Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

᾿Απόκριση πρός τόν ἀδελφό πού ἔπεσε σέ πολλή λύπη καί ἀθυμία



᾿Απόκριση το διου, το μεγάλου Γέροντα, πρός τόν διο (δελφό), τότε πού κενος ( δελφός) πεσε σέ πολλή λύπη καί θυμία.

᾿Aδελφέ ᾿Ανδρέα, εθε νά μήν πιτρέψει φιλάνθρωπος Θεός μας στό μισόκαλο χθρό νά σπείρει μέσα σου τή λύπη καί τήν θυμία, τήν ποία κενος φέρνει στίς ψυχές, γιά νά μή σέ δηγήσει σέ πόγνωση, σχετικά μέ σα ποσχέθηκε Θεός, ελογητός, διά το γίου Πνεύματος, σέ σένα τόν γαπητό, λλά νά νοίξει τήν καρδιά σου νά κατανοήσεις τίς Γραφές, πως νοιξε τήν καρδιά τν μαθητν, πού ταν μαζί μέ τόν Κλεόπα (Λουκ. 24, 32).
Νά κατανοήσεις δηλαδή, γιατί Θεός, μετά τίς ποσχέσεις πού δωσε στόν γιο Πατριάρχη ᾿Αβραάμ, πάλι πέτρεπε στε ατός νά δοκιμάζεται (Γεν. 22, 1). Διότι λέει: Καί μετά π᾿ ατά τά λόγια, δηλαδή τίς ποσχέσεις πού δωσε σ᾿ ατόν, τό φίλο Του – πού Το πρόσφερε μιά τόση μεγάλη θυσία, ποος δέν ταν πρέπον νά πάθει κανένα κακό καί πού γιά τήν πίστη του τή μεγάλη τόν θεώρησε δίκαιο (Γεν. 15, 6), (Ρωμ. 4, 3) – ατόν τόν τόσο σπουδαο καί μεγάλο, τόν φησε νά πέσει σέ πειρασμό. Καί τόν φησε γιά νά δοκιμαστε, κριβς γιά νά κατασταθον ναπολόγητες ο δυνάμεις το σκότους καί νά εναι παράδειγμα καί πρότυπο στούς πιστούς, τι “μέ πολλές θλίψεις πρόκειται νά μπον στή Βασιλεία το Θεο” (Πράξ. 14, 22) καί “μέ τήν πομονή τους θά σώσουν τίς ψυχές τους” (Λουκ. 21, 19), “εχαριστώντας γιά τό καθετί τό Θεό” (Α’ Θεσ. 5, 18).

Μαζί μέ ατά, φέρε στό νο σου καί τόν γιο ᾿Ιώβ, τό γνήσιο φίλο το Θεο, “τόν ληθινό, τόν μεμπτο καί δίκαιο, τό θεοσεβή, πού πεχε πό κάθε πονηρό πράγμα” (᾿Ιώβ 1, 1). Ατόν πού δέν πρεπε νά πάθει κανένα κακό, καί ατόν τόν παρέδωσε νά πειραστε, γιά νά δοκιμαστε ρετή του· καί γωνίστηκε τόσο, μέχρι σημείου πού φησε καταντροπιασμένους καί ναπολόγητους τούς χθρούς καί τούς κατηγόρους του, καθώς τούς λεγχε μέ τή ζωή του.

Φέρε
κόμη στό νο σου, γιά νά στηριχθε πίστη σου, “τόν ρχηγό τς σωτηρίας μας καί τελειωτή ᾿Ιησο” (βρ. 12, 2), “ Οποος μς λύτρωσε πό τήν ρχαία κατάρα” (Γαλ. 3, 13). Πς δηλαδή, φο φθασε στήν ρα το Σταυρο, γιά νά μς ποδείξει δό πομονς καί σωτηρίας, λεγε: “Πάτερ, ν εναι δυνατόν, ς μήν πι ατό τό ποτήρι· μως ς γίνει τό δικό Σου θέλημα καί χι τό δικό μου” (Ματθ. 26, 39). Καί ατό τό κανε γιά μς, ᾿Εκενος πού πιτίμησε τόν Πέτρο ταν το επε: “Ο Θεός φυλάξοι σε, Κύριε, νά μή σο συμβε κάτι τέτοιο”! (Ματθ. 16, 22). Καί τό κανε πειδή ταν τοιμος καί εχε καταθέσει τήν προαίρεσή Του στό νά πάθει γιά τή σωτηρία μας. ᾿Αλλά, χάριν τς δυναμίας μας, δέχτηκε προσευχόμενος στή Γεθσημανή νά πιε τό ποτήρι το θανάτου, γιά νά μήν πογοητευόμαστε ταν προσευχόμαστε, στω καί ν πρός τό παρόν, πρός δοκιμή μας, δέν εσακούεται προσευχή μας.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν νά κάνουμε μιά βαθιά μελέτη πάνω στήν οσία καί στή σημασία τν Παθν το Σωτήρα μας, πού γινε νθρωπος γιά χάρη μας. Καί ς πομείνουμε μαζί μ᾿ Ατόν τούς νειδισμούς, τά στίγματα, τήν ξουθένωση, τήν περιφρόνηση, τόν μπτυσμό, τήν βρη πό τή χλαμύδα, τήν διαπόμπευσή Του μέ τό γκάθινο στεφάνι, τό ξύδι μέ τή χολή, τήν δύνη πό τό μπήξιμο τν καρφιν, τό κέντημα τς λόγχης καί τό νερό καί τό αμα. Καί σφαλς τότε θά ασθανθες μεγάλη νακούφιση στίς δικές σου δύνες. Νά εσαι δέ βέβαιος τι λος ατός κόπος σου δέν θά πάει χαμένος. Σέ φησε νά ποφέρεις να μικρό κόπο, γιά νά μήν βρεθες κείνη τήν μέρα (τς κρίσεως), μέτοχος τν καρπν πού θά βλέπεις νά βαστάζουν ο Αγιοι, ο ποοι θά καυχνται γιά τούς καρπούς τς πομονς τν θλίψεών τους. ᾿Επίσης γιά νά γίνεις συγκοινωνός τν Αγίων καί το ᾿Ιησο, χοντας παρρησία νώπιόν Του μαζί μέ τούς Αγίους.

