Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ-Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων

 

λεγε κόμα πώς, ,τι κι ν συμβε στόν ταπεινό, μέσως καταφεύγει στήν προσευχή, καί λους τούς θεωρε σάν εεργέτες.

 μες ξεφύγαμε πό τόν δρόμο τς λήθειας καί πό τίς ποδείξεις τν γίων, καί θέλουμε νά χαράξουμε μόνοι τόν δρόμο μας, σύμφωνα μέ τά πονηρά μας θελήματα.

 Τί εναι τάχα εκολότερο πό τό ν’ κούσουμε ναν γιο καί πρακτικό δάσκαλο, τόν ββ μμων, πού λέει:«πρόσεχε μέ κρίβεια τόν αυτό σου, στε, ν κάποιος σέ πικράνει σέ ,τιδήποτε, νά μήν πες τό παραμικρό. Σώπαινε, μέχρι νά ρεμήσει καρδιά σου μέ τήν διάλειπτη προσευχή, καί τότε βοήθησε τόν δελφό πού σ’ θλιψε».

 Πραγματικά, ποιος ποθε τόν σιο δρόμο, κάθε φορά πού ταράζεται, μαλώνει τόν αυτό του καί τόν λέγχει διάκοπα, λέγοντας:·Τί μανιάζεις, ψυχή μου; Τί ταράζεσαι σάν τούς πιληπτικούς; Ατό κριβς δείχνει πώς εσαι ρρωστη. ν δέν σουν, δέν θά πονοσες. Γιατί, ντί νά μέμφεσαι τόν αυτό σου, τά βάζεις μέ τόν δελφό σου, πού σο φανέρωσε τήν ρρώστεια σου στήν πράξη καί σ’ λη της τήν σοβαρότητα;

 Μάθε τίς ντολές το Χριστο, «ς λοιδορούμενος οκ ντελοιδόρει, πάσχων οκ πείλει». κουσέ Τον νά λέει ατό πού καί μπρακτα δειξε: «Τόν ντον μου δωκα ες μάστιγας, τάς δέ σιαγόνας μου ες ραπίσματα, τό δέ πρόσωπόν μου οκ πέστρεψα πό ασχύνης μπτυσμάτων».

 Κι’ σύ, θλια ψυχή, γιά μιά βρισιά καί προσβολή περιφρόνηση καί ντιπάθεια κοροϊδία συκοφαντία, κάθεσαι καί πλέκεις χίλιους δυό λογισμούς κι’ πιβουλεύεσαι τσι τόν διο σου τόν αυτό, πως ο δαίμονες. λήθεια, σέ μιά τέτοια ψυχή τί περισσότερο μπορε νά κάνει νας δαίμονας, π’ ,τι κάνει δια στόν αυτό της;

Τόν Σταυρό το Χριστο τόν βλέπουμε Γιά τά πάθη Του, πού πέμεινε γιά μς, διαβάζουμε κάθε μέρα.μεςμως δέν νεχόμαστε οτε μιά προσβολή! Πραγματικά ξεφύγαμε πό τόν σιο δρόμο.

 λεγε πίσης, πώς κόμα κι’ ν ζήσει κανείς τόσα χρόνια, σα ζησε Μαθουσάλας, δέν τραβήξει μως ατό τόν σιο δρόμο πού τράβηξαν λοι ο γιοι –ννο τόν δρόμο τς τιμίας καί τς ζημίας καί τς γενναιόψυχης πομονς, χι πολύ, μά οτε λίγο δέν πρόκειται νά προκόψει. Τό μόνο πού θά ξοδεύει: τά χρόνια του σκοπα.

λεγε κόμα: ταν μουν μέ τή μακαρία Διονυσία, κάποιος δελφός τς ζήτησε κάτι σάν ελογία. Κι’ κείνη το δωσε σο πρεπε. πειδή μως δέν το δωσε σο κενος θελε, ρχισε νά τήν προσβάλλει καί νά ξεστομίζει πρεπα λόγια καί γι’ ατήν καί γιά μένα. Σάν τόν κουσε κείνη, δαγκώθηκε κι’ ψαχνε εκαιρία γιά νά το κάνει κακό. Μόλις λοιπόν τό μαθα γώ, τς επα: Τί πς νά κάνεις; Νά πιβουλευθες τόν αυτό σου; Θά διώξεις πό τήν ψυχή σου κάθε ρετή. Μήπως τάχα πομένεις σάξια μ’ κενα πού πόμεινε Χριστός γιά σένα; Τό ξέρω γερόντισσα, τι σκόρπισες χρήματα σά να ’ταν κοπριά. ν μως δέν ποκτήσεις τήν πραότητα, εσαι σάν τόν σιδερά, πού χτυπάει να κομμάτι σίδερο, λλά σκεος δέν κατασκευάζει.

 Τς λεγα κόμα: θεοφόρος γνάτιος λέει: «Χρειάζομαι πραότητα, γιατί μ’ ατήν καταλύεται λη δύναμη το ρχοντα το αώνα τούτου».

 πόδειξη τς ποταγς το κόσμου εναι ταραξία. Γιατί συμβαίνει καμιά φορά, ν καταφρονε κανείς πολλά κεντηνάρια, νά κολλάει σ’ να βελονάκι, καί προσκόλλησή του σ’ ατό νά το προκαλε ταραχή. Δίνει δηλαδή στό βελονάκι κενο τήν ξία νός κεντηναρίου καί γίνεται δολος στό βελονάκι στό κουκούλι στό μαντήλι στό βιβλίο.

 τσι, παύει νά εναι δολος το Θεο. Καλά, λοιπόν, επε κάποιος πό τούς σοφούς πώς σα πάθη χει ψυχή τόσους καί φέντες. Καί Κύριος: «που θησαυρός σου κε σται καρδία σου». Καί πόστολος πίσης : « τις ττηται, τούτ καί δεδούλωται».

 Σάν κουσε λα τατα γερόντισσα Διονυσία, μέ κοίταξε μέ θαυμασμό καί επε: Νά βρες τόν Θεό πού ποθες!

ΠΗΓΗ:www.imaik.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου