Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΛΗΜΟΝΗΣ (1875-1961) από το Περιοδικὸν "Ἀρχεῖον τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος" Τεύχος 7

 Αρχιμανδρίτης Ευγένιος Λημόνης

Ο μακαριστός Αρχιμανδρίτης Ευγένιος Λημόνης του Παντελεήμονος, κατά κόσμον Ευάγγελος, γεννήθηκε το έτος 1875 στην Χότσιστα Κορυτσάς της Βορείου Ηπείρου. Ήταν απόφοιτος Σχολαρχείου και υπηρέτησε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό του, ενώ ήταν άριστος γνώστης και της βυζαντινής μουσικής.

Είχε μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία μας και, όπως θα δούμε, σχεδόν όλα τα γεγονότα του βίου του ήταν συνδεδεμένα με το πρόσωπό Της. Διηγείται ο μακαριστός Γέροντας Χρύσανθος Βρέτταρος, ο οποίος γνώρισε και τιμούσε ιδιαιτέρως τον παπά Ευγένιο τα εξής: «Εις μίαν Σχολήν της Βορείου Ηπείρου, όπου ήτο καθηγητής, ηθέλησεν ο Τούρκος κατακτητής να θέση πυρ και να την κατακαύση κατόπιν υποδείξεως των Τουρκαλβανών. Οι Ορθόδοξοι Αλβανοί το εφανέρωσαν εις τον Ευάγγελον, ο οποίος απήντησεν: ‘’Έχομεν πίστιν εις την Παναγίαν, και η Παναγία θα μας σκεπάση’’. Όταν οι Τούρκοι απεφάσισαν να μεταβούν εις την Σχολήν διά να την κάψουν, είδον έμπροσθεν των έν όρος, το οποίον διεπέρασαν, χωρίς να εννοήσουν την ύπαρξιν της Σχολής, και ούτως έφυγαν άπρακτοι. Ερωτηθείς ο Ευάγγελος, πως διεφυλάχθη αυτός και η Σχολή αβλαβείς, έλεγεν εις όλους, ότι εδιάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και η Κυρία Θεοτόκος έγινε τείχος και σκέπη και δεν εκάη η Σχολή από τον κατακτητήν».

Ο π. Ευγένιος επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Άγιον Όρος το έτος 1902 με σκοπό να μονάσει, αλλά τελικώς επέστρεψε στους έχοντας ανάγκη γονείς του μέχρι το 1909, κατά το οποίον ενετάχθη στο δυναμικό της Ιεράς Μονής Διονυσίου. Εκάρη Μοναχός και διακρίθηκε για την υπακοή του και την μοναχική του ακρίβεια. Το μέγα Μυστήριο της Ιερωσύνης έλαβε από τον Επίσκοπο Νύσσης Παΐσιο Παπαϊσίου (+1924) στις 28 Ιουνίου 1917 στην ώριμη ηλικία των 42 ετών.

Στα τέλη του 1927, ο παπα Ευγένιος μαζί με άλλους Αγιορείτες Πατέρες, βγήκε στον κόσμο για να στηρίξει τον Ιερό Αγώνα υπέρ του Πατρίου Ημερολογίου και τίθεται στη διάθεση της Ελληνικής Θρησκευτικής Κοινότητος των Γνησίων Ορθοδόξων, η οποία τον στέλνει όπου υπάρχει ποιμαντική ανάγκη.

Σε μία από τις αποστολές αυτές γίνεται και η πρώτη του σύληψη από την Αστυνομία μετά από ενέργειες του Καινοτόμου αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου. Συγκεκριμένα, στις 10/23 Μαρτίου 1929, ημέρα Σάββατο της Α’ εβδομάδος των Νηστειών (Ανάμνηση του δια Κολλύβων Θαύματος του Αγίου Θεοδώρου), ο π. Ευγένιος εστάλη από την Κοινότητα στην Μαγούλα Ελευσίνας τη αιτήσει των εκεί Γνησίων Ορθοδόξων. Η Αστυνομία τον συνέλαβε κατόπιν διαταγής του Αρχιεπισκόπου, αλλά ο λαός της Μαγούλας κατέρχεται στην Αθήνα και μαζί με Αθηναίους και Πειραιώτες πιστούς, τους οποίους ξεσήκωσαν οι Αγιορείτες Ιερομόναχοι Παρθένιος Σκουρλής και Γεδεών Πάσιος, κατάφεραν την απελευθέρωση του πατρός Ευγενίου.

Παρόλα αυτά, κάποια άλλη στιγμή, δεν γλύτωσε την φυλάκιση. Καταγράφουν τα ιστορικά «ΠΑΤΡΙΑ» τα εξής: «Μια άλλη φορά πάλι, λειτουργούσε [ο π. Γεράσιμος Διονυσιάτης] στο Ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Βεσνίκο (Άγιον Πνεύμα Σερρών) της Μακεδονίας. Τον συλλαμβάνουν και τότε τον οδηγούν στο κρατητήριο του Αγίου Όρους, το Πειθαρχικό. Μόλις μπαίνει μέσα, κάποιος γνωστός τον υποδέχεται καλωσορίζοντάς τον:

-Τι κάνεις π. Γεράσιμε; Δεν με γνωρίζεις; Είμαι ο π. Ευγένιος.

Φορούσε παπαδίστικο καλυμαύχι και όχι το καλογερικό Αγιορείτικο σκουφί, όπως συνήθιζε, γι’ αυτό και ο πατήρ Γεράσιμος δεν τον ανεγνώρισε αμέσως. Αυθόρμητα αγκαλιάστηκαν και έδωσαν τον ασπασμό του κοινού αγώνος. Ευρίσκοντο και οι δυο ίδια φυλακή για τον ίδιο λόγο».

Τον Μάϊο του 1929 συνέβη η θεραπεία του τριετούς Ιωάννου Σπυριδωνάκου, την οποία κατέγραψαν και οι εφημερίδες. Τον μικρό Ιωάννη, ετοιμοθάνατο και με κατεστραμμένο πνεύμονα, έφεραν οι γονείς του στον Ιερό Ναΐσκο της Ζωοδόχου Πηγής στον Πειραιά, στον οποίο μόλις είχε τοποθετηθεί Εφημέριος ο π. Ευγένιος, να παρακαλέσουν την Παναγία για την θεραπεία του. Ο π. Ευγένιος σταύρωσε το παιδί με την αγία Λαβίδα και το παιδί θεραπεύτηκε με την χάρη της Παναγίας μας.

Ο π. Ευγένιος, όταν είχε πρωτοδεί το μικρό Εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, είχε πει τα εξής: «Ο ‘Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ευρήκε εις την Κωνσταντινούπολιν μίαν εκκλησούλα μικρήν (παραγκούλα) και από εκεί εκήρυξε την αγίαν Ορθοδοξίαν, και έτσι σήμερα είμεθα Ορθόδοξοι. Και από αυτήν την σπηλιά, όπου είναι εκκλησία της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής… θα κηρυχθή η αγία μας Ορθοδοξία εις όλον τον κόσμον».

Περί το 1930 ήλθε στην Αθήνα εξ Αμερικής ο π. Ιωακείμ ο Μακρυγένης και εντάχθηκε στον Ιερό Αγώνα. Ο Γέροντας Χρύσανθος θυμάται: «Συνεδέθη ο παπά Ιωακείμ με τους Ιερείς των Παλαιοημερολογιτών και είπεν εις αυτούς να αφήσουν τους οίκους, όπου παρέμενον, και να ενοικιάσουν ένα μεγάλο διώροφον ή τριώροφον οίκημα, εις το οποίον να είναι άνδρες μεσήλικες ποθούντες την Μοναχικήν Πολιτείαν. Να έχουν αυτοκίνητον και τηλέφωνον διά τας ανάγκας των και εφημερεύοντα Πνευματικόν διά τας πνευματικάς ανάγκας των πιστών. Δυστυχώς όμως αυτήν την συμβουλήν του δεν την εδέχθησαν οι Αγιορείται Ιερείς, πλην ενός, του ακτήμονος και αφράγκου παπά Ευγενίου του Διονυσιάτου».

Δυστυχώς, τον παπά Ευγένιο τον πολέμησαν πλήν των Καινοτόμων, ακόμη και συναγωνιστές του, και συγκεκριμένα κάποιοι Αγιορείτες από του 1933 -των οποίων τα ονόματα ευρίσκονται αργίτερα στο απαράδεκτο κείμενο της αποκηρύξεως («αναθεματισμού»!) του Αγιού πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου το 1937, όταν αυτοί ακολούθησαν τον Βρεσθένης Ματθαίο στην πτώση του στο Σχίσμα. Συγκεκριμένα, οι Αγιορείτες αυτοί κατηγορούσαν τον παπά Ευγένιο ως «προδότην του Ιερού Αγώνος» επειδή μνημόνευε «υπέρ πάσης επισκοπής Ορθοδόξων»! Αλλά και η ιδιοκτήτρια της οικίας που έμενε τον στενοχώρησε, και αναγκάστηκε να φύγει από εκεί, διότι αυτή ήθελε να κτίσει γυνεκείο Μοναστήρι και να τον έχει ως Γέροντά της, ενώ ο παπά Ευγένιος προς τιμήν του της έλεγε: «Εγώ δεν έφυγα από το Άγιον Όρος, δια να κάνω γυναικεία Μοναστήρια».

Ο π. Ευγένιος διακρίθηκε και ως εκδότης, κυρίως Οίκων και Χαιρετισμών, στους οποίους είχε ιδιαίτερη προτίμηση. Ήταν λεπτολόγος στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, και κατέλιπε σχετικά άρθρα, εκ των οποίων ελάχιστα διασώθηκαν, αν και είναι γνωστό ότι είχε και κάποιες ιδιάζουσες απόψεις σε θέματα αποδόσεως υμνογραφικών κειμένων, οι οποίες δημιουργούσαν ενίοτε ακόμη και κάποιες παρεξηγήσεις.

Αφιλοχρήματος και υπερβολικά ακτήμων, έζησε πάντοτε ως φιλοξενούμενος. Η ασκητικότητά του θύμιζε τους παλαιούς Πατέρες. Κοιμόταν ελάχιστα και ποτέ σε κρεβάτι, αλλά σε κάθισμα, γι’ αυτό η ράχη του είχε κυρτώσει. Πέρασε τον βίο του με ηθελημένη κακοπάθεια, χωρίς θέρμανση στο κρύο και με φοβερή άσκηση. Μέσα από τα πτωχικά και φθαρμένα ράσα του φορούσε βαρειά σίδερα, που του είχαν «φάει» τις σάρκες. Από τις πορείες και την ορθοστασία είχαν σαπίσει τα πόδια του, αλλά δεν μύριζαν άσχημα! Ο Γέρων Χρύσανθος με δέος αναφέρει για τον οσιώτατο παπά Ευγένιο πως «οι πόδες του εσάπησαν και πίπτοντες οι σκώληκες από των ποδών του, τους ελάμβανε και τους έθετεν επάνω εις τας πληγάς, δια να μη υστερηθή το σώμα του το μαρτύριον των δριμυτάτων πόνων»!...

Έτρωγε ελάχιστα. Όπως περατηρεί ο Ηγούμενος της Μονής Διονυσίου Γέρων Γαβριήλ (+1983), ο μακαριστός παπά Ευγένιος υπήρξε «νηστευτής αυστηρός, ή μάλλον τρεφόμενος εκ της θείας Ευχαριστίας, των καθ’ ημέραν Λειτουργιών του». Παρόλα αυτά όταν τον καλούσαν σε σπίτια και του πρόσφεραν φαγητό έτρωγε πολύ λίγο, για να πολεμήσει τους λογισμούς υπερηφανείας. Όσα χρήματα του έδιναν τα μοίραζε αμέσως. Μάλιστα, για να κρύπτει επιμελώς την αρετή της ελεημοσύνης του, τον άκουγαν  κάποιες φορές να μαλώνει με τα παιδιά, αλλά αυτό ήταν προσχηματικό προκειμένου με τον τρόπο αυτό να αποκρύπτει την ελαημοσύνη, που προηγουμένως τα έδινε, για τις πτωχές οικογένειές τους.
Όποτε τον καλούσαν και διάβαζε εξορκισμούς, αποχωρούσε γρήγορα για να μην τον επαινέσουν, διότι τα δαιμόνια έφευγαν λέγοντας: «Η ταπείνωσή σου, παπά Ευγένιε, μας εδίωξε»! Ο Γέρων Χρύσανθος αναφέρει και το εξής περιστατικό: «Μίαν ημέραν, την ώραν όπου ελειτούργει, ήτο εις δαιμονισμένος, ο οποίος τόσον πολύ εφώναζε, ώστε οι ψάλται έφυγον. Τότε με παρεκάλεσεν ο παπά Ευγένιος να ψάλω. Έψαλα εις τον αριστερόν χορόν, ενώ ο δαίμων εστρίγγλιζεν. Εγώ έψαλλον με ηρεμίαν, ο δε παπά Ευγένιος ήτο εις την θεωρίαν της θείας Μυσταγωγίας, και ο δαίμων μετ’ ολίγον έφυγεν από τον άνθρωπον».
Πολλές φορές, όταν λειτουργούσε, τον έβλεπαν να μην πατάει στην γη. Λειτουργούσε και σε κάποιο Εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία μας στην ταράτσα κάποιας μεγάλης οικίας στον  Πειραιά, όπου συγκεντρώνονταν κάποιοι πιστοί οικογενειακώς ακόμη και στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Σε μία τέτοια περίπτωση, ένα από τα παιδιά έβαλε το κεφαλάκι του από το παραπόρτι του ιερού Βήματος και κοίταξε μέσα έκπληκτο τον λειτουργό π. Ευγένιο να υπερίπταται του εδάφους μεταρσιωμένος όλος στην λειτουργική προσευχή του!...

Κατά την Κατοχή, αλλά και αργότερα στα χρόνια του φοβερού διωγμού επί Σπυρίδωνος Βλάχου κατά τις αρχάς της δεκαετίας του ’50, υπάρχουν μαρτυρίες για «εφόδους» στο Εκκλησάκι της ταράτσας είτε Γερμανών. Είτε Αστυνομικών, προκειμένου να διαλύσουν την λειτουργική Σύναξη των πιστών της Γνησίας Ορθοδοξίας και να συλλάβουν και κακοποιήσουν τον άγιο Γέροντα π. Ευγένιο τον Αγιορείτη, τον «στύλο» αυτό της ευσεβείας και αρετής. Όμως, ο Κύριος και η Θεομήτωρ έσωζαν αυτόν και τους συν αυτώ. Σε μία τέτοια έφοδο, μαρτυρείται ότι οι επιδραμόντες ανέβηκαν στον τελευταίο όροφο της αρχοντικής οικίας, όπου υπήρχε μια εσωτερική μεταλλική σκάλα για να ανέλθει κανείς στην ταράτσα με το Εκκλησάκι. Κατά παράδοξο τρόπο, οι οπλισμένοι επιδρομείς ενώ άκουγαν την ψαλμωδία και την ανάγνωση από την Θεία Λειτουργία στον Ναό, δεν έβλεπαν την μεταλλική σκάλα και δεν μπορούσαν να εξεύρουν τρόπο να προσεγγίσουν το Εκκλησάκι, με αποτέλεσμα να απομακρυνθούν άπρακτοι με καταισχύνη!...

Παρά τους διωγμούς κατά της Εκκλησίας μας και κατά του ιδίου του π. Ευγενίου, αυτός παρέμενε ειρηνικός και αφανάτιστος, σταθερός μεν στην Ομολογία της Πίστεως και Αγωνιστής, αλλά και αντίθετος σε κάθε μορφή εκτροπής εναντίον των διωκτών. Για παράδειγμα, υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία, ότι κάποτε έβαλε βαρύ «κανόνα» ως Πνευματικός σε μια Χριστιανή του Πατρίου, η οποία από αγανάκτηση εξ αιτίας προφανώς υπερβολικού («πικρού») ζήλου αποκάλεσε τον φοβερό διώκτη των Γνησίων Ορθοδόξων αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα Βλάχο ως «τράγο», μη σεβασθείσα το σχήμα του, το οποίο έστω και παρ’ αξίαν έφερε!...

Ο π. Ευγένιος ήταν άριστος ως Πνευματικός, με διάκριση και διορατικό χάρισμα, και μάλιστα με ιδιαίτερη επιμονή στην αποφασιστική απόκρουση των κακών λογισμών που σπέρνει ο εχθρός διάβολος και ιδίως των σαρκικών, για να μολύνει τις ψυχές των ανθρώπων, και ενέπνεε στους εξομολογουμένους με την στάση και τις συμβουλές του πνεύμα αισιόδοξης αγωνιστικότητος, όπως επιβεβαιώνουν πολλά αξιόπιστα πρόσωπα που τον γνώρισαν (αείμνηστος Θεολόγος Σταύρος Καραμήτσος, μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής Κυπριανός,κ.α.).

Ο μακάριος παπά Ευγένιος αγαπούσε υπέρμετρα την Παναγία μας και την αγία Μητέρα της, την Θεοπρομήτορα Άννα, την «μάμμη» όλων των Αγιορειτών, της οποίας τους Χαιρετισμούς της έλεγε πολλές φορές την ημέρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι η κοίμησή του έγινε την ημέρα της εορτής της. Το πρωί της 9ης Δεκεμβρίου 1961, κατά το ορθόδοξο ημερολόγιο, τέλεσε την Θεία Λειτουργία της Αγίας Άννης και εξήλθε του ιερού Βήματος μετά δακρύων χαράς. Το δειλινό της ημέρας εκείνης, καθήμενος στο σκαμνί του και βαστώντας το κομποσχοίνι του, τελείωσε τον βίο του οσιακώς, σε ηλικία 86 ετών, προφέρων διαρκώς την λέξη «χαίρε».

‘Ηταν η εποχή που ήδη από έτους η απορφανισθείσα Εκκλησία μας, μετά την κοίμηση του Αγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, είχε ήδη αποκτήσει κεφαλή στο πρόσωπο του μακαριστού Επισκόπου Ταλαντίου Ακακίου (+1963). Μάλιστα, όταν κάποιοι αποστάτες κληρικοί της εποχής εκείνης έκαναν σε φυλλάδιό τους κακόβουλο σχόλιο, ότι δήθεν κάποιοι σεβάσμιοι Κληρικοί της Εκκλησίας μας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος δεν δέχθηκαν τον χειροτονηθέντα τότε με μύριες δυσκολίες στην Αμερική Σεβ. Επίσκοπο Ταλαντίου Ακάκιο, έγινε έγγραφη βεβαίωση ότι οι Κληρικοί μας εκείνοι, όπως και ο πολιός Αρχιμ. π. Ευγένιος Λεμονής (Λημόνης), εδέχοντο και μνημόνευαν κανονικώς του ονόματος του Αρχιερέως των Σεβ. κ. Ακακίου, ως ευπειθή της Εκκλησίας τέκνα.

Στην κηδεία του μακαριστού π. Ευγένιου συμμετείχαν περί τους 2.500 χιλιάδες πιστούς. Την Εξ’οδιο Ακολουθία του «ήρωος του Αγώνος», όπως δικαίως μεταξύ άλλων χαρακτηρίσθηκε, τέλεσαν οι Αρχιμανδρίτες της Εκκλησίας μας Παΐσιος, Χρυσόστομος, Νήφων, Γερμανός, Μερκούριος, Λογγίνος και Αντώνιος, ο Ιερομ. Ησύχιος και ο Αιδ. π. Νικόλαος Καλοσκάμης, η δε ταφή του έγινε στην Ιερά Μονή «Άξιον Εστί» Βαρυμπόμπης Αττικής.
Οι φύλακες του Βασιλικού κτήματος, το οποίο βρισκόταν πλησίον της Μονής, έλεγαν ότι από τον τάφο του έβλεπαν τις νύκτες να βγαίνει φως!

Το τεσσαρακονθήμερο Μνημόσυνό του τελέσθηκε στον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής Πειραιώς, μς χοροστασία του Σεβ. Επισκόπου Ταλαντίου κ. Ακακίου, στις 18/31-1-1962. Σε σύντομο δε Βιογραφικό σημείωμα, το οποίο παρετέθη επί τη ευκαιρία εκείνη, εγράφετο χαρακτηριστικά: «Ακούων (ο Αγιορείτης Ιερομόναχος π. Ευγένιος) την εν τω κόσμω ταραχήν εκ της Καινοτομίας του Νεοεορτολογίου, κατά μίμησιν των παλαιών Θεοφόρων Πατέρων, αφήσας την ησυχίαν του εξήλθεν εις τον κόσμον, στηρίζων και παρηγορών τους πιστούς δια τε του ήθους και των λόγων του, τύπος και υπογραμμός και κανών αρετής ακριβέστατος γενόμενος τοις πάσι. Μέτριος, απλούς, πεάος και ησύχιος, τους πάντας ως μαγνήτης προσείλκυε. Μετέστη προς Κύριον πλήρης ημερών διπλούς τους στεφάνους, τον της Ασκήσεως και της Ομολογίας, κομισάμενος».

Διασώζεται φωτογραφία, την οποίαν δημοσιεύουμε, από Τρισόγιον επι του Τάφου του π. Ευγενίου με ανάγνωση Συγχωρητικών Ευχών από τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αυξέντιο κατά τον Δεκέμβριο του 1964.

Η τιμία κάρα του ευλογημένου π. Ευγένιου φυλάσσεται εντός θήκης και τίθεται σε προσκύνηση, όπως και τα υπόλοιπα ιερά Λείψανά του, στον Ιερό ναό Ζωοδόχου Πηγής στον Πειραιά, ο οποίος Ναός ώς ιδιωτικός κατέχεται δυστυχώς από αντικανονικούς κληρικούς μη ανήκοντας στην Εκκλησία μας. Δύο δε Θεομητορικές Εικόνες και κάποια άλλα ιερά αντικείμενα, όπως και κουφώματα, από το Εκκλησάκι στην ταράτσα της οικίας όπου λειτουργούσε ο π. Ευγένιος, περισυνέλεξε και αργότερα διεφύλαξε στην Ιερά Μονή του Αγίου Ονουφρίου στην Ντάρδεζα Κερατέας Αττικής ο Σεβ. Ευρίπου και Ευβοίας κ. Ιουστίνος, ο οποίος είχε γνωρίσει τον π. Ευγένιο κατά την περίοδο που ως Ιερομόναχος εφημέρευε στον Πειραιά και μάλιστα λειτουργούσε στο Εκκλησάκι εκείνο μετά την μακαρία Κοίμησή του.

Παπά Ευγένιε καυχημα του Ιερού Αγώνος μας πρέσβευε υπερ ημών των αναξίων διαδόχων σου!
Περιοδικὸν "Ἀρχεῖον τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος" Τεύχος 7