Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

ΜΠΛΑΓΟΣΛΑΒΗ ΝΙΚΟΝΤΗΜ




Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Πέτρος κατα την επίσκεψίν του εις το Άγιον Όρος αναβαίνων προς την Σκήτην της Αγίας Άννης

Ο γέροντας μου, ο γερω –Νικόδημος, ήταν ένα καλοκάγαθο γεροντάκι από την Κύπρο. Στο Άγιον Όρος είχε περισσότερα από πενήντα χρόνια. Εφημίζετο πολύ διά την καλοσύνη του. Είχε το χάρισμα της ελεημοσύνης.
Η καλύβι μας, η «Ανάληψις» του Χριστού, βρισκόταν στο κέντρο της Σκήτης της αγίας Άννης, κάτω από το Κυριακό.
Πολλοί ασκητές και ερημίτες περνούσαν από την καλύβι μας για να τους γεμίσει ο γερω-Νικόδημος τον τρουβά τους με παξιμάδια, λεμόνια, πορτοκάλια, και ελιές, και πότε-πότε κανένα κομμάτι τυρί. «’Ελα, έλα μψυχή μου, έλα να πιείς κανέναν γκαφέ,» τους έλεγε με το χαμόγελο στα χείλη με την κυπριώτικη του προφορά. Το θεωρούσε αμαρτία να μη φιλοξενήσει τον περαστικό Αγιοβασιλειάτη ή Κατουνακιώτη που ζούσαν στην έρημο του αγίου Όρους.
Πως να ξεχάσω που πολλές φορές μου γέμιζε τον τρουβά με τρόφιμα, και κρυφά, όταν οι άλλοι μετά το απόδειπνο πλάγιαζαν για ύπνο, με έστελνε να επισκεφθώ αρρώστους και πτωχούς κάτω στα Βουλευτήρια ή στα Κατουνάκια.
Ήταν λιγάκι δύσκολο αυτό γιατί έπρεπε στις δυό από τα μεσάνυχτα, την ώρα της Ακολουθίας, να είμαι στη θέση μου μέσα στην Εκκλησία. Κανείς δεν έπρεπε να ξέρη την νυκτερινή μου αποστολή. Ευτυχώς που έβγαζαν φτερά τα πόδια μου, νέο παιδί τότε, και έτσι τά ‘βγαζα πέρα.
Η φήμη του γερω-Νικόδημου είχε εξαπλωθεί σ’ όλο το άγιον όρος. Στο Ρωσικό Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα ήταν γνωστός με το όνομα Μπλαγοσλάβη Νικοντήμ, δηλαδή, ευλογημένος Νικόδημος.
Κάποτε – μας διηγήθηκε ο ίδιος- σε μια πολύ βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα η πόρτα της καλύβης κτύπησε. Άνοιξε ο ίδιος και είδε εμπρός του έναν άγνωστο καλόγηρο. Του είπε να περάσει μέσα, να ξεκουραστεί και να στεγνώσει τα βρεγμένα του ράσα, αλλά εκείνος δεν δέχτηκε. «Πάρε και φύλαξε μου αυτό που σου δίνω ώσπου να ξανάλθω.»
Του παρέδωσε ένα σακουλάκι μικρό που από το βάρος κατάλαβε πως είχε μέσα νομίσματα χάλκινα.
Ο άγνωστος καλόγηρος καληνύχτισε κι έφυγε χωρίς να ειπή ούτε το όνομά του.
Πέρασε πολύς καιρός, πάνω από χρόνος, και να μια ωραία ηλιόλουστη μέρα έρχεται πίσω και ζητά από το γέρω- Νικόδημο την παρακαταθήκη.
-Μου δίνης γέρω-Νικόδημε αυτό που σου ‘δωσα να μου φυλάξεις;
-Ναι, ναι μψυχή μου. Έλα, έλα κάθισε μέσα να ξεκουραστείς και να σου το δώσω.
 Αυτή τη φορά, ο ξένος δέχτηκε την πρόσκληση.
Προτίμησε τσάι από «γκαφέ» και ο γερω-Νικόδημος του έφερε το κομπόδεμα του. Με έκπληξη και θαυμασμό ο ξένος διαπίστωσε ότι το κομπόδεμα ήταν άθικτο, δεν είχε ανοιχτή. Ο γερω-Νικόδημος δεν είχε την περιέργεια να το ανοίξη και να δη τι περιείχε.
-Πάρε το μψυχή μου, δικό σου είναι.
 Εκείνος το άνοιξε και το άδειασε επάνω στο τραπέζι ήταν χρυσά ρούβλια.
-Γερω-Νικόδημε, σε ευχαριστώ. Είσαι άνθρωπος του Θεού. Εγώ είμαι Ρώσος καλόγηρος προσκυνητής. Άκουσα για σένα να λένε και ήλθα να βεβαιωθώ από κοντά. Πράγματι είσαι μπλαγοσλάβη Νικοντήμ.
Άφησε μερικά ρούβλια πάνω στο τραπέζι και έφυγε για να διαλαλήσει και στη Ρωσία την αρετή του Κυπρίου γέροντα της Αναλήψεως,  του γέροντά μου, του γερω-Νικόδημου, που στην μνήμη του έδωσα το όνομα του στον υποτακτικόν μου αρχιμανδρίτην Νικόδημον, και εύχομαι να πάρει την αρετήν του. 

Από το βιβλίο «Ιερές Αναμνήσεις»  του Μακαριστού Μητροπολίτου Αστορίας Πέτρου.