Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

Παράδειγμα μετανοίας! Άγιος Κωνσταντίνος ο Νεομάρτυς ο Υδραίος

 


Είναι ακόμα καλοκαίρι, είναι δειλινό. Κι ενώ ο ήλιος καίει και πυρπολεί το σύμπαν, εδώ στο καλύβι δεν φτάνει μήτε μια ηλιαχτίδα. Το καυτό χρυσοφώς αδυνατεί, δεν τα καταφέρνει να περάσει το φύλλωμα τόσων δέντρων που σχηματίζουνε σμαραγδένιο θόλο, ψηλά, τέσσερα περίπου μέτρα. Ο γέροντας, μόλις απόσωσε το απόδειπνο, μόλις σηκώθηκε από τις μετάνοιες και προσβγήκε κρατώντας στα δάχτυλα λαγήνι για να το γεμίσει από την τρεχούμενη δροσοπηγή. Δεν πρόφτασε να κάνει τα πρώτα δέκα βήματα και αισθάνεται να τρίζουν τα κλαδιά χάμου. Στέκει, αφουγκράζεται. Ναι, κάποιος έρχεται κατά δω, αντηχούν τώρα τριγύρω πατημασιές. «Περίεργο», συλλογιέται. «Ποιος ναναι τέτοια ώρα; Σήμερα δεν έχουμε μήτε Τετάρτη, μήτε Παρασκευή… Ποιος νάναι;».

Το ερώτημα σε λίγο ξεκαθαρίζει. Έρχεται ένας νεαρός, καλοντυμένος, με μεγάλα εκφραστικά μάτια και πλατύ σαγώνι… Κάπου το γνωρίζει αυτό το σουλούπι ο «πατερούλης», χμ, το γνωρίζει από τα νησιά του Σαρωνικού, όπου πέρασε άνα φεγγάρι με συντροφιά συνοδοιπόρους Αγιορείτες. Είναι το σουλούπι του Νυδριώτη, του ναυτικού με το κοντοβράκι, το κοντογούνι, το ριχτό φεσάκι.

Ώσπου να τα καλοσκεφθεί όλα τούτα, ώσπου να τα συνταιριάξει, ο επισκέπτης βρίσκεται κοντά του, βρίσκεται σχεδόν στα πόδια του. Λυγμός βαθύς αντηχεί από το πλατύ αντρίκιο του στήθος. Κι από κοντά ακολουθεί μια μετάνοια. Ο νεαρός, ο ξένος, για δες, βρίσκεται κιόλας χάμου, σέρνεται εκεί στις παντόφλες του, το κούτελό του ακουμπά στα ξερά κλαδιά, στο νωπό χώμα.

-Σήκω παιδί μου, τι σου συμβαίνει, πως σε λένε, από που έρχεσαι; Σιγορωτά ο γέροντας κι απλώνει τα ισχνά χέρια για να τον βοηθήσει, να σηκωθεί. Ω βέβαια ξεύρει αρκετά από τις ασίγαστες φουρτούνες. Από τις φουρτούνες της ψυχής των ανθρώπων. Ξεύρει ότι το γέλιο και η χαρά πέφτουν σταλλαγματιές λευκό χρώμα στην άβυσσο. Ένα κάτι σαν τις «αλκυονίδες» τις λιακάδες του χειμώνα. Έχουνε δει τόσα και τόσα τα μάτια του… Τόσα πολλά, τόσα πολλά, που ο αυστηρός ασκητικός βίος, ο ατομικός του λόγου χάρη βίος, με την αποχή από τροφές και την αδιάκοπη δέηση, να του φαίνεται ελάχιστο τίμημα, σπίθα στη χόβολη για λίγο ξαγάντο, για λίγη αποδέσμευση από τον μεγάλο πόνο. Αμετακίνητο χρέος.

-Τι έπαθες; Τι σου συμβαίνει, γιατί κλαίς; Ξαναρωτά.

-Ο Χριστός, γέροντα… αντηχεί ξάφνου εύπλαστη, σχεδόν μελωδική η φωνή του επισκέπτη. Ο Χριστός, φαίνεται είναι… είναι απέραντος, είναι πολύ καλός, φοβερά καλός… μεγάλος.

Ο γέροντας ταράζεται. Δεν το περίμενε ένα τέτοιο ξέσπασμα, μια τέτοια «εκ βαθέων» συντριπτική ομολογία.

-Ναι, παιδί μου ψιθυρίζουν τα χείλη του. «Ο εωρακός Αυτόν, εώρακε τον Πατέρα». Δίχως Αυτόν η ζωή ξεφτίζει, χάνεται, καταντά στεναγμός απελπισίας. Τι έκανες; Μπάς κι έκανες φονικό;

-Κάτι χειρότερο.

-Τι λοιπόν; Για όνομα του Θεού, πάμε στο κελλί μου. Τον ανασηκώνει, τον οδηγεί στο καλύβι, τον βάζει να καθίσει.

-Τον αρνήθηκα, τον πέταξα από την ψυχή μου, κυλίστηκα στο βούρκο, έγινα Τούρκος… Καταλαβαίνεις; Αντηχούν ένα προς ένα τα λόγια, ξερά και χτυπητά, του νεαρού, που δεν σταμάτησε μήτε στιγμή τους λυγμούς.

-Ζύγωσα κι έκανα δικούς μου τα τέρατα, τους αρσενοκοίτες, ξαναλέει.

Ο «πατερούλης» παίρνει βαθιά αναπνοή, κοιτάζει φιλέρευνα τον καταλαχάρη του σημερινού του δειλινού και τα χείλη του χαράζουν αμυδρό ακρόγελο.

-Από πουθε είσαι; Σιγορωτά.

-Από την Ύδρα.

-Από την Ύδρα… ξαναλέει ο γέροντας. Χμ, βέβαια καλά λοιπόν το κατάλαβε, καλά το προμάντεψε. Από το σουλούπι από τα ρούχα.

-Χμ, εκεί στο νησί σας έχετε γερές ρίζες, πιάνει πάλι και λέει. Περάσανε και ριζώσανε με το παράδειγμα κάτι διαλεκτοί Αγιορείτες. Σας κυβερνάνε τώρα παπάδες με φόβο Θεού που παρακαλούν για το ποθούμενο.

-Τώρα πια δεν είμαι μήτε Υδραίος, δεν είμαι τίποτα, στενάζει ο ξένος. Και τα μάτια του πάλι βουρκώνουν. Όσο συλλογιέμαι το τι έπραξα… Δεν είμαι πια Υδραίος.

-Γιατί;

-Γιατί όλοι τους εκεί, μικροί-μεγάλοι, και με το δίκιο τους, μου γύρισαν τις πλάτες. Ως κι αυτή η μάνα που με γέννησε… ως κι αυτά ακόμα τα βράχια…

Ακολουθεί σιγή.

-Λίγο προτού φτάσω εδώ, γέροντα, αρχίζει πάλι να μιλά ο ξένος, πέρασα από τους Ταξιάρχες. Πήγα κοντά στην εικόνα Του… στην εικόνα τη δική Του. Τον κοίταζα για πολύ ώρα και με κοίταζε. Τελικά έλιωσα ολόσωμος, έλιωσα σαν το καυτό μολύβι. «Καταλαβαίνω», του είπα. «Καταλαβαίνω πως χωρίς Εσένα η ψυχή δεν στέκεται πουθενά, μαραίνεται, χάνει τη δροσιά της, πέφτει και την τρώνε τα πουλιά. Καταλαβαίνω γιατί σ’ αγάπησε τόσο η μάνα μου, γιατί σ’ αγάπησε η νονά μου, γιτί σ’ αγάπησαν ακόμα και τα βράχια…».

-Ω, η μετάνοια, ψιθυρίζουν τα χείλη του γέροντα. Έλα, σταμάτησε, μην κλαίς. Δεν είσαι ο πρώτος… Μακάρι να σταθείς ο τελευταίος. Αφού κι ο μεγάλος ψαράς, ο μεγάλος εκείνος Απόστολος…

-Εκείνος, πάτερ, δεν είχε δει ακόμα την Ανάσταση, δεν είχε μήτε ιδέα για Πεντηκοστή. Ενώ εγώ… εγώ, που καθώς αναφέρατε, γεννήθηκα κι ανατράφηκα εκεί κάτω, σε γερές ρίζες, εγώ, το σταυρό που μου κρέμασε η μάνα μου στο στήθος, τον άφησα να μου τον πάρουν, να τον πετάξουν στα σκουπίδια…

-Χμ, τα δάκρυά σου λένε πολλά, είναι πολύτιμα, είναι μιάν απαρχή. Σίγουρα θα σε λυπηθεί ο Κύριος. Γι’ αυτό ακριβώς ο Λυτρωτής μας άφησε τα ωραία των ωραίων στον ουρανό και μίκρυνε κι έγινε δούλος σαν και τα μας.. ανθρωπάκι. Άντε, σταμάτησε να κλαίς. Και… και ν’ αρχίσεις μιάν άσκηση, ένα κανόνα. Ν’ αρχίσεις με νηστεία. Ξεύρεις γράμματα;

-Ξεύρω. Αλλά… δεν ησυχάζω μ’ αυτά, πάτερ. Νιώθω… πως να σας το μολογήσω, νιώθω την καρδιά μου σαν ένα ρόδο που χασκογελώντας το πέταξα καταμεσίς στο δρόμο, στο βούρκο, στις λάσπες…

-Τι επιθυμείς να γίνει;

-Σαν γύριζα με την ίδια γαλέρα από την πατρίδα μου όπου πήγα κορδωμένος ντυμένος με το σαρίκι και τη γούνα κι έμεινα ώρες νηστικός κατάχαμα στην κουβέρτα, ξαναβρήκα τη σκέψη μου. Τη σκέψη που μιλά κατευθείαν στην ψυχή κι απόφευγα με χίλους τρόπους. Αράδιασα σαν σ’ ένα τραπέζι εκεί μπροστά μου όλες τις θύμησες, όλα τα συμβάντα. Συνταράχτηκα φοβερά. Κι αποφάσισα την επίσημη μεταστροφή, το μαρτύριο… Μόνο το αίμα που τρέχει στις φλέβες μου, στην καρδιά μου, μπορεί να ξεπλύνει τη φοβερή μου πτώση, πάτερ… Το μαρτύριο, το μαρτύριο.

Ο γέροντας ταράχτηκε, βρέθηκε όρθιος.

-Δεν στο επιτρέπω, ανάκραξε.

-Πως;

-Δεν στο επιτρέπω… Είσαι πολύ νέος, δεν θ’ αντέξεις. Θα λυγίσεις. Και τότε αλίμονο, θα ξαναβρεθείς Οθωμανός. Θα μείνεις ώσαμε το τέλος του βίου σου τέτοιος. Θα χαθείς.

-Θα τα καταφέρω, πάτερ. Με τη βοήθεια του Χριστού μας… πως τα κατάφεραν τόσα παλληκάρια… Μην το λέτε ότι θα ξεπέσω πάλι εκεί… στο βούρκο, στους αρσενοκοίτες.

-Έμπλεξες και με τέτοια βρωμιά;

-Ευτυχώς… αυτό έλειψε.

-Αδύνατο… Οι Τούρκοι σήμερα σε φανατισμό ξεπερνούν τους ειδωλολάτρες. Άλλωστε ο Θεός βλέπει. Βλέπει τη θλίψη σου, τη μετάνοιά σου… δεν επιθυμεί να θυσιαστείς.

Ακολουθεί μακριά σιγή.

-Και τι να την κάνω τώρα πιά τη ζωή μου, εδώ που βρέθηκα, πάτερ; Τι να την κάνω; Να ρογιαστώ στα «λιμπερτά ναύλο» και να καταλύσω τα χρόνια σαν τον πατέρα μου ή να δουλεύω στους ταρσανάδες και να γυρνώ ραγιάς απ’ έξω στο Σεράι; Άλλωστε αυτοί θα με περιμένουνε. Θα ψάχνουν να με βρούνε… μια μέρα θα με πιάσουν.

-Χμ, δεν το σκέφτηκα… έχεις δίκιο. Να φύγεις. Να ετοιμαστείς να φύγεις. Να ταξιδέψεις, να πας αλλού.

-Να πάω αλλού… Που τάχα να τραβήξω;

Ακολουθεί μικρή σιγή. Ο γέροντας φέρνει για μια στιγμή τα δάχτυλα των χεριών στο μέτωπο. Απομένει συλλογιαμένος.

-Για στάσου, πετέται και λέει. Για στάσου, έχω μια ιδέα. Να πάρεις των ομματιών σου και… και να ταξιδέψεις, να πας μακριά, στο βοριά…, να πάς στον Πόντο, εκεί που δώσανε καράβια οι συμπατριώτες σου, για να συντρέξουν  τον Καπουδάν πασά. Να πας, λέω, στο Κρίμι. Εκεί τώρα έχασε πια τον πόλεμο η Πόρτα, κηρύχτηκε ανεξάρτητος ο τόπος και διαφεντεύει ο Τσάρος. Οι Ρώσοι είναι σαν και μας, ορθόδοξοι. Είναι χριστιανοί. Θα μπορείς εκεί ελεύθερα να προσεύχεσαι. Από το ίδιο Ποτήρι να παίρνεις τα τίμια δώρα… Πίστη, προσευχή, μετάνοια. Κι από κοντά θα σου βάλω κι έναν κανόνα. Ο Χριστός, που ως φαίνεται κάτι κατάλαβες από το μεγαλείο της αγάπης Του, ο Χριστός δεν θα σ’ αφήσει.

Ο καταλαχάρης επισκέπτης ακούει. Ακούει σκυφτός, δεν προβάλλει αντίλογο. Σα να προσδέχεται την ιδέα. Ξάφνου τον ξαναπιάνουν λυγμοί. Κλαίει, κλαίει αστείρευτα. Σε καλό του!

-Βδέλυγμα της ερημώσεως!... ανακράζει. Ασέλγεια… σαπίλα, δυστυχία μου… Δεν μπορώ πιά με τίποτα, με τίποτα να ξεκουράσω τον εαυτό μου.

-Άντε σήκω, και θα ξανανταμώσουμε, αρθρώνει συγκινημένος ο γέροντας. Σήκω και βράδιασε. Απόψε λέω να ξενυχτίσω για χάρη σου. Θα παρακαλέσω τη σωτηρία σου. Μη στενοχωριέσαι. Καταλαβαίνω… Όσο θυμάσαι την πτώση σου, το μπλέξιμό σου, λιώνεις. Αλλά η τελική δυστυχία προορίζεται για το δαίμονα.

Καθώς δε μιλά πια κανείς από τους δυό, καθώς γίνεται άκρα ησυχία, απέξω από το καλύβι, ολοτρόγυρα στα κλαδιά, αντηχεί το τιτίβισμα των πουλιών που πάνε να κουρνιάσουν. Από λεπτό σε λεπτό αυξάνεται, φουντώνει, αντηχεί μια ολάκερη συναυλία. Τόσο συναρπαστικά, τόσο γλυκά, τόσο ωραία… Ποιος ξέρει τον αριθμό τους… Λαός ολάκερος.

-Τα πετεινά, ψελλίζουν τα χείλη του γέροντα. Τα πετεινά του ουρανού.

-Μακάρι ναμουν σαν κι αυτά… στενάζει ο ξένος. Και τα μάτια του για Τρίτη φορά βουρκώνουν.

-Εκπέμπουν με όση δύναμη διαθέτουν τη βραδυνή τους προσευχή, συμπληρώνει ο «πατερούλης».

Κι απλώνει το χέρι κι ευλογεί τον απροσδόκητο τούτο επισκέπτη.

 

ΠΗΓΗ: «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ» του Σώτου Χονδρόπουλου

Ενθυμούμενος επί τι μνήμη του Αγίου νεομάρτυρος Κων/νου του Υδραίου

 


22 χρόνια πίσω στο 1998.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στα σύνορα των συνοικιών Υμηττού και Βύρωνα στην Αθήνα. Χωρίς κάποιο χωριό στο οποίο να έχω ρίζες. Άσχετος από την ορθόδοξη πίστη στην οποία είμαι βαπτισμένος. Έχοντας παρατήσει την εργασία που μου προσέφερε τα προς το ζην και έχοντας αγοράσει την πρώτη μου Καινή Διαθήκη, αποφασίζω Σεπτέμβριο μήνα να πάω το πρώτο Προσκυνηματικό μου ταξίδι στην Πάτμο (θα μπορούσα εκείνη την εποχή κάλλιστα να πήγαινα στο Θιβέτ λόγο πνευματικής αναζήτησης). Ένας φίλος (καλή του ώρα) είχε σπάσει το χέρι του και είχε πάρει αναρρωτική άδεια από την δουλειά του και αποφασίζει να έρθει παρέα.

Στο Νησί όταν φτάσαμε νοικιάσαμε ένα δωμάτιο κοντά στο λιμάνι και από κεί κάναμε τις εξορμήσεις μας στα προσκυνήματα και στις παραλίες του Νησιού.

Στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι που κοιμόμουνα, άφηνα την Καινή Διαθήκη, την οποία διάβαζα για πρώτη μου φορά. Μόλις διάβασα τους στίχους της α΄ Επιστολής του αποστόλου Ιωάννου:

1 Τεκνία μου, ταῦτα γράφω ὑμῖν ἵνα μὴ ἁμάρτητε· καὶ ἐάν τις ἁμάρτῃ, παράκλητον ἔχομεν πρὸς τὸν πατέρα, Ἰησοῦν Χριστὸν δίκαιον·

2 καὶ αὐτὸς ἱλασμός ἐστι περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περὶ τῶν ἡμετέρων δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοῦ κόσμου.

3 Καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐγνώκαμεν αὐτόν, ἐὰν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν.

4 Ὁ λέγων, ἔγνωκα αὐτόν, καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν, ψεύστης ἐστί, καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν·

5 ὃς δ᾿ ἂν τηρῇ αὐτοῦ τὸν λόγον, ἀληθῶς ἐν τούτῳ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τετελείωται. Ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ ἐσμεν.

6 Ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀφείλει, καθὼς ἐκεῖνος περιεπάτησε, καὶ αὐτὸς οὕτω περιπατεῖν.

Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει από την αγάπη του αγίου που έβγαινε από τους παραπάνω στίχους.

Η σπιτονοικοκυρά που έμπαινε για να καθαρίσει το δωμάτιο τις ώρες που λείπαμε είδε την Καινή Διαθήκη και συγκινήθηκε, ευχαριστήθηκε τρόπον τινά και μας κάλεσε σπίτι με το σύζυγό της και τον γιό της να φάμε μαζί τους και να μας γνωρίσουν κάπως καλύτερα.

Φεύγοντας από το Νησί, μας χάρισε τον βίο του Νεομάρτυρα Κωνσταντίνου του Υδραίου, του Σώτου Χονδρόπουλου. Το οποίο της το είχε δωρίσει η μοναχή Ευφροσύνη από την μονή του Αγίου Χαραλάμπους (μονή Λευκών) στην Οκτωνιά Ευβοίας όπου είχε πάει κάποτε για προσκύνημα. Το βιβλίο το κράτησα εγώ, διότι του φίλου μου δεν του πολύ άρεσε η ανάγνωση βιβλίων και μάλιστα θρησκευτικού περιεχομένου, χωρίς βέβαια να είναι και ενάντιος. Το διάβασα και με συγκίνησε ιδιαίτερα ο Άγιος. Ο οποίος πιστεύω έχει μεσολαβήσει, πρεσβεύσει στον Κύριο, μαζί με το Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και δεν ξέρω πόσους αγίους ακόμα για να με ελεήσει.

Μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, Νοέμβριος του 1998 ήρθαν τα πράγματα έτσι και πήγα για δουλειά στην Ερέτρια Ευβοίας.

Συνεχίζοντας την πνευματική μου πορεία στην Εύβοια, ήρθαν πάλι έτσι οι καταστάσεις στην ζωή μου όπου βρίσκομε από το 2010, ανατολικότερα, περίπου 3χλμ. από την μονή του αγίου Χαραλάμπους (μονή Λευκών) όπου  ζω και ησυχάζω με τον γέροντά μου στο ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος.

Συμπτώσεις; Παρά είναι πολλές!

Βοήθειά μας ο Άγιος Κωνσταντίνος που εορτάζουμε σήμερα!

μ. Δ.


Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

Κωστή, πλανώνται οι άνθρωποι…

 


-Σεβασμιώτατε, αδυνατίσατε, κόψατε πολύ, φοβούμαι… του πέταξε δυό μέρες αργότερα καθώς τον αντάμωσε δειλινό να σκαλίζει τις τριανταφυλλιές στον κήπο.

-Μη φοβείσαι, Κωστή, άκουσε όπως πάντα σιγαλερή τη φωνή του.

-Ο κόσμος έξω…

-Τι κάμει ο κόσμος;

-Εργάζεται, μοχθεί αλλά και απολαμβάνει.

-Σαν τι απολαμβάνει;

-Χμ, άνεσιν, το κοινώς λεγόμενον χουζούρι… γλυκίσματα, φρούτα, μουσική, θεάματα.

-Πλανώνται, Κωστή, πλανώνται οι άνθρωποι όταν αναζητούν την ευτυχίαν εκτός του εαυτού των. Πλούτος, δόξα, κοσμικαί απολαύσεις, ηδοναί και πάσα τρυφή του βίου, καταλήγουν εις πικρίαν. Εκατόν τοις εκατόν. Έσο δι’ αυτό βέβαιος…

-Χμ, δεν αντιλέγω, αλλά…

-Μεταχειριζόμενος το «αλλά» αντιλέγεις. Πάσα αληθής ευτυχία έχει έδρα της την ηθικήν χαράν.

-Μου τόχετε ξαναπεί.

-Εκτός από το πλήθος του κόσμου το οποίον βλέπεις και συχνάκις συναναστρέφεσαι, Κωστή μου, υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος. Ένας κόσμος, εντός του μεγάλου τούτου πλήθους.

Τον κύτταξε απορεμένος.

-Μην απορείς. Αναμέσον των πολλών και των ενδιαφερόντων αυτοίς ζεί και υφίσταται και μία διαφορετική ομάς. Είναι οι ολίγοι οίτινες αναζητούν ανά πάσαν στιγμήν τον Κύριον. Τούτο τους αποφέρει ανάτασιν, αγγελικήν τινα γλυκύτητα. Η ζωή των καθίσταται οσημέραι μεστή προσδοκιών και αγώνων. Αγώνων συνεχών. Ζούν και πορεύονται με το λεγόμενον «χαροποιόν πένθος». Η ομάς αυτή των ανθρώπων δυστυχώς παραμένει ξένη, παραμένει άγνωστος, πολλάκις κεκρυμμένη εις τους πολλούς. Αν εξέλθουν του ταμείου των, αν αποκαλύψουν τον ιδιάζοντα τρόπον του σκέπτεσθαι εις τους πολλούς, ούτοι θα παραξενευθούν, μάλλον θα χλευάσουν, αγαπητέ φίλε και σύντροφέ μου.

Ο Σακκόπουλος δεν περίμενε αυτή την αποκάλυψη. Κοντοστάθηκε λίγο σκεπτικός, μια ιδέα δάκρυσε.

-Σεβασμιώτατε, ψιθύρισε, άλλο τι έθιξα και αλλού μ’ εκσφενδονίσατε. Ευλογημένοι νάναι οι δρόμοι που θα περάσετε. Θα σας επαναλάβω κάτι που αποφεύγετε ν’ ακούτε. Είσθε ένας αφανής ποταμός. Ένας ποταμός αφανής αλλά διαυγέστατος.

-Μην χαρακτηρίζεις, μηνυπερβάλλεις. Ευρισκόμενος εις το στάδιον της νεότητος συχνάκις σε παρασύρει ο ενθουσιασμός…

-Καθόλου. Σήμερον εις τον εικοστόν αιώνα τα πλήθη πράγματι πλανώνται. Αναζητούν την ευτυχίαν εκτός του εαυτού των. Μόνον, αχ αυτή η φθορά να έλειπε… Αδυνατίσατε, κόψατε, πολύ…

-Μη φοβείσαι. Αναμέσον μας υπάρχει ο πανόπτης Οφθαλμός. Ούτος δύναται από τους λίθους και εκ του μηδενός να αναστήσει εργάτας.

 

Πηγή: «Ο άγιος του αιώνα μας»

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Τυπικό ακολουθιών με κομποσκοίνι

 

Πριν μερικά χρόνια, το αγιορείτικο περιοδικό «Άγιος Αγαθάγγελος ο Εσφυγμενίτης» είχε δημοσιεύσει μία σειρά άρθρων του Γέροντος Αυγουστίνου αγιοβασιλειάτου, για το πως γίνονται οι ακολουθίες με το κομποσκοίνι. Ανάμεσα σε αυτά τα άρθρα, ήταν κι ένα πίνακας με τυπικό ακολουθιών με κομποσκοίνι, που είχαν βρεί στο κελί κάποιου ερημίτη. Το οποίο τυπικό παραθέτουμε σε φωτογραφία, διότι πολλές φορές, πολλοί αδερφοί μας χριστιανοί, λαϊκοί όντες, μας ρωτούν πως γίνονται οι ακολουθίες με κομποσκοίνι.

Να πούμε ότι υπάρχουν πολλές παραλλαγές και τροποποιήσεις σε αυτό το θέμα.

Εμάς πάντως μας αναπαύει το παρών τυπικό.

Διαβάστε επίσης:«Περί προσευχής και προσοχής - εκλογή από τους αγίους Πατέρες»

Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» για κληρικούς και λαϊκούς

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

Ο τόπος ασκήσεως τού π. Σεραφείμ (Rose) Φωτογραφικό οδοιπορικό

 


    

150 χρόνια μετά τον θάνατο τού Οσίου Σεραφείμ τού Σαρώφ, στην άλλη πλευρά της γης, στην Καλιφόρνια, ένας μοναχός αποφάσισε να αφοσιωθεί στον Κύριο προσπαθώντας να μιμηθεί τα κατορθώματα τού Γέροντα τού Σαρώφ. Είχε δε, λάβει στην τελετή τής κουράς το όνομα τού Γέροντα.

Δεν ήταν πολλοί οι ασκητές τού εικοστού αιώνα που είχαν τέτοιον αντίκτυπο στην εκκλησία των συμπατριωτών μας στη Σοβιετική και στη μετα-Σοβιετική Ρωσία, όσον είχε ο ιερομόναχός Σεραφείμ (Rose).

Ο ασυνήθιστος, αλλά τόσο στενός και αναγνωρίσιμος σε μάς δρόμος του στην Εκκλησία, η υψηλού επιπέδου ασκητική ζωή, η εκπληκτικά ζωντανή πίστη, η ευρυμάθεια, η βαθιά και χαρούμενη προσωπική ανακάλυψη τής δυνατότητας να εισέλθει στην εν Χριστώ ζωή, ενέπνευσαν και έδωσαν δύναμη σε πολλούς από αυτούς που αναζητούσαν/αναζητούν τον Θεό.

Ο νεαρός Αμερικανός Ευγένιος Ρόουζ (Rose), ο οποίος απροσδόκητα έγινε ορθόδοξος μοναχός και εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό ορεινό μοναστήρι στην ερημική Πλατίνα τής Καλιφόρνιας, μπόρεσε να εκπληρώσει απόλυτα, στην κυριολεξία, την τελευταία εντολή τού Σωτήρος στους μαθητές του: «πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (κατά Μάρκον 16:15). Ο Ιερομόναχός Σεραφείμ όχι μόνο ανακάλυψε για τον εαυτό του ολόκληρη την «ήπειρο» τής ορθόδοξης πατερικής κληρονομιάς, αλλά κατόρθωσε να μιλήσει περί αυτού με τέτοιο τρόπο ώστε να παρασύρει εκατομμύρια ανθρώπων από όλο τον κόσμο.

Η με ευγνωμοσύνη ανάμνηση αυτών για τον π. Σεραφείμ Ρόουζ, οι προσευχές τους περί αναπαύσεως τής ψυχής του, αυτά όλα είναι το ορατό και κατανοητό μέρος τής «ανταμοιβής», η οποία, πιστεύουμε, τον περιμένει στη Βασιλεία τού Θεού «δήσωμεν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι· τοίνυν τὰ γεννήματα τῶν ἔργων αὐτῶν φάγονται.» (Ησαΐας 3:10).

Προσκαλώ τούς αναγνώστες να γνωρίσουν από πιο κοντά, και με έναν ιδιαίτερο τρόπο, αυτόν τον σπουδαίο ασκητή τής εποχής μας. Πριν από μερικά χρόνια, επισκέφτηκα την Πλατίνα, προσευχήθηκα στον τάφο τού π. Σεραφείμ και ετοίμασα μια μικρή φωτοθήκη. Μπροστά σας ανοίγεται η θέα τού μοναστηριού, με τα βουνά τριγύρω, το κελί του, τα προσωπικά του αντικείμενα. Όλα εδώ μιλούν με ειλικρινή και αυστηρό τρόπο γι 'αυτόν, χωρίς περιττές λέξεις και εικασίες.

Ο Ιερομόναχός Σεραφείμ έζησε, εργάστηκε και αποδέχτηκε το τέλος του ως μάρτυρας και εξομολογητής τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πριν από το θάνατό του, υπέφερε τρομερά και για πολλές ώρες. Αλλά ο π. Σεραφείμ περπάτησε στον δικό του Γολγοθά χωρίς γογγυσμούς, με χριστιανική ευγνωμοσύνη, με θάρρος και υπομονή. Αυτή και ήταν η τελευταία και ήσυχη διδαχή του σε μάς όλους.

Ο δρόμος προς το μοναστήρι

Ο τάφος τού π. Σεραφείμ

Το κελί

Τυπογραφείο

Μοναστήρι Οσίου Γερμανού τής Αλάσκας

Μητροπολίτης Τύχων (Σεβκούνοφ)
Μετάφραση γιά το gr.pravoslavie.ru: Γρηγόριος Μάμαλης

ΠΗΓΗ: Pravoslavie.ru

12/24/2019