Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΔΕΣΙΜΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ (1969) ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ



ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ

7 ΠΕΡΙ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΙΠΩΝ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ ΕΛΛΑΔΟΣ

Μόλις τώρα ελάβομεν εν αντιγράφω και επιστολήν του ιερομονάχου Αθανασίου Γιέβτιτς ο οποίος προσπαθεί ν’ αποδείξη  α σ ύ σ τ α τ ο ν  τον αγώνα των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος επικαλούμενος προς τούτο τας συλλειτουργίας της Ιεράς Συνόδου του Μητροπολίτου Φιλαρέτου. Πρίν απ’ όλα έχουμε να πούμε ότι η στάσις της Εκκλησίας του Μητροπολίτου Φιλαρέτου, καίτοι υπερμαχεί σθεναρώτατα της Ορθοδοξίας, εν Μέσω κολοσιαίων αντιξοοτήτων τας οποίας αδυνατούν να συλλάβουν οι εν Ελλάδι βιούντες ορθόδοξοι, δεν διατεινόμεθα ούτε ότι είναι αλάνθαστος ούτε επιβεβλημένη διά τους Γ.Ο.Χ. Ελλάδος! Οι Γ.Ο.Χ. της Ελλάδος έχει την οικονομίαν της, και η Σύνοδος του Φιλαρέτου την Δικήν της, εκάστη ευρισκομένη υπό τελείως διαφορετικάς συνθήκας και περιστάσεις. Εις την σημερινήν ζούγκλαν εις την οποίαν ζώμεν, δεν διατεινόμεθα δι’ «απόλυτον κανονικότητα». Οι Γ.Ο.Χ. Ελλάδος δεν είναι υποχρεωμένοι καίτοι διατηρούντες μυστηριακήν κοινωνίαν μετά της συνόδου του Φιλαρέτου, ν’ αντιγράφουν την σύνοδον των επισκόπων μας  ε ν  π ά σ ι! Η Σύνοδος συλλειτουργεί μετά της Σερβικής Εκκλησίας, δεν αναλαμβάνει όμως όλην την ευθύνην της Σερβικής Εκκλησίας, ει δ’ άλλως θα έπρεπε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αποδέχεται  και το Πετριαρχείον της Μόσχας, τους κληρικούς του οποίου όχι εις συλλειτουργίαν δεν δεχόμεθα αλλά ούτε εντός των ναών μας να ίστανται. Διατί η Σύνοδος του Μητροπολίτου Φιλαρέτου συγκαταβαίνει να ιερουργή με την Σερβικήν Εκκλησίαν η οποία «επισήμως» (αν το «επισήμως» έχει αξίαν τινά διά τας υποδούλους αυτάς εκκλησίας!) και με τον πατριάρχην Αθηναγόραν και τας άλλας Εκκλησίας! Λυπούμεθα διά τον Ιερομόναχον Αθανάσιον Γιέβτιτς δεν φαίνεται να έχη πνεύμα λεπτότητος και διεισδύσεως των πραγμάτων. Έτσι λοιπόν γράφει κατά τρόπον προκλητικόν «Σημειώσατε ότι ο εν λόγω Αρχιεπίσκοπος εγνώριζε πολύ καλώς ότι και με το νέον ημερολόγιον λειτουργώ είτε εντός είτε εκτός Ελλάδος και τον Οικουμενικόν Πατριάρχην μνημονεύω, …….». Ας μη νομίση όμως ο π. Αθανάσιος ότι ο Άγιος Γενεύης τον εδέχθη εις την συλειτουργίαν του, ούτε «επειδή λειτουργεί με το νέον ημερολόγιον» ούτε επειδή «μνημονεύει τον Αθηναγόραν». Διά τα δύο αυτά ζητήματα τόσον ο Άγιος Γενεύης, όσον και ολόκληρος η Σύνοδος έλαβον στάσιν σαφή και ακριβή, ως και ανέκαθεν άνευ διφορουμένων. Περί μεν του Πατριάρχου Αθηναγόρου, όρα τας εγκυκλίους του Μητροπολίτου Φιλαρέτου, το Διάγγελμα του Κληρικολαϊκού Συνεδρίου των Καννών. Περί δε του εορτολογίου όρα την επιστολήν του Μητροπολίτου Φιλαρέτου προς τον Αρχιεπίσκοπον Αυξέντιον, και το κήρυγμα του Αγ. Γενεύης Σεβ. Αρχιεπισκόπου Αντωνίου εις τον εν Κάνναις ιερόν ναόν του Αγιού Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, κηρύττοντος από άμβωνος ότι η Ελληνική Παλαιοημερολογητική Εκκλησία αντιπροσωπεύει αυθεντικώς την γνησίαν αποστολικήν παράδοσιν.

Δεν πρέπει να λησμονούν οι έλληνες ότι ολόκληρον  την Σύνοδον του Μητροπολίτου Φιλαρέτου την βαρύνουν το άγχος και η ευθύνη όλων των σλαυικών υποδούλων εκκλησιών και εκατομυρίων ορθοδόξων χριστιανών που στενάζουν υπό το πέλμα των αθέων και αντιθέων κομμουνιστικών και απολυταρχικών καθεστώτων. Οικονομεί δε προς τας σλαυικάς εκκλησίας, όπως δύναται, άλλοτε μεν αυστηρώς και απαραγκλήτως και άλλοτε ελαστικώς, μη λαμβάνουσα πάντοτε σοβαρώς υπ’ όψιν ούτε την στάσιν  ούτε τας διακηρύξεις των «νομίμων» αντιπροσώπων των Εκκλησιών αυτών. Όποιος λοιπόν κρίνει την Σύνοδον του Μητροπολίτου Φιλαρέτου μόνον εκ των φαινομένων ή αγνοεί τα πράγματα ή είναι κακοπροαίρετος.

Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος εισήλθεν εις την αίθουσαν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, είδεν τους Πατέρας εκείνους που έφεραν ακόμη τα στίγματα του μαρτυρίου των και της Ομολογίας των, και ευλαβώς ησπάσθη τας ουλάς των ομολογητών πατέρων. Μη λησμονώμεν ότι ο Άγιος Γενεύης είδε προ 25 περίπου ετών, ιδίοις όμασιν, τα πτώματα των σέρβων ορθοδόξων επιπαφλάζοντα επί των ποταμών της Γιουγκοσλαβίας και τούτο αποτελεί την πλέον πρόσφατον εικόνα της μάρτυρος Εκκλησίας την οποίαν φέρει εις την μνήμην του, ευλαβούμενος λοιπόν τα αίματα των μαρτύρων που δεν εστέγνωσαν εισέτι, εδέχθη τον π. Αθανάσιον Γιέβτιτς εις συλλειτουργίαν, και ουχί εκθαμβούμενος από τας δηλώσεις του Πατριάρχου Γερμανού, την γενειάδα του Πατριάρχου Αθηναγόρου και τας παποερτολογικάς λειτουργίας του π. Αθανασίου!

Ερχόμεθα τώρα εις το ζήτημα των χειροτονιών:
Ακούσατε πάτερ! Εάν επιθυμείτε να παίξωμεν πετροπόλεμον με τας χειροτονίας και τους μετά τούτων σχετικούς κανόνας, περί ακύρων και εγκύρων και ακυροεγκύρων και εγκυροακύρων, δεν σας χαλούμε το χατήρι. Μόνον ουδεμία θέλει προκύψει ωφέλεια, διότι αφθονία πυρομαχικών υπάρχει εκατέρωθεν. Με το ποιος εχειροτόνησε, που εχειροτόνησε, πότε εχειροτόνησε και πως εχειροτόνησε, πας τις δύναται ν’ αποδείξη τα πλέον απίθανα πράγματα, δυνάμεθα να παρουσιάσωμεν την Εκκλησίαν «Πανσχισματικήν» ή τους Παλαιοημερολογήτας κοινωνούντας με τον ……. Αθηναγόραν!

Λυπούμεθα διότι μεταχερίζεσθε τους κανόνες λίαν δικολαβικώς και δομινικανικώ τω τρόπω. Πόσαι χειροτονίαι επισκοπικαί «εγκυροάκυροι» και «ακυροέγκυροι» δεν έλαβον εις τον χόρον της «Νομω Κρατούσης Εκκλησίας» μόλις είναι ανάγκη να είπωμεν κάν, αν η μνήμη μας δεν μας απατά, κάποτε είχαν μάλιστα δημοσιευθή και εις το …… περιοδικόν «ΕΚΚΛΗΣΙΑ»!

Τι δε να είπωμεν περί της Μεταθετομανίας των επισκόπων σας, και των εκ ταύτης προκυπτουσών «ακυροεγκυρότητων»; Λέτε ότι εχειροτονήθητε διάκονος 26 ετών και ιερεύς μετά την συμλήρωσιν του 30ου έτους, μήπως μπορείτε να μας αποδείξετε εάν το αυτό συμβαίνει και με τον επίσκοπον ο οποίος σας εχειροτόνησε; Ω θα μου πήτε, είναι η Οικονομία της Εκκλησίας που καλύπτει! Και γιατί πάτερ, η δική σας ιεραρχία να μπορεί να καλύπτει οικονομικώς καθαιρετέας πράξεις και να μην μπορεί και η δική μας;

Κάμετε διάκρισιν μεταξύ αντικανονικού ακύρου και «δογματικώς υποστατού» της χειροτονίας. Αιδεσιμολογιώτατε, εάν οι Αρχιερείς μας έχουν πνεύμα Άγιον, και το Χάρισμα της Αρχιερωσύνης ενεργόν, και μας δίδουν τον Χριστόν επί του θυσιαστηρίου «προς βρώσιν τοις πιστοίς» και μας αναγεννούν διά της ιεράς κολυβήθρας, τα περαιτέρω για μας είναι δευτερεύοντα και τριτεύοντα. Και λέγω τούτον όχι διότι περιφρονώ τους κανόνας και την πειθαρχίαν, αλλά διότι εις εμπερίστατον κατάστασιν πολλά πράγματα δυνάμεθα ν’ ανεχθούμεν. Κοιτάξτε μόνον υμείς εάν ακόμη τα μυστήριά σας ενεργούνται, μέχρι πότε θα ενεργούνται.

Το παν είναι να γνωρίζωμεν εάν ΝΑΙ ή ΟΧΙ η σύστασις της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. ήτο ΑΝΑΓΚΑΙΑ, ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ και ΕΠΙΒΕΒΛΗΜΕΝΗ! Εάν ΟΧΙ, να μας το αποδείξετε, ορθοδόξως όμως και όχι δικολαβικώς. Εάν όμως ΝΑΙ, τότε ότι και να κάναμε, ότι άτοπα και έκτροπα, επιδεκτά τυγχάνουν συγνώμης και εφαρμογής της Οικονομίας της Εκκήσίας. Θα μου πείτε: «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;» Ακούστε πάτερ, έστω και αν θελήσετε να μας κατηγορήσετε επί …. «λατινισμώ», ούτε δόγμα ούτε διδασκαλία της Εκκλησίας μας είναι, πλήν όμως με ΔΙΑΚΡΙΣΗ ούτε και τελείως αποκλείεται. Εις το ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ αναγινώσκουμε τα ακόλουθα: «Ηρώτησεν ποτέ ο Αββάς Αγάθων τον Αββά Αλώνιον, λέγων: πως θέλω κρατείν της γλώσσης μου, ίνα μη λαλή ψευδή; Και λέγει αυτώ ο Αββάς Αλώνιος: εάν μη ψευδή, πολλάς αμαρτίας μέλλεις ποιείν ….» Μνήσθητι και των μαιών των εβραίων εν γη Αιγύπτου, και την ιστορίαν της Ιουδίθ, και το τέχνασμα του αποστόλου Παύλου: «Φαρισαίος ειμί»! Όταν πάντα ταύτα έλαβον χώραν και εγράφησαν, ο Ιγνάτιος Λογιόλα δεν υπήρχε ούτε, εν τη οσφύϊ του πατρός αυτού.

Τα όσα λοιπόν γράφετε περί χειροτονίας εκ ΔΥΟ ή ΤΡΙΩΝ επισκόπων, δεν έχουν θέσιν εδώ  διότι όταν η Εκκλησία είναι εμπερίστατος, τότε «ανάγκαις και Θεός πείθεται», ανάγνωτε τι εποίησεν Δαβίδ και οι μετ’ αυτού όταν επείνασεν, πως εισήλθεν εις το ναόν και έφαγεν  τους άρτους της προθέσεως, τους οποίους δεν ήτο συγκεχωρημένον να φάγωσι ειμή οι ιερείς μόνοι! Όταν λοιπόν η Αγία Εκκλησία επικαλείται κατάστασιν ανάγκης, τότε όχι ΔΥΟ αλλά και από  Ε Ν Α Ν  μόνον επίσκοπον να γίνη η μεταβίβασις της αποστολικής διαδοχής  πάλιν είναι επιδεκτική οικονομίας και ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗ! Διότι καλλίτερον είναι να χειροτονηθούμε από έναν και μόνον επίσκοπον περί την πίστιν  ά μ ε μ π τ ο ν,  παρά από στρατιάν επισκόπων αχρώων περί την πίστιν. Ότι η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ δεν έγκειται μόνον εις την διά της χειροθεσίας μεταβίβασιν της εκκλησιαστικής εξουσίας, διότι αφ’ ενός μεν τοιαύτην διαδοχήν έχουν άμεμπτον και οι νεστοριανοί και οι λατίνοι εκτός της εκκλησίας όντες, αφ’ ετέρου δε διότι η χειροτονία θα ήτο τότε μαγεία. Αλλά η χειροθεσία τότε είναι  μόνον έγκυρος και κανονική όταν δι’ αυτής μεταβιβάζεται και το ΠΛΗΡΩΜΑ της αποστολικής π ί σ τ ε ω ς,  οπότε τότε μόνον έχομεν κυριολεκτικώς αποστολικήν διαδοχήν. Και ταύτην  ε ν   α ν ά γ κ η   ένας και μόνος ορθόδοξος επίσκοπος μπορεί να την μεταβιβάσει, ενώ αντθέτως όλοι ως σώμα οι αιρετικοί ψευδεπίσκοποι δεν την έχουν να μας την μεταβιβάσουν ότι διά της αιρέσεως εμακρύνθησαν του φωτός της αληθείας, εξήλθον της Εκκλησίας και εκτός της Εκκλησίας, ούτε Χάρισμα υπάρχει ούτε Πεντηκοστή! Και ταύτα προϊδών το Πνεύμα το Άγιον, σοφώς οικονόμησεν εν τη εκκλησιαστική ημών ιστορία και την περίπτωσιν της  α ν ά γ κ η ς:

-θέσας εν τω Μεγάλω Ευχολογίω  ε ν ι κ ώ ς την αίτησιν υπέρ του χειροτονούντος επισκόπου: «και υπέρ του έργου των χειρών α υ τ ο ύ»

-Ο Σιδήριος ο οποίος κατά τον Άγιον Νικόδημον Αγιορείτην (όρα Πηδάλιον) εχειροτονήθη Επίσκοπος Παλαιβίσκης, υπό μόνου του επισκόπου Φίλωνος.

-Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός, όστις εχειροτονήθη από μόνον τον Αρχιεπίσκοπον Φαίδιμον (Αρχιεπίσκοπον Αμασείας) όχι δε τούτο μόνον, αλλά και εξ αποστάσεως οδού τριών ημερών. Τούτο δε εγένετο  ι σ χ ύ ο ν τ ο ς  ήδη και υπάρχοντος του πρώτου αποστολικού κανόνος «Επίσκοπος χειροτονείσθω υπό  Επισκόπων δύο, ή τριών», τούτο δεν ημπόδισεν την Αγίαν Εκκλησίαν ούτε την πράξιν του αοιδίμου Φαιδίμου ν’ αποδεχθή εν τη οικονομία αυτής ούτε τον Άγιον Γρηγόριον να εορτάζη ως Άγιον την 17ην Νοεμβρίου.

Τούτο δε λέγω, διά να σας υπενθυμίσω ότι η ΕΚΚΛΗΣΙΑ υπεράνω εστί των ιερών κανόνων, ότι οι κανόνες διά την Εκκλησίαν εδόθησαν και ουχί η Εκκλησία διά τους κανόνας και ότι η Αγία Εκκλησία αγνοεί το δικολαβικόν σας πνεύμα, το οποίον άλλως τε σας παρασύρει μέχρι σημείου του να λέτε ότι οι μετέπειτα κανόνες οι προβλέποντες απαραιτήτως 3 επισκόπους «Α Κ Υ Ρ Ω Σ Α Ν» τον πρώτον αποστολικόν τον ανεχόμενον 2, εισαγαγόντες ήδη το ορθολογηστικόν ύφος που θα οδηγήση την 8ην ψευδοσύνοδον εις την …. «δ ι ά κ ρ ι σ ι ν» μεταξύ των ιερών κανόνων. Ταύτην όμως την λεπτήν ένοια προϊδών ο Άγιος Νικόδημος λέγει: «Βεβαιών δε τον αποστολικόν» «ουκ εναντιούμενος τω αποστολικώ».

Βεβαίως και ημείς λέγομεν «ΟΙΚΟΝΟΜΗΤΕΟΝ ου ΠΑΡΑΝΟΜΗΤΕΟΝ» και οι εξαιρέσεις «νόμοι της Εκκλησίας δεν γίνονται», οι εξαιρέσεις όμως υπάρχουν και δύναται η Αγία Εκκλησία και ταύτας ν’ αγιάση και να χρησιμοποιήση.

Λέτε και ισχυρίζεζθε ότι εχωρίσθημεν ένεκα ακριβείας και όμως τραγελαφούμεν με την κατάχρησιν της οικονομίας! Όχι αιδεσιμολογιώτατε, ημείς αμφότερα χρειαζόμεθα, ότι δύο έχει η Εκκλησία βραχίονας, εχωρίσθημεν δε υμών ουχί περί ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ ή ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ αλλά μόνον περί ΘΕΣΜΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Εις την σημερινήν ζούγκλαν, γνωρίζομεν ότι δεν δυνάμεθα να εφαρμώσωμεν απόλυτον κανονικότητα, πλήν όμως ποιούμεν διάκρισιν: άλλο ΠΑΡΑΒΑΣΙΣ και άλλο ΑΘΕΤΗΣΙΣ. Υμείς το 1924 δεν παρέβητε τους θεσμούς των πατέρων, αλλά τους αθετήσατε τους ακυρώσατε, τους αλοιώσατε, τους ποδοπατήσατε. Και επειδή φαίνεσθε πνιγόμενος εις κοχλιάριον ύδατος περί 2 ή 3 χειροτονούντων, όταν «καράβια χάνονται» σας ερωτώ κι εγώ με την λογικήν της αγραμμάτου μάμης μου: «Τι είναι χειρότερον,  να χειροτονηθώ επίσκοπος από 2 ή να συμπροσευχηθώ με τον πάπαν εις τον Άγιον Πέτρον»;

Για πέστε μας Αιδεσιμολογιώτατε, ποιος ηδίκησεν περισσότερον την Εκκλησίαν, ο θεοφ. Ακάκιος που εχειροτονήθη μόνον από δύο, ο Άγιος Βρεσθένης Ματθαίος ο οποίος (καλός ή κακώς, άλλη παράγραφος) εθεώρησεν αναγκαίον να χειροτονήση μόνος του, ή ο κύριος Ιερώνυμος που χειροτονήθηκε απ’ όσους ήθελεν, αλλά εβύθισεν έτι περισσότερον την εκκλησίαν εις την υποδούλωσιν της πολιτείας κατά τα προτεσταντικά πρώτυπα, δεχθείς από της χειρός της Πολειτείας τον καταστατικόν Χάρτην χωρίς η τούτου έγκρισις υπό της ιεραρχίας να θεωρείται απαραίτητος, και ο οποίος επεσφράγισεν  α π ρ ο κ ά λ υ π τ α πλέον, μηδέ των μέχρι τούδε προσχημάτων τηρουμένων, ότι το εκάστοτε ερχόμενον καθεστώς καλόν ή κακόν (μας είναι αδιάφορον, ημείς δεν ασχολούμεθα με την πολιτικήν) να πέρνη τον νόμιμον προκαθήμενον της Εκκλησίας, να τον πετά ως τρίχα από την ζύμη, και να εγκαθιστά έναν νέον, ο οποίος μη διαθέτων ούτε καν  τ υ π ι κ ή ν  παραίτησιν του προηγουμένου, μη διαθέτων ουχί καν «ΕΚΟΥΣΑΝ» παραίτησιν του προκαθημένου ως απαιτούν οι κανόνες, αλλά ουδέ «ΑΚΟΥΣΑΝ», και να έχη ακολούθως την θρασύτητα να επικαλείται επί των παρανομιών αυτών την σφραγίδα του «Αγίου Πνεύματος». Σας υπενθυμίζωμεν τον ενθρονηστήριον λόγον του κυρίου Ιερωνύμου: «Αυθόρμητος αναβαίνει εις τα χείλη ημών η προς την Παναγίαν Τριάδα εκ βαθέων ευχαριστία, διότι τη Χάριτι του Παναγίου Πνεύματος εφώτισε την Ιεράν ημών Σύνοδον και την Εθνικήν Κυβέρνησιν και τον λαοφιλή ημών Άνακτα, ίνα εκ των πολλών και αρίστων κληρικών της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας επιβλέψη εις την ιδικήν μου  ελαχιστότητα και με θεωρήση ικανόν ίνα αποδεχθώ τον όγκον των ευθυνών….» Δηλαδή ο πρωταίτιος, και ο αυτουργός της ΣΙΜΩΝΙΑΣ του (κατά τον λ’ αποστολικόν) και της ΜΟΙΧΟΕΠΙΣΚΟΠΕΙΑΣ του (ις’της Πρωτοδευτέρας) είναι ….. (άκουσον, άκουσον και φρίξον) η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ! Αυτό αιδεσιμολογιώτατε δεν είναι οικονομία, αυτό είναι βλασφημία! Μπροστά σε τέτοια θρασύτητα, του να καθιστά υπεύθυνον το πνεύμα το Άγιον, των ατοπημάτων και τολμημάτων του, τί έχετε να πήτε περί θεοφ. Ακακίου και Αγ. Βρασθένης Ματθαίου;

Ω! Θα πούνε πολλοί «αυτά συνέβαιναν πάντα, είναι τα ανθρώπινα, είναι καισαροπαπικές τάσεις που υπήρχαν από την εποχή του Βυζαντίου, είναι τα αποτελέσματα της  σ υ ν α λ λ η λ ί α ς  κ.λ.π. κ.λ.π.» Όχι πάτερ, εδώ χρειάζεται μία διευκρίνισις. Είναι αληθές ότι πολλάκις οι Αυτοκράτορες και οι Τσάροι ενήργησαν  κ α τ α χ ρ η σ τ ι κ ώ ς  επί της Εκκλησίας,  ε π ε β λ ή θ η σ α ν  της Εκκλησίας, δεν έπεται όμως ότι το σύστημα της συναλληλίας προέβλεπεν τας καταχρήσεις αυτάς ή τας εδικαιολογούσεν. Όχι! Σφάλλομεν εις την ΑΛΗΘΕΙΑΝ και την ΕΠΙΣΤΗΜΗΝ εάν θεωρήσωμεν την «βυζαντινήν συναλληλίαν» ως έχουσα σχέσιν τινά έστω και εκ του μακρόθεν με τον προτεσταντικόν καισαροπαπισμόν του Θεοκλήτου Φαρμακίδη και του Ιερωνύμου Κοτσώνη. Η βυζαντινή συναλληλία αγνοεί τον καισαροπαπισμόν. Δεχόμεθα την βυζαντινήν συναλληλίαν ως ΣΥΣΤΗΜΑ και ως ΘΕΩΡΙΑΝ, και λέγομεν ότι αι αρχαί του συστήματος της συναλληλίας δεν αντιβαίνουν προς την ορθόδοξον εκκλησιολογίαν, άσχετον εάν αι αρχαί αυταί ετηρήθησαν ή παρετηρήθησαν έκτροπα και υπερβασίαι και καταχρήσεις εξ αιτίας της τυρανικότητος του Καίσαρος αφ’ ενός και της ασπονδυλότητος της ιεραρχίας αφ’ ετέρου η οποία πολλάκις εφέρετο δουλοπρεπώς προς τον Καίσαρα, εν’ αντιθέσει ενός Χρυσοστόμου, ενός Φιλίππου Μόσχας, ενός Γερμανού του Καζάν, ή ενός Αμβροσίου, οι οποίοι επροτίμησαν το μαρτύριον μάλλον παρά να επιτρέψουν στον Καίσαρα να υπερβή την δικαιοδοσίαν του. Πολλά εγκλήματα διεπράχθησαν και διεπράττονται εισέτι από το πρόσχημα και εν ονόματι του Ευαγγελίου, μήπως τάχα το ιερόν Ευαγγέλιον είναι υπεύθυνον των εγκλημάτων αυτών; Έτσι και περί της συναλληλίας. Η Εκκλησία απ’ αρχής εθεώρησεν τους δύο θεσμούς ΚΡΑΤΟΣ και ΕΚΚΛΗΣΙΑ ως ασύγχυτα κατά την ίδρυσιν και αποστολήν και μη υποκείμενα εις σύγκρισιν. Διά του τρόπου αυτού η ορθόδοξος ανατολή διέφυγεν τον σκόπελον της ορθολογιστικής Δύσεως η οποία έθεσε (κακώς) το ερώτημα: ποιος εκ των δύο θεσμών είναι υπεράνω; Όπως εις την περίπτωσιν Αυγουστίνου και Πελαγίου, έτσι και εις την προκειμένην περίπτωσιν έδωσεν δύο απαντήσεις και τας δύο …. Αιρετικάς (όπως πάντοτε). Οι δυτικοί αεί και εν παντί πλανώνται. Την πρώτην μας την έδωσε ο ρωμαικαθολικός Παποκαισαρισμός και την δεύτερη ο προτεσταντικός Καισαροπαπισμός. Η Ορθοδοξία αγνοεί και αρνείται α μ φ ό τ ε ρ α. Η ορθοδοξία αρνείται να κάμη σύγκρισιν μεταξύ δύο θεσμών που διαφέρουν κατά την ίδρυσιν, την φύσιν και τον σκοπόν. Ιδρυτής της Εκκλησίας ο Χριστός, του Κράτους οι άνθρωποι. Πνευματική η φύσις της Εκκλησίας, υλική η φύσις του Κράτους. Σκοπός του Κράτους η ευημερία, της Εκκλησίας η Αγιότης. Δεν υπάρχει ούτε σύγχυσις, ούτε ανταγωνισμός, ούτε φυρμός ούτε διαίρεσις, αλλά τάξις ιεραρχική μεταξύ δύο εξουσιών «υπό του Θεού τεταγμένων»! Ταύτα βεβαίως ως θεωρία υπό την προϋπόθεσιν χριστιανικής κοινωνίας. Επειδή λοιπόν εν και το αυτό άτοπον ανήκει ταυτοχρόνως και εις τους δύο οργανισμούς, εν τη ιδεώδη χριστιανική κοινωνία, δεν δυνάμεθα να είπωμεν που σταματά η Εκκλησία και που άρχεται το Κράτος. Εν τοιαύτη περιπτώσει ΚΑΤΑ ΘΕΩΡΙΑΝ (επαναλαμβάνω), ο βυζαντινικός πολιτισμός (άσχετον εάν το εκατόρθωσεν και εν τίνι μέτρω) εφήρμοσεν την αρμονίαν μεταξύ πνεύματος και σώματος και της μεταξύ των αλληλοβοηθείας. Ένθα το  η γ ε μ ο ν ι κ ό ν  της Εκκλησίας δεν απετέλει δευτέραν σπάθην, αλλά ηγείτο του Σώματος Κράτους  π ν ε υ μ α τ ι κ ώ ς  και όπως ο πνευματικός άνθρωπος υποτάσει την σάρκα εις το πνεύμα έτσι και εις την περίπτωσιν της συναλληλίας το Κράτος υποτάσσεται εις την Εκκλησίαν, ουχί διά μιάς ιεραρχίας εξωτερικού τύπου (υποταγή του Βασιλέως εις τον Προκαθήμενον της Εκκλησίας) αλλά μόνον  π ν ε υ μ α τ ι κ ώ ς. Και η τοιαύτη πνευματική του Κράτους υποταγή εις την Εκκλησίαν εκφράζεται εις το γεγονός ότι: οι κανόνες της Εκκλησίας αποτελούν διά το Κράτος νόμον απαραβίαστον και οι Νόμοι του Κράτους εμπνέονται από τους Κανόνας της Εκκλησίας και δεν τους αντιλέγουν. Ο σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι η εξασφάλισις της ηθικής τάξεως (την οποίαν οιαδήποτε θρησκεία δύναται να εξασφαλίση) αλλά ο αγιασμός και η θέωσις του ανθρώπου, η εις τον ουρανόν άνοδος του ανθρώπου και η εις τα δεξιά του Πατρός συνέδρευσις μετά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όστις πρώτος εκάθισε το πρόσλημα της ανθρωπίνης φύσεως δοξάσας και θεώσας αυτό, καλών τους εις Αυτόν πιστεύοντας ως μοναδικόν Σωτήρα και Λυτρωτήν και οικειοποιούντας και εγκολπούντας Αυτόν, όπως γίνωσιν «σύμφυτοι του ομοιώματος του θανάτου και της Αναστάσεως Αυτού» και φθάση ο άνθρωπος εις τον τελικόν του προορισμόν διά τον οποίον επλάσθη, εις το να καταστή εν τη αιωνιότητι: «ΕΙΚΩΝ και ΟΜΟΙΩΣΙΣ του Θεού» του Δημιουργού αυτού εκ του χώματος της γής, και Λητρωτού αυτού εκ της φθοράς του θανάτου.

