Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΔΕΣΙΜΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ (1969)



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΜΠΕΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ – ΔΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΝ ΧΡΗΣΙΝ

Οι  Άγιοι Πατέρες μας συβουλεύουν να μην λέμε πάντοτε όλα όσα ξέρουμε, αλλά μόνο τόσα όσα δύνανται να ακούσουν οι πιστοί δια την οικοδομήν των και την σωτηρίαν των, διότι το Φώς καίτοι καλόν και ζωοποιούν και φωτίζον, όταν όμως χρησιμοποιείται άνευ διακρίσεως εις οφθαλμούς αδυνάτους και ασθενικούς τυφλώνει αντί να φωτίζη.

Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος της Αγίας και ομοουσίου και ζωοποιού και αδιαιρέτου Τριάδος.Αμήν.
Ταίς πρεσβείας της Υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, του εν Αγίοις Πατρός ημών Βασιλείου του Μεγάλου του Ουρανοφάντορος, Αρχιεπικόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας και πάντων Σου των Αγίων ζώντων και προαπελθόντων, Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ και μη εις κρίμα ή κατάκριμα γένοιτό μοι η απολογία ταύτη δια το ανάξιον είναι με αναλαμβάνειν την Διαθήκην Σου εν τω στόματί μου, αλλ’ Αυτός όλον με καθάρισον πάσης κενοδοξίας και υπερηφάνιας και υπεριδών μου τα αναρίθμητα πταίσματα αξίωσόν με μετά πραότητος και φόβου αποδούναι λ’ογον περί της ελπίδος της εν ημίν προς στηριγμόν και παρηγορίαν των ευλαβών μου αδελφών και συνδούλων της Σης ανεικάστου Μεγαλειότητος, πάντων των ευσεβών γνησίων ορθοδόξων χριστιανών, ούς εκάλεσας εις την Χάριν ταύτην ου δια τας δικαιοσύνας ημών ότι ουδέν ετελέσαμεν άξιον της Σης αγαθότητος και πάσα η δικαιοσύνη ημών ως ράκος αποκαθημένης, αλλά δια το Έλεός Σου, ίνα εν τω περισεύματι των αμαρτιών ημών υπερπερισεύη η Χάρις Σου και επιλάμψη το Φώς της Αληθείας Σου πάσι τοις εκζητούσι Σε εν όλη καρδία ότι ου μακράν ίστασαι αφ’ ενός εκλαστου εξ ημών η ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση μακράν, επάκουσον εμού του αμαρτωλού δεομένου Σου και ελέησόν με, και επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψε την Άμπελον της ευροσύνης και Σωτηρίας μας και κατάρτισε Αυτήν ήν εφύτευσευσεν η δεξιά Σου.Αμήν.

+ P. Basile M. SAKKAS Pretre orthodoxe Rue de la Prulay, 38  1217 MEYRIN – CITE Geneve – Suisse

Γενεύη – Κυριακή 11/24 Αυγούστου 1969 – Μνήμην επιτελούμεν κατά το πάτριον ορθόδοξον ιουλιανόν εορτολόγιον του εν Αγίοις Πατρός ημών μάρτυρος Εύπλου του Αρχιδιακόνου, και του κεχαριτωμένου Νήφωνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.


ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΔΕΣΙΜΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ

Αιδεσιμολογιώτατε Πάτερ,

 Δεν είχα ποτέ την τιμήν ούτε εσείς την ευκαιρίαν να γνωρισθούμε, αν και από καιρού εις καιρόν ήκουον περί του ονόματός σας, πλήν όμως τα περί υμών παντελώς αγνοώ, μη ασχολούμενος υπέρ το δέον με εκκλησιαστικάς προσωπικότητας ειμή μόνον όσον η ανάγκη μου το επιβάλει. Πρό τινών όμως ημερών έφθασε εις χείρας μου υμετέρα επιστολιμαία διατριβή με ημερομηνίαν 19 Ιουνίου 1969 την οποίαν απευθύνατε εις Αγιορείτην Μοναχόν του οποίου το όνομα παραλλείπω, και εις την οποίαν θεωρώ καθήκον μου  ν’ απαντήσω εις στενόν κύκλον των προσωπικών μου φίλων και κατά κοινήν πίστιν αδελφών μου, λυπούμενος μόνον διότι το αντίγραφον της υμετέρας επιστολής δεν φέρει ταχυδρομικήν διεύθυνσιν δια να σας γνωστοποιήσω την απάντησίν μου ως απαιτούν οι στοιχειώδης όροι ευπρεπείας και καλής συμπεριφοράς,πάντως οι αναγνώσται μου ας λάβουν τον κόπον να σας την γνωστοποιήσουν εν τω μέτρω όπου την θεωρήσουν αξίαν της προσοχής σας.

 Το εις χείρας μου αντίγραφον της επιστολιμαίας διατριβής σας φέρει εν κεφαλίδι την υπόμνησιν «Αντίγραφον διά προσωπικήν αποκλειστικώς χρήσιν», το γεγονός όμως ότι τούτο έφθασε μέχρι την Διασποράν αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου ότι το περιεχόμενόν του δεν αναφαίρεται εις ιδιωτικήν ή προσωπικήν τινά υπόθεσιν ή αμαρτίαν αλλά τυγχάνει μάλλον γενικού ενδιαφέροντος, με εξουσιοδοτεί να προσπαθήσω ν’ απαντήσω προς όφελος πνευματικών μου αδελφών εις την Διασποράν οίτινες ένεκα της συγγραφής σας ενδέχεται να σκανδαλισθώσιν όσον αφορά την Αγιωτάτην Εκκλησίαν των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, την οποίαν οι φίλοι μου κι εγώ όλως ιδιαιτέρως ευλαβούμεθα, αν και ως εκ των περιστάσεων και της αποστάσεως δεν έχομεν την τιμήν να ανήκωμεν εις την εκκλησιαστικήν και κανονικήν της δικαιοδοσίαν.

Ασφαλώς οι Παλαιοημερολογήται της Ελλάδος δεν θα παραλλείψουν να σας δώσουν την δέουσαν απάντησιν αντάξιαν της μορφώσεως, μετριοπαθείας και θεολογικής υμών καταρτίσεως και πνευματικής εμπειρίας, ως διαθέτοντες τα κατάλληλα προς τούτο πρόσωπα. Επειδή όμως ημείς θεωρούμεν τούτους κατά κοινήν πίστιν αδελφούς αγίους και εν πάσι κοινωνούς, πάσαν καθ’ αυτών ύβριν και προσβολήν και αδικίαν ως προσωπικήν, θεωρούμεν καθήκον μας επιβεβλημένον έστω και εν αμαθεία και απειρία να διαμαρτυρηθώμεν προς τον αντίδικον, έστω και εάν δεν διθέτομεν τας προς τούτο δυνάμεις.

Καλόν όμως είναι να ακουσθή και η φωνή των ανειδημόνων ημών, ότι η Εκκλησία, ως αποσκοπούσαν την Σωτηρίαν ενός εκάστου εν τω συνόλω (ο Χριστός είναι ο Σωτήρ του Σώματος και Σωτήρ προσωπικός) και ουχί του συνόλου ως μάζης ανωνύμου, πας τις έχει το δικαίωμα άμα δε και την υποχρέωσιν και καθήκον, να θεωρήση την Εκκλησίαν ως αφορώσα εαυτόν προσωπικώς, και δη «ένθα πίστις το κινυνευόμενον» εξ ής εξαρτάται η Σωτηρία ενός εκάστου.

 Ήδη εκ των αδεξίων τούτον γραμμών αντελήφθητε ότι κάθε άλλο παρά ως αντίπαλος σας επιθυμώ να δειχθώ εάν θέλω ν’ αποφύγω τον κίνδυνο της γελοιοποιήσεως, τον οποίον θα διέτρεχα εάν επιχειρούσα ν’ αντιτάξω μόρφωσιν εις μόρφωσιν, παιδείαν εις παιδείαν και ικανότητα εις ικανότητα. Πλήν η απολογία της πίστεώς μου δεν στηρίζεται εις την γνώσιν μου αλλά εις την αλήθειαν του Χριστού. Δεν με χαρακτηρίζει η αρετή της υμετέρας μετριοπαθείας περί την έκφρασιν και τον χειρισμόν του όλου θέματος του οποίου επιλαμβάνεσθε με όντως ζηλευτήν δεξιότητα και τάξιν και μέθοδον τα οποία προδίδουν άνθρωπον τω όντι καλλιεργημένον και έμπειρον και ουχί άμοιρον πνευματικότητος, χειριζόμενον τα ζητήματα με την ευκολίαν εκείνην και την πραότητα, αίτινες απορέουν από το αίσθημα ασφαλείας που γεννά η βαθεία γνώσις και η μακροχρόνιος εμπειρία των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

 Ας ακουσθή όμως και η φωνή της εμπαθείας και της απειρίας διά να λάβωσιν τινές εκ των πιστών γνώσιν των δύο του νομίσματος όψεων και να κρίνωσι κατά την συνείδησίν των  ενώπιον του Αγίου Θεού. Αφ’ ενός μεν δι’ ότι η εμπάθειά μου αυτή και η βιαιότης, ουδαμώς έχουν ως αντικείμενον την Αγίαν του Χριστού Εκκλησίαν ούτε το πρόσωπον της υμετέρας αιδεσιμολογιότητος, αλλά την υμετέραν διδασκαλίαν και τον υμέτερον τρόπον του νομολογικώς σκέπτεσθαι, αφ’ ετέρου δε διότι αποτελεί κραυγήν άγχους και αγωνίας και ταλαιπωρείας εις τας οποίας μας υποβάλλει η σημερινή κατάστασις των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

 Και εάν μεν στερούμαι ευγενούς καταγωγής και δεν έτυχον της δεούσης μορφώσεως και παιδείας, αλλά και περί τον χαρακτήρα τραχύτατος, και οργίλος και βίαιος και απότομος, ουδεμία των ελλείψεων τούτων μου αποστερεί το δικαίωμα ενασχολήσεως περί των ζητημάτων της αιωνιότητος. Και εάν μεν τυγχάνω θέσει αναρμόδιος, πάντες όμως εν τη Εκκλησία τυγχάνομεν φύσει αρμόδιοι και υποχρεωμένοι: ώστε ενασχολούμενοι και μετά συνεπείας βιούντες τα πνευματικά να έχομεν πίστιν πραγματικήν και διαγωγήν ενσυνείδητον εν τη «αυλή των λογικών προβάτων».

 Μη ούσα η πίστις μου εριζομένη επι της παιδείας μου ή αρετής μου, αλλά επί της Χάριτος του Δεσπότου Χριστού της πάντα τα ασθενή θεραπευούσης και τα ελλείποντα αναπληρούσης, ας ακούσουν οι πιστοί και τας ιδικάς μου αντιρήσεις, όσον αφορά την επιστολιμαίαν σας διατριβήν, ας ελέγξουν αυτάς με την γνησίαν των ορθοδόξων αποστολικήν παράδοσιν και εάν μεν τας εύρουν συμφώνους ας λάβουν την θέσιν εκείνην την οποίαν επιβάλει η συνέπεια και η κατά Θεόν συνείδησις, όπου δε με εύρουν σφάλοντα ας με διορθώσουν αδελφικώς, τεκμηρίοις χρωμένοι τοις παραδεδεγμένοις, και ας ευχηθούν δια τον φωτισμόν μου, ότι με γνώμονα την αποστολικήν των ορθοδόξων παράδοσιν, δύναται και εκ των σφαλμάτων μου να ωφεληθώσι. Τας δε «υπερβολάς της ευγενείας και της των τρόπων λεπτότητος» ας αφήσωμεν διά τον υπερειδήμονα τούτων κύριον Ιερώνυμον περί του οποίου θέλομεν ασχοληθεί εν εκτάσει εν ιδίω κεφαλαίω. Εις τον μακρύ τούτον πρόλογον ας συγχωρηθή και μακρά κάπως εισαγωγή απαραίτητος διά την κατανόησιν των ακολουθούντων κεφαλαίων.

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΠΕΙΡΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

 Δεν πρόκειται αιδεσιμολογιώτατε πάτερ, περί περιαυτολογίας αλλά η εισαγωγή αυτή είναι όλως απαραίτητος δια την αιτιολόγησιν της παρούσης μου απαντήσεως και την κατανόησιν και ορθήν τοποθέτησιν των επακολουθούντων κεφαλαίων. Πράγματι ο καθένας μας κρίνει και εκτιμεί ότι διαβάζει σύμφωνα με την προσωπική του πείρα. Έτσι ένας καθολικός ένας διαμαρτυρόμενος και ένας ορθόδοξος διαβάζοντες την αυτήν Αγίαν Γραφήν καταλήγουν εις το συμπέρασμα ότι η Αγία Γραφή υποστηρίζει αντιστοίχως τον παπισμόν την μεταρύθμισιν ή την Ορθοδοξίαν. Ιδού ο λόγος διά τον οποίον αποφεύγουμε να «αποδείξουμε» την Ορθοδοξίαν παραθέτοντες γραφικά εδάφια, αλλά καλούμε τους ανθρώπους όπως εν ταπεινότητι και μετανοία μετάσχουν της αενάου ζωής και παραδόσεως της Εκκλησίας. Η προσωπική μου πείρα λοιπόν, όσον και εάν θεωρηθή υποκειμενική, και ουδέποτε ισχυρίσθην τι διά την αξίαν αυτής, αποτελεί τον παράγοντα εκτημήσεως της επιστολιμαίας σας διατριβής και μου υπαγορεύει την παρούσαν απάντησιν εις συγγραφήν την οποίαν δεν δύναμαι να χαρακτηρίσω άλλως πως αλλά ως στρεψόδικον και μη ανταποκρινόμενην εις την ζώσαν αλήθειαν της εκκλησιαστικής ημών παραδόσεως. Εάν δε η στρεψοδικία ταύτη επετεύχθη καλή ή κακή θελήσει, ζή Κύριος ο Θεός ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και τις ειμί εγώ να κρίνω αλλότριον οικέτην ότι τω ιδίω αυτού Κυρίω ίσταται ή πίπτει.

 Προ τινών ετών είχα την αυθάδειαν να θελήσω να ιερωθώ και επροέβην εις τας δεούσας ενεργείας εξωτερικώς μεν κρινομένας ως «κανινικάς» και «φυσιολογικάς» σύμφωνα με τα νυν ισχύοντα κριτήρια, όταν όμως μελετώ το παράδειγμα των αγίων πατέρων που έκοβαν τις μύτες τους και τα αυτιά τους για να έχουν κώλυμμα ώστε μην τυχόν και τους χειροτονήσουν διά της βίας με καταλαμβάνει όνειδος δια την προπέτειάν μου να επιζητήσω και το αγγέλοις ατόλμητον και φρικτόν τούτο υπούργημα, «αφ’ εαυτού μου λαβών την τιμήν» μη κληθείς από Θεού αλλά υπ’ Αυτού ανεχόμενος τυγχάνων άμα τε και υπόδικος δια την τολμάν, αλλά ούτε από του δήμου ούτε δε και ανάγκης υπαρχούσης τότε δια την χειροτονίαν μου. Και εις ταύτην παρεσύρθην την θρασύτητα, πρώτον μεν τω οικείω της υπερηφανείας υποκύψας πάθει, δεύτερον δε πλανηθείς εκ της νυν εσφαλμένης περί ιερωσύνης επικρατούσης ιδέας ότι τάχα ο υποψήφιος αφ’ εαυτού αποφαίνεται εάν έχη την κλήσιν και την κλίσιν, και ακολούθως αποφασίζει τα της προετοιμασίας του, ως δι’ οιονδήποτε άλλον κλάδον και επάγγελμα και σταδιοδρομίαν, εις τας προ τούτο φοιτών σχολάς, ακολούθως δε υποβάλλων την σχετικήν αίτησιν μετά των δεόντων πιστοποιητικών και δικαιολογητικών, ως περί οιουνδήποτε άλλου κοσμικού διορισμού.

 Και εκ τούτου όμως του αμαρτήματος μου ηθέλησεν να με ελεήση ο Κύριος και να με διδάξη πολλά, εκ των οποίων θ’ αναφέρω μόνον δύο παραδείγματα εκ των πολλών ων έτυχα μάρτυς αυτόπτης άμα τε και αυτήκοος, και ναι μεν η μαρτυρία μου δύναται να θεωρηθή υπό τινών ως υποκειμενική, δι’ εμέ όμως αποτελεί ζώσαν πραγματικότητα η οποία με υποχρεώνει ως εκ συνειδήσεως να τηρήσω έναντι της υμετέρας επιστολιμαίας διατριβής την στάσιν της παρούσης μου.

 Έτυχε να γνωρισθώ με διερχόμενον επίσκοπον του οικουμενικού θρόνου, και μεταξύ μας εδημιουργήθη σχετική τις επαφή και εκατέρωθεν συμπάθεια. Ηθέλησεν δε (δεν είχα εισέτι χειροτονηθή) να με λάβει υπό την προστασίαν και να με κάμει πρωτοσύγκελόν του, εάν και δεν διαθέτω τοιαύτης φύσεως προσόντα να ιερωθώ και να τον ακολουθήσω. Ήμουν τότε αμφιταλαντευόμενος και ίσως να άφηνα τον εαυτόν μου να πεισθή και να δελεασθή, μη καυχώμενος δι’ ανωτερότητα χαρακτήρος ή άλλην τινά αρετήν, ότε η ευσπλαγνία του Θεού με έσωσε από την πλάνην αυτήν με τον ακόλουθον τρόπον. Ταπεινολογών μίαν ημέραν τον ερώτησα: «Δεν νομίζω να είμαι άξιος της ιερωσύνης» και επηκολούθησε ο εξής διάλογος:

-Αυτό να μην σε ενδιαφέρει εσένα, αυτό αφορά εμένα. Εγώ το κανονίζω.

-Καλά έχω όμως κι εγώ συνείδησιν, ποία είναι κατά την γνώμην σας η μεγαλυτέρα αμαρτία δι’ έναν κληρικόν;

-Ανυπακοή εις τον Πατριάρχη. Εμείς οφείλουμε ν’ ακολουθούμε τον Πατριάρχη σε όλα ακόμη και τούρκος να γίνη, άσε που βέβαια τούρκος δεν γίνεται, αλλά και τούρκος να γίνη εμείς οφείλουμε να τον ακολουθήσουμε ασυζητητί.

Ήτο δι’ εμέ η…. πρώτη αποκάλυψις, εις την οποίαν επακολούθησαν κι άλλες θα αναφέρω όμως ακόμη μόνον μίαν.

 Ήμουν πλησίον του διακονικού και ήθελα ν’ απευθυνθώ εις ένα από τους δύο συνομιλούντας επισκόπους, διά να μην διακόψω δε την συζήτησιν εστάθην έμπροσθέν των, εκείνοι δε, θεία δι’ εμέ οικονομία εξηκολούθησαν την συζήτησίν των ουδόλως ενοχληθέντες από την παρουσίαν μου, επρόκειτο δια προσφάτους απειλάς της Τουρκίας εις βάρος του Φαναρίου.

-Καλά και ο Πάπας τι λέει για την περίπτωση αυτή.

- Ο Πάπας υποσχέθηκε ότι θα κάνει ότι μπορεί, πλήν όμως επιθυμεί να μην εμφανισθή πολύ εις αυτήν την υπόθεσιν.

-Και η Μόσχα τι λέει;

-Πάψε για τ’ όνομα του Θεού. Άστους, ξέρουμε ύστερα τι πρόκειται να μας ζητήσουν εις αντάλαγμα;

 Εδίστασα πολύ, πάτερ προτού αποφασίσω, ν’ αναφέρω τα δύο αυτά παραδείγματα εκ των πολλών, πρέπει όμως οι αναγνώστες της δικολαβικής σας επιστολής κατά κάποιον τρόπον να έλθουν εις επαφήν με την ωμήν πραγματικότητα και να μην χαθούν εις τον δαίδαλον μιάς κανονολογίας δομινικανικού και ιησουητικού τύπου. Εάν περισσώς ελλάλησα, ο Κύριος και οι αδελφοί, ας με συγχωρήσουν. Μου γεννήθηκαν όμως μερικές απορίες: Καλά αν θέλω να τουρκέψω, δεν ξέρω που είναι το τζαμί και ο ιμάμης; Πρέπει να περιμένω τον Αθηναγόρα να με οδηγήση όποτε αυτός και εάν ποτέ ευδοκήση; Αν ήναι ν’ ακολουθήσω έναν άνθρωπον ασυζητητί, γιατί να μην ακολουθήσω τον πάπα που πεντακόσια εκατομμύρια θεωρούν ως αλάνθαστον; Ποια η ωφέλειά μου από έναν Πατριάρχη που παρασκηνιακώς καταφεύγει δια προστασίαν στους αιρετικούς, αφού ήδη εγεύθημεν το πινάκιον φακής της συνόδου της Φλωρεντίας; Και εάν επικαλούμεθα την προστασία τους για να υπερασπίσουμε τα ντουβάρια του Φαναρίου, με τι κύρος θα στηλιτεύσουμε τις αιρέσεις και τις ραδιουργίες των, δια των οποίων ουδέποτε έπαυσαν βάλλοντες κατά των προπυργίων της πίστεώς μας; Εις τι χρησιμεύουν τα εόρτια γράμματα, οι εναγκαλισμοί και οι ασπασμοί, και αι εκατέρωθεν επισκέψεις όταν αδελφαί εκκλησίαι αλληλοΰποβλέπονται και αλληλοφοβούνται δίκην εμπόρων συδιαλεγόμεναι παρασκηνιακώς; Ζή Κύριος ο Θεός, ότι με εφύλαξεν από τοιαύτην γαλέραν και εδικαίωσε τον πνευματικόν μου ο οποίος πάντοτε μου έλεγε: «Πρόσεχε Βασίλειε, αυτοί δεν θέλουν λευίτας, θέλουν δουλίτας».

Έτσι εκ πολλών ζωντανών εμπειριών, αποκαρδιωθείς και αποξηρανθείς πνευματικώς εστράφην εις τους «σχισματικούς Αναστασιανούς» δι’ ολίγην παρηγορίαν και ολίγην Ορθοδοξίαν. Και  με ελέησε ο Θεός ν’ ανακαλύψω σ’ αυτούς τους ανθρώπους τον κήπον εκείνον τον ουράνιον με τις μυρουδιές και τα λουλούδια μέσα στον οποίον με γέννησε η μάννα μου και με ανέθρεψε η αμόρφωτη γιαγιά μου. Ω πάτερ, δεν πρόκειτε να κάμω τον πανηγυρικόν των «Αναστασιανών» μη φοβείσθε. Δεν συνήντησα χερουβείμ , ανθρώπους συνήντησα, ανθρώπους ίσως χοντροκομένους, ίσως περισσότερον εμπαθείς και με περισσότερες ατέλειες από τους άλλους, με καταφανή τα ελαττώματά των, τις μικρότητες και τις ανοησίες τους. Μόνον που είδα τα πρόσωπά τους και όχι την προσωπικότητά τους. Τους είδα όπως είναι, και μου έδωσαν να καταλάβω ότι δεν είχαν τίποτε να μου προσφέρουν. Τίποτε άλλο εκτός από τον θησαυρό που  τους παρέδωσαν άλλοτε οι πατέρες μου και τον οποίον εφύλαξαν και φυλλάτουν ως κόρην οφθαλμού, μη έχοντες πλέον σε τι άλλο να καυχηθούν και τι άλλο να ελπίζουν, μου επέστρεψαν τον θησαυρόν της Ορθοδοξίας! Της αυθεντικής ορθοδοξίας! Της απλής ορθοδοξίας, που δεν έχει τίποτε να σαγηνεύση, τους περίεργους και τους περαστικούς, διότι η ωραιότης  αυτής είναι…. «έσωθεν». Την Ορθοδοξία εκείνη που είναι χωρίς φτιασίδια, με καντήλια, με λαδωμένα ράσσα, με κεριά, με γένεια και μακρυά μαλλιά, με «κουραστικές» μακρυές ακολουθείες, με ατέλειωτα «έτι και έτι», με παπάδες απλούς χοντροκομένους που τους κοροϊδεύει ο κόσμος στο δρόμο που ‘χουν το ράσσο για τιμή τους και κοιμούνται το βράδυ με το αντερί. Που πλένονται με κρύο νερό μονάχα, γιατί « το ζεστό δεν το δημιούργησε ο Θεός», με καλόγηρους που δεν φορούνε παντελόνια ούτε παπούτσια, γιατί ο ηγούμενος που τους έκανε την κουρά τους έδωσε μόνον ράσο και σάνδαλα και δεν θέλουν  να προσθέσουν  τίποτε περισσότερο στο ένδυμα της μετανοίας τους, με επισκόπους που ‘χουν  σε τιμή τους να κρατούν το κομβοσχοίνοι και να το λένε συνεχώς κρυμένοι μέσα στο ιερό όπου κανένας δεν τους βλέπει, που κάνουν θαύματα, που θεραπεύουν αρρώστους με εικόνες θαυματουργές, και όταν κοιμούνται εν Κυρίω το σώματους μένει ανέπαφο και διατηρεί την θερμοκρασία του ολόκληρη εβδομάδα, ανάμεσα στις λαμπάδες που καίνε μέρα νύκτα γύρω στο σκήνωμα οι πιστοί.

Θα μου πήτε: «Μήπως και στην Ελλάδα δεν έχουμε, τέτοια αγιότητα; Είναι τάχα ανάγκη να πάμε στους ρώσσους της διασποράς για να την βρούμε»; Ναι πάτερ έχουμε, δόξα εις τον Άγιο Θεό, αλλά μέχρι πότε θα την έχουμε με τα μυαλά που έχουμε! Στον απόδημο όμως ελληνισμό, μέχρι σήμερα εμείς δεν την βρήκαμε. Ναι ακούσαμε για «καλόγερους» που ζούνε στο Ταιζέ, και προσεύχονται… με τους κατόλικους και τους προτεστάντες ξεδιάντροπα για την… «προβολή της Ορθοδοξίας» (τρομάρα τους!) κάνοντας μίνι-εσπερινούς και μίνι-όρθρους χωρίς λιβάνι, πάνω σε φράγκικα αλτάρια και φορόντας σακκάκι πάνω από το πετραχήλι, και τρώγοντας από το φαΐ των διαμαρτυρομένων τις σαρακοστές έστω και εάν  είναι αρτιμένο, γιατί έτσι δεν έχουν «ανάγκη να κάμουν χωριστή κουζίνα» και ένα διάστημα έτρωγαν βλέποντας την τηλεόραση, μέχρις ότου αηδίασαν πλέον και οι μοντέρνοι «προσκυνητές» και αναγκάσθηκαν να την μεταφέρουν στο … «αρχονταρίκι». Και τι να πρωτοπούμε για Λειτουργίες… χωρίς Τίμια Δώρα, για προσκομιδές που ο Θεός να τις κάνει τέτοιες, για κηρύγματα που λένε ότι «ο απόστολος Παύλος πήρε την αγνή διδασκαλία του Ευαγγελίου και την ανακάτεψε με τις δικές του ιδέες», «ότι οι Ρώσσοι προτίμησαν την Ορθοδοξία από τον ισλαμισμό, διότι ο ισλαμισμός απαγόρευε το χοιρινό κρέας που γι’ αυτούς είναι πολύτιμο»  «ότι η αποτυχία της συνόδου της Φλωρεντίας ήταν λάθος του Μάρκου του Ευγενικού», τι να πούμε για συλλειτουργίες με αγκλικανούς, για χοροστασίες σε ουνίτικες λειτουργείες όπου οι κατόλικοι μας εσκαμπίλησαν όπως μας άξιζε, και τόσα αναρίθμητα που χρειάζονται τόμοι να τα εξιστορήση κανείς.

Έτσι όταν συνάντησα αυτούς τους ανθρώπους, που τίποτε το εξωτερικό δεν με ενώνει μαζύ τους, των οποίων αγνοώ την γλώσσα, τον πολιτισμό, την νοοτροπία, τα ήθη και τα έθιμα, είδα ότι δύο πράγματα μόνον μ’ ενώνουν μαζύ τους, η ορθόδοξος πίστις και το πένθος για την επίγειο πατρίδα. Πενθούν εκείνη την πατρίδα τους που στενάζει υπό το πέλμα ενός αθέου, αντθέου και μισοθέου καθεστώτος, που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα για να διαλύση την Εκκλησία του Χριστού εκ των έξω και εκ των έσω, δια διωγμών, πιέσεων, διαβρώσεως και διαφθοράς, πενθώ κι εγώ την δική μου πάνω στην οποία απλώνονται τα μαύρα σύνεφα του μοντερνισμού, του ορθολογισμού, του οικουμενισμού, του διανοητισμού και του θρησκευτικού κοινωνισμού, σύνεφα τα οποία προσπαθείτε πάτερ να διαλύσετε καίοντες λιβανωτόν εις τον βωμόν του κυρίου Κοτσώνη και της Ελλαδικής Ιεραρχίας. Και είναι οι αιρέσεις αυτές πάτερ, τόσον περισσότερον φρικτές, διότι είναι ύπουλες, και διαδίδονται χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη και σημάδια για να  τις κηνυγήση κανείς εύκολα και να τις πολεμήση. Είναι σαν το δηλητήριο εκείνο που δίνουν οι κακούργοι στα θύματά τους σε δόσεις τόσο απειροελάχιστες, που κανείς και καμία νεκροψία δεν θα μπορέσουν ποτέ να προσδιορίσουν, αλλά αδηγεί σιγά σιγά, αθόρυβα και απαρατήρητα στον βέβαιο θάνατο που όλοι θα εκλάβουν σαν φυσικόν. Είναι οι αιρέσεις αυτές σαν την ανεπαίσθητη υγρασία που κανείς δεν την βλέπει και κανένας οργανισμός δεν την αισθάνεται, και όμως είναι παρούσα και πλανάται στον αέρα και την ζούμε και την αναπνέουμε, και αυτή η υγρασία θα φέρει την οξύδωση και την διάβρωση των μετάλλων, που κοιτάζουν πολλοί να καλύψουν βάζοντες χρυσή μπογιά πάνω στο σκουριασμένο σίδερο.

Να γιατί πάτερ, θεωρούμε κακούργους και ανθρωποκτόνους, τους λευϊτας εκείνους και όλους τους πιστούς που έχουν την γνώσιν των πραγμάτων, και ζητούν να καταπνύξουν το προφητικόν πνεύμα της Ορθοδοξίας χάριν μιάς εξωτερικής ενότητος η οποία αποτελεί το βάθρο του ειδώλου των: κοινωνισμός, και λησμονούν την κραυγήν των πατέρων που φωνάζουν: «ΑΙΡΕΤΩΤΕΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΩΡΙΖΟΥΣΗΣ ΘΕΟΥ».

Φοβάσθε τα … «σχίσματα» και κόπτεσθε διά την ειρήνην και την ενότητα της Εκκλησίας! Μα πάτερ, οι φράγκοι έχουν τέτοιαν ενότητα εξωτερικήν που ούτε εις τον ύπνον μας δεν την είδαμε ποτέ. Και λανθάνουν οι αρχιερείς εκείνοι που λένε: «Δεν φοβόμαστε πλέον τον καθολικισμό, άλλοτε ο καθολικισμός ήταν μια δύναμις που μπορούσε κανείς ν’ ασπασθή ή να μισήση, ενώ σήμερα μπορεί κανείς μόνον να τον περιφρονήση». Όχι φίλτατοι, λανθάνετε. Δεν έχουμε ούτε προδιορατικό χάρισμα, ούτε την απαιτουμένην οξυδέρκειαν δια να αποφανθούμε περί του μέλλοντος του καθολικισμού. Πλην όμως γνωρίζουμε ότι ο Καθολικισμός έχει τοιαύτας δυνατότητας προσαρμογής και αναπροσαρμογής, ώστε ν’ αφομοιώση τον ορθολογισμόν και τον μοντερνισμόν, τους οποίους εγέννησε, και να συνειδητοποιήση εις τους οπαδούς του τας πλέον απιθάνους καινοτομίας, πλάνας και βλασφημίας, παρουσιάζοντας αυτάς ανερυθριάστως ως την αείποτε παράδοσιν της λατινικής εκκλησίας, και να διατηρήση θαυμαστώς, την συνοχήν και ενότητα και αρμονίαν του οικοδομήματός του, αδιαφορών διά την ουσίαν της Αληθείας δια την οποίαν ανέκαθεν αδιαφόρησεν, ζηλότυπος ων μάλλον του κύρους του, της δόξης του και της επιβολής του, παρά της σωζούσης αληθείας.

Ουαί ημίν όμως τοις ορθοδόξοις, εάν εμβολιασθώμεν με τους ιούς της σκοτεινής Δύσεως θα αποσυνθεθώμεν ως Εκκλησία, και μόνη μας ελπίς επιβιώσεως, ως εξωτερικού οργανισμού και συγκροτήματος θα μείνη μόνον το … Βατικανόν!

Να γιατί πάτερ ένοιωσα τους ανθρώπους αυτούς, πολύ κοντά μου, έχοντας δοκιμάση σύμμικτον τον πόνον και την αγάπην για την επίγειον πατρίδα μου, όπως αυτοί για την δικήν τους, και συνειδητοποιόντας ότι τόσον γι’ αυτούς όσον και για μας ουδεμία άλλη ελπίς σωτηρίας υπάρχη ειμή η βίωσις της γνησίας ορθοδόξου αποστολικής παραδόσεως. Τουλάχιστον εάν διά τας αμαρτίας μας και διά την προσέγγισιν της ημέρας εκείνης της φρικτής της επιστροφής του Υιού του Θεού που θα προηγηθή η έλευσις του Αντιχρίστου, εάν δεν μπορούμε να χαρούμε την δόξαν και το πνευματικόν μεγαλείον της επιγείου πατρίδος μας, την πρόσκαιρον, τον τόπον της παροικίας μας, να μην απωλέσωμεν τουλάχιστον την ουράνιον και αιώνιον, την «Ανω Ιερουσαλήμ» ήτις είναι η Μήτηρ πάντων ήμών. Γένοιτο.