Ο π.
Σεραφείμ προσέδωσε σε αυτό το είδος στενότητας τον όρο «υπέρ-ορθότητα»,
αποκαλώντας την μερικές φορές και «ασθένεια ακρίβειας». Είδε πως θα μπορούσε να
έχει μία ισχυρή επίδραση στους νέους, τόσο σε νεοφωτίστους όσο και σε γηγενείς
δυτικούς ορθοδόξους. Οι νέες «υπέρ-ορθές» εξουσίες, παρατήρησε, «τους προσφέρουν
μερικές «απλές» απαντήσεις σε σύνθετες ερωτήσεις και αυτό είναι πολύ ελκυστικό
για εκείνους που είναι λίγο αβέβαιοι ή αμφίβολοι στην πίστη τους. Γνωρίζουμε
πολλούς νεοφωτίστους, οι οποίοι πιάνονται από «την ακρίβεια» όπως ένα μωρό στο
μπιμπερόν και σκέφτομαι ότι θα μπορούσαν να σώσουν τις ψυχές τους καλύτερα εάν
ήταν λίγο «ανακριβείς» αλλά ταπεινοί.
(π. Σεραφείμ
Ρόουζ η ζωή και τα έργα του τόμος β σελ.254)
Πηγαίνοντας
στην Ελλάδα η «υπέρ-ορθή» φατρία προσπάθησε να δημιουργήσει πολιτικούς δεσμούς
μεταξύ της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς και του πιο ακραίου όλων των
παλαιοημερολογιτικών (ζηλωτικών) ομάδων: τους « Ματθαιϊκούς», οι οποίοι
πίστευαν ότι, όχι μόνον όλες οι νέο-ημερολογίτικες εκκλησίες ήταν χωρίς χάρη,
αλλά και οποιαδήποτε εκκλησία είχε σχέση μαζί τους εστερείτο, επίσης, χάριτος.
Αυτό το σχέδιο απέτυχε αργότερα, διότι οι Ματθαιϊκοί έμαθαν ότι, αντίθετα προς αυτό
που ήταν μεθοδευμένο να γνωρίζουν, η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς ήταν πολύ «φιλελεύθερη»
για αυτούς.
Το 1976, η
αγγλόφωνη ορθόδοξη ιεραποστολή χτυπήθηκε όταν άνθρωποι (οι περισσότεροι
ανασφαλείς νεοφώτιστοι) που ήταν βαφτισμένοι σε άλλες κανονικές ορθόδοξες
εκκλησίες οδηγήθηκαν από την «υπέρ-ορθή» κοινότητα να ξαναβαπτισθούν στην
Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς. «Προσφάτως», έγραψε ο π. Σεραφείμ, «μερικοί
επεθύμησαν να δούν ένα τέτοιο «αναβαπτισμό» να πραγματοποιείται στη δυτική
αμερικανική επισκοπή μας∙ ο Αρχιεπίσκοπός μας Αντώνιος αρνήθηκε σοφά να το
επιτρέψει και τον υποστηρίξαμε πλήρως -διότι πράγματι, αυτό θα ήταν ισοδύναμο προς
μια ανοικτή δήλωση απουσίας χάριτος στην ελληνική Αρχιεπισκοπή».
Ο επίσκοπος
Νεκτάριος ανησύχησε πολύ όταν άκουσε για αυτήν την πρωτοφανή πρακτική. «Ίσως το
δεύτερο βάπτισμα», παρατήρησε, «απομακρύνει την χάρη του πρώτου βαπτίσματος».
Στο ζενίθ της
μανίας της ορθότητας, το 1976, ο π. Σεραφείμ εξήγησε σε ένα νεοφώτιστο γιατί η
πορεία του δεν θα μπορούσε να είναι σύμφωνη με έναν τέτοιου είδους «φανατισμό».
Η «αυστηρότητά τους» έγραψε, «τους αναγκάζει να αναμιχθούν κατά τέτοιο τρόπο
στην πολιτική των εκκλησιών, που οι πνευματικές ερωτήσεις έρχονται σε δεύτερη
θέση. Γνωρίζω από τον εαυτό μου, πως αν καθίσω και σκεφτώ για εμένα τον ίδιο
επακριβώς ποία απόχρωση των «ζηλωτών» είναι σωστή σήμερα, θα χάσω όλη την
ειρήνη του μυαλού μου και θα ανησυχώ συνεχώς με τα θέματα διακοπής της κοινωνίας,
πως αυτό θα φανεί στους άλλους, τι θα σκεφθούν οι Έλληνες (ποιοι Έλληνες;) και «τι
θα σκεφθεί ο μητροπολίτης;» Και δεν θα έχω το χρόνο ή την κλίση να εμπνέομαιαπό
την έρημο, τους αγίους πατέρες, τους θαυμάσιους Αγίους των αρχαίων και σύγχρονων
χρόνων που έζησαν σε έναν υψηλότερο κόσμο. Στην εποχή μας ειδικά, δεν είναι
δυνατό να αποξενωθείς εξ ολοκλήρου από αυτά τα ζητήματα, αλλά ας τοποθετήσουμε πρώτα
εκείνα τα πράγματα που έχουν προτεραιότητα».
Σε μια άλλη
επιστολή έγραψε: «Εμείς, που επιθυμούμε να παραμείνουμε στην αληθινή παράδοση της
ορθοδοξίας, θα πρέπει να είμαστε ενθουσιώδεις και σταθεροί στην ορθοδοξία μας χωρίς
να είμαστε φανατικοί και χωρίς να θέλουμε να διδάξουμε τους επισκόπους μας τι
πρέπει να κάνουν. Πρό πάντων, πρέπει να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε το
αληθινό άρωμα της ορθοδοξίας, που είναι τουλάχιστον λίγο «εκτός αυτού του
κόσμου», αποσυνδεδεμένο από όλες τις φροντίδες και την πολιτική ακόμη και αυτής
της εκκλησίας, τρέφοντας τους εαυτούς μας με την υπερκόσμια τροφή που η
εκκλησία μας δίνει σε τέτοια αφθονία».
(π. Σεραφείμ
Ρόουζ η ζωή και τα έργα του τόμος β σελ. 257-258)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου