Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Για τρεις αφανείς αναχωρητές αγίους στον Άθωνα και τον άγγελο που τους υπηρετούσε


Ο μακάριος Γέρων, παπά Γρηγόριος (†1899) διηγόταν στα τελευταία του το έξης περιστατικό, σχετικά με το λεγόμενο ότι στον καιρό μας δεν υπάρχουν άνθρωποι αγωνιστές, όπως οι παλαιοί Πατέρες. Λειτουργούσα, έλεγε, την Μεγάλη Πέμπτη, και προς το τέλος της Λειτουργίας παρουσιάστηκε στο ναύδριον της Καλύβας μου ένας νέος μοναχός βαστώντας αναμμένο φαναράκι. Αφού μπήκε στο Ιερό Βήμα μου είπε, «να μη καταλύσεις όλην την κοινωνίαν, άγιε Πνευματικέ.
Είναι ανάγκη να έλθεις, να κοινωνήσεις τρεις αδελφούς, που μένουν εδώ πιο πάνω. Γι’ αυτό ήλθα να σε πάρω».

Συμμορφώθηκα χωρίς να ρωτήσω περισσότερα, και βαδίζοντας αυτός εμπρός, εγώ ακολουθούσα βαστώντας τα άγια Μυστήρια. Μετά από λίγο και παρ’ όλο τον απότομο ανήφορο και την γεροντική μου ηλικία, φτάσαμε σε ένα ευρύχωρο σπήλαιο, στο οποίο μας ανέμεναν τρεις αδελφοί μοναχοί.
Εκοινώνησαν αμέσως και αφού με ευχαρίστησαν, μου είπαν παρακλητικά «να έλθεις και του χρόνου, άγιε πάτερ, την Μεγάλην Πέμπτην να μας κοινωνήσης. Όμως να μην πεις τίποτε σε κανένα γι αυτό, και ό,τι είδες εδώ».

Εννοείται ότι από αυτά που είδα και άκουσα δεν ρώτησα τίποτε, και με τη συνοδεία του νέου κατέβηκα λίγο. Και αφού εκείνος έβαλε μετάνοια και ασπάστηκε το άγιο αρτοφόριο με κατευόδωσε, λέγοντας ότι θα επιστρέψει. Αφού περπάτησα λίγο, κοίταξα πίσω για να τον δω να ανεβαίνει, αλλά δεν φαινόταν. Όλα αυτά με συγκλόνισαν, τηρώντας όμως την εντολήν τους δεν είπα τίποτε σε κανένα.

Τι συνέβη όμως; Στην Σκήτη μας συνηθίζεται όπως το Σάββατο του Λαζάρου να συγκεντρώνωνται όλοι οι Πατέρες για την αγρυπνία των Βαΐων στο Καθολικό [ο κεντρικός ναός της σκήτης], σύμφωνα με το «Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος ημάς συνήγαγε». Το πρωί δε της Κυριακής, κατά τη συνήθεια, ανεβήκαμε όλοι οι λειτουργοί και οι Γέροντες των Καλυβών στο Συνοδικό για κέρασμα και μετά αναχώρηση καθενός μας στα ίδια. Εκεί γενομένης πνευματικής συνομιλίας, κάποιος από την ομήγυρη είπε, «πως εξέπεσε η καλογηρική σήμερα, δεν υπάρχουν αναχωρητές Πατέρες, όπως τον παλαιόν καιρόν». Τότε από απροσεξία ή γιατί παρασύρθηκα, είπα και εγώ, «και σήμερα υπάρχουν χάριτι Χριστού»! Και σε ερώτηση πού, «να εδώ επάνω στον Αίμονα (πρόβουνο του Άθω)» και έδειξα και με το χέρι μου.

Σε όλους έκαμε αίσθηση η ομολογία μου, αλλά δεν με ρώτησαν περισσότερα, διότι ήταν κατάκοποι από την ολονύκτια αγρυπνία και εξαντλημένοι από την νηστείαν της Τεσσαρακοστής έσπευδαν να αναχωρήσουν. Μεταμελημένος για την αποκάλυψη μου αναχώρησα και εγώ για το ερημητήριό μου.
Την Μεγάλη Πέμπτη κατά τη λειτουργία φάνηκε και πάλιν ο νέος μοναχός, και διά νεύματος μου εξήγησε τον σκοπό. Όταν τέλειωσε η λειτουργία έλαβα τα άγια και ακολουθώντας τον φτάσαμε και πάλιν στο σπήλαιον. Αφού μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων, ο γεροντότερος από αυτούς μου είπε, «διατί, άγιε Πνευματικέ, παρέβης την εντολήν μας και μας αποκάλυψες εις τους αδελφούς»;
Και αφού εγώ δεν αποκρινόμουν, «δεν πειράζει», είπε, «αλλά διά την απερίσκεπτη αυτήν φλυαρία σου να μη έλθεις του χρόνου με τα άγια μυστήρια. Εάν δε έλθεις, θα μας βρεις, όπως θέλει ο πανάγαθος Θεός, αλλά σε παρακαλούμεν να μη μας αποκαλύψεις και πάλιν».

Έφυγα μόνος μου πλέον και έκπληκτος διά τα παράδοξα ταύτα πρόσωπα και πώς έμαθαν τα λεχθέντα από μένα στο Κυριακό της Σκήτης και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί αγίων ανδρών. Το επόμενο έτος αφού πήρα μόνον αντίδωρο και αγιασμό, ανέβηκα με μεγάλο κόπο στο σπήλαιον και τους βρήκα και τους τρεις νεκρούς. Ασφαλώς ο νέος ήταν άγγελος Κυρίου που τους υπηρετούσε. Ήσαν τακτοποιημένοι όπως ταιριάζει σε ύπτια στάσει και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Γονάτισα και τα ασπάστηκα, όπως και τα μέτωπά των, και όπως συμπέρανα από την ξηρότητα των αγίων λειψάνων των, είχαν φύγει για τις αιώνιες μονές την ίδια ημέρα της Μεγάλης Πέμπτης, όταν δηλαδή είχαν μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων.

Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Γαβριήλ Διονυσιάτη,
“Από τον κήπο του παππού, Αγιορειτικές διηγήσεις” των εκδόσεων “Το Περιβόλι της Παναγίας”.
Το κείμενο διασκευάστηκε στην καθομιλουμένη.


Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟΝ ΒΊΟ ΤΟΥ ΟΣΊΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΏΝ ΜΆΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΊΟΥ


Διάλογος οσίου Μάρκου του Αθηναίου με τον όσιο Σεραπίων

…«Ιδού, τέκνον, ενενήκοντα πέντε έτη έχω εις ταύτην την φωλέαν και οι οφθαλμοί μου δεν είδον θηρίον, ούτε όρνεον, ούτε έφαγον άρτον κατασκευασθέντα εκ χειρών ανθρωπίνων, ουδέ κοσμικόν ένδυμα ενεδύθην. Επί τριάκοντα έτη έζησα με μεγάλην  ανάγκην και πολλήν στενοχωρίαν από πείναν, την δίψαν και την γυμνότητα. Δεν ήρκουν δε μόνον ταύτα, αλλ’ είχον και τους δαίμονας να με ενοχλούν, να ενεδρεύουν και να μου στήνουν παγίδας, τας οποίας είναι αδύνατον να σου διηγηθώ. Και έφαγον , τέκνον μου, χώμα από την πολλήν πείναν και έπιον θαλάσσιον ύδωρ επι είκοσιν έτη. Και έζων εν γυμνότητι και μεγάλη στενοχωρία. Μυριάκις ωρκίσθησαν μεταξύ των οι δαίμονες να με πνίξωσιν εις την θάλασσαν. Πολλάκις με έσυραν μέχρι του χαμηλοτέρου σημείου του όρους, έως ότου δεν απέμεινεν εις εμέ ούτε δέρμα, ούτε σάρξ και εφώναζον λέγοντες: ‘’ Φύγε από το έδαφός μας. Απ’ αρχής κόσμου δεν ήλθεν εδώ άλλος κανείς και συ, πως έλαβες την τόμην να έλθης;’’
Παρέμεινα λοιπόν, συνέχισε να λέγη ο Όσιος, με μεγάλην υπομονήν, τα τριάκοντα αυτά έτη, πεινών και διψών και γυμνητεύων, καθώς σου είπον και τον αφόρητον πόλεμον των δαομόνων υφιστάμενος. Αλλ’ αφού παρήλθον τριάκοντα έτη επεφοίτησεν εις εμέ η Χάρις του Θεού εν τη πολλή αυτής ευσπλαγχνία και με την προσταγήν Εκείνου ήλλαξεν η σωματική μου κατάστασις και εφύτρωσαν τρίχες εις το σώμα μου έως ου εβάρυνα εξ αυτών και τροφή πνευματική συνεχώς μου απεστέλλετο και Άγγελοι κατήρχοντο προς την αθλιότητά μου και είδον , τέκνον μου, τας εκτάσεις της Βσιλείας των ουρανών και τας Μονάς των Δικαίων. Είδον τον Παράδεισον του Θεού και μου έδειξαν το ξύλον της Γνώσεως, από του οποίου τον καρπόν έφαγον οι Προπάτορες. Είδον τον Ενώχ και τον Ηλίαν εν γη ζώντων. Δεν υπάρχει τίποτε, τέκνον μου, το οποίον εζήτησα να μου ερμηνευθή παρά Θεού και να μη μου το έδειξεν ο Φιλάνθρωπος».

