Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΣΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ


«Ο σιος Ιωάννης γεννήθηκε σέ να χωριό τς λεγομένης Μικρς Ρωσίας, πό γονες ελαβες καί ρθοδόξους, ταν βασίλευε στήν Ρωσία Μέγας Πέτρος, κατά τό τος 1690 μ.Χ. ταν στρατιώτης κατά τόν πόλεμο πού κανε τολμηρός ατός τσάρος ναντίον τς Τουρκίας (τό 1711), στόν ποο μως μέγας γεμόνας στάθηκε τυχος καί κινδύνεψε μάλιστα νά θανατωθε καί διος πό τούς Τούρκους. Ο Ιωάννης πιάστηκε αχμάλωτος πό τούς Τάταρους, μαζί μέ χιλιάδες Ρώσους, καί ο Τάταροι τόν πούλησαν σέ ναν Οθωμανό ξιωματικό Ιππαρχο, πού καταγόταν πό τό Προκόπι τς Μικρς Ασίας (κοντά στήν Καισάρεια τς Καππαδοκίας). Ο γς τόν πρε μαζί του στό χωριό του, ν Τουρκία γέμισε πό μέτρητο πλθος δούλων Ρώσων, ο περισσότεροι πό τούς ποίους μή ντέχοντας τά βάσανα ρνήθηκαν τήν πίστη το Χριστο καί γιναν Μουσουλμάνοι.

Ο Ιωάννης μως ταν πό παιδί ναθρεμμένος ῾ἐν παιδεί καί νουθεσί Κυρίου καί γαποσε πολύ τόν Θεό καί τήν θρησκεία τν πατέρων του. Γι ατό, χοντας τήν σοφία πού δίνει Θεός σ ατούς πού Τόν γαπον, κανε πομονή στήν δουλεία καί τήν κακομεταχείριση το φεντικο του καί στίς βρεις καί τά πειράγματα τν Οθωμανν, ο ποοι τόν φώναζαν κιαφίρη, δηλαδή πιστο, φανερώνοντάς του τήν περιφρόνηση καί τήν πέχθειά τους. Σημειωτέον τι τό Προκόπι ταν στρατόπεδο τν χριστιανομάχων Γενιτσάρων καί Ιωάννης ταν τό βδέλυγμά τους, διότι στόν κύριό του καί σέ σους τόν παρακινοσαν νά ρνηθε τήν θρησκεία του, ποκρινόταν μέ σθεναρή γνώμη τι προτιμοσε νά πεθάνει, παρά νά πέσει σέ τέτοια φοβερή μαρτία. Στόν γ μάλιστα επε: ῾῎Αν μέ φήσεις λεύθερο στήν θρησκεία μου, θά εμαι πολύ πρόθυμος στίς διαταγές σου. Αν μως μέ πιέσεις νά λλαξοπιστήσω, γνώριζε τι σο παραδίδω τό κεφάλι μου παρά τήν πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα καί χριστιανός θά πεθάνω.

Ο Θεός βλέποντας τήν πίστη του καί κούγοντας τήν μολογία του μαλάκωσε τήν σκληρή καρδιά το κυρίου του, ποος μέ τόν καιρό τόν συμπάθησε. Σ ατό συνήργησε καί μεγάλη ταπείνωση πού στόλιζε τόν Ιωάννη, καθώς καί πραότητά του.

Εμεινε λοιπόν συχος μακάριος Ιωάννης πό τίς ποσχέσεις καί πειλές το Οθωμανο κυρίου του, ποος τόν εχε διορίσει στόν σταλο του γιά νά φροντίζει τά ζα του. Σέ μία γωνιά το σταύλου ξάπλωνε τό κουρασμένο σμα του καί ναπαυόταν, εχαριστώντας τόν Θεό γιατί ξιώθηκε νά χει ς κλίνη τήν φάτνη στήν ποία νακλίθηκε κατά τήν Γέννησή Του ς νθρωπος διος Κύριος μν Ιησος Χριστός. Ηταν δέ φοσιωμένος στό ργο του, καθώς περιποιόταν μέ στοργή τά ζα το κυρίου του, τά ποα ασθάνονταν τήν τόση πρός ατά γάπη το γίου, στε νά τόν ζητον ταν πουσίαζε, νά τόν προσβλέπουν μέ γάπη καί νά χρεμετίζουν μέ χαρά ταν τά θώπευε, σάν νά συνομιλοσαν μαζί του.

Μέ τόν καιρό γς τόν γάπησε, καθώς καί σύζυγός του καί το δωσαν γιά κατοικία να μικρό διαμέρισμα κοντά στόν χυρώνα. Ομως Ιωάννης δέν δέχτηκε καί ξακολούθησε νά κοιμται στόν γαπητό του σταλο, γιά νά καταπονε τό σμα του μέ τήν κακοπέραση καί μέ τήν σκηση, μέσα στήν δυσοσμία τν ζώων καί τά ποδοβολητά τους. Εκενος μως σταλος γέμιζε τήν νύκτα πό τίς προσευχές το γίου καί κακοσμία γινόταν σμή εωδίας πνευματικς. Ο μακάριος Ιωάννης εχε κενον τόν σταλο ς σκητήριο, καί κε πορευόταν κατά τούς κανόνες τν Πατέρων, πί ρες γονυπετής καί προσευχόμενος, παίρνοντας λίγο πνο μαζεμένος πάνω στό χυρο, χωρίς λλο σκέπασμα πέρα πό μία παλαιά κάπα, τρώγοντας μέ διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί καί νερό, νηστεύοντας τίς περισσότερες μέρες καί ψάλλοντας μέ χαμηλή φωνή τούς ψαλμούς το Δαυίδ, πού τούς ξερε νά τούς λέει στήν Ρωσική γλώσσα. Ψαλμούς σιγόψελνε  καί τήν ρα πού κολουθοσε πίσω πό τό λογο το κυρίου του, τόν καιρό πού περιδιάβαζε κενος μέσα στήν χώρα, καί τοτο τό κανε κατά τήν τάξη τν πποκόμων. Μέ τήν ελογία πού φερε γιος στόν οκο το Τούρκου Ιππάρχου ατός πλούτισε καί γινε νας πό τούς σχυρούς το Προκοπίου.

Ο γιος πποκόμος του, κτός πό τήν προσευχή καί τήν νηστεία πού κανε νυχθημερόν μέσα στόν σταλο, χειμώνα καί καλοκαίρι, καθήμενος πάνω στόν κόπρο σάν λλος Ιώβ, πήγαινε τήν νύκτα καί κανε ρθιος γρυπνίες στόν νάρθηκα τς κκλησίας το γίου Γεωργίου, ποία ταν κτισμένη στήν κουφάλα νός βράχου καί βρισκόταν κοντά στόν οκο το Τούρκου κυρίου του. Εκε πήγαινε κρυφά τήν νύκτα καί κοινωνοσε κάθε Σάββατο τά χραντα μυστήρια. Καί Κύριος ῾ὁ τάζων καρδίας καί νεφρούς, πέβλεψε πί τόν δολο του τόν πιστό, καί κανε στε νά παύσουν νά τόν περιπαίζουν καί νά τόν βρίζουν ο σύνδουλοί του καί ο λλοι λλόθρησκοι. Εδωσε δέ Κύριος καί πλούτη πολλά στόν κύριο το Ιωάννη, ποος κατάλαβε πό πο λθε στόν οκο του τόση ελογία, καί τό διαλαλοσε στούς συμπολίτες του.

Αφο λοιπόν πλούτισε, ποφάσισε νά πάει στήν Μέκκα γιά προσκύνημα, καί μία μέρα φυγε πό τό Προκόπι καί μετά πό διάφορες ταλαιπωρίες φθασε στήν ερή πόλη τν Μωαμεθανν.

Πέρασαν ρκετές μέρες πό τό ταξίδι του, πότε σύζυγός του παρέθεσε τραπέζι στούς συγγενες καί τούς φίλους το νδρα της, γιά νά εφρανθον καί νά εχηθον γιά τήν καλή πάνοδό του. Ο μακάριος Ιωάννης διακονοσε στό τραπέζι. Μέσα στά φαγητά πού παρέθεσαν ταν καί τό πιλάφι, πού ρεσε πολύ στόν γ καί τό συνηθίζουν στήν Ανατολή. Τότε οκοδέσποινα θυμήθηκε τόν σύζυγό της καί επε στόν Ιωάννη: Πόση εχαρίστηση θά παιρνε, Γιουβάν, φέντης σου, ν ταν δ καί τρωγε μαζί μας πό τό πιλάφι ατό! Ο Ιωάννης τότε ζήτησε πό τήν κυρά του να πιάτο γεμάτο πιλάφι καί επε τι θά τό στελνε στόν φένη του στήν Μέκκα. Ο προσκεκλημένοι γέλασαν, λλά οκοδέσποινα δωσε ντολή νά δώσουν τό συγκεκριμένο πιάτο στόν Ιωάννη, πιστεύοντας τι θά τό φάει διος θά τό δώσει σέ καμμία πτωχή οκογένεια κατά τήν συνήθειά του.

Ο γιος πρε τό πιάτο καί πγε στόν σταλο, καί κε γονατιστός κανε θερμή προσευχή παρακαλώντας τόν Θεό νά στείλει τό πιάτο στόν κύριό του μέ ποιον τρόπο Εκενος ς παντοδύναμος ξερε. Καί πράγματι τό πιάτο μέ τό φαγητό χάθηκε πό τά μάτια του, καί μακάριος Ιωάννης πέστρεψε στό τραπέζι καί επε στήν οκοδέσποινα τι στειλε τό φαγητό στήν Μέκκα. Ο κεκλημένοι βεβαίως κούοντας τόν λόγο γέλασαν, γιατί θεώρησαν τι Ιωάννης τόν επε χάριν στειότητας.

Μετά πό λίγες μέρες γύρισε κύριός του, φέροντας μαζί του τό χάλκινο πιάτο, πρός μεγάλη κπληξη τν οκείων του, περιγράφοντάς τους τό πς μία συγκεκριμένη μέρα (κείνη το συμποσίου) εσερχόμενος στό κλειδωμένο δωμάτιό του βρκε τό πιλάφι, μέσα σέ πιάτο μως πού νκε στόν διο, κάτι πού ταν κατανόητο νά τό ξηγήσει. Παρ λη μως τήν ταραχή του, φαγε τό πιλάφι καί φερε πίσω τό χάλκινο πιάτο. Η γυναίκα του το ξήγησε τά καθέκαστα το συμποσίου καί πς Ιωάννης ζήτησε φαγητό γιά κενον, κάτι πού τό γέλασαν τότε, λλά νά πού ταν ληθινό.

Τό θαμα ατό διαφημίστηκε σέ λο τό χωριό καί στά περίχωρα, καί λοι πιά θεωροσαν τόν Ιωάννη ς νθρωπο δίκαιο καί γαπητό στόν Θεό, τόν βλεπαν μέ φόβο καί σεβασμό καί δέν τολμοσε κανείς νά τόν νοχλήσει. Ο κύριός του καί σύζυγός του τόν περιποιονταν περισσότερο καί τόν παρακαλοσαν πάλι νά φύγει πό τόν σταλο καί νά κατοικήσει σέ να οκημα πού ταν κοντά στόν σταλο, μως κενος δέν θελε νά λλάξει κατοικία. Περνοσε λοιπόν τήν ζωή του μέ τόν διο τρόπο ς σκητής, ργαζόμενος πως πρίν στήν περιποίηση τν ζώων καί κάνοντας μέ προθυμία τά θελήματα το κυρίου του, ν τήν νύκτα τήν περνοσε μέ προσευχή καί ψαλμωδία.

Αλλά στερα πό λίγα τη σθένησε καί κειτόταν πάνω στά χόρτα μέσα σ κενον τόν σταλο πού τόν εχε γιάσει μέ τίς δεήσεις του καί μέ τήν κακοπάθεια το σώματός του γιά τό νομα καί γιά τήν γάπη το Χριστο, ποος γινε νθρωπος σάν μς καί σταυρώθηκε γιά τήν δική μας γάπη. Καί προαισθανόμενος τό τέλος του ζήτησε νά κοινωνήσει τν χράντων μυστηρίων, πότε στειλε καί κάλεσε ναν ερέα. Ο ερέας στήν ρχή φοβήθηκε νά φέρει τά για μυστήρια στόν σταλο, λόγω το φανατισμο τν Τούρκων, μως πειτα φωτίστηκε πό τόν Θεό, πρε να μλο, τό σκαψε, βαλε μέσα τήν θεία κοινωνία, καί τσι πγε καί κοινώνησε τόν μακάριο Ιωάννη, ποος μόλις μετέλαβε παρέδωσε τήν γία του ψυχή στά χέρια το Θεο πού τόσο Τόν γάπησε. Ατό γινε τήν 27η Μαΐου το 1730, σέ λικία περίπου σαράντα τν.

Τά θαύματα πού κτοτε Θεός κανε μέσω το γίου Του εναι πάμπολλα, ν δια χάρη το γίου καί το χαριτόβρυτου λειψάνου του ξακολουθε νά προσφέρεται καθημερινς σέ καθέναν πού μέ πίστη καί ταπείνωση τόν πικαλεται καί τόν προσεγγίζει.

Κατά τό τος 1924, πότε καί γινε νταλλαγή τν πληθυσμν Ελλάδος καί Τουρκίας, γινε καί μετακομιδή το λειψάνου το γίου Ιωάννη το Ρώσου πό τό Προκόπι τς Καισαρείας τς Καππαδοκίας στό Νέο Προκόπι τς Εβοίας, που καί βρίσκεται καί σήμερα».

Μπορε Ρωσία νά καυχται γιά τό σπουδαο γέννημά της, τόν γιο Ιωάννη, Μικρά Ασία νά περαίρεται διότι στόν τόπο της ναδείχτηκε γιότητα το σίου Πατέρα, τό Νέο Προκόπι τς νήσου Εβοίας νά λαμπροφορε διότι κε κατέληξε τό χαριτόβρυτο λείψανό του, μως λοι ο πιστοί πανταχο τς γς ορτάζουν τόν μεγάλο σιο νέο μολογητή. Κι ατό γιατί ο γιοί μας ποτελον καύχημα καί ελογία λων τν ρθοδόξων πανταχο τς γς. Ενας γιος δηλαδή μπορε νά ταν δεμένος μέ κάποιον τόπο σο ζοσε στήν ζωή ατή, μως τελικς νήκει σέ λην τήν Εκκλησία, πού σημαίνει τι  κάθε πιστός μπορε νά θεωρε δικό του τόν γιο, νά τόν χει φίλο καί προστάτη του, δελφό καί πατέρα του. Ο καλός μνογράφος το σίου εροδιδάσκαλος Ιωσήφ  κ Κερμίρης τς Καππαδοκίας πανειλημμένως ρχεται καί μς τονίζει τήν λήθεια ατή μέσα πό τήν κολουθία του: Χαίροις τό τς Ρωσίας κάλλιστον θρέμμα καί τν πιστν πάντων τό σεμνολόγημα (Χαρε τό πιό καλό γέννημα τς Ρωσίας καί τό σεμνολόγημα λων νεξαιρέτως τν πιστν) (λιτή). Ρωσία σο καυχται τν σπαργάνων  πάτριος, καί  σιτις γ χαίρει τ γί λειψάν σου (Η πατρίδα σου  Ρωσία καυχται γιά τά σπάργανά σου, ν  σιατική γ χαίρει γιά τό γιο λείψανό σου) (πολυτίκιο β´). Ομως δερο δή μοι παν τό σύστημα τν ρθοδόξων, ορτάσωμεν ατο τήν θείαν μνήμην (μπρός λοιπόν λοι ο ρθόδοξοι ς ορτάσουμε τήν θεία μνήμη του) (Δοξαστικό λιτς).

Η ατία τς οκουμενικότητας νός γίου - παρ λη τήν ν Κυρί καύχηση τν περιοχν πό τίς ποες πέρασε καί γιασε ατός -  γκειται στό γεγονός τι γιος δέν πρξε στήν ζωή του νας ατονομημένος νθρωπος, ποος νδεχομένως νέδειξε τά φυσικά χαρίσματά του μέσα στίς συγκυρίες πού βρέθηκε. Τέτοιοι νθρωποι πρξαν πολλοί στό διάβα τν αώνων, σφράγισαν σως τήν ποχή τους ετε μέ τήν πολιτική ετε μέ τήν κοινωνική πιστημονική δραστηριότητά τους, τελικς μως παρέμειναν ῾ἀνύπαρκτοι γιά τήν Εκκλησία: δέν μνημονεύονται πουθενά στό φάσμα τν γίων της ς ζντες ες τόν αἰῶνα. Γιά τήν Εκκλησία γιος φήνει τήν σφραγίδα του στόν κόσμο καί μνημονεύεται σαεί, γιατί πρξε να ποτύπωμα το Χριστο, κολουθώντας μέ κρίβεια τά χνη Του. Τόν Χριστό προβάλλει γιος, σ Εκενον παραπέμπει, σάν τό διάφανο γυαλί πού φήνει τό φς το λιου νά διαπεράσει κατακάθαρο πό μέσα του. Ο κάθε γιος δηλαδή λειτουργε σάν τόν μέγα Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού διαρκς διακήρυσσε: ῾᾽Εκενον (τόν Χριστόν) δε αξάνειν, μέ δέ λαττοσθαι·  κόμη περισσότερο σάν τόν γιο πόστολο Παλο πού ταυτισμένος μέ τόν Κύριό του μολογοσε: Ζ δέ οκέτι γώ, ζ δέ ν μοί Χριστός. Ετσι κάθε γιος γίνεται μία φανέρωση το Χριστο καί τόν Χριστό βλέπει πιστός στό δικό του πρόσωπο.

Κι δ κριβς βρίσκεται καί τό μυστικό τς γιότητας το σίου Ιωάννη: Προσέβλεπε πάντοτε πρός τόν Χριστό καί Χριστός ταν διάκοπη προτεραιότητά του. Μς τό σημειώνει μεταξύ πολλν λλων παρομοίων μνων καί  μνογράφος του: Τόν πί μων τόν σταυρόν το Κυρίου ναλαβόντα καί ατ μέχρι τέλους σκητικος γσι καί παλαίσμασιν πακολουθήσαντα εφημήσωμεν μνοις Ιωάννην παντες (Ας δοξολογήσουμε μέ μνους λοι τόν Ιωάννη, ατόν πού νέλαβε στούς μους του τόν σταυρό το Κυρίου καί πακολούθησε Ατόν μέχρι τέλους μέ σκητικούς γνες καί παλαίσματα) (κάθισμα ρθρου). Νά προσέξουμε μως: κολουθία το Χριστο δέν εναι νώδυνη. Απαιτε ρση σταυρο, σκητικούς γνες, παλαίσματα. Χρειάζεται νά τό λέει καρδιά κάποιου, καθώς λέμε, προκειμένου νά εναι συνεπής χριστιανός. Καί πρέπει διαιτέρως στήν ποχή μας νά τονίζουμε τήν λήθεια ατή, διότι συχνά ο σύγχρονοι χριστιανοί θεωρομε τήν κολουθία το Κυρίου ταξίδι ναψυχς. Επιλέγουμε τά νώδυνα καί ραα καί μορφα, γνοώντας μή θέλοντας νά λάβουμε σοβαρς π ψιν μας τήν δύνη το σταυρο ετε ς πόλεμο κατά τν παθν μας ετε ς ντιμετώπιση τν πιθέσεων το Πονηρο καί τν ργάνων του μέσα στόν κόσμο.

 Ο μνογράφος το σίου προκειμένου νά δείξει τήν σκητική ατή διάσταση το κολουθεν τ Χριστ πό τόν γιο Ιωάννη πενθυμίζει χι μόνο τό γεγονός τς αχμαλωσίας του πό τούς Τούρκους, χι μόνο τούς νειδισμούς πού πέστη σέ ξένη χώρα ς πόδουλος, οτε κόμη καί τήν φτώχεια καί τήν στέρησή του ζώντας μέσα σέ ναν σταλο – πράγματα πού δείχνουν τούς κούσιους πειρασμούς του - λλά καί τούς κούσιους λεγόμενους, ατούς δηλαδή πού διος προσέθετε πάνω στούς λλους: τήν παννύχια προσευχητική στάση του, τά θερμότατα δάκρυα κατανύξεώς του, τήν πιλογή τς φτώχειας ταν το δόθηκε εκαιρία πέρβασής της. Στό δοξαστικό τν ανων δέν μπορε μνογράφος παρά νά θαυμάσει τήν παραδοξότητα ατή: Τίς μή παινέσει σε, τόν ντως ξιέπαινον; Η τίς μή θαυμάσει σου τόν τρόπον τόν ξιοθαύμαστον; Ο γάρ ρκέσθης, χαριτώνυμε, ν τ τς αχμαλωσίας κακουχί, λλ σπευσας αξσαι ατήν, διά τν σκητικν καμάτων καί δρώτων (Ποιός δέν θά σέ παινέσει, σένα τόν πράγματι ξιέπαινο; Η ποιός δέν θά θαυμάσει τόν ξιοθαύμαστο τρόπο τς ζως σου; Διότι δέν ρκέστηκες, χαριτώνυμε, στήν κακουχία τς αχμαλωσίας, λλά σπευσες νά αξήσεις ατήν, μέ τούς σκητικούς κόπους καί τούς δρτες).

Δέν εναι τυχαο λοιπόν τι κκλησιαστικός ποιητής τόν παραλληλίζει μέ τόν δίκαιο Ιώβ τς Παλαις Διαθήκης καί μέ τόν μέγα Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού διος Κύριος παίνεσε τόσο πολύ. Ξένην βίωσας πολιτείαν, νδοξε, οκήσας σταύλ τινί, ς Ιώβ λλος σιε, πί κοπρίας στένων καί θλιβόμενος (Εζησες παράξενο τρόπο ζως, νδοξε, καθώς κατοίκησες σέ κάποιον σταλο, σάν λλος Ιώβ, σιε, πού στέναζε καί θλιβόταν πάνω στήν κοπριά) (πόστιχα σπερινο). ῾᾽Εμιμήσω, θεσπέσιε, τόν κείμενον Ιώβ πί κοπρίας, κατοικίαν χων, σοφέ τό πποστάσιον (Μιμήθηκες, θεσπέσιε, τόν Ιώβ πού βρισκόταν στήν κοπριά, γιατί εχες κι σύ ς κατοικία τόν σταλο τν λόγων) (δή δ´). Ο παινός του μως γιά τόν σιο νεβαίνει κλίμακα, καθώς προβαίνει στήν ξαιρετική ποτίμησή του σέ σχέση μέ τόν μέγα Πρόδρομο: Φερωνύμως κλσίς σου γέγονε χαριτώνυμος,  σιε Πάτερ· ς γάρ θεος βαπτιστής, μεταξύ το Ιουδαϊκο λαο χαριτώθη, καί παρά Χριστο σαφς μαρτυρήθη, οτω καί σύ μώνυμος ατο καί μιμητής, μεταξύ το ματαιόφρονος λαο, χάριν ορανόθεν εληφας, τ θεαρέστ πολιτεί σου, Ιωάννη (Τό νομα Ιωάννης πού φερες γινε νομα τς χάρης, σιε Πατέρα. Διότι πως   θεος βαπτιστής χαριτώθηκε μεταξύ το ουδαϊκο λαο καί μαρτυρήθηκε σαφς πό τόν Χριστό, τσι καί σύ μώνυμός του καί μιμητής, ζώντας νάμεσα σέ ματαιόφρονα λαό, λαβες χάρη πό τόν Θεό μέ τήν θεάρεστη πολιτεία σου, Ιωάννη) (λιτή).

Η νθεη ζωή το σίου μέσα σέ χώρα ματαιοφρόνων καί ν αχμαλωσί γίνεται φορμή γιά γενικότερες διαπιστώσεις: σιος δέν παρασύρθηκε στήν πίστη τν λλοθρήσκων παρ λες τίς δυσκολίες, λλά κράτησε τήν πίστη του καί μεγαλούργησε σ ατήν. Οτος οκ πορεύθη ν βουλ τν πίστων, ε καί χμαλωτίσθη π ατν θεόφρων, λλ στη ν τ νόμ το Θεο, μέχρι το ζν χαριτώνυμοςτός δέν λλαξοπίστησε, ν καί αχμαλωτίσθηκε πό τούς πίστους, λλά στάθηκε στόν νόμο το Θεο σο ζοσε χαριτώνυμος) (δοξαστικό καθισμάτων γ´ δς). Πού σημαίνει: ταν κανείς εναι στερεωμένος στήν πίστη του, τό κοινωνικό περιβάλλον δέν μπορε τελικς νά τόν κλονήσει. Ισα σα γίνεται φορμή γιά μεγαλύτερη γιότητα. Πρόκειται ντως γιά παράδοξο θαμα. ῾῎Ω το παραδόξου θαύματος! ν καθάρτοις συνών Ιωάννης νθεος καθαρός τ σώματι καί ψυχ λος γέγονε (Παράδοξο θαμα! Ο νθεος Ιωάννης ζώντας μαζί μέ καθάρτους γινε λος καθαρός στό σμα καί στήν ψυχή) (πό τούς ανους). Οπότε τό  συμπέρασμα ρχεται βίαστο πό τόν εροδιδάσκαλο Ιωσήφ: αχμάλωτος Ιωάννης αχμαλώτισε καί τά πάθη του καί τόν διάβολο. Τν παθν τά ρμήματα σοφς χμαλώτισας, ωάννη, τος Αγαρηνος γενόμενος αχμάλωτος (Μέ σοφό τρόπο αχμαλώτισες τίς ρμές τν παθν, Ιωάννη, φο γινες αχμάλωτος στούς Αγαρηνούς) (δή δ´). Πλήρης χαρίτων αχμάλωτος φθη. Αχμαλωτίσας το σκότους τόν προστάτην (Φάνηκες αχμάλωτος γεμάτος πό τίς χάρες το Θεο. Γιατί αχμαλώτισε τόν προστάτη το σκότους διάβολο) (στίχοι συναξαρίου).

Μακρηγορομε, λλά δέν μπορομε παραλείποντας λλες πισημάνσεις το ποιητ νά μήν ναφέρουμε κάτι πού θεωρομε πό τά πιό καίρια γιά τήν ζωή το σίου Ιωάννη: γιος εχε νεργοσα τήν χάρη το Χριστο στήν καρδιά του (δή α´), πειδή πρτον βοηθετο πό τόν θεάρεστο βίο του - χάρη το Θεο δέν νεργε ν δέν βρε κατάλληλο δαφος στόν νθρωπο - καί δεύτερον καί σημαντικότερο εχε ς καθοδηγό του τήν δια τήν Παναγία Μητέρα το Κυρίου μας. Δέν εναι δυνατόν δηλαδή νά πάρξει πνευματικός γώνας καί μάλιστα πιτυχής, ν δέν συντρέξουν μαζί μέ τόν Κύριο ο γιοί μας μέ πρώτη τήν περαγία Θεοτόκο. Εκείνη ς στοργική Μάνα μας μς παρακολουθε, μς βοηθε καί κετεύει γιά μς, δίως ταν βλέπει τόν γώνα καί τήν καλή μας διάθεση. Ας φανταστομε μέ πόση γάπη θά προσέβλεπε Ατή πάνω στό γαθό παιδί της, τόν γιο Ιωάννη, πού πέμενε στήν γάπη το Υο καί Θεο της μέσα στίς πειρες δοκιμασίες πού περνοσε. Αχμαλωσί καίτοι κρατυνόμενος εχες δηγοσάν σε τήν Παρθένον Μαρίαν, εχες συμμαχοντά σοι τόν θεάρεστον βίον, Ιωάννη μέγιστε φωστήρ (Μολονότι σουν αχμάλωτος, εχες τήν Παρθένο Μαρία νά σέ δηγε, εχες σύμμαχό σου τόν θεάρεστο βίο σου, Ιωάννη μέγιστε φωστήρα) (Από τά καθίσματα το ρθρου). 

 

ΠΗΓΗ: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου