Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Ο οικονόμος, ο οποίος έγινε βουρδουνάρης.

 



Με ερωτάτε, τι είναι η ταπεινοφροσύνη;

Ακούστε πως την επαρέλαβον εγώ εις το Κοινόβιον, όπου ήμουν μικρό παιδί.

Έβλεπα τον Ηγούμενον, να έχη έναν αδελφόν προϊστάμενον εις την υπηρεσίαν του οικονόμου. Αυτή η υπηρεσία είναι το στόμα εκάστης Μονής. Και εκεί όπου ήτο οικονόμος, τον έβλεπα να είναι βουρδουνάρης, δηλαδή να μεταφέρη φορτία διά των ημιόνων. Και από εκεί όπου εφόραγε καλά ρούχα, τον έβλεπον να είναι χωρίς κάλτσες, τα ρούχα κουρέλια, και πολλές φορές να μη έχη ούτε κομμάτι ψωμί εις τα χέρια του.

Εγώ ως παιδί εστεναχωρούμην, γιατί εγνώριζα από την εργασίαν όπου ηργαζόμην, να μη μεταφέρωμαι εις άλλην, αλλά να εμμένω εις αυτήν διά να γίνω άριστος τεχνίτης. Ήμουν εις την υπηρεσίαν του μαγειρείου παραμάγειρος, και εις την υπηρεσίαν του αρχοντάρη παρααρχοντάρης. Ηρώτησα τον αρχοντάρην. Πως γίνονται τοιαύτα πράγματα εις το Μοναστήριον; Και αυτός μειδιών μου είπε: Ερώτησον τον πρώην οικονόμον και μετά ταύτα μουλαράν, και αυτός θα σου απαντήση.

Μου είπε αυτό, διότι ήθελεν να μου παραδώση την πράξιν και την θεωρίαν.

Επλησίασα τον μουλαράν (βουρδουνάρην), συμπονών αυτόν διά την καταφρόνησιν που του έγινε, από προϊστάμενος να γίνη μουλαράς, και ηρώτησα την αιτίαν.

Και αυτός μειδιών μοί απήντησεν:

«Ο Γέροντας γνωρίζει ότι είμαι υπερήφανος και θέλει να με καθαρίση από το πάθος αυτό της κατηραμένης υπερηφανείας, διά πρεσβειών του οσίου Σίμωνος του κτίτορος της Μονής ταύτης, διά να φύγω ελεύθερος από αυτόν τον κόσμον και να πετάξω από τα πρόσκαιρα στα αιώνια.

Επειδή σε βλέπω ότι θέλεις να σωθής, όταν σε υβρίζουν ή σε εμπαίζουν, μη νομίζης ότι σου τα κάμνουν αυτά από άλλην αιτίαν, παρά διά να σε διδάξουν το βάθος και ύψος της ταπεινοφροσύνης. Βάθος μεν, ότι δεν είσαι τίποτα, και ύψος, ότι εσύ διά της κλίμακος της ταπεινοφροσύνης, θα ανέβης εύκολα εις τους ουρανούς.

Και τώρα, Γέρο Χρήστο μου, πρέπει να σου φέρω μερικά παραδείγματα διά να το καταλάβης καλλίτερα.

Τα χελιδόνια πότε έρχονται από τα θερμά μέρη εδώ, και πότε επιστρέφουν πάλιν εις τα θερμά; Έρχονται εις την μνήμην των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και αναχωρούν εις την μνήμην της φρικτής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Έρχονται δε επί τη μνήμη των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, διά να μας διδάξουν ότι αυτοί υπάρχοντες αξιωματικοί και στρατιώται, άρχοντες της πόλεως Σεβαστείας, εταπείνωσαν τον εαυτόν τους, μη λυπούμενοι τας σάρκας των. Αλλά ο τότε τύραννος, κατ’ οικονομίαν Θεού, παρέδωσεν τα σώματα αυτών τω πυρί.

Και εις την μάνα του μειρακίου, που έβλεπε ότι ο υιός της επέρναγε από τον δρόμον της ταπεινφροσύνης, ο διάβολος ενέσπειρε λύπην διά το μικρόν της ηλικίας του μειρακίου, και ηθέλησε να υστερήση τον στέφανον της ταπεινοφροσύνης, όπου είναι το Μαρτύριον.

Τα πουλιά, που μεταφέρουν επάνω τους τα χελιδόνια, λέγονται γερανοί. Από αυτά, Χρήστο μου, διδασκόμεθα την ταπεινοφροσύνην με πράξιν και θεωρίαν. Φέρνουν τα χελιδόνια, και όταν πειράζονται από μικράν ιδέαν υψηλοφροσύνης ότι οδηγούν καλώς, τότε αυτά αναχωρούνσιν τάχιστα και πηγαίνουν ακολουθούντα τους τελευταίους γερανούς. Οι γερανοί εις το ύψος έρχονται δεύτεροι μετά τους αετούς. Η ταπεινοφροσύνη των όμως τους υπερυψοί και πέτανται υπεράνω των αετών. Αετοί εν τω κόσμω είναι οι Βασιλείς και γερανοί είναι το τάγμα των Μοναχών.

Βλέποντάς με ο Γέροντας να έχω μέσα εις την καρδίαν μου το παρείσακτον πάθος της υπερηφανείας ως ίδιον, διά την σωτηρίαν μου με έστειλεν από οικονόμον μουλαράν, διά να βλέπω αυτό το άλογον ζώον, και διά να διδαχθώ από αυτό την ταπεινοφροσύνην. Όταν διψήση, δεν πίνει περισσότερον, όταν υπνώττη και το καλέση ο κύριός του, ευθύς δεν αντιστέκεται, αλλά ταπεινούμενον ακολουθεί. Κουρασμένον είναι, ιδρωμένον είναι, ουδέποτε αγανακτεί, αλλά υπομένει μέχρι αυτής της πτώσεως του ουδέν αντιλέγον.

Διά την ταπεινοφροσύνην λέγει ο Δαυΐδ:

«Ανθρώπους και κτήνη σώσεις Κύριε»[1], διά την ταπεινοφροσύνην των. Και άνθρωποι είναι οι εν τω κόσμω, τα δε κτήνη είναι οι Μοναχοί, οι οποίοι έγιναν κτήνη και εφαρμόζουν διά τον εαυτόν τους εκείνο όπου λέγει ο Δαυΐδ: «Κτηνώδης εγενόμην παρά σοί, καγώ διά παντός μετά σού».[2]

Η ταπεινοφροσύνη είναι έρωτας υπερουράνιος. Έχων αυτόν τον έρωτα ο Μοναχός, πρέπει να καθίση εις το κελλίον του και να σκεφθή τους αγίους Μάρτυρας. Να σκεφθή τους γερανούς, και πρό πάντων τα χελιδόνια. Αυτά αναχωρούν εκ της πατρίδος των, και τα νεογέννητα ενώ δεν γνωρίζουν τάς φωλεάς της νέας πατρίδος των, ταπεινούμενα ενώπιον των γονέων των, εισέρχονται εις τας φωλέας, τας οποίας τους δεικνύουν οι γονείς των.

Και ο Μοναχός τη υποδείξει του Γέροντός του εισέρχεται εις το κελλίον, διδασκόμενος, τι εστί κελλίον και πως αυτό το κελλίον εν τη τελευταία στιγμή του βίου του θα τον αναβιβάση από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, όταν πρωτίστως έχη τον θείον έρωτα, ο οποίος γεννάται από την ταπεινοφροσύνην.

Και τι θέλει να ειπή, τίμιε Πάτερ, το∙: «Κτηνώδης εγενόμην παρά σοί, καγώ διά παντός μετά σού»;

Η ταπεινοφροσύνη διδάσκει τον Μοναχόν να μη έχη ούτε ίδιον φρόνημα, ούτε ίδιον θέλημα, αλλά να είναι πάντοτε έτοιμος εις τας διαταγάς του Ηγουμένου.

Βλέπεις τον Γέρο Ανανία; Τελειώνει η Αγρυπνία του αγίου Δημητρίου και του δίδει ο Γέροντας ψωμί και ξύδι και μ’ αυτό περνά μέχρι του αγίου Γεωργίου. Έχει ζωήν κτήνους, μη έχων δηλαδή θέλημα και φρόνημα. Εν τη ταπεινώσει όπου απέκτησεν διά της υπακοής, τα πάντα αστοχεί, εις έν μόνον αποβλέπων, να είναι πάντοτε διά του καρδιακού έρωτος ενωμένος μετά του Τρισυποστάτου Θεού.

Βλέπεις τους ταπεινόφρονας, τι αξιούνται; Βλέπεις τον πατέρα Ιερώνυμον, όπου τονείχες από τον κόσμον Γέροντα; Την μίαν ημέραν γραμματικόν, και την άλλην στιγμήν να φωνάζη όλη η αδελφότης του Μοναστηριού∙ Έξω, να φύγη αυτός ο κακότροπος; Και αυτός τα υπομένει όλα.

Και τι λέγουν οι Πατέρες; Το Κοινόβιον είναι χαλκείον. Και όπως πηγαίνεις σίδερα στραβά, σίδερα σκουριασμένα και διά του πυρός καθαρίζονται και διά της σφύρας γίνονται ευθέα, ούτω πως και εις το Κοινόβιον. Εκείνος όπου θέλει να φθάση εις τα μέτρα της απαθείας, θα ταπεινωθή και θα σκεφθή ότι είναι χειρότερος και από μίαν κλωστήν. Διότι η κλωστή χρειάζεται διά το ράψιμον των ενδυμάτων, ενώ ο ταπεινόφρων πιστεύει ολοψύχως, ότι δεν είναι τίποτε.

Είδες τον πατέρα Ιερώνυμον καμμίαν φοράν να κοιμηθή ξαπλωμένος; Αλλά μόνον καθήμενος και σκεπασμένος με μίαν τσέργαν[3] κοιμάται∙ και μόλις κτυπήση το πρώτον ξύλον τρέχει εις την εκκλησίαν. Και εάν ο εκκλησιαστικός τον υβρίση ή τον διώξη, αυτός βάζει αταράχως μετάνοιαν ζητών συνάμα και συγχώρησιν.

Ο Ηγούμενος υβρίζεται, εμπαίζεται. Ερωτώμενος απαντά. Ω, μακαρία ταπεινοφροσύνη, την οποίαν εδιδάχθην από τον Θεάνθρωπον και Σωτήρα ημών Κύριον Ιησούν Χριστόν.

Αυτά έχων πρό οφθαλμών του ο Γέροντας, ως άριστος ιατρός, ουχί καταβιβάζει αλλά αναβιβάζει εμέ τον οικονόμον εις τα ύψη του Ακτίστου Τρισυποστάτου Θεού».

Εγώ ακούων αυτά εκ του στόματος του πρώην οικονόμου, ωφελήθην μεγάλως, αλλά μετά ταύτα απατηθείς αφήκα την ζωήν του Κοινοβίου. Επήγα εις την ησυχίαν και μικρόν τη ηλικία με έκαμαν Γέροντα και δια της βίας μου έδωσαν υποτακτικούς, οι οποίοι έγιναν φυματικοί. Και τώρα τριάντα πέντε έτη περιφέρομαι εις τον κόσμον, και δεν γνωρίζω αν θα σωθώ.

Διό προσέξατε, όσοι θέλετε να ακολουθήσετε τον μοναχικόν βίον, να ταπεινωθήτε έως το μηδέν.

 

† Ιερομονάχου Χρυσάνθου Αγιαννανίτου «Γεροντικαί ενθυμήσεις και διηγήσεις» Εκδόσις Ιεράς Μονής Παναγίας Οδηγητρίας Μώλου.



[1] Ψαλμ. Λε, 7.

[2] Ψαλμ. Οβ, 22-23.

[3] Τρίχινη-μάλλινη κουβέρτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου