Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος)

 

ταν τ χελιδόνια μένουν π τροφ κα τ κρύο πλησιάζει, ξεκινον τ ταξίδι τους γι τ θερμ κλίματα. κε θ βρον πολ λιο κα ρκετ τροφή. να χελιδόνι πετ μπροστά, δοκιμάζει τν έρα κα δείχνει τ δρόμο. λα τ πόλοιπα χελιδόνια κολουθον τν πορεία του.

ταν ο ψυχς μας μένουν π τροφ στν λικ κόσμο κι ταν κρυάδα το θανάτου πλησιάζει, τότε τί καλ θ ταν ν πρχε να χελιδόνι σν κι κενο, ν μς δηγήσει σ τόπο θερμό, που θ βρίσκαμε πολλ πνευματικ ζέστη κα τροφή! πάρχει ραγε τέτοιος τόπος; Κα μπορομε ραγε ν βρομε τέτοιο χελιδόνι;

ξω π τν κκλησία το Χριστο δν πάρχει κανένας πού ν μπορε ν δώσει ξιόπιστη πάντηση στ ρώτημα ατό. Μόνο κκλησία γνωρίζει κα μάλιστα μ βεβαιότητα. κκλησία γνωρίζει τ κομμάτι κενο το παραδείσου πού νοσταλγε ψυχή μας, τώρα πού ζε στ παγωμένο σύθαμπο τς πίγειας παρξής μας. Γνωρίζει πίσης τ ελογημένο κενο χελιδόνι, τ πρτο πού πετάει πρς τν τόπο τς νοσταλγίας, τς παγγελίας, πού διαλύει τ σκοτάδι, διαπερν μ τ δυνατ φτερ του τ βαρι τμόσφαιρα νάμεσα σ γ κα οραν κι νοίγει τ δρόμο γι τ σμνος πού κολουθε. Κι κόμα στρατευόμενη κκλησία στ γ θ σο πε γι’ μέτρητα σμήνη χελιδονιν πού κολούθησαν τ πρτο Χελιδόνι κα πέταξαν μαζί Του στν ελογημένο τόπο, που φθονον λα τ’ γαθ, τν τόπο τς αώνιας νοιξης.

Θ χεις ντιληφθε πώς μ τ σωστικ ατ χελιδόνι ννο τν ναληφθέντα Κύριο ησο Χριστό. διος δν επε πώς εναι δός; Δν επε διος στος ποστόλους, «πορεομαι τοιμσαι τπον μν· κα ἐὰν πορευθ κα τοιμσω μν τπον, πλιν ρχομαι κα παραλψομαι μς πρς μαυτν» (ωάν. ιδ’ 2, 3); Κα πρν π’ατ δν τος εχε πε«κγώ ἐὰν ψωθ κ τς γς, πάντας λκύσω πρς μαυτόν» (ωάν.ιβ’ 32); λ’ ατ πού διος εχε πε, ρχισαν ν κπληρώνονται λίγες βδομάδες ργότερα κα συνεχίζουν ν κπληρώνονται μέχρι σήμερα κα θ κπληρώνονται ς τ συντέλεια το κόσμου. Ατ σημαίνει πώς Χριστός, πού ταν ρχή τς πρώτης δημιουργίας το κόσμου, γινε ρχή κα τς δεύτερης δημιουργίας ελογημένη νακαίνιση τς παλις.

μαρτία δεσε τ φτερ το δμ κα τν πογόνων του κι τσι πομακρύνθηκαν λοι π τν Θεό, τος τύφλωσε διος πηλς π τν ποο εχαν πλαστε. Χριστός, πρτος δμ κα πρτος νθρωπος, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ταν πρτος πού ναλήφθηκε μ πνευματικ φτερ στν ορανό, στ θρόνο τς αώνιας δόξας κα δύναμης. Βάδισε τ δρόμο πρς τν οραν κα νοιξε λες τς πύλες του γι τος πιστος πού χουν νοιγμένα τ πνευματικ φτερά τους, πως ετς νοίγει τ δρόμο γι τ ϊτόπουλα, πως τ χελιδόνι πού πετ πρτο, πικεφαλς, δείχνει στ σμνος τ δρόμο κι κμηδενίζει τν ντίσταση το έρα.

«Τς δώς μοι πτέρυγας σε περιστερς κα πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ’ 7), ναφωνε θλιμμένος Ψαλμωδς πρν π τν λευση το Χριστο. Γιατί; ξηγε διος: « καρδιά μου ταράχθη ν μοί, κα δειλία θανάτου πέπεσεν π’ μέ· φόβος κα τρόμος λθεν π’ μέ, κα κάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5,6). Τέτοια τρομερ ασθηση νεκρικς παρξιακς γωνίας πρέπει ν πικρατοσε στς ρημις ατς τς ζως, σν φιάλτης σκοτεινς πού βάραινε λο τ λογικ κα δίκαιο κόσμο πρν π τν λευση το Χριστο.

«Ποις θ μο δώσει φτερ γι ν πετάξω μακρι π’ατ τ ζωή;» πρέπει ν ταν ρώτηση πού καναν πολλς εγενικς κι εαίσθητες ψυχές. λλά πο θ κατευθυνθες, μαρτωλ νθρώπινη ψυχή; Μπορες κόμα ν νειρεύεσαι, ν νιώθεις τν τόπο τς θαλπωρς κα το φωτς π’ που ξορίστηκες; ο πύλες κλεισαν πίσω σου, τς προσέχουν τ χερουβμ μ τ πύρινα ξίφη τους, γι ν μποδίσουν τν προσέγγισή σου. μαρτία κόλλησε τ φτερά σου, χι τ φτερ το πτηνο, μ τ θεϊκά, κι χεις γκλωβιστε στ γ. Χρειάζεσαι κάποιον γι ν σ’ λευθερώσει πρτα π τ δεσμ τς μαρτίας, ν σ καθαρίσει κα ν ν σ βοηθήσει ν σταθες ρθιος. Μετ χρειάζεσαι κάποιον ν τοποθετήσει νέα φτερά, γι ν μπορέσεις ν πετάξεις. Μετ θ χρειαστες κάποιον λλον, κάποιον πολ δυνατό, γι τν ποο θ παραμερίσουν τ χερουβμ μ τ πύρινα ξίφη, στε γι χάρη Του ν περάσεις στν νδοξη πατρίδα σου. Κα τελευταο, χεις νάγκη π κάποιον πού θ ζητήσει γι λογαριασμό σου λεος π τν Δημιουργό, στε ν σ δεχτε ξαν στν τόπο τς αώνιας πατρίδας.

Ατς «κάποιος» ταν γνωστος στν προχριστιανικ κόσμο. Ατοαποκαλύφτηκε ς Κύριος κα Σωτήρας μας ησος Χριστός, Υἱὸς το Ζντος Θεο. π γάπη γι σένα κατέβηκε π τν οραν στ γ, ντύθηκε νθρώπινη σάρκα, φυλακίστηκε γι χάρη σου, πειδ σουν φυλακισμένος, δρωσε, κρύωσε, πείνασε κα δίψασε, δέχτηκε μπτυσμούς, καρφώθηκε στ σταυρό, μεινε στν τάφο τρες μέρες, κατέβηκε στν δη γι ν καταστρέψει μι φυλακ χειρότερη π τν παροσα ζωή, πού εχε προετοιμαστε γι σένα ταν ψυχή σου θ χωριζόταν π τ σμα. Καί λ’ ατ γι ν σ σώσει π κε πού κυλιόσουν στ λάσπη τς μαρτίας, ν σ κάνει ν σταθες ρθιος. Μετ ναστήθηκε «κ νεκρν», γι ν δώσει κα σ σένα φτερά, ν πετάξεις στν ορανό. Τελικ ναλήφθηκε στν οραν γι ν’ νοίξει κα γι σένα τ δρόμο, ν σ δηγήσει στ σκηνώματα τν γγέλων.

Τώρα δν χεις λόγο ν’ ναστενάζεις μ φόβο κα τρόμο, πως προφητάνακτας Δαβίδ, οτε ν πιθυμες πτέρυγας σε περιστερς. Τώρα μφανίστηκε ετός, πού νοιξε τ φτερά Του κα σο δειξε τ δρόμο. Τ μόνο πού χεις ν κάνεις, εναι ν’ ναπτύξεις τ πνευματικ φτερ πού σο δόθηκαν ταν βαφτίστηκες στ νομά Του κα ν πιθυμήσεις μ’ λη σου τν ψυχ ν’ νεβες κε που ναλήφθηκε διος. Κύριος κανε τ νενήντα ννι π τ κατ βήματα πού χρειάζεσαι γι τ σωτηρία σου. Δν θ προσπαθήσεις ν κάνεις τ βμα πού πέμεινε γι ν πιτύχεις τ σωτηρία σου, ταν μάλιστα «οτω γρ πλουσως πιχορηγηθσεται μν εσοδος ες τν αἰώνιον βασιλεαν το Κυρου μν κα Σωτρος ᾿Ιησο Χριστο» (Β’ Πέτρ.α’ 11);

νάληψη το Κυρίου π τ γ στν οραν ταν τόσο πρόσμενη στος νθρώπους, σο ταν κα στος γγέλους λευσή Του π τν οραν στ γ κι κατ σάρκα γένννησή Του. λλά κα ποι γεγονς στ ζωή Του δν ντιπροσωπεύει κάτι μοναδικ κι πρόσμενο στν κόσμο; πως ο γγελοι παρατηροσαν μ θαυμασμ πς ξεχώριζε Θες τ φς π τ σκοτάδι στν πρώτη δημιουργία κα τ νερ π τν ξηρά, πς τοποθέτησε τ στρα στν οράνιο θόλο κα πς δημιούργησε τ φυτ κα τ ζα π τ γ κα τελικ πλασε τν νθρωπο, δίνοντάς του ψυχ ζσα, τσι κι μες λοι βλέπουμε μ θαυμασμ τ γεγονότα τς ζως το Σωτήρα μας, π τν Εαγγελισμ τς Παναγίας Παρθένου ς κα τν νδοξη νάληψή Του στ ρος τν λαιν. π μι πρώτη ματι ταν λα πρόσμενα, ναπάντεχα. ταν μως γίνεται φανερ πώς πηρετον τ σχέδιο τς σωτηρίας μας, λοι ο λογικο νθρωποι πρέπει ν κραυγάσουν μ χαρ κα ν δοξολογήσουν τ δύναμη το Θεο, τ σοφία κα τν γάπη Του γι τ νθρώπινο γένος.

Δν μπορες ν’ φαιρέσεις κάποιο γεγονς π τ ζω το Χριστο κα ν μ παραμορφώσεις λόκληρο τ ργο Του, πως δν μπορες ν κόψεις τ χέρι νς νθρώπου τ πόδι του κα ν μ τν παραμορφώσεις, ν βγάλεις π τν οράνιο θόλο τ φεγγάρι να μέρος π τ μυριάδες στρα κα ν μν παραμορφώσεις τν τάξη κα τ κάλλος το ορανο. Γι’ ατ μ σκέφτεσαι πώς σως «δν ταν παραίτητο ν’ ναληφθε Κύριος». ταν μερικο πό τούς ουδαίους ναγκάστηκαν ν παραδεχτον κα ν κραυγάσουν πώς «καλς πάντα πεποίηκε» (Μάρκ. ζ’ 37), πς μες πού βαφτιστήκαμε στ νομά Του ν μν πιστέψουμε πώς λα σα κανε ταν καλά; λα τ σχεδίασε κα τ φτιαξε μ μεγάλη σοφία. Κα νάληψή Του ταν καλ σχεδιασμένη, μ πολλ σοφία, πως ταν κι νσάρκωση, τ Βάπτισμα, Μεταμόρφωση κι νάστασή Του. «Συμφέρει μν να γ πέλθω» (ωάν. ιστ’ 7), επε Κύριος στος μαθητές Του.

 Βλέπεις πώς ρυθμίζει κα κάνει τ πάντα γι τ καλ τν νθρώπων; Κάθε λόγος κα κάθε πράξη Του χουν ς σκοπ τους τ καλ λων μας. Διαφορετικ δν θ εχε ναληφθε. ς μείνουμε μως στ διο τ γεγονς τς νάληψης, πως τ περιγράφει εαγγελιστς Λουκς στ δυό του ργα: στ Εαγγέλιο κα στς Πράξεις τν ποστόλων.

Επε Κύριος στος μαθητές Του: «επεν ατος τι οτω γγραπται κα οτως δει παθεν τν Χριστν κα ναστναι κ νεκρν τ τρτ μρ» (Λουκ. κδ’ 46). π ποιν γέγραπται; Τ γιο Πνεμα τ γραψε, μέσ τν προφητν στ νόμο το Μωυσ, στος προφτες κα στος Ψαλμούς. Κύριος κτιμ τ βιβλία ατά, στ μέτρο πού ναφέρονται προφητικ σ σα πρόκειτο ν το συμβον. κε εχαν γραφε κι κπληρώθηκαν. κε πρχε σκιά, δ ζω κι λήθεια.

«Τότε διήνοιξεν ατν τν νον το συνιέναι τς γραφάς» (Λουκ. κδ’ 45). «διάνοιξη» το νο εναι θαμα σο μ νάσταση νεκρν, γιατί κάτω π τ πυκν πέπλο τς μαρτίας, νθρώπινη ντίληψη βρίσκεται στ σκοτάδι το τάφου. Διαβάζει, μ δν καταλαβαίνει, κοιτάζει, μ δ βλέπει, φουγκράζεται, μ δν κούει. Ποις νθρωπος στν ερουσαλμ εχε δε κι εχε διαβάσει καλύτερα πό τούς Γραμματες τ λόγια τν Γραφν; Μ τ προσέξανε τόσο λίγο! Γιατί Κύριος δν τράβηξε τν πυκν πέπλο π τ νο τους, στε ν κατανοήσουν κι ατο πως ο πόστολοι; πειδ ο πόστολοι θέλησαν ν γίνει ατ ν ο Γραμματες ρνήθηκαν. πειδ ο Γραμματες κι ο πρεσβύτεροι επαν τι «οτος νθρωπος μαρτωλός στι» κα περίμεναν τν εκαιρία γι ν τν σκοτώσουν, ο πόστολοι μως επαν: «Κύριε, πρς τίνα πελευσόμεθα; ρήματα ζως αωνίου χεις» (ωάν. στ’ 68). Θες «διανοίγει τ νο» κείνων πού τ θέλουν χορηγε τ ζν δωρ σ’ ατος πού διψνε, ποκαλύπτεται σ σους τν ναζητον.

