεως καί ἀφθαρσίας.

᾿Ωδή θ´

«Μυστικός εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ᾿ οὗ τό τοῦ Σταυροῦ ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτόν, σέ μεγαλύνομεν».

Θεοτόκε, σύ εἶσαι Παράδεισος μυστικός, διότι χωρίς ἀνθρώπινο γεωργό (ἀνθρώπινη συνεργία) βλάστησες τό Χριστό, ἀπό τόν ὁποῖο φυτεύτηκε στή γῆ τό ζωηφόρο δέντρο τοῦ Σταυροῦ. Διά τοῦ ὁποίου τώρα ὑψουμένου (κατά τήν ὕψωση τοῦ τιμίου Σταυροῦ) προσκυνοῦντες τό Θεό (πού σταυρώθηκε σ᾿ αὐτό), μεγαλύνουμε σέ, τήν ἄχραντη Μητέρα Του.

Μετά τόν Τριαδικό Θεό, ἡ ἀνύμνηση τῆς ᾿Εκκλησίας διαβαίνει στό ἄχραντο πρόσωπο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τά δύο μυστήρια εἶναι ἀλληλένδετα. Τό χριστολογικό δόγμα ἐκβάλλει φυσιολογικά στό θεομητορικό. ῾Η Μητέρα δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ χωρίς τόν Υἱόν. ῞Οπου ᾿Εκεῖνος, ἐκεῖ καί αὐτή. Στόν ἄχραντο Υἱό ὑπάρχουν τό σῶμα καί τό αἷμα τῆς πάναγνης Μητέρας. Τό φοβερό δίδυμο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, πού δυναμίτισε τό κράτος τῆς φθορᾶς καί ἐκτίναξε τό κράτος τοῦ θανάτου!

῾Η ὠδή χαρακτηρίζει τή Θεοτόκο σάν παράδεισο μυστικό. ῾Η σύγκριση γίνεται μέ τόν πρῶτο παράδεισο στήν ᾿Εδέμ, στόν ὁποῖο τοποθετήθηκε ὁ ᾿Αδάμ νά ζεῖ μετά τή δημιουργία του. Στόν παράδεισο ἐκεῖνο ὑπῆρχε τό ξύλο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, καθώς καί τό δέντρο τῆς ζωῆς. ᾿Από τό πρῶτο ἐκεῖνο ξύλο βλάστησε, διά τῆς παρακοῆς, ἡ ἀποστασία ἀπό τό Θεό καί ὁ θάνατος. ῾

Η Θεοτόκος εἶναι ἕνας νέος μυστικός Παράδεισος. Σ᾿ αὐτόν φυτεύτηκε, χωρίς ἀνθρώπινη συνεργία, ὁ Χριστός, τό δένδρο τῆς νέας πνευματικῆς ζωῆς καί ἀφθαρσίας. ῾Ο Χριστός μέ τή σειρά του ἀνύψωσε στή γῆ (στό Γολγοθᾶ), τό ζωηφόρο ξύλο τοῦ Σταυροῦ, στό ὁποῖο, προσπαγείς, «ἀθανασίαν ἐπήγασεν ἀνθρώποις».

Κατά τήν ῞Υψωση τοῦ τιμίου Σταυροῦ, οἱ πιστοί, προσκυνοῦντες τό σταυρωθέντα Κύριο τῆς δόξης, μεγαλύνουν τήν ᾿Αειπάρθενο Μητέρα του, ἡ ὁποία συνήργησε, κατά τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, στό ἄρρητο θεῖο μυστήριο.

 

ΠΗΓΗ: www.imaik.gr