Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΔΕΣΙΜΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ(1969) ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

2 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Εις ένα σεμινάριον της Δισποράς, ο επίσκοπος θέλησε ν’ απαλλαγή από μερικούς «συντηρητικούς» φοιτητάς οι οποίοι ηρνούντο να συμμορφωθούν με την αλλοπρόσαλον πολιτικήν του η οποία εστερείτο δογματικού και κανονικού ερίσματος. Έτσι λοιπόν ως άλλος Σατράπης της αρχαίας Μηδοπερσίας, μη δυνηθής να εύρη εις αυτούς πρόσχημα απαλλαγής, εφεύρε το εξής: Εδήλωσε εις τους φοιτητάς ότι την ερχομένην Κυριακήν όταν θα ιερουργούσε ο ίδιος έπρεπε όλοι ανεξαιρέτως να γονατίσουν την ώραν του Καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, πράγμα το οποίον ως γνωστόν ρητώς απαγορεύεται από τους ιερούς κανόνας και την όλην των ορθοδόξων παράδοσιν, καθ’ ήν από το «Φως ιλαρόν» του εσπερινού του Σαββάτου, μέχρι το «Φως ιλαρόν» του εσπερινού της Κυριακής, όταν αναστρέφει ο ιερεύς το Ευαγγέλιον επί της Αγίας Τραπέζης, τοποθετών τούτο με εμφανή την πλευράν της Αναστάσεως, τότε σταματάει κάθε μετάνοια και γονυκλισία, εις τύπον της «κοινής αναστάσεως» και «Υιοθεσίας».

Την ερχομένην Κυριακήν λοιπόν δώσαντος του ευσεβιστού επισκόπου το σύνθημα, άπαντες δίκην καμηλών έπεσαν εις τα γόνατα, οι δε «τη θεοσεβεία συνταχθέντες νεανίαι» μη υποκύψαντες «τω δόγματι τω τυρανικώ» έμειναν όρθιοι ως εν άλλη κοιλάδι Δεειρά, τοις πατράσι και τη δισχιλιετή μάλλον της Εκκλησίας παραδόσει υποτασσόμενοι. Τότε εις εξ αυτών Δημήτριος το όνομα εξ ίσου ευσεβής, πλήν την εποχήν εκείνην μη αρκούντως κατατοπισμένος εις τα εκκλησιαστικά, προς αποφυγήν σκανδάλου τους επλησίασε και τους είπε:

-Γονατίστε βρε παιδιά, για τα μάτια, δώστε τόπο στην οργή και απάνω του η αμαρτία.

-Δεν μου λες Δημήτριε, του είπαν, εάν αύριο ο επίσκοπος σου απαγορεύσει να κάμης το σημείον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, θα υπακούσης επειδή είναι επίσκοπος;

-Όχι για το όνομα του Αγίου Θεού!

-Και όμως δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να μας προστάζει να κάνουμε το σημείον του Σταυρού!

-…….

-Εάν λοιπόν εσύ δεν υπακούσης περί πράγματος το οποίον δεν διακελεύουν, πως απαιτείς από ημάς να υπακούσωμεν, εις διαταγήν εναντίον των κανονικών απαγορεύσεων;

-…….

Η προς την Ιεραρχίαν υπακοή μας, αιδεσιμολογιώτατε, είναι απόροια της εις Χριστόν πίστεώς μας, και να μη νομισθή ποτέ το αντίθετον, ότι τάχα πιστεύουμε εις τον Χριστόν για να …. υπακούσουμε στην Ιεραρχία. Ιεραρχίαν έχουν και οι νεστοριανοί και οι λατίνοι. Όταν έχουμε έναν προσύλητο π.χ. εκ των λατίνων που θέλει να γίνη ορθόδοξος, μήπως πρέπει τάχα να ζητήση πρώτα την έγκριση του πάπα, πρωτού προσχωρήση στην Ορθοδοξία; Όπου λοιπόν δεν υπάρχει η αληθής πίστις, ούτε ιεραρχική υπακοή δεν υπάρχει αλλά ούτε και ιεραρχία κάν. Η εν τη Εκκλησία λοιπόν ορθόδοξος πίστις είναι το αιτιατόν της Ιεραρχίας!

Και όμως επειδή θέλουμε να είμεθα συνεπείς εις τας αρχάς αυτάς, τας οποίας και υμείς θεωρητικώς αποδέχεσθε ως «εκ των ων ουκ άνευ» μας μέμφεσθε επί προτεσταντισμώ και μας ειρωνεύεσθε ως «υπερορθοδόξους», «υπερζηλωτάς», «υπερεκκλησίας» και «υπερσυνόδους». Και κατηγορείτε ημάς επί προτεσταντισμώ, τους μυρίας εν τη ασθενεία ημών επιχειρούντας ακροβασίας και παραβάσεις και πράξεις αντικανονικάς και ακαίρους, που θα μας επιτρέψουν να ‘ρθούμε έμπροσθεν του θρόνου της Χάριτος κράζοντες: Κύριε, ελέησον! Ότι εις πολλά άπαντες επταίσαμεν αλλά την αλήθειαν την οποίαν μας παρέδωκες, ιδού άχρι του νυν διετηρήσαμεν ακαιρέα και αλώβητον και αδιάφθορον! Μη εις ημάς, Κύριε, μη  εις ημάς αλλά τω Ονόματί Σου δος Δόξαν, «ένεκεν των πατέρων μας» εις τα ίχνη των οποίων τόσον αδεξίως προσπαθήσαμε να βαδίσουμε πίπτοντες πολλάκις και εαυτοίς αντφάσκοντες, αλλά την διδαχήν των πατέρων τηρήσαμε αδιάφθορον, και τας πινακίδας των οδών και τας διευθύνσεις δεν εσυγχύσαμε. Σκανδαλίζεσθε εις τοιαύτην διαγωγήν αιδεσιμολογιώτατε, και χαρακτηρίζετε αυτήν ως ….. «προτεσταντικήν» αλλά τότε τι να είπωμεν διά το υπεραιωνόβιον σύστημα του Μάουερ και του Φαρμακίδη, το ποιούντα την Ελλαδικήν Εκκλησίαν αντίγραφον του βαυαρικού κονσιστορίου, και των άλλων προτεσταντικών συστημάτων τα οποία ως εκ της φύσεως της θεολογίας των αναγνωρίζουν την πολιτείαν ως «Μέγιστον Ποντίφηκα», και υμείς αντί να κινήσετε ουρανόν και γην δια να απολλάξετε την Εκκλησίαν από τοιαύτην επαίσχυντον ατίμωσιν και δουλικήν χειραγωγίαν, αρκείσθε εις το να δικαιολογείτε το αίσχος τούτο, με το πρόσχημα της «βυζαντινής συναλληλίας» κατά στρατηγούντες την ιστορικήν των πραγμάτων αλήθειαν και περιοριζόμενοι ακρωτηριακώς εις τας υπερβάσεις των βυζαντινών αυτοκρατόρων, θέλετε να επιβάλλετε εις τον ηγιασμένον του Κυρίου λαόν, μία ιεραρχίαν της πολιτείας υποχείριον! Τι προτεσταντικώτερον τούτου!

Τι προτεσταντικώτερον επαναλαμβάνω του φρικτού αυτού Καισαροπαπισμού τον οποίον υποφέρομεν από της εποχής του Όθωνος; Και όμως ο προτεσταντισμός αυτός της Ελλαδικής ιεραρχίας δεν σας σκανδαλίζει, όσον σας σκανδαλίζει ο δήθεν προτεσταντισμός των γνησίων ορθοδόξων χριστιανών εκείνων, οι οποίοι ως θεοδίδακτοι εκ του χρίσματος του Αγίου ό ελάβομεν εξερχόμενοι των βαπτιστηρίων υδάτων, δεν ανεγνωρίσαν εις την α υ θ α ί ρ ε τ ο ν  επιβολήν του παπικού εορτολογίου φωνήν Αγίου Πνεύματος, αλλά τουναντίον υπ’ Αυτού φωτιζόμενοι διείδον το θανάσιμον εμβόλιον της αιρετικής Δύσεως διά του οποίου αύτη επιζητεί να μας συμπαρασύρει εις την πτώσιν της και την νέκρωσίν της, και ανεζήτησαν έστω διά ακροβατισμών και κανονικών υπερβασιών, ως εκάστοτε παρατηρείται εις εκκλησίαν εμερίστατον, ποιμένας συνετούς κατά την καρδίαν αυτών!

Είναι τάχα προτεσταντισμός, ως επιχειρήτε ν’ αποδείξετε διά της κανονιολογικής οδού σχολαστικού τύπου (συγχωρήσατέ μας την έκφρασιν), το ότι πιστοί, μοναχοί και κληρικοί, ανεγνώρισαν εις τα Πρόσωπα των πρώην Φλωρίνης Σεβ. Χρυσοστόμου και Δημητριάδος Σεβ. Γερμανού, τους γνησίους αυτών ποιμένας εμφορουμένους υπό του πνεύματος της γνησίας αποστολικής παραδόσεως και αυθεντικούς αυτής αντιπροσώπους. Και σκανδαλίζεσθε διότι οι εν λόγω επίσκοποι κατεστάθησαν άνευ συνοδικής αποφάσεως! Και τι  κάμετε αιδεσιμολογιώτατε με την ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ την άνω και υπεράνω οικουμενικών Συνόδων ισταμένη ως μαρτυρεί η δισχιλιετής ημών εκκλησιαστική εμπειρία και περί της οποίας θα επανέλθωμεν κατωτέρω. Και εάν καθ’ υπόθεσιν η στάσις των παλαιοημερολογητών ήτο προτεσταντική, πράγμα το οποίον ουδόλως συμβαίνει πάσης της ιστορίας συμμαρτυρούσης, δεν είναι άραγε π ρ ο τ ε σ τ α ν τ ι σ μ ό ς  εξώφθαλμος η στάσις της Ελλαδικής Εκκλησίας και άλλων, η οποία άνευ πανορθοδόξου συνόδου απεφάσισαν μονομερώς, την αλλαγήν του εορτολογίου των μαρτύρων και των πατέρων, διασπάσαντες το ενιαίον της λατρείας, και την λατρευτικήν ενότητα και την ουσίαν αυτήν  ταύτην της Εκκλησίας, και τας συνοδικάς αυτής διατάξεις, και άπασαν την ορθόδοξον εκκλησιολογίαν, καινοτομήσαντες άτοπα; Και εάν καθ’ υπόθεσιν η στάσις των παλαιοημερολογητών διά την ανασύνταξιν της ιεραρχίας αυτών, δύναται να ερμηνευθή ως προτεσταντική; Τις όμως εχάραξεν αυτοίς την προτεσταντικήν οδόν;

Δεν πρόκειται λοιπόν αιδεσιμολογιώτατε ότι θεωρούμε εαυτούς ως μας ειρωνεύεσθε «υπερορθοδόξους», «υπερσυνόδους», «υπερζηλωτάς» ή «υπερεκκλησίαν» άπαγε, ότι ουδέποτε καν συνεστήσαμεν «ίδιαν δικαιοσύνην», αλλά την στιγμήν κατά την οποία η ιστορία ημών γέμει Νεστορίων, Βέκκων, Ισιδόρων, και Αθηναγόρων, θα ήτο μεγάλη η ευθύνη μας και η ανοησία μας να θυσιάσωμεν την σώζουσαν πίστιν περί ής έκαστος περί εαυτού αποδώση λόγον, εις τας απαιτήσεις μιας ξηράς διοικητικής και ιεραρχικής υπακοής φιλιοκβιστικού τύπου, αγνοούντες την Αύραν του Αγίου Πνεύματος, την αέναον της Αγιωτάτης των Ορθοδόξων Εκκλησίας Πεντηκοστήν: «έδοξεν τω Πνεύματι τω Αγίω και ημίν». Δεν είμεθα, πάτερ μου, ούτε νούμερα, ούτε στρατιώται, αλλά ονομαστί εις έκαστος εξ ημών εκλήθημεν εις ελευθερίαν κατ’ εικόνα πλασθέντες του Αγίου Θεού. Εις έκαστος εξ ημών έλαβεν ψήφον λευκήν και επί της ψήφου όνομα γεγραμμένον το οποίον ουδείς γιγνώσκει ειμή ο λαβών. Τυγχάνομεν ορθόδοξοι ουχί εξ υποχρεώσεως ή εξωτερικής επιβολής ουχί ένεκα των περιστάσεων της εξελίξεως της ιστορίας, αλλά εξ ελευθέρας βουλήσεως και κατά χάριν «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι» δεν δυνάμεθα ούτε θέλομεν να είμεθα άλλο τι. Ουδέποτε ελησμονήσαμε ότι είμεθα πρόβατα, και ουδέποτε ισχυρίσθημεν ότι πρόβατα όντες δυνάμεθα να ποιμάνομεν τους ποιμένας μας (αν και τούτο συμβαίνει εις την Ιεραρχίαν σας ως κατωτέρω θα είδωμεν), πλήν όμως μόλις υπάρχει ανάγκη να σας υπενθυμίσωμεν ότι εν Χριστώ είμεθα πρόβατα λ ο γ ι κ ά, με Αρχιποιμένα τον Χριστόν, ενώπειον του Οποίου κατά τον ιερόν Χρυσόστομον πρόβατα και ποιμένες, «πάντες εισί πρόβατα».

Εάν λοιπόν η ιεραρχία μας εξασφαλίζει την σώζουσαν πίστιν, η απέναντί μας υπακοή μας τυγχάνει ΑΠΟΛΥΤΟΣ και ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ διά πάντα όστις ελευθέρως θέλει να είναι ορθόδοξος. Και τους ποιμένας μας και τους ιεράρχας μας οφείλομεν να σεβόμεθα και υικώς  να περιβάλομεν δια σεβασμού, στοργής και υπακοής ως «ΠΑΤΕΡΑΣ» και να αξιούμεν αυτούς «ΔΙΠΛΗΣ ΤΙΜΗΣ», και να τιμώμεν αυτούς ως ζώσας εικόνας του Αρχιποίμενος Χριστού ότι κατά τον θεοφόρον Ιγνάτιον «όπου επίσκοπος εκεί και Εκκλησία» και «θεός επί της γης» τυγχάνει ο επίσκοπος, και ο απειθών τω επισκόπω εις θεόν απειθεί. Δι’ ο και την υλικήν του Χριστού εικόνα τ ρ ί ς θυμιώμεν, τον δε επίσκοπον ως «εικόνα ζώσαν» του Αρχιποίμενος Χριστού θυμιώμεν ε ν ν ε ά κ ι ς. Και όπως μεν εάν σεσηπός τυγχάνει της εικόνος το ξύλον, εάν μεν ορθώς εικονίζει του Σωτήρος το Πρόσωπον, ου παύομεν την εικόνα προσκυνούντες διά την του ξύλου σεσηπότητα, πλήν όμως εάν τις επί ευγενούς ύλης, ζωγραφίσει όνου κεφαλή ως το πάλαι οι ειδωλολάτραι και επονομάσει τούτο βλασφημών «Χριστόν», δεν πρόκειται διά την ευγένειαν της ύλης να προσκυνήσωμεν την βλασφημίαν αλλά θ’ αποστρέψωμεν το πρόσωπον, έτσι και διά τον επίσκοπον! Εάν μεν ορθώς και ορθοδόξως φέρει το ωμοφόριον επί των ώμων αυτού και αυθεντικώς εικονίζει τον Χριστόν και την οδόν της Αληθείας και Σωτηρίας ως ο Χριστός διδάσκει, ου παύομεν αυτόν τιμώντες και προσκυνούντες ότι η τιμή «επί το πρώτυπον διαβαίνει» τον Χριστόν, καν ο επίσκοπος τυγχάνει εμπαθής και αμαρτίας πεφορτισμένος. Εάν όμως ο επίσκοπος τυγχάνει ψευδοποιμήν και εργάζεται διά την διάβρωσιν της πίστεως εξ ής εξαρτάται η Σωτηρία, τις τότε η αιτία και ο λόγος και ο σκοπός της προς τούτον υπακοής μου και τιμής, αποδόσεως, ότι η έννοια της υπακοής η περιφρούρισις τυγχάνει της πίστεως και η εν αυτή αποκοπή του ιδίου θελήματος και ο αγιασμός. Της πίστεως φθειρομένης όμως, πως δύναται να με αγιάση η υπακοή; Τις νουνεχής θα με χαρακτηρίση επί «προτεσταντισμώ».

Μη και ανθρώπους εκκλήθημεν ν’ ακολουθώμεν και να καταστώμεν ανθρωποδίδακτοι, ή τον ενσαρκωθέντα Υιόν και λόγον του Θεού, τω Πνεύματι καθιστάμενοι θεοδίδακτοι; Εάν λοιπόν ο επίσκοπος, θέσιν κατέχει Ιούδα, και ουχί αυθεντικώς αντιπροσωπεύει τον Χριστόν, αλλά θέσιν  έχει αντιχρίστου, τότε η προς ζωήν δοθείσα μοι υπακοή θέλει μη ευρεθή εις θάνατον και αυτοχειρίαν. Διατί παραγγέλει ο απόστολος: «προσέχετε τους κύνας τους κακούς εργάτας» ότι «εξ ημών αυτών εξέλθουσι άνθρωποι λαλούντες διεστραμένα». Διά ποίους λέγει ο Θεοφόρος Ιγνάτιος ότι «δοράν προβάτου φέροντες, φθοράν προβάτων κατεργάζοντε» και διά ποίους λέγει ο Μέγας Βασίλειος, ότι εκείνους που ομολογούν μεν την ορθόδοξον πίστιν «κοινωνούσι όμως τοις ετερόφροσιν όχι μόνον ακοινωνήτους να έχωμεν αλλά ούτε καν αδελφούς να ονομάζωμεν»;

Όσον αφορά την σχέσιν μεταξύ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ, ας μη γίνεται παρακαλούμεν κ α τ ά χ ρ η σ ι ς του παραδείγματος. Μη λησμονήσωμεν ποτέ ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έμεινεν μόνος λέγων ότι και εάν όλοι οι Πατριάρχαι κοινωνήσουν με τους μονοθελήτας αυτός δεν πρόκειται να κοινωνήση ποτέ διότι ένας και ο Θεός αποτελούν την πληοψηφείαν, καθώς είπεν και ο Άγιος Αλέξανδρος ο Νευαίος (Νεύσκυ) ότι ο Θεός δεν  είναι με το μέρος των πολλών αλλά με το μέρος του Δικαίου. Ασφαλώς και τότε υπήρξαν πολλοί οίτινες ειρωνεύθησαν τον θείον Μάξιμον ως «υπερσυνοδόν», «υπερζηλωτήν», «υπερορθόδοξον» και «υπερεκκλησίαν»!

Δυστυχώς ο υ π ε ρ τ ο ν ι σ μ ό ς της παρομοιώσεως της Στρατευομένης Εκκλησίας ως Σώματος Στρατού κατά τα κοσμικά πρώτυπα, είναι μεταξύ των αιτίων του νεστοριανικού, του μονοφυσιτικού και του λατινικού σχίσματος. Λησμονούμεν λοιπόν ότι η Εκκλησία ως θείον εγκαθίδρυμα δεν έχει επί της γης αυτής εικόνα η οποία να την εξεικονίζει εξ ολοκλήρου και εν λεπτομερεία. Το παράδειγμα στρατού, στρατιωτών και αξιωματικών μόνον εν μέρει και εν γενικαίς γραμμαίς εάν χρησιμοποιείται είναι συγχωρητέον και οικοδομητικόν, αλλά αι λεπτομέρειαι πολλώ δε μάλλον η καθ’ εαυτό ουσία του στρατού δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν εις την Ζώσαν καιΕλευθέραν Εκκλησίαν του Χριστού. Ο στρατιώτης οφείλει εις τον αξιωματικόν του υπακοήν και υποταγήν τελείαν ασυζήτηττον και τυφλήν. Ο πιστός και ο κληρικός οφείλουν εις τον επίσκοπον υπακοήν τελείαν πλήν όμως συνειδητήν και ελευθέραν. Τυφλήν  υπακοήν ούτε ο Θεός δεν θέλει από τους ανθρώπους. Εάν ο Αβραάμ υπήκουσεν εις τον Θεόν μέχρι θυσίας του μονογεννούς του υιού ήτο επειδή εγνώριζε, λέγει η Γραφή, ο Θεός ηδύνατο και εκ νεκρών να του τον επιστρέψει. Ο Θεός ζητεί από τον άνθρωπον την απόλυτον εκείνην υπαλοήν η οποία απορρέει εκ της τελείας αρμονίας των σχέσεων του Δημιουργού μετά του δημιουργήματος, της ταυτότητος αντιλήψεων της αναγεννημένης καρδίας μετά του Λυτρωτού Της, όπως την εξεικονίζει θαυμαστώς η περίπτωσις της πλήρους και τελείας πλήν ελευθέρας και συνειδητής υπακοής της Υπεραγίας Θεοτόκου εις τον ευαγγελισμόν του Γαβριήλ, και όπως την διετύπωσαν οι άγιοι απόστολοι εις την αποστολικήν σύνοδον των Ιεροσολύμων.

«ΕΔΟΞΕΝ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΤΩ ΑΓΙΩ ΚΑΙ ΗΜΙΝ»

Και όπως την έζησαν οι πρό ημών: «ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ» οι πατέρες είπον και ημείς λέγομεν! Όχι επειδή οι πατέρες είπον, οφείλομεν έκοντες άκοντες να είπωμεν τα αυτά, αλλά πνευματικάς και ουρανίους πραγματικότητας, και καλούμενοι εις την αυτήν εμπειρίαν με τους πατέρας: Οι πατέρες είπον και ημείς λέγομεν. Η πίστις που εβιώθη από  τους  αποστόλους και τους πατέρας δύναται να βιωθή και ημάς, διότι η πίστις μας δεν  είναι μια προς τους αποστόλους και τους πατέρας ε υ π ι σ τ ί α, αλλά πραγματοποίησις και αξιοποίησις εν ημίν του παραδοθέντος της πίστεως θησαυρού καθώς ομολογούμεν: «αύτη η πίστις των αποστόλων – αύτη η πίστις των πατέρων – αύτη η πίστις των ορθοδόξων». Τοιαύτην λοιπόν προς τους επισκόπους οφείλομεν υπακοήν, ως εικόνας ζώσας του ζώντος Χριστού επί της γης, ως αυθεντικώς τούτον αντιπροσωπεύοντες, ως ποιμένοντας και ουχί κατά κυριεύοντας την κληρονιμίαν, εις επισκόπους όμως οι οποίοι δεν μας δίδουν τας απαιτουμένας νομίμους εγγυήσεις περί τις καθαρότητός των, όσον αφορά την πίστιν και την αλήθειαν όχι μόνον υπακοήν δεν μας εμπνέουν, αλλά υποψίαν , άγχος και δυσφορίαν.

Αλλά θα παραμείνωμεν εις το παράδειγμά σας περί ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ. Και σας ερωτούμεν: Ποίαν εμπιστοσύνην δύναται να έχη ο στρατιώτης εις τους αξιωματικούς εκείνους, οι οποίοι δεν ξεύρουν τι διατάσουν, οι οποίοι πίπτουν εις τας τραγικωτέρας των αντιφάσεων, οι οποίοι όχι αξιωματικοί δεν είναι αλλά και ανεμομύλους να τους ονομάση κανείς, τους ανεμομύλους προσβάλλει!

ΔΙΑΒΑΖΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ «ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗΝ» 8.3.67

Συνοδικοί κατά Πατριάρχου διά την «Φιλοπαπικήν» δραστηριότητα αυτού και του υπ. Εξωτερικών. Αντιπατριαρχική εγκύκλιο ετοιμάζεται να συντάξη, κατ’ επιταγήν της Ιεράς Συνόδου, ο μητοπολίτης Τρίκκης διά να αναγνωσθή την Κυριακήν της Ορθοδοξίας (19ην Μαρτίου) σε όλους τους ναούς του κλίματος της Ελληνικής Εκκλησίας. Το μένος ωρισμένων ιεραρχών κατά του Πατριάρχου Αθηναγόρα εξεδηλώθη πάλιν απροκάλυπτον κατά την χθεσινήν συνεδρίασι της Ιεράς Συνόδου, εξ αφορμής των πληροφοριών ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα επισκεφθή την Αγία Έδρα και θα συμπροσευχηθή με τον Πάπα….

Κατά την σχετική συζήτησι: Ο αρχιεπίσκοπος κ. Χρυσόστομος είπεν ότι «το υπουργείον Εξωτερικών εκηρύχθη απόμακρού υπέρμαχον της συναδελφώσεως ορθοδόξων και καθολικών και ενθαρύνει τον Πατριάρχην εις τας αντιορθοδόξους ενεργείας του, αι οποίαι κατατείνουν εις την πλήρη υποδούλωσιν της Ορθοδοξίας εις τον Πάπαν». ………..

Άλλη δε εφημερίς της αυτής ημερομηνίας: Σύσσωμος η ιερά σύνοδος, μηδέ του αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χρυσοστόμου εξαιρουμένου, επετέθη δριμύτατα κατά του οικουμενικού πατριάρχου κ. Αθηναγόρα εξ αφορμής της εκφρασθείσης υπό του τελευταίου επιθυμίας, όπως επισκεφθή την Ρώμην και συλλειτουργήση μετά του πάπα Παύλου στ! εις τον Άγιον Πέτρον.

…..Ο Πατριάρχης κατέληξεν ο μητροπολίτης κ. Διονύσιος, δι’ όσων πράττει και λέγει, απεργάζεται την υποδούλωσιν της Ορθοδοξίας εις τον παπισμόν……

Ανάλογος επίσης υπήρξε και η στάσις του Μητροπολίτου Ελευθερουπόλεως, ο οποίος εχαρακτήρισε τον πατριάρχην ως εκκλησιαστικώς και εθνικώς επιζήμιον, δεδομένου ότι οι παπικοί δεν εγκατελείπουν τα καταχθόνια σχέδιά των δια την εξαφάνισιν της Ορθοδοξίας, συνεχίζοντες δι’ όλων των μέσων, την γνωστήν προπαγάνδαν διά των κοινωφελών ιδρυμάτων προς αλίευσιν αφελών ορθοδόξων…… ( αι υπογραμμίσεις τυγχάνουν ημέτεραι)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΝ» 7.11.67

ΑΘΗΝΑΙ 7.- Εκ της ιεράς συνόδου εξεδόθη η ακόλουθος ανακοίνωσις: «Κατά την συνεδρίαν της ιεράς συνόδου ανεγνώσθη το αποσταλέν παρά του οικουμενικού πατριαρχείου χρονικόν της από 26 έως 28 Οκτωβρίου επισκέψεως της Α.Θ. παναγιότητος του οικουμενικού Πατριάρχου προς την Α. αγιότητα τον πάπαν της Ρώμης, ως και αντίγραφα των κατ’ αυτήν ανταλλαγεισών μεταξύ αυτών και άλλων αξιωματούχων της ρωμαϊκής εκκλησίας προσφωνήσεων και λόγων. Εκ της αναγνώσεως και της μελέτης η ιερά σύνοδος μετά ιδιαιτέρας ικανοποιήσεως διεπίστωσεν, ότι με την ευλογίαν του Θεού η επίσκεψις και η νέα αυτή συνάντησις των προκαθημένων των δύο εκκλησιών, ρωμααοκαθολικής και ορθοδόξου, επραγματοποιήθη κατά την διάπυρον ευχήν και προσδοκίαν της ιεράς συνόδου και του ευσεβούς πληρώματος της εκκλησίας.

Εκ του επισήμου ανακοινωθέντος, εκδοθέντος μετά την συνάντησιν, η ιερά σύνοδος ιδιαιτέρως εσημείωσεν, ότι οι δύο προκαθήμενοι «αναγνωρίζουσιν ότι ο αληθής διάλογος της αγάπης εφ’ ου δέον να βασίζωνται άπασαι αι μεταξύ αυτών και μεταξύ των εκκλησιών αυτών σχέσεις, δέον όπως είναι εριζωμένος εν τη ολοκληρωτική πιστότητι προς τον μοναδικόν Κύριον Ιησούν Χριστόν και εν τω αμοιβαίω σεβασμώ των ιδιαιτέρων αυτών παραδόσεων» και ότι ο διάλογος της αγάπης μεταξύ των εκκλησιών αυτών δέον να φέρη καρπούς ανιδιοτελούς συνεργασίας…… κοινωνικού και πνευματικού πεδίου, εν αμοιβαίω σεβασμώ της πιστότητος των χριστιανών εκατέρας σειράς προς τας ιδίας ημών εκκλησίας, διά ταύτα δε και εξέφρασεν η ιερά σύνοδος την χαράν της επί τη αισία εκβάσει της επισκέψεως της Α.Θ.Π. του οικουμενικού Πατριάρχου κ. Αθηναγόρα, επίσης δε και την ολόψυχον επιθυμίαν αυτής ίνα ο εν αγάπη και αμοιβαίω σεβασμώ εναρξάμενος διάλογος επί ίσοις όροις μεταξύ των εκκλησιών ευοδωθή άχρι του αισίου αυτού τέρματος προς δόξαν της αγίας ημών εκκλησίας και του θείου αυτής ιδρυτού»

-0-0-0-0-0-0

Τι να είπωμεν διά το ολέθριον αυτό κατάντημα της Συνόδου της Ελλαδικής Ιεραρχίας; Να χύσωμεν δάκρυα πικρά ότι επ’ ονόματι και εμπαιγμώ του: «ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» διαπράττεται το αισχρώτατον ανοσιούργημα του εξουνιτισμού του ορθοδόξου ελληνικού λαού! Μόλις οκτάμηνον χωρίζει τας δύο στήλας της σελίδος αυτής, και υμείς αιδεσιμολογιώτατε εξακολουθείτε να ομιλήτε περί αξιωματικών και στρατιωτών.

Ώστε λοιπόν Άγιοι Συνοδικοί, η θεομπαιξία του Βατικανού (Οκτώβριος 1967) «επραγματοποιήθη κατά την διάπυρον ευχήν και προσδοκίαν της ιεράς συνόου»; (Σας απαγορεύομεν εν ονόματι της Αγίας Παραδόσεως των Ορθοδόξων να συμπεριλαμβάνετε το ευσεβές πλήρωμα της εκκλησίας, το όντως τραγικόν και τεταλαιπωρημένον ποίμνιον, το οποίον απώλλεται δι’ έλλειψιν γνώσεως και του οποίου οι ταγοί το οδηγούν εις την πλάνην!) Αλλά πρό οκταμήνου μας μιλούσατε περί κινδύνου «υποδουλώσεως της Ορθοδοξίας εις τον Πάπαν» και σήμερον καλείτε τον πάπαν: ΑΓΙΟΤΗΤΑ! Αλλά εάν είναι ΑΓΙΟΣ ή η Εκκλησία την οποίαν αντιπροσωπεύει είναι Αγία και εργαστήριον αγιασμού των ψυχών μας, γιατί να μην του υποταχθούμε; Ώστε λοιπόν έχομεν μετά των φράγκων «μοναδικόν Κύριον»; Από πότε; Και πρέπει να σεβώμεθα τας παραδόσεις των λατίνων; Ποίας; Το αλάθητον, το πρωτείον, την άσπιλον σύλληψιν, το καθαρτήριον, τα συγχωροχάρτια; Ελησμονήσατε λοιπόν Άγιοι Συνοδικοί και σεις αιδεσιμολογιώτατε ότι ο καθολικισμός όχι μόνον δεν είναι ΕΚΚΛΗΣΙΑ αλλά αποτελεί ΑΝΤΕΚΚΛΗΣΙΑΝ; Ελησμονήσατε ότι άπαντα τα λατινικά δόγματα και παραδόσεις ΑΝΑΙΡΟΥΝ τα αμώμητα και σωτηριώδη δόγματα των ορθοδόξων; Και εάν αιδεσιμολογιώτατε υιοθετείτε την όντως ορθόδοξον άποψιν του Ιουστίνου Πόποβιτς, καθ’ ήν ορθώς και δικαίως, ο πάπας αποτελεί το τρίτον στάδιον της πτώσεως του ανθρώπου μετά τον Ιούδα και τον Αδάμ, δεν εσκανδαλίσθητε με τοιούτον λίβελλον της Ελλαδικής ιεραρχίας, και αρκέσθητε να χαρακτηρίσετε τας σχέσεις της με τον Αθηναγόρα, ως «α μ β ρ ο φ ρ ο σ ύ ν η ν»! Λησμονήτε ότι οι λατίνοι δεν έχουν  τίποτε το κοινόν με ημάς; Λησμονείτε ότι δεν παραδέχονται την ύπαρξιν προφητείας εν τη Εκκλησία, ούτε θαύματα και ότι και αυτά τα φαινόμενα της Λούρδης κατά την δυτικήν πολυλογίαν αποτελούν πράξεις απλώς μη αντιτιθεμένας προς την καθολικήν πίστιν! Λησμονείτε ότι κατ’ αυτούς το σώμα του ανθρώπου δεν μετέχει της θείας χάριτος, ότι δεν συμμετάσχει της πτώσεως, ότι διά της ευφυϊας δύναται ο άνθρωπος φυσικώς να επικοινωνήση με τον Θεόν κ.λ.π, κ.λ.π, κ.λ.π. πράγμα το οποίον όπως ομολογούν έντιμοι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι: ο υ δ έ ν  το κοινόν υπάρχει μεταξύ Ορθοδοξίας και Καθολικισμού, και όμως ε χ ά ρ η τ ε, δια τον διάλογον «επί ίσοις όροις», την αλήθειαν με την πλάνην εξομοιώσαντες! Θα επανέλθωμεν!

«Εκείνοι είναι ηγέται. Τον χρόνον των πόλεμων και των επαναστάσεων δεν καθορίζουσιν οι στρατιώται αλλ’ οι αξιωματικοί». Τοιούτους ηγέτας και τοιούτους αξιωματικούς σας τους αφήνομεν αιδεσιμολογιώτατε, μνήσθητι μόνον των προφητικών ρήσεων:

«Λαός μου οι πράκτορες υμών καλαμώνται υμάς, και οι απαιτούντες κυριεύσουσιν υμών, λαός μου οι μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς» Ησαΐας γ’12

«από μικρού αυτών έως μεγάλου πάντες συνετελέσατο άνομα, από ιερέως και έως ψευδοπροφήτου πάντες εποίησαν ψευδή, και ιώντο σύντριμα του λαού μου εξουθενούντες και λέγοντες: ειρήνη, ειρήνη και που έστιν ειρήνη» Ιερεμίας ς’ 13

«ακούσατε δη ταύτα, οι ηγούμενοι οίκου Ιακώβ και οι κατάλοιποι οίκον Ισραήλ, οι βδελυσσόμενοι κρίμα και πάντα τα ορθά διαστρέφοντες, οι οικοδομούντες Σιών εν αίμασι και Ιερουσαλήμ εν αδικίαις. Οι ηγούμενοι αυτής μετά δώρων έκρινον και οι ιερείς αυτής μετά μισθού απεκρίνετο, και οι προφήται αυτής μετά αργυρίου εμαντεύοντο…» Μιχαίας γ’9-11

«Ω οι ποιμένες οι διασκορπίζοντες και απολλύοντες τα πρόβατα της νομής Μου» Ιερ. Κγ’ 1

«Και διεσπίρη τα πρόβατά μου διά το μη είναι ποιμένας και εγεννήθη εις κατάβρωμα πάσι τοις θηρίοις του αγρού…» Ιεζεκιήλ λδ’ 5

Διατί επιθυμείτε να βάλετε εις τα χείλη μας λόγους οι οποίοι ουδέποτε ανέβησαν εις την καρδίαν μας: «πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, πλήν ενός εμού και ολίγων ακόμη» και αλλαχού «τότε πλέον Εκκλησία είμεθα ημείς και ότι πράξωμεν είναι αυθεντικόν και  έγκυρον»! Τι ενοείτε πάτερ με το «ημείς» και τι με το «ενός εμού και ολίγων ακόμη»; Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος προεδρεύων συνόδου 23 επισκόπων, απεδοκίμασεν επανειλημένως και δημοσίως την πολιτικήν των συγχρόνων ταγών της Ορθοδοξίας. Η Εκκλησία των ελλήνων παλαιοημερολογητών επίσης, η Εκκλησία των κατακομβών της Ρωσσίας, οι Αγιορείται πατέρες που μένουν πιστοί εις τας παραδόσεις, πλήθος λαού εκ των τάξεων της νεοημερολογητικής εκκλησίας, και των άλλων ανελευθέρων ορθοδόξων εκκλησιών! Που βλέπετε υμείς το «ενός εμού και ολίγων ακόμη» όταν πλήθος ολόκληρον στρατιάς εις όλον τον κόσμον, ιεραχών, κληρικών, μοναχών και πιστών, απορρίπτομεν και βδελισσόμεθα την υιοθετηθείσαν κατευθυντήριον γραμμήν και τας αιρετικάς δηλώσεις, στάσεις και ενεργείας εκείνων οίτινες εκλήθησαν να είναι οι φύλακες και προασπισταί της πίστεως εκ της οποίας εξαρτάται η σωτηρία μας, και να διορθώνουν και ν’ αναπληρούν την δικήν μας αμάθεια και απειρία, Ναι,  το όντι είμεθα αναρμόδιοι και απροετοίμαστοι διά τον αγώνα τον οποίον αναλάβαμε, την στιγμήν όμως όπου υμείς οι αρμόδιοι, οι γαλαζοαίματοι της Ορθοδοξίας, η αριστοκρατία της Εκκλησίας, εξελέξατε την οδόν της σχετικότητος, της πνευματικής αρτηριοσκληρώσεως, του κισμετικού και της τελείας ασπονδυλότητος έναντι των εκάστοτε περιστάσεων, «καταφρονούντες προφητείας» και «το Πνεύμα σβύνοντες», δεν μας απομένει πλέον παρά να ρίψωμεν το σύνθημα της υστάτης ανάγκης: «Ο ΣΩΖΩΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΩΘΕΙΤΩ», και ο πλέον ταπεινός και ο πλέον αναρμόδιος και ο πλέον άπειρος και αμαθής, ας καθαρίση την καρδίαν του και ας ταπεινωθή ενώπιον του Αγίου Θεού και ακολούθως ας λάβη ότι έχει εις την χείραν του ή ξύλον ή λίθον, την ταπεινήν σφενδόνην του Δαβίδ διά να αναχαιτίση «ΕΝ ΤΩ ΟΝΟΜΑΤΙ ΚΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΗΜΩΝ» τον απερίτμητον Γολιάθ της σημερινής απιστίας, τον γίγαντα της νοησιαρχίας του σκεπτικισμού και του ορθολογισμού, όπου έρχεται «με ασπίδα και δόρυ» της κοσμικής σοφίας και των εκάστοτε περιστάσεων να εξουθενίση «τον Λαόν του Κυρίου».

Συνεχίζεται

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