
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ
«Τί πᾶς νὰ κάμης, παιδί μου»
«Οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε» (Α΄ Κορ. η΄ 12). (: Καὶ ἔτσι διαπράττετε ἁμάρτημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον βλάπτονται μεγάλως οἱ ἀδελφοί, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι τοῦτο ἁμάρτημα εἰς τοὺς ἀδελφούς. Καὶ πληγώνετε καὶ κτυπᾶτε σκληρὰ τὴν συνείδησίν τους, ἡ ὁποία εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος. Ἀλλ’ ὑποπίπτετε συγχρόνως καὶ εἰς ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς αὐτὸν τὸν Χριστόν, ποὺ ἀπέθανε διὰ νὰ σώσῃ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτούς).
Μὴ ἁμαρτάνουμε, διότι στενοχωροῦμε τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος γι’ αὐτὸ κατέβηκε γιὰ τὴν σωτηρία μας καὶ ὅταν ἁμαρτάνουμε νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινά.
- Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει γιὰ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ:
«Αὐτὴ εἶναι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ποτὲ δὲν ἀποστρέφεται τὴ μετάνοια ἡ ὁποία γίνεται μὲ εἰλικρίνεια, ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη κανεὶς φθάση σ’ αὐτὸ τὸ τέρμα τῆς κακίας κι ἀπὸ ἐκεῖ προτιμήση νὰ ἐπιστρέψη πάλι στὴν ὁδὸ τῆς ἀρετῆς, ὁ Θεὸς τὸν δέχεται καὶ τοῦ γίνεται προσιτὸς καὶ κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἐπαναφέρη αὐτὸν στὴν προηγούμενή του κατάσταση. Ἰδοὺ καὶ τὸ παραδοξότερο τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Κι ἂν ἀκόμη κάποιος δὲν ἐπιδείξει τέλεια μετάνοια, οὔτε οὐτὴ τὴ μικρὴ καὶ ποὺ διήρκησε, γιὰ λίγο τὴν ἀποστρέφεται ὁ Θεός, ἀλλὰ κι αὐτὴ τὴν ἀμείβει πλούσια».
- Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ» διαβάζουμε:
«Κάποτε, ὅπως μοῦ διηγεῖτο στὰ παιδικά μου χρόνια ὁ παπα-Θόδωρος, ὁ ἱερεὺς ποὺ μὲ βάπτισε, κάλεσαν κάποιο βράδυ τὸν παππού του, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς ἱερεὺς μὲ τὸ ὄνομα παπα-Γιώργης, γιὰ νὰ κοινωνήση ἕνα ἄρρωστο.
Ἑτοιμάστηκε ὁ παπποὺς ἱερεύς, παίρνοντας μαζί του τὸν ἐγγονό του, Θεόδωρο, γιὰ νὰ κρατάη τὸ φαναράκι ἀναμμένο καὶ νὰ πηγαίνη ἔτσι μπροστά. Πῆγε στὴν ἐκκλησία, πῆρε τὸ Ἅγιο Ποτήριο μὲ τὴ Θεία Κοινωνία, ἀφοῦ προηγουμένως φόρεσε τὸ πετραχήλι του καὶ ἔβαλε στοὺς ὤμους του τὸν Ἀέρα. Ἔτσι γινόταν τὰ παλιὰ χρόνια. Μπροστὰ πήγαινε ὁ μικρός, ὁ Θοδωρής, μὲ τὸ φαναράκι καὶ ἕνα μικρὸ θυμιατό.
Ἦταν χειμώνας, οἱ δρόμοι ἦσαν ἔρημοι καὶ τὸ κρύο πολύ. Σὲ μία στροφὴ τοῦ δρόμου, συναντοῦν μία σκοτεινὴ σιλουέττα – μόλις φαινόταν. Ὁ ἱερεὺς οὔτε κἄν τὴν πρόσεξε, διότι ὅλη ἡ προσοχὴ του ἦταν στραμμένει στὸ Ἅγιον Ποτήριον καὶ στὴ φύλαξη τῶν Τιμίων Δώρων, τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκείνη ἢ σκιὰ ἦταν μία γυναίκα, ἡ ὁποία σταμάτησε ἀπότομα καὶ ἔντρομη. Ὁ παπάς, χωρὶς νὰ δώση σημασία, προχώρησε στὸν δρόμο του. Πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἀρρώστου καὶ τὸν κοινώνησε.
Σὲ λίγο γύρισε πίσω ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο, ἐνῶ εἶχε ἀρχίσει νὰ σιγοβρέχη. Κάτω ὁ δρόμος ἦταν γεμᾶτος λασπόνερα. Καὶ βλέπει σὲ μιὰ στιγμὴ μία γυναίκα, γονατιστὴ μέσα στὶς λάσπες καὶ στὰ νερά, νὰ κλαίη μὲ λυγμούς. Ἦταν ἡ ἴδια, ποὺ εἶχε συναντήσει πρίν.
-«Στάσου, παπά μου», τοῦ λέει, «μὴ προχωρήσεις ἄλλο».
Σταμάτησε ὁ ἱερεὺς ἔκπληκτος καὶ ἐκείνη ἄρχισε μὲ λυγμοὺς νὰ διηγῆται τὰ ἑξῆς, ποὺ τἄκουσε καὶ ὁ μικρὸς ὁ Θεόδωρος, ὁ μετέπειτα παπα-Θόδωρος, ποὺ εἶχε σταματήσει καὶ ’κεῖνος.
-«Ἐγὼ προηγουμένως παπά μου πήγαινα νὰ ἁμαρτήσω. Νὰ λερώσω τὸ στεφάνι μου. Ὅταν, ὅμως, ἔφτασες κοντά μου, βγῆκε μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὴ Θεία Μεταλαβιά, προφανῶς βέβαια ἀπ’ τὸ Ἅγιο Ποτήριο, καὶ μοῦ εἶπε: «Τί πᾶς νὰ κάμης, παιδί μου, τί πᾶς νὰ κάμης;» Ἡ φωνὴ ἦταν τόσο γλυκειά, ἀλλὰ καὶ τόσο πονεμένη, ποὺ λύγισα, ντράπηκα. Καὶ ἔπεσα στὰ γόνατα καὶ ἄρχισα νὰ κλαίω, νὰ κλαίω καὶ νὰ κλαίω μέχρι τώρα. Παπά μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με τὴν ἁμαρτωλή», καὶ συνέχισε νὰ κλαίη μὲ λυγμούς.
Καὶ ’κεῖνος ὁ ἁπλοϊκός, ἀλλὰ ἁγιασμένος λευΐτης τοῦ χωριοῦ, ἀκούμπησε στὸ κεφάλι της τὸ Ἅγιο Ποτήριο, ναί, πάνω στὸ κεφάλι της, καὶ τῆς εἶπε:
-«Λελυμένη καὶ συγκεχωρημένη, καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Μόνον μηκέτι ἁμάρτανε».
Ἐπανέλαβε, δηλαδή, τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶπε πρὸς τὴν μοιχαλίδα γυναίκα, ποὺ τὴν εἶχαν πιάσει ἐπ’ αὐτοφόρῳ, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, τὰ ἴδια ἐκεῖνα λόγια: «Μηκέτι ἁμάρτανε».
Καὶ ὁ ἱερεὺς κίνησε νὰ φύγη. Φεύγοντας, ἄφησε τὴν γυναίκα γονατιστὴ καὶ τὴν ἄκουσε βέβαια νὰ λέγη ἐκεῖ, ὅπως ἦταν γονατιστή:
– «Θεέ μου, συγχώρεσέ με, Θεέ μου συγχώρεσέ με τὴν ἁμαρτωλή, Χριστέ μου, ἐλέησέ με, Θεέ μου συγχώρεσέ με, ντρέπομαι», καὶ ἄλλα πολλὰ τέτοια ὅμοια. Καί:
– «Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μὲ συγχώρεσες, δὲν θὰ τὸ ξανακάμω».
Ἀλήθεια, τί θαύματα μπορεῖ νὰ κάμη ὁ Θεός, γιὰ νὰ σώση, ἔστω καὶ μία ψυχή! Τί θαύματα…
Μετὰ τὴν ἀπόθεση τῆς Θείας Κοινωνίας στὴν Ἁγία Πρόθεση, λέγει ὁ παπα- Γιώργης στὸν ἐγγονό του:
Ἕως ὅτου ἀποθάνουμε, καὶ ἐγὼ καὶ αὐτὴ ἡ δυστυχισμένη γυναίκα, δὲν θὰ μιλήσης ποτέ, παιδί μου. Καὶ συνέχισε ὁ παπα- Θόδωρος:
Στέφανε, παιδί μου, ἡ ἀληθινὴ μετάνοια καὶ ἡ πίστη κάνουν θαύματα. Καὶ τὰ κάνουν πάντοτε, καὶ σήμερα! Τὰ πιὸ πολλὰ δὲν τὰ ξέρουμε.
Ἆραγε, τί μάθημα ἤθελε νὰ μοῦ δώση ἐμένα; Τὸ μικρὸ παπαδάκι, ποὺ βρισκόμουν μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα. Τί μάθημα; Τὸ θαῦμα; Τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πεσμένο πλάσμα Του; Τὴν δύναμη τῆς μετανοίας; Τί ἀπ’ ὅλα αὐτά; Ἤ ὅλα μαζί;».
- Στὸ βιβλίο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Ρώσων Ἁγίων ἀναφέρεται:
«Ἀκόμα κι ἂν ἁμάρτησες ὅσο κανένας ἄλλος ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ, πάλι μὴ ἀπελπίζεσαι. Κανένα ἁμάρτημα δὲν μπορεῖ νὰ νικήση τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἁμαρτήματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων μαζὶ δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὴν ἄβυσσο τοῦ θείου ἐλέους. Ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ μᾶς σώζει δωρεάν».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου