Βρήκα τις παρακάτω σημειώσεις στο συρτάρι του μακαρίτη Γέροντά μου και είπα να τα δημοσιεύσω για ψυχική ωφέλεια.
+ Μέγα Σπήλαιον έτος 1960
(Αξίζει)
Εφαρμογή Νοεράς προσευχής και οι πνευματικοί καρποί αυτής.
(υπό του Ιεροδιακόκνου τότε Αγαθονίκου, νυν Ακακίου καθηγουμένου).
Είχα μεγάλο ζήλο και θείο έρωτα για την νοερά προσευχή του
ονόματος Του Γλυκητάτου Ιησού Χριστού.
Μετά από μία γενική και καθαρά εξομολόγηση και την συμβουλή
του πνευματικού μου και του Γέροντός μου, απεφάσισα να καταγίνω με την Νοερά
προσευχή. Είχαμελετήσει το βιβλίον «περιπέτειες ενός προσκυνητού» και ολίγα από
την «Φιλοκαλία»
Κατ’ αρχάς προσευχήθηκα θερμά εις τον Χριστό μου όπως κατά
το διάστημα της εφαρμογής των 21 ημερών να μη με επισκευθή κανείς είτε Μοναχός
συμοναστής μου είτε κοσμικός εις το κελλίο μου. Και ο Χριστός μου άκουσε την
ταπεινή μου δέηση και στο διάστηματων 21 ημερών της εφαρμογήςτης προσευχής,
ουδείς ούτε Μοναχός ούτε κοσμικός με επισκεύθηκε. Ενώ πάντοτε είχα δύο και
τρείς επισκέψεις ημερησίως. Την όλην εξέληξιν της προσευχής έλεγα καθημερινός
εις κάποιο ευλαβή και θεοφοβούμενο συμοναστή μου, ο οποίος είχε αρκετά υπόψιν
του περί καρδιακής προσευχής. (Αυτός ήτο ο πατήρ Βλάσιος πρώην Αγιορείτης).
+ Έναρξις της Μεθόδου.
Επεριορίσθην εις το κελλίο μου (ήτο ιδιόρυθμο το Μοναστήρι
μου) και αφού προσευχήθηκαθερμά μετά δακρύων και παρακαλώντας τον Ιησούν να με
βοηθήση και μου χαρίσειτην ποθητή αυτή καρδιακή προσευχή. Ενθυμούμενος τας
πολλάς μου αμαρτίας και την αμέτριτη ευσπλαχνία του, ανελήθην εις πολλά καυτά
δάκρυα, μελετώντας συγχρόνως τα πανάχραντα και πάνσεπτα πάθη Του που υπέφερε
για μένα τον τρισάθλιο αμαρτωλό πλάσμα του.
+ Τα πρώτα συμπτώματα εκ της
εφαρμογής της προσευχής
+1 Τας πρώτας τρείς ημέρας ενώ
έλεγα την ευχή με την εισπνοή αργά, ησθάνθην πολλή στενοχωρία, δισφορία,
σκοτισμόν διανοίας, διασκορπισμόν του νοός, ανυπομονησία, κόποσιν και
εξάντλησιν δυνάμεων, λογισμοί συνεχείς και διάφοροι μου έλεγον ότι πρέπει να
παρατήσω την ευχή μήπως πάθω τίποτε. Ήτο τρομερή η κατάστασις και αφόρητος.
Πέφτοντας όμως κάτω στο δάπεδο πρινής, με πολλά δάκρυα και στεναγμούς αλαλήτους
και συντριβήν καρδίας και πένθος ζητούσα συνεχώς την άνωθεν βοήθεια και το
έλεος του Χριστού μου ανανέωνα τας ψυχικάς και σωματικάς μου δυνάμεις
συνεχίζοντας την ευχήν με περισσοτέραν ζέση και φλόγα.
2 Την τρίτην ημέρα εσπέρα άπαντα τα ανωτέρω συμπτώματα
εξαφανίσθησαν και ήλθε άνωθεν θεία βοήθεια και παρηγορία.
3 Ήλθε ακατάπαυστος θείος έρωτας. Μέθη πνευματική.
4 Ήλθε αγάπη ανυπόκριτος εις πάντας βλέποντάς τους ως αγίους, ενώ πρώτα δεν συνέβαινε αυτή η
κατάστασης.
5 Ήλθε αφθονία δακρύων και χαρμολύπη συνεχόμενα.
6 Ήλθε βαθεία συναίσθησης των αμαρτιών μου και ότι είχα
παραπικράνει τον Θεό μου και καταλυπήσει το Άγιο Πνεύμα με την αμελημένη μου
ζωή.
7 Ήλθε ταπείνωσις νομίζοντα τον εαυτόν μου έσχατον πάντων
των πλασμάτων του Θεού και ότι είμαι αναθυμίασις της κολάσεως.
8 Ήλθε αγάπη ακόμη και εις αυτά τα άλογα ζώα και ερπετά και
μυρμύγκια προσέχοντας μη πατήσω και φονεύσω κανένα εξ αυτών.
9 Κατά την συνέχησιν
της εφαρμογής, την Δευτέρα εβδομάδα ενώ καθήμενος επί σκαμνίου έλεγα την ευχή
με την κεφαλή μου εστραμένη προς το αριστερό μέρος του στήθους μου, ησθάνθην
θέρμη της καρδίας και ένα ελαφρόν πόνον, μάλλον γλυκόν εις αυτήν και ένα
απότομο σκίρτημα της καρδίας πολύ γαλήνιον το οποίον αυτομάτως απλώθηκε εις όλο
το κυκλοφορικό σύστημα του αίματος από την καρδιά εις τα άκρα, την κεφαλήν και έως
ττον μυελόν των οστών μου. Ήτο τόσο γλυκό και ιλαρό ώστε να παραλίονται τα μέλη
του σώματός μου. Και με το σκίρτημα αυτό, άρχισε η καρδία μου μόνη της πλέον
ωσάν να είχε γλώσσα να λέγη καθαρά με τους κτύπους της την ευχήν∙ Κύριε, Ιησού,
Χριστέ, ελεησόν με. Χωρίς εγώ με το στόμα ή με τον λάρυγκα να λέγω τίποτε.
Άκουα μόνο καθαρά, αβίαστα και ακατάπαυστα έκτοτε ημέρα και νύκτανα λέγεται η
ευχή του παναγίου ονόματος του Γλυκυτάτου Ιησού μου μόνη της.
Συμτώματα μετά την αυτοενέργεια της ευχής.
10 Κατάπαυσις παντός αισχρού, κακού και πονηρού λογισμού.
(ειρήνη λογισμών) πράγμα που εις το παρελθόν δεν συνέβαινε.
11 Κράτησις του Νού (αμετεώριστος) ενώ πρό της ευχής
συνεχώς σκορπούσε.
12 Νέκρωσις τελεία των σαρκικών παθών. (απάθεια) Κάθε
φυσική κίνησις, οιδίματα και σκιρτήματα της σαρκώς έπαυσαν τελείως.
13 Ειρήνη ψυχής αδιατάρακτη. Και κατηγορίες να άκουγα
εναντίον μου δεν τερασόμουνα.
Έπαυσε δε ο τανισμός
και η χάσμη
14 Πραότης και απλότητα. Ο άλλοτε ευερέθιστος και θυμώδης
μετετράπει εις αρνίον άκακον.
15 Γαλήνη ψυχής ακατάπαυστη.
16 Ηρεμία, ησυχία, αλάφρωσις. Ομιλούσα γλυκά και ταπεινά με
ύφος σεμνό. Εθαύμαζα την τόσον απότομη αλλαγή του χαρακτήρος μου.
17 Ανάπαυσις ψυχής ( κατάπαυσις του ελέγχου της
συνειδήσεως). Ένιωθα ότι μου συγχωρήθησαν όλα τα αμαρτήματά μου, τα εν λόγω,
διανοία και πράξη.
18 Αποχώρησεις και εξαφάνησις του βάρους του σωματός μου
και της κοπόσεως. Νέο σώμα. Ακούραστος εις τας ακολουθίας, την στάσιν και
αγρυπνίαν. Ενώ πρώτα ήμουν αμελής, ακιδιαστής νιώθοντας πολύ κούραση εις όλα.
19 Εύκολη η νηστεία, εγκράτια και η ασιτία. Πρώτα δεν
μπορούσα να νηστεύω ούτε μία ημέρα διαρκώς.
20 φωτισμός του νοός. (έφυγε το σκότος και η παχυλότης).
21 Κατανόησις της Αγίας Γραφής και ερμηνία αυτής.
22 Διάκρησις καλούτε και κακού και πως να ομιλώ και συζητώ
με τον κάθε άνθρωπο και εν βραχυλογία.
23 Μεγάλη υπομονή και επιμονή εις κάθε έργο.
24 Έρως προς μόνωσιν και ησυχίαν.
25 Αποφυγή των συνομιλιών. Αμέσως μετά την ακολουθία εις
τον Ναόν της Μονής. Έφευγα γρήγορα για το κελλίο μου. Έπαυσαν οι βόλτες έξω της
Μονής.
26 Μίσος και απέχθια εις κατάκρησιν, αργολογίαν κ.λ.π. δεν
ήθελα να κατακρίνεται κανένα πλάσμα του Θεού. Ενώ πρώτα δεν συνέβαινε αυτή η
κατάστασης.
27 Ανεξικακία και αμνησικακία προς όλους.
28 Το πτωχικό μου κελλί να μου φαίνεται ως τερπνόν
παλάτιον. Δεν ήθελα να βγαίνω από αυτό. Ενώ πρό της ευχής δεν με χόραγε ο
τόπος. Ήθελα όλο να εξέρχομαι διότι αισθανόμουν πλήξη.
29 Τάσης εγκλισμού και παραίτησεις όλων των φροντίδων και
μεριμνών του βίου και μόνον ευφραινόμενος να ακούω την αυτοενεργούσα ευχή του
Γλυκυτάτου ονόματος Ιησού και Χριστού μου.
30 Ότι εγώ μελετούσα ή άκουγα από άλλον ανάγνωση εντός του
Ναού τα ένοιωθα όλα και τα κρατούσε η μνήμη μου. Ενώ πρώτα όλο ξεχνούσα ότι εγώ
διάβαζα ή άκουγα εις την ακολουθίαν υπό των πατέρων.
31 Απεύφευγα τις λογομαχίες, αντιλογίες και επίμονες
συζητήσεις υπό των πατέρων. Έλα μου έλεγαν κάθησε λίγο να σε δούμε. Εγώ τους
απαντούσα με ταπείνωση∙ συγχωρείστε με άγιοι πατέρες αλλά έχω μια δουλίτσα. Προ
της ευχής ήθελα να περιπλέκομε ευχαρίστως εις όλας τας συζητήσεις και
αργολογίες.
32 όταν εις τον ναό έψαλλαν οι αδελφοί ή εγώ, μπορούσα
χωρίς καμία προσπάθεια να παρακολουθώ την καρδία μου λέγουσα την ευχή καθαρά με
τους κτύπους και συγχρόνως την ψαλμωδία και την ένοια των τροπαρίων ή
αναγνωσμάτων. Ουδέ μία σύγχυσις υπήρχε. Ομοίως
όταν συζητούσα έστω και με δύο τρία πρόσωπα, ευκόλως παρακολουθούσα την
καρδία λέγουσα την ευχή, απαντούσα εις τα πρόσωπα και συγχρόνως πάλιν τα χέρια
μου να εργάζονται εργόχειρο ή άλλο τι.
33 Μετά από πολύ καιρό ωρισμένες φορές μαζύ με την ευχή
ένοιωσα να εξέρχεται από την καρδία μου μία λεπτοτάτη αύρα λίαν αρωματώδης με
ευφρωσύνη και χαρά ανεκλάλητον. Αυτό συνέβαινε τις νύκτες.
34 Δύο φορές όρθιος και ακροώμενος την καρδιακή ευχή και
ενώ ήμουν περιελουσμένος από άφθονα δάκρυα, αισθάνθηκα το σώμα μου να γίνεται
τόσο ανάλαφρο ως πούπουλο ή μάλλον ωσάν το βάρος του σώματος μου να μην είναι
δικό μου τόσο κούφο. Ευκόλως θα ημπορούσα να βαδίζω εις τον αέρα χωρίς να
καταπίπτω, πλην δια την πλάνην απέφυγα.
35 Τέλος αισθανόμουν ότι δεν ήθελα πλέον να ψάλω
μεγαλοφόνως εντός του Ναού. Κάμνοντας όμως υπακοή συνέψαλλα με τους πατέρας.
36 Ένοιωθα ότι μέσα
μου ήτο όλος ο παράδεισος, η βασιλεία των ουρανών και ότι δεν ζούσα πλέον εις
την γη αλλά στον ουρανό. Εσθανόμουνα νοητώς ότι μέσα στην καρδία μου κατοικούσε
ολόκληρος η αγία Τριάς.
37 Σημειωτέον ότι κατά το διάστημα της νοεράς προσευχής τα
πρακτικά (ήτοι οι ακολουθίες, όρθρος, εσπερινός, απόδειπνον κ.λ.π. και ο
κανόνας εγίνοντο εις την ώρα τους πότε διαβαστά και πότε ψαλτά εις τον Ναό με την αδελφότητα. Η ευχή ελέγετο
καθημερινώς επί σκαμνίου και με κλίσιν
ως προανέφερατης κεφαλής εις το αριστερόν μέρος του στήθους μου. Όταν όμως
ήλθε η αυτοενεργούσα ευχή, οποιανδήποτε στάσιν και αν είχε το σώμα μου η ευχή
δεν εμποδίζετο. Εις το χρονικό αυτό διάστημα δεν είχα κανένα διακόνημα. Όλα τα
ανωτέρω ως προείπα καθημερινώς τα ανέφερα εις τον συμμοναστή μου και φίλο μου
και εν χριστώ αδελφόν για την ευλάβεια και τον φόβον του Θεού που είχε.
Εθαύμασε και εδόξασε τον Θεό και Γλυκύτατον Ιησούν διά το έλεός του προς το
πλάσμα του. Μου ευχήθηκε να συνεχίσω και μείζωνα τούτων όψομαι. Όταν αργότερα
κατόπιν πολλής δεήσεως και παρακλήσεως στον Χριστό μου, διά θείας πλέον φωνής
να φύγω για την έρημον , ένευσεν εις τας καρδίας του Γέροντός μου και του
Ηγουμενοσυμβουλίου να μου δώσουν άδεια και ευλογία να αναχωρίσω και εκπληρώσω
τον ιερόν μου πόθον. Τα όσα συνέβησαν εις την έρημον μέλλω να περιγράψω λεπτομερώς
διότι είναι αξιοθαύμαστα τα έργα του Θεού και η πολλή του ευσπλαχνία και
φιλανθρωπία.
Δυσκολοπίστευτα για τους ολιγοπίστους και τελείως απίστευτα
για τους αδιάφορους εις τα πνευματικά.
Ο Χριστός και Θεός μου γνωρίζει ότι όλα όσα συνέβησαν ή μάλλον
μου εδώρισε είναι αληθινά. Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.
Ο πάτος της κολάσεως και μοναχός αμόναχος.
Υ.Γ. όποιος έχει ζήλο, πόθο, θείο έρωτα και υπομονή, με την
ανδρεία και θέλει να ασχοληθή με την Νοερά προσευχή α) πρέπει να συμβουλευτή
τον εξομολόγο του β) ένα διακριτικό και σεβάσμιο Γέροντα προχωρημένο εις τους ασκητικούς
κόπους και έχοντας υπ’ όψιν τους νηπτικούς πατέρας, άλλως υπάρχει φόβος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου