Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Ο μουσικός

Η ταινία "Ο πιανίστας" δείχνει τί  περνούσαν οι Εβραίοι απο τον Ναζισμό στην μια πλευρά της Ευρώπης. Τα ίδια περνούσαν οι Χριστιανοί στην κομουνιστική  Σοβιετική Ένωση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Σιβηρία!  

Πανύψηλος, κοκαλιάρης, με ρούχα ξεσκισμένα και όψη πολυβασανισμένη – έτσι εμφανίστηκε στο θάλαμο.

Η μόνη ένδειξη ζωής στο κερένιο του πρόσωπο ήταν δυό τεράστια μαύρα μάτια, δυό μάτια έξυπνα μα και θλιμμένα, που κοίταζαν πάντα στο κενό.

Στη δουλειά δεν είχε ικανοποιητική απόδοση, γι ΄αυτό και στο συσσίτιο του έδιναν μειωμένη μερίδα. Έτσι όμως αδυνάτιζε όλο και περισσότερο.

Γυρίζοντας κάθε βράδυ στην παράγκα, καθόταν στο κρεβάτι του σιωπηλός και στύλωνε το βλέμμα στο θολό τζάμι του παραθύρου, απ’ όπου φαινόνταν, ακόμα πιο καταθλιπτικά, τα γκρίζα δρομάκια του στρατοπέδου. Πότε-πότε το σβησμένο πρόσωπό του ζωντάνευε και τα μακριά δάχτυλα των χεριών του άρχιζαν να κινούνται γοργά πάνω στα γόνατα, σαν να έπαιζαν ένα αόρατο και άνηχο πιάνο.

Πέρασε έτσι ένας χρόνος και παραπάνω. Οι άλλοι κρατούμενοι είχαν συνηθίσει τη σιωπή και την απομόνωσή του.

Κάποιο βράδυ μερικοί κρατούμενοι μαζεύτηκαν γύρω από τον π. Αρσένιο κι έπιασαν τη συζήτηση. Στην αρχή μιλούσαν για τα καθημερινά τους προβλήματα. Σύντομα όμως, χωρίς να το καταλάβουν, γύρισαν στα περασμένα. Θυμήθηκαν την ελεύθερη ζωή τους, τις ασχολίες τους, τα ενδιαφέροντά τους – τέχνη, θέατρο, ποίηση, μουσική… Για τη μουσική άρχισαν να λένε πολλά. Και τότε ακριβώς τους πλησίασε ο αινιγματικός εκείνος κρατούμενος.

Εκφράστηκαν διάφορες απόψεις ως προς την επίδραση της μουσικής στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Μα τα αίματα άναψαν, όταν έγινε λόγος για τη «στρατευμένη» και «κομματικοποιημένη» μουσική.

Ο π. Αρσένιος συνήθως δεν έπαιρνε μέρος στις διενέξεις. Τώρα όμως, εκφράζοντας απροσδόκητα τη γνώμη του, είπε πως οι μουσικές δημιουργίες, όταν έχουν βαθύ πνευματικό περιεχόμενο, επιδρούν ευεργετικά στην ψυχή του ανθρώπου, την ξεκουράζουν και την εξευγενίζουν.

Ακούγοντάς τον ο σιωπηλός κρατούμενος, έγινε άλλος άνθρωπος. Το πρόσωπό του φωτίστηκε. Τα μάτια του άστραψαν. Παίρνοντας ξάφνου το λόγο, εξήγησε και τεκμηρίωσε την άποψη του γέροντα με πολλή γνώση αλλά και συναρπαστική ευφράδεια.

Καθώς όλοι τον άκουγαν σαν μαγεμένοι, πετάχτηκε κάποιος απ’ το κρεβάτι του και φώναξε:

-Μα… για σταθείτε… Από ώρα σας παρατηρώ. Συγγνώμη, εσείς δεν είστε ο πιανίστας…

Ανέφερε το όνομα ενός διάσημου μουσικού.


Εκείνος ταράχτηκε. Σώπασε απότομα. Κι ύστερα από λίγες στιγμές ψέλλισε με πόνο:
-Ω, αν ξέρατε πόσο μου λείπει η μουσική! Αν ξέρατε… Με τη μουσική θα μπορούσα να ζήσω ακόμα και σ’ αυτόν τον άδη!

-Πως βρεθήκατε εδώ; Τον ρώτησε ανόητα ένας άλλος.

-Όπως βρεθήκατε κι εσείς, αποκρίθηκε μ’ ένα πικρό χαμόγελο. Και με καταγγελία φίλου!...
Από το βράδυ εκείνο κλείστηκε πιο πολύ στον εαυτό του. Μια λύπη αβάσταχτη αυλάκωνε βαθιά το πρόσωπό του. Το βλέμμα του ήταν εντελώς απλανές και αδιάφορο. Απαντούσε με δυσκολία, μετά τη δεύτερη ή την Τρίτη ερώτηση.

Πέρασε έτσι ένας μήνας. Στη δουλειά πήγαινε σέρνοντας τα πόδια του. Είχε μείνει πετσί και κόκαλο.
Ο π. Αρσένιος προσπάθησε δυό-τρείς φορές να του μιλήσει, να τον συνεφέρει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο μουσικός άλλοτε του έδινε ασυνάρτητες αποκρίσεις και άλλοτε έφευγε χωρίς να πει κουβέντα.

Ο μπάτουσκα κατέφυγε στον καθένα που θα μπορούσε να βοηθήσει.

-Χάνεται ο άνθρωπος χωρίς τη μουσική! Πρέπει κάτι να κάνουμε…

Κάποιος εγκληματίας, που τον συμπαθούσε είχε μια καλή ιδέα.

-Στην πολιτιστική γωνιά, καταπώς τη λένε, υπάρχει μια χαλασμένη κιθάρα. Θα συνεννοηθώ με τα παιδιά. Ίσως μπορέσουμε να τη βουτήξουμε.

Η «πολιτιστική γωνιά» ήταν ένας χώρος προορισμένος για ψυχαγωγικές και επιμορφωτικές εκδηλώσεις, προπαντός όμως για την πολιτική «διαφώτιση» και μεταστροφή των κρατουμένων. Καμιά εκδήλωση, ωστόσο, δεν είχε γίνει ποτέ στο χώρο αυτό, που παρέμενε πάντα κλειδωμένος και αχρησιμοποίητος, με μοναδικό εξοπλισμό κάμποσες δεκάδες σκονισμένα βιβλία και μια χαλασμένη κιθάρα, πεταμένη μέσα σ’ ένα ντουλάπι.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ, πως κατάφεραν οι εγκληματίες ν’ αρπάξουν την κιθάρα. Δαιμόνιοι άνθρωποι! Τη φέρανε μια βραδιά στο θάλαμο με κρυφό καμάρι, μολονότι ξεχαρβαλωμένη: Το βερνίκι της ήταν ξεφτισμένο, το ηχείο σπασμένο και οι χορδές μονάχα πέντε!

Ήξεραν όλοι καλά, πως η κιθάρα δεν θα έμενε για πολύ στα χέρια τους. Αργά ή γρήγορα οι επόπτες θα την έβρισκαν και θα την έπαιρναν. Ως τότε όμως θα έδινε σε όλους- και όχι μόνο στον θλιμμένο μουσικό- λίγη χαρά, λίγη παρηγοριά.

Βρέθηκε ένας κρατούμενος, τεχνίτης καλός, που κόλλησε το ηχείο και έξυσε το βερνίκι. Για δυό μέρες, ώσπου να στεγνώσει η κόλλα, οι εγκληματίες έκρυβαν την κιθάρα. Και το τρίτο βράδυ, μετά τον έλεγχο, την έβαλαν στο κρεβάτι του μουσικού, που είχε πάει  για μια στιγμή  άλλη άκρη του θαλάμου.

Σαν ήρθε και είδε το απροσδόκητο δώρο, τα έχασε. Ξαφνιασμένος κάθησε στο κρεβάτι και άγγιξε με δισταγμό τις χορδές.

Ακούστηκε ένας αλλόκοτος, λυπητερός ήχος. Τότε μόνο πείστηκε πως δεν ονειρευόταν. Άρπαξε με λαχτάρα την κιθάρα κι έριξε ένα σαστισμένο βλέμμα γύρω του, στα τόσα πρόσωπα που τον κοίταζαν αμίλητα και χαμογελαστά.

Άρχισε να κουρντίζει το όργανο. Οι χορδές τρίζανε. Οι ήχοι παράδερναν ακατάστατοι. Επιμένοντας, κατάφερε να τους σταθεροποιήσει. Σε λίγο τα επιδέξια δάχτυλά του είχαν επιβληθεί στον γνώριμο αντίπαλο.

Σε πέντ’-έξι σημεία οι εγκληματίες, παρέες- παρέες, έπαιζαν χαρτιά. Μερικοί βροντούσαν τα κοκαλάκια του ντόμινο. Άλλοι βρίζονταν χυδαία. Κάποιοι συζητούσαν χαμηλόφωνα. Οι περισσότεροι όμως κατάκοποι, ήταν ξαπλωμένοι στα ξυλοκρέβατά τους, βυθισμένοι σε συλλογή.

Και ξαφνικά η παράγκα γέμισε ήχους, ήχους θεσπέσιους, πανευρόσυνους, συναρπαστικούς!

Οι βρισιές και τα μουρμουρητά σταμάτησαν. Οι χτύποι του ντόμινο διακόπηκαν. Τα τραπουλόχαρτα βρέθηκαν πάνω στα γόνατα. Κάτι τερπνό κι ευπρόσδεκτο, κάτι οικείο και νοσταλγικό απλώθηκε στο θάλαμο και θρονιάστηκε ανάμεσα στους κρατουμένους.

Οι ήχοι ζωγράφιζαν νοερά αγαπημένους τόπους κι ανθρώπους, κάμπους και δάση, βουνά κι ακρογιαλιές, πολιτείες και χωριά, γονιούς και φίλους, γυναίκες και παιδιά.

Όλες οι καλές, όλες οι φωτεινές, όλες οι ευχάριστες στιγμές της περασμένης ζωής αναστήθηκαν από τα μνήματα της λήθης, ήρθαν και στάθηκαν δίπλα τους, διώχνοντας πρόσκαιρα την πίκρα και την απελπισία της τωρινής ζωής.

Δεν είχε τόση σημασία το τι έπαιζε ο μουσικός. Ίσως ν’ αυτοσχεδίαζε. Πάντως η κιθάρα διηγόταν μελωδικά τα περασμένα, ηλεκτρίζοντας τις ψυχές, αναμοχλεύοντας τις μνήμες, τρυπώντας τις καρδιές.

Οι ήχοι ξεχύνονταν ασυγκράτητοι  ανάμεσα στα κρεβάτια και τους διαδρόμους, τρυπώνοντας ανεμπόδιστα παντού και καθηλώνοντας δυναμικά τις κουρασμένες υπάρξεις, που είχαν παραδοθεί δίχως όρους και δίχως όρια στην πανίσχυρη εξουσία της μουσικής.

Σε μια στιγμή οι χορδές σκόρπισαν ολόγυρα νότες πένθιμες. Σκίρτησαν οι καρδιές, σφίχτηκαν τα σπλάχνα, βούρκωσαν τα μάτια από το θρήνο της κιθάρας, που μοιρολογούσε, θαρρείς, τους αδικοχαμένους, σιγόκλαιγε για τους τυραννισμένους, παραπονιόταν ήρεμα για τις τόσες συμφορές, τα τόσα βάσανα, τα τόσα αίματα…

Έξαφνα ακούστηκαν βαριά βήματα στο διάδρομο, ανάμεσα στα κρεβάτια. Σπρώχνοντας και παραμερίζοντας τους όρθιους, ένας ψηλός και μαυριδερός εγκληματίας πλησίασε το μουσικό. Ήταν διαβόητος σ’ όλο το στρατόπεδο για την ωμότητά του. Δάκρυα αυλάκωναν τώρα το αγριωπό πρόσωπό του.

-Σταμάτα, κολλιτσίδα! Μου ξεσκίζεις την ψυχή! Σταμάτα, γιατί θα σε χτυπήσω!

Σήκωσε απειλητικά το χέρι του. Την ίδια στιγμή ένας άλλος γεροδεμένος εγκληματίας, που στεκόταν εκεί, τον άρπαξε και τον πέταξε στο διάδρομο. Μετά από λίγο τον άκουσαν να κλαίει με λυγμούς στην άλλη άκρη της παράγκας.

Ο μουσικός καθόταν σκυφτός και ακίνητος στο κρεβάτι του.

-Τραγούδησε μας κάτι, τον παρακάλεσε ένας απ’ τους όρθιους.

Τα δάχτυλά του χάιδεψαν πάλι τις χορδές.

Βραχνά και σιγανά, αλλά πολύ αισθαντικά, είπε ένα παλιό ρωσικό τραγούδι, εκείνο το γνωστό, «Γιατί το κεφάλι σκύψατε, κοράκια μου;…».

Ακούγοντας το, όλοι ζωήρεψαν και χαμογέλασαν.

Η φωνή του μουσικού, βέβαια, δεν ήταν τόσο γλυκειά. Η θέρμη, ωστόσο, η εκφραστικότητα και η αλεγράδα της καθήλωσαν το ετερόκλητο εκείνο ακροατήριο.

Μετά το τραγούδι, έπαιξε το βάλς «Στους λόφους της Ματζουρίας». Ο αργός ρυθμός, οι γαλήνιοι κυματισμοί και οι υπέροχοι χρωματισμοί του αριστουργηματικού αυτού κομματιού έφεραν μιάν αύρα αισιοδοξίας, ειρήνης και ευδιαθεσίας μέσα στην παράγκα.

Η ώρα όμως είχε περάσει. Τα χασμουρητά έδιναν κι έπαιρναν. Έπρεπε να κοιμηθούν, γιατί την άλλη μέρα τους περίμενε η συνηθισμένη δουλειά.

Ένας-ένας οι κρατούμενοι άρχισαν να τραβάνε για τα κρεβάτια τους.

Σε λίγο ο μουσικός είχε μείνει χωρίς ακροατές. Ήρεμος, ευχαριστημένος, κρατώντας την κιθάρα με περισσή προσοχή, με στοργή σχεδόν, είχε αγκαλιάσει ολόκληρο το θάλαμο με το βλέμμα του, ένα βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη.

Ο π. Αρσένιος καθόταν στο κρεβάτι του σκεφτικός.

-Είναι πιστός, μουρμούρισε, βαθιά πιστός. Το διαλάλησε σήμερα με τους ήχους μουσικής…
Η κιθάρα έμεινε δυό μέρες στο θάλαμο.

Σ’ αυτό το μικρό διάστημα ο μουσικός κυριολεκτικά αναγεννήθηκε. Έγινε ανοιχτόκαρδος, κοινωνικός, ενεργητικός, καλοδιάθετος. Οι εγκληματίες του κόλλησαν το παρατσούκλι ‘’αρτίστας’’ και ανέλαβαν την «προστασία» του.

Την τρίτη μέρα, στον πρωινό έλεγχο, οι επόπτες βρήκαν την κιθάρα και την πήραν. Πήγαν κατευθείαν στην κρυψώνα -είχε καταδώσει κάποιος απ’ τους σεκταριστές.

Με τρείς μέρες απομόνωση τιμωρήθηκε ο μουσικός. Και όταν γύρισε, ήταν πάλι σιωπηλός, σκυθρωπός, σβησμένος.

Πέρασαν τρείς εβδομάδες. Μια νύχτα ο π. Αρσένιος ξύπνησε απότομα. Κάποιος τον τραβούσε απ’ το μανίκι.

-Συγχωρέστε με…

Ήταν ο μουσικός που του ψιθύριζε στ’ αυτί.

Σηκώθηκε και κάθησε δίπλα του.

-Έχω μεγάλη ανάγκη να μιλήσω μαζί σας. Ξέρω πως είστε παπάς. Από καιρό ήθελα να σας πλησιάσω, αλλά δίσταζα. Τώρα όμως αισθάνομαι πως ήρθε η ώρα μου. Σας ευχαριστώ για την κιθάρα! Όπως έμαθα, δική σας ήταν η πρωτοβουλία. Σας ευχαριστώ πολύ!... Και τώρα ακούστε με… Θα είμαι σύντομος… Συγχωρέστε με που σας ξύπνησα…

Χείμαρος ήταν ο λόγος του. Με χαμηλή φωνή ξεδίπλωσε τους λογισμούς του, σκιαγράφησε την πορεία της ζωής του, ομολόγησε ταπεινά τα σφάλματά του.

-Κύριε, Κύριε! Πόσο αμαρτωλός είμαι! Αναφωνούσε κάθε τόσο.

Τα δάκρυά του πέφτανε πάνω στο χέρι του παππούλη και το καίγανε.

-Ναι, είμαι πολύ αμαρτωλός… αλλά γιατί μου στέρησαν τη μουσική;

Όταν τελείωσε τον μακρύ μονόλογό του, προσευχήθηκε για πολλή ώρα μαζί με τον π. Αρσένιο.

Τον χαιρέτησε κλαίγοντας.

-Πλησιάζει το τέλος μου…

Μετά από τρείς ακόμα εβδομάδες, την ώρα της δουλειάς, ένας ογκόλιθος έπεσε πάνω στην αριστερή του παλάμη και του την έλιωσε.

Δεκαπέντε μέρες αργότερα έστειλε στον π. Αρσένιο ένα σημείωμα από το νοσοκομείο του στρατοπέδου. «Μη με ξεχνάτε», έγραφε. «Ο θάνατος στέκεται δίπλα μου. Προσεύχεσθε για μένα στον Κύριο».

Δεν μαθεύτηκε πιά τίποτα γι’ αυτόν.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ «π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ 2 μαρτυρίες»