Διά τον σκοπόν αυτόν, η Εκκλησία μετέρχεται  μ έ σ α  παιδαγωγικά και αγιαστικά της ανθρωπίνης φύσεως, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και η ηθική, η αγαθοεργία και η φιλανθρωπία, ή όπως θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε με έναν λόγον η ΑΡΕΤΗ. Η ΑΡΕΤΗ όμως η οποία αποτελεί επαναλαμβάνομεν ΜΕΣΟΝ και ουχί ΣΚΟΠΟΝ έχει δύο όψεις μίαν εσωτερικήν πνευματικήν και μίαν αξωτερικήν. Και την μεν εσωτερικήν όψιν της αρετής αποκτώμεν μόνον εν τη Εκκλησία και μόνον ως τοιαύτη η Αρετή αποτελεί κλίμακα προς τον ουρανόν, η δε εξωτερική αυτής όψις κοινή υπάρχει εν τίνι μέτρω και εις τον φυσικόν κόσμον εις όλας τας θρησκείας και εις την ειδωλολατρίαν ακόμη ως και εις τον αθεϊσμόν. Αυτής της αρετής, της εξωτερικής, αρκείται το Κράτος, διά την συνοχήν του και το σφρίγγος του, και ταύτην από την αρχαιότητα εξύμνησαν φιλόσοφοι ποιηταί και ρήτορες.

Αυτήν την αρετήν εξασφαλίζει κάθε θρησκεία εις τον εκάστοτε λαόν, και η Εκκλησία εν τη Χριστιανική Πολιτεία η οποία καίτοι σκοπόν έχει την ουράνιον πατρίδα, πλήν όμως και της επιγείου πατρίδος «της παροικίας ημών» ουδόλως αδιαφορεί. Πλήν όμως αι φροντίδαι της επιγείου πατρίδος και η ηθική των πολιτών ανάπτυξις, αντιμετωπίζονται υπό της Εκκλησίας ως  π ά ρ ε ρ γ ο ν  και ουχί ως το κυρίως Αυτής έργον. Και όπως κάθε Κράτος περιποιείται την εαυτού θρησκείαν, επίσης και εν τη Χριστιανική Πολιτεία, το Κράτος προστατεύει την Εκκλησίαν και τα δικαιώματα Αυτής, υπό το πνεύμα όμως πάντοτε της Ελευθερίας (η οποία αποτελεί συστατικόν της φύσεως της Εκκλησίας) ουδέποτε δε υπό μορφήν πιέσεως, βίας ή διωγμού κατά των τη Εκκλησία αντιφρονούντων ότι τοιαύτα μέτρα η Εκκλησία απεχθάνεται και αποστρέφεται, στηριζομένη επί της απολύτου Ελευθερίας ως έθεσεν ο Κύριος: «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν». Το Κράτος δε επιπροσθέτως δεν παρακωλύει την Εκκλησίαν εις την επίτευξιν του κυρίου αυτής σκοπού όπως τους πολίτας του εφημέρου Κράτους, πολιτογραφήσει τοιούτους διά την αιώνιον Βασιλείαν του Χριστού, ούτε την εσωτερικήν αυτής διαρύθμισιν και διοίκησιν των εαυτής.

Πάσα υποταγή της Εκκλησίας, και περίπτωσεις εκμεταλλεύσεως αυτής και χρησιμοποιήσεως υπό του Κράτους διά την επίτευξιν σκοπών κοσμικών, εθνικών, κοινωνικών και άλλων αποστερεί την Εκκλησίαν του θείου και υπερφυσικού αυτής παράγοντος, και του τελικού αυτής σκοπού, και εκφυλίζει ταύτην εις σύστημα υποχείριον και δουλικόν όργανον των εκάστοτε κρατικών ή εθνικών απαιτήσεων, ή περιστάσεων.

Υπό το πρίσμα αυτό η ΣΥΝΑΛΛΗΛΙΑ, ως ΣΥΣΤΗΜΑ και ως ΘΕΩΡΙΑ, ουδέν παρουσιάζει  το ημαρτημένον και εις ουδέν αντίκειται της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας και Πίστεως, αλλά απορρίπτει αμφότερα τα δυτικά συστήματα είτε παποκαισαρικά είτε καισαροπαπικά τοιαύτα. Αι εκάστοτε  κ α τ α χ ρ ή σ ε ι ς  εκ μέρους των Βασιλέων ή Πατριαρχών δεν βαρύνουν τον θεσμόν της Συναλληλίας η οποία ως θεωρητική θέσις και Σύστημα τυγχάνει άμεμπτος και αναμάρτητος, αλλά αποτελούν  π ρ ο σ ω π ι κ ά ς   υ π ε ρ β α σ ί α ς  όσον πολυάριθμοι και αν τυγχάνουν αυταί. Όστις λοιπόν ισχυρίζεται ότι το συναλληλικόν σύστημα του Βυζαντίου ήτο Καισαροπαπικόν (και προσπαθούν να δικαιολογήσουν την νυν κατάστασιν των εκκλησιαστικών πραγμάτων η οποία ουδεμίαν έχει σχέσιν με τον συναλληλικόν θεσμόν) ή δεν γνωρίζουν επαρκώς τα πράγματα ή τυγχάνουν κακόπιστοι.

Ας μη λησμονηθή όμως και η εξής λεπτομέρεια. Με την εμφάνισιν του θεσμού της Εκκλησίας ως επισήμου θρησκείας ενός Κράτους, εμφανίζεται ταυτοχρόνως και ο μοναχισμός ως οργανωμένον σύστημα υπό διαφόρους μορφάς, ο οποίος ακριβώς απεδείκνυεν ότι, ναι μεν ως θεωρία η Συναλληλία Κράτους και Εκκλησίας, δεν ήτο ημαρτημένη, πλήν όμως επειδή το τοιούτον σύστημα απαιτεί χριστιανικήν βίωσιν της Αληθείας εκ μέρους Αρχόντων και αρχομένων. Επειδή όμως η τοιαύτη βίωσις απετέλει  ο υ τ ο π ί α ν  και εις την νέαν μορφήν κοινωνίας δεν υπήρχε δι’ αυτούς  ε γ γ ύ η σ ι ς και οι δυνατότητες πραγματοποιήσεως του Αγιασμού των, δεν έκριναν μεν το σύστημα ως αιρετικόν διότι δεν ήτο αιρετικόν, αλλά απεσύρθησαν του κόσμου κατά νούν έχοντες αφ ενός τα Κυριακά λόγια: «μη φοβού μικρόν ποίμνιον» και αφ’ ετέρου μη δεχθέντες να γίνωσι κριταί των υπολοίπων.

Έχομεν όμως την θαυμάσιαν αποκάλυψιν του Θεού. Άγγελος Κυρίου, παρουσιασθείς με μοναχικόν σχήμα εις τον Άγιον Παχώμιον του εδήλωσεν: «Εν τούτω τω σχήματι σωθήσεται πάσα σάρξ ώ Παχώμιε!» Και πράγματι από τότε ο μοναχικός βίος και θεσμός κατέστησαν αι προφυλακαί και τα οχυρά της Σωζούσης αληθείας, η προφητική φωνή της Εκκλησίας του Χριστού, της κληρικής τάξεως δυστυχώς (εκτός των φωτεινών εκάστοτε εξαιρέσεων) εκφυλιζομένης συν τω χρόνω εις ασπόνδυλον σαδουκαϊσμόν αγόμενον και φερόμενον των περιστάσεων. Η μοναχική ευσέβεια και λατρεία κατέστη το κέντρον της πνευματικής ζωής και προς αυτήν ερύθμιζον κατά δύναμιν την ζωήν και εκδήλωσίν των αι λαϊκαί κοινότητες και Εκκλησίας.

Μακρά η παρένθεσεις, πλήν απαραίτητος διά να ενοήσωμεν τα ελαφρυντικά της περιπτώσεως των Αγίων Βρεσθένης Ματθαίου, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και θεοφ. Ακακίου, ως και τα επιβαρυντικά της περιπτώσεως του κυρίου Ιερωνύμου Κοτσώνη, του αντικανονικώς και παρανόμως κατακρατούντος τον θρόνον του Αγίου Ιεροθέου. Ότι ημείς δεν τυγχάνομεν ούτε Ματθαιϊκοί, ούτε Φλωρινικοί, ούτε Ακακιανοί, ούτε Αυξεντιανοί, ούτε Αναστασιανοί, ούτε Φιλαρετιανοί, αλλά ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. Ούτε φατριάζομεν εν τη Εκκλησία του Χριστού ούτε ανθρώπους πείθοντες ούτε ανθρώπους ακολουθούντες, ούτε ανθρώποις θέμενοι την ελπίδα της Σωτηρίας μας. Διά τούτο είμεθα υποχρεωμένοι, τόσον τα ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ όσον και τας ΑΡΕΤΑΣ εκάστου των ηγετών, να κρίνωμεν ουχί εν τω στενώ πλαισίω της προσωπικότητος ενός εκάστου των εν λόγω ηγετών, αλλά εν τω πλαισίω των πραγματικών και πνευματικών της Εκκλησίας Συμφερόντων.

Ιδού διατί αιδεσιμολογιώτατε, εις άλλους μεν (εξετάζοντες πρόθεσιν, σκοπόν και περίστασιν) δειχνόμεθα επιεικείς εις άλλους δε άκρως αυστηροί, ότι πράξεις μεμονωμέναι και άτομα μεμονομένα δεν παρουσιάζουν αξιόλογον ενδιαφέρον. Χαιρόμεθα δε ότι ούτε τον Ακάκιον γνωρίζομεν, ούτε τον Ιερώνυμον, ούτε συμφέροντα περιμένομεν είτε εκ του ενός είτε εκ του άλλου, αλλά την ακεραιότητα αποσκοπούντες της Εκκλησίας, εξ ής και εξαρτάται η Σωτηρία μας.

Εκείνο το οποίον μας επλήγωσεν περισσότερον δεν είναι η αντικανονικότης του κυρίου Ιερωνύμου όσον η αυθάδειά του να θέλη να επιβάλη εις την αντικανονικότητά του αυτήν την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος και να θεωρήση τον Παράκλητον  υ π α ί τ ι ο ν  της τοιαύτης παρανομίας, ώστε να επιβάλλη ανετώτερον ύστερα εις την συνείδησιν του πληρώματος την πλήρην υποδούλωσιν της Εκκλησίας, καταχρώμενος της ιστορικής συναλληλίας.

Όποιος θέλει να ενοήση περισσότερον δεν έχει παρά να κοιτάξη τα γενόμενα (όρα εφημερίς ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ της Κυριακής 2 Μαρτίου 1969) και θα οικοδομηθή αρκούντως, καθώς επίσης και το περιοδικόν ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Αρ. 6-7). Δεν θ’ ασχοληθώ με τον Νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας σας, ο οποίος δεν αξίζει περισσότερον από τους προηγηθέντας εννέα, απλώς και μόνον σας υπενθυμίζω τον προτεσταντικόν σας καισαροπαπισμόν, όπου η Πολιτεία ετοιμάζει τον Καταστατικόν Χάρτην βοηθούμενη προς τούτο υπό τινών ιεραρχών, ακολούθως δε η Πολιτεία  π α ρ α δ ί δ ε ι  εις την Εκκλησίαν τον Καταστατικόν, και η Εκκλησία  υ π ο χ ρ ε ο ύ τ α ι  να αποδεχθή αυτόν άνευ της εγκρίσεως τούτου προηγουμένως υπό της ιεραρχίας!!! Διαβάσατε παρακαλώ εις την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» της 24.1.69 «ο νέος καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας ενεκρίθη υπό του υπουργικού συμβουλίου και θα τεθή εν ισχύι ως νόμος εντός των ημερών, δημοσιευόμενος εις ειδικόν τεύχος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Κατόπιν τούτου απαιτείται η έγκρισις της Ιεραρχίας, η οποία θα συνέλθη την 1ην προσεχούς Μαρτίου». Δεν ξευρομεν κατά πόσον οφείλομεν να πιστεύσωμεν το γερμανικόν περιοδικόν “DER SPIEGEL” (10.3.69) το οποίον δηλώνει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών δεν θα εκλέγεται πλέον υπό της ιεραεχίας αλλά θα διορίζεται υπό της Κυβερνήσεως. Και τί να είπωμεν διά την κρατικοποίησιν του ταλαιπώρου Αγίου Όρους κ.λ.π. κ.λ.π. Απλώς μόνον υπενθυμίζομεν τον λόγον του νομίμου αντιπροσώπου της Πολιτείας άμα τη επιδόσει του Καταστατικού. Όζι θεοσοφισμού και ηθικοθρησκευτικού κρατικού «χριστιανισμού» αλλά και αιρέσεων και αθεΐας. Ας αντιπαρέλθωμεν τον «Θεόν της Ελλάδος» που τον θέλουμε όπως το παλαιό τραγούδι «γκάγκαρο πλακιώτη», ας αφήσουμε κατά μέρος «τους λάτρεις των ηθικών αξιών» όπου οι ειδωλολάτραι έχουν τόσα να μας διδάξουν! Αλλά πως ν’ αντιπαρέλθωμεν τα φρικτά εκείνα: «…διά της επεκτάσεως της επιστημονικής γνώσεως, να προσαρμόσετε την μεταφυσικήν της διδασκαλίας του θείου λόγου». Δηλαδή όχι να προσαρμόσουμε τον κόσμον εις την Εκκλησίαν την αιωνίαν αυτήν Πεντηκοστήν της Θείας Αποκαλύψεως, αλλά να εκφυλίσουμε την Εκκλησίαν σύμφωνα με τα «επιστημονικά δεδομένα» του αιώνος τούτου του απαταιώνος! Ας προσέξουν οι ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί διότι μεταξύ των νέων αιρέσεων που μας απειλούν είναι και ο «επιστημονισμός» τον οποίον υπούλως προσπαθεί να εισαγάγει ο κ. Ιερώνυμος εις το ορθόδοξον πλήρωμα με την Δοξολογίαν την οποίαν εψάλη εις την Μητρόπολιν των Αθηνών την 22 Ιουλίου και τα σαχλοειδή του τηλεγραφήματα προς τους αστροναύτας, ένθα μένει «έ κ θ α μ β ο ς» ο δυστυχής και ταλαίπωρος και αποκαλεί τούτους «εκλεκτούς του Κυρίου»! Τι να σου κάνουν όμως άνθρωποι που δεν έμειναν «έκθαμβοι» από το Φως της Ορθοδοξίας, τυφλώνονται εύκολα όμως από το φεγγάρι! Αφού οι αστροναύται πήγαν στο φεγγάρι, έπαψαν πιά να είναι αιρετικοί, έγιναν «εκλεκτοί του Κυρίου» (Όρα τας τοιαύτας σαχλότητας εις ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ αρ. 16 κ 18)

Πως να αντιπαρέλθωμεν το: «Προς Θεού, απαλλάξατε τα νέα παιδιά από την κρίσιν που διέρχονται μεταφερόμενα από του διδασκάλου της φυσικής εις τον διδάσκαλον των θρησκευτικών!» Μπά; Από πότε η Ορθοδοξία συναγωνίσθη την Φυσικήν ή κάν αντίλεξεν προς αυτήν; Ώστε μέχρι τούδε είχαμε σκοταδιστικήν θρησκείαν και επιστημονικώς πεπλανημένην; Δεν είμαστε φαίνεται στα καλά μας!

Αμ εκείνο το: «…. Πιστοί εις τα ιδανικά του ελληνοχριστιανικού πνεύματος (αυτό μας έφαγε και θα μας φάει Σ.Σ.) και εν ταυτώ επιτύχομεν να τους δόσωμεν την διέξοδον από το αδιέξοδον που δημιουργείται εκ της συγκρούσεως της επεκτάσεως των γνώσεων της φυσικής και των παλαιών ορίων της παλαιάς μεταφυσικής, φέροντάς την εις τα νέα πλαίσια της μεταφυσικής, τότε έστε βέβαιοι ότι θα επιτύχετε.» Λες κι η θρησκεία των εντίμων τσαρουχάδων προγόνων μας μας είχε φέρει ποτέ εις…. «αδιέξοδον». Λες και είναι παλτό που πάλιωσε και πρέπει να ράψουμε καινούργιο.

Βέβαια δεν κακίζωμεν υπερμέτρως τον εκπρόσωπον της Πολιτείας. Δεν είναι θεολόγος ο άνθρωπος (κατά τα κριτήρια της Παραδόσεως βέβαια δεν είναι κάν ορθόδοξος) είναι άρχων. Αλλά τι στάση τήρησε απέναντι όλων αυτών ο ….. Αρχιεπίσκοπος ψευδοπροφήτης κύριος Ιερώνυμος; Αν είχε τηρήσει στάσιν μετριοπαθή και κάπως ταπεινήν θα λέγαμε: «Τι να σου κάνει ο άνθρωπος, δεν έχει ανάστημα μάρτυρος, ενάμισυ αιώνα φαυλότητες, αυτός θα τις διορθώση; Ας είμασταν κι εμείς στην θέση του να τα κάνουμε καλλίτερα!»

Αλλά στην θέση πούναι δεν τον βάλαμε εμείς «ψήφω κλήρου και λαού» όπως προβλέπουν οι κανόνες. Και το σπουδαιότερον ενεργεί ως ψευδοπροφήτης και διαφθείρει την κρίσιν και λέγει το γλυκό πικρό και το πικρό γλυκύ και «γράφει καταδυνάστευσιν», και την σκλαβιάν της Εκκλησίας διακηρύτει ως ελευθερίαν και πλανά τον λαόν και ψυχές χάνονται εξ αιτίας του! Ορίστε πως διεκήρυξε τον εξανδραποδισμόν της Εκκλησίας: «…. Δεν θα αναφερθώ εις την από της εποχής του Όθωνος και εξής εγκαινιασθείσαν στάσιν των πολιτικών αρχών έναντι της Εκκλησίας, ούτε εις την συμπεριφοράν των έναντι αυτής και των οσίων του Έθνους. Αποτελούν τόσον ζοφεράν σελίδα εις την Ιστορίαν της Νεωτέρας Ελλάδος, ώστε δεν τολμώ ουδέ την απλήν υπόμνησίν των να προκαλέσω κατά την εόρτιον αυτήν και πανηγυρικήν της Εκκλησίας σύναξιν.  …διά του νέου καταστατικού χάρτου η Εκκλησία της Ελλάδος καθίσταται κύρια εν τω οίκω της  …. Και παντός του ευσεβούς πληρώματος της Εκκλησίας, το οποίον νοερώς παρακολουθεί την σεμνήν ταύτην τελετήν, θα ευλογώσιν Υμάς, Εξοχώτατε, εις τον οποίον η Θεία Πρόνοια επεφύλασσε την τιμήν, απαλλασσόμενος από τας ξένας προς τε το ορθόδοξος και το ελληνικόν πνεύμα επιδράσεις (Σ.Σ. όρα τας διακηρύξεις του ανωτέρω! Τι τραγγέλαφος! Τι ανόσιος κωμικοτραγική παρωδία) ως ακραιφνής ορθόδοξος και γνήσιος Έλλην, να επαναφέρητε τας σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εις την υπό των Ιερών Κανόνων προβλεπομένην τροχιάν (Σ.Σ. μας εκλαμβάνει φαίνεται για ηλιθίους …. «Μακαριώτατος»!) και να απελευθερώσετε τον εκκλησιαστικόν μας οργανισμόν από των ταπεινωτικών διά την Εκκλησίαν δεσμεύσεων. Η Εκκλησία της Ελλάδος από τούδε και εις το εξής, αδέσμευτος και απερίσπαστος, θα δύναται να προχωρή ανεμποδίστως εις την εκπλήρωσιν του θείου προορισμού της …. (όρα συνέχειαν εις ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ σελ. 111 αρ. 6-7).

Και όμως Αιδεσιμολογιώτατε, πάντα ταύτα, τα ευτράπελα και γελοία και ανορθόδοξα δεν φαίνεται να σας σκανδαλίζουν υπέρ το δέον, σας σκανδαλίζει όμως εάν ο Ακάκιος χειροτονήθη …. «μόνον από δύο» κα μήπως οι παλαιοημερολογήται είναι «εκτός της Εκκλησίας» και αι χειροτονίαι των …. «άκυροι» ένεκα της ….. «μόνον από δύο» αποστολικής και μυστηριακής των διαδοχής! Αυτό είναι που λέγει το Ευαγγέλιον: «Διυλίζοντες τον κώνωπα….».

Τα σφάλματα και οι παρατυπίες των παλαιοημερολογητικών χειροτονιών, το περιωρισμένον δηλεί της ανθρωπίνης φύσεως και τοις πάσιν τυγχάνουσιν εξώφθαλμα, έχουσα ισχυράν και ικανοποιητικήν δικαιολιγίαν το εμπερίστατον της Παλαιοημερολογητικής Εκκλησίας. Ο κ. Ιερώνυμος όμως παραπλανεί και κηρύττει Εκκλησίαν ….. «ελευθέραν»!

Ιδού διατί και την ασυνέπειαν του θεοφ. Ακακίου, όσον αφορά την συμμετοχήν εις την χειροτονίαν του του Ρουμάνου Επισκόπου Θεοφίλου Ιονέσκου (και αν ακόμην υποθέσομεν τα άκρα ότι ο Ακάκιος εγνώριζε ότι ο Θεόφιλος ήτο με το νέον) πάλιν με πολλήν συγκατάβασιν θα θεωρούσαμεν αυτήν την υπόθεσιν. Διότι δι’ ημάς επαναλαμβάνω, το ζήτημα της χειροτονίας του Ακακίου, δεν είναι ζήτημα  μ ε ι ο ν ω μ έ ν ο ν,  ούτε ζήτημα προσωπικόν, αλλά εξετάζεται εν τω πλαισίω του δικαίου και της νομιμότητος του αγώνος των ελλήνων παλαιοημερολογητών και της σημασίας αυτού και της σπουδαιότητος της ζωής της Εκκλησίας. Προσθέτοντες εις τούτο και τους διωγμούς τους οποίους ενήργησεν η υμετέρα κρατική εκκλησία, διά της δυνάμεως της και του χωροφύλακος, διωγμούς οι οποίοι έφθασαν μέχρι  ι ε ρ ο σ υ λ ί α ς  ότε εισήλθατε εις το Άγιον Βήμα και τελεσθησομένης της φρικτής ιερουργίας ερρίψατε επί του εδάφους τα Τίμιαν Δώρα και καταπατήσατε το Σώμα το Δεσποτικόν, και ανατινάξατε εκκλησίαν δια δυναμίτιδος, και ιερείς δια της βίας αποσχηματίσατε και εκακοποιήσατε εις τα υπόγεια της υμετέρας αρχεπισκοπής, και καλογραίας διεκομοδήσατε, και οι ιερείς σας διά πελέκων συνέτριβον δίκην νέων ισαύρων και απέσπον τας ιεράς εικόνας των παλαιοημερολογητικών ναών, και συνετρίβατε τους επιταφίους και εβεβηλώσατε του ενταφιαθέντος Χριστού το ομοίωμα, επισωρεύοντες εαυτοίς οργήν εν ημέρα οργής και δικαιοκρισίας του Σωτήρος Χριστού. Ουαί ημίν, ότι κόπτεσθε διά τας επιθέσεις των ουνιτών τσεχοσλοβάκων κατά της Ορθοδοξίας, και υμείς υποτιθέμενοι ορθόδοξοι κακοποιήσατε ορθοδόξους λευΐτας, και τα Άγια των Αγίων εβεβηλώσατε! Και έρχεσθε σήμερον πάτερ, να μας πήτε αν χειροτονηθήκαμε από «δύο» ή από «τρείς», και σας σκανδαλίζει το «χειροτονητήριον» του Σεβ. Σεραφείμ Αρχιεπισκόπου Σικάγου λέγοντες ειρωνευτικώς: «Ο Θεός να το κάμη τοιούτον!» Ναι πάτερ, δυνατός ο Θεός να το κάμη τοιούτον, και η πείρα των πραγμάτων  αποδεικνύει καθημερινώς ότι ο Άγιος Θεός «το έκαμε τοιούτον» και καθημερινώς αναδεικνύει την Αγιωτάτην των Παλαιοημερολογητών Εκκλησίαν «Άμπελον ευκληματούσα» και «δένδρον ευσκιόφυλλον», τας ανομίας όμως και κακοδαιμονίας της υμετέρας εκκλησίας, ειπέτε μας τις θεός ήθελεν ποτέ νομιμοποιήση! (τα έντονα γράμματα τονίστηκαν απο το Blog) 

Μας λέτε ότι η επίσημος Ιεραρχία είχεν αφορίσει τους παλαιοημερολογήτας επισκόπους. Και ερωτώ πάτερ τι με τούτο; Η Σύνοδος που αφόρισε, αναθεμάτισε, καθήρεσεν και εξόρισε τον Χρυσορήμονα Ιωάννην, ήτο κανονική ή δεν ήτο; Μήπως εκείνοι τάχα οι αναθεματισμοί του Θεοφίλου και της Φατρίας του της τόσον «κανονικής» και «επισήμου», είναι υπεύθυνοι ότι δεν είχε …. Λυώσει το ιερόν σκήνωμα του Μεγάλου Πατρός;

Και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ αιδεσιμολογιώτατε αναθεμάτισε τον Υψηλάντην, ένεκα της Ελληνικής Επαναστάσεως, μήπως τούτο ημπόδισε τον Γρηγόριον ν’ αναδειχθή ήρως της αυτής Επαναστάσεως;

Η «επίσημος» και «κανονική» Ιεραρχία της Ελλάδος αναθεμάτισε και τον Ελευθέριον Βενιζέλον εις το Πεδίον του Άρεως, και κοινοποίησε το «ανάθεμα» και στον ….. Πάπαν! Και εδίωξεν τους κληρικούς εκείνους όπου δεν έλαβον μέρος εις το ανάθεμα! Τι με τούτο;

Εν συνεχεία, δε τούτου  κ α θ η ρ έ θ η  «επισήμως» ο Αθηνών Θεόκλητος ο Α’ το 1917 . Το 1920 όμως ο «επισήμως καθηρημένος» Θεόκλητος επανέκτησε τον θρόνον του διά Βασιλικού Διατάγματος!!! Τούτο όμως ουδόλως ημπόδισεν τον Μέγιστον Ποντίφηκα της Πολιτείας, το 1922 να θεωρήση εκ νέου τον Αρχιεπίσκοπον ως καθηρημένον, αργότερον δε έτερον εκκλησιαστικόν δικαστήριον τον αποκατάστησε και πάλιν!!!

Είναι πάτερ μου επιχειρήματα αυτά, εσείς που είσθε και θεολόγος, για να αποφανθούμε κατά πόσον η Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. είναι  ν ό μ ι μ ο ς  εις την συνείδησιν της Εκκλησίας.

Τέτοια κριτήρια και τέτοιες αποδείξεις έχετε μόνον πάτερ να μας παρουσιάσετε κατά της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.; Εάν ναι, τότε πάτερ μου με παρηγορείτε. Δηλαδή εγώ που είμαι ξύλον απελέκητον από θεολογικής απόψεως, δεν έχασα και σπουδαία πράγματα, μη δρασκελίσας ποτέ το Κατώφλιον του Πανεπιστημίου, αλλά αρκεσθείς ν’ αποθαυμάζω τούτο εκ του …. απέναντι πεζοδρομίου! Αλοίμονόν μου εάν δεν είχα την παρηγορίαν των λειτουργικών μας κειμένων και του Γεροντικού, σε τι δαιδάλους θα ήμουνα περιπλεγμένος!

Συνεχίζεται
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