Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

«Μη ζητάς πράγματα πριν από τον καιρό τους»

 

ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ:http://www.diakonima.gr/

«Μη ζητάς πράγματα πριν από τον καιρό τους» και: «Το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει καλά», και, κατά τον άγιο Μάρκο, «δε συμφέρει προτού εργαστείς τα πρώτα να μάθεις τα δεύτερα· γιατί η γνώση φέρνει έπαρση λόγω της αργίας, ενώ η αγάπη οικοδομεί επειδή υπομένει τα πάντα (Α΄ Κορ. 8, 2 κ΄ 13, 7)»

 Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι (Άγιοι)

ΠΗΓΗ:https://religious.gr/

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Βασικός κανόνας της πνευματικής ζωής

 

Άγιος Βασίλειος της Κινεσμά-Saint Vasily of Kineshma


Η έλλειψη σταθερότητας είναι καταστροφική για την πνευματική ζωή. Όταν ένα άτομο βλέπει για πρώτη φορά το φως της αλήθειας του ευαγγελίου να λάμπει μπροστά του με εκθαμβωτική φωτεινότητα, δεν μπορεί να αντισταθεί, καθώς δεν μπορεί να αρνηθεί την αλήθεια που μόλις  συνειδητοποίησε. Με ενθουσιασμό αφιερώνεται σε αυτήν τη νέα ζωή, όπου τα πάντα είναι τόσο χαρούμενα και τόσο πολύ πνευματικά. Συνήθως, ένα τέτοιο άτομο, που καίγεται με το «ζήλο του αρχάριου», επιβαρύνεται εσκεμμένα με ατελείωτους κανόνες νηστείας, προσευχής, στρωτών μετανοιών και άλλων αγώνων της ασκητικής ζωής. Αλλά δυστυχώς! Ο ενθουσιασμός της αρχικής έμπνευσης δίνει τη θέση της στην εξίσου έντονη απογοήτευση και αμφιβολία, βαραίνοντας οδυνηρά την ψυχή. Αντί να αναγνωρίσει τα λάθη του, που προκαλούνται από την έλλειψη εμπειρίας, αυτός προσπαθεί να εξηγήσει την αποτυχία και την απογοήτευσή του από κάποιους «αντικειμενικούς» λόγους, τους οποίους ο πειραστής ψιθυρίζει στα αυτιά του, μέχρι που αρχίζει να σκέφτεται ότι έχει εξαπατηθεί. Αυτό βάζει ένα άτομο σε μια πορεία προς δυσπιστία. Ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι μπορεί να τον οδηγήσει να παραιτηθεί εντελώς από τη ζωή του ευαγγελίου. Η τελική κατάσταση αυτού του ατόμου είναι χειρότερη από την αρχική του άγνοια.

Η σταθερότητα μέχρι το τέλος είναι απαραίτητη. Πρέπει να παραμείνουμε αφοσιωμένοι μέχρι το θάνατο. Δεν αρκεί απλώς να ξεκινήσουμε το χριστιανικό μονοπάτι, αλλά πρέπει επίσης να επιτύχουμε τον στόχο. Ο Άπόστολος Παύλος συγκρίνει τη χριστιανική ζωή με έναν αγώνα στον οποίο συμμετέχουμε όλοι. Ένας τέτοιος παραλληλισμός σημαίνει ότι μόνο εκείνοι που φτάνουν στη γραμμή του τερματισμού θα λάβουν την ανταμοιβή. (Βλέπε 1 Κορ. 9:24). Ένας αθλητής που σταματά να τρέχει στα μισά της διαδρομής διαγράφεται από τη λίστα των διεκδικητών για τη νίκη. Ανεξάρτητα από το πόσο γρήγορα έτρεξε το πρώτο μισό του αγώνα, δεν θα τον ωφελήσει. Ολόκληρος ο κόπος του θα χαθεί. «Να είσαι πιστός μέχρι θανάτου και θα σου δώσω το στέμμα της ζωής». (Αποκ. 2:10) Αυτός είναι ο βασικός κανόνας της πνευματικής ζωής.


Πηγή:  https://blog.obitel-minsk.com/



Το θαύμα της Αγίας Άννας ,της Μητέρας της Παναγιάς μας,στον τραγουδιστή ...


ΠΗΓΗ:ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ (Ι.Χ.Θ.Υ.Σ)

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

Ο Άγιος Νικόλαος σώζει τρεις αδελφές από την πορνεία και τις παντρεύει

 

Σημείωση Blog: santa claus μεταφράζεται στα Ελληνικά Άγιος Νικόλαος.

 Από τέτοια περιστατικά όπου περιγράφονται στον βίο του, ότι δηλαδή ήταν πολύ φιλάνθρωπος και ελεούσε χωρίς να τον αντιλαμβάνεται κανείς, για να αποφύγει την επίγεια δόξα, προέκυψε ο λεγόμενος «Άγιος Βασίλης». Εμείς ας μιμηθούμε τον Άγιο Νικόλαο και τον Άγιο Βασίλειο για τις αρετές τους και ας απορρίψουμε τους μύθους και την εκκοσμίκευση.


Κάποιος άνθρωπος υπέστη οικονομική καταστροφή και κατάντησε άδοξος από ένδοξος και φτωχός από πλούσιος. Ο άνθρωπος αυτός σχεδίαζε όλες τις δυνατές λύσεις στην περιπέτειά του, αφού είχε καταντήσει πάμφτωχος, επειδή του έλειπαν ήδη και αυτά τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωση της οικογένειάς του. Αλίμονο! μέχρι και ποιο σημείο η ανέχεια βιάζεται να προχωρεί! Στην απελπισία του, λοιπόν, επάνω πήρε την απόφαση να εκδίδει τις θυγατέρες του (είχε τρεις, που διακρίνονταν για το υπέροχο κάλλος και την εξαιρετική ομορφιά τους) προς ακολασία σ’ αυτούς που το επιθυμούν, παίρνοντας χρήματα, και έτσι να εξασφαλίζει την τροφή για τον εαυτό του και τα παιδιά του.
Και βέβαια λένε: το να θέλει να βορβορολογεί κάποιος από το βόρβορο και να εξασφαλίζει πόρους για τον εαυτό του ποιας άραγε φτώχειας δεν είναι περισσότερο χαλεπό;
Επιθυμούσε, λοιπόν, ο άνθρωπος να τις παντρέψει δεν μπορούσε όμως εξαιτίας της μεγάλης φτώχειας του. Έτσι αυτές θα ατιμάζονταν απ’ όλους και ο σωματικός έρωτας αξίωνε εδώ το δεύτερο άθλο για τον έρωτα των χρημάτων. Ο άνθρωπος, λοιπόν, αυτός βρισκόταν σ’ αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση και υπέφερε ψυχικά για την κακή αυτή σκέψη του, όμως προχωρούσε ήδη να κάμει πράξη την απόφασή του. Λένε ότι, πραγματικά, δεν υπάρχει τίποτε πιο φοβερό από την ανέχεια. Αλλά Συ ο φιλάνθρωπος, ο αγαθοποιός προς όλους τους ανθρώπους Θεός, Συ που κάμπτεσαι με φιλανθρωπία από τις ανάγκες μας, ποιον τρόπο βρίσκεις, λοιπόν, και ποια θεραπεία για το ακαταμάχητο αυτό κακό; Και πράγματι, βρίσκεις τρόπο να φτάσει στ’ αυτιά του θεράποντά σου, του αγίου Νικολάου, αυτό που πρόκειται να συμβεί με τα τρία κορίτσια και τον στέλνεις με τρόπο αξιοθαύμαστο, ως αγαθό άγγελο, στον πατέρα τους, που πιέζεται σωματικά και κινδυνεύει η ψυχή του, να τον συντρέξει στη φτώχεια του και να τον διασώσει από την απώλεια στην οποία αυτή τον οδηγεί.
Εκτός από τα άλλα, κοίτα και τη μεγαλοψυχία του Αγίου, πώς δηλαδή συνδυάζει τη σύνεση με τη συμπάθεια. Να τι έκαμε: Δε σκέφτηκε καθόλου να προσέλθει στο δυστυχισμένο άνθρωπο, ούτε και να συζητήσει για λίγο το θέμα, ούτε να φανερώσει σ’ αυτόν και μόνον το ευεργετικό του χέρι, πράγμα που συνηθίζουν όλοι οι μικρόψυχοι που κάνουν κάποια μικροελεημοσύνη. Γιατί ήξερε ότι αυτά είναι ενοχλητικά γι’ αυτούς που ξέπεσαν από τον πλούτο και τη δόξα στην ανέχεια και στη δυστυχία, αφού και τους ντροπιάζουν και την ευημερία που είχαν πριν τους υπενθυμίζουν. Αλλά, νομίζω, σαν να επιθυμούσε εκείνος να ξεπεράσει και την ευαγγελική παραγγελία, δηλαδή το να μη γνωρίζει το αριστερό χέρι τι κάνει το δεξιό, δεν ηθέλησε να έχει ως μάρτυρα της πράξεώς του ούτε τον ίδιο τον ευεργετούμενο. Έτσι απείχε πολύ από του να ζητεί τη δόξα των ανθρώπων, αφού και περισσότερο αυτός φρόντιζε να κρύβει τις αγαθοεργίες του, παρά άλλοι που έκαναν αισχρές πράξεις. Πήρε, λοιπόν, κομπόδεμα με χρυσάφι, πήγε τα μεσάνυχτα κοντά στο σπίτι του φτωχού ανθρώπου, το έριξε από ένα παραθυράκι μέσα και γύρισε αμέσως σπίτι του, σαν να ντρεπόταν μην τον ιδούν, όταν έκανε αυτή την αγαθοεργία.

Μία από τις αδελφές παντρεύεται. Χρυσάφι και για άλλη.
Πρωί πρωί, που ξύπνησε ο άνθρωπος, βρήκε το χρυσάφι και, στη συνέχεια, αφού έλυσε το κομπόδεμα, εξεπλάγη και νόμιζε ότι μπορεί να είχε εξαπατηθεί, φοβούμενος μήπως δεν είναι χρυσάφι αυτό που έβλεπε. Αναρωτιόταν, λοιπόν, για ποιο λόγο δε θέλησε ο ευεργέτης να έχει ως μάρτυρα της ευεργεσίας του αυτόν που ευεργετήθηκε. Τη στιγμή εκείνη, τρίβοντας το μέταλλο με τα άκρα των δακτύλων του και παρατηρώντας το πιο προσεκτικά, διαπίστωσε ότι ήταν πράγματι χρυσάφι. Για το απροσδόκητο αυτό γεγονός χαιρόταν πολύ, ένιωθε έκπληξη και απορούσε, ενώ έχυνε θερμά δάκρυα από τη μεγάλη του χαρά• δεν είχε και τι να κάνει. Και επειδή, στριφογυρίζοντας πολλά στο νου του, δεν είχε κανέναν από τους γνωστούς του στον οποίο να αποδώσει το γεγονός της αγαθοεργίας αυτής, το απέδωσε στο Θεό και δε σταματούσε να εκφράζει με δάκρυα τις ευχαριστίες του. Τώρα βέβαια, πριν από τις άλλες ανάγκες, βιαζόταν να απαλλαγεί από την αμαρτία του προς το Θεό και πάντρεψε μια από τις θυγατέρες του, την πρώτη, δίνοντάς της ως προίκα το χρυσάφι που έρευσε μόνο του ή, καλύτερα, θα έλεγα το θεόσταλτο, που ήταν σημαντικό.
Το γεγονός του γάμου το πληροφορήθηκε ο θαυμαστός Νικόλαος και διαπίστωσε ότι ο πατέρας έπραξε σύμφωνα με τη γνώμη του —αυτό πράγματι και επιθυμούσε, δηλαδή να του λύσει με το γάμο την πρόφαση της αμαρτίας—, γι’ αυτό και ετοιμάστηκε να προσφέρει βοήθεια και για το δεύτερο κορίτσι. Και πραγματικά, και άλλο κομπόδεμα με χρυσάφι, ισόποσο προς το προηγούμενο, προσέφερε σ’ αυτόν τη νύχτα, χωρίς να τον πάρει κανείς είδηση. Τα χαράματα, λοιπόν, που σηκώθηκε ο πατέρας των κοριτσιών, βρήκε στο δάπεδο το χρυσάφι. Και, αφού είδε πως ο Θεός, χωρίς ο ίδιος να κοπιάσει καθόλου, έριξε σαν βροχή τον πλούτο σ’ αυτόν και του έδωσε, όπως λέει ο λόγος, σιτάρι αλεσμένο, διακατεχόταν και πάλι από την ίδια έκπληξη.
Ακολούθως, αφού έσκυψε βαθιά και στήριξε στο έδαφος το μέτωπό του, έχυνε θερμότερα δάκρυα λέγοντας: «Θεέ αγαθέ, Θεέ κηδεμόνα των πάντων και αίτιε κάθε αγαθού, οικονόμε της σωτηρίας μας, Συ που έγινες άνθρωπος και για τις δικές μου αμαρτίες και τώρα σώζεις εμέ μαζί με τα παιδιά μου από την αναπόφευκτη παγίδα του εχθρού, σε παρακαλώ γνώρισέ μου ποιος είναι ο υπηρέτης του θελήματος σου, ο μιμητής σου, ο άγγελος ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτός που έτσι πάλι με αναπλάθει, που αποκαθιστά την ευημερία μου και με λυτρώνει από την ολέθρια απόφασή μου. Και να, με το δικό σου έλεος δίνω και τη δεύτερη κόρη μου σε νόμιμο άνδρα. Έτσι γλίτωσε πλέον και αυτή τη «μνηστεία» με το διάβολο και εγώ είχα κέρδος, αφού δεν εκτέλεσα πράξη που θα μου προκαλούσε ζημιά στην ψυχή».

Ο γάμος της δεύτερης κόρης. Ο Άγιος προσφέρει χρυσάφι και για την τρίτη κόρη. Ο πατέρας ανακαλύπτει τον ευεργέτη του.
Αυτά έλεγε, και πολύ γρήγορα πάντρεψε και τη δεύτερη κόρη του, έχοντας πλέον και την αγαθή ελπίδα ότι δε θα καθυστερήσει να παντρέψει και την τρίτη.
Πράγματι, πίστευε ότι είχε ήδη την προίκα στα χέρια του. Και το πίστευε αυτό, στηριζόμενος, καθώς ήταν φυσικό, σε ό,τι είχε συμβεί με τις δύο άλλες κόρες του. Ύστερα από αυτά, λοιπόν, παρακολουθούσε προσεκτικά και βρισκόταν σε ετοιμότητα μήπως έλθει ο ευεργέτης και πάλι δεν τον αντιληφτεί. Βέβαια θα ευφραινόταν με την παροχή, θα στενοχωριόταν όμως, αν δεν τον έβλεπε και, ακόμη, αν δεν ήθελε να δεχτεί να του εκφράσει με λόγια την ευγνωμοσύνη του.
Έμενε, λοιπόν, άγρυπνος και έτσι περίμενε την έλευση του φιλανθρώπου. Ο ευεργέτης πήγε και για τρίτη φορά Πήγε όμως πάρα πολύ προσεκτικά, αργά τη νύχτα, χωρίς να ακούγεται καθόλου το περπάτημά του, και, μόλις έφτασε στο συνηθισμένο τόπο, έριξε από το ίδιο παραθυράκι μέσα στο σπίτι κομπόδεμα με ίση ποσότητα χρυσού. Αμέσως απομακρύνθηκε τρέχοντας και γύρισε στο σπίτι του.
Ο πατέρας των κοριτσιών, που δεχόταν τις ευεργεσίες του φιλανθρώπου, μόλις άκουσε το θόρυβο του χρυσού που έπεσε στο δάπεδο —και δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι του συμπαρίσταται ο ίδιος πλουτοδότης —, έτρεξε πίσω του με όση ταχύτητα μπορούσε, για να τον φτάσει. Αφού τον έφτασε και γνώρισε ποιος είναι —γιατί ήταν πασίγνωστος για την αρετή του — , η χαρά του ήταν απερίγραπτη, επειδή κρατούσε ασφαλώς το θήραμά του και είχε στα χέρια του τον ευεργέτη του. Έπεσε, λοιπόν, με ευχαρίστηση στα πόδια του και τον αποκαλούσε λυτρωτή και βοηθό και σωτήρα ψυχών που κινδύνευσαν να φτάσουν στο έσχατο της καταστροφής και της αμαρτίας. «Εάν πραγματικά, έλεγε, δεν υποκινούσε τα σπλαχνικά σου αισθήματα ο πολυέλεος Κύριος, θα είχαμε από καιρό ψυχικώς» χαθεί εγώ ο άθλιος πατέρας μαζί με τις τρεις, αλίμονο, θυγατέρες μου. Αλλά τώρα μας έσωσε μέσω του προσώπου σου και μας διαφύλαξε από την πικρή πτώση στην αμαρτία και σήκωσε ο Κύριος φτωχούς από την κατάσταση της βρωμιάς και ανέσυρε από τη γη δυστυχισμένους». Αυτά τα λόγια, λοιπόν, έλεγε στον Άγιο εκείνος ο πατέρας, με δάκρυα χαράς και θερμή πίστη, και παρέμεινε πολύ χρόνο πεσμένος μπροστά στα ευλογημένα πόδια του.
Ο Άγιος όμως, επειδή διαπίστωσε ότι έγινε γνωστός πλέον στον πατέρα των κοριτσιών, τον σήκωσε επάνω και τον δέσμευσε με πολύ μεγάλους όρκους να μην ανακοινώσει ποτέ σε άλλους αυτά που είχαν γίνει, ούτε να γνωστοποιήσει την ελεημοσύνη γενικότερα στο λαό.

(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΉΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ, Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα).

ΠΗΓΗ: https://www.sostis.gr/blog/

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Το μέτρο του μαργωνίου

 

"Το μοτόρι" το καϊκάκι που τα παλιότερα χρόνια μετέφερε τους πατέρες στο Άγιον Όρος. Διακρίνονται: +π. Αρτέμιος, +Δήμος Δημάκος και π. Ακάκιος. 

Κάποτε ο όσιος Θεόδωρος, ο υποτακτικός του Μ. Παχωμίου, μπήκε σε μια βάρκα για να περάση τον Νείλο. Στη βάρκα βρέθηκαν δύο άγνωστοί του σεβάσμιοι μοναχοί. Ο ένας άρχισε να τον εγκωμιάζη στον άλλο και να λέη:

-Μακάριος αυτός ο μοναχός!

Ο άλλος του απάντησε:

-Τι τον μακαρίζεις; Δεν έφθασε ακόμη στο μέτρο του μαργωνίου (κοφινιού που μετρούσαν τους καρπούς).

-Τι είναι αυτό το μέτρο;

-Να, ήταν ένας γεωργός πολύ σκληρός. Μαζί του σπάνιο ήταν να μπορέση να κάνη κανείς ολόκληρο χρόνο. Κάποιος ήρθε κοντά του και του λέει: «Θέλω να εργασθώ μαζί σου». «Καλά», απάντησε εκείνος. Και την ημέρα του ποτίσματος ο γεωργός του λέει: «Ας τραβήξουμε νερό τη ωύχτα για να ποτίσουμε το χωράφι κι όχι την ημέρα». Αποκρίνεται ο μισθωτός: «Σοφό είναι αυτό, για να μην πιή κανείς ούτε κτήνος ούτε άνθρωπος ούτε τίποτε άλλο από το αυλάκι μας». Και όταν επρόκειτο να οργώσουν, του λέει: «Το χωράφι μας έτσι θα το σπείρουμε: ένα αυλάκι σιτάρι, ένα κριθάρι, το άλλο φακές, το άλλο μπιζέλια και τα υπόλοιπα παρόμοια». Και είπε ο άλλος: «Η σύνεσις αυτή είναι μεγαλύτερη από την προηγούμενη, γιτί το χωράφι μας θα είναι ωραίο με την ποικιλία των λουλουδιών». Κι όταν το χόρτο που φύτρωσε από τα διαφορετικά φυτά, δεν είχε κάνει ακόμη σπόρο, του λέει ο γεωργός: «Πάμε να θερίσουμε». Απαντά ο μισθωτός: «Πάμε. Θα βγάλουμε μεγάλο κέρδος απ’ αυτό το χόρτο. Είναι χλωρό και καλό». Μετά το θέρισμα του λέει να φέρη το μαργώνιο: «Αφού μετρήσουμε το χόρτο, ας το μεταφέρουμε μέσα». Ο άλλος απαντά: «Αυτό είναι σοφώτερο από τα προηγούμενα, γιατί με τον τρόπο αυτό θα διατηρηθή το χόρτο». Αφού ο γεωργός τον δοκίμασε με τον τρόπο αυτό και είδε ότι ήταν υπάκουος σε όλα αδιακρίτως, του λέει: «Δεν θα είσαι πια μισθωτός μου, αλλά γιός και κληρονόμος». Λοιπόν,  αν και αυτός ο μοναχός φθάση σε τέτοια μέτρα αδιακρίτου υπακοής, τότε θα είναι μακάριος.

-Έχει κάποιο νόημα η παραβολή αυτή; Ρώτησε ο πρώτος.

-Ναι! Γεωργός είναι ο Θεός. Και φαίνεται σκληρός, γιατί παραγγέλει να βαστάμε σταυρό και να κόβουμε το θέλημά μας. Ο Μ. Παχώμιος, ο γέροντας του μοναχού αυτού, έδειξε υπακοή σε όλα και έγινε ευάρεστος στον Θεό. Αν και αυτός δείξη αδιάκριτη υπακοή, τότε θα ευαρεστήση στον Θεό.

Ο όσιος Θεόδωρος άκουγε κατάπληκτος τη συζήτησι των συνταξιδιωτ’ων του. Δυνάμωνε με τα λόγια τους ο ζήλος του για την αδιάκριτη υπακοή. Όταν όμως βγήκε από τη βάρκα, δεν τους είδε πλέον. Όπως τον διαβεβαίωσε αργότερα ο Μ. Παχώμιος, ήταν άγγελοι, σταλμένοι από τον Θεό για να τον ενισχύσουν και να τον παρηγορήσουν.

(Βίος αγίου Παχωμίου)

ΠΗΓΗ: «Χαρίσματα και χαρισματούχοι» τόμος β Ι.Μ. Παρακλήτου

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

†Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιαννανίτου: Περί πνευματικού Πατρός και ιεράς Εξομολογήσεως.

 


Το ψάρι εξερχόμενον εκ της θαλάσσης ευθύς αποθνήσκει και μίαν ημέραν εάν δεν αλατισθή βρομά. Και ο θέλων φθάσαι εις την απάθειαν ακαθοδήγητος, άνευ πνευματικού οδηγού, όχι μόνον αποθνήσκει αλλά και βρομίζει. Διότι εξερχόμενος βλέπει πράγματα απρεπή, ακούει απρεπείς συζητήσεις, εκ των οποίων βλάπτεται. Μη έχων δε πνευματικόν οδηγόν δια να τον αλατίση με τας πατερικάς διδαχάς βρομίζει. Φθάνει μάλιστα εις σημείον, ένεκα του πάθους της υπερηφανείας, να μη θέλη να επιστρέψη εις τας αγκάλας του πνευματικού του οδηγού.

Εις αυτόν ο πανάγαθος Θεός διά του προφήτου Ησαΐου λέγει: «Γνωρίζει ο βους τον αυθέντην του»[i], συ όμως αγνοείς τον πνευματικόν σου οδηγόν και πατέρα.

Και διατί φέρει ως παράδειγμα τον βούν; Διότι όταν κάποιος αναθρέψη ένα βουν από τότε που θα γεννηθή, και μετά ξενιτευθή εις άλλο μέρος ή υπάγη δια εργασίαν μακριά, όταν επιστρέψη και τον ιδή ο βους, όσα χρόνια και αν έχουν περάσει, τον αναγνωρίζει και τον χαιρετά με την ιδίαν του λαλιάν, και όχι μόνον τον χαιρετά, αλλά και κλαίει από την χαράν του.

Ο πανάγαθος Θεός λοιπόν παραπονείται και λέγει, ότι ενεπιστεύθηκα την ψυχήν σου εις άνθρωπον έμπειρον δια να την φέρη εις εύδιον λιμένα της Βασιλείας μου. Συ όμως όχι μόνον το αρνείσαι, αλλά και τον υβρίζεις και τον κακολογείς, γινόμενος αχάριστος.

Ο βους ακόμη εξερχόμενος από την φάτνην του δια αροτρίωσιν δεν λυπείται, αλλά αγάλλεται. Πηγαίνει εις το χωράφι ήσυχος και ήρεμος. Κάθηται και του βάζει ο ζευγολάτης εις τον τράχηλόν του τον βαρύν ζυγόν του αρότρου και με υπομονήν εργάζεται όλην την ημέραν αδιαμαρτυρήτως. Όταν δε ο αυθέντης του το απαλλάξη από το φορτίον του τραχήλου τον βλέπει με ήρεμα μέτια και ευγνωμοσύνην.

Κατά τον ίδιον τρόπον και ο Πνευματικός θέλει δια των διδαχών του, να σπείρη μέσα εις την καρδίαν του Χριστιανού, την αγάπην του Θεού. Εκείνος δε όχι μόνον χαίρεται εις τας διδαχάς του καλού κυβερνήτου του, αλλά και πτερουγίζει η καρδία του λέγουσα∙ Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, δια της οδηγίας και κυβερνήσεως του εμπείρου πνευματικού πατρός μου.

Όποιος λοιπόν θέλει να ανεβή υψηλά εις την κλίμακα της πνευματικής ζωής, οφείλει πρώτον να εύρη έμπειρον Πνευματικόν, ο οποίος να δύναται όχι μόνον να τον επαναφέρη, εις το ύψος της αγνείας και σωφροσύνης, εάν είναι νέος και έχη ξεπέσει από το ύψος της παρθενίας εις σαρκικάς αμαρτίας, αλλά και να τον διδάξη να είναι ανεκτικός, υπομονητικός και ταπεινόφρων. Και τοιουτοτρόπως δια της καθαράς εξομολογήσεως και μετανοίας τον φέρει εις μέτρα αγιότητος, ώστε να βλέπη τον Τριαδικόν Θεόν εις την καρδίαν του και να βλέπεται υπ’ Αυτού.

Τας ψυχάς σας κατ’ οικονομίαν Θεού και με το ίδιον θέλημά σας εκρεμάσατε εις το επιτραχήλιον της ιερωσύνης. Το επιτραχήλιον είναι τύπος, κατά διαδοχήν, του λεντίου, όπου εφόρεσεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όταν έπλυνε και εσφόγγισε τους πόδας των αγίων Αποστόλων και Μαθητών Του. Και σεις, εάν θέλετε να περάσετε χωρίς φουρτούνα το πέλαγος τούτοτου βίου και να υπάγετε εις τον καλόν λιμένα, όπου είναι η Βασιλεία του Θεού, ακούσατε τας συμβουλάς και οδηγίας, τας οποίας σας δίδει η αγία Εκκλησία διά της ιερωσύνης των πνευματικών πατέρων της. Όταν εργασθήτε αυτάς, θα ιδήτε την ωφέλειάν των και θα ευχαριστήσετε τον δοτήρα Θεόν, ο οποίος σας ηξίωσε να διδάσκεσθε το πως να φυλάττετε την ψυχήν σας καθαράν από τα ξένα προς αυτήν πάθη.

Εκείνος ο οποίος θέλει να φυλάξη τον εαυτόν του καθαρόν, πρέπει να σκεφθή ότι μίαν ημέραν θα αναχωρήση εκ του κόσμου τούτου, και ο πανάγαθος Θεός, όπου γνωρίζει τα πάντα προτού να γίνουν, του έχει προετοιμάσει και την θέσιν που θα λάβη όταν φυλάξη την ψυχήν του καθαρωτάτην.

Μετά το άγιον Βάπτισμα, επειδή ο άνθρωπος εξέρχεται από την αγίαν Κολυμβήθρα καθαρός και ακέραιος ωσάν το περιστέρι, ο εχθρός της ψυχής του έχει στρέψει όλα τα όπλα του εις το πως να μολύνη την καθαρωτάτην ψυχήν, η οποία πρώτον μεν είχε τον μολυσμόν του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά μετά ταύτα βαπτισθείσα εις την κολυμβήθραν διά των τριών καταδύσεων, εξήλθεν ακεραία ωσεί περιστερά.

Ο πανάγαθος Θεός φέρει παράδειγμα εν τω αγίω αυτού Ευαγγελίω την περιστεράν, διότι αυτή είναι ακεραία και δεν έχει μίσος. Όταν όμως τρώγη απροσέκτως, τότε το γεράκι, που βλέπει από υψηλά εις πόσην λήθην την έχει ρίψει το πάθος της γαστριμαργίας, κατεβαίνει αιφνιδίως και την αρπάζει, και τότε αλλοίμονον τα χάνει όλα.

Έτσι και η ψυχή, μη προσέχουσα, αλλά τρώγουσα με λήθην, πρώτον διά της φαντασίας, τας αισχράς εικόνας των παθών του κόσμου, δεύτερον διά των συγκαταθέσεων εις τα πάθη, και τρίτον διά των αισχίστων πράξεων, συλλαμβάνεται και κατασπαράσσεται από τα νύχια του νοητού ιέρακος (διαβόλου) και χάνεται τελείως. Αλλά η άπειρος αγάπη του παναγάθου Θεού διά τον άνθρωπον έχει μετά το πίπτειν το εγείρεσθαι, διά της μετανοίας και ταπεινοφροσύνης.

Μετά την πτώσιν όμως χρειάζεται πολύς κόπος. Αυτός που έπεσε πρέπει να έχη μεγάλην προσοχήν και να σκέπτεται πάντοτε, ότι ο πανάγαθος Θεός προ της πτώσεώς του τον είχε δημιουργήσει επίγειον άγγελον.

Η ψυχή ως άυλος και θεία δεν εμποδίζεται από τίποτε. Επομένως εάν η φαντασία είναι καθαρά, η διάνοια καθαρωτάτη, και ο νους είναι βασιλεύς και κυβερνήτης της ψυχής, τότε αυτή χωρίς κόπον αναβιβάζεται από την θεωρίαν των κτισμάτων εις το κάλλος του Θεού. Όταν όμως συγκαταβαίνη εις τους αισχρούς λογισμούς, τότε πίπτει ο νους και σκοτίζεται. Εσκοτισμένος παρακαλεί τον φύλακά του, δηλαδή την συνείδησίν του, να τον ελέγξη. Ο δε έλεγχος αυτός της συνειδήσεως τον οδηγεί εις την κατάνυξιν, την συντροβήν και την μνήμην του θανάτου.

Ερχόμενος ο χριστιανός εις αυτήν την κατάστασιν προστρέχει εις τον Πνευματικόν και εξομολογείται. Και ο Πνευματικός, τι κάμνει; Τον εξετάζει διά της πείρας του επιμελώς και επισταμένως, προσέχων να τον απαλλάξη και από την μικράν ουλήν την οποίαν αφήνει η αμαρτία, ίνα μη γίνη εις αυτόν πνευματική γάγγραινα. Αρχικώς διά να τον ενθαρρύνη και παρηγορήση του λέγει, δεν είναι τίποτε αυτό, έως ότου ιδή στερεάν την μετάνοιαν εις την καρδίαν του, και τότε τον νουθετεί και τον διδάσκει διά διαφόρων γεγονότων, τα οποία γνωρίζει εκ πείρας και έχει μελετήσει εις διάφορα βιβλία.

Ο εχθρός όμως διάβολος ο οποίος βλέπει το επιδέξιον του Πνευματικού, και γνωρίζων ότι ο πανάγαθος Θεός δεν έκαμε τον άνθρωπον εις απώλειαν αλλά «εις περιποίησιν», και ότι η ψυχή του είναι εξηγορασμένη με το πάντιμον αίμα Του, προσπαθεί να τον μολύνη. Και διά να το κατορθώση αυτό, φέρνει πολλάς φοράς εις τον εξομολογούμενον εικόνας αισχράς, ώστε να τον απελπίση ότι δήθεν δεν υπάρχει ελπίς σωτηρίας δι’ αυτόν όπου εμόλυνε το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν, και ούτω να τον ρίψη εις την απόγνωσιν.

Αλλά ο Χριστιανός δεν πρέπει να απελπίζεται, έχων εις τον νουν του το παράδειγμα του ασώτου υιού, ο οποίος, όταν μετενόησε, επέστρεψεν και ο πατήρ του με πολλήν αγάπην τον ενηγκαλίσθη μετανοούντα, και τα λοιπά, καθώς το ιερόν Ευαγγέλιον διηγείται.

Αλλά και άλλα πολλά παραδείγματα επιστροφής εις το ύψος της καθαρότητος συναντώμεν εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν.

Αρκεί ολίγον κατ’ ολίγον να αγαπήσωμεν τον πανάγαθον Θεόν σκεπτόμενοι τας προς ημάς πολλάς Του ευεργεσίας, και εκείνος κατόπιν θα οικονομήση τα της σωτηρίας ημών. Δεν θέλει πολύ, ας αρχίσωμεν από μίαν τρίχαν.

Ενθυμείσθε ο καθείς την μακαρίτισσαν την γιαγιάν μας; Εγνεθε την ρόκαν της, έβγαζε μίαν κλωστήν. Μετά αυτήν την κλωστήν την εδίπλωνε, και όχι δυό ή τρείς φοράς, αλλά πολλάς. Κατόπιν εγίνετο σχοινί και με αυτό εξυπηρετείτο εις κάθε χρείαν και ανάγκην όπου το είχε.

Και ημείς ας αγαπήσωμεν αρχικώς μίαν τρίχαν (ολίγον δηλαδή) τον Θεόν, και κατόπιν αυτή η τρίχα θα γίνη σχοινί χονδρό. Θα το δώσωμεν εις τον Θεόν και ο πανάγαθος Θελος θα μας τραβήξη κοντά Του. Ο πανάγαθος Θεός συνεχώς μας λέγει: «Δός μοι υιέ, σην καρδίαν» (παροιμ. Κγ΄26). Όταν δε του δώσετε την καρδίαν σας διά της αδιαλείπτου καρδιακής προσευχής, άλλο τίποτε δεν θα αγαπάτε, παρά μόνον το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, το οποίον αγαπώμενον και επικαλούμενον εκδιώκει μακράν τας αισχράς φαντασίας και τον κίνδυνον διά συγκαταθέσεις και πράξεις.

Όταν εργάζεσθε αυτήν την καρδιακήν εργασίαν της προσευχής θα έχετε χαράν παντοτινήν. Και διά της χαράς αυτής και του θείου έρωτος του Χριστού θα γλυκανθήτε εις τον αγνόν βίον, αφήνοντας την ματαιότητα του κόσμου.

Ο Πνευματικός εις την εξομολόγησιν των λογισμών, πρέπει να ακούη, μηδέν λαλών, μήτε να ερωτά, γιατί το έκαμες, αλλά να λέγη∙ «Δεν πειράζει, παιδί μου, άνθρωποι είμεθα, και δι’ ευχών των Πατέρων μας θα διορθωθώμεν».

Όταν δε ακούη εξομολογήσεις, ο νους του εξομολογούντος πρέπει να είναι εις τον ουρανόν και να σκέπτεται, ότι ο εξομολογούμενος δεν έχει κάνει τίποτε εμπρός εις τα ιδικά του αμαρτήματα, όπου είναι πάμπολλα, όπως η άμμος, ενώ του εξομολογουμένου είναι μηδέν.

Πρέπει να έχη εις την καρδίαν του την πνευματικήν ηδονήν και αγαλλίασιν εκ της πηγής του γλυκυτάτου ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ακόμη, δεν πρέπει να φιλονική, αλλά να έχη την υπομονήν, την ανοχήν και την σιωπήν, διότι αυτά τα όπλα έχουν μητέρα την ταπεινοφροσύνην και δι’ αυτών θα κατατροπώνη τους δαίμονας και θα κερδίζη ψυχάς.

Όταν δε έχη πρόσωπα, τα οποία εις τον κόσμον ηπατήθησαν και εξέπεσαν εις πολλά άτιμα πάθη, να είναι παρήγορος, διότι αι ηδοναί, τας οποίας απήλαυσαν δια των αισχρών παθών, είναι δηλητήριον εις την ψυχήν των και με πολλήν καρτερίαν και διάκρισιν θα εξέλθη αυτό το δηλητήριον από την ψυχήν των. Πρωτίστως να ευχαριστή τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο οποίος ηξίωσε αυτήν την ψυχήν και εξήλθεν από τον κυκεώνα της αμαρτίας, και κατόπιν με υπομονήν να την οδηγή κατ’ ολίγον εις την οδόν της αρετής με υπομονήν να την οδηγή κατ’ ολίγον εις την οδόν της αρετής.

Κάθε πνευματικός πατήρ, αν δεν γίνη παράδειγμα ταπεινώσεως εις τον μαθητήν του και δεν υποταχθή εις αυτόν, καθώς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έπλυνε τα πόδια των Αποστόλων, δεν θα δυνηθή μα βοηθήση τον μαθητήν του να φθάση εις το βάθος της ταπεινοφροσύνης και δι’ αυτής εις το ύψος της θεωρίας.

 

ΠΗΓΗ:»ΓΕΡΟΝΤΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ» τόμος β΄ †Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιαννανίτου

Έκδ. Ι. Μ. Παναγίας Οδηγητρίας Μώλος Λοκρίδος



[i] Βλ. Ησαΐα α’ 3: «Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός με ου συνήκεν».

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

Πράσινο φως για «βιονικούς» στρατιώτες

 

Σημείωση blog: Αυτά πριν τριάντα χρόνια λεγόντουσαν επιστημονική φαντασία και σήμερα λαμβάνουν "σάρκα και οστά". Τι μπορεί λοιπόν να χαρακτηριστεί συνωμοσιολογία ή  δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο; 


Μεταξύ άλλων, θα επιτρέπονται ο γεωγραφικός εντοπισμός των «βιονικών» στρατιωτών από τους ανωτέρους τους στο πεδίο της μάχης και η ηλεκτρονική τους σύνδεση με οπλικά συστήματα ή άλλους στρατιώτες (φωτ. A.P.).

REUTERS

11.12.2020 • 21:34

 

ΠΑΡΙΣΙ. Την έγκρισή της προσέφερε, χθες, η επιτροπή δεοντολογίας και ηθικών θεμάτων των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων για την ανάπτυξη «ενισχυμένων στρατιωτών» με τη χρήση ρομποτικών εξωσκελετών και εμφυτευμάτων. Οι «βιονικοί» στρατιώτες θα μπορούν έτσι «να βελτιώσουν τις σωματικές, διανοητικές και ψυχολογικές ικανότητές τους», επιτρέποντας μεταξύ άλλων τον γεωγραφικό εντοπισμό τους από τους ανωτέρους τους στο πεδίο της μάχης και την ηλεκτρονική τους σύνδεση με οπλικά συστήματα ή άλλους στρατιώτες.

Αλλες «βελτιώσεις», τις οποίες εξετάζει το γαλλικό επιτελείο, αφορούν τη χρήση ιατρικών μεθόδων για την αντιμετώπιση του πόνου, του άγχους και της κόπωσης, καθώς και τη δημιουργία χημικών ουσιών, οι οποίες θα ενισχύουν την ψυχική αντοχή στρατιωτών που έχουν αιχμαλωτιστεί. «Η Γαλλία οφείλει να συντηρεί την επιχειρησιακή υπεροχή των στρατευμάτων της, σεβόμενη την ίδια ώρα τους κανόνες του στρατιωτικού δικαίου και τις θεμελιώδεις αξίες της κοινωνίας μας», αναφέρει στην έκθεσή της η επιτροπή δεοντολογίας. Για τον λόγο αυτό, η επιτροπή απαγορεύει κάθε τροποποίηση, η οποία θα επηρεάζει την «ανθρωπιά» των στρατιωτών και την ικανότητά τους να ελέγχουν τη βία που ασκούν.

Παραδείγματα απαγορευμένων «βελτιώσεων» αποτελούν τα εγκεφαλικά εμφυτεύματα, που θα επηρεάσουν τις γνωσιολογικές ικανότητες του στρατιώτη και θα περιορίσουν την ελεύθερη βούλησή του. Σε δηλώσεις της αυτή την εβδομάδα, η Γαλλίδα υπουργός Αμυνας, Φλοράνς Παρλί, απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο «παρεμβατικών» βελτιώσεων σε μέλη του στρατεύματος. «Πρέπει, ωστόσο, να είμαστε ξεκάθαροι. Ολες οι χώρες δεν μοιράζονται δυστυχώς τις δικές μας ηθικές αναστολές και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για ένα τέτοιο μέλλον. Το πόρισμα της επιτροπής δεοντολογίας δεν αποτελεί απαγόρευση, ενώ τα σχέδιά μας μπορεί να αναθεωρηθούν στο άμεσο μέλλον», ανέφερε την Τρίτη η κ. Παρλί. 

Το πόρισμα της επιτροπής δεοντολογίας δημοσιεύεται λίγες ημέρες μετά το άρθρο του «τσάρου» των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, Τζον Ράντκλιφ, ο οποίος εκφράζει την ανησυχία του για τα απειλητικά σχέδια της Κίνας στον τομέα της στρατιωτικής τεχνολογίας. «Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η Κίνα έχει πραγματοποιήσει ήδη πειράματα σε στελέχη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, σε μία προσπάθεια δημιουργίας στρατιωτών με βιολογικά ενισχυμένες ικανότητες. Το κυνήγι του Πεκίνου για ισχύ δεν γνωρίζει ηθικούς φραγμούς», έγραφε ο Ράντκλιφ στην Wall Street Journal. Τους ισχυρισμούς του Αμερικανού αξιωματούχου απέρριψε το Πεκίνο, καλώντας «τον αμερικανικό πολιτικό κόσμο να πάψει την παραγωγή και διασπορά πολιτικών ιών και ψευδολογιών», σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας. Το 2016, αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ότι ο αμερικανικός στρατός δαπανά εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο για την κατασκευή προηγμένου εμφυτεύματος, που θα επιτρέπει στον εγκέφαλο στρατιωτών να επικοινωνεί απευθείας με υπολογιστές. Η υπηρεσία έρευνας και ανάπτυξης του Πενταγώνου DARPA ελπίζει ότι πέρα από τις αμυντικές του εφαρμογές, το εμφύτευμα θα βελτιώσει τη ζωή αναπήρων, που θα μπορούν να ελέγχουν αντικείμενα με τη σκέψη τους.

ΠΗΓΗ: www.kathimerini.gr

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Είναι τόσο όμορφη

 


Μη λέτε πολλά. Κρατήστε την γλώσσα. Αγαπήστε την σιωπή. Αν την συνηθίσετε, μετά δεν θα θέλετε να ομιλείτε. Τόσον είναι όμορφη η σιωπή.

Άγιος Ιερώνυμος της Αιγίνης

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

"Εγκατάλειψη"

 


Και αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου

47. Η εγκατάλειψη των αγωνιστών από το Θεό συνήθως γίνεται εξαιτίας κενοδοξίας ή κατακρίσεως του πλησίον ή επάρσεως για τις αρετές τους. Όποιο απ' αυτά τα τρία πλησιάσει και κυριαρχήσει στις ψυχές των αγωνιζομένων, προξενεί την εγκατάλειψη του Θεού. Και δε θα διαφύγουν τη δίκαιη καταδίκη για τις πτώσεις αυτές, μέχρις ότου διώξουν την αιτία της εγκαταλείψεως και καταφύγουν στο ύψος της ταπεινοφροσύνης. 48. Ακαθαρσία της καρδιάς και σπίλωση της ψυχής δεν είναι μόνο η παρουσία εμπαθών νοημάτων, αλλά και το να υπερηφανεύεται κανείς για το πλήθος των κατορθωμάτων του και να φουσκώνει για τις αρετές του και να έχει μεγάλη ιδέα πως απέκτησε σοφία και γνώση Θεού και να μέμφεται όσους αδελφούς είναι ράθυμοι και αμελείς. Και αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. 49. Μη νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από τα πάθη και ότι θα ξεφύγεις τον μολυσμό των εμπαθών νοημάτων που γεννιούνται από αυτά, εφόσον έχεις φρόνημα αγέρωχο και φουσκωμένο για τις αρετές σου. Δεν πρόκειται να αποκτήσεις αγαθούς λογισμούς ώστε να δεις την αυλή της ειρήνης, ούτε χρηστότητα και γαλήνη στην καρδιά ώστε να μπεις με χαρά στο ναό της αγάπης, έως ότου έχεις πεποίθηση στον εαυτό σου και στα έργα σου.

Νικήτας ο Στηθάτος (Όσιος)

 

και προσκαλούν πάλι τη ψυχή σε φιλία και οικειότητα μαζί τους

Πάρα πολύ βοηθά το μίσος κατά των δαιμόνων στη σωτηρία μας και είναι κατάλληλο για την εργασία της αρετής. Κι όμως αυτό το μίσος, δεν μπορούμε να το ανατρέφομε και να το αυξάνομε μέσα μας σαν ένα καλό γέννημα, επειδή τα φιλήδονα πονηρά πνεύματα το διασκορπίζουν και προσκαλούν πάλι τη ψυχή σε φιλία και οικειότητα μαζί τους. Αλλά αυτή τη φιλία ή μάλλον τη δυσκολοθεράπευτη γάγγραινα, ο Γιατρός των ψυχών τη θεραπεύει με την εγκατάλειψη. επιτρέπει να πάθομε κάτι φοβερό από αυτούς νύχτα και ημέρα. Και έπειτα η ψυχή ξαναγυρίζει στο αρχικό μίσος κατά των δαιμόνων, μαθαίνοντας να λέει προς τον Κύριο όπως ο Δαβίδ: «Τους μισούσα με μίσος τέλειο, έγιναν εχθροί μου»(22). Γιατί μισεί με τέλειο μίσος τους δαίμονες, εκείνος ο οποίος μήτε με πράξη μήτε με τη διάνοια αμαρτάνει, και αυτό είναι αλάνθαστο γνώρισμα της μέγιστης και πρώτου βαθμού απάθειας.

Ευάγριος ο Ποντικός

 

μη σου φανεί ανεξήγητο και παράδοξο

53. Αν έπεσες από εγκατάλειψη του Θεού σε πτώση σαρκική ή της γλώσσας ή του λογισμού, παρόλο που περνούσες ζωή επίπονη και τραχύτατη, μη σου φανεί ανεξήγητο και παράδοξο. Γιατί η πτώση είναι δική σου και οφείλεται σε σένα. Αν δηλαδή εσύ πρώτα δε σχημάτιζες —όπως δεν έπρεπε— κάποια κούφια και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, ή δεν υπερηφανευόσουν από αλαζονικό φρόνημα σε βάρος άλλου, ή δεν έκρινες κάποιον για την ανθρώπινη αδυναμία του, δεν θα σε εγκατέλειπε με δίκαιη απόφαση ο Θεός, και δε θα μάθαινες έτσι την αδυναμία σου. Την έμαθες λοιπόν, για να μάθεις έτσι να μην κρίνεις, να μην έχεις φρόνημα υψηλότερο απ' ό,τι πρέπει να έχεις και να μην υπερηφανεύεσαι κατά των άλλων.

 Νικήτας ο Στηθάτος (Όσιος)

 

Νήψη είναι μια μόνιμη σταθεροποίηση του λογισμού και στάση του στην πύλη της καρδιάς

Νήψη είναι μια μόνιμη σταθεροποίηση του λογισμού και στάση του στην πύλη της καρδιάς. βλέπει και ακούει τους κλέφτες λογισμούς να έρχονται, δηλαδή τι λένε και τι κάνουν οι ανθρωποκτόνοι δαίμονες. Και ποια είναι η μορφή που χάραξαν και όρθωσαν οι δαίμονες και η οποία προσπαθεί με τη φαντασία να εξαπατήσει το νου. Αυτά λοιπόν αν μας απασχολούν φιλόπονα, μας φανερώνουν, αν θέλομε, με εξαιρετική πληρότητα την πείρα του νοητού πολέμου. 7. Τη νήψη τη γεννά ο διπλός φόβος: τόσο οι εγκαταλείψεις από το Θεό, όσο και οι πειρασμοί που έρχονται για παιδαγωγία. Και είναι αυτή μια συνεχής παρουσία της προσοχής μέσα στην ηγεμονική δύναμη (το νου) του ανθρώπου που προσπαθεί να φράξει την πηγή των κακών λογισμών και έργων. Γι’ αυτό έρχονται και οι εγκαταλείψεις και οι αναπάντεχοι εκ μέρους του Θεού πειρασμοί προς διόρθωση του βίου μας. Και μάλιστα σ’ εκείνους που γεύθηκαν την ανάπαυση που δίνει το αγαθό της νήψεως και κατόπιν πέφτουν στην αμέλεια. Η νήψη που τηρείται συνεχώς γεννά τη συνήθεια. Η συνήθεια προκαλεί κάποια φυσική πυκνότητα στη νήψη. Κι αυτή γεννά ήρεμη θεωρία του νοητού πολέμου με τα χαρακτηριστικά του. τη διαδέχεται επίμονη ευχή του Ιησού και έπειτα γλυκιά ηρεμία του νου χωρίς φαντασίες και μια κατάσταση ενώσεως με τον Ιησού.

Ησύχιος ο Πρεσβύτερος (Άγιος)

 

Στο νου που υψηλοφρονεί, δίκαια επέρχεται οργή

16. Στο νου που υψηλοφρονεί, δίκαια επέρχεται οργή, δηλαδή εγκατάλειψη, όπως ειπώθηκε· παραχώρηση δηλαδή να ενοχλείται από τους δαίμονες κατά τη θεωρία, για να συναισθανθεί την φυσική ασθένειά του και να γνωρίσει καλά τη θεία δύναμη και χάρη που τον σκεπάζει και κατορθώνει κάθε αγαθό, και τέλος να ταπεινωθεί και να απομακρύνει εντελώς το αλλόκοτο και παρά φύση υπερήφανο φρόνημα, ώστε να μην επέλθει σ' αυτόν η άλλη οργή, η αφαίρεση δηλαδή των χαρισμάτων που του δόθηκαν, αφού θα έχει ταπεινωθεί και θα έχει έρθει σε συναίσθηση Εκείνου που χορηγεί τα καλά. 17. Εκείνος που με το πρώτο είδος της οργής, δηλαδή της εγκαταλείψεως, δε σωφρονίστηκε, ώστε να έρθει σε ταπείνωση, θεωρώντας την δάσκαλο της θεογνωσίας, αυτός δέχεται το δεύτερο είδος της οργής, η οποία του αφαιρεί την ενέργεια των χαρισμάτων και τον αφήνει έρημο από τη δύναμη που τον φρουρούσε πρωτύτερα. Γιατί λέει ο Θεός για τον αχάριστο Ισραήλ: «Θα αφαιρέσω το περίφραγμά του και θα παραδοθεί στη διαρπαγή, θα χαλάσω τον τοίχο του και θα καταπατηθεί· θα εγκαταλείψω το αμπέλι μου και δε θα κλαδευτεί ούτε θα σκαφτεί· θα μείνει χέρσο και θα γεμίσει αγκάθια και θα δώσω διαταγή στα σύννεφα να μη βρέξουν πάνω του»(Ησ. 5, 5-6).

Μάξιμος ο Ομολογητής

 

ώσπου να εννοήσει την αδυναμία του

81. Εκείνος που έδωσε θεληματικά τον εαυτό του στους κόπους των αρετών και βαδίζει με θέρμη το δρόμο της ασκήσεως, αξιώνεται να λάβει μεγάλες δωρεές από το Θεό. Προχωρώντας προς το μέσο της τελειότητας, έρχεται σε θεϊκές αποκαλύψεις και οπτασίες και γίνεται όλος τόσο φωτοειδής και σοφός, όσο επιτείνεται ο κάματος των αγώνων του. Όσο πάλι ανεβαίνει προς το ύψος της θεωρίας, τόσο σηκώνει εναντίον του πιο πολύ το φθόνο των ολεθρίων δαιμόνων γιατί αυτοί δεν υποφέρουν να βλέπουν άνθρωπο να μεταβάλλεται σε αγγελική φύση, γι' αυτό και ακονίζουν στα κρυφά εναντίον του το οξύ βέλος της οιήσεως. Αν λοιπόν καταλάβει την πανουργία και καταφύγει στο οχυρό της ταπεινώσεως, κατηγορώντας τον εαυτό του, ξεφεύγει τον όλεθρο της υπερηφάνειας και εισάγεται στα λιμάνια της σωτηρίας. Διαφορετικά, εγκαταλείπεται από το Θεό και παραδίνεται σε πνεύματα που τον ζητούν για να παιδευθεί ακούσια, αφού δεν προτίμησε τη θεληματική παίδευση. Αυτά τα πνεύματα είναι φιλήδονα και φιλόσαρκα, πονηρά και θυμώδη, και τον ταπεινώνουν με τις σφοδρές επιθέσεις τους, ώσπου να εννοήσει την αδυναμία του· και αφού θρηνήσει και απαλλαγεί από την παίδευση, θα λέει όπως ο Δαβίδ: «Μου έκανε πολύ καλό που με ταπείνωσες, για να μάθω το θέλημά Σου»(Ψαλμ. 118, 71). 

 Νικήτας ο Στηθάτος (Όσιος)

 

ΠΗΓΗ: https://religious.gr/

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝ ΠΛΑΝΑΤΑΙ; Παρερμηνεύουν τόν Χρυσόστομο τρεῖς ἐπίσκοποι καί Ἁγιορείτης ἡγούμενος

 


Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. 

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝ ΠΛΑΝΑΤΑΙ;

Παρερμηνεύουν τόν Χρυσόστομο

τρεῖς ἐπίσκοποι καί Ἁγιορείτης ἡγούμενος

Προλεγόμενα

Ἐδῶ καί ἀρκετό καιρό κυκλοφορεῖ στούς ἐκκλησιαστικούς καί θεολογικούς κύκλους μία ἐπικίνδυνη θέση γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἄγνωστη στήν Ἁγία Γραφή καί στήν Πατερική Παράδοση. Δυσκολεύονται οἱ Οἰκουμενιστές καί Συγκρητιστές νά περάσουν στό πλήρωμα τίς Ἐκκλησίας τίς ἀντιευαγγελικές καί ἀντιπατερικές διδασκαλίες τους, μολονότι σέ ἐπίπεδο κορυφῆς ἔχουν ἀρκετές ἐπιτυχίες. Αὐτό φάνηκε στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης (2016), στό ψευδοαυτοκέφαλο τῆς Οὐκρανίας (2018) καί τώρα, μέ πρόσχημα τόν Κορωνοϊό, στό κλείσιμο τῶν ναῶν καί στήν κατασυκοφάντηση τοῦ ἁγιωτάτου καί ὑψίστου μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Ἡφαίστειο πού βράζει οἱ συνειδήσεις τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, πού βλέπουν νά προδίδονται ἡ Πίστη καί τά θέσμια τῆς Ἐκκλησίας ἀπό δειλούς καί ἀνάξιους ἱεράρχες. Δύσκολα βρίσκουν οἱ τελευταῖοι πειστικά ἐπιχειρήματα. Καταφεύγουν λοιπόν κάποιοι στό κῦρος τῶν Ἁγίων Πατέρων καί λέγουν στούς πιστούς: Μήν ἀντιδρᾶτε καί μήν σκανδαλίζεσθε. Μήν σκέφτεστε ἀποτειχίσεις καί διακοπή κοινωνίας μέ τούς ἐπισκόπους. Ἀκόμη καί ἄν εἶναι σωστά αὐτά πού λέτε, ἀκόμη καί ἐάν ἐσεῖς ὀρθοτομεῖτε τόν λόγο τῆς ἀληθείας, καί ἡ Ἐκκλησία πλανᾶται, εἶναι καλύτερα νά εἶσθε μαζί τήν πλανώμενη Ἐκκλησία, παρά νά ὀρθοτομεῖτε καί νά εἶσθε ἐκτός αὐτῆς. Ἀποδίδουν μάλιστα αὐτήν τήν γνώμη στόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, παρερμηνεύοντας ἀλλά καί διαστρέφοντας κάτι πού εἶχε πεῖ σέ ἄλλη συνάφεια.

Αὐτήν λοιπόν τήν παρερμηνεία ἀναιροῦμε μέ τό παρόν ἄρθρο, τό ὁποῖο ὅμως πῆρε μεγαλύτερη ἔκταση ἀπό ὅση περιμέναμε. Γιά τόν λόγο αὐτό καί γιά νά κρατηθεῖ τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀναγνωστῶν, γιά νά ἀντέξουν νά τό διαβάσουν μέχρι τέλους, παρουσιάζουμε τίς ἑνότητες πού περιέχει ἐδῶ στά Προλεγόμενα:

1. Ἁλυσίδα πλανῶν τῆς σύγχρονης Ἱεραρχίας.

2. Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή.

3. Ἡ διακοπή μνημόνευσης τῶν αἱρετιζόντων ἐπισκόπων εἶναι ἁγία ἀνυπακοή.

4. Ἐπικίνδυνη ἐκκλησιολογία καί σωτηριολογία

5. Οἱ μητροπολίτες Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος, Γόρτυνος Ἰερεμίας καί ὁ ἡγούμενος τῆς Βατοπαιδίου Ἐφραίμ παρερμηνεύουν θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου.

6. Ἀνασκευή καί διόρθωση τῆς παρερμηνείας.

7. Σέ ποιο γεγονός ἀναφέρεται ὁ Χρυσόστομος;

8. Ἐνδεικτικές θέσεις τοῦ Χρυσοστόμου γιά ὑπακοή ἤ ἀνυπακοή στήν Ἱεραρχία.

Ἐπίλογος

1. Ἁλυσίδα πλανῶν τῆς σύγχρονης Ἱεραρχίας

Οἱ δογματικές καί ἱεροκανονικές ἐκτροπές τῆς Διοικούσας Ἐκκλησίας στήν Ἑλλάδα ἦσαν σπάνιες κατά τούς 19ο καί 20ό αἰῶνες, αὐξήθηκαν ὅμως καί τείνουν νά γίνουν καθεστώς κατά τόν τρέχοντα 21ο αἰώνα. Ἡ ἀρχή τοῦ κακοῦ ἔγινε μέ τήν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα στήν Ἀθήνα τόν Μάϊο τοῦ 2001 καί συνεχίσθηκε μέ τήν ὑπογραφή ἀντορθοδόξων κειμένων στό Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Προτεστάντες στό Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (2006) καί στό Πουσάν τῆς Ν. Κορέας (2013). Κορυφώθηκε στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, στήν ὁποία μία κολοβή καί ἀντικανονική σύναξη τῆς μειοψηφίας τῶν Ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ἀνέτρεψε ὅλη τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία Συνόδων καί Πατέρων καί ἀναγνώρισε τίς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες, ἐνισχύοντας τήν θέση αὐτή μέ τήν ἔγκριση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, δηλαδή αἱρέσεων, καί μέ τήν ἐπαινετική ἀποδοχή τῶν αἱρετιζόντων κειμένων τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων.

Ἐλπίζαμε ὅτι ἡ ἱεροκανονική διακοπή μνημόνευσης ἐπισκόπων, πού συμμετεῖχαν στήν ψευδοσύνοδο ἤ ὑποστήριξαν τίς ἀποφάσεις της ἐκ μέρους κάποιων κληρικῶν, θά ἀναχαίτιζε αὐτήν τήν ἀντορθόδοξη καί δαιμονοκίνητη πορεία, ἀλλά πρός τό παρόν αὐτό δέν συνέβη. Ἐπειδή δέν ὑπῆρξε ἰσχυρή ἀντίδραση κυρίως ἐκ μέρους τῶν ἐπισκόπων, τό ὀρθόδοξο μέτωπο ἐμφανίσθηκε ἀσθενές. Γι᾽ αὐτό προχώρησε ὁ Διάβολος μέ ἰσχυρότερες δυνάμεις στό ἐσωτερικό τῆς Ἐκκλησίας. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἡ πάλαι ποτέ πηγή τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, αἰχμάλωτο τώρα τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ὄργανο ἀντιεκκλησιαστικῶν καί διαιρετικῶν δυνάμεων καί γεωπολιτικῶν μή ἐκκλησιαστικῶν συμφερόντων, προχώρησε χωρίς τή σύμφωνη γνώμη τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, στήν ἀναγνώριση τῶν ἀχειροτόνητων σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας στούς ὁποίους παραχώρησε αὐτοκεφαλία, ἀγνοώντας καί τήν κανονική αὐτόνομη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπό τόν μητροπολίτη Ὀνούφριο, ἀλλά καί τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, στήν δικαιοδοσία τῆς ὁποίας κατά κοινή καί σταθερή ἀποδοχή ὑπάγεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, ὅπως δείξαμε μέ σειρά μελετῶν μας[1]. Ὁ αὐταρχισμός καί τό παπικῆς κατοχύρωσης πρωτεῖο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ὡς «πρωτεῖο ἄνευ ἴσων» (primus sine paribus), μετά τό Κολυμπάρι κυριάρχησε καί στό ψευδοαυτοκέφαλο τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας. Αἱρέσεις καί σχίσματα ὑπό τήν σκέπη τώρα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς Ἁγίας Σοφίας, βεβηλούμενης γιά τίς ἁμαρτίες μας ἀπό τούς πιστούς τοῦ Ἰσλάμ. Ὑπάρχει ἰσχυρότερη ἀπόδειξη περί τοῦ ὅτι δέν μᾶς προστατεύει πλέον ὁ Θεός καί παραδίδει τά σεβάσματά μας εἰς τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως, τήν ὁποία τόσο συχνά προδίδουμε;

Καί τό χείριστο ὅλων, τό ὁποῖο πλέον δέν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία ὅτι εἰσῆλθαν πολλά δαιμόνια μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ ἐχθρός εἶναι ἐντός τῶν τειχῶν, εἶναι ὅσα ζήσαμε ἀπό τήν περασμένη ἄνοιξη καί ἐξακολουθοῦμε νά ζοῦμε, ποιός ξέρει μέχρι πότε, μέ πρόφαση καί πρόσχημα τήν λοίμωξη τοῦ Κορωνοϊοῦ: Κλείσιμο τῶν ναῶν, δυσφήμηση τῆς Θείας Κοινωνίας, ἀποφυγή ἀσπασμοῦ εἰκόνων καί λειψάνων, ἀπολύμανση τῶν ναῶν, μασκοφορία ἐντός τῶν ναῶν, ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς μασκοφορεμένοι, χρήση πολλῶν λαβίδων καί ἀπολύμανση ὅσων χρησιμοποιήθηκαν, ἀντίδωρο περιτυλιγμένο ἤ διανεμημένο ἀπό ἱερεῖς μέ γάντια, τό χέρι τοῦ ἱερέων δέν τό ἀσπαζόμαστε καί τόσα ἄλλα ἀδιανόητα καί βλάσφημα, ὅπως ἐπίσης προσπαθήσαμε νά δείξουμε ἀκολουθώντας τούς Ἁγίους[2].

2. Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή.

Ὅλα αὐτά τά ὁποῖα μέ πολλή συντομία ἀναφερθήκαμε συνετέλεσαν στήν ἀφύπνιση τοῦ ὑγιοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο παραπονούμενο δικαιολογημένα γιά τήν ἀδράνεια καί ἀδιαφορία τῆς πλειονότητας τῶν ἐπισκόπων ἀμφιβάλλει καί δυσπιστεῖ γιά τήν ποιμαντική τους μέριμνα καί ἐπιστασία καί προβληματίζεται πλέον γιά τό ἄν πρέπει νά ὑπακούει στίς συστάσεις καί νουθεσίες τους ἤ νά τούς θεωρήσει ὡς λυκοποιμένες καί ὁδηγούς στήν ἀπώλεια καί ὄχι στήν σωτηρία. Δέν χρειάζεται τώρα νά ἀναπτύξουμε τήν βεβαιωμένη στούς αἰῶνες ἀλήθεια ὅτι ὅλων σχεδόν τῶν αἱρέσεων καί τῶν σχισμάτων πρωτοστάτες καί ἀρχηγοί ἦσαν πατριάρχες, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μερικές φορές καί σύνοδοι ἐπισκόπων. Ἄν οἱ πιστοί ἀκολουθοῦσαν ὅλους αὐτούς, θά εἶχε καταλυθῆ καί δέν θά ὑπῆρχε σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Αὐτό πού θέλουμε νά ἐπισημάνουμε εἶναι ὅτι πολλές φορές ὅσοι προχωροῦν σέ δογματικές παρεκκλίσεις καί διαιρετικές ἐνέργειες ἀντιλαμβάνονται ὅτι τό κακό ἔχει παραγίνει, καί δέν θά μποροῦν πλέον νά σταθοῦν σέ ὀρθόδοξο ἔδαφος οὔτε νά ἀπολαύουν σεβασμοῦ καί τιμῆς, γι᾽ αὐτό καί ἐπιχειροῦν νά δημιουργήσουν θεολογική σύγχυση διαστρέφοντας τήν Ἁγιογραφική καί Πατερική διδασκαλία καί παρερμηνεύοντας γνῶμες Ἁγίων Πατέρων, ὥστε ὅσοι δέν μποροῦν νά ἐξακριβώσουν τήν ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν τους νά τούς ἐμπιστεύονται καί νά τούς ἀκολουθοῦν.

Τό πιό ἐπίμαχο θέμα καί πολύ παρεξηγημένο εἶναι ἡ ὑποχρέωση ὑπακοῆς στούς ἐπισκόπους καί στούς πνευματικούς, εἰς ὅ,τι αὐτοί λέγουν καί πράττουν. Οὔτε αὐτό τό σημαντικό θέμα μποροῦμε ἐδῶ νά τό ἀναπτύξουμε ἐπαρκῶς. Πρίν ἀπό δεκαπέντε χρόνια γράψαμε βιβλίο μέ τίτλο «Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή»[3], στό ὁποῖο βρίσκει κανείς ἀρκετό ὑλικό γιά νά ἀποφασίσει ἄν θά ἀκολουθήσει τήν κακή ὑπακοή ἤ θά συνταχθεῖ μέ τήν ἁγία ἀνυπακοή. Δέν εἶναι πάντοτε καλή ἡ ὑπακοή· πολλές φορές ἡ ὑπακοή μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό, ὅταν ὑπακούουμε σέ ἐπισκόπους πού δέν ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί ἐνισχύουν αἱρέσεις καί σχίσματα. Μέ τήν ὑπακοή ἰσχύει ὅτι καί μέ τήν μεγάλη ἀρετή τῆς εἰρήνης. Οὔτε ἡ εἰρήνη καί ἡ ὁμόνοια εἶναι πάντοτε καλά καί ἀγαθά, ὅταν μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό. Εἶναι ἀποφθεγματική καί παναληθής ἡ διδασκαλία δύο μεγάλων Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι προτιμοῦν τόν πόλεμο καί τήν διάσταση, ὅταν ἡ εἰρήνη καί ἡ ὁμόνοια μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος λέγει ὅτι «κρείττων γάρ ἐπαινετός πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ»[4]. Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ καί τήν διαφωνία πού ὑπῆρξε μεταξύ τῶν Ἰουδαίων περί τοῦ ἄν ὁ Χριστός ἦταν ἐκ τοῦ Θεοῦ ἤ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, καί ἰδιαίτερα αὐτό πού λέγει ὁ εὐαγγελιστής ὅτι «σχίσμα οὖν ἦν αὐτοῖς», λέγει ὅτι μακάρι νά εἶχαν ἀποσχισθῆ τελείως ἀπό τούς Φαρισαίους πού διέβαλλαν τόν Χριστό· ἄν εἶχαν ἀποσχισθῆ τελείως, γρήγορα θά ἐγνώριζαν τήν ἀλήθεια. Γιατί ὑπάρχει καί καλό σχίσμα, ὑπάρχει κακή ὁμόνοια καί καλή διαφωνία: «Ὡς εἴ γε τέλεον ἀπεσχίσθησαν, ταχέως ἄν τήν ἀλήθειαν ἐπέγνωσαν. Ἔστι γάρ σχισθῆναι καλῶς. Διό καί αὐτός ἔλεγεν· “Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπί τήν γῆν, ἀλλά μάχαιραν”. Ἔστι γάρ καί κακή ὁμόνοια, ἔστι καί καλή διαφωνία. Καί γάρ οἱ τόν πύργον οἰκοδομοῦντες, ὡμονόησαν ἐπί κακῷ τῷ ἑαυτῶν· καί οἱ αὐτοί οὗτοι πάλιν, ἄκοντες μέν, ἐπί συμφέροντι ὅμως ἐσχίσθησαν…καί Ἰούδας ὡμονόησε μετά τῶν Ἰουδαίων κακῶς. Ἔστιν οὖν σχισθῆναι καλῶς καί ἔστιν ὁμονοῆσαι κακῶς… Ὥστε οὐ πανταχοῦ ὁμόνοια καλόν, ὥσπερ οὖν οὐδέ πανταχοῦ ἡ διάστασις κακόν»[5]. Τά ἴδια ἐπαναλαμβάνει ἑρμηνεύοντας τό μνημονευθέν χωρίο τοῦ Κατά Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου «οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν»[6]. Ἡ εἰρήνη ἐπιτυγχάνεται, ὅταν ἀποκόπτεται τό ἄρρωστο, ὅταν χωρίζεται αὐτό πού στασιάζει. Ὁ γιατρός σώζει τό ὐπόλοιπο σῶμα, ὅταν ἀποκόψει τό ἀνίατο μέρος, καί ὁ στρατηγός, ὅταν προκαλέσει διάσταση σέ κακό συνασπισμό ἀνταρσίας. Ἔτσι ἔγινε καί στόν πύργο τῆς Βαβέλ· «τήν γάρ κακήν εἰρήνην ἡ καλή διαφωνία ἔλυσε, καί ἐποίησεν εἰρήνην». Δέν εἶναι πάντοτε ἡ ὁμόνοια καλή, γιατί καί οἱ ληστές συμφωνοῦν, ὅταν διαπράττουν ληστεῖες· «οὐ γάρ πανταχοῦ ὁμόνοια καλόν· ἐπεί καί λησταί συμφωνοῦσιν». Ὁ Χριστός θέλει νά συμφωνοῦν ὅλοι στήν εὐσέβεια· ὅταν διαφωνοῦν μέ τά εὐσεβῆ δόγματα προκαλεῖται πόλεμος· «Αὐτός μέν γάρ ἐβούλετο πάντας ὁμονοεῖν εἰς τόν τῆς εὐσεβείας λόγον· ἐπειδή δέ ἐκεῖνοι διεστασίαζον, πόλεμος γίνεται»[7].

3. Tήν ἁγία ἀνυπακοή ἐφαρμόζουν ὅσοι διακόπτουν τήν μνημόνευση αἱρετιζόντων ἐπισκόπων.

Ὅταν ἑπομένως προσβάλλεται ἡ εὐσέβεια, προσβάλλονται ἡ Πίστη καί τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀδιανόητο καί ἀσεβές νά ὑπακούουμε εἰς ὅσους τά προσβάλλουν, μέ τήν δικαιολογία πώς δέν πρέπει νά προκαλέσουμε διαιρέσεις καί σχίσματα. Τίς διαιρέσεις καί τά σχίσματα τά προκαλοῦν ὅσοι διδάσκουν αἱρέσεις ἤ ἀποδέχονται αἱρέσεις, καί ὄχι ὅσοι διαφωνοῦν καί διακόπτουν τήν κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς καί αἱρετίζοντες. Τήν ὁλοφάνερη αὐτή ἁγιογραφική καί πατερική διδασκαλία τήν ἐξέφρασε ἀξιωματικά καί ἀναντίρρητα ὁ 15ος κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινούπολης ἐπί Μ. Φωτίου (861), ὁ ὁποῖος ἁπλᾶ καί καθαρά λέγει ὅτι, ὅταν κάποιος πατριάρχης, μητροπολίτης ἤ ἐπίσκοπος κηρύσσει φανερά, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», αἵρεση, καταδικασμένη ἀπό Πατέρες καί Συνόδους, τότε διακόπτεται ἡ μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχη, μητροπολίτη ἤ ἐπισκόπου μέσα στή θεία Λατρεία. Αὐτοί δέ πού μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποτειχίζονται, ὑψώνουν δηλαδή ἕνα τεῖχος προστασίας ἀπό τόν αἱρετικό ἤ αἱρετίζοντα προεστῶτα, πρέπει ὄχι μόνο νά μή τιμωροῦνται, ἀλλά νά ἐπαινοῦνται, διότι προφυλάσσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα[8]. Ἡ διακοπή ἑπομένως μνημόνευσης τοῦ ὀνόματος αἱρετικοῦ ἤ αἱρετίζοντος ἐπισκόπου, καί μάλιστα «πρό συνοδικῆς διαγνώσεως», δηλαδή πρίν νά καταδικασθεῖ ὡς αἱρετικός ἀπό σύνοδο, εἶναι τό μόνο ἱεροκανονικό μέσο πού διαθέτουμε οἱ Ὀρθόδοξοι, γιά νά σταματήσουμε τήν ἐξάπλωση καί διάδοση τῆς αἵρεσης στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτήν τήν συνοδική, κανονική καί ὀρθόδοξη στάση κράτησαν ἀπέναντι στούς αἱρετίζοντες ἐπισκόπους διαχρονικά ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, στούς σύγχρονους δέ καιρούς τρεῖς ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀείμνηστοι Φλωρίνης Αὐγουστῖνος, Παραμυθίας Παῦλος καί Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος καί ὅλο σχεδόν τό Ἅγιο Ὄρος, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ Ἁγίου τώρα Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη. Κατά τά ἔτη 1969-1972 διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχη Ἀθηναγόρα, λόγῳ τῆς φανερῆς ὑποστήριξης τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ πλῆθος πλανεμένων γνωμῶν καί πράξεων. Ὁ σημερινός πατριάρχης Βαρθολομαῖος ξεπέρασε τόν Ἀθηναγόρα σέ αἱρετικές ἀποκλίσεις καί πράξεις, χωρίς ἀνάλογη ὀφειλόμενη ἀντίδραση ἐκ μέρους τοῦ ἐπισκοπάτου καί τοῦ ἱερατείου. Προσέδωσε συνοδικό κῦρος στήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης (2016) μέ τήν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν, μέ τήν ἔγκριση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδή αἱρέσεων, καί μέ τήν ἐπαινετική ἀποδοχή τῶν αἱρετιζόντων κειμένων πού παρήγαγαν οἱ Θεολογικοί Διάλογοι μέ τούς ἑτεροδόξους αἱρετικούς. Ὁ Οἰκουμενισμός πρίν ἀπό τήν ψευδοσύνοδο ὑποστηριζόταν ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα, ἦταν πλάνη καί αἵρεση κάποιων προσώπων, τήν ὁποία ἀπέρριπταν καί καταδίκαζαν ἡ πλειονότητα τῶν κληρικῶν, τῶν θεολόγων καί τῶν πιστῶν. Τώρα ὅμως γαυριᾶ καί ὑψώνει κεφάλι, διότι διαθέτει συνοδική ἀποδοχή, τήν ὁποία προσπαθεῖ νά ἐπιβάλει στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἔλαβαν μέρος στήν ψευδοσύνοδο ἤ ὑποστήριξαν τίς ἀποφάσεις κατέστησαν συνένοχοι καί συνυπεύθυνοι, ὑποκείμενοι γι᾽ αὐτό εἰς ὅσα προβλέπουν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς αἱρετικούς καί αἱρετίζοντες. Αὐτός ἦταν καί ὁ λόγος τῆς ἐκ μέρους ἀρκετῶν κληρικῶν καί μοναχῶν διακοπῆς τῆς μνημόνευσης τῶν ὀνομάτων τῶν οἰκείων ἐπισκόπων. Οἱ Οἰκουμενιστές ἀντέδρασαν, ἐκήρυξαν διωγμούς, ἐχάλκευσαν συκοφαντίες καί ἔστησαν δικαστήρια. Ἀπό ὅσους ἐδειλίασαν νά ὁμολογήσουν, ἄλλοι ἐσιώπησαν αἰδημόνως ἀναγνωρίζοντας σιωπηλά ἤ καί ἐπαινώντας τούς τολμηρούς, ἄλλοι ὅμως βρῆκαν προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις καί μάλιστα θεολογικές, γιά νά δικαιολογήσουν τήν δειλία τους καί τήν ἔλλειψη παρρησίας καί ἑτοιμότητας νά ὑποστοῦν τήν κοσμική ἀπομόνωση, τό ξεβόλεμα, τήν κακοπάθεια. Ὑποστήριξαν ὅτι ἡ διακοπή μνημόνευσης τῶν ἐπισκόπων, δηλαδή ἡ ἀποτείχιση, προκαλεῖ σχίσμα, σέ θέτει ἐκτός Ἐκκλησίας, ὡσάν νά εἶναι τόσο ἀμαθεῖς καί ἀθεολόγητοι, ὥστε νά μή σκεφθοῦν ὅτι τόσοι Ἅγιοι καί σύγχρονοι Ἐπίσκοποι καί Γέροντες πού διέκοψαν τήν μνημόνευση αἱρετικῶν καί αἱρετιζόντων δέν ἦσαν ἀσφαλῶς σχισματικοί, οὔτε βρέθηκαν ἐκτός ἐκκλησίας. Ἦσαν λοιπόν σχισματικοί ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὅλοι οἱ ἐπιφανεῖς Πατέρες πού ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί δέν εἶχαν κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης καί τό σύνολο τῶν ὁμολογητῶν Ἁγίων; Ἦταν ποτέ δυνατόν μία ἀναγνωρισμένη καί ἔγκυρη σύνοδος, ὅπως ἡ Πρωτοδευτέρα τοῦ Μ. Φωτίου πού μνημονεύσαμε τοῦ 861, νά συμβουλεύει διακοπή μνημοσύνου, δηλαδή ἀποτείχιση, καί νά σέ καθιστᾶ σχισματικό καί ἐκτός Ἐκκλησίας; Ἦσαν λοιπόν σχισματικοί καί ἐκτός Ἐκκλησίας οἱ τρεῖς ἐπίσκοποι τῶν καιρῶν μας πού μνημονεύσαμε, μαζί τους ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἐπειδή διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχη Ἀθηναγόρα;