«Οτω γέγραπται κα οτως δει…» ν τν γία Γραφ τν εχαν γράψει συνηθισμένοι νθρωποι, μ νθρώπινη ντίληψη, Υἱὸς το Θεο δν θ εχε ναφερθε στ κείμενά τους. Τ κείμενα τν προφητν μως ταν ργα το γίου Πνεύματος. Κι Θεός, πού εναι πιστς στς ποσχέσεις Του, στειλε τ Μονογεν Του Υό γι ν κπληρώσει τς προφητεες κα ν τηρήσει τς παγγελίες Του. «Οτως δει…» επε κενος πού βλέπει λόκληρο τν κτιστ κόσμο, π τ μι κρη στν λλη, πως νθρωπος βλέπει μι γραμμένη σελίδα πού χει μπροστά του. Κι ταν πάνσοφος λέει πώς «οτως δει…» δν εναι καταγέλαστοι ο τυφλο πού λένε πώς δν ταν παραίτητο ν γίνει νάληψή Του; πρεπε ν γίνει. Κύριος πρεπε ν πάθει στν ρα Του, ν χαρε στν αωνιότητα. πρεπε ν’ ναστηθε, γι ν’ ναστηθομε κι μες στν αώνια ζωή.

«Κα κηρυχθναι π τ νόματι ατο μετάνοιαν και φεσιν μαρτιν ες πάντα τ θνη, ρξάμενον π ερουσαλμ» (Λουκ. κδ’ 47). Μάρκος στ εαγγέλιό του ναφέρει τ διο μ λλα λόγια: «κηρύξατε τ εαγγέλιον πάσ τ κτίσει» (Μάρκ. ιστ’ 15). Πάσ τ κτίσει σημαίνει σ λους τούς νθρώπους. γιος Γρηγόριος Διάλογος, στν ΙΣΤ΄ μιλία του λέει: « νθρωπος χει κάτι κοιν μ λη τν κτίση. Μ τν πέτρα χει τν δια παρξη· μ τ ξύλο, τ ζωή· μ τ ζα, τς ασθήσεις· μ τος γγέλους, τ νοτσι μ τν κφραση πάσ τ κτίσει πρέπει ν ννοήσουμε τν νθρωπο».

ν Κύριος ησος δν εχε πάθει κα δν εχε πεθάνει γι τς μαρτίες μας, ποις πό μς θ γνώριζε πώς μαρτία εναι τέτοιο θανατηφόρο δηλητήριο; ν δν εχε ναστηθε, ποις πό μς, πού εχε νακαλύψει πόσο φοβερ πράγμα εναι μαρτία, θ εχε λπίδα; Τότε μετάνοια θ ταν νώφελη, συγχώρηση δύνατη. μετάνοια συνδέεται μ τ πάθος, συγχώρηση μ τν νάσταση, μέσω τς Θείας χάρης. Μ τ μετάνοια παλις νθρωπος τς μαρτίας πεθαίνει, δηγεται στν τάφο. Μ τ συγχώρηση γεννιέται νέος νθρωπος, στν καινούργια ζωή.

Προσέξτε! δ εναι ο πι χαρμόσυνες εδήσεις γι λα τ θνη τς γς, ξεκινώντας π τ εροσόλυμα. Εναι κενα πού επε ρχάγγελος Γαβριλ στ δίκαιο ωσφ μ τ λόγια το προφήτη: «Ατς γρ σώσει τν λαν ατο π τν μαρτιν ατν» (Ματθ. α’ 21). Ατ βεβαιώνει διος Κύριος, μ τν μπειρία κείνου πού παθε κα τ δικαίωμα Ατο πού νίκησε. Γιατί λέει μως, ρξάμενον π ερουσαλήμ; Γιατί στν ερουσαλμ γινε μέγιστη θυσία γι λόκληρη τν νθρωπότητα, πειδ κε λαμψε π τν τάφο τ φς τς νάστασης. ν ερουσαλμ ντιπροσωπεύει τ νο το νθρώπου, κατ κάποιο μυστηριώδη τρόπο εναι ενόητο πώς μετάνοια κι ταπείνωση πρέπει ν ξεκινήσουν π τ νο κι π κε ν διαχυθον σ’ λόκληρη τν παρξη.

περηφάνεια το νο στειλε τ σαταν στν κόλαση· περηφάνεια το νο χώρισε τν δμ κα τν Εα π τν Θεό, θησε τος Φαρισαίους κα τος Γραμματες ν σκοτώσουν τν Χριστό. περηφάνεια το νο εναι τ πι πρόσφορο δαφος γι ν’ ναπτυχθε μαρτία ς τς μέρες μας. ν νος το νθρώπου δν γονατίσει μπροστ στν Χριστό, τ γόνατά του δν θ λυγίσουν. ποιος ξεκίνησε ν ερηνέψει τ νο του μ τ μετάνοια, ρχισε δη ν θεραπεύει κα τ βαθύτερα τραύματά του.