Αφού διηγήθη ταύτα ο Άγιος, τον ηρώτησα: «’Ειπέ μου, Πάτερ, πόθεν είσαι και πως συνέβη να έλθης εδώ;» Τότε ο Όσιος απεκρίθη « Εγώ τέκνον μου, είμαι από τας Αθήνας, Έλλην ειδωλολάτρης. Οι γονείς μου ήθελον να γίνω φιλόσοφος, όπως γίνονται οι μάταιοι άνθρωποι της πατρίδος μου, δι’ αυτό εξεπαιδευόμην συναναστρεφόμενος τους φιλοσόφους. Ο Κύριος όμως με ηλέησε και γνωρίσας την αλήθειαν εβαπτίσθην και έγινα Χριστιανός. Αφού δε απέθανον οι γονείς μου, εσκέφθην ότι και θνητός είμαι, όπως οι πρόγονοί μου. Ποίον  λοιπόν θα είναι το όφελος αν απολαύσω τον μάταιον κόσμον και χάσω τον ουράνιον; Ας αναχωρήσω εκ του κόσμου προτού έλθωσι και με αρπάσωσιν οι Άγγελοι του Θεού. Ενεδύθην λοιπόν τα ιμάτιά μου και αφού εκάθισα επι μιάς σανίδος ερρίφθην εις την θάλασσαν. Οδηγηθείσα δε η σανίς διά χειρός Αγγέλου, με έφερεν εις τους πρόποδας του όρους τούτου, όπου, περιπλανηθείς εδώ και εκεί, εύρον το σπήλαιον τούτο,  εις το οποίον εισελθών, όπως προηγουμένως σου είπον, διήνυσα τον πολυώδυνον και τραχύτατον δρόμον της εδώ παροικίας μου μέχρι σήμερον».

«Ταύτα και άλλα περισσότερα διηγουμένου του Οσίου, εξημέρωσεν. Ιδών τότε εγώ το σώμα αυτού κεκαλυμμένον δια τριχών, ως να ήτο θηρίον, εταράχθην και εφοβήθην πολύ μη βλέπων εις αυτόν μορφήν ανθρώπου. Διότι εξ άλλου σημείου δεν ήτο δυνατόν να αναγνωρίση τις αυτόν ότι ήτο άνθρωπος, παρεκτός μόνον από της ομιλίας. Αντιληφθείς τότε ο Όσιος ότι τόσον εφοβήθην, μου είπε «Διατί εφοβήθης, τέκνον μου, εκ της θέας του δυστυχούς τούτου σώματος; Τίποτε άλλο δεν είναι παρά σώμα φθαρτόν εκ του σώματος φθαρτού καταλήξαν εις το σχήμα τούτο». Θέλων δε ο Άγιος να πληροφορηθή τα περί του κόσμου με ηρώτησε «Υπάρχει ακόμη κόσμος και είναι ανθηρός όπως κατά την παλαιάν εποχήν;» Απεκρίθην εγώ «Ναι, Πάτερ, και κόσμος υπάρχει με την Χάριν του Χριστού, και περισσότερον από την παλαιάν εποχήν ακμάζει σήμερον».


«Κατόπιν με ηρώτησε πάλιν ο Όσιος «Υπάρχει ειδωλολατρία ή διωγμός των Χριστιανών ακόμη;» Απεκρίθην εγώ « Με την βοήθειαν των ευχών σου, Πάτερ, έχει παύσει πλέον ο διωγμός, ούτε ειδωλολατρία υπάρχει πολιτευομένη εκ του εμφανούς». Τούτο ακούσας ο Γέρων πολύ ηυχαριστήθη και συνέχισεν ερωτών με « Υπάρχουν Άγιοι εις τον κόσμον σήμερον, κατορθούντες υπερ φυσικά φαινόμενα και θαύματα, όπως είπεν ο Χριστός εις τα Ευαγγέλια, ότι « Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται» (Ματθ. Ιζ’ 20 ) και «Άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν και γενήσεται;» (Ματθ. Κα’ 21). Τούτο ειπόντος του Οσίου και δεικνύοντος το όρος, ανεσηκώθη αμέσως εκείνο περί τους πέντε πήχεις και μετετοπίζετο προς την θάλασσαν. Εγείρας δε τους οφθαλμούς του ο Όσιος και ιδών αυτό να περιπατή, κτυπήσας το πρόσωπον διά της χειρός του, είπε « Τί σου συνέβη, όρος; Εγώ δεν σου είπον να μετακινηθής, μείνε εις την θέσιν σου». Παρευθύς τότε επανήλθε το όρος εκεί οπόθεν είχεν απομακρυνθή».
«Το θαυμάσιον τούτο ευθύς ως είδον εγώ, έπεσον κάτω από τον φόβον. Ο δε Όσιος, κρατήσας με εκ της χειρός, με ανεσήκωσεν, ειπών: «Δεν είδες τοιαύτα θαύματα εις τας ημέρας σου;» Διακατεχόμενος δε ακόμη εγώ υπό του τρόμου απεκρίθην  «Όχι». Στενάξας δε ο Γέρων έκλαυσε και είπεν « Αλλοίμονον εις την γην, διότι οι Χριστιανοί μόνον κατά το όνομα είναι Χριστιανοί όχι δε και κατά τα έργα. Ευλογητός ο Θεός ο οδηγήσας με εις τον άγιον τούτον τόπον δια να μη αποθάνω εις την πατρίδα μου και ταφώ εις γην μεμιασμένην εκ των πολλών αμαρτιών»….

«Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»  

Η μοναχική ζωή κατά τους αγίους πατέρας (Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης)

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

“Εσύ, μπαμπά, γιατί δεν κοινώνησες;”


Πολλά χρόνια στην Εκκλησία. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Από μικρό στα χέρια και την αγκαλιά και μετά με το σχολείο στις Κυριακές και τις γιορτές. Παπαδάκι στο Ιερό τα τελευταία χρόνια του Δημοτικού και τα πρώτα του Γυμνασίου.


Κάποιοι πρόλαβαν και την… μακαρία εκείνη εποχή που ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτική εκδήλωση σχολικής δραστηριότητας! Τότε που «παίρναν» απουσίες όσοι κοιμόντουσαν ή το σκάγαν καθ’ οδόν! Τότε που ήταν η Εκκλησία στοιχείο κοινωνικής ευπρέπειας και τάξεως! Μερικοί ακόμα τα θυμούνται με νοσταλγία! Υπήρχε… τάξη, σεβασμός, γινόταν το… σωστό, τώρα όλα… διαλύθηκαν, λένε!.

Όλα αυτά που όντως γίνονταν και λειτουργούσαν, όχι μόνο τώρα, αλλά και τότε, ήταν απαράδεκτα! Ήταν η τάξη του… Γυμνασιάρχη, όχι του Θεού! Υπήρχε σύγχυση λόγων και κινήτρων. Η διδασκαλία της πίστεως γινόταν αναγκαστική πορεία. Η ελευθερία του Χριστού (Όστις θέλει…) καταργούνταν χάριν της χρησιμοθηρικής «ωφελείας». Η Εκκλησία ήταν ένας διδακτισμός: Τι πρέπει να ξέρεις! Όχι τι πρέπει να ζήσεις..!

Η συνήθεια για κάμποσα χρόνια και για… κάμποσους, λειτούργησε. Δούλεψε ως ασυνείδητη εξάρτηση και κράτησε τα πράγματα. Βέβαια σε μια ασάφεια και απροσδιοριστία. Αυτοί που εκκλησιάζονταν συζητούσαν για το… καθήκον του εκκλησιασμού. Βρίσκονταν κάθε Κυριακή στο Ναό, αλλά δεν μπορούσαν να πουν για ποιό λόγο βρίσκονταν εκεί. Δεν είχαν δυνατότητα να «παρουσιάσουν» την… «εν ημίν ελπίδα». Ούτε γιατί ο Χριστός είναι Θεός της ζωής τους μπορούσαν να «δικαιολογήσουν». Σ’ όλα αυτά επιπρόσθετα η δυσκολία της γλώσσας έκανε την υπόθεση… «θέατρο»! Συνήθειες (ίσως) ιερές αποκτούσαν οι άνθρωποι. Συνείδηση όμως πώς να «βλέπουν» και πώς να ακούνε τον λόγο του Χριστού, σπανίως και λίγοι! Έτσι και όλα όσα έχουν σχέση με την Εκκλησία και τον Χριστό έμπαιναν τελικά στο χώρο της ασάφειας και της θρησκοληψίας! Φόβοι, αγωνίες, θεολογική ασυναρτησία ήταν (μήπως και είναι;) τα κίνητρα της σχέσεως.

Μέσα σ’ αυτήν τη σύγχυση και το κατ’ ουσίαν Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας έχασε, περνώντας τα χρόνια, τον δυναμισμό της κοινής προσφοράς και έγινε… θέαμα και ακρόαμα ακατανόητο. Θέαμα αφού οι χριστιανοί απλώς παρακολουθούν (σαν από… κερκίδες) χωρίς συμμετοχή ουδέ στο ΑΜΗΝ, που λέει ο Απόστολος (Α’ Κόρ. 14, 16)! Άγνωστοι, εν πολλοίς, μεταξύ τους… Χάθηκε η κοινότητα και η Εκκλησία έγινε… «τεκές»… προσευχομένων (υποτίθεται). Ο παπάς έπρεπε να τα τελεί όλα τυπικώς και οπωσδήποτε να κοινωνάει αφού δεν ξέραμε… τί να κάνουμε τα ΔΩΡΑ της Ευχαριστίας που τελέσθηκε!

Κατέληξε η Θεία Ευχαριστία ακρόαμα μουσικής πανδαισίας που «κάλυψε» το κενό της ακατανόητης γλώσσας με ηχητική ανακούφιση. Έγιναν τα ψαλλόμενα ένα λειτουργικό soundtrack! Μουσική χωρίς λόγια.

Όλα αυτά έσπρωξαν τον χριστιανό στον χώρο της ατομικής ευλάβειας. Έκαναν την υπόθεση προσωπική φιλοτιμία και ανάγκη. Η κοινότητα χάθηκε, και κάτω από το βάρος της ασυντόνιστης… ευσέβειας, δημιουργήθηκαν οι… θεούσες και οι άσχετοι! Η Μετάληψη έγινε αξιομισθία προσωπικής διαθέσεως. Χάθηκε αφού έγινε εκδήλωμα για δύο-τρείς φορές το χρόνο.

Πρέπει όμως όλοι να κοινωνάμε (οι χωρίς εμπόδιο πολύ μεγάλης αμαρτίας που μάς αποκόπτει από το σώμα της Εκκλησίας) όπως σαφέστατα φαίνεται στις ίδιες τις ευχές της Λειτουργίας: «…αξίωσέ μας με το δικό σου παντοδύναμο χέρι να μεταλάβουμε το άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα σου, και μέσω ημών και όλος ο λαός». Γι’ αυτό, όπως είπαμε πηγαίνουμε στο Ναό, για να ενωθούμε με τον Χριστό και τούς αδελφούς μας. Αυτά είναι και το σωστό φρόνημα και η υγιής σχέση με την Ευχαριστία.

Το “σήμερα” δυστυχώς είναι οδυνηρό. Κοινωνεί ο παπάς και τα παιδάκια! Οι υπόλοιποι… Χριστιανοί κοιτάζουν από μακριά! Άραγε τί θα πείτε στα παιδιά σας που τυχόν θα σάς ρωτήσουν:
–Εσύ μπαμπά-μαμά γιατί δεν κοινωνείς;
Ότι εσείς μεγαλώσατε; Ότι η μετάληψη αφορά μόνο τους μικρούς; Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι πείθετε με τέτοια… επιχειρήματα τα παιδιά; Εσείς πείθεστε;

Ας ξαναρχίσουμε μία σοβαρή σχέση με την Εκκλησία. Ας φύγουμε από τα… καθήκοντα και ας πάμε στη Ζωή που είναι ο Χριστός. Ας βάλουμε στόχο μια συνειδητή σχέση μαζί Του που αρχίζει με ειλικρινή αντιμετώπιση της πορείας και των πτώσεων κατ’ αυτήν (εξομολόγηση) και συνεχίζεται με την όσο γίνεται συχνότερη (γιατί όχι κάθε Κυριακή;) συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία. Όχι για να κάνουμε… ενέσεις αγιωσύνης με τη μετάληψη, αλλά να σχετισθούμε μ’ Αυτόν που θα μας οδηγήσει στον δρόμο του αγιασμού και της «ταύτισης» της καρδιάς μας με το δικό Του θέλημα και την δική Του καρδιά.

Σ’ όλη την Γραφή ο Χριστός αυτό και μόνο φωνάζει: Δος μου την καρδιά σου. Σε μας μένει η απάντηση: Γεννηθήτω το θέλημά Σου. ΑΜΗΝ.

Εφημέριου Ιερού Ναού Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης, π. Θεοδοσίου
πηγή

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Διηγείτο ο μακαριστός Δεσπότης Ευρίπου Παΐσιος...



Ο Μακαριστός Δεσπότης Ευρίπου των γνησίων ορθοδόξων χριστιανών Παΐσιος
Διηγείτο ο μακαριστός Δεσπότης Ευρίπου των γνησίων ορθοδόξων χριστιανών Παΐσιος, ότι όταν ήταν ακόμα αρχιμανδρίτης, μία γυναίκα η οποία όσο ζούσε φαινόταν ευλαβείς, πέθανε την κηδεύσαν και μετά από   λίγα χρόνια που πήγαν  και την ξέθαψαν την βρήκαν άλιωτη και σε όχι καλή κατάσταση.
Οι συγγενείς της προβληματισμένοι και συζητώντας μεταξύ τους γιατί μπορεί να συνέβη αυτό, θυμήθηκαν πως κάποτε είχε διαπληκτιστεί με τον Γερμανό Βαρυκόπουλο επίσκοπο Κυκλάδων και ενδεχομένως να την είχε επιτιμήσει και όσο ζούσε εκείνη δεν είχε φροντίσει να ζητήσει συγχώρηση.

Ο  Κυκλάδων Γερμανός
Ο  Κυκλάδων Γερμανός  κρατείτο στις φυλακές Χαλκίδος για τον λόγο της δίωξης που υφίστανται τότε οι γ.ο.χ, δηλαδή το ημερολογιακό.

Έστειλαν άνθρωπο  λοιπόν οι συγγενείς της γυναίκας, να τον ενημερώσουν για το τι είχε συμβεί και να ρωτήσουν τι πρέπει να κάνουν.

Ο Δεσπότης μόλις πληροφορήθηκε το συμβάν λυπήθηκε, φώναξε αμέσως τον τότε π. Παΐσιο  και του είπε να πάει  και να διαβάσει ευχέλαιο,όπου στο καντήλι θα έβαζε σκέτο λάδι, δηλαδή δεν θα περιείχε  νερό ή κρασί, και κάποιες συγκεκριμένες ευχές, τις οποίες κανονικά διαβάζει μόνο αρχιερέας,  αλλά λόγω της κράτησης του δεν μπορούσε να πάει ο ίδιος να τις διαβάσει πάνω στην νεκρή.

Ο π. Παΐσιος έκανε υπακοή και πήγε και διάβασε τις ευχές επάνω από το άλιωτο σώμα. Στο τέλος είχε και το καντήλι μόνο με λάδι όπως χαρακτηριστικά του είχε τονίσει ο Δεσπότης, το οποίο το έχυσε σταυροειδώς επάνω στην νεκρή. Με το που έριξε το λάδι η σάρκα της νεκρής άρχισε να αποσυντίθεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων! Μέχρι που παρέμειναν μόνο τα οστά! ( Σε αυτό το σημείο ο μακαριστός Δεσπότης Παΐσιος σήκωνε το μανίκι του  και έδειχνε τις τρίχες του χεριού του που ήταν όρθιες!).

Το ιστορικό αυτό μας το δηγήθηκε ο  π. Τιμόθεος Βλάχος εφημέριος του Ι.Ν Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Χαλκίδος των Γ.Ο.Χ. 

Ο μακαριστός Ευρίπου Παΐσιος επισκεπτόταν συχνά την οικία της οικογένειας Βλάχου όπου και τους διηγήθηκε το περιστατικό.