Μήν
φήνεις νά σέ κυριεύσει λύπη, δέ σέ ξέχασε Θεός, λλά φροντίζει γιά σένα ς γνήσιο Του υό καί χι ς νόθο. Θά στέκεσαι καλς ν προσέχεις τόν αυτό σου μέ πολλή νήψη. Νά μήν ξεχάσεις τό φόβο καί τήν εχαριστία πρός τό Θεό. Καί θά εσαι μακάριος, ν πράγματι γινες καί ξένος καί φτωχός, διότι ατοί εναι πού θά κληρονομήσουν τή Βασιλεία το Θεο. Γίνε νδρεος καί δυνατός ν Κυρί.

Οπως βλέπεις, δέν κουράζομαι νά σο λέω τά δια καί τά δια, τά ποα εχομαι νά σο τά χαρίσει Κύριος.

Κάνε εχή καί γιά μένα.

πό τό βιβλίο

«ββ Βαρσανουφίου καί ωάννου
Κείμενα Διακριτικά καί
συχαστικά»,
τόμ. Α’
κδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»
ερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018

Διήγηση του Αγίου νέου Οσιομάρτυρα Ιακώβου στον μαθητή του Μαρκιανό.



«Ημέραν τινά εκατάλαβα εις την καρδίαν μου, ω τέκνον μου Μαρκιανέ, πρώτον ως μικράν παρηγορίαν, έπειτα επερίσσευσεν η παρηγορία εκείνη και τότε ησθάνθην θερμότητα ως πυρός, με χαράν πολλήν ηνωμένην και με αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον. Ύστερον από αυτάς τας διαθέσεις και ενεργείας του Πνεύματος, επέλαμψεν εις την ψυχήν μου φως γλυκύτατον και άρρητον, το οποίον μου εσκέπασε το νέφος, όπερ είχον πρότερον δια την παράβασιν του Αδάμ του πρωτοπλάστου και εις την αρχήν  ως ολίγον τι φως, τοιούτον μου εφαίνετο. Κατόπιν ολίγον κατ’ ολίγον επερίσσευε και εσήκωνε μεγάλην φλόγα και ούτω με έπαιρνε και ηρπαζόμην εις ύψος ακατανόητον. Απ’ εκεί έβλεπα όλην την αισθητήν κτίσιν υποκάτωθεν μου φαινομένην, ως και την μεγαλειότητα και το κάλλος του ηλίου, τον στολισμόν των αστέρων, τον γύρον της γης, της αβύσσου το πλάτος, τον αισθητόν Παράδεισον κατά ανατολάς μετά των ευρισκομένων εκεί Αγίων ψυχών και φως χωρίς νύκτα, επειδή δεν χρειάζονται το ηλιακόν φως του κόσμου τούτου, εκεί όπου αναπαύονται αι ψυχαί των Δικαίων. Τους οποίους φωτίζει φως παντοτεινόν.

Ύστερον απ’ αυτήν την θεωρίαν, συνέχισεν ο Όσιος, ηρπάγην, τέκνον μου Μαρκιανέ, υψηλότερα και έξω του ουρανού και εις την αρχήν είδον τον τόπον των εκπεσόντων Αγγέλων των πρώτων εωσφόρων, οίτινες εξέπεσον και έγιναν σκότος δια την υπερηφάνειάν των. Είναι δε ο τόπος εκείνος κενός, φωτοειδής και γεμάτος κάλλος άρρητον. Ύστερον ηρπάγην εις το προσεχές των Αγγέλων τάγμα και μετά τούτο εις άλλο, έως ου επέρασα τα τάγματα με την θεωρίαν, εις τα οποία εγνώριζα ότι το φως όπερ ευρίσκετο εις εμέ επερίσσευε και εγινόμην λαμπρότερος τόσον, ώστε έβλεπον και αυτά τα πολυόμματα Χερουβίμ και μου εφαίνετο, ότι ο νους μου εγένετο πολυόμματος. Διότι δεν έμεινε κανέν εξ όσων είναι εκεί, το οποίον να μη είδα, αυτό δε το μέτρον, ω τέκνον μου Μαρκιανέ, δίδετε από τον Κύριον εις εκείνην την ψυχήν, ήτις καταφρονεί τα του κόσμου φαινόμενα και προσηλώνεται όλη εις τον Θεόν. Όθεν δια τούτο δεν κρύπτεται τότε κανέν απ’ εκείνα. Και αφ’ ου είδον αυτά, ηρπάγην εις το ύψος το άρρητον, εις το φως το απρόσιτον, και είδον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν υπό του θείου εκείνου φωτός περιβαλλόμενον, διότι τα της θεότητος όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά ουδέ οι Άγγελοι δύναται να ίδουν. Προσέτι γνώριζε και τούτο, τέκνον μου Μαρκιανέ, ότι ο πεφωτισμένος την καρδίαν βλέπει εδώ τον Κύριον καθώς και εκεί, διότι θρόνος Θεού καθίσταται η τοιαύτη ψυχή κατά το «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν»(Ιωαν.ιδ’23). Και τότε, τέκνον μου, τότε, λέγω, έρχεται εκείνη η ψυχή εις τελείαν αγάπην και ταπεινοφροσύνην και γίνεται ανίκητος εις την αμαρτίαν, στερεωθείσα και βεβαιωθείσα χάριτι Χριστού και γίνεται θέσει υιός Θεού, όπως είναι εκείνος φύσει, καθώς και ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγει «Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος».

Είδον και άλλας θεωρίας εις την νοητήν εκείνην Ιερουσλήμ, την μητέρα των πρωτοτόκων, της οποίας είναι τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός! Αλλά πως να διηγηθώ εκείνα τ’ άρρητα κάλλη και τον εύμορφον στολισμόν της, τέκνον μου Μαρκιανέ; Ότι ανθρωπίνη γλώσσα δεν ημπορεί να είπη τα περί αυτής, καθώς λέγει ο μέγας Παύλος «Ά οφθαλμός ούκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ούκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν»(Α’Κοριν.β’9). Αν δεν φθάση, τέκνον μου, εις την τελειότητα της αρετής ο άνθρωπος, δεν δύναται να κατανοήση εκείνα τα οποία ητοίμασεν ο Θεός διά τους αγαπώντας αυτόν καθαρώς και ποιούντας τας παραγγελίας του. Λέγεται δε αύτη νέα Ιερουσαλήμ, διότι αναμένει τους Δικαίους, οίτινες μέλλουν να κατοικήσουν εις αυτήν, ύστερον από την Δευτέραν Παρουσίαν του Χριστού. Μετά ταύτα πάλιν ηρπάγην εις τα κατώτερα μέρη της γης, εκεί όπου είναι αι ψυχαί των αμαρτωλών και η κόλασις, ήτις αναμένει αυτάς, ήτοι ο Τάρταρος, ο σκώληξ ο ακοίμητος και η γέεννα του πυρός. Αι δε ψυχαί δεν παιδεύονται από τούδε, αλλ’ είναι φυλακισμέναι εις σκοτεινόν τόπον και αναμένουν την δικαίαν κατ’ αυτών απόφασιν, καθώς λέγει και το Ευαγγέλιον του Κυρίου ημών «Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον» (Ματθ.κε’46). Και τι σου είπον, τέκνον μου Μαρκιανέ; Ότι δεν είναι κανέν απόκρυφον, το οποίον να μη ίδη η πεφωτισμένη ψυχή, ούτε από τα ορατά ούτε από τα αόρατα. Γνώριζε ότι ούτε ανθρώπινοι λογισμοί δύνανται να κρυβούν απ’ αυτήν, αλλά είναι όλα αποκεκαλυμμένα εις αυτήν».

«Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» τόμος ΙΑ σελ.38-40.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Ο ΓΚΟΥΜΑΣ, Ο ΚΑΤΣΙΦΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός Επιστήμων

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας εκηδεύθη καλυμμένος από την ελληνική σημαία. Αιωνία του η μνήμη και θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά του. Ήταν ένας αγνός Έλληνας, τον οποίο σκότωσε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες το αλβανικό καθεστώς και τον οποίο συκοφάντησαν ορισμένοι Έλληνες ψευδοπροοδευτικοί.


Ένα άλλο παλληκάρι είχε φονευθεί το 2010 μόνο και μόνο επειδή μιλούσε ελληνικά εντός Αλβανίας. Ήταν ο Αριστοτέλης Γκούμας. Δεν πρέπει να τον ξεχάσουμε. Όπως δεν θα ξεχάσουμε και τους πολυάριθμους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, οι οποίοι φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν ή θανατώθηκαν κατά τη διάρκεια του καταπιεστικού και αθεϊστικού κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία.



Μετά τον Γκούμα και τον Κατσίφα ποιος άλλος -ό μη γένοιτο- θα κηδευθεί; Μήπως ο αλβανικός εθνικισμός ετοιμάζει την κηδεία της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας; Θα το επιτρέψουμε; Η απάντηση είναι ότι έχουμε ηθική, εθνική και συνταγματική υποχρέωση να προστατεύσουμε με κάθε τρόπο τον Ελληνισμό που ζει στη μαρτυρική Βόρειο Ήπειρο και γενικότερα στο κράτος της Αλβανίας.

Είναι καιρός να σταματήσουν οι πάσης φύσεως υποχωρήσεις προς τη γειτονική χώρα, η οποία εφαρμόζει αφελληνισμό συστηματικό και ύπουλο. Με μπουλντόζες γκρεμίζει ελληνικά σπίτια, με τον νόμο περί μειονοτικών ζωνών περιορίζει την ελληνική παιδεία, με κλίμα ψυχολογικής τρομοκρατίας αναγκάζει τους Έλληνες να φύγουν, με σκόπιμες καθυστερήσεις εμποδίζει τον εντοπισμό και την εκταφή των χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτών του 1940-41, με μετακινήσεις πληθυσμών φέρνει φανατικούς Μουσουλμάνους σε περιοχές της Ελληνικής Μειονότητας.

Πιστεύω ότι πρέπει να σταματήσει κάθε διαπραγμάτευση που δίνει μηνύματα υποχωρήσεως από ελληνικής πλευράς. Να θυμίσουμε στους Αλβανούς ότι είναι ακόμη εν ισχύι το Πρωτόκολλο της Κερκύρας του 1914, το οποίο υπέγραψε η χώρα τους καθώς και οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Το Πρωτόκολλο κατοχυρώνει μία μορφή ευρείας αυτοδιοικήσεως για τους Ορθοδόξους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου κυρίως στους τομείς της θρησκείας, της παιδείας, της εκλογής τοπικών αρχόντων και της δημόσιας τάξης.

Να δηλώσουμε ότι η Αλβανία δεν θα πάρει ούτε ένα ΕΥΡΩ από ευρωπαϊκά κονδύλια αν δεν σεβασθεί εμπράκτως τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Ελληνικής Μειονότητας.

Να υπογραμμίσουμε ότι θα συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο Βόρειος Ήπειρος, διότι η Ήπειρος είναι μία ιστορικά, γεωγραφικά και πολιτιστικά ενιαία περιοχή με ελληνικό πληθυσμό, η οποία διαιρέθηκε με τα σύνορα του 1913. Θέλουμε φιλικές σχέσεις, αλλά δεν απεμπολούμε την ελληνική ιστορία του βορείου τμήματος της Ηπείρου. Άλλωστε με το Πρωτόκολλο της Κερκύρας η Αλβανία αναγνώρισε τους κατοίκους των Νομών Αργυροκάστρου και Κορυτσάς ως Ηπειρώτες.

Να αποστείλουμε σε όλα τα διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα ιστορικά στοιχεία που αποδεικνύουν τη συνεργασία των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας με τις κατοχικές Αρχές.

Ας ακούσουμε την κραυγή αγωνίας των Βορειοηπειρωτών!

Άρθρο στην ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, 11.11.2018  

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

Η... ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



Ἡ γυναίκα φαινόταν συντετριμμένη. Γονατιστή μπροστά στή θαυματουργή εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, στόν δικό Της Ναό στήν Κωνσταντινούπολη, μέ τούς ὤμους καί τό κεφάλι γερμένα, γιά ὥρα πολλή ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητη. Δέν ἀκουγόταν κανένας ἦχος ἀπό τό στόμα της, τόν ἔπνιγε μέσα στά καυτά δάκρυά της, πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά καιρούς τῆς ξέφευγε ἕνας βαθύς ἀναστεναγμός. Ποῦ καί ποῦ μέ κάποια τόλμη σήκωνε τό κεφάλι καί κοιτοῦσε κατάματα γιά ὥρα τήν Παναγία, κι ἦταν ἡ στιγμή πού στό βλέμμα της διάβαζε κανείς τό βαθύ παράπονο, ἀλλά καί τήν ἀπορία της, γιά νά ξανασκύψει ἔπειτα στό βουβό κλάμα της καί τά πνιχτά ἀναφιλητά της. Κάποια στιγμή ἐρχόταν ἡ στιγμή νά ἀνασηκωθεῖ, φιλοῦσε μέ πάθος τήν εἰκόνα τῆς μεγάλης Μάνας, κάλυπτε ἐντελῶς τό κεφάλι μέ τή μαντίλα της καί μέ γρήγορα βήματα κάνοντας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἔβγαινε ἀπό τόν Ναό. Τό ἴδιο σκηνικό ἐπαναλαμβανόταν ἐπί πολλές ἡμέρες, κάποιες φορές μάλιστα καί τό πρωί καί τό ἀπόγευμα.

Ὁ ἱερέας τοῦ Ναοῦ παραξενεύτηκε καί ταράχτηκε τήν πρώτη φορά πού  τήν εἶδε τόσο ἀναστατωμένη. Ἤξερε τή γυναίκα, τήν εὐλογημένη Καλλιόπη, γνώριζε τόν ἀγώνα πού ἔκανε νά ἀναστήσει τή μονάκριβη θυγατέρα της, ἀφότου ἰδίως κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ πιστός σύζυγός της, ἀλλά τά χρόνια ἀπό τήν ὥρα τῆς χηρείας της εἶχαν παρέλθει ἀρκετά. Τί νά εἶχε συμβεῖ; Ποτέ ἄλλοτε δέν τήν εἶχε δεῖ ἔτσι. Δέν ἄργησε νά μάθει τήν αἰτία καί νά καταλάβει τό δράμα τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου. Κι ἐνῶ πάσχιζε νά τήν παρηγορήσει, τελικά σήκωσε τά χέρια... ψηλά! Δέν μποροῦσε νά κάνει κάτι οὐσιαστικό γιά νά ἀποκαταστήσει τά πράγματα. Τό μόνο πού σκέφτηκε στό ἀδιέξοδο στό ὁποῖο κι αὐτός βρέθηκε, ἦταν νά πάρει ἀπό τό χέρι τήν Καλλιόπη καί νά τήν φέρει ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου – ἐκεῖ πού πλῆθος ἀνθρώπων κατέφευγαν καθημερινά καί ἐναπέθεταν τόν πόνο καί τά προβλήματά τους. «Λοιπόν, ἀγαπητή μου Καλλιόπη», τῆς εἶπε μέ μεγάλο πόνο, «δέν ἔχουμε ἄλλο ἀπό τό νά ἐναποθέσουμε τό πρόβλημά σου ἐνώπιον τῆς Μεγάλης Μάνας μας. Εἶναι ἡ Μόνη πού μπορεῖ νά ἐπέμβει καί νά δώσει λύση». 
Τί λοιπόν εἶχε συμβεῖ; Ἡ ἐξιστόρηση τῆς γυναίκας στό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης τόν συγκλόνισε. Ἡ γυναίκα ὑπηρετοῦσε στά ἀνάκτορα - ἦταν στή δούλεψη τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνα, σέ ἐποχή μάλιστα πού πάσχιζε αὐτός, στό δεύτερο μισό τοῦ πέμπτου αἰῶνα,  νά ἐξισορροπήσει τίς τρομακτικές ἐντάσεις μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων ἀπό τή μιά, καί τῶν νεστοριανῶν καί τῶν μονοφυσιτῶν αἱρετικῶν ἀπό τήν ἄλλη. Εἶχε πιστέψει ὅτι ἡ λύση θά ἐρχόταν μέ τή σύνταξη ἑνός συμβιβαστικοῦ κειμένου, τοῦ «Ἑνωτικοῦ», πού καλῇ τῇ πίστει ἄν τό ἀποδέχονταν ὅλοι, ἡ αὐτοκρατορία θά ἡσύχαζε καί θά εἰρήνευε. Ἡ προσπάθεια ἀποδείχτηκε βεβαίως μάταιη. Τό κείμενό του, μέ τήν καθοδήγηση κάποιων ἐπισκόπων καί θεολόγων, ὄχι μόνο δέν ἐπέλυσε τά προβλήματα, ἀλλά σέ ἕνα βαθμό τά πολλαπλασίασε. Ὁ ἴδιος μάλιστα ἀρνιόταν νά παραδεχτεῖ τίς ἀποφάσεις τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού μέ θεόπνευστο τρόπο ἔβαζε τά πράγματα στή θέση τους. Λοιπόν, μέσα σ’ αὐτήν τήν ἐσωτερική ἔνταση τοῦ Κράτους, παράλληλα καί μέ τά ἐξωτερικά προβλήματα πού προκαλοῦνταν ἀπό τούς βάρβαρους Γότθους, ἡ γυναίκα δέχτηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα τόν τεράστιο πειρασμό. Κι ἄν ἦταν ὁ πειρασμός αὐτός σέ σχέση μέ ἐκείνην προσωπικά, ἴσως καί νά τά ἔβγαζε πέρα. Μά ὁ πειρασμός τήν... κτύπησε μέσα ἀπό τή μονάκριβη θυγατέρα της. 
«Πατέρα μου», ἄκουσε ἐμβρόντητος ὁ ἱερέας νά τοῦ λέει ἡ γυναίκα, «ὁ βασιλιάς ἐπιτέθηκε ἕνα βράδι στήν κόρη μου. Κι ὅταν λέω τῆς ἐπιτέθηκε, καταλαβαίνετε τί ἐννοῶ. Δεκαπεντάχρονη παιδούλα αὐτή, μέ ὅλη τήν ἄνοιξη πού φέρνει μιά τέτοια νιότη – ξέρετε δά πόσο πράγματι ὄμορφη εἶναι ἡ Ἀσπασία μου – κλήθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα στά ἰδιαίτερα δώματά του. Δέν ὑποψιάστηκε κάτι τό ἄβγαλτο παιδί, δέν μέ ἐνημέρωσε ἀπό τήν ἄλλη, καί συνέβη αὐτό πού... μπορεῖτε νά καταλάβετε. Προσπάθησε ἡ κόρη μου νά τοῦ ξεφύγει, ἀλλά μάταια....» - ἕνας λυγμός σταμάτησε τή ροή τοῦ λόγου της καί δάκρυα κατάβρεξαν ἄφθονα τό πρόσωπό της. Ἔκανε κουράγιο καί προσπάθησε νά συνεχίσει, βλέποντας καί τό γεμάτο στοργή καί συγκατάβαση βλέμμα τοῦ πνευματικοῦ της.  «Καί δέν εἶναι αὐτό τό χειρότερο, πάτερ. Τό χειρότερο εἶναι τό τί ἐπακολούθησε.  Μετά τό γεγονός αὐτό, τόσο πολύ τραυματίστηκε ψυχικά ἡ κορούλα μου, ὥστε κλείστηκε ἔκτοτε στόν ἑαυτό της, ἀρνούμενη νά φάει καί νά πιεῖ ὁτιδήποτε. Σάν νά μαράθηκε ξαφνικά ἕνα λουλούδι, σάν νά ἔσβησε ξαφνικά ὁ ἥλιος τό καταμεσήμερο. Τῆς μιλοῦσα, τῆς ἐξηγοῦσα, προσευχόμουν διαρκῶς γι’ αὐτήν, τῆς εἶπα νά ἔλθουμε καί σέ σᾶς νά ἐξομολογηθεῖ. Τίποτε... Τό μόνο πού εὐχαρίστως δεχόταν ἦταν ἡ ἀνοιχτή ἀγκαλιά μου - ἐκεῖ κούρνιαζε σάν τό πληγωμένο σπουργιτάκι, χωρίς νά μιλάει καί νά λέει τό παραμικρό. Εἶδα κι ἔπαθα μέχρι ἔστω καί λίγο νά ξεκινήσει δειλά δειλά καί πάλι τή ζωή της.
»Ἀλλά, τώρα, πάτερ, ἀντιμετωπίζω κι ἄλλον πειρασμό. Ἡ ἀδικία αὐτή πού ὑποστήκαμε, κι ἰδίως ἡ μικρή μου Ἀσπασία, μέ κάνει νά θέλω νά ἐκδικηθῶ. Λογισμοί, πατέρα μου, μέ τριβελίζουν τόσο ἔντονα, γιατί διαρκῶς σκέφτομαι τί μπορῶ νά κάνω, ἐγώ μέ τίς ἀνύπαρκτες δυνάμεις μπροστά σ’ ἕναν αὐτοκράτορα, γιά νά πάρουμε τήν ἐκδίκησή μας. Καταλαβαίνω ὅτι αὐτό δέν εἶναι σωστό, ὁ Κύριός μας δέν θέλει τέτοιον τρόπο ἀντίδρασης, ἀλλά εἶναι κάτι πού τό νιώθω πέρα ἀπό τίς δυνάμεις μου. Γι’ αὐτό κατέφυγα σέ σᾶς, γι’ αὐτό παρακαλῶ τόν Κύριο καί τή Μητέρα Του νά ἐπέμβουν...». Ἡ γυναίκα δέν μπόρεσε νά συνεχίσει, λύγισε καί ἔσπασε σάν τό κλαρί στόν δυνατό ἄνεμο, μόνο τά δάκρυα φαίνονταν   νά ρίχνουν λίγο βάλσαμο στήν πληγωμένη της καρδιά.
Ἡ γυναίκα, ἡ Καλλιόπη, ἡ πληγωμένη μάνα μέ τό ἀδύνατο σπουργίτι στήν ἀγκαλιά δέχτηκε τήν πρόταση τοῦ πνευματικοῦ της. Ἐρχόταν καθημερινά στόν Ναό τῆς Θεοτόκου καί μπροστά στήν ἁγία εἰκόνα Της ἐναπέθετε ὅλον τόν πόνο της. Ὅλες οἱ ἐλπίδες της ἦταν πιά σ’ Ἐκείνην πού ἤξερε νά γαληνεύει τίς ψυχές, νά δίνει διέξοδο ἐκεῖ πού ὅλα ἔδειχναν τό σκοτάδι. Πιστή γυναίκα, ἔκανε ἀγώνα νά ἐφαρμόσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ: «Μή ἐκδικεῖτε ἑαυτούς, ἀλλά δότε τόπον τῇ ὀργῇ. Ἐμοί ἐκδίκησις, ἐγώ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ»! Τό περιεχόμενο πιά τῆς προσευχῆς της, μέρες καί μέρες, ἦταν ἀκριβῶς αὐτό: «Ἐκδικήσου μου, Παναγιά μου, τόν Ζήνωνα τόν βασιλιά». Ἀλλά ἡ ἀπάντηση τῆς Θεοτόκου ἀργοῦσε. Τό βλέμμα τῆς Μάνας ἦταν ἀπέραντα στοργικό ἀπέναντί Της – μιά φορά τῆς φάνηκε  σάν νά δακρύζει κιόλας -  ἀλλά τίποτε. Ὁ βασιλιάς ἀπτόητος, χωρίς κανένα ἰδιαίτερο πρόβλημα, συνέχιζε μέ ὑγεία τή ζωή του, βασίλευε ἴδια καί ἀπαράλλαχτα ὅπως καί πρίν. 
Κι ὅταν εἶχαν περάσει πολλές πιά ἡμέρες ἀπό τό γεγονός, κι ὅταν τά δάκρυα ἄρχισαν νά στερεύουν ἀπό τό πρόσωπο τῆς ἀδικημένης μάνας, κι ὅταν, μέ τρόμο εἶναι ἀλήθεια, εἶδε ὅτι ἡ ἀπελπισία καί ἡ ἀπόγνωση πᾶνε νά πάρουν τό πάνω χέρι στήν καρδιά της, τότε τῆς παρουσιάστηκε ἡ Θεοτόκος. Ριγμένη ἐκείνη ἄδειο κουφάρι μπροστά στήν εἰκόνα Της, κοιτώντας Την μέ σβησμένο βλέμμα χωρίς πιά ἐλπίδα, Τήν εἶδε ὁλοζώντανη μπροστά της. Τό γεμάτο στοργή βλέμμα Της, ἡ ἀπέραντη τρυφερότητα τοῦ λόγου Της, τ’ ἁπλωμένο χέρι πού χάϊδευε ἁπαλά τό κεφάλι της, τῆς γέμισαν τήν καρδιά ἀνείπωτη χαρά καί γαλήνη. «Ἀγαπημένη μου Καλλιόπη», ἄκουσε τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα νά τήν προσφωνεῖ, «ἀγαπημένο μου παιδί, σέ βλέπω, σέ ἀκούω, συμπάσχω μαζί σου ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες πού ἔρχεσαι μπροστά στήν εἰκόνα Μου. Τό αἴτημά σου τό ἔχω μεταβιβάσει ἤδη στόν Υἱό καί Θεό μου, τόν Κύριο καί Θεό μας. Μοῦ ἔδωσε τήν ἐξουσία νά τό διαχειριστῶ ὅπως ἐγώ θέλω. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλές φορές θέλησα νά πάρω τήν ἐκδίκησή σου, ἀλλά...», κοντοστάθηκε καί δίστασε ἡ Παναγία Μάνα, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός – δέν τολμοῦσε νά μιλήσει ἤ νά κουνηθεῖ καθόλου ἡ Καλλιόπη, ἡ μάνα κι αὐτή, ἡ πληγωμένη μά καί γαληνεμένη πιά ψυχή – «ἀλλά...», συνέχισε ἡ Κυρία Δέσποινα, «δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε ἀπέναντι σ’ αὐτήν τήν ἀδικία πού ἔκανε ὁ βασιλιάς Ζήνων. Κι αὐτό, Καλλιόπη, γιατί μέ ἐμποδίζει τό... δεξί του χέρι...».

 Ἀπόσωσε ἡ Παναγία κι ἔμεινε ἄναυδη ἡ Καλλιόπη, νά μήν μπορεῖ νά καταλάβει, νά μήν μπορεῖ νά δεχτεῖ αὐτό πού ἔλεγε ἡ ἴδια ἡ Μάνα τοῦ Κυρίου της. Κάτι σάν θόλωμα γέμισε τό μυαλό της καί τό μόνο πού κατάφερε νά ψελλίσει ἦταν ἡ ἐπανάληψη τῶν τελευταίων λέξεων «τό δεξί του χέρι... τό δεξί του χέρι...». «Ναί, τό δεξί του χέρι», ἐξήγησε ἡ Μεγάλη Μάνα στή μικρή ἀλλά Μεγάλη καί αὐτή μάνα, «γιατί τό χέρι του αὐτό εἶναι γεμάτο ἀπό ἐλεημοσύνες! Μπορεῖ νά εἶναι ὅ,τι νά  ‘ναι ὁ Ζήνωνας, εἶναι ὅμως ἐλεήμων ἄνθρωπος καί κάνει διαρκῶς ἐλεημοσύνες, τίς περισσότερες κρυφές,  πού  σάν ἀσπίδα τόν προφυλάσσουν ἀπό ὁποιοδήποτε κακό! Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι πράγματι τεῖχος καί ἀσπίδα γιά τόν ἄνθρωπο καί σβήνει πλῆθος ἁμαρτιῶν του. Ὅμως, καλή μου Καλλιόπη, μήν ἀνησυχεῖς γιά τή θυγατέρα σου. Εἶναι καί δική μου θυγατέρα, δικό μου ἀγαπημένο παιδί, καί μάλιστα μετά ἀπό αὐτό πού τῆς συνέβη. Βρίσκεται πιά κάτω ἀπό τή διαρκή καί ἄγρυπνη προστασία Μου, ὁ Κύριος καί Θεός μας θά τήν χαριτώσει μέ πολλαπλές εὐεργεσίες, καί σοῦ ἀποκαλύπτω ὅτι σέ λίγο καιρό θά ἀφιερωθεῖ στόν Κύριο καί θά γίνει νύμφη Του ἀγαπημένη. Κι ἀκόμη, θά δεχτεῖ τέτοιες χάρες, ἐπειδή θά ἔχει γίνει ἕτοιμη γι’ αὐτό, ὥστε πλῆθος κόσμου θά εὐεργετηθεῖ ἀπό ἐκείνη, καθώς θά καθοδηγεῖται ἀπό μία πράγματι νέα ἁγία τοῦ καιροῦ της». 

Εἶπε ἡ Παναγία Μητέρα καί χάθηκε μέσα καί πάλι στήν εἰκόνα Της. Ἡ Καλλιόπη, σέ ἔκσταση ἀκόμη εὑρισκόμενη καί προσπαθώντας νά κατανοήσει ὅ,τι τῆς συνέβη, ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετή ὥρα σιωπηλή καί  γονατιστή. Τά δάκρυα ξανάλθαν στό πρόσωπό της, ἀλλά αὐτήν τή φορά ὡς δάκρυα εὐγνωμοσύνης καί εὐχαριστίας πρός τή Θεοτόκο, πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό... Σέ λίγο διηγεῖτο τή θαυμαστή ἐμπειρία της στόν ἅγιο πνευματικό της. Στήν κόρη της εἶπε τά πάντα, πλήν τοῦ σπουδαίου προορισμοῦ της. Ἔπρεπε ἡ ἴδια, μόνη της, χωρίς ἔξωθεν ἐπέμβαση, νά ἐπιβεβαιώσει τήν προφητεία τῆς Θεοτόκου...
(Πηγή: «Λειμωνάριον» Ἰωάννου Μόσχου, κεφ. 175)


Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

«Όταν τα μικρά δεν φυλάττωμεν, πως ημπορούμεν να φυλάξωμεν τα μεγάλα;»

Ιεροδιάκονος Φιλάρετος Ι.Μ. Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων
O συναξαριστής πολλές φορές προβάλλει πρότυπα υπακοής σ’ εκείνη την πρώτη εντολή του Θεού στους πρωτοπλάστους, δηλαδή την νηστεία, μεταξύ αυτών και ένα δεκαπεντάχρονο παιδί, τον Άγιο Ιωάννη τον Μονεβασσιώτη, ο οποίος τηρώντας την νηστεία, ένα απ’ εκείνα τα «μικρά» όπως την χαρακτήρισε αξιώθηκε να γίνει ουρανοπολίτης και να βρεθεί εκ δεξιών του Δεσπότου Χριστού.
Ο Ιωάννης, αφού το 1770 οι Τούρκοι φόνευσαν τον ιερέα πατέρα του, αιχμαλωτίστηκε μαζί με την μητέρα του στην Λάρισα κι έπειτα πουλήθηκε σ’ έναν άτεκνο Αγαρηνό Θεσσαλονικέα, ο οποίος στην πορεία προσπάθησε να τον τουρκέψει. Κατά την νηστεία του δεκαπενταυγούστου ο Μάρτυς δεν θέλησε να αρτυθεί, έτσι γι όλες αυτές τις ημέρες κλείσθηκε σ’ ένα υπόγειο και πότε ο αφέντης του τον κρεμούσε και τον κάπνιζε με άχυρα και πότε τον κτυπούσε με το ξίφος σ’ όλο του το σώμα προσπαθώντας να τον πείσει να αρτυθεί. Ο Ιωάννης με την πίστη του στον Θεό δεν λύγιζε, όμως προκάλεσε την αντίδραση της μητέρας του, η οποία τον προέτρεπε να φάει κι ο Θεός με την Παναγία θα τον συγχωρούσαν αφού δεν θα το έκανε με την θέλησή του. Ακλόνητος έμενε στην πίστη του ο Άγιος, «γιατί το κάνεις αυτό, μητέρα μου, της λέει, για ποια αιτία κλαίς, γιατί δεν μιμείσαι κι εσύ τον Πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος για την αγάπη του Πλάστου του θέλησε να θυσιάσει τον μονογενή του υιό, μόνο κλαίς και θρηνείς γι εμένα; Εγώ είμαι υιός Ιερέως και πρέπει να φυλάξω καλύτερα από τους υιούς των λαϊκών τους νόμους και τα έθιμα της Αγίας μας Εκκλησίας, διότι όταν τα μικρά δεν φυλάξουμε πως μπορούμε να φυλάξουμε τα μεγάλα;» Αφού κατάλαβε ο αφέντης του ότι δεν μπορούσε να τον τουρκέψει τον κτύπησε μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά και μετά από δύο μέρες αφού ζήτησε από την μητέρα του να μεταφέρει τα λείψανά του, μετά την ανακομιδή τους στην πατρίδα του, έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Και πράγματι τα λείψανά του φανερώθηκαν μετά από χρόνια προς στήριξη της πίστεως των χροστιανών και προς έλεγχο των κοιλιόδουλων εκείνων χριστιανών που δεν φυλάνε τα «μικρά» [1].
Μέγιστη η σημασία της νηστείας, μας λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αφού ο Θεός εναπέθεσε τους πρωτοπλάστους στα χέρια της, σαν σέ φιλόστοργη μητέρα και δασκάλα άριστη, αναθέτοντας της, την σωτηρία τους. Γιατί η εντολή «Από κάθε δέντρο του παραδείσου μπορείτε να τρώτε, όμως από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού να μη φάτε» (Γεν. 2,16-17) ήταν ένα είδος νηστείας. Γιατί αν η νηστεία ήταν απαραίτητη στον παράδεισο, πολύ περισσότερο είναι έξω από τον παράδεισο. Αν το φάρμακο είναι χρήσιμο πριν από την πληγή, πολύ περισσότερο είναι μετά την πληγή. Όμως ο Αδάμ παράκουσε κι έτσι το ανθρώπινο γένος κληρονόμησε τους πόνους, τις λύπες της ζωής και τον θάνατο, που δεν είναι λέει ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος μόνο αποτέλεσμα αλλά η τρομακτικότατη εικόνα του πνευματικού θανάτου, δηλαδή του χωρισμού ψυχής και Θεού [2]. Αν ο Αδάμ άκουγε την πρώτη φωνή, δεν θα άκουγε την δεύτερη, «χώμα είσαι και στο χώμα θα επιστρέψεις» (Γεν. 3,19) [3]. Έρχεται όμως ο Χριστός που αρνήθηκε τον πειρασμό του διαβόλου κατά την τεσσαρακονθήμερη νηστεία του, λέγοντας του, πως ο άνθρωπος «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται», αποκαθιστώντας έτσι τη σχέση ανάμεσα στην τροφή, τη ζωή και το Θεό, που είχε σπάσει ο Αδάμ και εξακολουθούμε να σπάζουμε κι εμείς κάθε μέρα [4].
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος προσδιορίζει την νηστεία ως βία της φύσεως, εκκοπή των πονηρών λογισμών, αφορμή ησυχίας, υγεία του σώματος, θύρα και απόλαυσης του παραδείσου [5]. Και κατά τον ιερό Χρυσόστομο είναι η τροφή της ψυχής κι όπως ακριβώς αυτή η σωματική τροφή αυξάνει το σώμα, έτσι κι η νηστεία κάνει την ψυχή περισσότερο ρωμαλέα, γίνεται αιτία να φαντάζεται τα ουράνια, αφού την κάνει ανώτερη από τις ηδονές και τις απολαύσεις της παρούσης ζωής. Η αποχή από τα φαγητά δεν τη καθιστά αληθινή αλλά είναι απαραίτητη κι η αποχή απ’ εκείνα που μας βλάπτουν σε συνδυασμό με την πνευματική άσκηση. Εκείνος που νηστεύει πρέπει να είναι μετριόφρων, ήσυχος, ήμερος, ταπεινός και να περιφρονεί την δόξα της παρούσης ζωής [6]. Τότε λέει ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν θα οδηγηθούμε σε πειρασμό, σ’ αδυναμία, σ’ αμφιβολία και στον ερεθισμό, δηλαδή στην πραγματική μάχη και πιθανόν να αποτύχουμε πολλές φορές. Αλλά αν ανακαλύψουμε ότι η χριστιανική ζωή είναι μάχη και προσπάθεια, τότε θα βρούμε το βασικό στοιχείο της νηστείας [7]. Αυτός ο κόπος, αυτή η μάχη τονίζει ο Απ. Παύλος σε κάνει να βλέπεις την νηστεία δύσκολη, αν όμως προσβλέψεις στην αμοιβή θα σου φανεί εύκολη [8]. Όπως στους ολυμπιακούς αγώνες σκοπός των αγωνισμάτων είναι το στεφάνι έτσι και σκοπός της νηστείας είναι να κοινωνήσουμε καθαροί. Πρέπει μέσα από την νηστεία να διορθώσουμε τα ελαττώματά μας και να αποκτήσουμε αρετές, τότε είμαστε άξιοι των αχράντων μυστηρίων [9]. Εκείνο που μπορεί να μας στηρίξει σ’ αυτόν τον πνευματικό και ανοδικό αγώνα είναι η προσευχή, η συντρόφισσα της νηστείας όπως την αποκαλεί ο ιερός Χρυσόστομος. Γι’ αυτό κι ο Χριστός λέει ότι το γένος των δαιμόνων δεν φεύγει παρά με προσευχή και νηστεία [10].
Αυτό έκανε λοιπόν κι ο Άγιος Ιωάννης ο Μονεβασσιώτης, εναπέθεσε τις ελπίδες του στην προσευχή, στην Παναγιά μας, αντιμετώπισε την νηστεία με λεβεντιά και με γενναίο φρόνημα διατηρώντας τις πνευματικές αρχές που κληρονόμησε από τον ιερέα πατέρα του και απέδειξε ότι η νηστεία είναι πολυτιμότερη από κάθε φαγοπότι, είναι η θύρα του παραδείσου, αφού η παρακοή του πρώτου Αδάμ στην εντολή της νηστείας του Θεού είχε ως αποτέλεσμα την πτώση, ενώ η υπακοή του δευτέρου Αδάμ, του Χριστού, άνοιξε στον άνθρωπο τον δρόμο της επιστροφής στον παράδεισο.

Παραπομπές:

1. Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. ι’, Αθήνα 1964, σσ.531-535.
2. Ιωήλ Γιαννακοπούλου (αρχιμανδρ.), 
Η Παλαιά διαθήκη (κατά τους Ο΄), τ.α΄: Η Γένεσις, Καλαμάτα 1955, σ.28.
3. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Χρυσοστομικός 
Άμβων, τ.στ΄: Μετάνοια, Εξομολόγησις, Νηστεία, Θεία Κοινωνία, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγ. Όρους 2009, σσ. 262-263.
4. Αλεξάνδρου Σμέμαν (πρωτοπρ.),
 Μεγάλη Σαρακοστή (πορεία προς το Πάσχα), εκδ. Ακρίτας, σ. 110.
5. Ιωάννου Σιναΐτου, 
Κλίμαξ, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωροπός Αττικής 1978, σ. 191.
6. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, 
Χρυσοστομικός Άμβων, τ.στ΄: Μετάνοια, Εξομολόγησις, Νηστεία, Θεία Κοινωνία, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγ. Όρους 2009, σσ. 238-240.
7. Αλεξάνδρου Σμέμαν (πρωτοπρ.), 
Μεγάλη Σαρακοστή (πορεία προς το Πάσχα), εκδ. Ακρίτας, σ. 114.
8. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου,
 Οι εννέα λόγοι περί μετανοίας (σειρά: η φωνή των πατέρων μας), Αποστολική Διακονία της Ελλάδος, σσ. 111-113.
9. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, 
Χρυσοστομικός Άμβων, τ.στ΄: Μετάνοια, Εξομολόγησις, Νηστεία, Θεία Κοινωνία, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγ. Όρους 2009, σσ. 252-288.
1ο. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, 
Οι εννέα λόγοι περί μετανοίας (σειρά: η φωνή των πατέρων μας), Αποστολική Διακονία της Ελλάδος, σσ. 89-90.

http://www.pemptousia.gr/2018/10/otan-ta-mikra-den-filattomen-pos-imporoumen-na-filaxomen-ta-megala/