«μες δ στε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. κδ’ 48). Μάρτυρες σ τί; Μάρτυρες τν παθν το Κυρίου, τς νδοξης νάστασής Του. Μάρτυρες τς νάγκης γι μετάνοια, μάρτυρες τς λήθειας, τς φεσης τν μαρτιν. ταν πόστολος Παλος π διώκτης λλαξε κι γινε πόστολος, Κύριος το επε: «ες τοτο γρ φθην σοι, προχειρσασθα σε πηρτην κα μρτυρα ν τε εδες ν τε φθσομα σοι» (Πράξ. κστ’ 16). Κι πόστολος Πέτρος επε στ πρτο κήρυγμά του πρς τ λα μετ τν κάθοδο το γίου Πνεύματος: «Τοτον τν ησον νέστησεν Θεός, ο πάντες μες σμεν μάρτυρες» (Πράξ. β’ 32). Λέει πίσης κι πόστολος κι εαγγελιστς ωάννης: « ωρκαμεν τος φθαλμος μν, θεασμεθα κα α χερες μν ψηλφησαν… παγγλλομεν μν τν ζων τν αἰώνιον» (Α’ ωάν. α’1, 3).

Ο πόστολοι ταν ατόπτες μάρτυρες το κηρύγματος το Χριστο, τν θαυμάτων Του κι λων κείνων πού γιναν στ διάρκεια τς πίγειας ζως Του, λων ατν στ ποα θεμελιώθηκε σωτηρία μας. κουσαν, εδαν, συμμετεχαν στν λήθεια. ταν ο πρτοι πού μπκαν στ πλοο τς σωτηρίας, γι ν γλιτώσουν π τν κατακλυσμ τς μαρτίας κα ν μπορέσουν ν βάλουν κι λλους στ πλοο γι ν τος σώσουν. νος τους παλλάχτηκε π τν περηφάνεια κι ο καρδις τους καθαρίστηκαν π τ πάθη. διος Κύριος τούς διαβεβαίωσε γι’ ατό: «δη μες καθαρο στε δι τν λγον ν λελληκα μν» (ωάν. ιε’ 3). Κι ταν μάρτυρες χι μόνο τν ξωτερικν πραγμάτων, πού μποροσαν ν δον, ν’ κούσουν, ν ρευνήσουν κα ν’ γγίξουν σχετικ μ τ λόγο το Θεο. ταν μάρτυρες κα τς σωτερικς ναγέννησης κα νακαίνισης το νθρώπου, μ τ μετάνοια κα τν κάθαρση π τν μαρτία. Τ εαγγέλιο δν νοίχτηκε μόνο μπροστ στ μάτια κα τ’ ατιά τους, λλά κα μέσα τους, στν καρδι κα τ νο τους. Στ τρία χρόνια πού ταν μαθητς το Χριστο, στν καρδι κα τ νο τους γινε λόκληρη πανάσταση.

πανάσταση ατ συνίστατο στν δυνηρ διαδικασία θανάτου το παλαιο νθρώπου, κα στν κόμα πι δυνηρ γέννηση μέσα τους το νέου, το καινο νθρωπου. Πόσους νεκρικος πόνους δοκίμασε ψυχ τους σότου ναγεννηθον, φωτιστον κα μπορέσουν τελικ ν’ ναφωνήσουν: «μες οδαμεν τι μεταβεβκαμεν κ το θαντου ες τν ζων» (Α’ ωάν. γ’ 14); Πόσος χρόνος, πόσος κόπος, πόση μφιβολία, φόβος, γωνία, περιπλάνηση κα ρευνα, σπου ν γίνουν ληθινο κα πιστο μάρτυρες τν σωματικν παθν, το θανάτου κα τς νάστασης το Κυρίου ησο, καθς κα τν δικν τους πνευματικν παθν, το θανάτου κα τς νάστασής τους; κενο τν καιρ βέβαια ο πόστολοι δν ταν ρκετ ριμοι κα πνευματικ σταθεροί.

Γι’ ατ κα Κύριος συνέχισε ν τος καθοδηγε σν παιδι κα ν τος νθαρρύνει τ στιγμ το χωρισμο μ τ λόγια: «Οκ φήσω μς ρφανος» (ωάν. ιδ’ 18). Γι’ ατ κι μεινε μαζί τους σαράντα μέρες μετ τν νάστασή Του «ος κα παρστησεν αυτν ζντα μετ τ παθεν ατν ν πολλος τεκμηροις, δι᾿ μερν τεσσαρκοντα πτανμενος ατος κα λγων τ περ τς βασιλεας το Θεο» (Πράξ. α’ 3). Κα τελικά τούς ποσχέθηκε ν τος στείλει τ γιο Πνεμα, δύναμιν ξ ψους.