Ταυτίζουμε τήν διακοπή μνημόνευσης μέ τήν ἀποτείχιση, διότι ὑπάρχουν καί κάποιοι ἀπρόσεκτοι, οἱ ὁποῖοι βρίσκουν ἄλλη, πιό φθηνή, δικαιολογία γιά νά καλύψουν τήν ἀτολμία τους. Αὐτοί λοιπόν ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ τρεῖς ἀναφερθέντες ἐπίσκοποι, τό Ἅγιον Ὄρος καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος, δέν ἀποτειχίσθηκαν, ἀλλά ἔκαναν διακοπή μνημοσύνου, καί ἑπομένως ὅσοι ἀποτειχισθήκαμε δέν πρέπει νά ἐπικαλούμαστε τό παράδειγμά τους, διότι εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ διακοπή μνημοσύνου καί ἄλλο ἡ ἀποτείχιση. Ἡ ἀποτείχιση, λένε, εἶναι κάτι βαρύ καί φρικτό, σέ ἀποτειχίζει ἀπό τήν Ἐκκλησία, σέ καθιστᾶ σχισματικό, ἐνῶ ἡ διακοπή μνημοσύνου ὄχι. Ἐδῶ πραγματικά σηκώνεις τά χέρια γιά τήν εὑρηματικότητα πρός τό κακό! Τί νά πεῖς στούς πολλούς, στούς ἁπλούς Χριστιανούς, πού δέν ἔχουν τήν δυνατότητα νά ἐλέγξουν οἱ ἴδιοι τά κείμενα καί τό ἐννοιολογικό περιεχόμενο τῶν λέξεων, ἀλλά περιμένουν ἀπό ἐμᾶς, τούς ποιμένες καί διδασκάλους, νά τούς διαφωτίσουμε, ὅταν ἀντίθετα τούς τά συγχέουμε καί τά συσκοτίζουμε; Ὄχι, ἡ ἀποτείχιση δέν σέ ἀποτειχίζει ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀπό τήν αἵρεση. Ὁ ἀποτειχιζόμενος ὑψώνει μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τεῖχος γιά νά προφυλάξει καί τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους ἀπό τήν αἵρεση, καί μέσα ἀπό αὐτό τό τεῖχος νά διώξει τήν αἵρεση ἀπό τό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Τά ἐξηγήσαμε ὅλα αὐτά σέ ἰδιαίτερη μελέτη πού ἐγράψαμε πρίν μερικά χρόνια μέ τίτλο «Δέν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις», πού κυκλοφορήθηκε καί σέ ἰδιαίτερο τευχίδιο[9]. Ὅσοι νομίζουν ὅτι εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ διακοπή μνημόνευση τῶν ἐπισκόπων καί ἄλλο ἡ ἀποτείχιση, ἄς προσέξουν καλύτερα τόν 15ο κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ὅπου ἐκεῖ συναντοῦμε τόν ὅρο ἀποτείχιση ὑπό τήν γραμματική μορφή μετοχῆς «ἀποτειχίζοντες», ὡς ἐπεξήγηση τῆς διακοπῆς τῆς μνημόνευσης: «Οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»[10]. Δέν ἀνακαλύψαμε ἐμεῖς τόν ὅρο ἀποτείχιση· προκύπτει ἀπό τόν 15ο κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί εἶναι ταυτόσημος μέ τήν διακοπή μνημόνευσης. Εἶναι ὀρθός καί κανονικός, δημιουργεῖ ὅμως παρεξηγήσεις στούς ἀπρόσεκτους καί ἀδιάβαστους, πού τοῦ δίνουν ἐννοιολογικές προεκτάσεις πού δέν ἔχει.

4. Ἐπικίνδυνη ἐκκλησιολογία καί σωτηριολογία

Καί ἐρχόμαστε τώρα σέ ἄλλη σοβαρή θεολογική παρεξήγηση πού ἀποτέλεσε καί τόν κύριο λόγο τῆς συγγραφῆς τοῦ παρόντος ἄρθρου, ἡ ὁποία καί πάλιν ἔχει σχέση μέ τήν παρεξηγημένη ἔννοια τῆς ὑπακοῆς στούς ἐπισκόπους. Πολλοί ἐπίσκοποι, ἀλλά καί λοιποί κληρικοί καί θεολόγοι, οἰκουμενιστικῶν προδιαγραφῶν καί ἐπιδιώξεων ἤ δειλοί καί ἄτολμοι μπροστά στήν ἐξαπλούμενη παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Συγκρητισμοῦ, ὑποστηρικτές καί τῆς πλάνης τοῦ ἐπισκοπο-κεντρισμοῦ, τῆς γνώμης δηλαδή ὅτι κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τῆς λατρείας εἶναι ὁ ἐπίσκοπος, διατυπώνουν τήν γνώμη ὅτι χωρίς τόν ἐπίσκοπο, χωρίς τήν σύμφωνη γνώμη του, δέν πρέπει τίποτε νά γίνεται, γιατί ὅ,τι γίνεται εἶναι ἄκυρο καί διαιρετικό. Ἀκόμη καί λάθος νά κάνει ὁ ἐπίσκοπος, πρέπει νά κάνουμε ὑπακοή. Σημαίνει αὐτό, ὅτι, ἀκόμη καί αἱρέσεις ἄν διδάσκει ἤ δέχεται, πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν κόλαση, πρέπει νά τόν ἀκολουθήσουμε καί ἐμεῖς στήν κόλαση; Περίεργη καί πλανεμένη ἐκκλησιολογία καί σωτηριολογία. Ἡ ὑπακοή ὅμως στόν ἐπίσκοπο δέν εἶναι ἀπροϋπόθετη οὔτε ἀδιάκριτη. Ὑπακοῦμε στόν ἐπίσκοπο ἤ στό σῶμα τῶν ἐπισκόπων, τήν Ἱεραρχία, ὑπό τόν ἀπαράβατο ὅρο, ὑπό τήν ἀναγκαία προϋπόθεση, ὅτι ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, ὅτι δέν νοθεύουν τό Εὐαγγέλιο καί τήν Ἁγιοπατερική Παράδοση. Στήν ἀντίθετη περίπτωση ἰσχύει αὐτό πού μᾶς συνιστᾶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά μνημονεύσουμε μόνον μία ἀπό τίς πολλές ἁιογραφικές καί πατερικές μαρτυρίες: Ὅταν, λέγει, προσπαθοῦν κάποιοι νά ἀλλοιώσουν τό Εὐαγγέλιο, νά μᾶς μεταθέσουν σέ ἄλλο εὐαγγέλιο, «εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον», τότε ἀκόμη καί ἐγώ ἄν τό πράξω αὐτό ἤ κατέβει ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό καί σᾶς διδάξει διαφορετικά ἀπό ὅ,τι παραλάβατε, τότε αὐτός εἶναι ἀναθεματισμένος: «Ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» [11].

Ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος, τό στόμα τοῦ Χριστοῦ, μᾶς λέγει ὅτι, ἄν ἐγώ ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό ἀλλάξουμε αὐτά πού παραλάβατε, τότε ὄχι μόνο νά μή μᾶς ὑπακούσετε, νά μή κάνετε ὑπακοή, ἀλλά καί νά μᾶς ἀναθεματίσετε ἐπί πλέον. Μαζί μέ τήν ἁγία ἀνυπακοή νά μᾶς ἀποκηρύξετε και νά μᾶς ἀφορίσετε. Ἤδη στήν πρώτη ἑνότητα τοῦ ἄρθρου μας παρουσιάσαμε κομμάτι τῆς ἁλυσίδας αἱρετικῶν ἀποκλίσεων τῆς Ἱεραρχίας, οἱ ὁποῖες θά ἔπρεπε νά εἶχαν ὁδηγήσει σέ καθαιρέσεις καί ἀφορισμούς. Τό ὀρθόδοξο πλήρωμα ἀνησυχεῖ καί ἀγωνιᾶ γιά τό ποῦ ἐπί τέλους ὁδηγούμεθα. Καί ἀντί οἱ ποιμένες νά ἀποδιώξουν τούς λύκους τῶν αἱρέσεων, γιά νά μή κατασπαράξουν τά ποίμνια, αὐτοί καθησυχάζουν τούς πιστούς καί λέγουν νά κάνουμε ὑπακοή καί νά τούς διευκολύνουμε στό καταστροφικό τους ἔργο.

Αὐτή ἡ ἐπικίνδυνη ἐκκλησιολογία καί σωτηριολογία, συνδεδεμένη καί μέ τήν πλάνη τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ, περί τοῦ ὅτι ἀκόμη καί ἄν ἡ «Ἐκκλησία», δηλαδή ἡ Ἱεραρχία, κάνει λάθος, πρέπει νά μένουμε μέ τό λάθος μέσα στήν «Ἐκκλησία», παρά νά ἀποχωριζόμαστε, κυκλοφοροῦσε ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια, γιά νά φρενάρει καί νά ἀποδυναμώσει τίς τάσεις πρός τήν ἁγία ἀνυπακοή, πού δυνάμωσαν μετά τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης. Καί ἐπειδή οἱ τάσεις ἀνυπακοῆς στούς κακούς ἐπισκόπους πληθαίνουν καί δυναμώνουν, ἀνέβηκε καί τό θεολογικό καί ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο αὐτῶν πού ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ὑπακοή στούς ἐπισκόπους, στήν Ἱεραρχία, πού τήν ταυτίζουν κακῶς μέ τήν Ἐκκλησία, εἶναι ὑποχρεωτική, ἔστω καί ἄν ἡ Ἱεραρχία διαπράττει «λάθη», ὅπως καθησυχαστικά ὀνομάζουν τίς αἱρέσεις, ξαναβαπτίζοντάς τες μέσα στήν κολυμβήθρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καί ἐπειδή αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά πείσει τούς στοιχειώδη ὀρθόδοξη εὐαισθησία διαθέτοντες, καταφεύγουν σέ παρερμηνεία καί διαστρέβλωση τῶν ὅσων σέ ἄλλη συνάφεια καί γιά ἄλλο θέμα λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὥστε νά ἐξακολουθήσουν οἱ ἀνυποψίαστοι νά τούς θεωροῦν ὡς πατερικούς, καί τό χειρότερο: ἡ αἵρεση καί ἡ πλάνη νά παραμένουν ἄτρωτες, καί ὡς πνευματική λοίμωξη, ὡς πνευματικός Κορωνοϊός, νά ἐξαπλώνονται ἀνεμπόδιστα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γίνονται μάλιστα περισσότερο πιστευτά ὅσα λέγουν, ὅταν κηρύσσονται ὄχι ἀπό γνωστούς οἰκουμενιστές, τούς ὁποίους δέν ἐμπιστεύεται τό ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἀλλά ἀπό θεωρούμενους παραδοσιακούς καί πατερικούς ἐπισκόπους καί λοιπούς κληρικούς.

5. Τρεῖς ἐπίσκοποι καί ἕνας ἁγιορείτης ἡγούμενος παρερμηνεύουν θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Ἀναφερόμαστε συγκεκριμένα σέ ὅσα σχετικά εἶπαν ἤ ἔγραψαν, παρερμηνεύοντας τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, οἱ μητροπολίτες Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος, Γόρτυνος Ἰερεμίας καί ὁ καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου Ἁγίου Ὄρους ἀρχιμανδρίτης Ἐφραίμ.

Ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Ὀρθόδοξη Θεολογία καί “παραθεολογικοί ἰοί”», πού δημοσιεύθηκε στό Διαδίκτυο ἀλλά καί στήν μηνιαία ἐφημερίδα τῆς Μητροπόλεως «Παρέμβαση», λέγει πάλι περί ὑπακοῆς στή φωνή τῆς Ἐκκλησίας καί στίς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί παραθέτει ἐπί λέξει ὅσα λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σέ ἄλλη ὅμως συνάφεια καί γιά ἄλλο πρόβλημα καί ὄχι γενικά γιά ὑπακοή στούς ἐπισκόπους καί στή Σύνοδο. Εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν ὅτι ὁ Χρυσόστομος δέν ὑπήκουσε σέ ἀποφάσεις συνόδων ληστρικῶν καί ἐκφράζεται ἀπαξιωτικά γιά τό σῶμα τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐποχῆς του γράφοντας πρός τήν διακόνισσα Ὀλυμπιάδα ἀπό τήν Κουκουσό, ὅπου τόν ἐξόρισαν, καί τόν ἐξόντωσαν οἱ συνεπίσκοποί του, τό φοβερό: «Οὐδένα δέδοικα ὡς τούς ἐπισκόπους, πλήν ὀλίγων»[12]. Γιά τήν Ἁγία Ὀλυμπιάδα, τήν ὁποία ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία στίς 25 Ἰουλίου γράφει ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης στό «Ἁγιολόγιό» του: «Τέλος ἐξορισθεῖσα ὑπέρ τῆς ἀληθείας, ὡς ὀπαδός τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ ἐξόριστος ἐν Νικομηδείᾳ, λαβοῦσα τῆς ὁμολογίας τόν στέφανον»[13].

Ἔπρεπε λοιπόν ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἡ ὁσία Ὀλυμπιάδα καί πλῆθος ἄλλο πιστῶν ὑποστηρικτῶν του, πού ἐπί δεκαετίες ἐθεωροῦντο σχισματικοί, νά ὑπακούουν στόν τρομοκράτη πατριάρχη Θεόφιλο καί στίς συνόδους – παρασυναγωγές πού ὀργάνωνε, ἀλλά καί σέ ὅσους ὑποστήριξαν στήν συνέχεια αὐτές τίς ἀποφάσεις; Πῶς εἶναι δυνατόν λόγιοι ἀρχιερεῖς καί κληρικοί νά παραβλέπουν ὅσα παρόμοια συμβαίνουν σήμερα στήν Ἐκκλησία ἀπό τόν πρῶτο ἄνευ ἴσων» (primus sine paribus), μέ ἀποκορύφωμα τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου καί τήν ἀναγνώριση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας, τό ὅτι διώκεται καί ἀγνοεῖται ὁ κανονικός μητροπολίτης Κιέβου καί ὅσοι τόν ἀκολουθοῦν, ὅπως συνέβη μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, καί ἀντί νά ταχθοῦν μέ τό μέρος τῆς ἀληθείας, ψάχνουν νά βροῦν ἐρείσματα ἀνέρειστα, σέ ποιόν; Στόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, τοῦ ὁποίου συνολικά τό ἔργο καί ὄχι παρερμηνευόμενες φράσεις, ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν ἕνας ἀσυμβίβαστος ἀγώνας, ἕνα πνευματικό ἔπος, κατά τῶν ἰσχυρῶν καί τυράννων καί ὑπέρ τῆς δικαιοσύνης καί ἀληθείας.! Ἡ ἐπιστημονική καί ἐρευνητική δεοντολογία ἐπιβάλλει νά μή βγάζει κανείς συμπεράσματα ἀπό ἀποσπώμενες καί παρερμηνευόμενες ἐκφράσεις , ἀλλά ἀπό τό συνολικό συγγραφικό ἔργο κάποιου προσώπου, ὅταν μάλιστα αὐτό ὑπομνηματίζεται και ἀπό συνεπῆ πράξη καί ζωή.

Γράφει λοιπόν ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου: «Καί, βεβαίως, πρέπει νά ὑπακούουμε στήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρατηρεῖ: “Mή τοίνυν, τῶν τελειοτέρων ἐπανατρέχωμεν, μηδέ ἡμέρας καί καιρούς καί ἐνιαυτούς παρατηρῶμεν, ἀλλά πανταχοῦ τῇ Ἐκκλησίᾳ μετ᾽ ἀκριβείας ἑπώμεθα, τήν ἀγάπην καί τήν εἰρήνην προτιμῶντες ἁπάντων. Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος τούτου”. Γενικά πρέπει νά ἀκολουθοῦμε τίς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας, προτιμώντας ἀπό ὅλα τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη, ὤστε νά ἀποφεύγονται οἱ διακρίσεις καί τά σχίσματα.

Ἔχουμε, λοιπόν, τήν Ἐκκλησία στήν ὁποία θά κάνουμε ὑπακοή, καί δέν θά ἀκοῦμε κάθε Κληρικό, θεολόγο, διδάσκαλο πού εἰσάγει στήν ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ξένες παραδόσεις, ξένα ἤθη, ξένες διδασκαλίες, ἀτομικές ἑρμηνεῖες, ξένους καί ἐπικίνδυνους “παρεκκλησιαστικούς καί παραθεολογικούς ἰούς”»[14].

Ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος σέ ραδιοφωνική ἐκπομπή μέ τίτλο «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου» στίς 4/4/2020, σέ ἐρώτημα ἀκροάτριας ἄν ἡ ὑπακοή εἶναι πιό πάνω ἀπό τήν ὁμολογία τῆς πίστεως ἀπέφυγε νά ἀπαντήσει εὐθέως στό ἐρώτημα. Εἰδικῶς σέ σχέση μέ τήν ὁμολογία τῆς πίστεως, εἶπε ὅτι ἡ «ὑπακοή εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα» καί ἔστρεψε τήν ἀπάντηση εἰς τό ὅτι ἡ ὑπακοή εἶναι καί πάνω ἀπό τό μαρτύριο, πρᾶγμα γιά τό ὁποῖο δέν ἐρωτήθηκε, καί στό τέλος προσέθεσε καί τήν παρερμηνευόμενη θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου λέγοντας: «Πολλοί πού παράκουσαν στήν ἐκκλησία καί γιά καθαρά σωστούς λόγους στό τέλος πλανήθηκαν. “Μεῖνε στήν ἐκκλησία”, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος· “καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν ἐκκλησία, παρά νά κάνεις τό σωστό καί νά εἶσαι ἐκτός ἐκκλησίας”»[15].

Ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Μᾶς λείπει τό ἐκκλησιολογικό φρόνημα» (ἐννοεῖ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα), πού δημοσιεύθηκε στό Διαδίκτυο ἔγραψε τά ἑξῆς: «Θά κάνουμε ὅ,τι μᾶς πεῖ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄν ἡ Ἐκκλησία μᾶς πεῖ νά φορᾶμε τήν μάσκα στόν Ναό γιά προστασία μας ἀπό τόν κορωνοϊό, θά τήν φορᾶμε. Ἄν μᾶς πεῖ νά μή τήν φορᾶμε, δέν θά τήν φορᾶμε». Καί συνεχίζει: «Θά τολμήσω νά πῶ, ἀδελφοί, καί τό ἑξῆς: Καί λάθος ἀκόμη νά κάνει ἡ Ἐκκλησία, νά ἀκολουθοῦμε τό λάθος καί ὄχι τήν κατά τήν γνώμη μας ἀκρίβεια. Καί αὐτό πού σᾶς λέγω δέν εἶναι δικός μου λόγος, ἀλλά τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (βλ. εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τόμ. 4, 45)»[16].

Ὁ καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου Ἐφραίμ σέ ὁμιλία του στήν Θεσσαλονίκη στό ξενοδοχεῖο «Ἠλέκτρα Παλλάς» στίς 10/12/2013 πρόλαβε τούς τρεῖς ἐπισκόπους καί ἐπικαλέσθηκε τήν δῆθεν θέση αὐτή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου πολύ ἐνωρίτερα, μεταπλάθοντάς την κατά χείριστο τρόπο. Ἐρωτηθείς γιά τίς συμπροσευχές ἰσχυρίσθηκε ὅτι αὐτές δέν πρέπει νά γίνονται, ἀλλά «μπορεῖ νά οἰκονομηθεῖ αὐτό τό πρᾶγμα». Καί συνέχισε: «Ποιό δέν μπορεῖ νά οἰκονομηθεῖ; Ὅταν πᾶνε νά κοινωνήσουν ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο. Τότε αὐτό δέν οἰκονομεῖται. Διότι ξεπερνᾶνε τά ὅρια. Τότε δέν ὑπάρχει οὔτε διχασμός, οὔτε σχίσμα. Δηλαδή, μέχρι ἐκεῖ μπορεῖ νά γίνει μιά οἰκονομία. Πέραν τούτου ὅμως ὄχι. Λέει καί ὁ ἅγιος Χρυσόστομος κάπου: “κρεῖττον πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας παρά ὀρθοτομῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας”»[17]Ἔκτοτε αὐτή ἡ διαστροφή καί ἀλλοίωση τῆς θέσεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου ἔγινε καραμέλα στά στόματα δειλῶν, ἐθελόδουλων, ἐπισκόπων καί πνευματικῶν, γιά νά καταστέλλει καί ἀποδυναμώνει τό ὀρθόδοξο ἀγωνιστικό φρόνημα.

6. Ἀνασκευή καί διόρθωση τῆς παρερμηνείας

Παρατηροῦμε ἐν πρώτοις ὅτι ἡ παρερμηνευόμενη θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου δέν δίδεται μέ ὑπόδειξη τῆς πηγῆς ἀπό τήν ὁποία ἀντλήθηκε, δηλαδή μέ ἀκριβῆ παραπομπή στό ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου καί σέ κάποια ἀπό τίς χρηστικές ἐκδόσεις τοῦ ἔργου, π.χ. στήν PG (Patrologia Graeca) τοῦ Migne ἤ στήν ἑλληνική ἔκδοση τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ καθηγητοῦ Χρήστου καί τῶν συνεργατῶν του, δηλαδή στήν ΕΠΕ (=Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας). Μόνον ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος, ὡς πανεπιστημιακός, αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά παραπέμψει, τό κάνει ὅμως λανθασμένα, διότι δέν ἀναφέρει σέ ποιό ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ὑπάρχει αὐτή ἡ γνώμη, ὥστε νά ἠμπορεῖ κανείς νά τήν βρεῖ σέ διαφορετικές ἐκδόσεις. Παραπέμπει σέ μία ἐλάχιστα γνωστή καί καθόλου διαδεδομένη ἔκδοση τοῦ «Ἑλληνικοῦ Ἐκδοτικοῦ Ὀργανισμοῦ» «Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων», ἡ ὁποία γρήγορα ἔπαυσε νά ἐκδίδεται, ἀντικατασταθεῖσα οὐσιαστικῶς ἀπό τήν ἔκδοση ΕΠΕ τῆς Θεσσαλονίκης, πού ἐμνημονεύσαμε. Μέ τήν ἀπόκρυψη τῆς πηγῆς οἱ πολλοί δύσκολα μποροῦν νά διαπιστώσουν τήν ὀρθότητα τῆς ἑρμηνείας, ὅταν μάλιστα δέν γνωρίζουν καί τήν συνάφεια τοῦ κειμένου. Ἐμεῖς θά δώσουμε ἐν πρώτοις τό ἀκριβές κείμενο καί στήν συνέχεια τίς ἑρμηνεῖες πού δίδονται μέ σχετικά σχόλια.

Κείμενο Χρυσοστόμου:

Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος τούτου[18].

Μετάφραση της ΕΠΕ:

Γιατί, κι ἄν ἀκόμη ἡ Ἐκκλησία διέπραττε σφάλμα, δέν θά ἦταν τό κατόρθωμα ἀπό τήν ἀκριβῆ τήρηση τῶν χρόνων τόσο μεγάλο, ὅσο εἶναι τό ἔγκλημα πού προέρχεται ἀπό τή διαίρεση καί τό σχίσμα[19].

Μητροπολίτης Ναυπάκτου

Παραθέτει τό κείμενο χωρίς μετάφραση. Συνάγει ὅμως κακῶς γενικά συμπεράσματα περί ὑπακοῆς καί εἰρήνης, ἐνῶ πρόκειται γιά τήν συγκεκριμένη παρέκκλιση τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα[20].

Μητροπολίτης Λεμεσοῦ:

Καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία, παρά νά κάνεις τό σωστό καί νἆσαι ἐκτός Ἐκκλησίας[21].

Μητροπολίτης Γόρτυνος

Καί λάθος ἀκόμη νά κάνει ἡ Ἐκκλησία, νά ἀκολουθοῦμε τό λάθος καί ὄχι τήν κατά τή γνώμη μας ἀκρίβεια[22].

Καθηγούμενος Βατοπαιδίου

«Κρεῖττον πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας, παρά ὀρθοτομῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας[23].

Ἡ μετάφραση τῆς ΕΠΕ εἶναι γενικῶς καλή καί ἀκριβής, παραλείπει μόνον στό τέλος νά μεταφράσει τήν τελευταία λέξη τοῦ παραθέματος «τούτου», στή φράση «τοῦ σχίσματος τούτου». Ἡ παράλειψη εἶναι σημαντική, διότι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀναφέρεται σέ συγκεκριμένο σχίσμα στήν Ἀντιόχεια καί δέν ὁμιλεῖ γενικῶς περί σχίσματος. Ἑπομένως ἡ μετάφραση τῆς τελευταίας περιόδου ἀντί νά εἶναι ὅπως τώρα, «πού προέρχεται ἀπό τήν διαίρεση καί τό σχίσμα», πρέπει νά εἶναι «πού προέρχεται ἀπό τή διαίρεση καί τό σχίσμα τοῦτο».

Ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου ἀποφεύγει νά μεταφράσει ἤ νά ἀποδώσει ἐλεύθερα τό νόημα καί μολονότι ἀσφαλῶς θά ἀντελήφθη ἀπό τά συμφραζόμενα ὅτι ἀναφέρεται στό γνωστό πρόβλημα τῶν Ἰουδαϊζόντων Χριστιανῶν στήν Ἀντιόχεια πού ἑόρταζαν τό Πάσχα μαζί μέ τούς Ἑβραίους, καί ὄχι μέ βάση τίς ἀποφάσεις τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, παρά ταῦτα συνάγει, γενικά, συμπεράσματα περί ὑπακοῆς «στή φωνή τῆς Ἐκκλησίας», μολονότι, ὅπως εἴπαμε καί θά ποῦμε περισσότερα, ὁ Χρυσόστομος στό συγγραφικό του ἔργο δέν εἰσηγεῖται τήν ἀδιάκριτη καί ἀπροϋπόθετη ὑπακοή οὔτε τήν ἐτήρησε ὁ ἴδιος στή ζωή του!

Ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ μεταφράζει ἐπί λέξει ὄχι αὐτά πού εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀλλά αὐτά πού εἶπε στήν ἀρχαΐζουσα ὁ καθηγούμενος τῆς Βατοπαιδίου, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν πλήρη παραποίηση καί παραμόρφωση τῶν λεχθέντων ἀπό τόν Ἅγιο Πατέρα. Λέγει στό κείμενο ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος τίς λέξεις «κρεῖττον» καί στή μετάφραση «καλύτερα»; Καί ὑπάρχει ἐπίσης ἡ ἔννοια τῆς πλάνης, ὅπως λέγουν οἱ δύο Πατέρες; «Κρεῖττον πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας» (Βατοπαιδίου) ἤ «καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία» (Λεμεσοῦ). Τό σφάλλεσθαι εἶναι πολύ ἐλαφρότερο τοῦ πλανᾶσθαι· εἶναι σφάλμα, εἶναι λάθος, δέν εἶναι πλάνη, πού σημαίνει αἵρεση, ἐκτροπή ἀπό τήν ἀλήθεια, ἐξαπάτηση. Ὁ μεταφραστής τῆς ΕΠΕ ὀρθῶς μεταφράζει τό «σφάλλεσθαι» ὡς «διαπράττειν σφάλμα», ὅπως καί ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος «νά κάνει λάθος». Πῶς προέκυψε τό πλανᾶσθαι; Νά ἀκολουθοῦμε λοιπόν τήν Ἐκκλησία καί στήν πλάνη στήν ἐκτροπή, στήν αἵρεση; Γι᾽ αὐτό δέν μᾶς ἀποκαλύπτουν οἱ δύο Πατέρες ποῦ τά βρῆκαν αὐτά, σέ ποιό ἔργο τοῦ Χρυσοστόμου καί σέ ποιά ἔκδοση, ὥστε κάτω ἀπό τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου νά ἐκφέρουν ἀπό κοιλίας δικές τους ἀπόψεις καί νά παρασύρουν ἐπί χρόνια τόσους ἀνθρώπους στήν πνευματική ὕπνωση καί στήν ἀδράνεια; Ἐκκλησία πού πλανᾶται δέν εἶναι Ἐκκλησία. Πῶς λοιπόν μπορεῖ νά πλανᾶται κανείς «μετά τῆς Ἐκκλησίας» ἤ «μαζί μέ τήν Ἐκκλησία»;

Ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος δέν διολισθαίνει στήν παραποίηση καί παραμόρφωση τῶν δύο προηγουμένων κληρικῶν, ἀποτυγχάνει ὅμως καί αὐτός νά μᾶς δώσει τό νόημα τοῦ κειμένου στήν συνάφεια καί παρασύρει τούς ἀναγνῶστες ἤ ἀκροατές στήν ἀδιάκριτη καί ἀπροϋπόθετη ὑπακοή ποῦ; Στήν Ἐκκλησία ἤ στήν Ἱεραρχία; Ταυτίζεται ἡ Ἐκκλησία μέ τήν Ἱεραρχία; Δέν ἀνήκει στήν Ἐκκλησία καί ὁ λαός, τό πλήρωμα τῶν πιστῶν; Πόσες φορές στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἱεράρχες καί σύνοδοι παρεξέκλιναν ἀπό τήν ὀρθή Πίστη καί καταδικάσθηκαν ὡς αἱρετικοί; Νά ὑπακοῦμε καί στούς αἱρετίζοντες;

Καί μόνο γραμματικά καί συντακτικά ἄν βασανίσει κανείς τό κείμενο τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου, ἀντιλαμβάνεται τήν λανθασμένη ἑρμηνεία του. Γνωρίζουμε ὅλοι μας, ὅπως διδασκόμαστε στά σχολεῖα, ὅτι μέ τόν ὑποθετικό σύνδεσμο «εἰ» καί τό ἐπιδοτικό «καί», δηλαδή μέ τό «εἰ καί», «ἄν καί», εἰσάγονται οἱ λεγόμενες παραχωρητικές ἤ ἐνδοτικές ἤ ἐναντιωματικές προτάσεις, μέ τίς ὁποῖες ὁ λέγων «παραχωρεῖ», ὑποχωρεῖ «ἐνδίδει» καί διατυπώνει κάτι τό ὁποῖο εἶναι ἀδύνατο ἤ ἀπίθανο, καί ἀντίθετο, «ἐναντιώνεται» πρός τήν πραγματικότητα, γι᾽ αὐτό καί ὀνομάζονται οἱ προτάσεις παραχωρητικές, ἐνδοτικές καί ἐναντιωματικές[24]. Οὐσιαστικῶς οἱ προτάσεις εἶναι ὑποθετικές. Ὁ λέγων διατυπώνει μία ὑπόθεση, δέν παρουσιάζει ἕνα πραγματικό γεγονός. Ἑπομένως τό «εἰ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου δέν μᾶς λέγει ὅτι «ἡ Ἐκκλησία σφάλλεται», ἀλλά «ἄν ἡ Ἐκκλησία ἐσφάλλετο». Μέ τήν προσθήκη δέ καί τοῦ συνδέσμου «καί» ἐνισχύεται ἡ ὑπόθεση καί τήν καθιστᾶ ἀδύνατη καί ἀπίθανη τήν ὑπόθεση, δηλαδή τό νά σφάλλει, νά κάνει λάθος ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι δηλαδή σάν νά λέγει ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος: Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατο νά κάνει λάθος· ἄς ὑποχωρήσω ὅμως καί ἄς δεχθῶ τό ἀντίθετο ὅτι μπορεῖ νά κάνει λάθος, δηλαδή: «Ἀκόμη καί ἄν ἔκανε λάθος ἡ Ἐκκλησία». Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια παραχώρηση πού κάνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρός τούς Γαλάτες, ὅταν τούς λέγει: «ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»[25]. Δηλαδή, «ἀλλά καί ἄν ἐμεῖς ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό, σᾶς κηρύττει εὐαγγέλιο διαφορετικό ἀπό αὐτό πού σᾶς κηρύξαμε, νά εἶναι ἀναθεματισμένος». Ἦταν ποτέ δυνατόν ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό νά ἀλλάξουν τό Εὐαγγέλιο, νά κηρύξουν «ἕτερον Εὐαγγέλιον»; Κάνει ὅμως αὐτή τήν ἀπίθανη ὑπόθεση ὁ μέγας Ἀπόστολος, γιά νά δείξει τήν ἀνάγκη νά τηρηθεῖ τό Εὐαγγέλιο ἀναλλοίωτο ἀκόμη, καί ἄν ὁ ἴδιος ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό ἐπιχειροῦσαν νά τό ἀλλάξουν. Δέν μπορεῖ κανείς ἑπομένως νά συμπεράνει, ἀπό αὐτό καί νά πεῖ ὅτι «κρεῖττον μετά τοῦ Παύλου πλανώμενος, παρά ὀρθοτομῶν χωρίς αὐτοῦ».

Δυστυχῶς ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ καί ὁ ἡγούμενος τῆς Βατοπαιδίου ἀφαιροῦν ἀπό τό νόημα τόν ὑποθετικό χαρακτήρα τῆς φράσης καί θεωροῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἠμπορεῖ νά πλανηθεῖ. Στήν περίπτωση αὐτή, πού τήν θεωροῦν δυνατή καί πιθανή, «καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία παρά νά κάνεις τό σωστό καί νἆσαι ἐκτός Ἐκκλησίας» (Λεμεσοῦ), ἤ ἐπί τό ἀρχαϊκώτερον «κρεῖττον πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας, παρά ὀρθοτομῶν ἐκτός Ἐκκλησίας» (ἡγούμενος Βατοπαιδίου). Τόν ὑποθετικό χαρακτήρα τῆς φράσης μειώνει καί ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος, ἀφαιρώντας τό ὑποθετικό «εἰ» ἀπό τήν ἀπόδοση τοῦ νοήματος, χωρίς πάντως τό «κρεῖσσον» καί «καλύτερα» καί τό «νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία» καί «πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας». ΟΧΙ! Ἡ Ἐκκλησία δέν πλανᾶται ποτέ, ὥστε δέν ὑπάρχει ἡ πιθανότητα νά πλανηθεῖ κανείς μαζί της. Μπορεῖ νά πλανηθοῦν πατριάρχες, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοί, λαϊκοί, νά πλανηθεῖ ὅλη ἡ Ἱεραρχία, νά πλανηθοῦν σύνοδοι, ἀλλά ὄχι ἡ Ἐκκλησία. Στήν περίπτωση αὐτή «μαζί μέ τήν Ἐκκλησία», «μετά τῆς Ἐκκλησίας», μένει αὐτός πού δέν ἀκολουθεῖ τούς πλανώμενους πατριάρχες, ἐπισκόπους καί ἱερεῖς.

7. Ἡ Ἐκκλησία δέν πλανᾶται, εἶναι ἀλάθητη. Δέν ταυτίζεται ἡ Ἐκκλησία μέ τήν Ἱεραρχία.

Εἶναι βασικό ἐκκλησιολογικό δόγμα ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀλάθητη ὡς σύνολο, ὡς πλήρωμα, καί ὡς ἑνιαία διαχρονική ὀντότητα. Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός[26] καί δέν εἶναι δυνατόν ἡ κεφαλή, ὁ Θεάνθρωπος, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά ἐπιτρέψει τήν διάπραξη λαθῶν. Ὑποσχέθηκε ἄλλωστε στούς μαθητές του πού ἀπετέλεσαν τήν πρώτη Ἐκκλησία ὅτι θά μένει μετ᾽ αὐτῶν εἰς τούς αἰῶνας: «Καί ἰδού ἐγώ μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[27]. Μετά τήν Ἀνάληψη ἀπέστειλε, ὅπως ὑποσχέθηκε, τόν ἄλλον Παράκλητον, τό Πανάγιον Πνεῦμα, ὥστε νά τούς ὁδηγήσει στό πλήρωμα τῆς ἀληθείας: «Ὅταν δέ ἔλθη ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν»[28]. Ὁ μεταξύ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μέγας ἐκκλησιολόγος Ἀπόστολος Παῦλος, στόν ὁποῖο ὀφείλουμε τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς κεφαλῆς καί τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος, μᾶς διδάσκει ἐπίσης γράφοντας πρός τόν Τιμόθεο ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»[29].

Μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπάρχει ἀδιάρρηκτη ὀντολογική ἑνότητα. Δέν ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία, χωρίς τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή, τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας πού ζωογονεῖ τά μέλη καί τά συνδέει πρός τήν κεφαλή καί μεταξύ τους. Αὐτήν τήν ἀδιάρρηκτη ἑνότητα τονίζουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος λέγει, ὅτι ὅπου εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖ εἶναι καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ὅπου εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκεῖ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ὅλη ἡ Χάρη· «Ubi enim Ecclesia, ibi et Spiritus Dei, et ubi Spiritus Dei illic Ecclesia et omnis gratia»[30]. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διδάσκει ὅτι χωρίς τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν θά ὑπῆρχε ἡ Ἐκκλησία· τό γεγονός ὅτι ὑπάρχει μέχρι σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἀποδεικνύει ὅτι παρίσταται τό Ἅγιο Πνεῦμα· «Εἰ μή Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία· εἰ δέ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τό Πνεῦμα πάρεστιν»[31]. Τά πάντα μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι καρπός τῆς ἐνεργείας καί δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί αὐτό ἀποτελεῖ κοινό τόπο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἀπό τόν ὁποῖο ἀπομακρύνονται ὅσοι νομίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἠμπορεῖ νά πλανηθεῖ καί μαζί της νά πλανηθοῦν καί κάποια μέλη της, ὅπως ἀφήνουν νά ἐννοηθεῖ οἱ κληρικοί πού παρερμηνεύουν θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Γράφει ὁ κλεινός καί μέγας πατριάρχης: «Τί γάρ εἰπέ μοι τῶν συνεχόντων τήν σωτηρίαν τήν ἡμετέραν οὐχί διά Πνεύματος ἡμῖν ᾠκονόμηται; Διά τούτου δουλείας ἀπαλλαττόμεθα, εἰς ἐλευθερίαν καλούμεθα, εἰς υἱοθεσίαν ἀναγόμεθα καί ἄνωθεν ὡς εἰπεῖν, ἀναπλαττόμεθα, τό βαρύ καί δυσῶδες τῶν ἁμαρτημάτων φορτίον ἀποτιθέμεθα· διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἱερέων βλέπομεν χορούς, διδασκάλων ἔχομεν τάγματα· ἀπό τῆς ἐνταῦθα πηγῆς καί ἀποκαλύψεων δωρεαί καί ἰαμάτων χαρίσματα καί τά λοιπά πάντα ὅσα τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ κοσμεῖν εἴωθεν, ἐνταῦθα ἔχει τήν χορηγίαν»[32]. Καί ἄλλος ἐκ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀπαριθμώντας συχνά τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κυρίως εἰς τό ἔργο του «Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», λέγει ὅτι «οὐδέ γάρ ἐστιν ὅλως δωρεά τις ἄνευ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν κτίσιν ἀφικνουμένη»[33]. Αὐτό ἐπαναλαμβάνει καί ὁ πολύ ἀγαπητός εἰς τούς Ὀρθοδόξους ὕμνος τῆς Πεντηκοστῆς: «Πάντα χορηγεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας».

Τήν βασική αὐτή δογματική διδασκαλία περί τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀλάθητη, ἐπειδή ἔχει κεφαλή της τόν Χριστό, τόν μένοντα μετ᾽ αὐτῆς εἰς τόν αἰώνα, καί ἐπειδή καθοδηγεῖται «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθεια» ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ἑπομένως εἶναι ἀδύνατο νά πλανηθεῖ, τήν ἐπιβεβαιώνουν καί νεώτερα δογματικά καί συμβολικά κείμενα ὡς καί ἐπιφανεῖς δογματικοί θεολόγοι. Ἔτσι στήν Ὁμολογία Πίστεως τοῦ Μητροφάνη Κριτόπουλου, πατριάρχη Ἀλεξανδρείας (17ος αἰών) λέγεται ὅτι πιστεύουμε στήν Ἐκκλησία «ὡς εἰς ἀληθεύουσαν κατά πάντα, ἅτε ὑπό τοῦ Θεοῦ ἀγομένην καί φερομένην καί τῆς εὐθείας παρατραπῆναι μή δυναμένην»[34]. Σαφέστερη καί ἐκτενέστερη εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, τήν ὁποίαν ἀναπτύσσει στόν β´ ἀλλά καί στόν ιβ´ ὅρο τῆς Ὁμολογίας Πίστεως (17ος αἰών ἐπίσης), ὅπου λέγει τά ἑξῆς: «Ἔπειτα ἄνθρωπον μέν ὅντιναοῦν, λαλοῦντα ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, ἐνδέχεται ἁμαρτῆσαι καί ἀπατῆσαι καί ἀπατηθῆναι, τήν δέ Καθολικήν Ἐκκλησίαν, ὡς μηδέποτε λαλήσασαν ἤ λαλοῦσαν ἀφ᾽ ἑαυτῆς, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ (ὅ καί διδάσκαλον ἀδιαλείπτως πλουτεῖ εἰς τόν αἰῶνα), ἀδύνατον πάντη ἁμαρτῆσαι ἤ ὅλως ἀπατῆσαι καί ἀπατηθῆναι, ἀλλ᾽ ἔστιν ὡσαύτως τῇ Θείᾳ Γραφῇ ἀδιάπτωτος καί ἀέναον τό κῦρος ἔχουσα»[35] (β´ ὅρος). «Πιστεύομεν ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διδάσκεσθαι τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν. Αὐτό γάρ ἐστιν ὁ ἀληθής Παράκλητος, ὅν πέμπει παρά τοῦ Πατρός ὁ Χριστός τοῦ διδάσκειν ἕνεκα τήν ἀλήθειαν καί τό σκότος ἀπό τῆς τῶν πιστῶν διανοίας ἀποδιώκειν... Καί διά τοῦτο οὐ μόνον πεπείσμεθα, ἀλλά καί ἀληθές καί βέβαιον ἀναμφιβόλως εἶναι ὁμολογοῦμεν τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν ἀδύνατον ἁμαρτῆσαι ἤ ὅλως πλανηθῆναι ἤ ποτε τό ψεῦδος ἀντί τῆς ἀληθείας ἐκλέξαι»[36] (ιβ´ ὅρος).

Ἀπό τούς συγχρόνους δογματικούς θεολόγους ὁ καθηγητής Χρῆστος Ἀνδροῦτσος λέγει: «Καί ὅτι μέν ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἀλάθητος καί εἰς αἰῶνα ἀκατάλυτος τοῦτο πιστοῖ μέν ἡ Γραφή μαρτυροῦσα ὅτι ὁ Κύριος ἐπηγγείλατο καί ἀπέστειλε τό ἅγιον Πνεῦμα τό μένον μετά τῆς Ἐκκλησίας εἰς τόν αἰῶνα καί ὁδηγοῦν αὐτήν εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν...». Στή συνέχεια μάλιστα ὑποστηρίζει ὅτι «τό δόγμα τῆς σωζούσης Ἐκκλησίας εἶναι φυσική ἀκολουθία τοῦ ἀλαθήτου, ἤτοι πεποιθυῖα ἡ Ἐκκλησία ὅτι αὕτη κατέχει τήν ὀρθήν πίστιν καί τήν πλήρη ἀλήθειαν τήν σώζουσαν, ἔδει φυσικῶς νά εἴπῃ ὅτι αὐτή κατέχει τά τῆς μακαριότητος μέσα “ἐκτός δ᾽ αὐτῆς δέν ὑπάρχει σωτηρία”»[37]Ὁ καθηγητής Ἰωάννης Καρμίρης λέγει σχετικῶς: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀλάθητος ὡς ὅλον, ὡς πλήρωμα, ὅπερ συναποτελοῦσιν ἅπαντες οἱ ὀρθοδόξως πιστεύοντες κληρικοί καί λαϊκοί... τό ὅλον ἤ τό πλήρωμα ἤ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας λογίζεται ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ ὡς φορεύς τοῦ ἀλαθήτου». Καί ἀλλοῦ[38]: «Πρέπει ἰδιαιτέρως νά ἐξαρθῇ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς ὅλον εἶναι ἀλάθητος, ἐφ᾽ ὅσον κεφαλή αὐτῆς εἶναι ὁ Χριστός, ὅστις εἶναι αὐτή ἡ ἀλήθεια, ψυχή δέ τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖον εἶναι ὁμοίως τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, τό ποδηγετοῦν τήν Ἐκκλησίαν καί καθοδηγοῦν εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθεια»[39]. Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας στήν τρίτομη Δογματική του ἀφιερώνει ὁλόκληρο ὑποκεφάλαιο μέ τίτλο «Ἡ Ἐκκλησία ὡς ἀλάθητος τῆς ἀληθείας φύλαξ καί διδάσκαλος», ὅπου προσφέρει πλούσιο ἁγιογραφικό καί πατερικό ὑλικό. Μεταξύ ἄλλων παρατηρεῖ ὅτι δέν ὑπῆρξε ποτέ ἐποχή «καθ᾽ ἥν πλάνη ἤ αἵρεσις ἐκυριάρχησε συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας». Ἄν αὐτό συνέβαινε, θά ἐσήμαινε στήν περίπτωση αὐτή, ὅτι «ὁ Χριστός ὡς κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἐστερήθη τοῦ ἐπί γῆς σώματος αὐτοῦ, ὅπερ ἀποξενωθέν τῶν θείων προνομίων αὐτοῦ ὡς Ἐκκλησίας Θεοῦ ζῶντος, στύλου καί ἑδραιώματος τῆς ἀληθείας, μετέπεσε κατά τό Ἀποκ. β´ 9 εἰς “συναγωγήν τοῦ Σατανᾶ”. Ἀλλά τοῦτο θά ἦτο, ἀδιανόητον». Ἀκόμη καί στίς περιπτώσεις πού φαίνεται ὅτι «ἡ πᾶσα Ἐκκλησία κατακλύζεται ὑπό τῆς πλάνης», τό Ἅγιο Πνεῦμα παραμένει σέ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί λαλεῖ δι᾽ αὐτῶν, καί ὄχι μόνον διά τῶν ἐπισκόπων. Ὑπενθυμίζει ὁ καθηγητής ὅτι ὅταν ἐκυριάρχησε ἡ αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ, «μόνοι δύο μοναχοί ἀντέστησαν κατ᾽ αὐτῆς, ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί ὁ Σωφρόνιος, ὁ μετ᾽ ὀλίγον εἰς πατριάρχην Ἱεροσολύμων ἀναδειχθείς, περί οὕς ἐπισυνήχθησαν καί πᾶσα ἡ τό γνήσιον φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας διαφυλάττουσα μερίς τοῦ ποιμνίου»[40].

Ἀξίζει νά προσθέσουμε ὅτι ὅταν ἀνακριτές ἐπίσκοποι προσπαθοῦσαν στήν φυλακή νά ἐκφοβίσουν τόν Ἅγιο Μάξιμο νά δεχθεῖ τίς αἱρετικές μονοθελητικές θέσεις, τίς ὁποῖες εἶχαν δεχθῆ σχεδόν ὅλες οἱ ἐκκλησίες, τοῦ εἶπαν ὅτι μέ τήν διακοπή κοινωνίας πού ἔκανε βγάζει τόν ἑαυτό του ἐκτός Ἐκκλησίας, δέν εἶναι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία, μετά τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως μετέτρεψαν τήν Χρυσοστομική θέση ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ καί ὁ ἡγούμενος τῆς Βατοπαιδίου. Τοῦ εἶπαν λοιπόν: «Ποίας εἶ ὦ οὗτος Ἐκκλησίας; Βυζαντίου, Ρώμης, Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων; Ἰδού πᾶσαι μετά τῶν ὑπ᾽ αὐτάς ἐπαρχιῶν ἡνώθησαν. Εἰ τοίνυν εἶ τῆς καθολικῆς καί αὐτός Ἐκκλησίας, ἑνώθητι, μήπως ξένην ὁδόν τῷ βίῳ καινοτομῶν, πάθῃς ἅπερ οὐ προσδοκᾶς». Καί ὑπέστη βέβαια πολλές κακώσεις καί μαρτύρια στή συνέχεια, γιατί δέν ἑνώθηκε μέ τήν αἵρεση, δέν ἔκανε ὑπακοή στήν «Ἐκκλησία». Ἀπήντησε ὅμως «συνετῶς καί ἐπικαίρως», ὅπως λέγει τό κείμενο πού μᾶς διασώζει τά γεγονότα, καί εἶπε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν βρίσκεται ἐκεῖ πού εἶναι οἱ διοικοῦντες, οἱ πατριάρχες, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ σύνοδοι, ἡ Ἱεραρχία, ἀλλά ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ σωτήρια ὁμολογία τῆς πίστεως: «Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὀρθήν καί σωτήριον τῆς πίστεως ὁμολογίαν, ὁ Κύριος εἶναι εἰπών, ἐπί τούτῳ καί Πέτρον καλῶς ὁμολογήσαντα ἐμακάρισεν»[41]. Ὅταν ἐπίσης σέ ἄλλη περίπτωση κρατικός ἄρχοντας ἀνακριτής, ὀνομαζόμενος Μηνᾶς, τοῦ εἶπε ὅτι μέ ὅσα λέγει προκαλεῖ σχίσμα στήν Ἐκκλησία, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀπήντησε: «Ἄν αὐτός πού λέγει ὅσα διδάσκουν ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες σχίζει τήν Ἐκκλησία, αὐτός πού ἀναιρεῖ τά δόγματα τῶν Ἁγίων τί ἀποδεικνύεται ὅτι προκαλεῖ στήν Ἐκκλησία, δεδομένου ὅτι χωρίς τά δόγματα δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει ἡ Ἐκκλησία;»[42]. Προφανῶς δέν τήν σχίζει ἁπλῶς, ἀλλά τήν καταστρέφει, τήν ἐκμηδενίζει. Μόνο ὁ Διάβολος θέλει νά καταστρέψει τήν Ἐκκλησία.

Μετά ἀπό ἑπτά αἰῶνες, τόν 14ο αἰώνα, τά ἴδια ἀπήντησε καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς στόν αἱρετίζοντα πατριάρχη Ἀντιοχείας Ἰγνάτιο, ὑποστηρικτή τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Καλέκα. Ὁ ᾽Ιγνάτιος ἀναχωρώντας ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη ἔγραφε ὅτι ἐπιστρέφει στήν ἐκκλησία του, στήν Ἀντιόχεια. Στήν Κωνσταντινούπολη εὑρισκόμενος ὑποστήριξε τόν Βαρλαάμ τόν Καλαβρό καί ἐστράφη ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Ἀπαντᾶ λοιπόν στόν αἱρετίζοντα πατριάρχη ἀποφθεγματικά ὁ Ἅγιος Γρηγόριος καί τοῦ λέγει ὅτι δέν ἔχει πλέον ἐκκλησία, ἀφοῦ ὡς αἱρετίζων εἶναι ξένος πρός τήν Ἐκκλησία, ἐκτός Ἐκκλησίας, διότι «οἱ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί»[43]. Ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἐκεῖ πού εἶναι ἡ ἀλήθεια· ὅσοι δέν εἶναι μέ τήν ἀλήθεια εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας.

Πρέπει ἐπίσης νά γνωρίζει κανείς ὅταν ὁμιλεῖ γιά ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, ὅτι αὐτή δέν ἀποτελεῖται μόνον ἀπό τούς ζῶντες πιστούς, καί ἀπό αὐτούς πού διοικοῦν καί κατευθύνουν τώρα τά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀπό ὅλους τούς προϋπάρξαντες Ἁγίους καί πιστούς, ἀπό τούς μεγάλους Πατέρες καί Διδασκάλους, πού καθόρισαν καί ἀνέπτυξαν στά συγγράμματα καί στίς ἅγιες συνόδους τά τῆς Πίστεως καί τῆς Ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, καί μάλιστα μέ θαυμαστή ὁμοφωνία, ὥστε νά ὑπάρχει ἡ λεγομένη «συμφωνία τῶν Πατέρων» (Consensus Patrum). Ὅ,τι ἀποφασίζει σέ κάποια χρονική στιγμή ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία πρέπει νά εἶναι σύμφωνο πρός ὅσα οἱ Ἅγιοι Πατέρες συμφωνώντας διαχρονικά ἀποφάσισαν· νά κάνει ὑπακοή ἡ ἐπί γῆς Ἐκκλησία στήν ἐν οὐρανῷ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων. Αὐτό ἐκφράζει καί ἡ διατυπωθεῖσα ἀπό τόν Βικέντιο τόν ἐκ Λειρίνης (ἤ Λειρίνου) δογματική ἀρχή σύμφωνα μέ τήν ὁποία κριτήριο Ὀρθοδοξίας τῶν ἀποφασιζομένων σέ κάθε ἐποχή εἶναι τό καθολικό, τό διαχρονικό, καί τό ὁμόφωνο, δηλαδή κρατοῦμεν ὅ,τι πανταχοῦ πάντοτε καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη· «Id teneamus, quod ubique, quod semper, quod ab omnibus creditum est»[44].

Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολο, ὡς πλήρωμα, εἶναι ἀλάθητη, δέν ἀποκλείεται ὄχι μόνο μέλη τῆς Ἐκκλησίας νά πλανηθοῦν, πατριάρχες, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοί καί λαϊκοί, ἀλλά καί ὁλόκληρες τοπικές ἐκκλησίες παρασυρόμενες ἀπό τούς ἐπί κεφαλῆς τους προκαθημένους ἤ καί ἀπό τοπικές συνόδους. Καί ὄχι μόνο μία τοπική ἐκκλησία, ἀλλά καί ὁμάδα τοπικῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία εἶναι γεμάτη ἀπό παραδείγματα αἱρέσεων, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός, ὁ Νεστοριανισμός, ὁ Μονοφυσιτισμός, ἡ Εἰκονομαχία, οἱ ὁποῖες ἐπί μακρά χρονικά διαστήματα ἐκυριάρχησαν κατά τόπους ἤ καί καθολικά, ὁπότε τήν ἀληθινή Ἐκκλησία διέσωσαν ὅσοι, ὀλιγώτεροι ἤ περισσότεροι, δέν παρασύρθηκαν ἀπό τίς αἱρέσεις ἀλλά παρέμειναν στήν παραδεδομένη πίστη. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης πληθυσμιακά τοπικῆς ἐκκλησίας πού παραδόθηκε στήν αἵρεση καί παραμένει μέχρι σήμερα σ᾽ αὐτήν εἶναι ὁ Παπισμός, ὁ ὁποῖος ἐγέννησε τοῦ κόσμου τίς αἱρετικές προτεσταντικές κοινότητες. Παπισμός καί Προτεσταντισμός ἀντιπροσωπεύουν σήμερα τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Μέ αὐτούς συμφύρεται δυστυχῶς καί ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία κινδυνεύει νά κυριαρχηθεῖ ἐπίσης ἀπό τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει καταργήσει τά ὅρια ὀρθοδοξίας καί αἵρεσης, ἀλήθειας καί πλάνης, ὅπως ὁλοφάνερα φάνηκε στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016), ὅπου οἱ «Ὀρθόδοξοι» ὀνόμασαν τίς αἱρέσεις ἐκκλησίες. Παρουσιάσαμε καί ἄλλη φορά τήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τούς Λατίνους, γιά τόν Παπισμό, καί δέν ὑπάρχει ἐδῶ χῶρος νά τήν ὑπενθυμίσουμε. Ἐπισημαίνουμε ὅμως αὐτό πού ταιριάζει στήν συνάφεια τῶν προβληματισμῶν μας. Συνέβη, λέγει, πολλές φορές σέ ὅλες τίς τοπικές ἐκκλησίες νά ἐκπέσουν ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί νά ὑποστοῦν βλάβη ἀπό τίς αἱρέσεις. Τό νά μήν ἐπανέλθουν ὅμως, νά μή σηκωθοῦν ἀπό τήν πτώση, συνέβη μόνο μέ τήν ἐκκλησία τῶν Λατίνων, μολονότι εἶναι μέγιστη καί κορυφαία στήν ἐξέχουσα περιωπή τῶν πατριαρχικῶν θρόνων: «Τό μέν οὖν τοῦ ὀρθοῦ διαπεσεῖν κοινόν ἐγένετο ταῖς ἐκκλησίαις ἁπάσαις, ἄλλοτε ἄλλῃ διά τοῦ μακροῦ χρόνου λυμηναμένου τοῦ χείρονος. Τό δέ διαπεσοῦσαν μηκέτ᾽ ἐπανελθεῖν μόνης τῆς τῶν Λατίνων ἐγένετο, καίτοι μεγίστης τε καί κορυφαίας οὔσης καί τῶν πατριαρχικῶν θρόνων ἐξόχου περιωπῆς»[45].

Εἶχαν γι᾽ αὐτό ἀπόλυτο δίκαιο οἱ Ὀρθόδοξοι πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, κωδικοποιώντας, θά λέγαμε, τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία ἐπί τοῦ θέματος, στήν ἀπάντησή τους πρός τόν πάπα Πίο τόν Θ´ τό 1848, νά ἰσχυρισθοῦν ὅτι οὔτε πατριάρχες οὔτε σύνοδοι ἠμποροῦν νά καινοτομήσουν εἰς τά τῆς Ἐκκλησίας, διότι φύλακας τῆς Παράδοσης εἶναι ὁ λαός. Καί ἡ συνοδική αὐτή ἀπόφαση ἔχει περάσει στά Δογματικά καί Συμβολικά Κείμενα τῆς Ἐκκλησίας: «Ἔπειτα παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοιειδές τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»[46].

Ἑπομένως οἱ μέν θέσεις τοῦ μητροπολίτη Λεμεσοῦ καί τοῦ ἡγουμένου τῆς Βατοπαιδίου παραμορφώνουν σημαντικά σέ δύο σημεῖα ὅσα λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Ἐν πρώτοις ἀφαιροῦν τόν ὑποθετικό, παραχωρητικό χαρακτήρα τῆς φράσης καί παρουσιάζουν τά λεγόμενα ὡς πιθανά νά συμβοῦν, εἶναι δηλαδή δυνατόν νά πλανηθεῖ ἡ Ἐκκλησία. Καί τό σημαντικώτερο ὅτι εἰσάγουν στά λεγόμενα τήν ἔννοια τῆς πλάνης, πού δέν ὑπάρχει στό κείμενο, καί ὅτι εἶναι «κρεῖσσον», «καλύτερα» νά ἀκολουθεῖ κανείς τήν πλανώμενη Ἐκκλησία, νά κάνει δηλαδή ὑπακοή στήν αἱρετίζουσα Ἐκκλησία. Ἀλλά Ἐκκλησία πού πλανᾶται δέν εἶναι Ἐκκλησία.

Ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος ἀφαιρεῖ καί αὐτός τόν ὑποθετικό χαρακτήρα τῶν λεγομένων τοῦ Χρυσοστόμου καί συνιστᾶ ἀπροϋπόθετη καί ἀδιάκριτη ὑπακοή. Στήν ἴδια συνάφεια ἐπίσης αὐτῶν πού «ἐτόλμησε» ὄντως νά πεῖ μέ βάση τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο χρησιμοποίησε τίς λέξεις «Ἐκκλησία» καί «Ἱεραρχία», σάν νά ταυτίζονται. Εἶπε: «Θά κάνουμε ὅ,τι μᾶς πεῖ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄν ἡ Ἐκκλησία μᾶς πεῖ νά φορᾶμε τήν μάσκα στόν Ναό γιά προστασία μας ἀπό τόν κορωνοϊό, θά τήν φορᾶμε. Ἄν μᾶς πεῖ νά μή τήν φορᾶμε, δέν θά τήν φορᾶμε». Ἄλλο ὅμως ἡ Ἱεραρχία, οἱ πατριάρχες καί οἱ ἐπίσκοποι, καί ἄλλο ἡ Ἐκκλησία. Ὅπως εἴδαμε, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀλάθητη, ἐνῶ οἱ ἱεράρχες πλανῶνται ἀκόμη καί στίς συνόδους. Ἡ ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου ἦταν σύναξη κάποιων ἱεραρχῶν καί μάλιστα τῆς μειοψηφίας αὐτῶν, ὅπως καί ὅσοι ἱεράρχες στίς συνόδους τῶν ἐκκλησιῶν τους, μειοψηφία καί αὐτοί στό σύνολο τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας, ἀναγνώρισαν τό ψευδοαυτοκέφαλο τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν. Καί στά δύο θέματα ἡ Ἱεραρχία ἐπλανήθη ὄχι ὅμως καί ἡ Ἐκκλησία. Τόν ἑαυτό του δικαιολογεῖ μέ τά λεγόμενα ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος;[47]

Ὁ μητροπολίτης Ναυπάκου ἀποφεύγει νά δώσει τό νόημα ἤ τήν μετάφραση τῶν ὅσων λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καί ἔτσι δέν διακινδυνεύει ἐμφανῶς τήν παρερμηνεία καί τήν παρανόηση. Τά χρησιμοποιεῖ ὅμως στήν ἴδια νοηματική συνάφεια, νά ὑπακούουμε δηλαδή, ὅπως λέγει, «στήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας». Δέν ἐκφράζουν ὅμως ὅλες οἱ σύνοδοι, οὔτε ὅλοι οἱ Ἱεράρχες τήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας. Στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης προσπάθησε νά ἐκφράσει ὁ Ναυπάκτου τήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά πνίγηκε ἡ φωνή του ἀπό ἄλλες φωνές, πού συνοδικά ἀναγνώρισαν τίς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες καί συνοδικά, γιά πρώτη φορά, ἐνέκριναν τή συμμετοχή μας στό προτεσταντικό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ἤγουν αἱρέσεων, καί ἐπήνεσαν τά γεμᾶτα πλάνες κοινά κείμενα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων. Ἐξακολουθεῖ νά συμψάλλει μέ αὐτές τίς φωνές πού πνίγουν τήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας. Στήν χορήγηση μάλιστα τοῦ ψευδοαυτοκεφάλου στήν σχισματοαίρεση τῶν Οὐκρανῶν ἔγινε πρωτοψάλτης. Ψάχνει νά βρεῖ «παραθεολογικούς ἰούς» στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, ἐνῶ ἡ οἰκουμενιστική ἴωση ἔχει σχεδόν καταστρέψει τούς θεολογικούς πνεύμονες τῶν περισσοτέρων Ἱεραρχῶν.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δέν συμβούλευσε ποτέ στά συγγράμματά του νά ἀκολουθοῦμε πλανώμενες ἱεραρχίες στήν ἀντιμετώπιση αἱρέσεων καί σχισμάτων, οὔτε προκύπτει κάτι τέτοιο στήν πράξη ἀπό τήν πολυτάραχη καί μαρτυρική ζωή του. Αὐτό πού λέγει στό κείμενο πού παρερμηνεύθηκε ἀφορᾶ σέ ἕνα μικρό ποιμαντικό καί λειτουργικό ζήτημα πού προέκυψε στήν Ἀντιόχεια σχετικά μέ τήν πρό τοῦ Πάσχα νηστεία καί δέν ἔχει σχέση μέ πλάνες, μέ αἱρέσεις καί σχίσματα. Σέ συνέδριο διορθόδοξο πού ὀργάνωσε στήν Ἀμερική, στό Σικάγο, μία ἀπό τίς μονές πού ἵδρυσε ὁ ὅσιος Γέροντας Ἐφραίμ, ἡ γυναικεία Ἱερά Μονή Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ἀπό 14-16 Σεπτεμβρίου τοῦ 2007, μέ ἀφορμή τή συμπλήρωση 1600 ἐτῶν ἀπό τήν μαρτυρική του κοίμηση, εἴχαμε τήν εὐκαιρία νά ἀναπτύξουμε τό θέμα «Σύγχρονοι ἐκκλησιολογικοί προβληματισμοί μέ βάση τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο». Στήν εἰσήγησή μας αὐτή παρουσιάσαμε α) τήν τοποθέτησή του ἀπέναντι στίς ἄλλες θρησκεῖες, β) τήν γνώμη του γιά τίς αἱρέσεις καί γ) τήν ἀντιμετώπιση τοῦ σχίσματος καί κάποιες παρανοήσεις τῆς σχετικῆς διδασκαλίας[48]. Βρίσκει κανείς ἐδῶ πολύ ὑλικό γιά ὅσα συζητοῦμε, τό ὁποῖο δέν χωράει ἐδῶ. Θά ἀναφερθοῦμε ὅμως σύντομα στό ποιμαντικό καί λειτουγικό πρόβλημα πού δημιουργοῦσε μία μικρή μερίδα πιστῶν στήν Ἀντιόχεια, σχετικά μέ τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, τό ὁποῖο ἔδωσε τήν ἀφορμή νά πεῖ ὁ Χρυσόστομος ὅσα παρερμηνεύθηκαν, καί σύντομα ἐπίσης θά δοῦμε ἐνδεικτικά ἄν συμβουλεύει τήν ἀπροϋπόθετη καί ἀδιάκριτη ὑπακοή σέ ὅσα ἀποφασίζουν οἱ ἱεράρχες καί οἱ σύνοδοι.

8. Σέ ποιό γεγονός ἀναφέρεται ὁ Χρυσόστομος;

Εἶναι γνωστόν ὅτι στήν λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων παρουσιάσθηκαν ἔριδες καί φιλονεικίες ὡς πρός τόν χρόνο τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Οἱ ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας ἑόρταζαν τό Πάσχα μαζί μέ τούς Ἰουδαίους τήν 14η τοῦ ἰουδαϊκοῦ μηνός Νισάν, συνέπιπτε δηλαδή τό Χριστιανικό μέ τό Ἰουδαϊκό Πάσχα, ὁπότε ἑορταζόταν ὁποιαδήποτε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος καί ἄν συνέπιπτε, ἐνήστευαν δέ ὅλη τήν ἡμέρα μέχρι τό ἑσπέρας, ὅπως καί οἱ Ἰουδαῖοι. Στήν Δύση ἀντίθετα γιά νά ἀποφευχθεῖ αὐτή ἡ σύμπτωση ἑόρταζαν τό Πάσχα τήν Κυριακή μετά τήν 14η τοῦ μηνός Νισάν, καί ὀνόμαζαν τούς Μικρασιάτες δεκατεσσαρασκαιδεκατῖτες. Ἡ λειτουργική αὐτή ποικιλία καί ἀνομοιομορφία λύθηκε ὁριστικά ἀπό τήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο (325), ἡ ὁποία γιά νά μή συμπίπτει τό Πάσχα τῶν Χριστιανῶν μέ τό Πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καί ἀφοῦ ἔλαβε ὑπ᾽ ὄψιν ὅλα τά ἀστρονομικά δεδομένα, ὅρισε νά ἑορτάζεται τό χριστιανικό Πάσχα τήν Κυριακή μετά τήν πρώτη πανσέληνο, μετά τήν ἐαρινή ἰσημερία. Ἔκτοτε, αὐτό ἔγινε δεκτό ἀπό ὅλους, ἀπό τήν ἀνά τήν Οἰκουμένη Ἐκκλησία, ἰσχύει δέ μέχρι σήμερα.

Μέχρι νά ἐπιλυθεῖ τό πρόβλημα, ἔγιναν ἐνωρίτερα προσπάθειες συμφωνίας, οἱ ὁποῖες μολονότι ἀπέτυχαν, δέν ὁδήγησαν τίς ἐκκλησίες σέ διακοπή κοινωνίας, ἀλλά διατηρήθηκε ἡ ἑνότητα καί ἡ κοινωνία. Ὑπῆρχε ἑορτολογική ἀνομοιμορφία, ἡ ὁποία δέν ὁδήγησε σέ σχίσμα, διότι θεωρήθηκε ὅτι μέ αὐτό δέν ἐθίγετο ἡ Πίστη, ἡ δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Κατά μία μετάβαση τοῦ Πολυκάρπου Σμύρνης στήν Ρώμη (154/155) καί σέ συνάντηση πού εἶχε μέ τόν πάπα Ἀνίκητο συζήτησαν καί τό θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ἀποχωρίσθηκαν εἰρηνικά, χωρίς ὁ ἕνας νά πείσει τόν ἄλλον, καί ὅπως γράφει σέ ἐπιστολή του ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου: «Ἐκοινώνησαν ἑαυτοῖς, καί ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ παρεχώρησεν ὁ Ἀνίκητος τήν εὐχαριστίαν τῷ Πολυκάρπῳ κατ᾽ ἐντροπήν δηλονότι, καί μετ᾽ εἰρήνης ἀπ᾽ ἀλλήλων ἀπηλλάγησαν, πάσης τῆς ἐκκλησίας εἰρήνην ἐχόντων, καί τῶν τηρούντων (=Μικρασιατῶν) καί τῶν μή τηρούντων (=Ρωμαίων)»[49]. Λίγο ἀργότερα ὁ Βίκτωρ Ρώμης (189-199) θεώρησε ὅτι ἡ διαφωνία στόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα εἶναι «ἑτεροδοξία» καί ἔκοψε τήν κοινωνία μέ τίς ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας. Δέν κατόρθωσε ὅμως νά πείσει ἐπ᾽ αὐτοῦ οὔτε τίς Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως, καί ὅπως ἀντέταξε ὁ Μικρασιάτης τήν καταγωγή Εἰρηναῖος Λουγδούνου αὐτό ἦταν τοπική ἰδιαιτερότητα πού δέν προέκυψε τώρα, ἀλλά ἦταν παλαιά συνήθεια τῶν Μικρασιατῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως «οὐδέν ἔλαττον πάντες οὗτοι εἰρήνευσάν τε καί εἰρηνεύομεν πρός ἀλλήλους καί ἡ διαφωνία τῆς νηστείας τήν ὁμόνοιαν τῆς πίστεως συνίστησιν»[50]. Ἡ διαφωνία σέ ἑορτολογικά θέματα ἐνισχύει τήν ἑνότητα στήν πίστη, τήν συνιστᾶ, τήν ἀναδεικνύει.

Παρά τό ὅτι ὁ κοινός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα, σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔγινε δεκτός ἀπό ὅλες τίς τοπικές ἐκκλησίες σέ Ἀνατολή καί Δύση κάποιες ὁμάδες πιστῶν ἐπέμειναν στήν παράδοση τῶν Τεσσαρασκαιδεκατιτῶν, νά ἑορτάζουν δηλαδή τό Πάσχα μαζί μέ τούς Ἰουδαίους τήν 14η τοῦ μηνός Νισάν. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ ἐν Ἀντιοχείᾳ τοπική σύνοδος τοῦ 341 δέν ἀνέχεται πλέον αὐτήν τήν ἑορτολογική διάσπαση καί διαίρεση καί ὅσους ἐξακολουθοῦσαν νά ἑορτάζουν τό Πάσχα μαζί μέ τούς Ἰουδαίους τούς κατεδίκασε μέ αὐστηρότητα, τούς μέν λαϊκούς μέ ἀκοινωνησία, τούς δέ κληρικούς καί ὅσους εἶχαν κοινωνία μαζί του, μέ καθαίρεση[51]. Δύο συνοδικές λοιπόν ἀποφάσεις μία ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο (325) καί μία ἀπό Τοπική (341) ἀπαγορεύουν τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα μαζί μέ τούς Ἰουδαίους. Ἐλάχιστα πάντως λείψανα τῶν Τεσσαρασκαιδεκατιτῶν εἶχαν ἀπομείνει στήν πόλη τῆς Ἀντιοχείας τήν ἐποχή πού Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος δροῦσε ἐκεῖ ὡς πρεσβύτερος. Οἱ Τεσσαρασκαιδεκατῖται ὀνομάζονται καί Πρωτοπασχῖται[52], διότι ἑόρταζαν τό «πρῶτο» Πάσχα, ὅπως συνήθιζαν πρό τῆς ἀποφάσεως τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Πρός αὐτούς λοιπόν τούς Πρωτοπασχῖτες ἀπευθύνει τήν ὁμιλία ὁ Χρυσόστομος, ἀπό τήν ὁποία προέρχεται τό παρερμηνευόμενο παράθεμα γιά τό ὁποῖο συζητοῦμε. Πρόκειται γιά τόν Γ´ Λόγο ἀπό τήν σειρά τῶν ὀκτώ Λόγων (Α´-Η´) πού ἐξεφώνησε «Κατά Ἰουδαίων» κατά τά ἔτη 386 καί 387. Ὁ Λόγος αὐτός ἐπιγράφεται «Εἰς τούς τά πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας»[53], εἰς αὐτούς δηλαδή πού νηστεύουν τό πρῶτο Πάσχα, τό παλαιό Πάσχα, μαζί μέ τούς Ἰουδαίους, στούς Τεσσαρασκαιδεκατῖτες ἤ Πρωτοπασχῖτες πού ἀναφέραμε.

Λέγει στήν ἀρχή τοῦ Λόγου ὅτι ἀναγκάζεται νά διακόψει τή σειρά τῶν Λόγων του πρός τούς αἱρετικούς Ἀνομοίους, διότι ὑπάρχει μέσα στήν Ὀρθόδοξη ποίμνη μία «ἄκαιρος φιλονεικία», ἡ ὁποία πρέπει νά θεραπευθεῖ, αὐτοί δηλαδή πού συνεορτάζουν τό Πάσχα καί νηστεύουν μαζί μέ τούς Ἰουδαίους. Δέν θεωρεῖ τούς Πρωτοπασχῖτες ἐκτός τῆς ποίμνης, ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι οἱ αἱρετικοί, ἀλλά «πρόβατα νενοσηκότα», τά ὁποῖα ὡς ποιμήν πρέπει νά θεραπεύσει μέ τήν διδασκαλία. Μᾶς πληροφορεῖ μάλιστα ὅτι ἦταν πολύ λίγοι αὐτοί πού νόσησαν καί ὅτι τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ποιμνίου εἶχε δεχθῆ τίς ἀποφάσεις τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Καί οἶδα μέν ὅτι διά τήν τοῦ Θεοῦ χάριν τό πλέον ἡμῖν τῆς ἀγέλης ταύτης ἀπήλλακται τῆς ἀρρωστίας, καί εἰς ὀλίγους τό νόσημα περιέστηκε». Ἐπισημαίνει ὅτι εἶναι ἀρκετές οἱ διαιρέσεις πού προκαλοῦνται ἀπό τίς αἱρέσεις καί δέν χρειάζεται νά διαιρούμαστε καί ἐμεῖς μεταξύ μας: «Οὐκ ἀρκοῦσιν αἱ λοιπαί αἱρέσεις, ἀλλά καί ἡμεῖς ἑαυτούς κατατέμωμεν;»[54]. Χαρακτηρίζει καί πάλι «ἄκαιρον φιλονεικίαν» τήν συζήτηση γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα καί θεωρεῖ ὅτι ὅσοι δέν συμφωνοῦν μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Νικαίας δέν μποροῦν νά δικαιολογήσουν τίς θέσεις τους, καί σάν νά εἶναι σοφώτεροι ἀπό ὅλους δέν θέλουν νά μάθουν ἀπό τούς ἄλλους οὔτε νά ἀκολουθήσουν τά ἀποφασισθέντα, ἀλλά ἁπλῶς ἀκολουθοῦν μία παράλογη παλαιά συνήθεια.

Καί εἶναι τώρα ἄκαιρη αὐτή ἡ φιλονεικία καί ὅσοι τήν προκαλοῦν ἀδικαιολόγητοι, διότι ἀτιμάζουν καί περιφρονοῦν τούς τριακόσιους καί πλέον Πατέρες τῆς Συνόδου, πού ἐνομοθέτησαν ἐδῶ καί τόσα χρόνια τόν κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, καί οἱ ὁποῖοι δέν ἦσαν οὔτε ἀνόητοι οὔτε δειλοί, ἀλλά σοφοί καί γενναῖοι. Τήν σοφία τους ἀποδεικνύουν ὅσα γιά τήν Πίστη ἐνομοθέτησαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, μέ τά ὁποῖα ἔφραξαν τά στόματα τῶν αἱρετικῶν, καί τήν ἀνδρεία τους ὅσα βασανιστήρια ὑπέστησαν ἀπό τούς διωγμούς, πού μόλις τότε εἶχαν καταπαύσει. Ἀπό αὐτούς τούς ἀθλητές συγκροτήθηκε ἡ σύνοδος πού εἶχαν ἀκόμη νωπά τά τραύματα καί τά στίγματα τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τίς πολλές τιμωρίες ἐξ αἰτίας τῆς ὁμολογίας τους. Μαζί λοιπόν μέ τό δογματικό θέμα τῆς Πίστης στήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ νομοθέτησαν, ὥστε ἀπό κοινοῦ καί μέ συμφωνία νά ἑορτάζουμε ὅλοι τήν μεγάλη ἑορτή τοῦ Πάσχα. Αὐτοί λοιπόν πού δέν πρόδωσαν τήν Πίστη σέ τόσο δύσκολους καιρούς, θά ὑποκρίνονταν σέ ἕνα μή δογματικό θέμα, στήν παρατήρηση τῶν καιρῶν, ἄν δέν πίστευαν ὅτι εἶναι γιά τό καλό τῆς Ἐκκλησίας; Δέν ἀντιλαμβάνονται τί κάνουν αὐτοί πού κατακρίνουν τόσους Πατέρες, τόσο σοφούς καί ἀνδρείους; Ὅλη ἡ Οἰκουμένη ἀποδέχθηκε καί ἐπήνεσε τίς ἀποφάσεις τους, καί σύ πού τίς ἀπορρίπτεις θεωρεῖς σοφώτερους τούς Ἰουδαίους ἀπό ὅλης τῆς γῆς τούς Πατέρες, τούς Ἰουδαίους τούς ὁποίους ἀποκήρυξε ὁ Θεός, καί ἔχασαν τήν εὔνοιά Του, τώρα δέ χωρίς τόν Ναό οὔτε τίς ἑορτές τους μποροῦν νά ἑορτάσουν;[55]

Ὁ Χριστός διά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά μή προσέχουμε σέ ἡμέρες καί μῆνες καί χρόνους. Κανένας δέν τιμωρήθηκε οὔτε κατηγορήθηκε, ἐπειδή δέν ἑόρτασε τό Πάσχα τόν τάδε μήνα ἤ τήν τάδε ἡμέρα· «ὅτι δέ τῷ δεῖνι μηνί καί τῷ δεῖνι ἐποίησε τό Πάσχα, οὐδείς ἐκολάσθη ποτέ οὐδέ ἐνεκλήθη». Πρέπει λοιπόν σέ σχέση μέ τήν παρατήρηση τοῦ χρόνου τῶν ἑορτῶν νά προτιμοῦμε τήν συμφωνία τῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι γιά ἕνα τέτοιο ζήτημα μηδαμινῆς ἀξίας νά περιφρονοῦμε τήν κοινή Μητέρα μας, τήν Ἐκκλησία, καί νά κομματιάζουμε τήν Σύνοδο: «Σύ δέ οὐ προτιμᾶς τοῦ χρόνου τῆς Ἐκκλησίας τήν συμφωνίαν, ἀλλ᾽ ἵνα δόξῃς ἡμέρας παρατηρεῖν, εἰς τήν κοινήν ἁπάντων ἡμῶν ἐμπαροινεῖς μητέρα, καί τήν ἁγίαν διατέμνεις σύνοδον; Καί πῶς ἄν ἄξιος εἴης συγγνώμης, ὑπέρ τοῦ μηδενός τοσαῦτα ἁμαρτάνειν αἱρούμενος;»[56].

Τά ἰουδαϊκά παρῆλθαν, πέρασαν. Ἦταν ἕνα λυχνάρι. Τώρα ὅμως ἦλθε ὁ ἥλιος. Ἦταν τό γάλα τῆς νηπιότητας, γιά νά ὁδηγηθοῦμε στήν στερεά τροφή. Ἀφοῦ λοιπόν ἦλθαν τά τελειότερα, δέν πρέπει νά τρέχουμε πίσω στά παλαιά, οὔτε νά παρατηροῦμε ἡμέρες καί καιρούς καί χρόνους, ἀλλά νά ἀκολουθοῦμε παντοῦ τήν Ἐκκλησία, προτιμώντας ἀπό ὅλα τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη. Διότι ἀκόμη καί ἄν ἔκανε λάθος ἡ Ἐκκλησία, δέν θά ἦταν τόσο μεγάλο κατόρθωμα ἡ ἀκριβής τήρηση τῶν χρόνων, ὅσο εἶναι ἔγκλημα ἡ διαίρεση καί τό σχίσμα αὐτό: «Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος τούτου»[57].

9. Ἐνδεικτικές θέσεις τοῦ Χρυσοστόμου γιά τήν ὑπακοή ἤ ἀνυπακοή στήν Ἱεραρχία

Προσπαθήσαμε σύντομα νά δώσουμε τήν συνάφεια τῶν λεχθέντων ἀπό τόν Χρυσόστομο, ὥστε νά ἀποφευχθεῖ ἡ ἐντύπωση πού δίνει ἡ παρερμηνεία, πώς δῆθεν διδάσκει ὅτι εἶναι καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία, παρά νά κάνεις τό σωστό καί νά εἶσαι ἐκτός αὐτῆς. Δείξαμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν πλανᾶται, οἱ Ἱεράρχες πλανῶνται, καί ὅτι ὑποθετικά καί καθ᾽ ὑπερβολήν ὁμίλησε ὄχι γιά πλάνη καί αἵρεση, ἀλλά γιά ἕνα συγκεκριμένο ποιμαντικό καί λειτουργικό θέμα ὡς πρός τόν χρόνο ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Θεωρεῖ μάλιστα ὅτι οἱ Πρωτοπασχῖτες ἤ Τεσσαρασκαιδεκατῖτες, οἱ ὁποῖοι στό ζήτημα αὐτό δέν ἀκολουθοῦσαν τήν Ἐκκλησία, ἦσαν ἐντός τῆς ποίμνης, δέν ἦσαν ἐκτός Ἐκκλησίας. Ὅσα λέγει δέν ἔχουν σχέση οὔτε μέ αἱρέσεις οὔτε μέ σχίσματα, ἑπομένως δέν πρέπει νά ἀφήνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ Χρυσόστομος συμβουλεύει νά ἀκολουθοῦμε τήν Ἐκκλησία, ἀκόμη καί ὅταν πλανᾶται ἀπό αἱρετικές διδασκαλίες, ὅπως συμβαίνει σήμερα μέ τόν Παπισμό, Προτεσταντισμό, Οἰκουμενισμό, πού νομιμοποιήθηκαν στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης, ἤ ὅταν χορηγεῖ αὐτοκεφαλία σέ ἀχειροτόνητους σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας ἤ ὅταν συμφωνεῖ μέ τό κλείσιμο τῶν ναῶν, καί τήν κατασυκοφάντηση τοῦ ἁγιωτάτου καί κορυφαίου μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Περί τοῦ ἄν πρέπει νά ἀκολουθοῦμε τήν Ἱεραρχία καί τίς συνόδους, καί νά κάνουμε ὑπακοή, ὅταν πλανῶνται σέ αἱρέσεις καί σχίσματα, ἔχουμε σταθερή καί ὁλοφάνερη διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ πατρός, διάσπαρτη στά συγγράμματά του, καί εἶναι ἐρευνητικά καί ἐπιστημονικά κατακριτέο αὐτή νά ἀποκρύπτεται, καί νά παπαγαλίζουμε μία παρερμηνευόμενη θέση του, γιά νά δικαιολογήσουμε τήν δειλία μας καί νά ἀποφύγουμε τίς δυσκολίες καί τό ξεβόλεμα ἀπό μία γενναία ὁμολογητική τοποθέτηση.

Αὐτήν τήν διδασκαλία τήν παρουσιάσαμε ἀρκούντως σέ ξεχωριστά κεφάλαια σέ προηγούμενη μελέτη μας, ὅπως εἴπαμε, σέ διορθόδοξο συνέδριο στό Σικάγο τό 2007, ἀλλά ἐνδεικτικά θά καταγράψουμε ἐδῶ μερικές βασικές θέσεις του. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι σύνολη ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Πατερική Παράδοση μέ ἔμφαση τονίζουν τίς ἀρετές τῆς ὁμόνοιας, τῆς εἰρήνης, τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπικρίνουν τίς διαιρέσεις καί τά σχίσματα πού κατατέμνουν τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ξεσκίζουν τόν ἄρραφο χιτώνα τοῦ Χριστοῦ. Στήν γραφίδα καί στό στόμα τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου ὀφείλουμε τήν ἀξιωματική καί ἀποφθεγματική θέση ὅτι τό νά σχίσει κανείς τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι μικρότερο κακό ἀπό τό νά περιπέσει σέ αἵρεση: «Διά τοῦτο λέγω καί διαμαρτύρομαι, ὅτι τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τό τήν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλλατόν ἐστι κακόν»[58]. Στήν ἴδια συνάφεια εἶπε καί τό ἄλλο ἔντονα ἀποτρεπτικό τῶν διαρέσεων καί τῶν σχισμάτων, ὅτι οὔτε τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου δέν μπορεῖ νά ἐξαλείψει τήν ἁμαρτία τοῦ σχίσματος: «Ἀνήρ δέ τις εἶπέ τι δοκοῦν τολμηρόν, πλήν ἀλλ᾽ ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δή τοῦτό ἐστιν; Οὐδέ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τήν ἁμαρτίαν ἔφησεν»[59]. Γιά τόν λόγο αὐτό προσπαθεῖ καί στήν συνάφεια τῆς παρερμηνευόμενης θέσης νά προτρέψει τούς Τεσσαρασκαιδεκατῖτες ἤ Πρωτοπασχῖτες, πού δέν εἶχαν ἀκόμη προκαλέσει σχίσμα, νά προτιμήσουν τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη σέ σχέση μέ τόν χρόνο ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα.

Ὅταν ὅμως ὑπάρχει συντελεσμένη αἵρεση, κατεγνωσμένη αἵρεση, καί συντελεσμένο σχίσμα, τότε ἡ θέση του εἶναι πολύ αὐστηρή, ὅπως ἐπίσης καί ὅταν παραβιάζεται ἀσύστολα ἡ ἱεροκανονική τάξη καί τό κῦρος τῶν μυστηρίων. Τότε ἡ ὁμόνοια καί ἡ εἰρήνη, ὅπως καί ἡ ὑπακοή εἰς αὐτούς πού συνιστοῦν τήν ὁμόνοια καί τήν εἰρήνη ἤ τήν ἀπροϋπόθετη καί ἀδιάκριτη ὑπακοή, δέν ἔχουν κανένα ἔρεισμα οὔτε τήν διδασκαλία οὔτε στήν ζωή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ἤδη στήν ἀρχή τοῦ παρόντος ἄρθρου στήν ἑνότητα 2 «Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή» παραθέσαμε τήν γνώμη του ὅτι ἡ ὁμόνοια καί ἡ εἰρήνη δέν εἶναι πάντοτε κάτι καλό, ὑπάρχει κακή ὁμόνοια καί καλή διαφωνία, «ἔστι σχισθῆναι καλῶς καί ἔστιν ὁμονοῆσαι κακῶς». Ἑρμηνεύοντας τό χωρίο τῆς Πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε»[60] ἀπαντᾶ σέ σχετικό ἐρώτημα ἄν πρέπει νά κάνουμε ὑπακοή στόν ἐπίσκοπο, ἀκόμη καί ἄν εἶναι κακός, ἄν εἶναι πονηρός, ἄν δηλαδή ἡ ὑπακοή εἶναι ἀπροϋπόθετη καί ἀδιάκριτη, ὅπως νομίζουν οἱ παρερμηνεύσαντες τήν διδασκαλία του γιά τό συγκεκριμένο θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Καί ἡ ἀπάντησή του εἶναι σαφέστατη· θέτει ὡς προϋπόθεση ὑπακοῆς τήν ὀρθή Πίστη, τήν Ὀρθοδοξία. Ἄν ὁ ἐπίσκοπος δέν ὀρθοδοξεῖ, δέν ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας, διακόπτουμε κάθε σχέση μαζί του, φεύγουμε ἀπό κοντά του, τόν παρατᾶμε: «Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρός ᾖ καί μή πειθώμεθα; Πονηρός, πῶς λέγεις; Εἰ μέν πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε, αὐτόν καί παραίτησαι, μή μόνον ἄν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλά κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών· εἰ δέ βίου ἕνεκεν μή περιεργάζου». Εἶναι καλύτερα νά μήν ἔχεις ἐπίσκοπο, παρά νά ἔχεις κακό ἐπίσκοπο· «κρεῖττον γάρ ὑπό μηδενός ἄγεσθαι ἤ ὑπό κακοῦ ἄγεσθαι» [61]. Σέ ἐγκωμιαστική του ὁμιλία στόν Ἅγιο Μελέτιο Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος προήδρευσε τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν Κωνσταντινούπολη (381), πού καταδίκασε τούς Ἀρειανούς καί τούς Πνευματομάχους, ἀναφέρεται στήν ἀντιαιρετική του δράση, ἡ ὁποία τοῦ ἐστοίχισε διωγμούς καί ἐξορίες. Μόλις ἀνέλαβε, λέγει, τήν θέση τοῦ ἐπισκόπου, ἀπήλλαξε τήν Ἀντιόχεια ἀπό τήν αἱρετική πλάνη· «αἱρετικῆς τήν πόλιν ἀπήλλαξε πλάνης καί τά σεσηπότα μέλη καί ἀνιάτως ἔχοντα τοῦ λοιποῦ σώματος ἀποκόψας, ἀκέραιον τήν ὑγείαν ἐπανήγαγε τῷ πλήθει τῆς Ἐκκλησίας»[62]. Συνιστᾶ νά ἀποφεύγουμε τίς συναναστροφές μέ τούς αἱρετικούς, ὅπως ἀποφεύγουμε τά δηλητήρια τῶν φαρμάκων, γιατί εἶναι χειρότεροι ἀπό αὐτά. Ἐκεῖνα βλάπτουν τό σῶμα, αὐτοί καταστρέφουν τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ἄν ἡ συναναστροφή μέ τούς αἱρετικούς καί ἡ φιλία ὁδηγεῖ καί σέ κοινωνία τῆς ἀσεβείας, πρέπει νά τήν ἀποφεύγουμε, ἀκόμη καί ἄν πρόκειται γιά τούς γονεῖς μας[63]. Ἐπαινεῖ τόν πατριάρχη Ἀντιοχείας Ἅγιο Φλαβιανό, διάδοχο τοῦ Ἁγίου Μελετίου, διότι διεχώρισε τά λείψανα τῶν μαρτύρων πού ἦσαν θαμμένα μαζί μέ τά λείψανα αἱρετικῶν· ἔτσι, λέγει, ἀπαλλάχτηκαν τά πρόβατα ἀπό τούς λύκους, οἱ ζῶντες ἀπό τούς νεκρούς. Ἔμειναν οἱ μαργαρίτες τῆς πίστεως μόνοι, ἀνέπαφοι ἀπό τήν δυσωδία τῶν αἱρετικῶν λειψάνων[64].

Τώρα ὄχι μόνο συμφυρόμαστε μέ τούς αἱρετικούς καί δέν τολμοῦμε νά ἀπαλλάξουμε τήν Ἐκκλησία ἀπό τίς πλάνες τους, ὄχι μόνον δέν φεύγουμε μακριά τους καί δέν τούς παρατᾶμε, ὅπως ἀποφεύγουμε τά δηλητήρια τῶν φαρμάκων, ἀλλά κάποιοι συμπροσεύχονται μαζί τους, ἄλλοι δικαιολογοῦν τίς συμπροσευχές, συμφώνησαν πώς εἶναι ἐκκλησίες καί ἔχουν μυστήρια καί ἀποστολική διαδοχή. Θά ἔπρεπε γι᾽ αὐτό νά διστάζουν νά ἐπικαλοῦνται τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο πώς δῆθεν λέγει ὅτι εἶναι «κρεῖττον», εἶναι καλύτερα, νά ἀκολουθοῦμε τήν Ἐκκλησία καί ὅταν πλανᾶται, ὅταν συμφύρεται μέ τίς αἱρέσεις ἤ διατυπώνει αἱρετίζουσες θέσεις, ταυτίζοντες κακῶς τήν Ἐκκλησία, πού εἶναι ἀδύνατο νά πλανηθεῖ, μέ τήν Ἱεραρχία, ἡ ὁποία ἐπλανήθη πλειστάκις εἰς τό παρελθόν καί πλανᾶται πάλιν καί πολλάκις σήμερα.

Εἶναι παρεξηγημένη ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου καί ἀπέναντι σέ ἄδικες συνοδικές ἀποφάσεις καί στά σχίσματα. Μολονότι, ὅπως εἴπαμε, θεωρεῖ ὅτι τό σχίσμα εἶναι ἐξ ἴσου μεγάλο κακό μέ τήν αἵρεση, ὁ ἴδιος δέν δίστασε νά ἀντιδράσει σέ ἄδικες συνοδικές ἀποφάσεις καί νά διακόψει τήν κοινωνία μέ ἄλλους ἐπισκόπους, ἀνάξιους τῆς ἱερωσύνης. Ἀπό τήν διδασκαλία καί τήν ζωή του προκύπτει ὅτι διακοπή τῆς κοινωνίας πρός τόν ἐπίσκοπο δικαιολογεῖται ὄχι μόνο σέ περίπτωση πού κηρύσσει αἵρεση, ὅπως τελικῶς καθόρισε ἡ Ἐκκλησία μέ τόν 15ο κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), γιατί αὐτό εἶναι αὐτονόητο, ἀλλά ἀκόμη καί σέ περίπτωση πού προσβάλλονται οἱ θεσμοί τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἀρχές τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί ζωῆς, τά ἱερά μυστήρια. Θεωρεῖ προσβολή τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης τήν ἐκλογή ἀναξίων ἐπισκόπων, μέ προσφορά χρημάτων στούς ἐκλέκτορες ἤ μέ μεσολάβηση ἰσχυρῶν προσώπων. Σχεδόν μόλις ἀνῆλθε στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης, καθήρεσε ἀρκετούς σιμωνιακούς ἐπισκόπους τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, οἱ ὁποῖοι βρῆκαν σύμμαχο ἐναντίον του τόν πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος σέ ξένη δικαιοδοσία, στήν Κωνσταντινούπολη, ἐνεργοῦσε ἐναντίον τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου, τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅλα ὀφείλονται στήν φιλαρχία γράφει: «Φιλαρχίας ἐστίν ἡ νόσος». Ἐνῶ δέν ὑπάρχουν διαφορές στήν πίστη, στά δόγματα, δημιουργοῦνται ταραχές καί ἀναστατώσεις ἐπειδή «ἕτερος ἄρχων ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ ἐπιπηδᾶ»[65]. Δέν φωτογραφίζει ἀκριβῶς τήν εἰσπήδηση τῆς Κωνσταντινούπολης στήν Οὐκρανία, πού ἐπί αἰῶνες ἦταν καί εἶναι ἀναγνωρισμένη δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας;

Σέ ἔνσταση πού στρεφόταν ἐναντίον του ὅτι δέν ἔπρεπε νά προχωρήσει σέ καθαιρέσεις καί νά προκαλέσει ἀναστάτωση καί σχίσμα, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε αἵρεση, ἀλλά ἦσαν ὀρθόδοξοι οἱ καθαιρεθέντες, ἀπαντᾶ ὅτι δέν ἀρκεῖ αὐτό, διότι μέ τήν σιμωνία εἶχαν προσβάλει τήν ἱερωσύνη. Ὅπως ἀγωνιζόμαστε γιά τήν πίστη, ἔτσι πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε καί γιά τήν κανονική, τήν σωστή ἐκλογή ἐπισκόπων, γιά τίς χειροτονίες. Ἄν ἡ ἱερωσύνη ἐξαγοράζεται μέ χρήματα, τότε μποροῦν νά προσέρχονται ὅλοι, ἄξιοι καί ἀνάξιοι. Δέν χρειάζεται πλέον τό Ἅγιο Θυσιαστήριο, δέν χρειάζεται ἡ γνώμη τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ὁ σύλλογος τῶν ἱερέων[66]. Ἤδη στό νεανικό του ἔργο, τό καλύτερο «Περί Ἱερωσύνης» πού ἔχει γραφῆ, τό ὁποῖο ἔγραψε στήν Ἀντιόχεια μετά τήν χειροτονία του σέ πρεσβύτερο, γράφει ὅτι ἡ βασική αἰτία τῶν ταραχῶν καί τῶν διαιρέσεων στίς κατά τόπους ἐκκλησίες βρίσκεται στήν ἀπρόσεκτη ἐκλογή ἐπισκόπων: «Ἐπεί πόθεν, εἰπέ μοι, νομίζεις τάς τοσαύτας ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τίκτεσθαι ταραχάς; Ἐγώ μέν γάρ οὐδέ ἄλλοθέν ποθεν, οἷμαι, ἤ ἐκ τοῦ τάς τῶν προεστώτων αἱρέσεις καί ἐκλογάς ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχε γίνεσθαι»[67]. Τό σχίσμα λοιπόν τό προκαλοῦν ἡ φιλαρχία καί ἡ κενοδοξία ὅσων ἐκλέγονται ἀναξίως ἐπίσκοποι καί ὄχι ὅσοι ἀντιδροῦν στήν καταπάτηση τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας καί στήν περιφρόνηση τῶν μυστηρίων. Στίς ἡμέρες μας δέν ἔφθανε ἡ κακοποίηση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης μέ τόν κάκιστο τρόπο ἐκλογῆς ἐπισκόπων, κακοποιοῦμε τώρα καί τό ἁγιώτατο καί ὕψιστο μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας μέ ὅσα περί αὐτοῦ λέγονται καί πράττονται. Θά εἶχε καθαιρέσει πολλούς ἀπό τούς σημερινούς ἐπισκόπους ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, καί ἀσφαλῶς δέν θά ἐδίσταζαν καί σήμερα, ὅπως τότε, οἱ ἀντίπαλοί του νά τόν χαρακτηρίσουν σχισματικό. Χαρακτηρίζουν καί ὅσους τόν ἀκολούθησαν ὡς «σχίσμα τῶν Ἰωαννιτῶν». Στούς ἀναξίους πού τόν καθήρεσαν ἐπιρρίπτει εὐθέως τήν κατηγορία τοῦ σχίσματος καί τούς στολίζει μέ βαρεῖς χαρακτηρισμούς.

Ἡ καθαίρεση καί ἐν συνεχείᾳ ἡ ἐξορία τοῦ Χρυσοστόμου ἔγιναν μέ δύο συνοδικές ἀποφάσεις. Κατ᾽ ἀρχήν μέ τήν διαβόητη «ἐπί Δρῦν» σύνοδο τοῦ 403 καί κατόπιν μέ τήν πρό τοῦ Πάσχα τοῦ 404 συνελθοῦσα, ἡ ὁποία ἐπεκύρωσε τίς ἀποφάσεις τῆς πρώτης. Ἔπρεπε λοιπόν ὁ Χρυσόστομος νά δεθχεῖ τίς συνοδικές ἀποφάσεις ὡς κανονικές καί ἰσχύουσες, ὡς φωνή τῆς Ἐκκλησίας, καί νά συμφωνήσει μέ αὐτές; Δέν ὑπάρχουν ἀληθεῖς σύνοδοι καί ψευδοσύνοδοι ἤ ληστρικές σύνοδοι; Ποτέ δέν ἀναγνώρισε ὡς κανονική τήν καθαίρεσή του, ἀλλά θεωροῦσε ὅτι τό σχίσμα τό προκαλοῦσαν οἱ ἀντίπαλοί του. Ἤδη οἱ ἐπίσκοποι πού τόν ἀκολουθοῦσαν εἶχαν ἀπευθυνθῆ πρός τόν ταραξία πατριάρχη Θεόφιλο, πού ἐπενέβαινε σέ ξένη δικαιοδοσία, καί τόν καθιστοῦσαν ὑπεύθυνο γιά τό σχίσμα: «Μή κατάλυε τά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας καί μή σχίζε τήν Ἐκκλησίαν, δι᾽ ἥν ὁ Θεός εἰς σάρκα κατῆλθε»[68].

Εἶναι βέβαια ἀληθές ὅτι μετά τήν ἀνακοίνωση τῆς πρώτης του καθαίρεσης ἀπό τήν «ἐπί Δρῦν» σύνοδο, προσπάθησε νά στηρίξει τούς περί αὐτόν ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καταληφθῆ ἀπό ἀθυμία, ἐδάκρυζαν καί ἔκλαιγαν. Ἀφοῦ τούς ὑπενθύμισε ὅτι «ὁδός ἐστίν ὁ παρών βίος, καί τά χρηστά καί τά λυπηρά παρελεύσεται», τούς συνέστησε νά μήν ἐγκαταλείψουν τίς ἐπισκοπές τους· «τάς ἐκκλησίας ὑμῶν μή ἀφῆτε». Ὅταν τοῦ ἐπεσήμαναν ὅτι, ἄν κρατήσουν τίς ἐπισκοπές, θά ἀναγκασθοῦν νά ἔχουν κοινωνία μέ τούς διῶκτες του, ἀπήντησε· «κοινωνήσατε μέν, ἵνα μή σχίσητε τήν Ἐκκλησίαν, μή ὑπογράψητε δέ· οὐδέν γάρ ἐμαυτῷ σύνοιδα ἄξιον καθαιρέσεως»[69]. Τά ἴδια εἶπε καί πρός τήν Ὀλυμπιάδα καί τίς ἄλλες διακόνισσες, τά ὁποῖα ἑρμηνευόμενα μετά προσοχῆς, δέν ἀντιφάσκουν πρός ὅσα στήν συνέχεια ἔλεγε καί ἔπραττε πρός ἀποφυγήν τῆς κοινωνίας καί ἀποστροφή πρός τούς κακούς ἐπισκόπους. Εἶπε λοιπόν πρός τίς πνευματικές του κόρες: «Τοῦτό ἐστιν ὅ παρακαλῶ· μή τις ὑμῶν ἀνακοπῇ τῆς συνήθους εὐνοίας τῆς περί τήν Ἐκκλησίαν· καί ὅς ἄν ἄκων ἀχθῇ ἐπί τήν χειροτονίαν, μή ἀμφιβατεύσας τό πρᾶγμα, κατά συναίνεσιν τῶν πάντων, κλίνατε αὐτῷ τήν κεφαλήν ὑμῶν ὡς Ἰωάννη· οὐ δύναται γάρ ἡ Ἐκκλησία ἄνευ ἐπισκόπου εἶναι»[70]. Γιά νά μή μείνει λοιπόν ἡ Ἐκκλησία ἄνευ ἐπισκόπων καλῶν καί ἀξίων, συνιστᾶ στούς ἐπισκόπους πού τόν ἀκολουθοῦσαν νά παραμείνουν στίς ἐπισκοπές τους σέ προσωρινή κοινωνία μέ τούς παρανομοῦντες. Ἤθελε νά μή παραδοθεῖ σέ κακούς ἐπισκόπους καθ᾽ ὁλοκληρίαν τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας, γιατί ἤλπιζε ὅτι θά ἐπανέλθει στόν πατριαρχικό θρόνο. Οἰκονομεῖ λοιπόν πρός καιρόν τά πράγματα. Ἀπό τήν ἐξορία πού βρισκόταν ἐνεργοῦσε ὡς κανονικός ποιμήν. Οἱ διάδοχοί του στόν θρόνο Ἀρσάκιος καί Ἀττικός ὄχι μόνο δέν πληροῦσαν τίς προϋποθέσεις πού αὐτός εἶχε θέσει στίς διακόνισσες νά ἀνέλθουν ἄκοντες στόν θρόνο, μέ τήν συναίνεση ὅλων καί νά εἰρηνεύσουν τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀντιθέτως ἐκίνησαν φοβερούς διωγμούς ἐναντίον ὅσων παρέμειναν πιστοί στόν Ἰωάννη, ἀκόμη καί ἐναντίον τῆς Ὀλυμπιάδος καί τῶν ἄλλων διακονισσῶν. Καθαιροῦσαν καί ἐξόριζαν ἐπισκόπους, δέν ἄφηναν τόν ἐξόριστο ἱεράρχη οὔτε στήν ἐξορία του ἥσυχο, ἀλλά τόν ταλαιπωροῦσαν διαρκῶς, μέχρι πού τόν ὁδήγησαν στόν θάνατο. Ἔδειξαν λοιπόν τά ἴδια τά πράγματα ὅτι αὐτοί ἦσαν προβατόσχημοι λύκοι, πειρατές καί δήμιοι[71], χειρότεροι ἀπό τούς πιό σκληρούς διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἐπαινεῖ τώρα ὅσους δέν ἔχουν κοινωνία μαζί τους, θεωρώντας τους κατά πρόθεση μάρτυρες. Πιστεύει ὅτι ἡ διόρθωση τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας θά ἐπέλθει, ὅταν οἱ ὑγιαίνοντες διακόψουν τήν κοινωνία μέ ὅσους δημιουργοῦν προβλήματα: «Τοῦτο γάρ ἀρχή τῆς λύσεως τοῦ χειμῶνος, τοῦτο ἀσφάλεια τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο τῶν κακῶν διόρθωσις, ὅταν τούς τοιαῦτα πονηρευσαμένους ὑμεῖς οἱ ὑγιαίνοντες ἀποστρέφησθε καί μηδέν κοινόν ἔχητε πρός αὐτούς»[72].

Ἐπίλογος

Στό θαυμάσιο ἔργο πού ἔγραψε ἀπό τόν τόπο τῆς ἐξορίας ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, «Πρός τούς σκανδαλισθέντας ἐπί ταῖς δυσημερίαις», γράφει ὅτι δέν πρέπει νά σκανδαλίζονται οἱ πιστοί γιά τό ὅτι ἀκόμη καί πολλοί ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς ἔγιναν λύκοι καί στρέφονται ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, καί μάλιστα «προσωπεῖον εὐλαβείας περικείμενοι καί πεπλασμένην πραότητα ἔχοντες». Πρέπει νά μάθουν νά διακρίνουν αὐτούς πού ἔχουν τήν ἀπατηλή ἐμφάνιση προβάτων, ὥστε νά μή τούς ἐπιτρέπουν νά ἀναμειγνύονται καί νά κρύβονται ἀνάμεσα στά πρόβατα, ἐνῶ εἶναι λύκοι. Ὁ καιρός μας γράφει εἶναι καμίνι· «κάμινος γέγονεν ὁ καιρός οὗτος», πού διελέγχει καί ξεχωρίζει τά κίβδηλα ἀπό τά γνήσια νομίσματα[73]. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι αὐτά πού ἔγραψε γιά τήν ἐποχή του ἰσχύουν πολύ περισσότερο γιά τήν σημερινή ἐποχή, τήν ἄπιστη καί διεστραμμένη. Κυριαρχεῖ στόν σημερινό ἐκκλησιαστικό χῶρο ἡ οἰκουμενιστική ἀγαπολογία καί ἡ εὐσεβής εἰρηνολογία, τήν ὥρα πού κατακόπτονται τά θεμέλια τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων καί ἀθετοῦνται βασικές ἀρχές τῆς ἠθικῆς ζωῆς. Συνυπάρχουμε μέ τίς αἱρέσεις, πολαιές καί νέες, καί ἐπικροτοῦμε τόν Σοδομισμό, πού χωρίς ἀντίσταση ἐξαπλώνεται παγκοσμίως. Πολλοί ἐπίσκοποι, ἄν δέν ἔχουν μεταβληθῆ σέ λύκους, κοιμοῦνται καί ἀδιαφοροῦν. Προτρέπουν καί τούς πιστούς νά ἐφησυχάζουν καί νά μήν ἀνησυχοῦν τήν καλή ἀνησυχία· τούς ἀποκοιμίζουν καί τούς ἀπονευρώνουν. Ἀπέναντι, λοιπόν, στό παρερμηνευόμενο καί ψευδοχρυσοστομικό, στό ἀποκοιμιστικό, «καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία, παρά νά κάνεις τό σωστό καί νἆσαι ἐκτός ἐκκλησίας», πού μᾶς παρακίνησε νά τό ἀναιρέσουμε, προβάλλουμε τό αὐθεντικό καί γνήσια Χρυσοστομικό, τό ἀφυπνιστικό καί ἀγωνιστικό, πού κατακρημνίζει τήν ψευτοαγάπη καί ψευτοομόνοια: «Εἴ που τήν εὐσέβειαν παραβλαπτομένην ἴδοις, μή προτίμα τήν ὁμόνοιαν τῆς ἀληθείᾳς, ἀλλ᾽ ἵστατο γενναίως ἕως θανάτου... τήν ἀλήθειαν μηδαμοῦ προδιδούς» καί «Μηδέν νόθον δόγμα τῷ τῆς ἀγάπης προσχήματι παραδέχησθε»[74].




[1]. Βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο. Ἀντικανονική καί διαιρετική εἰσπήδηση τῆς Κωνσταντινούπολης. ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον». Θεσσαλονίκη 2018· ἐπίσης Πρωτοπρεσβύτερος Αναστασιοσ Γκοτσοπουλος, Συμβολή στόν Διάλογο γιά τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο, ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον». Θεσσαλονίκη 2019.

[2] . Βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Ἐκκλησία καί Κορωνοϊός. Προσβολή τῶν δογμάτων καί τῆς ἱερότητας τῶν ναῶν, ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2020.

[3]. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή, Θεσσαλονίκη 20182, ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον». Σχετικό ὑλικό βρίσκει κανείς ἐπίσης εἰς Ιερα Μονη Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου, «Τί γίνεται μέ τήν ὑπακοή, ὅταν ὁ πνευματικός μας δέν ὀρθοδοξεῖ;», Θεοδρομία 12 (2010) 18-32. Ἐπίσης τῆς ἴδιας Μονῆς, «Ἐπιτρέπεται οἱ λαϊκοί νά ἀναμειγνύονται στά θέματα τῆς Πίστεως;», Θεοδρομία 12 (2010) 368-380.

[4]. Ἀπολογητικός τῆς εἰς Πόντον φυγῆς 82, ΕΠΕ 1, 176.

[5]. Eἰς Ἰω. Ὁμ. 57, 2, PG 59, 314.

[6]. Ματθ. 10, 34.

[7]. Εἰς Ματθ. Ὁμ. 35, 1, PG 57, 405.

[8]. Παραθέτουμε τό σχετικό τμῆμα τοῦ 15ου κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861): «Οἱ γάρ δι᾽ αἵρεσίν τινα, παρά τῶν ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτους διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τήν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾽ Ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται, πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς Ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι».

[9]. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Δέν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις, Θεσσαλονίκη 2017.

[10]. Βλ. τό σχετικό τμῆμα τοῦ κανόνος στήν ὑποσημείωση 8.

[11]. Γαλ. 1, 8.

[12]. Ἐπιστολή 14, 4 «δι᾽ ἧς διηγεῖται τά ἐν Καισαρείᾳ αὐτῷ συμβάντα», PG 52, 617.

[13]. Σωφρονιου Ευστρατιαδου (+) Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως, Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἔκδοσις τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀνατύπωσις 1995, σελ. 364.

[14]. Μηναιαία Ἐφημερίδα «Παρέμβαση», Σεπτέμβριος 2020 ἔτος ΚΕ, τεῦχος 290, σελ. 7.

[15]. Βλ. εἰς Αριστειδησ Δασκαλακησ, Ἀπορίες (πρός ἐπίσκοπο Λεμεσοῦ Ἀθανάσιο), στήν ἱστοσελίδα «Κατάνυξις». Μετά τό ἄρθρο παρατίθεται ἡ συνέντευξη τοῦ μητροπολίτη Λεμεσοῦ.

[16]. Βλ. εἰς Νικολαου Μαννη, Ἐκπαιδευτικοῦ, Ἀπροϋπόθετος ἡ ὑπακοή εἰς τήν Ἱεραρχία;, εἰς ἱστοσελίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος».

[17]. Βλ. εἰς Πρωτοπρεσβύτερος Αγγελοσ Αγγελακοπουλοσ, Ἡ εὐθύνη καί τό χρέος τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους στό σύγχρονο ἐκκλησιαστικό γίγνεσθαι, στό Διαδίκτυο (5-11-2020).

[18]. Κατά Ἰουδαίων Λόγος Γ´, Εἰς τούς τά πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας 5, PG 48, 870-871.

[19]. ΕΠΕ, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἅπαντα τά ἔργα, τόμ. 34, σελ. 188.

[20]. Βλ. ὑποσημ. 14 παρόντος ἄρθρου.

[21]. Βλ. ὑποσημ. 15 παρόντος ἄρθρου.

[22]. Βλ. ὑποσημ. 16 παρόντος ἄρθρου.

[23]. Βλ. ὑποσημ. 17 παρόντος ἄρθρου.

[24]. Βλ. Αχιλλεως Α. Τζαρτζανου, Συντακτικόν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης, Ὀργανισμός Ἐκδόσεως Σχολικῶν Βιβλίων, Ἀθῆναι 1961, Ἀνατύπωσις Ἐκδοτικός Οἶκος Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 131. Ἐπίσης Μ. Ι. Μπαχαρακη, Συντακτικό τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 83.

[25]. Γαλ. 1, 8.

[26]. Ἐφ. 1, 22-23: «Καί πάντα ὑπέταξεν ὑπό τούς πόδας αὐτοῦ, καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ Ἐκκλησία, ἥτις ἐστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου». Αὐτόθι 4, 15: «Ἀληθεύοντες δέ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτόν τά πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τό σῶμα...».

[27]. Ματθ. 28, 20.

[28]. Ἰω. 16, 13. Βλ. καί Ἰω. 14, 15: «Καί ἐγώ ἐρωτήσω τόν Πατέρα καί ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾽ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Αὐτόθι 14, 25-26: «Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ».

[29]. Α´ Τιμ. 3, 15.

[30]. Κατά αἱρέσεων 3, 24, PG 7, 966.

[31]. Εἰς τήν Ἁγίαν Πεντηκοστήν 1, 4, PG 50, 459.

[32]. Αὐτόθι 2, 1, PG 50, 463.

[33]. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 24, PG 32, 172.

[34]. Μητροφανους Κριτοπουλου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Ὁμολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς, εἰς Ιωαννου Καρμιρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Graz-Austria 1968, τόμος 2ος, σελ. 528 [608].

[35]. Δοσιθεου, Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, Ὁμολογία Πίστεως, εἰς Ιωαννου Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 747 [827].

[36]. Αὐτόθι, σελ. 755 [835].

[37]. Χρηστου Ανδρουτσου, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 19562, σελ. 265. 266.

[38]. Ιωαννου Καρμιρη, Σύνοψις τῆς Δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1957, σελ. 6.

[39]. Αὐτόθι, σελ. 84-85.

[40]. Παναγιωτου Τρεμπελα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος 2ος, Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19792, σελ. 363ἑ., κυρίως 368-369.

[41]. Εἰς τόν βίον καί τήν ἄθλησιν τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν καί ὁμολογητοῦ Μαξίμου 24, PG 90, 93.

[42]. Ἐξήγησις τῆς κινήσεως γενομένης μεταξύ τοῦ κυροῦ ἀββᾶ Μαξίμου καί τῶν σύν αὐτῷ καί τῶν ἀρχόντων ἐπί σεκρέτου 5, PG 90, 117: «Ταῦτα αὐτοῦ λέγοντος κράζει ὁ Μηνᾶς· “Ταῦτα λέγων ἔσχισας τήν Ἐκκλησίαν”. Καί λέγει πρός αὐτόν· “Εἰ ὁ λέγων τά τῶν Ἁγίων Γραφῶν καί τά τῶν Ἁγίων Πατέρων σχίζει τήν Ἐκκλησίαν, ὁ ἀναιρῶν τά τῶν Ἁγίων δόγματα, τί δειχθήσεται τῇ Ἐκκλησίᾳ ποιῶν, ὧν χωρίς οὐδέ αὐτό τοῦτο, Ἐκκλησίαν εἶναι δυνατόν;”».

[43]. Αγιου Γρηγοριου Παλαμα, Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας 3, Π. Χρηστου, Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. Β´, Θεσσαλονίκη 1966, σελ. 624.

[44]. Στό ἔργο του Commonitorium (=Ὑπόμνημα) 28. Ὁ Βικέντιος εἶναι ἅγιος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας· ἔζησε τόν 5ο αἰώνα. Ἦταν μοναχός κοινοβίου στά νησιά Lerins τῆς Νοτιοδυτικῆς Γαλλίας.

[45]. Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 2, 1, εἰς Π. Χρηστου, Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. Α´, σελ. 78. Βλ. περισσότερα εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Ὁ Παπισμός κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ», Θεοδρομία 20 (2018) 5-14 καί εἰς τό βιβλίο μας: Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Πτυχές τοῦ ἔργου καί τῆς διδασκαλίας του, Θεσσαλονίκη 2019, σελ. 181-191.

[46]. Ἀπάντησις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τόν πάπαν Πίον Θ´(1848), 17, εἰς Ιωαννου Καρμιρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 920 [1000].

[47]. Ὀρθή κριτική στίς θέσεις τοῦ μητροπολίτη Γόρτυνος ἔγινε ἐκτός ἀπό τόν Νικόλαο Μάννη ἐκπαιδευτικό (βλ. ὑποσημ. 14 παρόντος ἄρθρου) καί ἀπό τήν «Σύνταξη» τῆς ἱστοσελίδας «Κατάνυξις» μέ τίτλο: «Σεβασμιώτατε, ἀλλάζετε ἄρδην καί τήν Ἱερή Παράδοση καί τήν Ἐκκλησιολογία καί τήν Χριστολογία καί τήν Πνευματολογία τῆς Ἐκκλησίας». Ἐδῶ παρατίθεται καί μεγάλο μέρος ἀπό ὅσα «ἐτόλμησε» ὄντως καί εἶπε ὁ Γόρτυνος. Καλύτερα νά μήν τολμοῦσε. Σέ ἄλλα περιμένουμε νά δείξει τόλμη.

[48]. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Σύγχρονοι ἐκκλησιολογικοί προβληματισμοί μέ βάση τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο», Θεοδρομία 9 (2007) 404-441.

[49]. Τήν Ἐπιστολή βλ. εἰς Ευσεβιου Καισαρειασ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 5, 24, PG 20, 508.

[50]. Αὐτόθι, PG 20, 504. Περισσότερα περί τοῦ θέματος τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα βλ. εἰς Βλασιου Ιω. Φειδα, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Ἀθῆναι 1992, σελ. 271ἑἑ., τόμος Α´.

[51]. Κανών Α´, τοπικῆς Συνόδου Ἀντιοχείας (341):

«Πάντας τούς τολμῶντας παραλύειν τόν ὅρον τῆς ἁγίας καί μεγάλης συνόδου τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης ἐπί παρουσίᾳ τῆς εὐσεβείας τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου, περί τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινωνήτους καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρός τά καλῶς δεδομένα, καί ταῦτα εἰρήσθω περί τῶν λαϊκῶν. Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς ἐκκλησίας, ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, ἤ διάκονος, μετά τόν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπί διαστροφῇ τῶν λαῶν καί ταραχῇ τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν, καί μετά τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τό Πάσχα· τοῦτον ἡ ἁγία σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς ἐκκλησίας, ὡς οὐ μόνον ἑαυτῷ ἁμαρτίας ἐπισωρεύοντα, ἀλλά πολλοῖς διαφθορᾶς καί διαστροφῆς γινόμενον αἴτιον· καί οὐ μόνον τούς τοιούτους καθαιρεῖ τῆς λειτουργίας, ἀλλά καί τούς τολμῶντας τούτοις κοινωνεῖν μετά τήν καθαίρεσιν. Τούς δέ καθαιρεθέντας ἀποστερεῖσθαι καί τῆς ἔξωθεν τιμῆς, ἥς ὁ ἅγιος κανών καί τό τοῦ Θεοῦ ἱερατεῖον μετείληφεν».

[52]. Καλή καί συγκροτημένη ἀναφορά στό πρόβλημα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἔχει καί ὁ Ἀρχιμ. Βασιλειοσ Ιωαννιδης, Καθηγητής στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, στό βραβευθέν καί ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν βιβλίο του: Ἐκκλησιαστική Ἱστορία. Ἀπ᾽ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Ἐκδοτικός Οἶκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 19592, σελ. 110ἑ. Μᾶς δίδει μάλιστα τήν ἐνδιαφέρουσα πληροφορία (σελ. 114, ὑποσημ. 13), ἀναφερόμενος στό Πάσχα τῶν Τεσσαρασκαιδεκατιτῶν, ὅτι «Τό τοιοῦτο πάσχα, τό ὁποῖον προηγουμένως ὅλοι οἱ Χριστιανοί εἶχον, ὠνομάσθη “τό πρῶτον” (τό παλαιόν πάσχα. Διά τοῦτο οἱ ἐξακολουθοῦντας νά ἑορτάζωσιν αὐτό Χριστιανοί ὠνομάσθησαν «πρωτοπασχῖται» (παλαιοπασχῖται)».

[53]. Εἰς τούς τά πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας PG 48, 861-872.

[54]. Αὐτόθι 1, PG 48, 861-863.

[55]. Αὐτόθι 3, PG 48, 865.

[56]. Αὐτόθι 5, PG 48, 868-869.

[57]. Αὐτόθι, PG 48, 870-871.

[58]. Εἰς Ἐφ. Ὁμ. 11, 5, PG 62, 87.

[59]. Αὐτόθι, Ὁμ. 11, 4, PG 62, 85.

[60]. Ἑβρ. 13, 17.

[61]. Εἰς Ἑβρ. Ὁμ. 34, 1, PG 63, 231

[62]. Ὁμιλία ἐγκωμιαστική εἰς τόν ἐν ἁγίοις πατέρα ἡμῶν Μελέτιον, ἀρχιεπίσκοπον Ἀντιοχείας 1, ΠΓ 50, 516.

[63]. Κατήχησις Α´, ΕΠΕ 30, 340: «Φεῦγε τάς τοιούτων συνουσίας ὡς τῶν φαρμάκων τά δηλητήρια. Καί γάρ ἐκείνων οὗτοι χαλεπώτεροι. Ἐκεῖνα γάρ μέχρι τοῦ σώματος ἵστησι τήν βλάβην, οὗτοι δέ αὐτῇ τῇ σωτηρίᾳ τῆς ψυχῆς λυμαίνονται». Περί ἀκαταλήπτου, πρός Ἀνομοίους 1, 8, PG 48, 708: «Ἄν βλάπτωσιν αὐτῶν αἱ φιλίαι καί πρός κοινωνίαν τῆς ἀσεβείας ἕλκωσι, κἄν οἱ γεγεννηκότες ὦσιν, ἀποπήδησον».

[64]. Εἰς τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ 1, 1 (Ἐλέχθη ἐν τῷ μαρτυρίῳ τῆς Ρωμανησίας, ἔνθα μαρτύρων σώματα, ὑπό τό ἔδαφος κείμενα ἐγγύς λειψάνων αἱρετικῶν, ἀνηνέχθησαν καί ἄνω κατ᾽ ἰδίαν ἐτάφησαν), PG 50, 443.

[65]. Εἰς Ἐφ. Ὁμ. 11, 4-5, PG 62, 85-86.

[66]. Αὐτόθι 5, PG 62, 86: «Ἀρκεῖν τοῦτο ἡγεῖσθε, εἰπέ μοι, τό λέγειν, ὅτι ὀρθόδοξοί εἰσι, τά τῆς χειροτονίας δέ οἴχεται καί ἀπόλωλε; Καί τί τό ὄφελος τῶν ἄλλων, ταύτης οὐκ ἠρκιβωμένης; Ὥσπερ γάρ ὑπέρ τῆς πίστεως, οὕτω καί ὑπέρ ταύτης μάχεσθαι χρή».

[67]. Περί Ἱερωσύνης 3, 10, PG 48, 647.

[68]. Παλλαδιου Ελενουπολεως, Διάλογος ἱστορικός περί βίου καί πολιτείας τοῦ μακαρίου Ἰωάννου ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως 8, PG 47, 28.

[69]. Αὐτόθι 8, PG 47, 28.

[70]. Αὐτόθι 10, PG 47, 35.

[71]. Ἀναφερόμενος στό κακό χάλι πολλῶν ἐπαρχιῶν πού εἶχαν ἀναξίους ἐπισκόπους γράφει πρός τήν Ὀλυμπιάδα: «Ἡ μέν λύκον ἀντί ποιμένος λαβοῦσα, ἡ δέ πειρατήν ἀντί κυβερνήτου, ἡ δέ δήμιον ἀντί ἰατροῦ». Ἐπιστολή 2, 1, PG 52, 556.

[72]. Ἐπιστολή 89, Θεοδοσίῳ ἐπισκόπῳ Σκυθουπόλεως PG 52, 655.

[73]. Πρός τούς σκανδαλισθέντας 19, PG 52, 520-521.

[74]. Εἰς Ρωμ. Ὁμ. 22, 2, PG 60, 611. Εἰς Φιλιπ. Ὁμ. 2, 1, PG 62, 191.

ΠΗΓΗ: http://aktines.blogspot.com/2020/12/blog-post_21.html