Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Ὁ Ἐλάχιστος τῆς Βασιλείας

Η Δευτέρα Παρουσία
[…]Ο παλαιο ζωγράφοι πο ζωγραφίζανε τ Δευτέρα Παρουσία, παριστάνουνε στν οραν τν Χριστ καθισμένον στν θρόνο του γι ν κρίνει τν κόσμο, κι π τς δύο μερις καθισμένους τος Δώδεκα πόστολους. π τ ποπόδιο το θρόνου βγαίνει πύρινος ποταμός, πο μέσα σ’ ατν καίγουνται ο μαρτωλοί, πο τος καταπίνει βύθιος δράκων. Ο ρχάγγελοι κράζουνε μ τς σάλπιγγες, κα σηκώνουνται π τ μνήματα ο νεκρο τρομαγμένοι. νας γγελος τυλίγει τν οραν σν ν ‘ναι χαρτί, κι λλος ζυγιάζει τς ψυχές. Ο νεμοι φυσονε θυμωμένοι π τς τέσσερες μερις τς οκουμένης, θηρία κα τέρατα καταβροχθίζουνε κεφάλια, χέρια, πόδια νθρώπινα. Ο δαίμονες τρίζουνε τ δόντια τους. κτίση λη ταράζεται π τ θεμέλια της. Ο ψυχς τρέμουνε σν τ ξερ φύλλα πο τ παίρνει δρόλαπας. λιος μαύρισε κα καρβούνιασε, κα τ φεγγάρι σβησε. Φόβος κα τρόμος πλακώνει λη τν οκουμένη.
Μονάχα νας νθρωπος δν ταράζεται, να γεροντάκι, ταπειν κα συχο, πο ργοπερπατ μ τ ραβδάκι του, μέσα στν κοσμοχαλασιά, κα πορεύεται θαρρετ πρς τν θρόνο το Χριστο. Ατς εναι «λάχιστος», πως εναι γραμμένο στν εκόνα, δηλαδ πι τιποτένιος, πι καταφρονεμένος σ τοτον τν κόσμο. Τοτος «λάχιστος» εναι …, πού νοίξανε ο πόρτες τ’ ορανο γι ν μπε μέσα στν Παράδεισο.


Φώτης Κόντογλου


 π τ διήγημα,” μπάρμπα-Μανώλης βασιλς”
 http://www.imaik.gr/?p=7925

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

ΒΡΕ ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ Μ' ΕΒΑΛΕ


Ο Παναγ. Αρχιεπίσκοπος και Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Διόδωρος μαζί με τον Σεβ. Μητροπολίτην Αστορίας κ. Πέτρον κατά την επίσκεψιν του πρώτου εις τας Ηνωμένας Πολιτείας.

Πέρασε μια εβδομάδα από την ήμερα πού ήλθε στο πτωχικό μας ασκητήριο ό γερό-Δημήτρης Άστυφίδης, και απεφάσισε να μας παρακάλεση να τον κρατήσουμε να γίνει κι αυτός καλόγερος.

- Πατέρα, δεν είναι τόσο εύκολο, όσο το νομίζεις. Πενήντα πέντε χρονών άνθρωπος, με τόσες κοσμικές συνήθειες, δεν θα μπόρεσης να τα βγάλεις πέρα.

-Όχι, βρέ παιδάκι μου, εγώ το πήρα απόφαση, τώρα πια θα κάμω καινούργιο κόσμο. ' Αφού πέθανε ή μητέρα σας θα μείνω κοντά σας, κοντά στα παιδιά μου. Θα γίνω κι εγώ καλόγηρος.
Ευτυχώς ό «παραγέροντας» δεν έφερε αντίρρηση, και ό κ. Δημήτρης παρέμεινε κοντά μας.

 Η υπομονή του όμως σε μια κακή συνήθεια κράτησε μόνο μια εβδομάδα. Ξαφνικά μια μέρα, την ώρα πού διαβάζαμε Εσπερινό, αντί θυμίαμα το ασκητήριο μας βρωμολόγησε από τσιγάρο.
 Ταραγμένος βγήκα από το εκκλησάκι πού προσευχόμεθα και έπιασα τον «δόκιμο καλόγερο» καθισμένο σε μια άκρα του κήπου να ρουφά μακαρίως το τσιγαράκι του. Όταν με είδε παρά λίγο να του έρθει συγκοπή.

-        Δεν σου είπα πατέρα πώς δεν κάνεις για καλόγηρος;

-Έλα, βρέ παιδάκι μου, είχα μισό πακετάκι μέσα στην τσέπη μου κι είπα να το αποτελειώσω.

Γέλασα με τη αφέλεια του, τα είπαμε ένα χεράκι και αφού μου υποσχέθηκε ότι δεν θα το ξαναβάλει στο στόμα του, ή υπόθεση θεωρήθηκε ξεχασμένη.
Δεν πέρασαν όμως πολλές μέρες και ή ευωδία του θυμιάματος του διαβόλου - έτσι ονομάζουν οι καλόγεροι το κάπνισμα - σκορπίστηκε πάλι μέσα στο ησυχαστήριο μας. Αυτή τη φορά αγρίεψα. Τον ξετρύπωσα μέσα από το... αποχωρητήριο, πού κλειδωμένος κάπνιζε, και ταραγμένος του είπα να ετοιμάσει τις βαλίτσες του.


-        Δεν βλέπω, πατέρα, τον λόγο για να στεναχωρείσαι, και αναγκαστικά να μένεις εδώ και να στερείσαι τις «καλές σου συνήθειες». ' Εμπρός να ετοιμαστούμε να πάμε στη Δάφνη για το εισιτήριο. Στη Χίο δεν θα σου απαγορεύει κανείς ούτε το καραφάκι σου, ούτε και το τσιγάρο. Τον πήραν τα κλάματα.
Βρέ παιδάκι μου, ό πειρασμός με έβαλε. Σου υπόσχομαι δεν θα ξανακαπνίσω.
Κι έβγαλε από την πίσω τσέπη του παντελονιού του ένα ανέπαφο κουτί τσιγάρα - είχε ακόμη ό άνθρωπος τις προμήθειες του - τόρριξε κάτω, το τσαλαπάτησε, και σαν μικρό παιδί, κλαίγοντας, με βεβαίωσε ότι δεν θα το ξανακάμη.
Πράγματι, κράτησε το λόγο του, νίκησε τον πειρασμό και για 28 χρόνια πού έζησε στο μοναχικό σχήμα δεν ξανακάπνισε.

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΟΥ

ΙΕΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΝ ΜΥΡΟΒΟΛΟ ΧΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ.
ΑΘΗΝΑ 1990
ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΣΤΟΡΙΑΣ
Κ.Κ. ΠΕΤΡΟΥ.
Από εδώ http://agioritis.pblogs.gr/2012/05/bre-paidaki-moy-o-peirasmos-m-ebale.html

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

ΟΙ ΟΜΙΛΗΤΡΙΕΣ


Αυτή είναι η μόνη γνωστή φωτογραφία της Βελίκας Τράΐκου.
Χαμογελά μέσα στο φέρετρο την ημέρα της κηδείας της, στην Θεσσαλονίκη.

Είναι Αύγουστος του 1904, χρονιά που η Βελίκα έκλεισε τα 21 της χρόνια.
Γεννήθηκε το 1883 στο χωριό Πεντάλοφο της Θεσσαλονίκης, σπούδασε δασκάλα και το 1900 την βρήκε να διδάσκει στην Έδεσσα.
Το 1901, ο Ίων Δραγούμης, Πρόξενος της Ελλάδας στο Μοναστήρι, οργανώνει τον Μακεδονικό Αγώνα.
Αναζητά ένα πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης, μορφωμένο, νέο σε ηλικία για μια κρίσιμη αποστολή: την μεταφορά μηνυμάτων από το κέντρο του Αγώνα στην υπόλοιπη Μακεδονία.
Αιφνιδιάζεται όταν εμφανίζεται μπροστά του μια εικοσάχρονη κοπέλα και δηλώνει πρόθυμη να αναλάβει αυτή την αποστολή. Η ευφυΐα της, η μόρφωσή της –μιλούσε απταίστως τουρκικά και βουλγαρικά- και το θάρρος της κάμπτουν τις επιφυλάξεις του.
Τα επόμενα τρία χρόνια, η Βελίκα οργώνει την Μακεδονία.
Εμφανίζεται σε πόλεις και χωριά, άλλοτε ως πλανόδια πωλήτρια αυγών, άλλοτε ως ζητιάνα, άλλοτε ως «τρελή» που παραμιλά στους δρόμους, μεταφέροντας τα σημειώματα του Δραγούμη μέσα στα ρούχα της ακόμα και μέσα στα μαλλιά της και συλλέγοντας πληροφορίες.
Η δράση της σταματά στο παζάρι των Γιαννιτσών. Εκεί την αναγνωρίζει ένας Βούλγαρος.
Την συλλαμβάνουν.
Η πρώτη μαχαιριά είναι για να «σπάσει» και να αποκαλύψει το δίκτυο των Ελλήνων πατριωτών.
Απαντά με ένα χαμόγελο.
Το ίδιο και στην δεύτερη μαχαιριά, στην τρίτη…
Καταλαβαίνουν. Πέφτουν πάνω της και την κατακρεουργούν.
Στην κηδεία της το φέρετρο ανοιχτό, όπως και το ρούχο της για να δουν όλοι το μέγεθος της θηριωδίας.
Αλλά η ίδια, χαμογελαστή…
Ακριβώς τρία χρόνια νωρίτερα, τον Αύγουστο του 1901 στην Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, η Βελίκα Τράϊκου πήρε μέρος στην συνάντηση των Μακεδονομάχων και απευθύνθηκε στους άντρες που βρίσκονταν εκεί λέγοντας:
«Οπλίστε τους χωρικούς και όταν εμείς προετοιμάσουμε το έδαφος από παντού θα ανάψει ο αγώνας».
Την Κυριακή, στο Σύνταγμα, θα είμαι παρών για να ακούσω ξανά την «ομιλία» της.
Στην εξέδρα, θα βλέπω την Βελίκα.
Αγκαλιασμένη με την Κατερίνα Χατζηγεωργίου, την Δασκάλα από την Γευγελή, που στα 21 της χρόνια κι εκείνη , τον Οκτώβριο του 1904, αντιμετώπισε με το πιστόλι στο χέρι τους Βούλγαρους κομιτατζήδες που περικύκλωσαν το σπίτι της.
Και όταν την κάλεσαν να παραδοθεί, απάντησε:
«Εγώ Ελληνίς εγεννήθην, βάρβαρε Σκύθα και Ελληνίς θα πεθάνω».
Τέσσερις ολόκληρες ώρες κράτησε η μάχη της.
Στο τέλος οι κομιτατζήδες έβαλαν φωτιά στο σπίτι και την έκαψαν ζωντανή.
Την βρήκαν απανθρακωμένη με το πιστόλι στο χέρι.
Δίπλα τους στην εξέδρα θα είναι η Δασκάλα Αγγελική Φιλιππίδου που μαζί με τον σύζυγό της Δημήτρη ζούσαν στην Κλεπνούσνα.
Εκεί, στις 12 Δεκεμβρίου 1906 μπαίνουν οι Βούλγαροι και αρχίζουν την σφαγή.
Πρώτα σκοτώνουν τον ιερέα του χωριού και στη συνέχεια αναζητούν την δασκάλα.
Η Αγγελική και ο Δημήτρης, με τα όπλα στα χέρια δίνουν την μάχη και οι κομιτατζήδες υποχωρούν, αλλά η Δασκάλα έχει τραυματιστεί βαριά.
Αρνείται όμως την άμεση μεταφορά της στο νοσοκομείο των Σερρών και ζητά να την μεταφέρουν πάνω σε ένα φορείο και να σταματούν σε κάθε χωριό για να μιλά στους Έλληνες και να τους εμψυχώνει.
Τα λόγια της και η εικόνα της προκαλούν ξεσηκωμό.
Όταν φτάνει στις Σέρρες την υποδέχεται όλη η πόλη σαν Αγία, της φιλούν τα χέρια…
Αλλά η κατάσταση της υγείας της είναι πλέον απελπιστική.
Την μεταφέρουν στην Θεσσαλονίκη όπου πεθαίνει λίγες ημέρες μετά.
Στην εξέδρα θα είναι και η Λίλη Βλάχου, η απόφοιτος του Αρσακείου που ανέβηκε το 1905 στην Μακεδονία μαζί με τον Μακεδονομάχο αδελφό της Ιωάννη και ανέλαβε την διεύθυνση του Παρθεναγωγείου της Έδεσσας.
Και μύησε όλες τις δασκάλες στον Αγώνα, δημιουργώντας ένα νέο «Κρυφό Σχολειό» και κηρύσσοντας την ελληνικότητα της Μακεδονίας.
Ώσπου το 1907 την σκότωσαν μέσα στο σχολείο της…
Αυτές θα είναι για μένα στην εξέδρα του συλλαλητηρίου-και μόνον Αυτές.
Και τις δικές Τους «ομιλίες» θα πάω να ακούσω.
Γιατί όπως γράφει ο Κωστής Παλαμάς,
«Χρωστάμε σ' όσους ήρθαν, πέρασαν, θα 'ρθούν, θα περάσουν.
Κριτές, θα μας δικάσουν, οι αγέννητοι, οι νεκροί».

Προσκυνώ τα πάθη σου λαέ μου

(απο τη σελίδα αγανακτισμένοι Έλληνες )
Από εδώ web.facebook.com/tomegagerontikon/posts/1991761564429892

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Η κουφή σύζυγος-Μία ιστορία για όσους δεν τους καταλαβαίνουν.



 
Άμεσως μόλις κάθισα άρχισα να μιλώ. Εκείνη τη μέρα είχα πολύ ξεκάθαρο σε τι ήθελα να δουλέψουμε: πάνω στους καβγάδες με την κοπελιά μου.
«Νομίζω ότι η Γκαμπριέλα έχει σαλτάρει.»
«Τι έχει κάνει, είπες;»
«Είναι σαλταρισμένη… Χάνει λάδια… Είναι βαρεμένη…»
«Γιατί;»
«Έχουμε μια εβδομάδα που συζητάμε για τις διακοπές. Η Γκαμπριέλα θέλει να περάσουμε όλο το μήνα στην Ουρουγουάη με τους γονείς της, που μας έχουν προσκαλέσει. Κι εγώ θέλω να πάω, όμως, θα προτιμούσα να περάσω τις διακοπές μου στην Αργεντινή με μια παρέα φίλων. Ξέρω ότι κι εκείνη θα περάσει καλύτερα στην Αργεντινή, όμως, της έχει κολλήσει η Ουρουγουάη. Και κάτι που με βγάζει από τα ρούχα μου είναι όταν η Γκαμπριέλα πεισμώνει. Όσο τη βλέπω έτσι, τόσο κι εγώ πεισμώνω. Ώσπου, φτάνει μια στιγμή που δεν μπορώ να κουβεντιάσω πια μαζί της γιατί έχω την αίσθηση ότι είναι αδύνατον ν’ ανοίξει το μυαλό της και να ακούσει άλλη γνώμη.»
«Και γιατί προτιμάει να πάει στην Ουρουγουάη;»
«Για τίποτα. Είναι ένα καπρίτσιο.»
«Εκείνη, όμως, δε νομίζω να λέει ότι είναι ένα καπρίτσιο. Κάνω λάθος;»
Όχι, λέει μόνο ότι θέλει να πάει στην Ουρουγουάη.» «Και δεν τη ρώτησες γιατί;»
«Τη ρώτησα, ναι, αλλά δε θυμάμαι τι βλακεία απάντησε.»
 «Δεν μου λες, Ντεμιάν, αφού δεν ξέρεις τι σου απάντησε, πώς ξέρεις ότι είναι βλακεία;»
«Γιατί, όταν την πιάνει το καπρίτσιο, η Γκαμπριέλα λέει διάφορα και δεν ακούει επιχειρήματα. Υποτιμάει ό,τι της λέει ο άλλος, και το μόνο που καταλαβαίνει είναι τα δικά της επιχειρήματα.»
«Υποτιμάει τα δικά σου επιχειρήματα, δηλαδή.»
«Ναι.»
«Λέει, για παράδειγμα, ότι τα επιχειρήματα σου είναι μπούρδες, ότι είσαι ξεροκέφαλος…» «Ακριβώς.»
«Και ότι όλα είναι ένα καπρίτσιο.» «Ναι. Και εσύ πού το ξέρεις…;»
«Εχτές μου είπαν ένα ανέκδοτο.»
Ένας τύπος τηλεφωνεί στον οικογενειακό του γιατρό. «Ρικάρδο, ο Χουλιάν είμαι.» «Α, γεια σου, Χουλιάν. Τι νέα;» «Κοίταξε, σου τηλεφώνησα επειδή ανησυχώ για τη Μαρία.»
«Τι έπαθε;»
«Έχει αρχίσει να κουφαίνεται.»
«Πώς κουφαίνεται δηλαδή;»
«Αλήθεια. Πρέπει να έρθεις να τη δεις.»
«Εντάξει. Όμως, η κώφωση δεν είναι κάτι που συμβαίνει ξαφνικά, ούτε σε οξεία μορφή. Ελάτε τη Δευτέρα από το ιατρείο να το δούμε.»
«Νομίζεις ότι μπορούμε να περιμένουμε ως τη Δευτέρα;»
 «Εσύ πώς το κατάλαβες ότι δεν ακούει;»
«Μα, τη φωνάζω και δεν απαντάει.»
«Κοίτα, μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο, να έχει βουλώσει το αφτί της ή κάτι παρόμοιο. Άκουσε, θα διαπιστώσουμε αμέσως το βαθμό του προβλήματος της Μαρίας. Πού είσαι τώρα;»
«Στην κρεβατοκάμαρα.»
 «Κι εκείνη πού βρίσκεται;»
«Στην κουζίνα.»
«Εντάξει. Φώναξε την από εκεί.»
 «Μαρίααααα…! Δεν μ’ ακούει.»
«Καλά. Πήγαινε στην πόρτα του δωματίου και φώναξε από το διάδρομο.»
«Μαρίαααααα! Τίποτα!»
«Περίμενε, μην απελπίζεσαι. Πάρε το ασύρματο τηλέφωνο και προχώρα στο διάδρομο. Φώναζε συνέχεια μέχρι να σ’ ακούσει.»
«Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααααααα-αα…! Δεν παίρνει χαμπάρι. Είμαι στην πόρτα της κουζίνας και τη βλέπω. Είναι γυρισμένη και πλένει τα πιάτα αλλά δεν μ’ ακούει. Μαρίαααααααααα…! Τίποτα.»
«Πλησίασε κι άλλο.»
Ο άντρας μπαίνει στην κουζίνα, πλησιάζει τη Μαρία, βάζει το χέρι του στον ώμο της και της φωνάζει στο αφτί:
«Μαρίααααααααααααα…!»
Η σύζυγος του, θυμωμένη, γυρίζει και του λέει:

«Μα τι θέλεις; Τι θέλεις, τι θέλεις, τι θέλειιιιιιιιιιιιιιιις…; Με φώναξες δέκα φορές και δέκα φορές σε ρώτησα “τι θέλεις”. Όσο πάει και κουφαίνεσαι — δεν ξέρω γιατί δεν πας επιτέλους στο γιατρό να κοιταχτείς…»
«Αυτό είναι η προβολή, Ντεμιάν. Κάθε φορά που βλέπω κάτι που μ ενοχλεί σε κάποιον άλλον, καλό θα ήταν να θυμάμαι ότι αυτό που βλέπω  είναι, τουλάχιστον (τουλάχιστον!) και δικό μου.
Λοιπόν, συνεχίζουμε με τα δικά σου… Τι μου έλεγες λοιπόν για τη στραβοξυλιά της Γκαμπριέλας;»

Από εδώ http://antikleidi.com/2016/02/02/the-deaf-wife/

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Άγιος Πέτρος ο μακάριος ο τελώνης




Καλε σε Πτρε Χριστς κ τελωνου,
Πρς ρετν πρν, νν δ πρς τρυφν πλου.

Ο Άγιος Πέτρος είχε το αξίωμα του πατρικίου κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.) και ήταν διοικητής της Αφρικής. Δυστυχώς ήταν άνθρωπος άσπλαχνος, ανελεήμων, πλεονέκτης και φιλάργυρος. Κάποτε προσήλθε σε αυτόν ένας φτωχός, για να τον δοκιμάσει και του ζητούσε ελεημοσύνη. Τότε εκείνος άρπαξε έναν άρτο, από εκείνους που εκείνη την στιγμή του είχε φέρει ο αρτοποιός και σαν πέτρα τον πέταξε κατά του φτωχού ανθρώπου.
                                                                                                            
Με την χάρη του Θεού, κάποια στιγμή κράτησε στα χέρια του το Ιερό Ευαγγέλιο. Από περιέργεια το άνοιξε, αλλά η ανάγνωσή του δεν τον άφησε αδιάφορο. Τότε άνοιξαν τα μάτια του. Και με ειλικρίνεια είδε τον πραγματικό του εαυτό. Με θλίψη είδε την αληθινή εικόνα της ψυχικής του καταστάσεως. Αμέσως ήλθε στον εαυτό του εφαρμόζοντας τον λόγο των Πατέρων: «Εσελθε στν αυτό σου. κε χαρ κα βασιλεία». Στη μνήμη του και στη συνείδησή του έρχονταν οι φυσιογνωμίες των τελώνων του Ευαγγελίου, τους οποίους ο Χριστός έσωσε. Και, όπως εκείνοι, μετανόησε.

Τότε, σε ώρα ασθένειας, είδε όνειρο. Του φάνηκε ότι παρίστατο στην κρίση του Θεού, ο Οποίος άλλους δικαίωνε και άλλους καταδίκαζε. Εκείνη την ώρα της κρίσεως είδε κοντά του μια ζυγαριά. Στο αριστερό μέρος της ζυγαριάς έβλεπε να συγκεντρώνονται δαίμονες και να εναποθέτουν πολλές κακές του πράξεις, ενώ στο δεξιό του έβλεπε Αγγέλους να μην βρίσκουν κάποιο άλλο καλό να εναποθέσουν προς ισορροπία της ζυγαριάς, παρά μόνο τον άρτο εκείνο που πέταξε με θυμό κατά του φτωχού.

Αφού ξύπνησε, έλαβε τη μεγάλη και σωτήρια απόφασή του. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και έκανε έργο του να ανευρίσκει τους πάσχοντες και τους ενδεείς. Αλλά η χαρακτηριστικότερη απόδειξη της τέλειας και καλής αλλοιώσεώς του και της αυταπαρνήσεώς του είναι, ότι πούλησε σαν δούλο τον ίδιο του τον εαυτό και έδωσε τα χρήματα που πήρε στους φτωχούς.

Αφού ανέκτησε την ελευθερία του πήγε στα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσει τους Άγιους Τόπους, όπου σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου. Και τέλος, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και οσίως κοιμήθηκε και ενταφιάσθηκε στην τοποθεσία του Βοός, στο πατρικό του σπίτι, πτωχός κατά κόσμον, αλλά πλούσιος σε αιώνιους θησαυρούς.

Εορτάζει στις 20 Ιανουαρίου εκάστου έτους.

απο εδώ  http://www.saint.gr/3325/saint.aspx