«᾿Εξγαγε δ ατος ξω ως ες Βηθαναν, κα πρας τς χερας ατο ελγησεν ατος. κα γνετο ν τ ελογεν ατν ατος διστη π᾿ ατν κα νεφρετο ες τν ορανν». (Λουκ. κδ’ 50-51). Τί μεγαλειώδης, τί συγκινητικ ναχώρηση π τ γ! κε στν κρη το ρους τν λαιν, μ θέα τ λόφο που νεκρς Λάζαρος ναστήθηκε κα ξαναγύρισε στν πρόσκαιρη ατ ζωή, ναστημένος Κύριος ναλήφθηκε στ πειρα ψη τς αώνιας ζως. ναλήφθηκε στν ορανό, χι στ’ στρα, μ πάνω π’ ατά. Δν πγε κοντ στος γγέλους, λλά πάνω π’ ατούς, πάνω π τς οράνιες δυνάμεις, πάνω πό τούς χορος τν θανάτων κι οράνιων πάρξεων, πάνω π’ λα τ παραδείσια νδιαιτήματα τν γγέλων κα τν γίων.

ναλήφθηκε ψηλά, κε πού δν τν φτάνουν τ μάτια τν Χερουβίμ, στ θρόνο το Οράνιου Πατέρα, στ μυστικ θυσιαστήριο τς γίας κα Ζωοποιο Τριάδος. Τ μέτρα πού χουν ατ τ ψη δν πάρχουν στ δημιουργημένο κόσμο. Τ μόνο συγκρίσιμο μέγεθος σως εναι τ βάθος που ριξε περηφάνεια τν ωσφόρο, ποος ποστάτησε π τν Θεό. Τ βάθος που ωσφόρος θέλει ν ρίξει λόκληρο τ νθρώπινο γένος.

Κύριος ησος μς σωσε π τν τέλειωτο ατ λεθρο. Κι ντ γι τ βάθη τς βύσσου, μς νάστησε στ θεία ψη το ορανο. Γι δυ λόγους μς νάστησε: Πρτο πειδ διος ναστήθηκε ςνθρωπος κατ σάρκα, πως εμαστε κι μες· κα δεύτερο πειδ δν ναστήθηκε γι δική Του χάρη λλά γιά μς, γι ν μς νοίξει τ δρόμο τς ερήνευσης μ τν Θεό. ναλήφθηκε μ τ ναστημένο σμα Του, κενο πού ο νθρωποι εχαν σκοτώσει κι εχαν θάψει στ γ. Τος ελόγησε μ τ χέρια Του, πού φεραν τ σημάδια π τ καρφιά.

Ελογημένε, πολυεύσπλαχνε Κύριε, πόσο μεγάλο εναι τ λεός Σου! στορία τς λευσής Σου στν κόσμο ξεκίνησε μ ελογία κα τελειώνει μ ελογία. ταν ρχάγγελος Γαβριλ νάγγειλε τν λευσή Σου στν κόσμο, χαιρέτησε τν Παναγία Μητέρα Σου μ τ λόγια: «Χαρε, κεχαριτωμένη… ελογημένη σ ν γυναιξί!» (Λουκ. α’ 28). Τώρα πού ποχαιρετς κείνους πού πίστεψαν σ Σένα, νοιξες διάπλατα τ χέρια Σου κα τος δωσες τν ελογία Σου. , περευλογημένε! , Πηγ κάθε ελογίας! Ελόγησε καί μς, πως ελόγησες τος ποστόλους Σου!

«Κα ς τενζοντες σαν ες τν ορανν πορευομνου ατο, κα δο νδρες δο παρειστκεισαν ατος ν σθτι λευκ, ο κα επον· νδρες Γαλιλαοι, τ στκατε μβλποντες ες τν ορανν; οτος ᾿Ιησος ναληφθες φ᾿ μν ες τν ορανν, οτως λεσεται, ν τρπον θεσασθε ατν πορευμενον ες τν ορανν» (Πράξ. α’ 10-11). Ο δυ νθρωποι πού ταν ντυμένοι ν σθτι λευκ, εναι δυ π τς όρατες χορεες γγέλων πού συνόδευσαν τν Κύριό τους π τ γ στν ορανό, πως τν εχαν συνοδεύσει νωρίτερα πό τν οραν στ γ, ταν γινε σύλληψή Του στ Ναζαρτ κι Γέννησή Του στ Βηθλεέμ. Στν νάληψη δυ π’ατος μ τν πρόνοια το Θεο γιναν ρατο στ μάτια τν νθρώπων, γι ν δώσουν να μήνυμα στος μαθητές.

Τ μήνυμα ατ ταν ζωτικς σημασίας γι’ ατούς, παραίτητο, γι ν μ νιώσουν μόνοι τους κι γκαταλελειμμένοι μετ τν ναχώρηση το Σωτήρα μας· «οτος ᾿Ιησος ναληφθες φ᾿ μν ες τν ορανν, οτως λεσεται, ν τρπον θεσασθε ατν πορευμενον ες τν ορανν, οτως λεύσεται». Ατ εναι τ μήνυμα πού στειλε Χριστς στος μαθητς μέσω τν δύο γγέλων Του.

Βλέπεις τ μεγαλεο τς γάπης το Χριστο γι τος νθρώπους; κόμα κα τν ρα τς νάληψής Του στος ορανούς, στ θρόνο τς δόξας το τριαδικο Θεο, δν σχολήθηκε μ τν αυτό Του μ τ δόξα Του, μετ τς ταπεινώσεις πού δέχτηκε, οτε ν’ ναπαυτε μετ τ βαρ ργο πού κανε σο ζοσε στν πίγεια ζωή, λλά μ τος μαθητές Του, πού μειναν πίσω στ γ. ν κα τος εχε συμβουλεύσει πολ διος κα τος εχε νθαρρύνει, τος στέλνει κα τος γγέλους Του γι ν τος παρηγορήσει περισσότερο κα ν τος χαροποιήσει. Μ’ λο πού εχε ποσχεθε πώς θ τος στείλει τ γιο Πνεμα, τν Παράκλητο, ν κα τος εχε πε πώς «οκ φήσω μς ρφανος· ρχομαι πρς μς» (ωάν. ιδ’ 18), διος κάνει τώρα στν πράξη κάτι περισσότερο π’ σα εχε ποσχεθε: τος φανερώνει γγέλους π τν ορανό, τος πηρέτες κι γγελιοφόρους Του, πρτον γιά ν τος πείσει γι τν ξουσία Του κα δεύτερον γι ν’ νανεώσει μ τ χείλη τν γγέλων τν πόσχεσή Του πώς θ ρθει πάλι κοντά τους.

«Κα ατο προσκυνσαντες ατν πστρεψαν ες Ιερουσαλμ μετ χαρς μεγλης», (Λουκ. κδ’ 52). Προσκύνησαν τν Κύριο μ τν ψυχ κα τ σμα τους, σ νδειξη σεβασμο κα πακος. προσκύνησή τους σημαίνει: Γενηθήτω τ θέλημά Σου, παντοδύναμε Κύριε! Κι πειτα γύρισαν π τ ρος τν λαιν στν ερουσαλήμ, σύμφωνα μ τν ντολ πού εχαν λάβει. Γύρισαν μετ χαρς μεγάλης, χι μ λύπη. Θ ταν λυπημένοι ν Κύριός τους εχε ποχωριστε μ κάποιον λλο τρόπο. ποχωρισμς ατς μως γι’ ατος ταν μι καινούργια κα μεγαλειώδης ποκάλυψη. Δν εχε ξαφανιστε π μπροστά τους μ κάποιο τρόπο γι ν πάει πλά κάπου. νέβηκε στν οραν μ δόξα κα δύναμη.

τσι κπληρώθηκαν κι δ τ προφητικ λόγια Του, πως εχαν κπληρωθε στ πάθος κα τν νάστασή Του. Κι νος τν ποστόλων νοιξε γι ν κατανοήσουν ατ πού τος εχε πε«Οδες ναβέβηκεν ες τν ορανόν εμ κ το ορανο καταβάς, υἱὸς το νθρώπου, ν ν τ οραν» (ωάν. γ’ 13). Κι λλοτε τος εχε πε κάτι μ τ μορφ ρώτησης, τότε πού εχαν σκανδαλιστε μ τ λόγια Του γι τν ρτο πού κατεβαίνει π τν ορανό: «Ἐὰν ον θεωρτε τν υἱὸν το νθρώπου ναβαίνοντα που ν τ πρότερον;» (ωάν. στ’ 62). Κι λλο πάλι: «ξλθον παρ το πατρς κα λλυθα ες τν κσμον· πλιν φημι τν κσμον κα πορεομαι πρς τν πατρα» (ωάν. ιστ’ 28).

Τ σκοτάδι τς γνοιας σκορπάει φόβο κα σύγχυση στν ψυχή. Τ φς τς γνώσης τς λήθειας παρέχει χαρά, δημιουργε δύναμη κα πίστη. Ο μαθητς βρίσκονταν σ σύγχυση κα φόβο ταν Κύριος τούς μιλοσε γι τ θάνατο κα τν νάστασή Του. ταν μως τν εδαν ζωντανό, ναστημένο, εχαν χαρ μεγάλη. Ο μαθητς θ πρέπει ν ξαναβρέθηκαν σ σύγχυση κα φόβο, ταν Κύριος τούς μίλησε γι τν νάληψή Του στος ορανος κα τν ποχωρισμό τους. ταν ατ μως γινε μπροστ στ μάτια τους, πως τ εχε προφητέψει, τότε γύρισαν μετ χαρς μεγάλης. φόβος τους ξαφανίστηκε, μφιβολία τους διαλύθηκε, σύγχυση τος γκατέλειψε. Κα τ θέση λων ατν πρε βεβαιότητα, μι θαυμάσια κα λοφώτεινη βεβαιότητα. Κι π τ βεβαιότητα ατ προέκυψε δύναμη κα χαρά. Βεβαιώθηκαν πώς Κύριος κα Διδάσκαλός τους εχε ρθει π τν ορανό, φο τώρα ναλήφθηκε στν ορανό. πώς τν στειλε Πατέρας, φο τώρα γύρισε στν Πατέρα.

 Πώς ταν κα εναι στ γ, φο γγελοι τν συνοδεύουν κα κάνουν τ θέλημά Του. Μ τ βεβαιότητα ατ εχε συνδεθε τώρα κι βέβαιη πίστη τους πώς θ ξαν ‘ρθει, τώρα μως μ δόξα κα δύναμη, πως τος εχε πε πολλς φορές. Κι ο γγελοι τώρα πανέλαβαν τν πόσχεσή Του. Γι’ ατος λοιπν δν μενε τίποτ’ λλο, παρ ν τηρήσουν τς ντολές Του μ ζλο κα θέρμη. Τος δωσε ντολ ν μείνουν στν ερουσαλμ κα ν περιμένουν δύναμιν ξ ψους. Κι κενοι γύρισαν στν ερουσαλμ μ μεγάλη κα δικαιολογημένη χαρά, λλά κα μ μεγάλη πίστη πώς  δύναμις ξ ψους θ τος πισκεφτε.

«Κα σαν δι παντς ν τ ερ ανοντες χα ελογοντες τν Θεν» (Λουκ. κδ’ 53). Σ’ λλο σημεο ναφέρεται πώς συνέχισαν λοι μοθυμαδν ν προσκαρτερον στν προσευχ (Πράξ. α’ 14). Μετ π’ λα σα εχαν δε κι εχαν διδαχτε, δν μποροσαν ν κρατήσουν τ νο τους μακρι π τν Κύριο, πού ναλήφθηκε μπροστ στ μάτια τους, μ πού κριβς γι’ ατ τ λόγο εχε μπε μέσα στς ψυχές τους. Εχε νοικήσει στν καρδιά τους μ δύναμη κα δόξα, κι κενοι ανοσαν διαρκς κα δοξολογοσαν τν Κύριο.

Κύριος γύρισε κοντ τους πολ πι γρήγορα π’ ,τι περίμεναν. Δν εχε ρθει ρατός, γι ν τν δον τ σωματικ μάτια, μ εχε κατοικήσει μέσα τους, εχε μπε στν ψυχή τους. Μ δν εχε ρθει μόνος Του στν ψυχή τους, λλά μαζ μ τν Πατέρα, φο Κύριος εχε πε γι λους σοι τν γαπον: «(γώ) κα πατήρ μου… πρς ατν λευσόμεθα και μονήν παρ’ ατ ποιήσωμεν» (ωάν. ιδ’ 23). κενο πού μενε, ταν ν ρθει τ γιο Πνεμα κα ν κατοικήσει μέσα τους, γι ν τος κάνει τέλειους ντρες, στος ποίους νακαινίζεται εκόνα κα μοίωση το Τριαδικο Θεο. Ατ πρεπε ν περιμένουν στν ερουσαλήμ. Ν περιμένουν σότου πραγματοποιηθε.

Δέκα μέρες ργότερα κατέβηκε τ γιο Πνεμα,  δύναμις ξ ψους, στν πρώτη ατ χριστιανικ κκλησία, γι ν μν γκαταλείψει ποτ τν κκλησία το Χριστο μέχρι σήμερα κα μέχρι τ συντέλεια το κόσμου.

Ανομε κι ελογομε τν Κύριο, γιατί μ τν νάληψή Του φώτισε τ νο μας γι ν δομε τ δρόμο κα τν προορισμ τς ζως μας. Ανομε κι ελογομε τν Πατέρα, πού μ τν γάπη Του νταποκρίνεται στν γάπη μας πρς τν Υό κα νοικε, μαζ μ τν Υό, σ λους κείνους πού μολογον κα τηρον τς ντολές Του. χουμε διαρκς τν Πατέρα κα τν Υἱὸ στ νο μας, τος ανομε κα τος ελογομε πως καναν ο πόστολοι στν ερουσαλμ κι ναμένουμε τ γιο Πνεμα, τν Παράκλητο, ν ρθει κα σέ μς. Περιμένουμε κενον πού μς πισκιάζει λους στ βάπτισμα, λλά ποσύρεται ταν μαρτάνουμε.

Εθε ν’ νακαινιστε μέσα μας πρτος νθρωπος, οράνιος. Εθε κι με μαζ μ τος ποστόλους ν ανομε κα ν ελογομε τν ναληφθέντα στος ορανος Κύριο ησο Χριστό, στν ποο πρέπει κάθε δόξα κα μνος, μαζ μ τν Πατέρα κα τ γιο Πνεμα, τν μοούσια κα διαίρετη Τριάδα, τώρα κα πάντα κα στος αἰῶνες τν αώνων. μήν.

 

Ἀπό τό βιβλίο:Ἀναστάσεως Ἡμέρα,

ἐκδ.Πέτρου Μπότση

 ΠΗΓΗ:https://www.imaik.gr/?p=3102#more-3102

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου